Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 1000+
Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΙΓΙΔΩΝ
Ο αέρας λυσσομανούσε γύρω της και όμως αυτή χόρευε. Οι καταρράκτες του ουρανού είχαν ανοίγει και όμως αυτή τις αγνοούσε. Κεραυνοί έπεφταν, γεμίζοντας τον αέρα με μυρωδιά θειαφιού, βροντές έκοβαν την ανάσα όσων τις άκουγαν, κι όμως η Άννα χόρευε στους ρυθμούς μιας μυστικής μελωδίας.
Η Άννα ήταν μια νεαρή κοπέλα είκοσι Μαΐων. Τα μακριά ξανθά μαλλιά της ήταν μουσκεμένα από τη βροχή και είχαν κολλήσει πάνω της, το ίδιο και τα ρούχα της, ενώ το πρόσωπό της ήταν κατακόκκινο από τα χτυπήματα του δυνατού αέρα και τις καταρρακτώδους βροχής. Και χαλάζι να έπεφτε όμως δε θα σταματούσε. Εξάλλου δε φοβόταν ούτε τον Άρχοντα των Καταιγίδων.
Ο μύθος το έλεγε καθαρά. Ο Άρχοντας ήταν ένα πλάσμα που ζούσε σε ένα κάστρο πάνω στα σύννεφα. Όταν ήταν χαρούμενος τα σύννεφα ήταν λευκά και ο ουρανός φωτεινός. Τότε έβλεπε τους ανθρώπους να κυκλοφορούν, να τρέχουν, να δουλεύουν και να χαίρονται μαζί του. Όταν ήταν στεναχωρημένος, τα σύννεφα γίνονταν μελανά και έκλαιγαν για αυτόν.
Όταν όμως ήταν θυμωμένος, τότε βίαιες καταιγίδες συγκλόνιζαν τον κόσμο. Όλοι οι άνθρωποι έπρεπε να κρύβονται στα σπίτια τους και να φοβούνται την οργή του. Αλίμονο σε όποιον τολμούσε να αψηφήσει την οργή του. Ο ίδιος ο Άρχοντας, έλεγαν, κατέβαινε και έπαιρνε τον τρελό αυτό θνητό - γιατί μόνο τρελός θα μπορούσε να είναι - και τον πήγαινε στο παλάτι του.
Η Άννα συνέχιζε να χορεύει το τρελό χορό της παρά τη παραφωνία του ανέμου γύρω της. Ώσπου ο άνεμος της ψιθύρισε στα αυτιά λόγια σαγηνευτικά και ταυτόχρονα οργισμένα. Μέσα από τη καταρρακτώδη βροχή και τη καταχνιά που έκρυβε σχεδόν τα πάντα ξεπρόβαλε μια φιγούρα.
Ήταν ένας άντρας ψηλός, με κατάλευκο δέρμα και μια κάπα μαύρη, φτιαγμένη θαρρείς από τα σύννεφα που σκέπαζαν τον ουρανό. Ανάμεσα από τα σύννεφα αυτά φαίνονταν αραιά και που αστραπές, ενώ η βροχή φαινόταν να χωρίζει και να μη τον ακουμπάει. Το σώμα του είχε μια επιβλητική στάση, στάση που φανέρωνε εξουσία.
Η Άννα άκουσε τον άνεμο να της μιλάει. "Πώς τολμάς να με αψηφάς θνητή," της σφύριξε οργισμένα.
"Άρχοντά μου, δε σε αψηφάω," φώναξε εκείνη μέσα στον εκκωφαντικό βουητό της θύελλας. "Έρχομαι εδώ ταπεινά και σου ζητάω να με πάρεις μαζί σου, στα σύννεφα, στο κάστρο σου." Παρά το θόρυβο και τον αέρα που έπαιρνε μακριά τα λόγια της ήταν σίγουρη πως ο Άρχοντας την είχε ακούσει.
"Και γιατί θέλεις να με ακολουθήσεις εκεί πάνω θνητή;" είπε ο Άρχοντας με ένα ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπό του.
"Άρχοντα μου, κάθε φορά που θυμώνεις οι συνάνθρωποί μου υποφέρουν," είπε η κοπέλα ταπεινά. "Αν είμαι κοντά σου θα σε ηρεμώ."
Ο Άρχοντας γέλασε δυνατά, ενώ η βροχή είχε αρχίσει να κοπάζει γύρω του. "Με έκανες και γέλασα θνητή, " είπε με μια φωνή απαλή σα τη πρωινή αύρα. "Ας είναι, θα σε πάρω μαζί μου."
Από τη μέρα εκείνη, πριν εξήντα κοντά χρόνια και μέχρι και τη προηγούμενη βδομάδα, δε ξανάχαμε καταιγίδα στα μέρη μας. Και σίγουρα όλη αυτοί οι "επιστήμονες" δε θα πιστέψουν στα λόγια ενός τρελού γέρου στα τελευταία του.
Αλλά όμως είμαι σίγουρος, όχι, είμαι πεπεισμένος, ότι η κοπέλα που βρήκαν νεκρή μετά τη καταιγίδα ήταν η Άννα, η κοπέλα εκείνη που χάθηκε τότε, στη τελευταία καταιγίδα πριν εξήντα χρόνια. Δε θα μπορούσα ποτέ να ξεχάσω τη θωριά της και η κοπέλα που βρέθηκε ήταν ολόιδια αυτή…
This post has been edited by Nihilio: 16 September 2005 - 00:51


Sign In
Register
Help








Back to top
MultiQuote






