Ξύπνησε μέσα σε ένα μικρό δαυλόφωτο πέτρινο δωμάτιο. Οι πέτρες έλαμπαν εκφοβιστικές στο ρυθμό του χορού της φλόγας. Η πόρτα, ξύλινη σαν το κρεββάτι του, φαινόταν βαριά και γερασμένη.
Σηκώθηκε, πιασμένος ολόκληρος, και κοίταξε τους σκουριασμένους μεντεσέδες. Κατέβασε το δαυλό απ’τον τοίχο και άνοιξε την πόρτα· το ξερό σύρσιμό της αντήχησε στο μεγάλο διάδρομο που ανοιγόταν μπροστά του· ακούγονταν ήδη βουητά από μακρυά. Περπάτησε σαν κάτι να τον έσπρωχνε προς το τέλος του ανηφορικού διαδρόμου. Σύντομα χωρίς να το συνειδητοποιήσει άρχισε να τρέχει: διέκρινε πλέον ένα θολό γκριζωπό φως στο τέλος του δρόμου του. Οι βροντές ακούγονταν τώρα καθαρά, και το πέτρινο δάπεδο έτρεμε ελαφρά στο πρόσταγμά τους.
Έφτασε επιτέλους στο άνοιγμα και αντίκρυσε τα μαύρα σύννεφα να παλεύουν με τον άνεμο και τη βροχή, σκοτάδι να σκεπάζει όλα τα χρώματα, κρυμμένο το γαλανό του ουρανού, χαμένα τα φύλλα των δέντρων που χόρευαν την καταιγίδα, κτίρια που άφηναν τα τούβλα τους να πετάξουν σα χαρτοπόλεμος στον παντοδύναμο αγέρα, κεραυνοί ακόμη σαν τιμωροί αμείλικτοι και τυφλοί να πέφτουν τυχαία σε κορμούς και τοίχους, το νερό να μαστιγώνει αλύπητα την γκρίζα γη.
Κι ενώ είχε μείνει άναυδος μπροστά σ’όλ’αυτά, η καταιγίδα άρχισε, σιγά-σιγά, να υποχωρεί, και τα χρώματα να επιστρέφουν στον ουρανό και τη γη· χρώματα νυχτερινά, βαθύ μπλε, βυσσινί και το ασημένιο των άστρων· τα σύννεφα άρχισαν να σκορπίζουν αφήνοντας μικρές σκοτεινές νιφάδες να στολίζουν τον πάναστρο ουρανό. Τα κτίρια έλαμπαν στολισμένα με ανάγλυφες παραστάσεις ζώων και ανθρωπόμορφες φιγούρες, μπλεγμένες μεταξύ τους σαν ψηφιδωτό, και στέκονταν επιβλητικά, έτσι μισογκρεμισμένα, ανοιχτά στον ουρανό και τ’άστρα. Τα δέντρα ασήμιζαν κάτω απ’τα λίγα σκόρπια σύννεφα, χωρίς φύλλα, και λίμνες της βροχής παντού έφεγγαν το μελαγχολικό φως της νύχτας.
Και, σαν το φεγγάρι ή το άστρο του πρωινού, ανάμεσα σε κάτι μακρυνά βουνά, ή και πίσω από ένα ερείπιο εκεί κοντά, ξεπρόβαλλε μια μορφή· ένα πρόσωπο τόσο επιβλητικό, τόσο φωτεινό, που γύρω του ήταν ημέρα, και το νερό ιρίδιζε όπως τα σύννεφα στα χρώματά του, τα κόκκινα, πορτοκαλιά, κίτρινα, πράσινα και θαλασσιά, ένα πρόσωπο γλυκό μα αυστηρό, τρυφερό μα εξουσιαστικό, που ακτινοβολούσε το φως του ουρανού και της γης...
Προχώρησε λίγα βήματα κατά κει, παραπατώντας, θαμπωμένος, κοιτώντας τα κενά μάτια του προσώπου. Έβλεπε μέσα άγριες μάχες, ήρεμες συζητήσεις, καταιγίδες και ναυάγια και λίμνες λείες να καθρεφτίζουν τα απαλά σύννεφα του ουρανού, μίσος κι έρωτα, αδιαφορία κι αγάπη... Χανόταν μέσα στο απύθμενό του βλέμμα, μέχρι που, ξαφνικά, το στόμα του προσώπου άνοιξε, σαν να μιλήσει, και όλα έσβησαν...
~
Ναι, ξέρω για το τέλος... Θα... το δουλέψω κάποια στιγμή... Εϊναι το πρώτο μου 'ολοκληρωμένο' πεζό (μπρρρ).
Κάθε κριτική είναι ευπρόσδεκτη, μόνο περιορίστε τον κυνισμό σας στο ελάχιστο. (γαβ)
Οι Μούσες μαζί σας,
-Ορφέας
This post has been edited by Orpheus: 01 June 2005 - 23:26


Sign In
Register
Help

Back to top
MultiQuote


