Popular Post Ballerond Posted October 20, 2016 Popular Post Share Posted October 20, 2016 Όνομα Συγγραφέα: Γιάννης ΣιδέρηςΕίδος: χιουμορίστικη, ανάλαφρη, φαντασίαΒία; ΠφφΣεξ; ΠφφΑριθμός Λέξεων:3314Αυτοτελής; Ε νομίζω πως ναι..or not?Σχόλια: Το συγκεκρίμενο διήγημα είναι μία έμπνευση που μου ήρθε χθες με το που ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα του 43ου διαγωνισμού με θέμα το "Φυλαχτό". Αποτελεί έναν φόρο τιμής προς όλους τους συμμετέχοντες, ένα χιουμοριστικό παραμύθι με μικρές δόσεις συγκίνησης και χαράς. Ο σκοπός μου είναι να σας διασκεδάσει και να σας δώσει ένα πολύ απλό μήνυμα. Σημασία δεν έχει μόνο ο προορισμός αλλά και το ταξίδι το ίδιο. Το έγραψα μέσα σε 2 ώρες, οπότε θέλω την υπομονή σας σε τυχόν ορθογραφικά ή άλλα λάθη. Τέλος, να αναφέρω ότι ενώ προσπάθησα να βάλω επιρροές από ΟΛΑ τα διηγήματα, κάποια ήταν δύσκολο να πιάσουν πολύ χώρο οπότε μην το πάρετε αρνητικά. Η κεντρική χαρακτήρας ήταν η αγαπημένη μου του διαγωνισμού και γι αυτό έχει την τιμητική της ;) Ένα φυλαχτό μα ΤΙ φυλαχτό Ο ήλιος ήταν έτοιμος να βασιλέψει πίσω από τα πελώρια βουνά τα οποία αγκάλιαζαν το ήρεμο χωριό ΣουΣουΦάντα. Οι αγελάδες και τα πρόβατα ακολουθούσαν στωικά το κουρασμένο αφεντικό τους επιστρέφοντας στο αγρόκτημα, ενώ οι ξυλοκόποι κι οι ψαράδες μαζεύονταν από τα δάση και τις λίμνες κι έβρισκαν τον δρόμο για ένα ζεστό φαγητό στο σπιτικό τους. Όλα κυλούσαν ειρηνικά και χαρούμενα για τους απλούς κατοίκους της ΣουΣουΦάντας αλλά το αποψινό σούρουπο προμήνυε διαφορετικές και δυσάρεστες καταστάσεις. Καθώς πλέον ο ήλιος αποχαιρετούσε με τις τελευταίες του ηλιαχτίδες το χωριό, ο τελάλης του βασιλικού κάστρου βγήκε στον δρόμο φωνάζοντας. «Η αρχόντισσα Ελγκάλα κι ο βασιλιάς Μορφέας εξαφανίστηκαν! Τρεχάτε χωριανοί, γυναίκες, γριές, παιδιά! Χάθηκαν οι άρχοντες μας! Ωιμέ!». Οι κάτοικοι βγήκαν αλαφιασμένοι στους δρόμους. Παράτησαν τραπέζια και φαγητά στην μέση, παιδιά βγήκαν από την ζεστασιά των κρεβατιών τους και γυναίκες άρχισαν τα μοιρολόγια για το δύστυχο μέλλον που τους επιφύλασσε αυτή η συμφορά. Μόνο κάποιοι επίλεκτοι κάτοικοι διατηρούσαν την ψυχραιμία τους και βγήκαν μπροστά στην πλατεία αναζητώντας εξηγήσεις. «Ποιος μπάσταρδος το έκανε αυτό; Να καλέσω δέκα φίλους μου από τις φυλακές να του δώσουμε ένα μάθημα!» γρύλισε ο Βοτανειάτης κραδαίνοντας το δίμετρο σπαθί του. «Σιγά ρε μαντράχαλε, αμέσως να φέρεις παρέα. Δεν μπορείς δηλαδή μόνος σου;» του αντιγύρισε μία μικροκαμωμένη κοπέλα η οποία έφερε ένα τατουάζ αράχνης στον ώμο της. «Μελινόη, δεν χάνεις ευκαιρία έτσι; Για σοβαρευτείτε λίγο να δούμε τι θα κάνουμε», τους έκοψε ένας βάρδος κρατώντας μία ξεχαρβαλωμένη κιθάρα. «Καλά Φάβιαν, παίξε εσύ το που...εεε..το όργανο σου κι άσε τους κατάλληλους να μιλήσουν». Οι κάτοικοι άκουγαν τον διαπληκτισμό τους και απορούσαν αν αυτοί θα μπορούσαν να τους σώσουν ή να τους καταστρέψουν περισσότερο. Ξαφνικά, ένας απότομος κρότος έκανε όλα τα πρόσωπα να γυρίσουν κατά την μεριά του δάσους. Καπνός βγήκε από τα δέντρα και κάποιοι άρχισαν να φωνάζουν ότι έπιασε φωτιά. Μέσα από τα σκοτάδια όμως, εμφανίστηκαν δύο μορφές να έρχονται προς το μέρος τους βήχοντας. «Γκουχ...καλά ρε Μέσμερ...γκουχ γκουχ...δεν πρόσεξες τι ποσότητα έβαλες; Είπαμε να κάνουμε εντυπωσιακή είσοδο κι εσύ παραλίγο να μας κάψεις ζωντανούς!». «Συγνώμη αγαπητή μου. Δεν φταίω εγώ, αυτό το βλαμμένο καλικαντζαράκι ο Κότζι φταίει. Του ζήτησα 3 γραμμάρια και μου έβαλε 3 τόνους». Η γυναίκα που μίλησε πρώτη ήταν ψηλή, επιβλητική, με γυαλιά και καμπούρα. Ο άνδρας που την συνόδευε της κρατούσε την κάπα η οποία σέρνονταν στο γρασίδι. Στάθηκαν σε απόσταση δέκα μέτρα από το πλήθος κι η γυναίκα πήρε τον λόγο. «Άνδρες και γυναίκες της ΣουΣουΦάντας. Χωριάτες και χωριάτισσες. Μάγειρες και μαγείρισσες. Αλογατάρηδες και αλογατάρισσες. Πολ..» «Εεμμ, αγαπητή μου; Το καταλάβανε. Γι αυτούς μιλάς». «Ναι...με συγχωρείτε, επαρασύρθην. Λοιπόν. Το όνομα μου είναι Ιρμτ...Ιρτ...σκατά. Ιρμάντα τέλος πάντων! Έχω να σας ανακοινώσω ότι μην ψάχνετε αδίκως για τους άρχοντες σας, τους έχουμε εμείς φυλακισμένους στο κάστρο μας.» Οι κάτοικοι τους κοιτούσαν και δεν ήξεραν πως να αντιδράσουν. Η Μελινόη βγήκε μπροστά και πήρε τον λόγο. «Ωραία, καλή μου κυράτσα. Για να μην χρονοτριβούμε, φέρτε τους πίσω ήρεμα κι ωραία και δε θα σας πειράξω. Άντε μην σου ισιώσω την καμπούρα με τρόπο που δε θα σου αρέσει!» Ο Φάβιαν έπιασε το κεφάλι του και το κούνησε απογοητευμένος. Ο Βοτανειάτης μούγκρισε δυνατά κάτι για αντίσταση και ευνούχους αλλά δεν του έδωσε σημασία κανείς. Ένας άνδρας με το όνομα Σεθ πήρε τον λόγο. «Μεγάλη δυστυχία μας φέρατε στις πλάτες μας, αρχόντισσα Ιρμάντα. Τόσο μεγάλη που δεν μπορώ να την περιγράψω αλλά έχω γράψει ένα εξαιρετκό διήγημα γι αυτήν , αν θέλετε να...» «Σιωπή! Μα καλά, δε σας καίγεται καρφί; Τόσο χεσμένους τους έχετε τους άρχοντες σας;;» Ο Μέσμερ την σκούντησε ελαφρά. «Ναι, με το μπαρδόν. Τόσο πολύ αγνοείτε αυτήν την πληροφορία; Λοιπόν, για να τελειώνουμε. Αν θέλετε να τους ξαναδείτε πρέπει να πάτε ως την μακρινότερη κορυφή του βουνού, στο μακρινότερο πύργο, στο υψηλότερο πάτωμα, στο άδειο δωμάτιο. Εκεί υπάρχει ένα φυλαχτό. Το φυλάει μία ξενέρωτη και μίζερη μάγισσα. Να της το πάρετε. Θα χρειαστείτε επτά χρόνια». Πριν προλάβει να αντιδράσει κανείς, το ζεύγος που εμφανίστηκε γύρισε τις πλάτες του κι έφυγε πάλι προς το δάσος. Ο Μέσμερ έριξε ένα σακουλάκι στο πάτωμα, καπνός σηκώθηκε πάλι και βρισιές προσγειώθηκαν πάνω στην πλάτη του από την Ιρμάντα. Τελευταία λόγια που ακούστηκαν έλεγαν για κάποιο σκίσιμο σε κάποιο Κότζι. Ο Φάβιαν έπαιξε μία παράφωνη νότα και βγήκε μπροστά. «Πρέπει να ολοκληρώσουμε την αποστολή για να σώσουμε τους άρχοντες μας! Ποιοι είναι πρόθυμοι να πάρουν μέρος;». Οι κάτοικοι εξαφανίστηκαν σε δευτερόλεπτα, λες κι έβαλαν νέφτι στον πισινό τους. Λίγοι είχαν απομείνει που κοιτούσαν δεξιά κι αριστερά. «Σωθήκαμε...» μονολόγησε ο βάρδος. ************************ (Επτά χρόνια μακριά, στην υψηλότερη κορυφή, του υψηλότερου βουνού, του υψηλότερου πατώματος) «Και στο είπα γαμώτο! Έπρεπε να αυξήσεις την φρουρά του κάστρου! Τώρα πέσαμε στα νύχια μίας στριμμένης γεροντοκόρης και του τιποτένιου σκυλιού της! Άχρηστε!» Η αρχόντισσα Ελγκάλα βάδιζε περιμετρικά του δωματίου, διανύοντας ολόκληρα χιλιόμετρα. Ο Μορφέας στεκόταν στο κέντρο του δωματίου και χάιδευε στην πλάτη τον γκρίζο λύκο του ο οποίος δεν είχε σταματήσει να ουρλιάζει από την ώρα που τους φυλακίσανε. «ΑΟΥΥΥΥΥΥΥΥΥΥ...» «Αγάπη μου, ηρέμησε. Που να το ξέρω ότι θα πέσουν για ύπνο όλοι μαζί την ώρα που θα ξεκινούσες να παίζεις με το βιολί σου..» Η Ελγκάλα γύρισε απότομα και τον κοίταξε με μάτια που έβγαζαν φωτιά. Ο Μορφέας ξεροκατάπιε. «Τι εννοείς;;; Ότι η μουσική μου τους κοιμίζει;;;» «Εεε...όχι αγάπη μου. Απλά μάλλον είναι τόσο ωραία που τους χαλαρώνει και ίσως το κρασί που είχανε πιει σε συνδυασμό με την θεσπέσια μελωδία σου να...» «Μορφέα...πρόσεξε καλά! Όχι μόνο είμαστε μόνοι εδώ μέσα, στην άλλη άκρη του κόσμου, δεν έχω και το βιολί μου! Ποιος ξέρει τώρα που είναι, ποιος το προσέχει, αν το γυαλίζει, αν...δεν το πιστεύω!» «ΑΟΟΟΟΥΥΥΥΥΥΥ....» Ο Μορφέας σηκώθηκε και αγκάλιασε απαλά την αγαπημένη του. Αυτήν τον έσπρωξε λιγάκι αλλά μετά ενέδωσε. «Μην ανησυχείς γλυκιά μου. Θα μας σώσουν οι γενναίοι χωρικοί μας. Μας αγαπάνε πολύ, δε θα μας αφήσουν στα χέρια αυτής της κακίστρω. Ήδη φαντάζομαι ότι θα έχουν ετοιμάσει μία ομάδα έτοιμη να τα βάλει με θεούς και δαίμονες για να μας σώσει». Η Ελγκάλα γύρισε και τον κοίταξε με ένα απαθές βλέμμα γεμάτο δυσπιστία. «Οι χωρικοί μας...δυνατή ομάδα...να μας σώσουν. ΘΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΛΕΣ;;;» «ΑΟΟΟΟΥΥΥΥΥΥΥ....» «Σκάσε κι εσύ!! Αού και αού!» «Αού...;;» Κι έτσι λοιπόν στο τελευταίο δωμάτιο αυτού του πύργου ο καβγάς και η γκρίνια καλά κρατούσαν. Η νύχτα είχε απλώσει τα δίχτυα της για τα καλά και μόνο μία λάμψη έσπαγε την κυριότητα της. Ένα μικρό, χρυσαφένια μενταγιόν το οποίο έστεκε μόνο του στην κορυφή του πύργου, απόλυτος παρατηρητής των συμβάντων γύρω του. ***************** Η ομάδα είχε ετοιμαστεί κι είχε αποφασίσει να ξεκινήσει με το πρώτο χάραμα. Η Μελινόη ακόνιζε τις λεπίδες της, ο Φάβιαν ίσιωνε τις χορδές του, ο Βοτανειάτης έστελνε μηνύματα με περιστέρια να αρχίσουν να ελευθερώνουν φίλους του από τις φυλακές κι ο Σεθ έγραφε σημειώσεις πάνω στο διήγημα του με θέμα «Δυστυχία κι ευτυχία. Ή μήπως ευτυχία και δυστυχία; Μία μελέτη από τον Σεθ τον Παντοτινό». Με το που ξεκίνησαν και βγήκαν από το χωριό, συνάντησαν μία κοπέλα στον δρόμο η οποία είχε ένα σπαθί καρφωμένο στα πλευρά της. Τρομαγμένη η ομάδα ότι συνάντησε ένα αιμοβόρο ζόμπι, πισωπάτησε κι έβγαλε τα όπλα της. «Τίνος είσαι συ;;» γρύλισε ο Βοτανειάτης. «Ελεάνα με λένε. Σας παρακαλώ, μπορεί κάποιος να καρφώσει το σπαθί λίγο πιο μέσα; Δεν έχω άλλες δυνάμεις». Κανείς δεν κουνήθηκε. Η Μελινόη ξεφύσηξε και με μία αστραπιαία κίνηση το έσπρωξε μέσα. Η Ελεάνα, έβγαλε μία μικρή κραυγή και μετά σηκώθηκε πάνω, βγάζοντας το σπαθί τελείως. Φαινόταν μία χαρά. «Αμάν! Μαύρη μαγεία! Τα έχω δει εγώ αυτά! Μία φορά σε μία αποστολή...» «Ναι Βοτανειάτη ξέρουμε, σου πήρε την γκόμενα ο ευνούχος. Φτάνει με αυτήν την ιστορία. Κοπελιά τι παίζει εδώ;» την ρώτησε η Μελινόη. «Έχω μία κατάρα πάνω μου. Όσες φορές πεθαίνω, τόσες επανέρχομαι στην ζωή. Κάθε πληγή κι ένα σημάδι. Έχω πάνω μου πάνω από είκοσι. Προσπαθώ να βρω τρόπο να πεθάνω να ηρεμήσω αλλά δεν με αφήνουν!» «Σε καταλαβαίνω, έχεις κι εσύ τα προβλήματα σου...» είπε συγκαταβατικά ο Φάβιαν. «Ναι, ωραιά. Παιδιά, συνεχίζουμε; Ή θα μείνουμε να μιλάμε με την τρελή εδώ;» «Μπορώ να έρθω μαζί σας; Άκουσα ότι ψάχνετε να σώσετε τους άρχοντες σας. Ίσως έτσι βρω τρόπο να πεθάνω οριστικά», ρώτησε η Ελεάνα την ομάδα. Κανείς δεν είχε αντίρρηση μιας και ένα μέλος το οποίο μπορεί να πεθαίνει και να επανέρχεται στην ζωή πάντα θα είναι χρήσιμο. Προσπέρασαν το δάσος από το οποίο είχαν εμφανιστεί η Ιρμάντα κι ο Μέσμερ και κατευθύνθηκαν προς τα βουνά. Ο ήλιος είχε φτάσει στο ζενίθ του και τους είχε μουσκέψει στον ιδρώτα. Κάθισαν κάτω από μία μεγάλη ιτιά να ξαποστάσουν όταν ξαφνικά η Μελινόη πετάχτηκε πάνω. «Μυρίζομαι κάτι κακό...» «Ωχ ναι, συγνώμη, εγώ ήμουν. Με πείραξαν τα φασόλια...», απάντησε ο Φάβιαν. Η Μελινόη τον αγριοκοίταξε μα τότε κάτι έσκισε τον αέρα και καρφώθηκε στο δέντρο πίσω τους. Ένα βέλος. Όλοι πετάχτηκαν πάνω κι άρπαξαν τα όπλα τους. «ΕΜΕΝΑ. ΕΜΕΝΑ! ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΕΜΕΝΑ!», βγήκε μπροστά η Ελεάνα κι ένα δεύτερο βέλος καρφώθηκε στο στήθος της. Έπεσε κάτω και μετά από λίγα λεπτά σηκώθηκε. «Σκατά...πάλι τα ίδια. Γαμώτο!». Ο Βοτανειάτης ύψωσε το σπαθί του και βγήκε μπροστά ξεστομίζοντας απειλές. Πίσω από έναν βράχο, αρκετά μέτρα μακριά εμφανίστηκε ένας άνδρας με ένα τόξο και μία αρκούδα δίπλα του. Ο τοξότης πήρε τον λόγο. «Τι...είδους μαγεία...είναι αυτή. Πως σηκώθηκε πάλι αυτή;». «Πείτε ποιοι είστε και γιατί μας επιτεθήκατε. Γρήγορα μην την βάλω να σας φάει ζωντανούς. Είναι ένα αιμοβόρο και σατανικό ζόμπι το οποίο δεν πεθαίνει!». Η Ελεάνα έκλαιγε την μοίρα της στο πάτωμα. «Εγώ είμαι ο Χεν κι αυτός είναι ο Τζαξ. Είμαστε αδέρφια». Η Μελινόη σήκωσε το φρύδι της. «Από διαφορετική μητέρα να υποθέσω;». «Όχι είναι μεγάλη ιστορία...μία φορά είχε εμφανιστεί ένας τύπος με το όνομα Αρκουδιάρης που...» Ο Φάβιαν τους διέκοψε και βγήκε μπροστά. «Δεν μας ενδιαφέρει αγαπητέ. Όπως είδες, η ενέδρα σας απέτυχε. Έχουμε μία πολύ σημαντική αποστολή οπότε φύγετε ήσυχα και δε θα πάθει κανείς κακό». Ο Χεν χάιδεψε απαλά την ράχη της αρκούδας δίπλα του. «Βασικά, δε θέλαμε να σας κάνουμε κακό. Πιο πολύ να σας πιέσουμε να μας βοηθήσετε. Μία μάγισσα μεταμόρφωσε τον αδερφό μου σε αρκούδα και ψάχνω τρόπο να τον επαναφέρω.» «Ίσως είναι η ίδια μάγισσα που ψάχνουμε κι εμείς. Ακολουθήστε μας, θα μας φανείτε χρήσιμοι. Αλλά αλίμονο κι αν παρατηρήσω κάποια ύποπτη κίνηση. Θα βάλουμε το ζόμπι να σας φάει!» «Δεν είμαι ζόμπι!!» κλαψούρισε η Ελεάνα. Η ομάδα συνέχισε τον δρόμο της κι από μακριά εντόπισε κάτι σαν ένα μεγάλο δάσος με πεύκα να ξεπροβάλλει. Είχαν ακούσει γι αυτό το μέρος. Περίεργα πλάσματα με πλοκάμια ζούσαν εκεί, φτύνοντας μελάνι και ζωγραφίζοντας τα δένδρα. Κανείς δεν ήξερε αν ήταν εχθρικά ή όχι, οπότε μπήκαν μέσα προσεχτικά. Παντού υπήρχαν σχέδια φτιαγμένα με στεγνό μελάνι ενώ τα πεύκα ολοένα και ψήλωναν όσο προχωρούσαν πιο βαθιά. Κάποια στιγμή βρέθηκαν μπροστά από ένα άγαλμα ενός πλάσματος που θύμιζε τις περιγραφές που είχαν ακούσει. Πάνω υπήρχε μία επιγραφή. «Γιώργο, κλάδεψε τους λωτούς και πότισε τις τριανταφυλλιές. Θα αργήσω. Μαρjα» Η ομάδα απορημένη κοίταξε τριγύρω. Δεν υπήρχαν ούτε λωτοί ούτε τριανταφυλλιές. Αγνόησαν την επιγραφή και εισχώρησαν περισσότερο στο δάσος προκείμενου να βρουν την έξοδο. Εκεί συνάντησαν ένα μονοπάτι το οποίο οδηγούσε προς τους πρόποδες των βουνών και μετά προς την κορυφή τους. Δίπλα στην αρχή του μονοπατιού, υπήρχε ένας πάγκος με κεράσια και μία γυναίκα από πίσω του. «Καλησπέρα καλοί μου ταξιδιώτες. Καθίστε, κοπιάστε! Έχω πεντανόστιμα κεράσια να σας φιλέψω κι έναν γρίφο να σας κεράσω» Η Ελεάνα έπεσε με τα μούτρα στα κεράσια καταπίνοντας τα ολόκληρα. Ένα τσαμπί της έκατσε στον λαιμό κι άρχισε να πνίγεται. Η γυναίκα έτρεξε να την βοηθήσει αλλά η υπόλοιπη ομάδα την σταμάτησε. Η Ελεάνα πνίγηκε. Η Ελεάνα επανήλθε. «Καταντάει κουραστική αυτή η μαλακία...», μονολόγησε η Μελινόη. «Σας ευχαριστούμε καλή μου κυρία. Τι γρίφο έχετε να μας δώσετε; Μου κινήσατε την περιέργεια». Η γυναίκα έκπληκτη με το θέαμα που είδε, έσκυψε πίσω από τον πάγκο κι έβγαλε τρία μικρά κουτιά. Τα άνοιξε και μέσα το καθένα είχε τα εξής: Μία πένα, έναν πάπυρο κι ένα κερί. «Μία πένα για τους τολμηρούς. Ένα χαρτί για τους ανυπόμονους. Κι ένα κερί για τους δειλούς. Διαλέξτε ποια θα είναι η μοίρα σας, το ριζικό σας, το πεπρωμένο σας». Ο Φάβιαν κοίταξε την Μελινόη. Η Μελινόη τον Βοτανειάτη. Ο Βοτανειάτης τον Χεν κι αυτός την αρκούδα. Η Ελεάνα δεν κοίταζε κανέναν. «Πολύ μυστήρια πράγματα μας παρουσιάζεις εδώ αγαπητή μου. Πρέπει να διαλέξουμε ένα;» «Ή ένα ή και τα τρία. Αλλά τίποτα δεν έρχεται χωρίς τίμημα». Με δημοκρατικές διαδικασίες η Μελινόη βγήκε μπροστά και διάλεξε και τα τρία. «Πολύ ωραία. Λίγα κερασάκια για τον δρόμο;». Η γυναίκα τους έκλεισε το μάτι και μόνο τότε φάνηκε ένα αχνό τατουάζ πάνω στο μέτωπο της. Δύο μικροί κύκλοι που ενώνονταν. Η ομάδα συνέχισε το ταξίδι της κι άρχισε να ανεβαίνει το βουνό. Εντωμεταξύ στον ψηλό πύργο, στο ψηλότερο πάτωμα, στο άδειο δωμάτιο ο καβγάς κρατούσε καλά... *************** «Μορφέα κάνε κάτι. Βαρέθηκα». Η Ελγκάλα είχε ξαπλώσει στο πάτωμα κι ο Μορφέας της έκανε μασάζ στα πόδια. Ο λύκος κατουρούσε στην γωνία. «Τι θες να κάνω αγάπη μου; Να χορέψω για να ξε-βαρεθείς;» «Όχι, να χαρείς. Την τελευταία φορά μπέρδεψες τους χορούς κι αντί να καλέσεις το πνεύμα της κουκουβάγιας για να μας δώσει σοφία, κάλεσες το πνεύμα της πέστροφας κι είχαμε πλυμμήρες». «Δεν φταίω εγώ! Η σαμάνος αυτό μου είπε!» Η Ελγκάλα σηκώθηκε απότομα, τραβώντας τα πόδια της. «Εμ βέβαια! Εγώ σου είπα ότι αυτή η μπαφιάρα κωλόγρια θα σου κάνει κακό, εσύ δεν με άκουγες!» «Ποια μπαφιάρα αγάπη μου, η σοφή γερόντισσα του χωριού μας είναι. Ξέρει τι κάνει. Απλά εγώ μάλλον έκανα λάθος τα βήματα». «Α, την δικαιολογείς κι όλας! Για πες ρε Μορφάκο, παίζει τίποτα;» Ο Μορφέας την κοίταξε με ανοιχτό το στόμα. Ο λύκος τελείωσε το κατούρημα κι άρχισε να ουρλιάζει πάλι. «Καλά, είσαι τελείως τρελή; Με την γιαγιά; Για ποιον με πέρασες;» «Α, δεν ξέρω...εκεί που χορεύετε και φουμάρετε τους καπνούς σας, μπορεί να την πέρασες για καμία θεογκόμενα και...» «Αχ, δεν μπορώ. Που είναι κι αυτοί οι βλάκες οι δικοί μου να μας σώσουν!» «Αοοουυυυ....» ****************** Η ομάδα είχε φτάσει επιτέλους έξω από τον πύργο. Τα χρόνια, οι κακουχίες, τα δεινά κι η ταλαιπωρία ήταν εμφανή πάνω τους. Στην διαδρομή είχαν συναντήσει του κόσμου τα περίεργα. Ένας τύπος ζωγράφιζε μία γυναίκα με στραβό χαμόγελο κι έλεγε ότι του θυμίζει την μάνα του από το παρελθόν. Ο Βοτανειάτης για καλό και για κακό, τον αποκεφάλισε. Πέρασαν από ένα ποτάμι κι είδαν μέσα να επιπλέει ένας τύπος, ο οποίος είχε τυλίξει το μενταγιόν του από έναν κορμό δέντρου και αυτοπνιγόταν. Η Ελεάνα ζήλεψε λιγάκι που δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Τελικά κατάφεραν, σώοι και αβλαβείς, να σταθούν έξω από την πόρτα του θεόρατου πύργου. Η Μελινόη έλεγξε το οικοδόμημα μπροστά τους και έτριψε το πηγούνι της. Κάτι δεν της πήγαινε καλά εδώ. «Λοιπόν, άχρηστοι. Το σχέδιο είναι ως εξής. Εγώ θα σπάσω την πόρτα και μαζί με τον Βοτανειάτη θα ορμήσουμε μέσα. Μην αρχίσεις να κραυγάζεις, θα σε μαχαιρώσω. Φάβιαν μαζί με την αρκούδα και τον περίεργο αδερφό της μείνετε για τσίλιες. Ελεάνα εσύ μαζί μου αν χρειαστεί να σε πετάξω μπροστά. Σεθ σταμάτα να γράφεις την ιστορία σου και κάνε έναν γύρο του πύργου αν υπάρχει άλλη είσοδος. Αυτά». Πρωτού προλάβει ο οποιοσδήποτε να φέρει αντίρρηση, η Μελινόη έσπασε την πόρτα και μπούκαρε μέσα. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Μία σκάλα υπήρχε που οδηγούσε στο πάνω πάτωμα και το ακολούθησε μαζί με τους υπόλοιπους. Ο Φάβιαν έμεινε έξω και φύλαγε ην πόρτα μαζί με τον Χεν και την αρκούδα ενώ ο Σεθ ξεκίνησε να τρέχει γύρω γύρω από τον πύργο. Το μενταγιόν στην κορυφή άρχισε να λάμπει δυνατά και το φεγγάρι δραπέτευσε από τα σύννεφα που το είχα περικυκλώσει για να παρακολουθήσει την στιγμή. Φτάνοντας στο τελευταίο πάτωμα, η Μελινόη δεν βρήκε κανέναν. Απορημένη κοίταξε κάτω. Δεν υπήρχε κανείς. Αυτοί που την ακολουθούσαν, είχαν εξαφανιστεί επίσης. Έμενε μόνη της, σε έναν άδειο πύργο, κοιτώντας το κενό. Η αυτοκυριαρχία της κλονίστηκε κι άρχισε να φοβάται. Μία φωνή τότε της ψιθύρισε στο αυτί... Αν θες να ζήσεις εσύ κι οι φίλοι σου, πρέπει να κάνετε ένα πράγμα. Να βρείτε τρόπο να σκοτώσετε την Ελεάνα. Τότε το φυλαχτό θα σπάσει, η οφθαλμαπάτη θα σβήσει και θα σώσετε τους άρχοντες σας Η Μελινόη έτριψε τ'αυτιά της κι έκλεισε τα μάτια για λίγες στιγμές. Μνήμες από το χωριό της ήλθαν στο μυαλό. Εικόνες αγαπημένων της, φίλων της ακόμα κι εχθρών της. Ουσιαστικά δεν αντιπαθούσε κανέναν, όσο κι αν έβγαζε το αντίθετο προς τα έξω. Απλά είχε περάσει πολλά και δεν ανοιγόταν εύκολα. Θυμήθηκε τον γρίφο της γυναίκας με τα κουτιά και την επιλογή της. Ήθελε να τα πάρει όλα γιατί φοβόταν να διαλέξει κάτι. Τώρα της έβαζαν ένα δίλημμα για το οποίον δεν είχε απάντηση. Αλλά ούτε χρειαζόταν να βρει. Αρκεί να πιστέψει ότι η λύση που θα επέλεγε ήταν και η καλύτερη. Κατέβηκε στο ισόγειο και βγήκε έξω. Η Ιρμάντα εμφανίστηκε μπροστά της, βγάζοντας μία πράσινη λάμψη. «Λοιπόν; Αποφάσισες;» «Ναι. Καταρχάς είσαι άσχημη. Και ξεδοντιάρα με καμπούρα. Δεύτερον, δεν γουστάρω τα παιχνιδάκια σου. Ειδικά όταν αυτά γίνονται σε φίλους μου. Τρίτον, κανείς δεν μπορεί να ορίσει την μοίρα ή τον θάνατο κάποιου. Η Ελεάνα θέλει να πεθάνει γιατί δεν νιώθει πλέον άνθρωπος. Αλλά ένα καταραμένο πλάσμα. Εμείς ορίζουμε την μοίρα μας, όχι τα μάγια ή οι κατάρες. Θες να μας επιστρέψεις τους άρχοντες μας; Κάνε το. Εγώ δεν θυσιάζω κανέναν και είμαι σίγουρος ότι ούτε κι οι ίδιοι θα το θέλανε. Α, και το φυλαχτό να το βάλεις εκεί που ξέρεις». Η Ιρμάντα χαμογέλασε και σήκωσε το χέρι της ψηλά. Το φυλαχτό κατέβηκε στο χέρι της και το κράτησε ψηλά. «Χαίρομαι για την ειλικρίνεια σου. Και το τσαγανό σου. Έχεις ακόμα πολλές ιστορίες να πεις και να γράψεις. Όπως κι οι υπόλοιποι. Το σημαντικό είναι ότι ανταποκριθήκατε στην πρόκληση μια χαρά και γίνατε όλοι μία ωραία παρέα. Ελπίζω να το κρατήσετε και μετά από αυτήν την αποστολή. Οι άρχοντες σου είναι ήδη στο κάστρο τους, δεν έφυγαν ποτέ. Απλά...έπαιξα λίγο με τα μυαλά τους». Η Ιρμάντα εξαφανίστηκε και το μέρος γύρω από την Μελινόη άρχισε να γυρίσει απότομα. Ζαλισμένη έπεσε στο έδαφος. Άκουγε την φωνή του Βοτανειάτη που την καλούσε καθώς έχανε τις αισθήσεις της... «Μελινόη; Ξύπνα ρε!» Νερό έπεσε στο πρόσωπο της. Πετάχτηκε πάνω βγάζοντας τα μαχαίρια της. Όλοι ήταν τριγύρω και την κοιτούσαν. «Τι, τι έγινε; Που είμαστε;». «Επιστρέψαμε πίσω. Με το που μπήκες στον πύργο κατέρρευσες και δεν ξύπναγες. Ήταν άδειος έτσι κι αλλιώς. Φοβήθηκαμε για την ζωή σου και γυρίσαμε να βρούμε κάποιον θεραπευτή.» Η Μελινόη τους κοίταξε όλους στα μάτια. Είχαν αγνοήσει την αποστολή κι είχαν γυρίσει πίσω μόνο γι αυτήν με τον φόβο ότι την έχασαν. Δάκρυα ανέβηκαν τα οποία έπνιξε με την ανάστροφη του χεριού της. «Σας...ευχαριστώ. Όλα είναι καλά. Δεν υπάρχει απαγωγή. Ήταν ένα τεστ, το οποίο περάσαμε υποθέτω. Οι άρχοντες μας είναι πίσω, ασφαλείς. Πάμε να τους βρούμε». Απορημένοι όλοι την ακολούθησαν. Στο χωριό έξω είχε στηθεί γλέντι καθώς απ'ότι φαίνεται το βασιλικό ζεύγος είχε επιστρέψει στ' αλήθεια. Τους είδαν να στέκονται σε ένα ψηλό ξύλινο βάθρο που είχε στηθεί στην πλατεία για το πανηγύρι. Η Ελγκάλα έπαιζε με το πέτρινο βιολί της ενώ ο Μορφέας χάιδευε την ράχη του πανέμορφου λύκου του. Το πάρτι κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι για την τροπή που είχε πάρει η αποστολή και περισσότερο απ'όλους η ομάδα που πλέον είχε αναπτύξει μία γερή φιλία μεταξύ τους. Η Ελεάνα σταμάτησε να προσπαθεί να πεθάνει κι ο Βοτανειάτης να ζητάει να ελευθερώσει κόσμο. Ο Σεθ έγραψε μία υπέροχη μελαγχολική ιστορία κι ο Φάβιαν συνέθεσε μία αξιομνημόνευτη μελωδία με την κιθάρα του. Ο Χεν με τον αδερφό του έλυσαν τα μάγια αλλά πιο ευτυχισμένη απ'όλους ήταν η Μελινόη που βρήκε τρόπο να σπάσει τις άμυνες της και να αφήσει τον εαυτό της ελεύθερη. Εκείνο το βράδυ γύρισε σπίτι και βρήκε στο τραπέζι της μία έκπληξη. Τα τρία κουτιά που της είχε δώσει η γυναίκα με τα κεράσια, είχαν μεταμορφωθεί σε μία πένα, ένα χαρτί κι ένα κερί. Με περίσσια τόλμη, δικαιολογημένη δειλία για το αποτέλεσμα αλλά και τεράστια ανυπομονησία, ξεκίνησε να καταγράφει την ιστορία που είχε ζήσει. Και το αποτέλεσμα τους δικαίωσε όλους. 13 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
elgalla Posted October 20, 2016 Share Posted October 20, 2016 Εντάξει, κόντεψα να πάθω ανεύρυσμα από τα γέλια, έκλαψα, μιλάμε. Βέβαια, τώρα, η Ιρμάντα δεν ξέρω πώς θα το πάρει που την έκανες ξεδοντιάρα και καμπούρα 2 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Mournblade Posted October 20, 2016 Share Posted October 20, 2016 Χεχεχε! Φοβερή! Πέθανα από τα γέλια! Έχει και ηθικόν δίδαγμα! Μπράβο ρε Γιάννη! Η καλύτερη νομίζω του διαγων- #Crash, Bang# Βασιλικό ζέυγος και ο Νότια του Παραδείσου: :bangin: Mournblade: 3 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Morfeas Posted October 20, 2016 Share Posted October 20, 2016 Χμμ, διχασμένος. Από τη μία είναι καλογραμμένη περίπου στα επίπεδα που μας έχεις συνηθίσει και το χιούμορ όταν δεν είναι βεβιασμένο, μπορεί να σου χαρίσει κάνα χαμόγελο. Από την άλλη, μου φάνηκε ότι γι' αλλού το πήγαινες, κι αλλού σε πήγε, χώρια που για μένα η ιστορία αυτή είχε πολλά ετερόκλητα στοιχεία, που δεν κατάφεραν να δέσουν. Εντός θέματος και είδους, αλλά νομίζω ότι θα μπορούσες να κάνεις και καλύτερη χρήση του φυλαχτού (στην περιπτωσή σου είναι καταραμένο μενταγιόν). Πάντως γενικά φαίνεται ελπιδοφόρα η γραφή σου, και πιστεύω ότι μπορείς με κάμποση προσπάθεια να δώσεις καλά πράγματα στο μέλλον - είσαι και μικρός ακόμα, εγώ στην ηλικία σου ούτε να πιάσω το στυλό δεν μπορούσα. Παρωδία η ιστορία, παρωδία και τα σχόλια. Εντάξει, γέλασα πολύ (βρε τον Βοτανειάτη πλάκα, βασικά όλα), σου πάει πολύ αυτό το στυλ, πολύ ευφάνταστο (δικαιολόγησες και την άφιξη των ανθρώπων στην ιστορία του Solonor, όχι παίζουμε...), και ταχύτατος. Όχι, μπράβο, και να 'σαι καλά για το δώρο σου προς εμένα (το νέο συκώτι εννοώ). 4 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Ballerond Posted October 20, 2016 Author Share Posted October 20, 2016 Χμμ, διχασμένος. Από τη μία είναι καλογραμμένη περίπου στα επίπεδα που μας έχεις συνηθίσει και το χιούμορ όταν δεν είναι βεβιασμένο, μπορεί να σου χαρίσει κάνα χαμόγελο. Από την άλλη, μου φάνηκε ότι γι' αλλού το πήγαινες, κι αλλού σε πήγε, χώρια που για μένα η ιστορία αυτή είχε πολλά ετερόκλητα στοιχεία, που δεν κατάφεραν να δέσουν. Εντός θέματος και είδους, αλλά νομίζω ότι θα μπορούσες να κάνεις και καλύτερη χρήση του φυλαχτού (στην περιπτωσή σου είναι καταραμένο μενταγιόν). Πάντως γενικά φαίνεται ελπιδοφόρα η γραφή σου, και πιστεύω ότι μπορείς με κάμποση προσπάθεια να δώσεις καλά πράγματα στο μέλλον - είσαι και μικρός ακόμα, εγώ στην ηλικία σου ούτε να πιάσω το στυλό δεν μπορούσα. Παρωδία η ιστορία, παρωδία και τα σχόλια. Εντάξει, γέλασα πολύ (βρε τον Βοτανειάτη πλάκα, βασικά όλα), σου πάει πολύ αυτό το στυλ, πολύ ευφάνταστο (δικαιολόγησες και την άφιξη των ανθρώπων στην ιστορία του Solonor, όχι παίζουμε...), και ταχύτατος. Όχι, μπράβο, και να 'σαι καλά για το δώρο σου προς εμένα (το νέο συκώτι εννοώ). Hahahahahahahha εντάξει Νικόλα πέθανα με τα σχόλια σου και τα είπες τόσο πειστικά που λέω "μα καλά τι λέει αυτός;;" :P 3 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
WILLIAM Posted October 20, 2016 Share Posted October 20, 2016 Κανόνισε να μας κάνεις να γελάμε έτσι και στο NoWriMo! Πάντως γέλασα πολύ είναι η αλήθεια. 1 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Ballerond Posted October 20, 2016 Author Share Posted October 20, 2016 Κανόνισε να μας κάνεις να γελάμε έτσι και στο NoWriMo! Πάντως γέλασα πολύ είναι η αλήθεια. Στο nowrimo ελπίζω να μην γελάτε (πολύ) γιατί θα επιχειρήσω κάτι...σοβαρό υποτίθεται 1 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
WILLIAM Posted October 20, 2016 Share Posted October 20, 2016 Μα όπως και στο διαγωνισμό δεν περιμένω να γελάσω από την ιστορία, αλλά από τα παρεπόμενα της όλης διοργάνωσης. 2 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Νίκη Posted October 20, 2016 Share Posted October 20, 2016 Πολύ πετυχημένη ιστορία! Έχει φοβερή πλάκα και μ' άρεσε πολύ που δεν αφήνεις κανένα σε χλωρό κλαρί! Οι νικητές έχουν τα σύμβολα των ιστοριών τους (λύκο και βιολί), οι ήρωες όλοι προέρχονται από τα διάφορα διηγήματα, βάζεις το καλικαντζαράκι ως προμηθευτή μπαρουτιού, η αναζήτηση περνάει από τον κόσμο του διηγήματος του Solonor, ο άντρας που ζωγραφίζει τη γυναίκα με το στραβό χαμόγελο είναι από το Sfumato προφανώς, ο άντρας που έχει περάσει μια αλυσίδα στο λαιμό του και είναι στερεωμένος σε έναν κορμό είναι ο ήρωας του tzaspy... «Ναι, με το μπαρδόν. Τόσο πολύ αγνοείτε αυτήν την πληροφορία; Λοιπόν, για να τελειώνουμε. Αν θέλετε να τους ξαναδείτε πρέπει να πάτε ως την μακρινότερη κορυφή του βουνού, στο μακρινότερο πύργο, στο υψηλότερο πάτωμα, στο άδειο δωμάτιο. Εκεί υπάρχει ένα φυλαχτό. Το φυλάει μία ξενέρωτη και μίζερη μάγισσα. Να της το πάρετε. Θα χρειαστείτε επτά χρόνια». Καλά, έτσι γράφω;! Ποτέ δεν το είχα συνειδητοποιήσει! Αμάν! 1 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
SymphonyX13 Posted October 20, 2016 Share Posted October 20, 2016 Όταν λέω ότι έκλαψα από τα γέλια, ( για δεύτερη φορά μετά το "Άυγό...) δεν υπερβάλω καθόλου! Γιάννη, έγραψες κυριολεκτικά και μεταφορικά! :roflmao: 1 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Ιρμάντα Posted October 20, 2016 Share Posted October 20, 2016 Ξεδοντιάρα. Καμπούρα. ΠΕΘΑΝΕΣ!!!! 6 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
jjohn Posted October 20, 2016 Share Posted October 20, 2016 Βοτανειατης mvp! 3 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
South of Heaven Posted October 23, 2016 Share Posted October 23, 2016 Χαχαχαχα! Μόλις το διάβασα και δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω απ' τα γέλια! :lol: (Η γυναίκα μου με στραβοκοιτάζει περίεργα ) Μπράβο Γιάννη, όλα τα λεφτά η ιστορία σου! Οι ατάκες πέφτουν βροχή χωρίς έλεος! Το 'χεις πολύ με αυτό το στυλ, εύγε 2 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
LoL4NevEr Posted October 24, 2016 Share Posted October 24, 2016 (edited) Γενικά δεν μ' αρέσουν οι ιστορίες με χιούμορ, αλλά μόνο και μόνο που ήταν τόσο συγκεκριμένη και το γράψιμο τόσο... bizarre, γέλασα πολύ! Χαίρομαι π' η Ελεάνα στην δική σου ιστορία είχε χαρούμενο τέλος! Την συμπαθούσα όσο και να 'χει την καημένη. Edited October 24, 2016 by LoL4NevEr 1 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Blacksword Posted December 10, 2016 Share Posted December 10, 2016 Νομίζω δεν σε έχω ξαναδεί σε χιουμοριστική ιστορία και μπορώ να πω ότι με εξέπληξες ευχάριστα εδώ καθώς έχεις φτιάξει μια πολύ απολαυστική και διασκεδαστική ιστορία. Οι αναφορές βέβαια στην ΣουΣουΦάντα την κάνουν ακόμα πιο διασκεδαστική αλλά και χωρίς αυτό πιστεύω θα έβγαινε εξίσου καλή. 1 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Recommended Posts
Join the conversation
You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.