Jump to content

Write Off # 47: Dagoncult vs Drake Ramore


DinMacXanthi

  

6 members have voted

  1. 1. Ποια ιστορία προτιμάτε;

    • "Holy Molly" του Dagoncult
      3
    • "Καστρίτσα" του Drake Ramore
      3


Recommended Posts

DinMacXanthi

Λοιπόν, κύριοι, ώρα να μας τρομάξετε. Ξεκινάτε με τον παρακάτω πρόλογο και το πάτε όπου θέλετε. Minimum 2000 - maximum 3000 λέξεις.

 

Ως την άλλη τετάρτη, 10/2 τα μεσάνυχτα προς Πέμπτη, πρώτα ο Κθούλου, θα πρέπει να ανεβάσετε τις ιστορίες σας.

 

Υ.Γ. Ο βασικός χαρακτήρας είναι γυναίκα. Άντε να σας δούμε.

 

 

 

 

 

 

«Γρουσουζιά, έτσι;»

Δεν γύρισε καν να κοιτάξει τον άγνωστο στον οποίο άνηκε η φωνή. Ήξερε πως όταν δεν τους μιλούσε, έπαιρναν την βρωμερή ανάσα τους κι έφευγαν.

Απόψε όμως, ένα κομμάτι της παρακαλούσε να γίνει πιο ενοχλητικός.

Τα μάτια της γύρισαν στον γυμνό πια τοίχο. Εκεί που βρισκόταν κάποτε ένας μεγαλοπρεπής καθρέφτης –πραγματική πολυτέλεια γι’αυτό το κωλομέρος, σκέφτηκε – τώρα είχαν απομείνει παρά ελάχιστα κομμάτια στις άκρες. Μέσα στο καλειδοσκόπιο του ραγισμένου γυαλιού, έβλεπε να σχηματίζονται δεκάδες δύσμορφα είδωλα άγριων προσώπων.

Μερικά από αυτά, ανήκαν στην ίδια.

Άκουσε τον άγνωστο να απομακρύνεται σέρνοντας τα πόδια του. Το χέρι μέσα από το πανωφόρι ξέσφιξε γύρω από την στιλπνή λαβή.

«Γρουσουζιά…» μουρμούρισε.

Το βλέμμα της περιπλανήθηκε χαμηλότερα, στα κομμάτια που κείτονταν στο πάτωμα.

Το αίμα επάνω τους δεν είχε ξεραθεί ακόμα.

«… Δεν έχεις ιδέα.»

Οι δύο ιστορίες ανέβηκαν. Ανάγνωση, κριτική και ψηφοφορία, μέχρι την επόμενη Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου. Καλή επιτυχία και στους 2 σας. devil2.gif

Edited by DinMacXanthi
Link to post
Share on other sites

Μια ερωτηση....Η τυπισα εχει κουσουρι με τις λεξεις και τις κολαει που και που η σου ξεφυγε εσενα :lol: :lol: :lol:

Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

ηλίθιο word.... ΕΝΝΟΩ, ναι, έπιασες το υπόθεμα του όλου σκηνικού, η υποδόρεια ... aaah, nevermind...(πάει να πιάσει το edit...) tease.gif

 

edit: there.

Edited by DinMacXanthi
Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Καστρίτσα

1957--_0015.jpg

Διήγημα για το write off τρόμου της 10ης Φεβρουαρίου

Πρεμιέρα 10 Φεβρουαρίου 2010

Link to post
Share on other sites
dagoncult

Holy Molly(2999 λέξεις)

 

 

 

 

«Γρουσουζιά, έτσι;»

 

Δεν γύρισε καν να κοιτάξει τον άγνωστο στον οποίο άνηκε η φωνή. Ήξερε πως όταν δεν τους μιλούσε, έπαιρναν την βρωμερή ανάσα τους κι έφευγαν.

 

Απόψε όμως, ένα κομμάτι της παρακαλούσε να γίνει πιο ενοχλητικός.

 

Τα μάτια της γύρισαν στον γυμνό πια τοίχο. Εκεί που βρισκόταν κάποτε ένας μεγαλοπρεπής καθρέφτης – πραγματική πολυτέλεια γι’ αυτό το κωλομέρος, σκέφτηκε – τώρα είχαν απομείνει παρά ελάχιστα κομμάτια στις άκρες. Μέσα στο καλειδοσκόπιο του ραγισμένου γυαλιού, έβλεπε να σχηματίζονται δεκάδες δύσμορφα είδωλα άγριων προσώπων.

 

Μερικά από αυτά, ανήκαν στην ίδια.

 

Άκουσε τον άγνωστο να απομακρύνεται σέρνοντας τα πόδια του. Το χέρι μέσα από το πανωφόρι ξέσφιξε γύρω από την στιλπνή λαβή.

 

«Γρουσουζιά…» μουρμούρισε.

 

Το βλέμμα της περιπλανήθηκε χαμηλότερα, στα κομμάτια που κείτονταν στο πάτωμα.

 

Το αίμα επάνω τους δεν είχε ξεραθεί ακόμα.

 

«… Δεν έχεις ιδέα».

 

Ο πελάτης άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το σαλούν. Η νυχτερινή ψύχρα όρμησε αμέσως να τους αρπάξει, όμως σύντομα περιορίστηκε και πάλι να πολιορκεί ανήμπορη το κτήριο.

 

Πραγματικά δεν έχεις ιδέα, σκέφτηκε η Μώλλυ. Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά της. Έκανε το σταυρό της κι έσκυψε να μαζέψει τα συντρίμμια. Τα πρόσωπα στις αντανακλάσεις χόρεψαν μπροστά στα μάτια της. Προσπάθησε να μην τα κοιτάζει όση ώρα τα τοποθετούσε προσεκτικά πάνω στην ξύλινη επιφάνεια που τώρα είχε πάρει τη θέση τους… όπως ακριβώς είχε κάνει και με τα θρύψαλα από τα ματογυάλια. Πρόσωπα… πρόσωπα αλλόκοτα... τα πρόσωπά τους. Δεν είχε παρά λίγες ώρες στη διάθεσή της… μετά θα άρχιζε.

 

Στο μαγαζί υπήρχαν ακόμα μερικοί θαμώνες που αργόπιναν βυθισμένοι στη μοναξιά τους. Η Μώλλυ πήγε στον καθένα χωριστά και με όση αυτοσυγκράτηση της επέτρεπε η κατάσταση, τους ζήτησε ευγενικά να την πληρώσουν, αφού σήμερα θα έκλεινε νωρίτερα. Κάποιοι δυσανασχέτησαν, όμως το βλέμμα της δεν τους άφησε περιθώρια. Η Μώλλυ μπορούσε να σε κοιτάξει πολύ παράξενα κάποιες φορές.

 

Σύντομα έμεινε μόνη στο σαλούν. Άρχισε να ανεβάζει τις καρέκλες στα τραπέζια και να αδειάζει τα σταχτοδοχεία. Ύστερα σφουγγάρισε το πάτωμα και καθάρισε τη μπάρα από τα σημάδια των ποτηριών. Έτριψε τους κροτάφους της παλεύοντας να διώξει την πίεση που μαζευόταν. Έπρεπε να ηρεμήσει, δεν ήταν πια ένα ανόητο θηλυκό, όχι εδώ και καιρό. Το είχε αποδείξει αυτό. Τώρα πλησίαζε η στιγμή που θα έπρεπε να το αποδείξει ξανά. Ήταν φορές που πίστευε ότι όλη της η ζωή δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά ένας συνεχής αγώνας να αποδείξει πράγματα. Στους άλλους, στον εαυτό της… σε όλους. Ανατρίχιασε. Συνέχισε να συμμαζεύει από μια παρόρμηση να γραπωθεί στην πραγματικότητα μέσω αυτής της πράξης. Έξω, τα τελευταία κάρα διέσχιζαν τον δρόμο μπροστά από την είσοδο. Οι ρόδες τους έτριζαν πάνω στο παγωμένο χώμα. Σ’ ένα τέτοιο κάρο είχε έρθει κι ο Τζακ.

 

Έφτασε στο πατρικό της ένα καταμεσήμερο, την ώρα που ο ήλιος έκανε τον ορίζοντα να τρεμοπαίζει. Η Μώλλυ θυμήθηκε την εικόνα, όπως την είχε δει από το παράθυρο του δωματίου της. Το κάρο να προχωρά αργά, το φως να εξαϋλώνει το περίγραμμά του. Ο Τζακ ήταν μεγαλόσωμος τύπος, ένα αρσενικό γεμάτο ζωντάνια. Τα βήματά του είχαν ηχήσει τόσο βαριά στα σκαλιά που οδηγούσαν στην πόρτα του σπιτιού της. Είχε έρθει να την πάρει. Έτσι γίνονταν τα πράγματα. Εκείνη δεν είχε λόγο σε αυτό. Η απόφαση ήταν του πατέρα. Ο Τζακ μίλησε για ώρα με το γέρο. Κανόνιζε τα ανταλλάγματα.

 

Ο πατέρας της θα πρέπει να ήταν, στα σίγουρα, ένας αληθινός δαίμονας… δεν θα της έκανε εντύπωση. Μόνο μεθυσμένο τον θυμόταν, να παραπατάει από τη θολούρα του, να μοιράζει κλοτσιές στα έπιπλα, στη μάνα της ή στην ίδια. Μπάσταρδε, έκανε μέσα της. Πόσες φορές δεν τον είχε καταραστεί με όλη της τη δύναμη, πόσα βράδια δεν είχε κοιμηθεί με τη στερνή της σκέψη στο θάνατό του. Εκείνη όμως την εποχή, μια άλλη Μώλλυ είχε τον έλεγχο. Μια Μώλλυ φοβισμένη όπως κι η τωρινή, μόνο μυριάδες φορές περισσότερο αναποφάσιστη. Ένας δρομέας που στέκει σκυμμένος στην αφετηρία, ενώ πίσω του το στάδιο γκρεμίζεται. Κι όμως, η εκκίνηση δεν έλεγε να δοθεί. Κι αυτή περίμενε κι αφουγκραζόταν, σκυφτή και τεντωμένη, μήπως και δεν ακούσει την πιστολιά του ανύπαρκτου αφέτη. Ναι, πράγματι, ο γέρος θα πρέπει να ήταν αληθινός δαίμονας. Όταν έμπαινε σαν σίφουνας στο σαλόνι βλαστημώντας και χαστουκίζοντάς τες, όταν ποδοβολούσε στα σανίδια του πάνω ορόφου, πριν κατέβει έξαλλος για να τις κάνει να σωπάσουν τους γόους τους. Ώσπου ήρθε ο Τζακ.

 

Ίσως αυτός να ήταν ο αφέτης της. Ίσως χρειαζόταν κάποιον σαν αυτόν για να βαλθεί επιτέλους να τρέχει… όλοι κάποιον χρειάζονται για να αρχίσουν το τρέξιμο. Χαμογέλασε σκληρά, με πίκρα. Είχε νομίσει ότι θα σωζώταν – αυτός θα την έσωζε - από το μαρτύριό της, μόνο και μόνο για βρεθεί μέσα σε μια χειρότερη κόλαση από αυτήν που ήδη ζούσε. Ο Τζακ είχε αυτό το σαλούν στην πόλη και στην αρχή η Μώλλυ πίστεψε ότι το μόνο που θα είχε να κάνει από δω και μπρος ήταν να εργάζεται περιστασιακά ως σερβιτόρα, να καθαρίζει τα πάνω δωμάτια όπου έμεναν και να είναι μια καλή κι ευγενική σύντροφος. Ευτυχία. Αναρωτήθηκε αν υπάρχει έστω κι ένας πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο, που να τρέχει πραγματικά μια ευτυχισμένη διαδρομή ή αν όλοι τρέχουν για να ξεφύγουν από κάτι. Ίσως να εξαρτάται από τον αφέτη, είπε μια φωνή στο κεφάλι της.

 

Τέλειωσε τις δουλειές κάτω με τη σκέψη της να της εκτοξεύει ριπές εικόνων από την προηγούμενη ζωή της σ’ αυτό το μέρος. Ο Τζακ να της αρπάζει το πρόσωπο, ενώ την κοιτάζει με ένα βλέμμα μίσους και αηδίας, ο Τζακ να της χτυπάει το κεφάλι στο ξύλο της μπάρας, ο Τζακ να την φτύνει και να της ρίχνει γροθιές στα μάτια. Ω ναι, της έκανε πολλά ο Τζακ, πιο πολλά απ’ όσα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Την έδωσε σε φίλους του να παίξουν, με το αζημίωτο φυσικά. Την έδωσε σε αγνώστους, σε γέρους και βρωμερούς, που έκαναν μαζί της πράγματα…

 

Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να διώξει την ομοβροντία των αναμνήσεων. Πήγε ως το σωρό που σχημάτιζαν ο άχρηστος πλέον καθρέφτης και τα σπασμένα γυαλιά. Τα μάζεψε και τα πέταξε στον τενεκέ των σκουπιδιών κάτω από την μπάρα, δεν υπήρχε ανάγκη να τα βγάλει έξω. Το είχε κάνει αυτό με τα κατεστραμμένα ματογυάλια και ήξερε ότι δεν είχε διαφορά. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Κάποια πράγματα δεν μπορούμε να τα αποφύγουμε Μώλλυ, της έκανε η φωνή. Έσβησε τα μεγάλα κηροπήγια και κίνησε προς τη σκάλα. Συνειδητοποίησε ότι βάδιζε με κόπο. Πάλι εκείνο το σκληρό χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό της σαν ξυραφιά. Κάθε βήμα της σ’ αυτή τη ζωή έμοιαζε να γίνεται με αφάνταστο κόπο, ακόμα και το πιο μικρό. Ώσπου βρήκε τα ματογυάλια… ή ίσως το αντίστροφο.

 

Ήταν ένα πρωινό που, μετά από πολλούς μήνες, αποφάσισε να κάνει κάτι για την όρασή της… ο Τζακ προτιμούσε πάντα να την χτυπά στο κεφάλι. Πήγε ως το μαγαζί του Τζεντετάια κι έψαξε εκεί για κάτι που θα της άρεσε. Ο Τζεντ είδε τους μώλωπες στο πρόσωπό της και αποκλείεται να μην παρατήρησε το κούτσεμα στο περπάτημά της, όμως προτίμησε να προσποιηθεί ότι όλα ήταν μια χαρά. Όσοι γνώριζαν τον Τζακ έλεγαν πως είχε νεύρα φτιαγμένα από μασούρια δυναμίτη και σίγουρα ο Τζεντετάια δεν είχε καμία διάθεση να ανακατευτεί. Όταν του έδειξε τα ματογυάλια εκείνος ξεφύσηξε και την κοίταξε τόσο διαπεραστικά, που για μια στιγμή η Μώλλυ πίστεψε ότι επιτέλους κάποιος θα της μιλούσε για τις μελανιές της.

 

«Λοιπόν, έχουν μια περίεργη ιστορία αυτά εδώ», μουρμούρισε ο γέρος. «Τα έφερε κάποια που σχεδόν δεν έβλεπε την ώρα να τα ξεφορτωθεί. Τουλάχιστον αυτή την εντύπωση σχημάτισα. Η κακόμοιρη. Μονολογούσε κι έριχνε συνεχώς κλεφτές ματιές γύρω της… λες και κάτι την κυνηγούσε. Θα πρέπει να ήταν μαζί με ένα από τα καραβάνια που περνούν από δω πηγαίνοντας προς το νότο. Πόσες ψυχές δεν έχουν μεταφέρει αυτά τα καραβάνια στο νότο…» Η Μώλλυ δε μίλησε. Ο Τζεντ έσκυψε μπροστά, σαν για να της μιλήσει εμπιστευτικά. «Είσαι σίγουρη ότι τα θέλεις του λόγου σου; Εννοώ… μερικές από τις κουβέντες της ήταν πολύ περίεργες. Πάρ’ τα και δώσε μου ότι νομίζεις, έλεγε, αν και ο οποιοσδήποτε θα καταλάβαινε πως ήταν πολύ φτωχιά, και μετά, πρέπει να τα πάρεις, δεν μπορώ άλλο. Ποιος ξέρει, ίσως αυτά τα ματογυάλια να κουβαλάνε κάποια γρουσουζιά πάνω τους ή κάτι τέτοιο».

 

Τα αγόρασε χωρίς να ασχοληθεί λεπτό με τις ασυναρτησίες του. Ήταν τόσο όμορφα, τόσο λεπτεπίλεπτα. Το ίδιο βράδυ συνέβη…

 

Βρισκόταν στο δωμάτιό της και τα δοκίμαζε ξανά και ξανά, θαυμάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη. Άκουσε τα βήματα του Τζακ να ανεβαίνουν με ορμή τη σκάλα. Το σαλούν είχε κλείσει από ώρα. Η πόρτα άνοιξε με βία, όμως αυτός που στεκόταν μπροστά της δεν ήταν ο Τζακ. Ξεφώνισε και τινάχτηκε πίσω αλαφιασμένη. Έβγαλε τα ματογυάλια. Ο Τζακ ήταν εκεί. Τα ξαναφόρεσε. Το πλάσμα ήταν αποτρόπαιο, βγαλμένο από τα βάθη της πιο νοσηρής φαντασίας. Το μικροκαμωμένο σώμα του ήταν λεπτό και πλαδαρό, τα γόνατά του σχημάτιζαν αφύσικες γωνίες. Άπειρα μαύρα πράγματα, σαν φύκια, φύτρώναν στην κορυφή του κεφαλιού του. Προχώρησε αργά προς το μέρος της κι εκείνη τσίριξε. Το δέρμα του ήταν τόσο λευκό, θαρρείς στο χρώμα της άσπρης πέτρας της ερήμου. Τα χέρια του φρικτά παραμορφωμένα, κατέληγαν σε μικρά πλοκάμια που φιδογύριζαν σπασμωδικά. Η Μώλλυ έβαλε τις φωνές. Την πλησίασε. Το πέος του, μικρό και ορθωμένο, ταλαντευόταν με κάθε βήμα σαν ανάποδο εκκρεμές. Άρχισε να σπρώχνει μανιασμένα με τα πόδια της για να τραβηχτεί μακριά του. Έσκυψε πάνω της. Το πρόσωπό του… το πρόσωπό του. Ο δαίμονας ούρλιαζε, κραύγαζε με τρέλα, τα μάτια του ήταν έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες τους. Όμως αυτή δεν άκουγε τίποτα, μόνο τη φωνή του Τζακ που την έβριζε.

 

Όρμησε πάνω της και της έσκισε τα ρούχα. Σπασμοί τρόμου διέτρεξαν το κορμί της. Το τέρας άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα της άγρια, η δύναμή του… Άπλωσε το χέρι της πανικόβλητη και γράπωσε το μαχαίρι που ήξερε ότι είχε πάντα περασμένο στη ζώνη του ο Τζακ. Αυτό συνέχισε να την βιάζει με ορμή. Το κεφάλι της χτυπούσε στον τοίχο με κάθε είσοδο. Έπιασε την κοκάλινη λαβή και τράβηξε την πριονωτή λάμα από τη θήκη… μετά άρχισε να τον καρφώνει.

 

Στην αρχή δεν έγινε τίποτα. Μόνο ο δαίμονας-Τζακ να σπρώχνει μπροστά κι αυτή να μπήγει το μαχαίρι. Και με κάθε ώθηση, αυτή ξανακάρφωνε. Ξανά και ξανά… Τα ματογυάλια έπεσαν από τα μάτια της και βρέθηκε να σφάζει τον Τζακ. Οι ωθήσεις σταμάτησαν.

 

Τραβήχτηκε με λυγμούς στη γωνιά του δωματίου της. Λούφαξε για ώρες εκεί, κοιτώντας τον Τζακ που τώρα είχε πάρει πάλι την κανονική του μορφή. Το σώμα του κειτόταν βαρύ πάνω στο κρεβάτι. Το πρωί την βρήκε στην ίδια θέση.

 

Κατά το απόγευμα το μυαλό της πήρε και πάλι να λειτουργεί. Όχι σκέψεις με συνοχή, πιο πολύ σκόρπια θραύσματα. Προσπάθησε να κουνηθεί. Φόρεσε τα ματογυάλια, γιατί οι σκιές ήδη μάκραιναν στους τοίχους, κι έμεινε εμβρόντητη να παρατηρεί το δαίμονα. Ο πανικός άπλωσε πάλι το χέρι του πάνω της. Τα έβγαλε. Ο Τζακ ήταν νεκρός… αλλά ήταν ο Τζακ. Κύλησε κι άλλη ώρα κι η Μώλλυ δεν έπαυε να βάζει και να βγάζει τα γυαλιά, να βλέπει μία τον Τζακ και μια το δαίμονα – γιατί μέσα της είχε αποφασίσει πως τέτοιος ήταν. Τότε εντόπισε για πρώτη φορά κι ένα μικροσκοπικό ξεφλούδισμα του χρώματος σε ένα σημείο του σκελετού τους, αλλά δεν έδωσε σημασία. Τελικά, λίγο πριν βραδιάσει για τα καλά, σηκώθηκε σαν υπνωτισμένη από τα σανίδια του πατώματος και, αφού πλύθηκε, πήγε κάτω κι άναψε τα φώτα του καταστήματος. Πάνω απ’ όλη την υστερία και τον τρόμο, ένα τραχύ ένστικτο αυτοσυντήρησης αναδυόταν από το κέντρο της ύπαρξής της. Της υπαγόρευε πως ό,τι κι αν είχε κάνει, ό,τι κι αν είχε σκοτώσει, έπρεπε να το κρύψει, να το εξαφανίσει. Είπε πως ο Τζακ είχε δουλειές εκτός πόλης.

 

Το ίδιο βράδυ, αφού έκλεισε το σαλούν, η Μώλλυ κατέβασε το πτώμα στο υπόγειο και βάλθηκε να το κομματιάζει με το δίκοπο πελέκι που είχαν για τα ξύλα. Τον έκοψε τόσο πολύ, που όταν τελείωσε μαζί του, το πάτωμα ήταν καλυμμένο ολόκληρο από έναν κόκκινο, αναγουλιαστικό χυλό. Μετά, τον φτυάρισε σε κουβάδες και τον τάισε στα ζώα στην πίσω αυλή.

 

Ο νόμος την υποπτεύθηκε, κανείς όμως δεν μπόρεσε να αποδείξει κάτι εναντίον της. Ο Τζακ δεν ξαναγύρισε ποτέ από τις δουλειές του κι η Μώλλυ ανέλαβε το σαλούν. Την πρώτη φορά που βγήκε από το σπίτι μετά το φόνο, κατάλαβε τι συνέβαινε με τα ματογυάλια.

 

Το καραβάνι προχωρούσε προς το νότο και στην πόλη είχε καταφτάσει ένα πλήθος από ταξιδιώτες και τυχοδιώκτες που το ακολουθούσαν. Είδε το πλάσμα μέσα σε ένα μισοσκότεινο στενό. Έμοιαζε με το δαίμονα που είχε δει στη θέση του Τζακ, όμως το χρώμα του ήταν σκούρο, σοκολατί σχεδόν. Τα πράγματα που φύτρωναν στο κεφάλι του ήταν στριφτά. Ένα ουρλιαχτό παραμόρφωνε το πρόσωπό του. Έβγαλε τα ματογυάλια της. Ένας ογκώδης τύπος την κοιτούσε τώρα ξεδιάντροπα. Του χαμογέλασε. Πήρε την απόφασή της σε μια στιγμή, ήξερε τι έπρεπε να κάνει.

 

Σκότωσε δεκαεφτά. Όλοι περαστικοί από την πόλη, όλοι δαίμονες μπροστά στα αποκαλυπτικά ματογυάλια, τίποτα περισσότερο από απλά αρσενικά στα μάτια των πολλών. Δεν έμοιαζαν όλοι μεταξύ τους. Κάποιοι είχαν λευκό, άλλοι σκούρο χρώμα. Άλλοι είχαν μαύρα κι άλλοι κίτρινα πράγματα στο κεφάλι τους, κοντά ή μακρύτερα. Η Μώλλυ τους ξέκανε όλους. Φορούσε τα γυαλιά της, τους ανακάλυπτε και τους έσφαζε. Άρχισε να κουβαλάει πάντα πάνω της το μαχαίρι του Τζακ.

 

Θα έπρεπε να είχε υποπτευθεί ότι, αργά ή γρήγορα, κάτι θα συνέβαινε. Μετά από κάθε φόνο, τα ματογυάλια έμοιαζαν όλο και πιο ταλαιπωρημένα, φθαρμένα. Μέχρι που έφτασαν στο όριο της αντοχής τους. Την επόμενη μέρα μετά τον τελευταίο, τα βρήκε τσακισμένα, ένα κουβάρι από ματωμένα συντρίμμια πάνω στο κομοδίνο της. Το ίδιο βράδυ ήρθαν.

 

Ανέβηκε τη σκάλα και προχώρησε προς το δωμάτιό της. Άκουσε το αδύναμο σούρσιμο πίσω της. Δεν έχεις άλλη δύναμη, της είπε η φωνή. Αυτή τη φορά ήξερε ότι θα έρθουν, τους περίμενε. Αυτό την τρόμαζε περισσότερο. Μερικές φορές είναι καλύτερα να μη γνωρίζεις τι σε πλησιάζει. Έκλεισε την πόρτα, φόρεσε το νυχτικό της και ξάπλωσε. Έμεινε να αφουγκράζεται το σκοτάδι.

 

Είχε παλέψει για πολλές νύχτες μαζί τους την πρώτη φορά. Έφταναν αργά το βράδυ και δεν έφευγαν παρά με τις πρώτες αχτίδες της αυγής. Δαίμονες. Ούτε υλικοί, ούτε άυλοι. Τέτοιοι που το μαχαίρι της περνούσε σφυρίζοντας από μέσα τους όταν προσπαθούσε να τους καρφώσει, ικανοί ωστόσο να της γδέρνουν το πρόσωπο και να της χαράζουν την πλάτη. Την βασάνιζαν, της επιτίθονταν, ούρλιαζαν στ’ αυτί της και την τρέλαιναν. Τη μισούσαν. Αν είχε προσέξει καλύτερα, ίσως να έβλεπε και κάτι άλλο στα ουρλιαχτά τους εκτός από μίσος… κάτι που έμοιαζε περισσότερο με φόβο…

 

Έδωσε μεγάλες μάχες η Μώλλυ με τους δαίμονες, μα τα πρωινά την έβρισκαν πάντα καταματωμένη κι εξουθενωμένη. Δεν προσπάθησε να τους ξεφύγει, κάτι της έλεγε ότι αυτή ήταν μια ώρα για να σταθεί και να παλέψει, όχι να τρέξει μακριά. Κι έτσι έμεινε εκεί, να τους αντιμετωπίζει κάθε βράδυ στο δωμάτιό της. Ήξερε ότι δε θα βαστούσε για πολύ ακόμα.

 

Το πρωί, με όση δύναμη είχε, έβγαινε για τα ψώνια της, ώστε να διατηρεί μια φυσιολογική εικόνα στους γύρω. Το βράδυ, μόλις έκλεινε το μαγαζί, πολεμούσε για τη ζωή της. Τη μέρα που πήγε στο παλαιοπωλείο, ψάχνοντας για έναν καινούριο καθρέφτη για το σαλούν, σίγουρα δεν είχε στο μυαλό της αυτό που θα ανακάλυπτε.

 

Ο παλαιοπώλης, ο γερο-Ζεμπουλόν, ένα χούφταλο που πάντα την κοιτούσε λιγούρικα, την οδήγησε μπροστά στο πολυτελές κομψοτέχνημα - το μοναδικό μεγάλο καθρέφτη που είχε στο κατάστημά του. Όπως είπε, δεν του άρεσε να βλέπει την αντανάκλασή του μέσα στα είδωλα… ένιωθε παγιδευμένος. Μολαταύτα, είχε αυτό το κομμάτι… περίεργη ιστορία. Η προηγούμενη ιδιοκτήτριά του εξαφανίστηκε μυστηριωδώς, όταν το σπίτι της κάηκε ολοσχερώς στη μεγάλη πυρκαγιά. Ο καθρέφτης ήταν το μόνο που γλίτωσε από εκείνο το παρανάλωμα κι είχε φτάσει στα χέρια του Ζεμπ πριν τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια. Από τότε κανείς δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτόν. «Ποιός ξέρει; Ίσως να φέρνει γρουσουζιά», της είπε, «εμένα πάντως με κάνει να ανατριχιάζω». Η Μώλλυ στάθηκε δίπλα του… και τον είδε.

 

Έτσι έφυγε κι ο Ζεμπ.

 

Η Μώλλυ με το ζόρι συγκρατήθηκε να μην τον ξεκάνει μέσα στο μαγαζί του. Μετά το πρώτο αίμα οι δαίμονες σταμάτησαν να έρχονται. Ώσπου, τώρα, είχε καταστραφεί κι ο καθρέφτης. Πρόλαβε να σκοτώσει άλλους εικοσιδύο. Με κάθε φονικό το κρύσταλλο υπέκυπτε στη φθορά, όπως ακριβώς και τα ματογυάλια. Πλησίαζε στο όριο της αντοχής του.

 

Άκουσε τους πνιχτούς ήχους από κάτω. Έρχονται για σένα Μώλλυ. Βήματα ανεβαίνουν τις σκάλες, βήματα συρτά, βαριά. Έρχονται να σε πιάσουν Μώλλυ.

 

 

 

Η μάχη κράτησε δέκα νύχτες. Το πρωινό της ενδέκατης, έφτασε το καραβάνι για το νότο.

 

Βγήκε για να πάει ως τους πάγκους που έστηναν οι έμποροι κατά την ολιγόωρη στάση της πομπής. Χρειαζόταν καινούρια ποτήρια για το μαγαζί. Οι πληγές της την κέντριζαν καθώς περπατούσε. Τα πράγματα γίνονταν κάθε βράδυ όλο και πιο δύσκολα. Πάνω στο κάρο του ηλικιωμένου πραματευτή, ανάμεσα σε ένα σωρό από παλιατσαρίες, το μαύρο πανί ξεχώριζε με μια δική του, λες εσωτερική λάμψη. Την μαγνήτιζε.

 

«Πόσο κάνει αυτό;», ρώτησε το γέρο. Αυτός την κοίταξε καλοσυνάτα.

 

«Είσαι σίγουρη ότι το θέλεις κυρία; Ανήκε σε μια νεκρή που είχε έναν πολύ περίεργο θάνατο. Μου φαίνεται γρουσούζικο κι όλο σκέφτομαι να το πετάξω καταμεσής της ερήμου όσο προχωράμε. Θα μου κάνεις χάρη αν το πάρεις, όμως καλύτερα σκέψου το μια δεύτερη φορά».

 

 

 

Προχώρησε μέσα στο πλήθος που πηγαινοερχόταν. Ο ήλιος ζέσταινε το κορμί της, έκανε την κούραση να κυλάει σαν νερό από πάνω της. Το μαύρο βέλο χόρευε μπροστά στο πρόσωπό της. Χάριζε στα πράγματα μια σκουρόχρωμη απόχρωση. Κοίταξε γύρω της. Όλοι κανονικοί. Όλοι δικοί της. Με τα κατακόκκινα δέρματά τους – χρώμα άλικο σαν αίμα, που ούτε η σκοτεινιά του βέλου δεν μπορούσε να τιθασεύσει. Με κορμιά ρωμαλέα και με γόνατα κανονικά που δεν έδειχναν προς τα μπροστά. Με περήφανα κέρατα στα κρανία τους και οπλές στα πόδια. Με τρία γαμψά νύχια σε κάθε χέρι. Όλοι φυσιολογικοί. Έστρεψε το βλέμμα της στο βάθος, πίσω από τις σκιές ενός παρατημένου κάρου. Ο δαίμονας την κοιτούσε και ούρλιαζε τινάζοντας το κεφάλι του δεξιά-αριστερά. Σήκωσε το βέλο. Ο μεγάλος αρσενικός, έξυνε ρυθμικά το χώμα με την οπλή του ποδιού του. Το χαμόγελό του ήταν πρόστυχο. Κατέβασε το βέλο. Ο δαίμονας εμφανίστηκε πάλι. Μικρόσωμος, λευκός, αηδιαστικός. Τα χαρακτηριστικά του συσπασμένα από το ουρλιαχτό. Κανείς δεν τον άκουγε.

 

Χαμογέλασε και προχώρησε προς το μέρος του. Πίσω της, η διχαλωτή ουρά της σερνόταν περήφανα πάνω στο ξερό χώμα.

Holy Molly.doc

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Όνομα Συγγραφέα:Drake Ramore

Είδος: Τρόμος

Βία; Ναι

Σεξ; Οχι

Αριθμός Λέξεων:2935

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: edit: κάποια κόμματα.

Μικρές είναι οι πόλεις,

θαμμένα που κρατούν τα μυστικά τους

Στα στόματα των λίγων και στα σπάργανα τους

Γιατί μόνο οι μικρές να τα κρατούν μπορούν

 

«Κανείς δεν βλέπει τι κείτεται,

εκεί όπου τίποτα δεν φύεται»

-Drake Ramore-

 

 

«Γρουσουζιά, έτσι;»

Δεν γύρισε καν να κοιτάξει τον άγνωστο στον οποίο άνηκε η φωνή. Ήξερε πως όταν δεν τους μιλούσε, έπαιρναν την βρωμερή ανάσα τους κι έφευγαν.

Απόψε όμως, ένα κομμάτι της παρακαλούσε να γίνει πιο ενοχλητικός.

Τα μάτια της γύρισαν στον γυμνό πια τοίχο. Εκεί που βρισκόταν κάποτε ένας μεγαλοπρεπής καθρέφτης –πραγματική πολυτέλεια γι’αυτό το κωλομέρος, σκέφτηκε – τώρα είχαν απομείνει παρά ελάχιστα κομμάτια στις άκρες. Μέσα στο καλειδοσκόπιο του ραγισμένου γυαλιού, έβλεπε να σχηματίζονται δεκάδες δύσμορφα είδωλα άγριων προσώπων.

Μερικά από αυτά, ανήκαν στην ίδια.

Άκουσε τον άγνωστο να απομακρύνεται σέρνοντας τα πόδια του. Το χέρι μέσα από το πανωφόρι ξέσφιξε γύρω από την στιλπνή λαβή.

«Γρουσουζιά…» μουρμούρισε.

Το βλέμμα της περιπλανήθηκε χαμηλότερα, στα κομμάτια που κείτονταν στο πάτωμα.

Το αίμα επάνω τους δεν είχε ξεραθεί ακόμα.

«… Δεν έχεις ιδέα.»

 

*

 

Από την εφημερίδα «ο Παλμός της Καστρίτσας»

12/1/2010

 

Ο Δήμαρχος ανακοίνωσε την έναρξη εργασιών ανακατασκευής του Λυκείου της Καστρίτσας. Το λύκειο στέκεται όρθιο σαν φάρος γνώσης από το 1912 και καταγράφεται ως το παλαιότερο κτίσμα της πόλης. Πρόκειται για την τρίτη σε σειρά ανακατασκευή του από το 1967 η οποία κρίθηκε επιβεβλημένη λόγο της υποχώρησης των θεμελίων του. Ο υπεύθυνος εργασιών Γιώργος Πολίτας ανέφερε, «Πρόκειται για ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο διατήρησης της ιστορικής κληρονομιάς της πόλης. Για πρώτη φορά θα επέμβουμε στα θεμέλια του κτιρίου, για συγκράτηση της κατασκευής». « Μελέτες εκπονούνται για την κατασκευή σύγχρονης σχολικής μονάδας σε νέα τοποθεσία που μας παραχώρησε το Υπουργείο Αμύνης» δήλωσε ο Αντιδήμαρχος πολιτισμού Δημήτρης Κρέτσας μεταξύ άλλων, και πρόσθεσε πως με το πέρας της ανακατασκευής, το παλαιό οίκημα θα χρησιμοποιηθεί ως μουσείο.

*

Από ποιο σημείο και έπειτα η γρουσουζιά γίνεται κατάρα; αναρωτήθηκε. Ξεκίνησε να μαζεύει τα σπασμένα κομμάτια από το πάτωμα. Το χέρι της έτσουζε από το βαθύ κόψιμο, και ένιωθε το αίμα να χτυπάει σαν τύμπανο στάζοντας στα κομμάτια που βρισκόταν στο πάτωμα. Δεν θυμόταν ποιος καθρέπτης ήταν αυτός. Αν πίστευε σε προλήψεις η γρουσουζιά θα την ακολουθούσε και στην επόμενη ζωή. Ο δρόμος προς την κόλαση ήταν στρωμένος με σπασμένους καθρέπτες και εδώ και κάποιες μέρες περπατούσε στο μονοπάτι που σχημάτιζαν τα κομμάτια τους.

 

*

Ημερολόγιο επιζώντων 16/1/2010

 

Ο φούρνος είναι κλειστός. Οι υποψίες μου αρχίζουν να επιβεβαιώνονται. Μέχρι στιγμής είναι το τρίτο κατάστημα που κρέμασε ταμπέλα «Κλειστόν». Αν το κομμωτήριο της Ξένιας και “Τα εφόδια” του Μπάρμπα Αρίστου περνάνε για συμπτώσεις , το κλείσιμο του φούρνου είναι, το λιγότερο αξιοπερίεργο. Εκμυστηρεύτηκα τις εικασίες μου στον Γιώργο και την Ελπίδα. Συμμερίζονται την ανησυχία μου, αλλά όχι τους φόβους μου. Μακάρι να έχουν δίκιο.

 

 

19-1-2010

Γράμμα του πατέρα Ευσέβιου στην αδερφή του

 

Αγαπημένη μου Μάγδα.

Φοράω το σχήμα τριάντα πέντε χρόνια μα ποτέ δεν πίστεψα πως το κακό μπορεί να λάβει υλική μορφή ως την στιγμή που μου μίλησε. Γυρνούσα στο σπίτι από το ξέφωτο πίσω από την εκκλησία όταν μου απευθύνθηκε μια άγνωστη φωνή μέσα από τις σκιές. «Καλησπέρα σεβάσμιε» είπε, και ένιωσα το σκοτάδι να με κυκλώνει και να με δένει. «Ποιος είναι εκεί;» ρώτησα πετρωμένος, χωρίς να κρύψω την ταραχή μου. Η απάντηση του αγνώστου ήταν ακόμη ποιο τρομακτική από το πρώτο ξάφνιασμα. Με βραχνή, άψυχη φωνή, απάντησε «Είμαι το Τέλος και η Αρχή, ο Μετεωριστής του Χρόνου. Είμαι ο Κριτής». Γονάτισα, ψέλνοντας το “Πάτερ ημών”, ώσπου ένιωσα τον κάτοχο της φωνής να στέκεται πίσω μου και να με ακουμπάει στους ώμους. Έμπηξε τα νύχια του βαθιά μέχρι να τρέξει αίμα και πλησίασε το πρόσωπο του στο αυτί μου λέγοντας «Δεν θα σε σώσουν οι ψαλμωδίες ρασοφόρε μάγε. Ήμουν ήδη αρχαίος όταν τις γράψατε». Ήθελα να τον αντικρίσω, αλήθεια ήθελα, μα φοβήθηκα, έτρεμα για την ψυχή μου. Η ανάσα του ανέδιδε μια γλυκερή μπόχα ψοφιμιού και σαπίλας. Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, μου ξαναψιθύρισε «Φύγε, δεν είσαι δηλωμένος». Έτρεξα Μάγδα, έτρεξα όπως τότε που ήμαστε παιδιά και είχαμε χαθεί στο δάσος. Τόσο πολύ, που κόντεψε να με προδώσει η καρδιά μου. Όχι όμως αρκετά γρήγορα για να μην ακούσω τα τελευταία του λόγια «…ή μείνε να κριθείς με τους υπόλοιπους».

 

Μετά την πρωινή λειτουργία θα φύγω. Λυπάμαι, δεν μπορώ να αντιμετωπίσω αυτό που άκουσα. Σε πήρα τηλέφωνο αλλά έδειχνε κατειλημμένο. Πέρασα νωρίς το πρωί από το σπίτι σου, μα δεν μου άνοιξε κανείς. Ελπίζω απλά να έλειπες στο χωράφι. Εύχομαι να δεις το γράμμα πριν το σούρουπο.

 

Φύγε όσο προφταίνεις. Ο Θεός έχει στρέψει το βλέμμα του από την πόλη μας.

 

 

Από την εφημερίδα «ο Παλμός της Καστρίτσας»

19/1/2010

 

Σύμφωνα με έκτακτο δελτίο πρόβλεψης της Εθνικής Μετεωρολογικής υπηρεσίας, σε λευκό φόντο από το πρωί της Παρασκευής θα βρίσκεται το μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας Καστρίτσας. Οι θερμοκρασίες θα διατηρηθούν χαμηλές, και κατά την διάρκεια της επόμενης εβδομάδας. Οι τοπικές αρχές βρίσκονται σε ετοιμότητα, ζητώντας να περιοριστούν οι μετακινήσεις στις απολύτως απαραίτητες.

*

Η Ελπίδα έριξε το τελευταίο κομμάτι του καθρέφτη στο χαρτοκιβώτιο και κατευθύνθηκε έξω από το παλιό οίκημα, προς τον κάδο απορριμμάτων. Παρέμενε άδειος εδώ και μέρες. Κανένας δεν είχε απομείνει, για να τον γεμίσει. Το σπίτι που διημέρευαν εδώ και τρεις μέρες, ήταν αυτό του Μπάρμπα Αρίστου. Ήταν από τους πρώτους που είχαν εξαφανιστεί. Τον φαντάστηκε να πουλάει φτυάρια στους νεκρούς, και χαμογέλασε. Θα μας θάψουν όλους, σκέφτηκε.

 

*

 

Ημερολόγιο επιζώντων 22/1/2010

 

Ο πάτερ Ευσέβιος έχει εξαφανιστεί. Ήταν ίσως ο μόνος που μπορούσε να βοηθήσει. Στην εκκλησία, έμεινε μόνο ο καντηλανάφτης, που έχει κλειστεί στο ιερό με μια μεγάλη εικόνα του Άη Γιώργη στην αγκαλιά του, και σταυρούς τριγύρω. Δεν θα τον βοηθήσουν και πολύ μάλλον. Τα μάτια του άρχισαν να γυαλίζουν επικίνδυνα. Είναι θέμα χρόνου να αρχίσει να δυσανασχετεί εκεί μέσα. Θα αναγκαστεί να βγει έξω. Τον λυπάμαι, ήταν καλός άνθρωπος. Θα προσπαθήσω να τον γλυτώσω από το μαρτύριο του. Ένα μαύρο σύννεφο έχει καλύψει το παλιό σχολείο. Τα δέντρα γύρω του έχουν ξεραθεί. Τίποτα ζωντανό δεν πλησιάζει εκεί, μήτε άνθρωπος, μηδέ ζώο. Η χιονόπτωση συνεχίζεται. Τα πάντα είναι λευκά, εκτός από τα μέρη που βάφτηκαν κόκκινα. Δεν μπορούμε να φύγουμε, δεν μπορούν να έρθουν. Είμαστε αποκομμένοι. Είμαστε μόνοι.

 

Ημερολόγιο επιζώντων 25/1/2010

 

Έπιασαν την Ελπίδα. Την παρέσυραν σε ένα ερημόσπιτο χρησιμοποιώντας την φωνή της κόρης της. Δεν είναι δυνατόν, η κόρη της χάθηκε πριν τέσσερις μέρες. Θα έπρεπε να είναι νεκρή μέχρι τώρα…ή χειρότερα. Στο προαύλιο της εκκλησίας, βρήκαμε την Μάγδα του παπά να σκυλεύει ένα πτώμα. Γρύλιζε την ώρα που έλιωνε από τον αγιασμό...

 

Ημερολόγιο επιζώντων 27/1/2010

 

... στο κελί των ασκητών του βουνού.Εκεί βρήκαμε τα χειρόγραφα του δεσπότη Ιερώνυμου. Χρονολογούνται πίσω στο 1897. Φαίνεται πως αντιμετώπισαν κάτι παρόμοιο το 1911 και το περιόρισαν θάβοντας το στα θεμέλια του σχολείου. Χρειαζόμαστε καθρέφτες. Πολλούς καθρέφτες.

 

*

Γυρίζοντας στο σπίτι, διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι είχαν ανέβει από το υπόγειο στο σαλόνι. Σχημάτιζαν ένα ημικύκλιο γύρω από τον αφέντη τους, που αναπαυόταν σε μια πολυθρόνα στην άκρη του δωματίου.

«Θα μας αφήσεις να φύγουμε;» τον ρώτησε, μη τολμώντας να κοιτάξει στα μάτια του.

Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα πορφυρά του χείλη, την στιγμή που δώδεκα ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν πάνω της.

«Όχι» απάντησε, χαμογελώντας σαρδόνια.

Οι καταχανάδες γύρω του, σχημάτιζαν μια ανίερη ζώνη, που κατέπνιγε την επιθυμία της να χρησιμοποιήσει το μαχαίρι που είχε ζωσμένο πάνω της. Θα κατάφερνε έναν, ίσως και δύο , αλλά ήταν πάρα πολλοί. Θα πέθαινε στην προσπάθεια, αφήνοντας την κόρη της έρμαιο στις ορέξεις τους. Δεν ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο. Χαλάρωσε για ακόμη μια φορά το χέρι από την λαβή, και αρκέστηκε σε ένα βλέμμα μίσους προς τους ανεκαθήμενους.

«Άφησε μας να φύγουμε και σου υπόσχομαι…»

«Δεν είσαι σε θέση να διαπραγματεύεσαι» την έκοψε « μπορείς να φύγεις όποια στιγμή θελήσεις…αλλά μόνη» συνέχισε «αν και δεν θα φτάσεις μακριά» συμπλήρωσε και το ίδιο μοχθηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.

 

 

Μόνη. Την ίδια πρόταση της είχε κάνει και την μέρα που την έπιασαν, χρησιμοποιώντας την Αργυρώ για να την δελεάσουν. Είχε στείλει ήδη μια ντουζίνα δαίμονες στον δημιουργό τους, συνιστώντας απειλή. Θυμήθηκε τα λόγια του. «Το αίμα καλεί. Όλοι οι απόγονοι των κατοίκων της Καστρίτσας της χρονιάς του 1911 είναι σημαδεμένοι». Όσοι από τους τωρινούς κατοίκους δενόταν με συγγένεια αίματος με τους κατοίκους της Καστρίτσας, πίσω στο 1911, ήταν δηλωμένοι. Η Ελπίδα είχε έρθει ξένη στο χωριό, η Αργυρώ όμως δεν ήταν μόνο δική της κόρη.

 

 

Βγήκε στο φως της μέρας αφήνοντας τον με τους ανεκαθήμενους. Το σπίτι - όπως κάθε σπίτι που διημέρευαν- είχε ποτίσει από την βαριά δυσωδία τους, που έπνιγε οποιαδήποτε άλλη μυρωδιά και έσβηνε κάθε χρώμα. Έπρεπε να δράσει γρήγορα. Η προστασία που παρείχε στα πλάσματα, ήταν απαραίτητη μόνο όσο υπήρχε απειλή. Όταν δεν θα έμενε κανένας που θα μπορούσε περπατάει κάτω από τον ήλιο, οι υπηρεσίες της δεν θα ήταν αναγκαίες. Η ίδια θα ήταν περιττή. Η κόρη της θα φιλούσε τον θάνατο.

 

Στάθηκε στον κεντρικό δρόμο της πόλης που έμοιαζε να κοιμάται. Είχε περάσει σχεδόν ένας μήνας από την νύχτα που οι υπόλοιποι επιζώντες ανατίναξαν το σχολείο, αναγκάζοντας τα πλάσματα να αναζητήσουν καταφύγιο σε άλλα μέρη. Εκτός των καταχανάδων που πλαισίωναν τον αφέντη τους, υπήρχαν και αυτοί που τριγυρνούσαν στο δάσος και στους δρόμους τα βράδια, ζητώντας τροφή. Η ευρύτερη περιοχή της Καστρίτσας είχε μετατραπεί σε προάστιο της κόλασης.

 

Ξεκίνησε να περπατάει. Τα βήματα της ήταν βαριά. Το χιόνι ξεπερνούσε το ένα μέτρο, κάθε της βήμα ήταν μια βύθιση, κάθε επόμενο μια ανάδυση. Οι διημερεύσεις στα σπίτια, της έδιναν την δυνατότητα να αφήνει μηνύματα στους συντρόφους της. Σειρά είχε τώρα το σπίτι που διημέρευσαν τρεις νύχτες πριν. Προχώρησε μέσα και άναψε το φως. Βρύα είχαν φυτρώσει στους τοίχους, και ένα στόμα από γυάλινα δόντια σχηματιζόταν στην κορνίζα ενός παλιού στρογγυλού καθρέφτη. Άρπαξε ένα κομμάτι κάρβουνο από τον τενεκέ που βρισκόταν πίσω από την παλιά ξυλόσομπα, και έγραψε στον τοίχο το μήνυμα που άφηνε σε κάθε σπίτι που περνούσαν.

 

 

Δεν κοιμάται την μέρα

Φοβάται τους καθρέφτες

 

 

Πίστευε πως αυτά ήταν αρκετά. Εξάλλου δεν γνώριζε τίποτα παραπάνω για εκείνον, παρά μόνο όσα έλεγαν οι δυο τρεις γραμμές που αποτύπωνε στους τοίχους των σπιτιών. Φρόντιζαν να συζητούν μόνο όταν απομακρυνόταν από κοντά τους , και τις λίγες φορές που πέτυχε κάποια συνομιλία, οι φωνές τους γινόταν ψίθυροι. Πριν φύγει από το σπίτι συμπλήρωσε δύο ακόμα λέξεις στο μήνυμα περισσότερο για να το πιστέψει η ίδια παρά για να το δουν οι σύντροφοι της.

 

Είμαστε ζωντανές

Ελπίδα

 

*

Ημερολόγιο επιζώντων 12/2/2010

 

Υπάρχουν νύχτες που δεν χάνουμε κάποιον. Υπάρχουν μέρες που μπορούμε να κοιμηθούμε κάποιες ώρες. Λίγες, αλλά υπάρχουν. Μείναμε οκτώ τώρα. Από όσο γνωρίζουμε είμαστε οι μόνοι ζωντανοί στην Καστρίτσα. Το βράδυ κυκλοφορούν μόνο τα πλάσματα. Την μέρα μόνο εμείς. Στις εξορμήσεις μας στην πόλη για εύρεση τροφής δεν βρήκαμε άλλον επιζώντα. Μόνο μηνύματα στους τοίχους σπιτιών. Περίεργα μηνύματα. Γκα’τθαλ ουγ΄κνιε , Ενγκ να’θααλ ουγ΄κνιε, Γγκαν΄ταν φτα’νγκ , καθώς και ακατανόητα σύμβολα. Είμαστε καταδικασμένοι.

 

*

Γύρισε στο σπίτι πριν το σούρουπο. Μια πολύωρη απουσία ίσως δημιουργούσε ερωτηματικά και ήταν κάτι που δεν επιθυμούσε. Είχε ακόμα έναν λόγο όμως για να επισπεύσει την επιστροφή της. Ήταν ημέρα επίσκεψης και δεν ήθελε να αργήσει.

Μπαίνοντας στο σπίτι, δύο καταχανάδες σηκώθηκαν για την συνοδέψουν στο υπόγειο, που κρατούσαν την Αργυρώ. Ποτέ σε αυτές τις επισκέψεις δεν ήταν μόνη, αλλά δεν την ενοχλούσε και τόσο. Δεν την άφηναν να πλησιάσει την κόρη της, μόνο να βλέπει από απόσταση αν είναι καλά. Της αρκούσε -για την ώρα-.

 

 

*

Ημερολόγιο επιζώντων 17/2/2010

 

…σήμερα είδα κάτι που με τρομοκράτησε. Φαίνεται πως μπορούν και περπατούν πλέον στο φως της ημέρας. Ένα πράσινο μπατάλικο πλάσμα βγήκε από ένα σπίτι το καταμεσήμερο, περπατώντας στον δρόμο, σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου. Μένουν στου Μπάρμπα Αρίστου τώρα. Είχαμε εξορμήσει σε ένα γειτονικό σπίτι για τροφή, και αντιληφθήκαμε θορύβους να έρχονται από τον πρώτο όροφο. Πολλές και διαφορετικές φωνές, και γέλια. Φαίνεται πως γλεντάνε με το να μας αφανίζουν. Δεν ξέρουν όμως πως πλέον γνωρίζουμε…

 

*

Κατέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στο υγρό υπόγειο συνοδευμένη από τους δύο φύλακες. Βρύα είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται στους πέτρινους τοίχους, και η υγρασία έκανε την παρουσία της αισθητή σε κάθε κόκαλο του σώματός της. Οι δύο καταχανάδες άνοιξαν την σιδερένια πόρτα και την οδήγησαν στο κατώφλι. Στο βάθος του δωματίου καθόταν ένα μικρό κοριτσάκι οκτώ ή εννιά χρονών και έπαιζε με μια κούκλα. «Αργυρώ» φώναξε, και έκανε να τρέξει κοντά της πριν την σταματήσουν, αρπάζοντας την από τα χέρια. Το κοριτσάκι σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε προς την πόρτα. Το βλέμμα της ήταν ανέκφραστο και ψυχρό, μα τα μάτια της ήταν ακόμα ανθρώπινα.Υπάρχει ελπίδα.

 

*

Ημερολόγιο επιζώντων 19/2/2010

 

Χάσαμε τον Αντώνη σήμερα. Μόλυναν όλες τις πηγές νερού. Τα εφόδια μας τελειώνουν. Έχουν καταστρέψει κάθε τροφή, θέλοντας να μας οδηγήσουν έξω από τις κρυψώνες μας. Αυτή είναι η τελευταία καταχώρηση. Το τελευταίο σούρουπο που είμαστε όλοι μαζί. Αποφασίσαμε να επιτεθούμε το πρωί στο σπίτι του Μπάρμπα Αρίστου. Εφοδιαστήκαμε με όσους καθρέφτες βρήκαμε άθικτους, σύμφωνα με τα χειρόγραφα του γέροντα Ιερώνυμου. Ο θεός μαζί μας!

 

 

*

Έμεινε να παρατηρεί τους τοίχους του σπιτιού που εξέπνεαν σκοτεινιά. Ένιωθε πως ήταν το τελευταίο τους πρωινό σε αυτό το σπίτι. Από ένα σημείο και έπειτα, δεν άντεχαν και οι ίδιοι την άπνοια που δημιουργούσαν. Τρέφονταν από κάθε τι ζωντανό, και το σπίτι πλέον έμοιαζε ετοιμοθάνατο. Όση ζωή υπήρχε στις πέτρες του ξεζουμίστηκε από την παρουσία τους. Όση ψυχή ανέβλυζε από τις αναμνήσεις του, ρουφήχτηκε με λαιμαργία.

 

Μαζεμένοι στο σαλόνι όλοι οι καταχανάδες σχηματίζανε ένα ημικύκλιο γύρω από την άδεια θέση του αφέντη τους. Ήταν περισσότεροι από κάθε άλλη φορά. Ψιθύριζαν μεταξύ τους σε μια άγνωστη γλώσσα και έμοιαζαν τρομερά ευχαριστημένοι με τους εαυτούς τους. Σαν να σκάρωναν κάποια σκανταλιά που οι ζωντανοί δεν γνώριζαν. Ίσως σήμερα να ήταν η νύχτα που θα έβγαιναν αυτοί για κυνήγι, και αδημονούσαν. Ίσως σήμερα να ήταν η βραδιά που η Καστρίτσα θα έπαυε να αναπνέει.

 

Το αίσθημα αυταρέσκειας τους διακόπηκε από έναν θόρυβο που ερχόταν από τον αυλόγυρο. Ο πιο μικροκαμωμένος προχώρησε προς ένα παράθυρο που έβλεπε στην αυλή, και τράβηξε την κουρτίνα. Μια κραυγή αγωνίας βγήκε από το στόμα του, που υπό άλλες συνθήκες θα προκαλούσε οίκτο στην Ελπίδα για τον κάτοχο της. Την φορά αυτή όμως την πλημμύρισε αισιοδοξία. Ήρθαν, σκέφτηκε, ήρθαν και θα μας πάρουν από εδώ.

 

Ένας δυνατός κρότος θρυμμάτισε την σκέψη της. Ήταν η μεγάλη εξώπορτα που έπεσε με δύναμη πάνω στο τραπεζάκι του προθάλαμου. Οι παλιοί της σύντροφοι ξεχύθηκαν στο σπίτι κρατώντας παλούκια, σταυρούς και καθρέφτες. Είχαν πάρει το μήνυμα της. Ήρθαν για να τις σώσουν. Έμενε μονάχα να βγάλει εις πέρας την δική της αποστολή. Να ελευθερώσει την Αργυρώ από το υπόγειο.

 

*

Έτρεξε προς τις σκάλες σπρώχνοντας όποιον ανεκαθήμενο και άνθρωπο βρήκε μπροστά της. Στο δωμάτιο λίγες λέξεις θα κατάφερναν να περιγράψουν αυτό που συνέβαινε. Τρεις καταχανάδες είχαν αρπάξει την Ζωή, ρουφώντας την ψυχή της, κόβοντας ταυτόχρονα μεγάλα κομμάτια σάρκας. Οι κραυγές της έκαναν τα θεμέλια του σπιτιού να τρίξουν. Ο Γιώργος είχε καθίσει στο στέρνο ενός μεγαλόσωμου δαίμονα, και προσπαθούσε καρφώσει ένα μυτερό ξύλο από τριανταφυλλιά στην καρδιά του. Τα σημάδια από δαγκωματιές στα χέρια του πρόδιδαν τον λιγοστό χρόνο ζωής που του απέμενε. Στριμωγμένος σε μια γωνία του σαλονιού, με ένα σωρό μπουκαλάκια που περιείχαν αγιασμό, βρισκόταν ο Μανώλης, καταστρέφοντας όποιον τολμούσε να πλησιάσει. Οι υπόλοιποι στάθηκαν στα κέντρα των τοίχων κρατώντας στο στήθος τους μεγάλους καθρέφτες.

 

Μια ιαχή έσκισε τον αέρα καθώς ο αφέντης τους έκανε την εμφάνιση του στο κέντρο του δωματίου, προσπαθώντας να τους προστατεύσει. Με ένα νεύμα του έσπασε όλες τις προμήθειες αγιασμού του Μανώλη, αφήνοντας τον βορά στους πεινασμένους, και με δύο λέξεις πέταξε τον Γιώργο από το σώμα του μεγαλόσωμου υποτελή του. Ήταν έτοιμος να ορμήξει στους υπόλοιπους όταν ένιωσε το δέρμα του να σκίζεται. Τέσσερις καθρέφτες είχαν κλειδώσει πάνω του και τον είχαν καθηλώσει.

«Ανόητοι» ούρλιαξε «Δεν μπορείτε να σκοτώσετε έναν Αββυσαίο » και έβγαλε ένα σύριγμα πόνου. «Αθάνατοι κοιμούνται οι Μεγάλοι Παλιοί στην άβυσσο».

Το δέρμα του άρχισε να σκίζεται ελευθερώνοντας την απερίγραπτη τρέλα. Τα δάκτυλά του έπεσαν σαν δέρμα φιδιού αποκαλύπτοντας χοντρά, γαμψά νύχια και το κεφάλι του άνοιξε στην μέση φανερώνοντας το σκούρο του δέρμα. Τέλος, δύο μεμβρανοειδή φτερά απλώθηκαν πάνω από τους ώμους του σκιάζοντας τα πάντα.

«Σουμπ Νίγκουραθ, Ρ’λυε γ’γκχ’ναγκ φτανγκ» αναφώνησε η αρχέγονη φρίκη, αποκαλύπτοντας το αποκρουστικό βδέγλυμα που κρυβόταν κάτω από την ανθρώπινη σάρκα. « Νομμο γκχ’ ναγκ» ψιθύρισε κοιτάζοντας τους ,κι έπειτα, Αυτός που Δεν Λησμονεί ξεχύθηκε προς τα πάνω τους, διαλύοντας με τα φτερά του τους καθρέφτες.

 

*

Η Ελπίδα κατέβηκε με μια ανάσα τα σκαλιά που οδηγούσαν στο μουχλιασμένο υπόγειο. Μια πόρτα έστεκε εμπόδιο μεταξύ αυτής και της κόρης της. Με την κεκτημένη από την κάθοδο ορμή, χτύπησε πάνω στην σιδερένια πόρτα με τον ώμο της, λυγίζοντας την. Με ένα δεύτερο χτύπημα κατάφερε να την ξηλώσει από τους μεντεσέδες. Στην γωνία του δωματίου βρισκόταν η κόρη της, που είχε μαζευτεί σε εμβρυακή στάση και έκλαιγε με λυγμούς. Την πήρε στην αγκαλιά της προσπαθώντας να σταματήσει το κλάμα της, μόνο για να διαπιστώσει ότι γινόταν ακόμη εντονότερο. Την σκέπασε με το φαρδύ της πανωφόρι σφίγγοντας την στον κόρφο της, και ξεκίνησε για τις σκάλες καταστρώνοντας στο μυαλό της ένα σχέδιο διαφυγής από το σπίτι, όταν στο δεύτερο σκαλί ένιωσε μια καυτή σουβλιά στα πλευρά της, που την ανάγκασε να γονατίσει. Πάλεψε να σηκωθεί όρθια χρησιμοποιώντας τα χέρια της. Πριν ακόμη τα καταφέρει, ένιωσε μια δεύτερη σουβλιά που έκλεψε όλο τον αέρα από τα πνευμόνια της. Ξάπλωσε στα σκαλοπάτια ασθμαίνοντας, όταν είδε την Αργυρώ από πάνω της να κρατάει το μαχαίρι που είχε πάντα ζωσμένο στη ζώνη της.

«Που έχετε την μητέρα μου ;» της φώναξε, ακουμπώντας το μαχαίρι στον λαιμό της.

«Γταν΄γκ φτ΄νγφκ» απάντησε.

«ΠΟΥ;»

Εδώ είμαι ψυχούλα μου, σκέφτηκε, εδώ. Δεν με βλέπεις; λίγο πριν της βυθίσει το μαχαίρι στον λαιμό. Ένα δάκρυ έτρεξε απο τα κίτρινα μάτια της, πριν η διάφανη μεμβράνη που τα κάλυπτε, μαυρίσει για πάντα.

Edited by Drake Ramore
Link to post
Share on other sites

Σορρυ απο τον drake και τον dragoncult καθως και τον Ντινο αλλα δυστηχως παρα τον καταπληκτικο προλογο δεν τα καταφερα. Το μονο που καταφερα ηταν ενα κειμενο γυρω στο 1400 λεξεις που δεν θα το ανεβαζα και να με πληρωνατε( :holiday: τοσο χαλεια). Στην αποτυχεια αυτη συνεβαλε και η κακη διαχειρηση του χρονου μου οσο και ενα μικρο ταξιδακι το ΠΣΚ. Ξανα σορρυ και ας νικησει ο καλυτερος εκ των δυο σας. :thmbup:

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Συχνα οι χειρότεροι κριτές των γραπτών τους είναι οι ίδιοι συγγραφείς. Έπρεπε να το παλέψεις αφού έφτασες στις 1400 λέξεις.

...και ενώ μας έχωσες κανονικά και γράφαμε, εσύ πήγες και ταξιδάκι!holiday.gif

 

Το άλλο ΠΣΚ θα σου στείλουμε την Μώλλυ, να σε πάρει για διακοπές στην Καστρίτσα!devil2.gif

Link to post
Share on other sites

Ας κάνω την αρχή λοιπόν!

 

Δύο πάρα πολύ καλές ιστορίες τρόμου απο δύο δυνατές πένες! Πραγματικά δυσκολεύτικα ΠΑΡΑ πολύ να ψηφίσω σε αυτό το ραιτ-οφ. Ο Ντρέηκ έχει αναμφισβήτητα ταλέντο στον Τρόμο, ενώ για τον Ντάγκον το να γράψω οτι ξεπέρασε (πάλι) τον εαυτό του καταντάει πλεονασμός πια. Με κάθε ιστορία που ανεβάζεις Ακη, ανεβάζεις και τον πύχη σου όλο και πιο ψηλά!

 

Στα επιμέρους και αποφεύγοντας τα σπόιλερ (που όλοι μας τελικά τα διαβάζουμε):

 

Ντρέηκ. Πιο ατμοσφαιρική ιστορία, σφικτή πλοκή παρόλο που φαίνεται σε κάποια σημεία πως η ιστορία έχει φάει "τσεκούρι", κλιμάκωση, αναπάντεχο και ταιριαστό φινάλε (το οποίο έχουμε μάθει να περιμένουμε πια απο εσένα κύριε!). Οι περιγραφές είναι ωραίες, οι υπαινιγμοί είναι όπως πρέπει και δίνονται όταν πρέπει. Οι "φανφαρονισμοί" που υπάρχουν δεν με ξένισαν ΚΑΘΟΛΟΥ διότι είχαν την θέση τους ώστε η ιστορία να ενταχθεί στο ευρύτερο Μύθο όπου και ανήκειdevil2.gif !

 

Ντάγκον. Πιο πρωτότυπο setting και ιδέα, πιο καλά σκιαγραφημένος χαρακτήρας με μπόλικες σκέψεις, καλύτερη γραφή. Θα επιμείνω στη γραφή καθότι έχεις αποφύγει όλες αυτές τις λυρικότητες που κάποτε βάραιναν τις ιστορίες σου και ο λόγος σου είναι πλέον πολύ πιο μεστός και με καλύτερο ρυθμό. Στα (πολύ) συν επίσης ο τρόπος που κάνεις τον αναγνώστη να καταλάβει πάνω στα μισά περίπου ότι ο Τρόμος εδώ έρχεται απο άλλου και όχι απο κει που αρχικά είχαμε ψυλλιαστεί. Και ένα επίσης δυνατό τέλος, ανοιχτό για διάφορα "παιχνίδια" στο μυαλό του αναγνώστη...

 

Τι ψήφισα; Αφού αποφάσισα να μην στρίψω νόμισμα τελικά, έριξα την ψήφο μου στον Ντρέηκ. Ο λόγος έχει να κάνει ξεκάθαρα με τα προσωπικά γούστα μου και με τίποτα άλλο! Είμαι φαν του Μύθου, τι να κάνω ο δύσμοιρος...

 

Σας ευχαριστώ πάντως και τους δύο για τις ΑΨΟΓΕΣ τρομοιστορίες που μου χαρίσατε!

Συνεχίστε έτσι!

 

 

 

 

Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Είχα καιρό να διαβάσω write-off που θα με δυσκόλευε να ψηφίσω. Μπράβο και στους δύο συμμετέχοντες οι οποίοι εμφανέστατα μας έδωσαν τον καλύτερο τους εαυτό. Τα διηγήματα τους έδειχναν την φροντίδα του συγγραφέα, και αυτό το εκτίμησα ιδιαίτερα. Πόσο συχνά παίρνω μια αίσθηση χαβαλέ σε αυτή την κατηγορία, ένα «γράφω κάτι στο πόδι», κάτι που δεν ισχύει εδώ.

 

Τρόμος, αγωνία, φρίκη, ζωντανά σκιαγραφημένα και κεντρικοί χαρακτήρες αληθινοί για τους οποίους σαν αναγνώστης ένιωσα να νοιάζομαι.

 

Να τονίσω δε ότι μου έκανε πολύ καλή εντύπωση το σκηνικό και των δύο ιστοριών, που το καθένα κέρδισε τις εντυπώσεις κατά τη γνώμη μου. Ο dagoncult μου δίνει ένα Φαρ Ουέστ, που δεν το βλέπουμε συχνά, και νομίζω δεν το έχουμε δει ποτέ στο φόρουμ. (Το είχα πάντα στην άκρη του μυαλού μου για την κατάλληλη ιστορία αλλά δεν μου έκατσε.) Και ο Drake Ramore παίρνει το ελληνικό χωριό, τόσο γνώριμο από τα mainstream αναγνώσματα και πετυχημένα του δίνει μια τρομακτική όψη. Ούτε για το τόσο ξένο, το πρώτο, ούτε το τόσο ντόπιο, το δεύτερο, με ξένισε στο ελάχιστο, ανάλογα με τα κάποια κολλήματα που εκδηλώνουν αναγνώστες από καιρό σε καιρό.

 

Και κάπου έπρεπε να βάλω την ψήφο μου. Την πήρε ο Drake Ramore επειδή του dagoncult μου άφησε κάποια ερωτηματικά. Όπως κάποια «πως» και «γιατί» που νομίζω τα χρειαζόταν η ιστορία για να ολοκληρωθεί. Δύσκολο βέβαια, χωρίς να χαλάσεις την καθιερωμένη οπτική, θα μπορούσε όμως η ηρωίδα να σχηματίσει κάποιες θεωρίες για την προέλευση των δαιμόνων.

Link to post
Share on other sites

Τι να πω! Καλά που τις διάβασα καταμεσήμερο. Με ανατριχιάσατε και οι δυο. :cold:

Ήταν πάρα πολύ καλές οι ιστορίες. (Δηλαδή, εννοώ ήταν απαίσια φρικιαστικές).

Μπράβο και στον Ντίνο, με την εισαγωγή με τον καθρέφτη, αλλά και στους δυο γράφοντες για την πρωτότυπη χρήση του.

 

Προς στιγμήν είπα να μην ψηφίσω, σίγουρα θα αδικούσα τη μια από τις δυο, αλλά τελικά αποφάσισα να ψειρίσω τη λεπτομέρεια και κατέληξα:

 

Παρόλο που η ιστορία του Drake Ramore ήταν εξαιρετικά καλογραμμένη και ατμοσφαιρική, και με κράτησε ιδιαίτερα η αγωνία της Ελπίδας για την κόρη της, η ψήφος μου πάει στον dagoncult, κυρίως επειδή ένιωσα πιο καλά αυτή την αίσθηση του αλλόκοτου μέσα στο συνηθισμένο περιβάλλον.

 

 

Η Μώλλυ μόλις έχει κάνει ένα φόνο, μόλις ανακαλύπτει την ιδιότητα των γυαλιών, και παρόλα αυτά συνεχίζει τη ζωή της. Πηγαίνει για ψώνια, σερβίρει στο μαγαζί, συνεχίζει τη ζωή της, ενώ ταυτόχρονα είναι και ο φορέας μιας ιδιότυπης κάθαρσης.

Αντίθετα, η Ελπίδα κινείται σ' ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον, που έχει επιβληθεί λίγο βεβιασμένα για τις ανάγκες της ιστορίας. Η απόλυτη αποκοπή από τον έξω κόσμο -για τόσο μεγάλο διάστημα- γεννά κάποια προβλήματα αληθοφάνειας.

 

 

Επίσης, μου έδεσε καλύτερα η ιστορία γύρω από τον συγκεκριμένο σπασμένο καθρέφτη της εισαγωγής.

Link to post
Share on other sites
northerain

dagoncult first. Spoilers abound.

 

''They're coming to get you Molly...err...Barbara!''

 

 

Λοιπόν. Μου άρεσε η ιστορία σου. Χωρίς ''όμως''. Πιστεύω πάντως οτι έβαλες πολλές ιδέες σε ένα μικρό διήγημα. Βασικά έχει διάφορα επίπεδα και το τέλος με έκανε να γελάσω (με την χαρά της ανακάλυψης!) αλλά νομίζω ότι θα δούλευε και χωρίς το twist. Πολύ έξυπνο πάντως. Δεν το είδα να έρχεται και ουσιαστικά το κάνεις σωστά: Μας δίνεις στοιχεία συνέχεια, τα οποία όμως δεν μας αποκαλύπτουν παρά μόνο στο τέλος.

Δεν ξέρω αν με πείθει πως η Μωλλυ βρίσκει πια τόσα αντικείμενα που κάνουν το ίδιο πράγμα. Νόμιζα πως στο τέλος θα μας πεις ότι είναι τρελή και απλά σκοτώνει άντρες, αλλά δεν έγινε έτσι (αν και δεν το ξεκαθαρίζεις).

Μου άρεσε και το φαρ ουεστ κλίμα, αν και θεωρώ ότι για να χρησιμοποιήσεις ένα setting σωστά πρέπει να δεις αν η ιστορία σου θα μπορούσε να ειπωθεί και σε άλλο setting χωρίς να αλλάξεις την πλοκή. Εδώ λοιπόν δεν κάνεις κάτι που να καρφώνει το φαρ ουεστ, αλλά ταυτόχρονα δεν ενοχλεί, λειτουργεί πολύ καλά.

 

Drake, έχεις σκληρό ανταγωνισμό.

Link to post
Share on other sites
dagoncult

dagoncult first. Spoilers abound.

 

''They're coming to get you Molly...err...Barbara!''

 

Και περίμενα ποιος θα το βρει το tribute... Υποκλίνομαι ω Βορειοβρόχιε... :)

Link to post
Share on other sites
northerain

next uuuuuuuup...Draaaaaaaaaake Ramoreeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeee

 

 

Κατάφερες να κάνεις ότι απέτυχα να κάνω με τον Θερισμό. Να μιξάρεις δηλαδή μυθολογία Κθουλού με Ελλάδα και να βγάλεις ένα ομοιόμορφο αποτέλεσμα. Αν και η ιστορία μυρίζει Στεφεν Κινγκ αντί για Λάβκραφτ, καταφέρνει τον σκοπό της πολύ καλά.

 

Το twist είναι αρκετά ενδιαφέρον, αλλά πιστεύω ότι θα βοηθούσε αν δεν ανέφερες τα μηνύματα που βλέπουν οι χωρικοί στους τοίχους σε άγνωστη γλώσσα. Καρφώνεις πολύ νωρίς την αλήθεια ενώ δεν υπάρχει λόγος. Απλά αφαίρεσε την αναφορά αυτή (άσε την ηρωίδα να γράφει τα μηνύματα όμως, ήταν ατμοσφαιρικό) και νομίζω θα κρατήσεις καλύτερα το σασπένς και την αποκάλυψη στο τέλος.

 

Δεν μου άρεσαν τα πολλά άσχετα αποκόμματα από εφημερίδες και φλασμπακ. Νομίζω πέρα του αρχικού αποσπάσματος δεν χρειάζεσαι παραπάνω. αν και δεν με ενόχλησε ιδιαίτερα, μου φαίνεται ότι ανακάτεψες βρικόλακες με Κθουλού, πράγμα που μπορεί να μπερδέψει λίγο. Οι καταχανάδες ουσιαστικά βρικόλακες δεν είναι? Ότι οι καθρέφτες τους πληγώνουν ενισχύει αυτήν την ιδέα πάντως. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσες να αφαιρέσεις το στοιχείο Κθουλού για μια πιο ''σφιχτή'' ιστορία.

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Ευχαριστώ για τα σχόλια ,αλλά θα ήθελα να γίνεις λίγο πιο συγκεκριμένος εδώ

 

Δεν μου άρεσαν τα πολλά άσχετα αποκόμματα από εφημερίδες και φλασμπακ. Νομίζω πέρα του αρχικού αποσπάσματος δεν χρειάζεσαι παραπάνω.

 

Ποιο απόκομμα ή κομμάτι ημερολογίου θεωρείς πως περισσεύει και γιατί;

 

 

αν και δεν με ενόχλησε ιδιαίτερα, μου φαίνεται ότι ανακάτεψες βρικόλακες με Κθουλού, πράγμα που μπορεί να μπερδέψει λίγο. Οι καταχανάδες ουσιαστικά βρικόλακες δεν είναι? Ότι οι καθρέφτες τους πληγώνουν ενισχύει αυτήν την ιδέα πάντως. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσες να αφαιρέσεις το στοιχείο Κθουλού για μια πιο ''σφιχτή'' ιστορία.

 

 

Το οτι οι βρυκόλακες πίνουν αίμα, οτι οι λυκάνθρωποι βγαίνουν την πανσέληνο, οτι τα ξωτικά έχουν μυτερά αυτιά και ο Κθούλου δρα μόνος ή με άλλους Μεγάλους Παλαιούς είναι πρότυπα. Κάποιοι τα έγραψαν και έγιναν επιτυχίες και κάποιοι τα μιμήθηκαν (άλλοι καλύτερα, άλλοι χειρότερα) λαμβάνοντας ότι τους έπρεπε.

Εγω, στην ιστορία αυτή (όπως και σε άλλες ιστορίες που έγραψα) δεν περιορίζω τον εαυτό μου σε τέτοια στεγανά. Οι δικοί μου καταχανάδες τρώνε και σάρκα, ο δικός μου Αβυσσαίος έχει ακολούθους ανεκαθήμενους και φοβάται τους καθρέφτες.

Γιατί;

Δεν υπάρχει γιατί.Έτσι τους φαντάστηκα, έτσι τους αποτύπωσα.

 

 

 

 

 

 

Link to post
Share on other sites
northerain

Έχεις πολλά αποσπάσματα που θεωρώ πως κατακερματίζουν την ιστορία. Σαν αναγνώστης ένιωσα πως αποσπώμαι απο τα τεκταινόμενα κάθε φορά που διάβαζα ένα απόσπασμα απο εφημερίδα, γράμμα ή φλασμπακ. Δεν λέω φυσικά να τα βγάλεις όλα, απλά ίσως να τα εντάξεις στην ιστορία. Αν θες να σου πω συγκεκριμένα ποια, θα σου πω.

 

Δεν με ενοχλεί ότι είναι βρικόλακες ή όχι. Σίγουρα δεν εννοώ πως πρέπει να πίνουν αίμα. Απλά η ιστορία έτσι ως έχει είναι λίγο φλου όσον αφορά τα τέρατα. Τι σχέση έχουν οι καταχανάδες με τον Αβυσσαίο? Ο Αβυσσαίος είναι καταχανάς? Αν όχι, τι σχέση έχουν μεταξύ τους.

Εννοώ όπως καταλαβαίνεις πως έχεις ουσιαστικά 2 ''τύπους'' τέρατος, χωρίς κάποια συγκεκριμένη σύνδεση μεταξύ τους.

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Δεν λέω φυσικά να τα βγάλεις όλα, απλά ίσως να τα εντάξεις στην ιστορία. Αν θες να σου πω συγκεκριμένα ποια, θα σου πω.

 

 

Κι ομως, λίγο παραπάνω, αυτό ακριβώς είπες. Οτι πέραν του αρχικού αποσπάσματος δεν χρειάζομαι παραπάνω. Γι' αυτό και ρωτάω, συγκεκριμένα ποια κομμάτια πρέπει να μην υπάρχουν κατα την γνώμη σου.

 

 

 

 

Δεν με ενοχλεί ότι είναι βρικόλακες ή όχι. Σίγουρα δεν εννοώ πως πρέπει να πίνουν αίμα. Απλά η ιστορία έτσι ως έχει είναι λίγο φλου όσον αφορά τα τέρατα. Τι σχέση έχουν οι καταχανάδες με τον Αβυσσαίο? Ο Αβυσσαίος είναι καταχανάς? Αν όχι, τι σχέση έχουν μεταξύ τους.

Εννοώ όπως καταλαβαίνεις πως έχεις ουσιαστικά 2 ''τύπους'' τέρατος, χωρίς κάποια συγκεκριμένη σύνδεση μεταξύ τους.

 

Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω τι σε ενοχλεί. Το ότι δεν πατάω στα πρότυπα των τεράτων όπως έχουν διατυπωθεί απο άλλους συγγραφείς; Το ότι δίνω διαφορετικά χαρακτηριστικά σε γνωστούς χαρακτήρες; Το οτι δημιουργώ μια σχέση μεταξύ δύο διαφορετικών ειδών τεράτων που δεν φαίνεται να προϋπάρχει σε άλλα κείμενα; Η σύνδεση μεταξύ τους είναι ξεκάθαρη. Ο Αβυσσαίος είναι ο αφέντης, και οι καταχανάδες οι ακόλουθοι. Για ποιόν λόγο είναι φλου αυτό στο κείμενο;Δεν φαίνεται η σχέση τους; Δεν φαίνεται τι ακριβώς κάνει ο καθένας και πως κινούνται; Θα ήταν πιο συμπαγές το κείμενο αν αντι για Αβυσσαίο είχα τον Δράκουλα; Ή αντι για καταχανάδες τεράστια χταπόδια και καλαμάρια;

Link to post
Share on other sites
northerain

Κι ομως, λίγο παραπάνω, αυτό ακριβώς είπες. Οτι πέραν του αρχικού αποσπάσματος δεν χρειάζομαι παραπάνω. Γι' αυτό και ρωτάω, συγκεκριμένα ποια κομμάτια πρέπει να μην υπάρχουν κατα την γνώμη σου.

 

 

Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω τι σε ενοχλεί. Το ότι δεν πατάω στα πρότυπα των τεράτων όπως έχουν διατυπωθεί απο άλλους συγγραφείς; Το ότι δίνω διαφορετικά χαρακτηριστικά σε γνωστούς χαρακτήρες; Το οτι δημιουργώ μια σχέση μεταξύ δύο διαφορετικών ειδών τεράτων που δεν φαίνεται να προϋπάρχει σε άλλα κείμενα; Η σύνδεση μεταξύ τους είναι ξεκάθαρη. Ο Αβυσσαίος είναι ο αφέντης, και οι καταχανάδες οι ακόλουθοι. Για ποιόν λόγο είναι φλου αυτό στο κείμενο;Δεν φαίνεται η σχέση τους; Δεν φαίνεται τι ακριβώς κάνει ο καθένας και πως κινούνται; Θα ήταν πιο συμπαγές το κείμενο αν αντι για Αβυσσαίο είχα τον Δράκουλα; Ή αντι για καταχανάδες τεράστια χταπόδια και καλαμάρια;

 

 

Κοίτα να δεις, εγώ σου αναφέρω τι μου χτύπησε στραβά σαν αναγνώστης. Αν θεωρείς ότι αυτά που λέω είναι άχρηστα ή λανθασμένα, τα αγνοείς.

 

Κράτα το απόσπασμα εφημερίδας στην αρχή. Κράτα τα περισσότερα αποσπάσματα των ημερολογίων, αν και καλύτερα θα ήταν να τα ενσωμάτωνες στην αφήγηση. Show don't tell δηλαδή. Όλα τα άλλα, το γράμμα του παπά κτλ νομίζω το κατακερματίζουν. Έχεις στην πρώτη ''σελίδα'' (αν ήταν βιβλίο),

 

Αφήγηση

Εφημερίδα

Αφήγηση

Ημερολόγιο

Γραμμα

Εφημερίδα

Αφήγηση

 

Μπερδεύει. Μπορείς βέβαια απλά να τα σκορπίσεις καλύτερα στο κείμενο, ειδικά αν το μεγαλώσεις κάποια στιγμή.

 

Όσον αφορά τα τέρατα. Αν πρόκειται να χρησιμοποιήσεις ονόματα τα οποία σημαίνουν κάτι, τα οποία όμως ΔΕΝ ακολουθούν τους κανόνες, πρέπει να το ''εξηγήσεις'' στο κείμενο, ειδικά αν δεν είναι το κύριο θέμα του κειμένου (αν δηλαδή έγραφες μια ιστορία για να αναιρέσεις την μυθολογία).

Και εξηγώ. Αν μου πεις σε ένα διήγημα ότι κάποιος τρώει ένα ''μήλο'', μόνο που αντί για ένα κόκκινο, γλυκό, στρογγυλό φρούτο, είναι πράσινο, ξυνό και τετράγωνο, αυτό θα πρέπει να το εξηγήσεις.

Αν δεν το κάνεις, μπερδεύεις τον αναγνώστη.

 

Στην συγκεκριμένη περίπτωση. Εγώ ξέρω τι είναι ο καταχανάς. Δεν πίνει αίμα αλλά τρώει σάρκα? ΟΚ. Δεν φοβάται το φως του ήλιου? ΟΚ. Αλλά όταν μετά μου πετάς Κθουλού μέσα και δεν μας δίνεις μια μικρή εξήγηση, αναρωτιέμαι τι σχέση υπάρχει μεταξύ τους. Στο κάτω κάτω γιατί λέγονται καταχανάδες αν δεν είναι καταχανάδες με κανέναν τρόπο? Ας λέγονται ''δαίμονες'' ή κάτι άλλο βρε αδερφέ.

 

Θα μου πεις κολλάω στο όνομα. Ίσως. Εμένα η απορία μου δημιουργήθηκε και είναι ειλικρινής. Αν π.χ η ηρωίδα έλεγε σε κάποιο σημείο ''μου θυμίζουν τις ιστορίες για καταχανάδες'', θα ήταν μια χαρά. Γιατί τους βαφτίζουν οι χαρακτήρες έτσι, μιας και δεν ξέρουν τι αντιμετωπίζουν.

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Ατυχές το παράδειγμα με το μήλο. Δεν έγραψα κάτι τόσο τραβηγμένο.

Απο κει και πέρα για τους καταχανάδες αναφέρω οτι τρώνε σάρκα, όχι ότι βγαίνουν στον ήλιο. Άλλος βγήκε στον ήλιο και τον είδαν.

Τώρα για την σύνδεση μεταξύ τους στην οποία επιμένεις δεν έχω να προσθέσω κάτι. Τους εξουσιάζει, όπως εξουσιάζει και άλλα είδη. Τι άλλο να πω...

 

 

Υ.Γ Αρχίζω σιγά-σιγά και καταλαβαίνω γιατί κανείς δεν καταπιάνεται με Ελληνική μυθολογία στο φάντασυ.

Link to post
Share on other sites
northerain

Ρε συ drake συγνώμη τώρα, αλλά κάθομαι και προσφέρω κάποια σχόλια και με θεωρείς υπεύθυνο που κανείς δεν καταπιάνεται με την Ελληνική μυθολογία? Αμα είναι να το κλείσω το στόμα μου, μην καταστρέψω την Ελληνική λογοτεχνία singlehandedly.

 

Νομίζω αυτό που λέω είναι απλό. Τα τέρατα ξύπνησαν από κάπου. Από κάπου προέρχονται. Ενας βρικόλακας ήταν κάποτε άνθρωπος που τον δάγκωσε ένας άλλος βρικόλακας.

Ο Φρανκενστάιν δημιουργήθηκε από έναν επιστήμονα. Αν γράψω μια ιστορία οπού οι βρικόλακες είναι οι δούλοι του Φρανκενστάιν, δεν θα πρέπει να εξηγήσω και ποια σύνδεση έχουν μεταξύ τους? Έτσι αυτόματα επειδή είναι τέρατα είναι και λογικό να συνεργάζονται?

 

Αυτό που λέω εδώ είναι ΟΚ, έχεις τους καταχανάδες. Πες μας τι είναι οι καταχανάδες ΣΟΥ και τι κάνουν στην ιστορία. Ποια είναι η σχέση τους με τον Αβυσσαίο. Ναι, είναι υποχείρια του. Γιατί είναι υποχείρια του? Είναι δημιουργήματά του? Είναι επειδή είναι κατώτερα όντα στην αλυσίδα? Πως συνδέονται? Ποιο αρχαίο κακό περιέχει αβυσαίους και καταχανάδες και γιατί?

 

Οι deep ones για παράδειγμα υπηρετούν τον Dagon. Είναι μια φυλή η οποία προέρχεται ουσιαστικά από τον συνδυασμό ανθρώπων και του Dagon. Εξήγηση.

 

 

Δεν ξέρω πως αλλιώς να στο εξηγήσω.

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Αλίμονο ρε συ Νόρθε αν πρέπει να κλείσεις το στόμα σου!

Απλά το συγκεκριμένο σου σχόλιο δεν με βοηθάει γιατί δεν μπορώ να αντιληφθώ το λάθος.

Δεν πρόκειται να εξηγήσω τι είναι οι καταχανάδες σε ένα διήγημα 3000 λέξεων. Αν το θεωρείς λάθος το δέχομαι, αλλά δεν το καταλαβαίνω.

 

Όσον αφορά την διαπίστωση, πρόκειται απλά για μια διαπίστωση σύμφωνα με τα πρότυπα του κάθε είδους. Μιας και τυγχάνεις γνώστης του συγκεκριμένου είδους η αντίδραση σου είναι μετρήσιμη. Σκεφτόμουν φωναχτά αν θέλεις.

Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Υ.Γ Αρχίζω σιγά-σιγά και καταλαβαίνω γιατί κανείς δεν καταπιάνεται με Ελληνική μυθολογία στο φάντασυ.

 

Κάτσε-κάτσε... κι εγώ άσχετος είμαι, δεν έχω διαβάσει πολύ Κθούλου, και αυτά που ανέφερε ο northerain δεν τα σκέφτηκα όταν διάβασα την ιστορία, να σου πω όμως τώρα κι εγώ ένα σκεπτικό.

 

Ωραία η ιστορία. Την ψήφισα. Κι εφόσον μου άρεσε θα την σκεφτώ λίγο παραπάνω. Τα πήγες καλά και μην αρπάζεσε. Λέω λοιπόν... Είμαι ένα πλάσμα σαν αυτά που μας λέει ο Λάβκραφτ. Βγαίνω σε αυτό το ελληνικό χωριό με σκοπό την εκδίκηση ή να κυριαρχήσω στον κόσμο. Και δημιουργώ έναν στρατό με ακολούθους. Άνθρωποι τους οποίους επηρεάζω και τους μετατρέπω σε... μούμπλε-μούμπλε, τι έχει το μενού, για τι έχω κέφι σήμερα... ζόμπι; βαμπιρ; λυκάνθρωποι; κθουλάκια; Εντάξει, ο Κυρίαρχος δεν το σκέφτεται ακριβώς έτσι, σπέρνει την αύρα του και ό,τι προκύψει (το οποίο φυσικά θα είναι ομοιόμορφο).

 

Αν τώρα π.χ. οι υποτακτικοί του προέκυπταν βρυκόλακες, θα υποθέσω ότι στο σύμπαν του διηγήματος σου υπάρχουν και έχουν υπάρξει βρυκόλακες. Ας πούμε ότι στο σύμπαν σου υπήρξε και ο Δράκουλας. Ήταν ο κόμης Δράκουλας λάτρης αυτού του πλάσματος; Διάβαζε το Νεκρονόμικον ο κόμης; Κάπου εδώ π.χ. αναρωτιέμαι γιατί ένας Κθουλικός αφέντης έχει τους υποτακτικούς που έχει. (Οι βρυκόλακες π.χ. τους δικούς τους υποτακτικούς τους ψωνίζουν από την "ράτσα" των ghouls, των πτωματοφάγων.)

 

Δεν σου λέμε τι έκανες λάθος. Συζητούμε σαν παιδιά το έργο που έγραψες και μας άρεσε. Αν αγαπάς αυτό που έγραψες, ευκαιρία να το σκεφτείς λίγο παραπάνω και να επεκταθείς στον μύθου του. Αν έχεις τελειώσει όμως αυτό, τότε καλά, αγνόησε μας. Τώρα όμως το έργο σου ανήκει στους φαν. :)

Link to post
Share on other sites
northerain

Κοίτα, μου φάνηκε άδικο το σχόλιό σου περί Ελληνικής μυθολογίας γιατί το πρώτο πράγμα που είπα είναι οτι καταφερες να χρησιμοποιήσεις την μυθολογία αυτή καλά μέσα στην ιστορία. Δεν είναι κάτι εύκολο (συγκεκριμένα καλά το είδα μόνο στο διήγημα του greenmist και σε λίγοτερη έκταση στο διήγημα του dinmacxanthi).

 

 

Γουστάρω που έχει μέσα καταχανάδες. Αυτό που λείπει είναι μια μυθολογία που να εξηγεί τί συμβαίνει. Οι καταχανάδες μπορεί να είναι οι κάτοικοι του χωριού που υπέκυψαν τότε. Αυτή η φράση μόνη της, καλύπτει το πρόβλημα αρκετά. Γιατί το αν είναι βρικόλακες ή αν πίνουν αίμα, δεν με νοιάζει. Αυτό που με νοιάζει είναι να καταλάβω από που ήρθαν τα τέρατα. Ο Αβυσαίος, καταλαβαίνω από που ήρθε. Είναι μια παλιά οντότητα που υπήρχε για αιώνες. Οι καταχανάδες όμως? Θέλω να μάθω από που ήρθαν και γιατί. Γιατί με ενδιαφέρει ρε παιδί μου και αυτό είναι στα θετικά της ιστορίας, ότι νοιάζομαι να μάθω τι σκατά γίνεται.

 

Αυτά, σε συνδυασμό με το προηγούμενο ποστ μου, λογικά εξηγούν που το πάω.

 

Να πω κιόλας ότι η κριτική μου δεν έχει σχέση με το write off. Δεν λαμβάνω υπόψη μου πόσο γρήγορα γράφτηκε, ποιος θα κερδίσει κτλ κτλ. Σκοπός μου είναι να σου πω τι είδα που δεν μου άρεσε, για να μπορέσεις εσύ να αποφασίσεις να θες να το αλλάξεις ή όχι. Δηλαδή το τελικό αποτέλεσμα, το τελικό προϊόν σου.

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Τώρα όμως το έργο σου ανήκει στους φαν. :)

 

Έχεις απόλυτο δίκιο. Ξέχασα τον πρώτο κανόνα.

Πρώτος σηκώνω το χεράκι και δηλώνω οτι έκανα μ@λακία. Παρασύρθηκα ίσως, δεν θα επαναληφθεί.

 

 

 

 

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

 

Γουστάρω που έχει μέσα καταχανάδες. Αυτό που λείπει είναι μια μυθολογία που να εξηγεί τί συμβαίνει. Οι καταχανάδες μπορεί να είναι οι κάτοικοι του χωριού που υπέκυψαν τότε. Αυτή η φράση μόνη της, καλύπτει το πρόβλημα αρκετά. Γιατί το αν είναι βρικόλακες ή αν πίνουν αίμα, δεν με νοιάζει. Αυτό που με νοιάζει είναι να καταλάβω από που ήρθαν τα τέρατα. Ο Αβυσαίος, καταλαβαίνω από που ήρθε. Είναι μια παλιά οντότητα που υπήρχε για αιώνες. Οι καταχανάδες όμως? Θέλω να μάθω από που ήρθαν και γιατί. Γιατί με ενδιαφέρει ρε παιδί μου και αυτό είναι στα θετικά της ιστορίας, ότι νοιάζομαι να μάθω τι σκατά γίνεται.

 

 

Υπάρχει στην Long version η οποία εξηγεί πάρα πολλά.Το προηγούμενο του 1911, το σχολείο, ο ρόλος του Γιώργου Πολίτα, το χειρόγραφο (που παρατίθεται στην καθαρεύουσα)," το σημάδεμα", η κατάρα, πως ανοίγει η πύλη, το τέλος; του Ιερώνυμου, οι Μεγάλοι παλιοί, οι καταχανάδες...και άλλα. Η κλιμάκωση της ανησυχίας σε φόβο, και σταδιακά ο τρόμος.

 

Εδώ όμως κρίνεται ένα κείμενο 3000 λέξεων σε ένα write off και όχι μια νουβέλα.

 

 

 

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..