Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων:800+
Είναι άλλο ένα απόγευμα. Γυρνάς από τη σχολή σου μέσα στη κούραση. Άλλη μια μέρα χωρίς νόημα. Τώρα τελευταία όλο και πληθαίνουν… Εσύ περπατάς προς το μετρό. Περπατάς και σκέφτεσαι. Τι νόημα έχει αλήθεια η ζωή αυτή; Έχεις να ελπίζεις σε κάτι; Όχι, δεν έχεις ούτε καν το κουράγιο να ελπίζεις.
Έχεις φτάσει πια στη σκάλα του μετρό. Κατεβαίνεις με αργά βήματα, κοιτάζοντας το πλήθος. Και τότε τη βλέπεις. Μια ακτίνα χρώματος σε ένα κόσμο βαμμένο γκρίζο. Την είχες γνωρίσει σε ένα πάρτυ πριν ένα μήνα. Η Βάσω. Μουσικός. Παίζει τσέλο. Από τότε σου έχει μείνει χαραγμένη στο μυαλό. Λιγνή, με καστανά μαλλιά, σχεδόν αέρινη μέσα σε ένα τόσο πεζό πλήθος.
Η καρδιά σου χτυπάει όλο και πιο δυνατά όσο πλησιάζετε. Φτάνετε δίπλα δίπλα. Εσύ της λες ένα δειλό γεια, σχεδόν ψιθυρίζοντας το μέσα από τα δόντια σου. Ελπίζεις πως θα σε ακούσει και θα σε θυμηθεί. Το μπουμπούκι της ελπίδας που άνθισε μέσα σου μαραίνεται σε μια στιγμή: ούτε γύρισε να σε κοιτάξει.
Ηλίθιε, λες στον εαυτό σου. Σκέφτεσαι να γυρίσεις να της μιλήσεις, όμως ο τύραννος της λογικής δε σε αφήνει. Θα φανείς ανόητος αν κάνεις κάτι τέτοιο, σου σφυρίζει στο αυτί - φύλακας άγγελος και δαίμονας βασανιστής ταυτόχρονα.
Με βαριά καρδιά περιμένεις το τρένο, χαμένος σε ένα πλήθος από ανθρώπους με παρόμοια βαριές εκφράσεις. Άραγε τι ναυαγισμένες ελπίδες κουβαλάνε; Ή μήπως έχουν πάψει να ελπίζουν, όπως κι εσύ; Μήπως αν πήδαγες στις ράγες θα ήταν καλύτερα; Όχι, το σαδιστικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης σε κρατά για μια ακόμα φορά σε ένα ζωντανό μαρτύριο.
Το τρένο τελικά έρχεται σφυρίζοντας. Σέρνοντας τα πόδια σου μπαίνεις μέσα και πιάνεις μια θέση. Απέναντί σου κάθεται ένα κορίτσι. Δε πρέπει να είναι πάνω από δεκαέξι. Έχει ένα αρκετά γλυκό πρόσωπο, με τα καστανά μαλλιά της δεμένα σε δύο μακριές κοτσίδες. Φοράει ένα λευκό φόρεμα. Στο χέρι της έχει ένα λουλούδι που το φέρνει στη μύτη της και μυρίζει το άρωμά του. Αραιά και που σε κοιτάει. Ή έκφρασή της είναι μια έκφραση αθωότητας.
"Φαίνεσαι στενοχωρημένος" σου λεει μετά από λίγο. "Τι έχεις;"
Δεν απαντάς. Το να μιλάς με κάθε ξένο για τα προβλήματά σου δεν είναι κάτι που συνηθίζεις και δε πρόκειται τώρα να αλλάξεις τις συνήθειές σου.
"Δε πειράζει αν δε θες να μιλήσεις." Συνεχίζει αυτή με ένα συγκαταβατικό βλέμμα. "Πάρε αυτό και μύρισέ το." Σου προτείνει το λουλούδι που κρατάει. Είναι λευκό σα το φόρεμά της, με πιτσιλιές κόκκινου μέσα. Θα έλεγε κάποιος ότι μοιάζει με τριαντάφυλλο. Για μια στιγμή διστάζεις. Κάτι όμως μέσα σου τελικά σε σπρώχνει στο να το πάρεις. Αργά αργά το πλησιάζεις στη μύτη σου και τραβάς μέσα σου το άρωμά του.
Είναι μεθυστικό, το ωραιότερο άρωμα που έχεις μυρίσει στη ζωή σου. Στο μυαλό σου έρχονται εικόνες. Σε βλέπεις να πλησιάζεις τη Βάσω. Βρίσκεστε και οι δύο σε μια πλατεία. Περπατάγατε αμέριμνα μέχρι πριν να ειδωθείτε.
Τώρα είστε δίπλα δίπλα. "Γεια" της λες.
"Γεια σου," σου απαντά κι εκείνη χαμογελώντας ντροπαλά.
Κάθεστε σε ένα παγκάκι και τα λετε για ώρες. Έχετε πολλά κοινά όπως αποδεικνύεται.
"Σε είδα πριν κάμποσες μέρες στο μετρό μα δε με πρόσεξες." Της λες
Κατεβάζει το κεφάλι.
"Ξέρεις νόμιζα ότι δε με θυμόσουν και απογοητεύτηκα." Συνεχίζεις εσύ.
Χαμογελάει αμήχανα.
"Συγγνώμη, αλλά όταν μου μίλησες τα έχασα." Απαντάει. Σηκώνει το κεφάλι και σε καρφώνει με τα μάτια της.
"Ξέρεις," σου λεει, "μου άρεσες από τότε στο πάρτυ. Δε περίμενα να σε δω και τα έχασα."
"Κι εμένα μου αρέσεις", της λες.
Ένα χαμόγελο χαράζεται στα χείλη σου όσο οι εικόνες σβήνουν. Αυτό που λέγεται ελπίδα άνθισε μέσα σου. Η ευωδιά του είναι ίδια με το άρωμα του λουλουδιού που μόλις μύρισες… ένα γλυκό νέκταρ.
Το τραίνο σταματάει στην επόμενη στάση. Η κοπέλα σηκώνεται από το κάθισμα της. Πας να της δώσεις το λουλούδι της.
"Κράτα το, δε το θέλω" σου λεει.
"Πως λέγεσαι" τη ρωτάς. Γυρίζει και σε κοιτάζει χαμογελώντας.
"Ελπίδα" σου απαντάει και χάνεται μέσα στον κόσμο που βγαίνει.
Κοιτάς για λίγο τον κόσμο με ένα πλατύ χαμόγελο. Στη συνέχεια σηκώνεις το λουλούδι στη μύτη σου και το ξαναμυρίζεις.
Έχουν περάσει δύο βδομάδες από τότε. Είσαι στο κρεβάτι σου. Απλώνεις το χέρι στο κομοδίνο και πιάνεις το λουλούδι. Ακόμα και μετά από τόσες μέρες δεν έχει μαραθεί σχεδόν καθόλου. Διστακτικά το φέρνεις στη μύτη σου και εισπνέεις το άρωμά του. Το εισπνέεις και ελπίζεις ότι μια μέρα θα σηκωθείς από το κρεβάτι, θα το πετάξεις και θα βγεις έξω να πραγματοποιήσεις τα όσα ελπίζεις.
This post has been edited by Nihilio: 16 September 2005 - 00:33


Sign In
Register
Help

Back to top
MultiQuote













