Jump to content

Write off # 48: Adicto vs Sonya


mman

Recommended Posts

Εδίτιον το καταληκτικόν: Η ψηφοφορία έληξε. Το πολλ είχε αυτήν την εικόνα στις 12:07:

 

post-532-127076178538_thumb.jpg

 

Ναρουάλις

 

 

 

Υποβολή ιστοριών μέχρι Τρίτη 30 Μαρτίου 2010, ώρα 23:59. (Τελικά υποβλήθηκαν Τετάρτη 31/3 προς Πέμπτη 1/4).

 

Ψηφοφορία μέχρι Πέμπτη 8 Απριλίου 2010, ώρα 23:59.

Παρακαλούνται οι διαγωνιζόμενοι να ανεβάσουν τις ιστορίες τους με μικρή διαφορά χρόνου (κατά προτίμηση την ίδια ημέρα) ώστε να μην αδικηθεί ο πρώτος που θα το κάνει. Αυτό δεν είναι υποχρεωτικό, είναι όμως επιθυμητό.

 

Θυμίζω ότι για να μετράνε οι ψήφοι πρέπει οι ψηφοφόροι να έχουν σχολιάσει έγκαιρα και τις δύο ιστορίες. Η αφεντιά μου για λόγους δεοντολογίας δεν θα ψηφίσει και θα σχολιάσει μετά τη λήξη του διαγωνισμού.

 

Μέγεθος ιστοριών 2000-3000 λέξεις χωρίς να μετράμε την εισαγωγή.

Ακολουθεί η εισαγωγή, που ελπίζω ότι είναι ανοιχτή και στα τρία γενικά είδη του Φανταστικού.

Credits: Οι στίχοι της εισαγωγής είναι από ποίημα της Τέτης deadend Θεοδώρου.

 

Adicto και Sonya, διασκεδάστε το για να διασκεδάσουμε κι εμείς!thmbup.gif

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

 

Μίλησέ μου με λέξεις που έχουν ξεχαστεί

Σε μια γλώσσα αρχαία όσο εγώ κι εσύ

Κι ακόμα πιο παλιά

 

Μίλησέ μου με λέξεις ανύπαρκτες ακόμα

Σαν παιδί που σήμερα ανακάλυψε το στόμα

Κι απλά φωνάζει

 

Το νόημα θα νιώθεις αφού έχουν ακουστεί

Και ξάπλωσε να δούμε πρώτος ποιος θα κοιμηθεί

Θα σε κρατώ αγκαλιά

Απόψε

 

Ο ρυθμός της αντρικής φωνής ήταν περίεργος, παράταιρος, αλλά για κάποιο λόγο σχεδόν της επέβαλε να ανοίξει τα μάτια της.

Ήταν δεμένη.

Ο πόνος ξυπνούσε ανυπόμονος στους καρπούς πάνω απ’ το κεφάλι της, πιο ήπιος και υπομονετικός στους αστραγάλους της. Ο άντρας καθόταν στην άλλη άκρη του κακοφωτισμένου χώρου, τα χέρια δεμένα στο στήθος, αφοσιωμένος στους αλλόκοτους στίχους που την ξύπνησαν. Όταν οι ματιές τους συναντήθηκαν, εκείνος τέντωσε το κορμί του και θα είχε υποχωρήσει αν η πλάτη του δεν ακουμπούσε στον τοίχο.

Δεν ήξερε ποια είναι.

«Μη με σκοτώσεις», ψέλλισε με βραχνή φωνή.

Ο άντρας πλησίασε αργά, επιφυλακτικά σαν σε κάθε βήμα να έψαχνε το κουράγιο για το επόμενο. «Να σε σκοτώσω; Ω, όχι, δεν πρόκειται να σε σκοτώσω», είπε. Φοβισμένη κούραση χαράκωνε ένα πρόσωπο που σίγουρα είχε γνωρίσει πιο ευτυχισμένες μέρες.

Δεν θυμόταν τίποτα.

«Μη με πονέσεις… άλλο. Παρακαλώ».

Ο άντρας κοντοστάθηκε για μια στιγμή. «Ούτε να σε πονέσω πρόκειται», είπε πισωπατώντας και πάλι προς τον τοίχο χωρίς να της γυρίσει την πλάτη. «Να σε ελευθερώσω θέλω. Αλλά πρώτα...» έφερε μπροστά της κάτι παραλληλόγραμμο και ψηλό όσο κι εκείνος, σκεπασμένο με ένα βαθυκόκκινο ύφασμα, «…πρέπει να δεις αυτό».

Άρχισε να τραβάει το ύφασμα από την πίσω πλευρά και, όταν το βλέμμα της κατέβηκε στο κάτω μέρος του μεγάλου αντικείμενου, είδε ότι ήταν ένας καθρέφτης. Βασανιστικά αργά, το κάλυμμα τραβήχτηκε όλο και τώρα μπορούσε να δει.

Edited by Naroualis
Link to post
Share on other sites
  • Replies 74
  • Created
  • Last Reply

Top Posters In This Topic

  • mman

    17

  • Sonya

    11

  • Adicto

    11

  • Drake Ramore

    10

Top Posters In This Topic

Posted Images

Με γαργαλεί τα μέγιστα η εισαγωγή σας, κύριε Μανωλιέ... Ο σύντροφος στην θύρα 13 γαργαλιέται επίσης, καθώς μου εκμυστηρεύτηκε προ ολίγου. Νομίζω ότι τα τριφυλλιστά σπαθιά μας θα γεμίσουν το χώρο με πράσινες σπίθες. :)

Link to post
Share on other sites

Muchas gracias. Get to work now! (Και κάνω πως δεν διάβασα αυτό που ξέρεις...)

Link to post
Share on other sites

Adicto και Sonya, ελπίζω να γράφετε κάτι πραγματικά καλό, γιατί δέχομαι PMs που λένε ότι έγραψα αυτή την εισαγωγή για κάποιο άλλο μέλος το οποίο αυτή τη στιγμή τρώγεται με τα ρούχα του και με το ζόρι κρατιέται να μην ζητήσει να συμμετάσχει κι εκείνο στο write off!

Βάλτε τα δυνατά σας γαμώτ!

Παρακαλείται το συγκεκριμένο μέλος (και όποιος άλλος θέλει δηλαδή) να χρησιμοποιήσει την εισαγωγή στο τέλος του Write off και να προσπαθήσει να ξεπεράσει (έστω και όχι επί ίσοις όροις) τους διαγωνιζόμενους. Καλό θα κάνει σε όλους μας.

 

Το nick του εν λόγω μέλους:

 

Τόσο εύκολα νομίζετε ότι ξεμπροστιάζω εγώ τους φίλους; Αρ. Λογ. 002101-03459874202)

 

Edited by RObiN-HoOD
Link to post
Share on other sites

Aπό εμένα είναι ευπρόσδεκτο το μέλος αυτό να ανεβάσει την ιστορία του! The more, the merrierholiday.gif !

Link to post
Share on other sites

Συμφωνώ, αρκεί το μέλος να δηλώσει επισήμως ότι:

 

α) θέλει να συμμετάσχει στο write off και

β) είναι επίσημο μέλος της θύρας 13 και βάζελος μέχρι το κόκκαλο. :Ρ

Link to post
Share on other sites

Συμφωνώ, αρκεί το μέλος να δηλώσει επισήμως ότι:

 

α) θέλει να συμμετάσχει στο write off και

β) είναι επίσημο μέλος της θύρας 13 και βάζελος μέχρι το κόκκαλο. :Ρ

Υπάρχει μια αμυδρή πιθανότις να έχουμε ένα μικρό πρόβλημα στο βου. Σε κάθε περίπτωση, συνεχίστε απερίσπαστοι τη δουλειά σας::beer:

Link to post
Share on other sites

Καλά, επειδή το βραδάκι η Σόνια θα μπεκρουλιάζει, μπορούμε να παραδώσουμε αύριο το βραδάκι που θα 'χει φύγει η αλκόολη απ' το αίμα; :Ρ Μια παρατασούλα 24 ωρών δεν είναι και πολύ... :Ρ

 

 

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Το μπεκρούλιασμα beer.gifδεν συνιστά σοβαρό λόγο για παράταση!devil2.gif

Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Το μπεκρούλιασμα δεν συνιστά σοβαρό λόγο για παράταση!

 

Μα τι λέτε; Δεν είπαμε; Το φόρουμ είναι "λογοτεχνικό"! "Χικ!" :crazy:

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Οι λογοτέχνες τους οποίους υπονοείς έγραφαν και όταν ήταν "ζάντα" (για να μην σου πω πως μόνο τότε έγραφαν!), οπότε το επιχείρημα δεν στέκει!

 

Υ.Γ Βλέπω να κάνει οκταράκια το κείμενο της Sonya!laugh.gif

Link to post
Share on other sites

Δεν φαντάζεσαι... :Ρ

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Για πόσο καιρό ακόμη θα την βγάλουμε με "ΣΦΦ ορμόνες" και ανάλυση πάνω στα επεισόδια του Lost;!!!tongue.gif

Θέλουμε διηγήματα ΤΩΡΑ!!!aaevil.gif

Link to post
Share on other sites

Παράταση; Και ο διοργανωτής/διαιτητής/εισαγωγητής (το εισαγωγέας ήταν προφανώς λάθος) το μαθαίνει μία ώρα πριν τα μεσάνυχτα;

Τι το κάναμε εδω;

Αμέ ρικαν μπαρρρ το κάναμε;

Λοιπόν κανονίστε: σήμερις οπωσδήποτε! whip.gif

 

 

Link to post
Share on other sites

Aν δεν έχει πρόβλημα και η δίδα Σόνια13, να το ανεβάσω κατά τις 6 γιατί μετά δεν θα είμαι κοντά σε υπολογιστή;

Link to post
Share on other sites

Ό,τι θέλεις, αλλά εγώ θα μπορώ να ποστάρω τις πρώτες μεταμεσονύκτιες... Υπόσχομαι να μην διαβάσω ούτε λέξη απ' το δικό σου μέχρι ν'ανεβάσω το δικό μου... :)

Link to post
Share on other sites

Έτοιμη κι εγώ!

 

Λέξεις: 2.175 (μαζί με την εισαγωγή)

Τίτλος: Θυμήσου

Σεξ: όχι (δε με πιστεύετε, ε; Καλάααααααααα)

Βία: ούτε

Είδος: Σαίξπηρ και Ώστιν, φάτε την σκόνη μου

Απώτερα νοήματα: βρείτε τα

 

 

Μίλησέ μου με λέξεις που έχουν ξεχαστεί

Σε μια γλώσσα αρχαία όσο εγώ κι εσύ

Κι ακόμα πιο παλιά

 

Μίλησέ μου με λέξεις ανύπαρκτες ακόμα

Σαν παιδί που σήμερα ανακάλυψε το στόμα

Κι απλά φωνάζει

 

Το νόημα θα νιώθεις αφού έχουν ακουστεί

Και ξάπλωσε να δούμε πρώτος ποιος θα κοιμηθεί

Θα σε κρατώ αγκαλιά

Απόψε

 

Ο ρυθμός της αντρικής φωνής ήταν περίεργος, παράταιρος, αλλά για κάποιο λόγο σχεδόν της επέβαλε να ανοίξει τα μάτια της.

Ήταν δεμένη.

Ο πόνος ξυπνούσε ανυπόμονος στους καρπούς πάνω απ’ το κεφάλι της, πιο ήπιος και υπομονετικός στους αστραγάλους της. Ο άντρας καθόταν στην άλλη άκρη του κακοφωτισμένου χώρου, τα χέρια δεμένα στο στήθος, αφοσιωμένος στους αλλόκοτους στίχους που την ξύπνησαν. Όταν οι ματιές τους συναντήθηκαν, εκείνος τέντωσε το κορμί του και θα είχε υποχωρήσει αν η πλάτη του δεν ακουμπούσε στον τοίχο.

Δεν ήξερε ποια είναι.

«Μη με σκοτώσεις», ψέλλισε με βραχνή φωνή.

Ο άντρας πλησίασε αργά, επιφυλακτικά σαν σε κάθε βήμα να έψαχνε το κουράγιο για το επόμενο. «Να σε σκοτώσω; Ω, όχι, δεν πρόκειται να σε σκοτώσω», είπε. Φοβισμένη κούραση χαράκωνε ένα πρόσωπο που σίγουρα είχε γνωρίσει πιο ευτυχισμένες μέρες.

Δεν θυμόταν τίποτα.

«Μη με πονέσεις… άλλο. Παρακαλώ».

Ο άντρας κοντοστάθηκε για μια στιγμή. «Ούτε να σε πονέσω πρόκειται», είπε πισωπατώντας και πάλι προς τον τοίχο χωρίς να της γυρίσει την πλάτη. «Να σε ελευθερώσω θέλω. Αλλά πρώτα...» έφερε μπροστά της κάτι παραλληλόγραμμο και ψηλό όσο κι εκείνος, σκεπασμένο με ένα βαθυκόκκινο ύφασμα, «…πρέπει να δεις αυτό».

Άρχισε να τραβάει το ύφασμα από την πίσω πλευρά και, όταν το βλέμμα της κατέβηκε στο κάτω μέρος του μεγάλου αντικείμενου, είδε ότι ήταν ένας καθρέφτης. Βασανιστικά αργά, το κάλυμμα τραβήχτηκε όλο και τώρα μπορούσε να δει.

 

 

 

 

 

Και είδε. Τα πόδια της ήταν εκεί, με λίγες αμυχές, πιο έντονες στους αστραγάλους, εκεί που τα σχοινιά είχαν πληγιάσει το χλωμό δέρμα. Το σώμα της, γυμνό, στολιζόταν από μελανιές, των οποίων το μέγεθος την έκανε να μορφάσει κι ας μην την πονούσαν. Γύρω απ’ τον αφαλό της, υπήρχε μια μεγάλη κοκκινίλα, σαν πληγή που είχε αφήσει το σημάδι της, Στάθηκε μόνο μια στιγμή πάνω σ’ αυτή, σμίγοντας τα φρύδια της και μετά το βλέμμα της ακολούθησε με λαχτάρα ανοδική πορεία, γυρεύοντας το πρόσωπό της. Χείλη λεπτά και μισάνοιχτα απ’ τις γρήγορες ανάσες, ρουθούνια στα οποία στέγνωνε αίμα και μετά...

 

Ούρλιαξε. Η φωνή της έκανε τον άντρα να μορφάσει απ’ τον πόνο. Απέσυρε τον καθρέφτη και τον ακούμπησε με το γυαλί στον τοίχο. Οι κινήσεις του ήταν αργές και προσεχτικές, αγόραζε όσο χρόνο μπορούσε πριν αναγκαστεί να γυρίσει και ν’ αντιμετωπίσει αυτό το ουρλιαχτό που έβγαινε απ’ τους πνεύμονες της γυναίκας μ’ όλη την ορμή της απελπισίας και ξέσκιζε τον λαιμό της. Όταν γύρισε πάλι προς το μέρος της και πλησίασε το κρεβάτι, η γυναίκα τον κοιτούσε μ’ ένα βλέμμα που παρέπαιε ανάμεσα στην οργή, την τρέλα και την απόγνωση.

 

«Τι μου έκανες;» ρώτησε, με την φωνή της βραχνή και σπασμένη. «Τι έκανες στα μάτια μου;»

 

Εκείνος πήρε μερικές ανάσες πριν απαντήσει.

 

«Δεν έκανα τίποτα,» είπε, με φωνή όσο ουδέτερη γινόταν, προφέροντας αργά την κάθε λέξη. Ήταν πολύ σημαντικό να μην δείξει κανένα συναίσθημα, πολύ σημαντικό για την γυναίκα που έκλαιγε τώρα.

 

«Τότε; Τι ήταν αυτό στον καθρέφτη; Τι ήταν αυτή η... αυτή η σκιά εκεί που έπρεπε να είναι τα μάτια μου;»

 

«Πολύ φοβάμαι ότι αυτό είναι κάτι που έκανες εσύ, όχι εγώ. Εγώ απλά στο έδειξα.»

 

«Μα τι...» ξεκίνησε να λέει, αλλά εκείνος την έκοψε με μια απότομη κίνηση του χεριού του.

 

«Μη με ρωτήσεις τίποτα,» της είπε κι η χροιά της φωνής του ήταν παράξενη, λες και κρατιόταν με την βία να μην της απαντήσει σε κάθε ερώτηση που ήθελε να κάνει. «Πρέπει να θυμηθείς και πρέπει να το κάνεις μόνη σου. Εγώ... εγώ θα κάθομαι δίπλα σου, στην καρέκλα. Θα κάνω το μόνο που μου επιτρέπεται να κάνω, θα σου διαβάζω το ποίημα που σε ξύπνησε. Ο χρόνος δεν είναι πολύς και πρέπει να θυμηθείς.»

 

Η γυναίκα παραδώθηκε σε λυγμούς, ανίκανη να κάνει οτιδήποτε άλλο. Έκλαιγε για ώρα, πότε ήσυχα και πότε γοερά, ενώ προσπαθούσε να εκβιάσει τον εαυτό της να θυμηθεί ποια ήταν, ποιος ήταν αυτός ο άντρας που καθόταν στην καρέκλα και με κόπο απήγγειλε ξανά και ξανά το ίδιο ποίημα. Όταν τα δάκρυά της στέρεψαν, επικεντρώθηκε στον κάθε στίχο που έβγαινε με βραχνή πια φωνή απ’ το στόμα του άντρα. Υποψιαζόταν ότι αυτός ήταν ο τρόπος του να την βοηθήσει, τουλάχιστον αυτό της έλεγε το ένστικτό της. Όμως, όσο κι αν προσπαθούσε, το ποίημα δεν της έφερνε καμία εικόνα. Και τα μάτια της... τα μάτια με τα οποία έβλεπε, φαίνονταν σαν σκιές μέσα στον καθρέφτη. Ήξερε πως αυτό έπρεπε να σημαίνει κάτι για την ίδια, ένιωθε πως ο άντρας δεν έβλεπε αυτή την ομίχλη όταν την κοιτούσε, αλλά δεν καταλάβαινε τι.

 

Τον κοίταξε παρακλητικά.

 

«Σε παρακαλώ...» τόλμησε μετά από λίγη ώρα, με σπασμένη φωνή. «Λίγο νερό, σε ικετεύω.»

 

Ο άντρας δίστασε για μια στιγμή, αλλά μετά σηκώθηκε με αργές κινήσεις και κινήθηκε προς το βάθος του δωματίου, εκεί που ένα κενό στον τοίχο καλυπτόταν μ’ ένα κομμάτι ύφασμα. Χάθηκε πίσω του και μετά από λίγο ξαναφάνηκε, κρατώντας ένα ποτήρι με νερό. Έκατσε στο κρεβάτι δίπλα της και σήκωσε το κεφάλι της με το ένα του χέρι, ακουμπώντας το ποτήρι στα χείλη της. Κατέβασε μερικές λαίμαργες γουλιές, χύνοντας λίγο νερό πάνω της. Ο άντρας χαμογέλασε πικραμένα και σήκωσε το χέρι του να σκουπίσει το πρόσωπό της. Στο άγγιγμά του, η γυναίκα έκλεισε τα μάτια της, λαχταρώντας αυτή την ένδειξη τρυφερότητας, ακόμα κι αν προερχόταν απ’ τον παράξενο δεσμοφύλακά της.

 

Το χέρι που την άγγιξε δεν το ένιωσε ξένο. Για μια στιγμή, μια στιγμή μονάχα, το μάγουλό της αναγνώρισε αυτό το χάδι, λες κι ήταν προέκταση του εαυτού της, ένα κομμάτι τόσο στενά συνυφασμένο με την ύπαρξή της που την έκανε να λαχανιάσει από λαχτάρα.

 

«Σέιδαρ,» ψιθύρισε άθελά της κι ένιωσε το χέρι να σταματά απότομα την κίνησή του. Άνοιξε τα μάτια της και τον κάρφωσε πεινασμένα. «Αυτό είναι τ’ όνομά σου, ναι;» ρώτησε κρεμάμενη απ’ τα χείλη του. Ο άντρας ένευσε και κάτι φάνηκε να αναδεύεται στο βλέμμα του.

 

«Ναι,» απάντησε απλά μετά από λίγες στιγμές. «Αυτό είναι τ’ όνομά μου.» Την κοιτούσε έντονα, μ’ έναν πόνο στα μάτια του που την κάρφωνε σαν μαχαίρι.

 

«Η ουλή,» συνέχισε εκείνη ξέπνοα σχεδόν. «Η ουλή γύρω απ’ τον αφαλό μου. Έχεις κι εσύ μια τέτοια, μια ολόιδια ουλή. Την είχες απ’ την γέννησή σου.»

 

Ο Σέιδαρ σήκωσε την μπλούζα που φορούσε και της έδειξε την κοιλιά του. Πράγματι, ένα κόκκινο σημάδι, καθ’ όλα όμοιο μ’ εκείνο που είχε δει στον καθρέφτη, έκανε έναν κύκλο γύρω απ’ τον αφαλό του. Η γυναίκα αναστέναξε κι έριξε πίσω το κεφάλι της.

 

«Δεν... δεν μπορώ να θυμηθώ,» είπε με κλειστά τα μάτια της. «Νιώθω πως σε γνωρίζω όλη μου την ζωή, νιώθω τούτη την στιγμή σαν να είσαι εσύ ο καθρέφτης μου. Όμως δεν θυμάμαι. Τ’ όνομά σου... πονάει μέσα μου. Μου ‘χεις κάνει κακό;» ρώτησε.

 

«Ποτέ στην ζωή μου,» ήρθε η απάντηση κι η σπασμένη φωνή την έκανε να σηκώσει και πάλι το κεφάλι της. Ο άντρας είχε δακρύσει. Αντιμέτωπη με το υγρό εκείνο βλέμμα, άφησε να της ξεφύγει μια φωνή. Ο Σέιδαρ σηκώθηκε απότομα και της γύρισε την πλάτη του, αναπνέοντας ακανόνιστα. Η κίνηση αυτή την τάραξε συθέμελα. Ένιωθε σαν μια εικόνα απ’ το παρελθόν της να ξεσκίζεται βίαια και να πετιέται μπροστά της. Δεν ήταν το ποίημα. Δεν ήταν ο καθρέφτης. Αυτός ήταν που θα την έκανε να θυμηθεί, αυτός που η ύπαρξή του έμοιαζε σαν συνέχεια της δικής της. Στην κάθε του κίνηση ήταν κρυμμένο το παρελθόν της, το ήξερε.

 

Εικόνες ξεπετάχτηκαν η μια μετά την άλλη μέσα της. Ο Σέιδαρ να γυρίζει την πλάτη του και να χτυπάει την γροθιά του στον τοίχο, φωνάζοντας πως είναι τρελή. Ο Σέιδαρ να στρέφεται αργά προς το μέρος της, κρατώντας με δακρυσμένα μάτια ένα ματωμένο μαχαίρι σε σχήμα κεραυνού. Ο Σέιδαρ να πηδά μπροστά της για να την προστατέψει από κάτι που ερχόταν προς το μέρος της. Ο Σέιδαρ να την δένει με δάκρυα στα μάτια, ενώ εκείνη γελούσε μ’ έναν απόκοσμο ήχο. Ο Σέιδαρ να γεννά συναισθήματα με την κάθε του κίνηση. Ο Σέιδαρ να γράφει σκυμμένος πάνω από ένα δρύινο τραπέζι κι εκείνη να κοιτάζει πάνω απ’ τον ώμο του και τα λόγια που έβλεπε γραμμένα ήταν...

 

«Το ποίημα!» φώναξε κι εκείνος γύρισε ξαφνιασμένος προς το μέρος της. «Έγραψες το ποίημα για να με ξυπνήσεις απ’ τον ύπνο των θεών! Το ποίημα που θα μου έλεγε ποια είμαι και ποια ήμουν και ποιος είσαι εσύ, χωρίς κανένα όνομα, γιατί αλλιώς θα σπάγαμε την συμφωνία μας με τους θεούς! Την δική μου συμφωνία!»

 

Πήρε μερικές ανάσες, ενώ εκείνος την κοιτούσε με λαχτάρα, μην τολμώντας να κάνει καμία κίνηση προς το μέρος της.

 

«Μίλησέ μου με λέξεις που έχουν ξεχαστεί

Σε μια γλώσσα αρχαία όσο εγώ κι εσύ

Κι ακόμα πιο παλιά.

 

Το ξόρκι! Τα λόγια που πρέπει να πούμε για να... ενωθούμε. Το σημάδι στον αφαλό τον δικό σου και τον δικό μου, το σημάδι πως κάποτε ήμασταν ένα σώμα και μια ψυχή! Τα λόγια που θ’ ανάγκαζαν τους θεούς να σπάσουν την κατάρα που μας είχαν ρίξει όταν ήμασταν απ’ τους αθάνατους! Την κατάρα που μας χώρισε σε δυο σώματα θνητά και αμέτρητες ζωές μοναξιάς μέχρι να βρούμε ο ένας τον άλλο!»

 

Ο Σέιδαρ γονάτισε δίπλα στο κρεβάτι, σαν να μην τον στήριζε τίποτε άλλο εκτός απ’ τα λόγια της.

 

«Μίλησέ μου με λέξεις ανύπαρκτες ακόμα

Σαν παιδί που σήμερα ανακάλυψε το στόμα

Κι απλά φωνάζει<br style=""> <br style="">

 

Όλα αυτά που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, επειδή γίναμε θνητοί και σαν παιδιά περπατήσαμε για τόσες ζωές σ’ αυτόν τον κόσμο, ανήμποροι να εξηγήσουμε γιατί ήμασταν διαφορετικοί απ’ τους άλλους. Κι αν μιλούσαμε την ίδια γλώσσα, νιώθαμε σαν παιδιά που δεν μπορούν να εκφράσουν όσα έχουν μέσα τους με λόγια!»

 

Ο Σέιδαρ έσκυψε πάνω απ’ τα σχοινιά που την κρατούσαν δεμένη κι άρχισε να λύνει έναν έναν τους κόμπους, απελευθερώνοντας τα χέρια της, ενώ εκείνη χαμογελούσε.

 

 

 

«Το νόημα θα νιώθεις αφού έχουν ακουστεί

Και ξάπλωσε να δούμε πρώτος ποιος θα κοιμηθεί

Θα σε κρατώ αγκαλιά

Απόψε

 

Κι όταν πούμε τα λόγια των θεών, θα πλαγιάσουμε μαζί, το σώμα σου μέσα στο σώμα μου, να κοιμηθούμε δύο και να ξυπνήσουμε πάλι ένας, ένας αθάνατος.»

 

Εκείνος, αμίλητος, έλυνε τα σχοινιά απ’ τα πόδια της. Όταν είχε τελειώσει, η γυναίκα του έπιασε τα χέρια και τα μάτια της έλαμπαν.

 

«Είσαι ο Σέιδαρ κι είμαι η Μόριελ. Όταν σε είδα για πρώτη φορά, ένιωσα έναν πόνο να καίει τα σωθικά μου, να με διαπερνά σαν λεπίδα κι εσύ ένιωσες το ίδιο. Γιατί δεν το ξέραμε τότε, αλλά ήταν η πρώτη φορά μετά από ατέλειωτες ζωές μοναξιάς που είχαμε επιτέλους βρεθεί. Και περάσαμε μαζί δέκα χρόνια ολάκερα γυρεύοντας τον κεραυνό των θεών που μας είχε χωρίσει κι ήταν ποτισμένος με το αίμα μας. Η σκιά στον καθρέφτη... Δεν έχω ψυχή δική μου από τότε που σε γνώρισα, γιατί την έχεις εσύ κι έχω εγώ την δική σου. Οι θεοί συμφώνησαν να μας ενώσουν, αρκεί ν’ αποδείξουμε ότι, ακόμα κι αν το μυαλό μας σβήσει όλες τις αναμνήσεις, το σώμα μας θα τις θυμάται. Κι εσύ πέρασες την δοκιμασία πρώτος κι έπρεπε κι εγώ να την περάσω. Έπρεπε να με δέσεις κι οι θεοί να πάρουν από μέσα μου όλα όσα είχα, ξεσκίζοντας μαζί την σάρκα και την ψυχή μου, για να μπορέσω απ’ την αρχή να σε θυμηθώ. Και τώρα, μένει μόνο να πούμε τ’ όνομα εκείνο το αρχαίο που είχαμε όταν ήμασταν ένα σώμα, να μιλήσουμε στην γλώσσα των αθανάτων, για να κάνουμε έρωτα μετά και να ξυπνήσουμε σαν ένα. Ω, Σέιδαρ, αγαπημένε μου Σέιδαρ, ήρθε επιτέλους η στιγμή που τόσα χρόνια περιμέναμε!»

 

Εκείνος δεν έδειχνε να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό της. Χαμήλωσε το κεφάλι του, καρφώνοντας τα μάτια του εκεί που δεν μπορούσε να τα δει η Μόριελ. Προσεκτικά, άλλαξε θέση στα χέρια τους, ώστε πλέον να κρατά εκείνος τα δικά της και μετά από μερικές στιγμές αβέβαιης σιωπής, κατάφερε να την κοιτάξει.

 

«Στ’ αλήθεια το θέλεις αυτό, Μόριελ; Θυμήσου, αγαπημένη, θυμήσου πως οι θεοί δεν δίνουν τίποτε χωρίς να πάρουν αντάλλαγμα. Κι αν μας κάνουν ξανά έναν άνθρωπο, όλα αυτά που νιώθουμε ο ένας για τον άλλο θα χαθούν για πάντα.»

 

Η γυναίκα τον κοίταξε προβληματισμένη.

 

«Δεν θα νιώθουμε αγάπη πια, Μόριελ. Δεν θα νιώθουμε λαχτάρα να ενωθούμε στον έρωτα, στο φιλί, στο βλέμμα, γιατί θα είμαστε ολοκληρωμένοι. Πέρασα ζωές ολάκερες να σε αναζητώ κι ας μην γνώριζα τι ζητούσα και θα το έκανα ξανά και ξανά, μόνο για να βρεθούμε για μία ζωή, για λίγες σύντομες στιγμές θνητής αγάπης.»

 

Δεν έβρισκε λέξεις να του απαντήσει.

 

«Απόψε λήγει η διορία των θεών. Αν κάνουμε το ξόρκι, θα είμαστε πάλι ένα για πάντα. Αν δεν το κάνουμε, θα είμαστε ο ένας το μισό του άλλου για πάντα. Πες μου, Μόριελ, προτιμάς στ’ αλήθεια να ενωθούμε και να μην μπορέσουμε ποτέ ξανά ν’ ανταλλάξουμε ένα βλέμμα αγάπης;»

 

Η Μόριελ έσκυψε το κεφάλι της. Μετά, αργά, τον αγκάλιασε και τον άφησε να σκαρφαλώσει στο κρεβάτι δίπλα της και να ξαπλώσει.

 

«Θα σε κρατώ αγκαλιά... απόψε,» του ψιθύρισε μετά από λίγο κι αφέθηκε να κοιμηθεί εκείνη πρώτη στην αγκαλιά του.

 

 

Link to post
Share on other sites

ΟΚ, ladies and gents! Έφτιαξα το poll και οι σεβαστοί αναγνώστες είναι ελεύθεροι να διαβάσουν, να θάψ σχολιάσουν και να ψηφίσουν.

Θυμίζω τα εξής απλά:

 

1) Για να έχουμε δικαίωμα ψήφου πρέπει να αφήσουμε έστω και ένα μικρό σχόλιο για τις δύο ιστορίες.

 

2) Για να μετρήσει η ψήφος μας πρέπει να την έχουμε ρίξει μέχρι Πέμπτη 8 Απριλίου 2010, 23:59.

 

Καλή διασκέδαση σε όλους!

Link to post
Share on other sites
Naroualis

Έχουμε και λέμε:

 

Αdicto: Σεμισώσεμισώσεμισώσεμισώ. Για την ακρίβεια σεμισώσεμισώ λίγο περισσότερο από τόσο. Μπορείς να μου εξηγήσεις πώς το κάνεις αυτό το πράγμα, να γράφεις σε τόσο μικρό χρονικό περιθώριο διηγήματα που για να γραφτούν θέλουν ΧΡΟΝΙΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑ ΚΙ ΕΡΕΥΝΑ; Πες μου το μυστικό, γιατί την επόμενη φορά που θα σε δω θα σε καρπαζώσω από τη ζήλεια μου. Και δεν ξέρω, σου είπα ότι σεμισώσεμισώσεμισώ;

 

Δεν ξερω καν αν υπάρχει κάτι που να θέλει κοίταγμα. Ίσως εκείνο το "επισκέπτηκα" που θα 'πρεπε να είναι "επισκέφθηκα". Κι ίσως να μην έδωσες και τόσο μεγάλο ρόλο στο ποίημα όσο θα περίμενα.

 

Αει στο καλό, κύριος.

 

Sonya: Κλασσική Σόνυα. Τα καλά νέα είναι ότι η ιστορία μού αρέσει πολύ και με ικανοποιεί σε πολλά επίπεδα. Τα κακά νέα είναι ότι αρχίζω να διακρινω πατέντες στις πλοκές σου κι αυτό πρέπει να το προσέξεις λίγο. Όχι ότι δεν τις καταπίνω αμάσητες (διότι ως γνωστόν, τσιμπάω τρελά με

τις δύο ψυχές που είναι ένα

αλλά κάποιος πιο στρίντζης θα στην πει κάποια στιγμή.

 

Θα διαλέξω τον βάζελο νούμερο 1, γιατί η ιστορία του με έστειλε στα 17 μου χρόνια, όταν πρωτοδιάβαζα κλασσικό τρόμο (Σμιθ, Ντέρλεθ, Μπλοχ).

Link to post
Share on other sites
Tiessa

Διάβασα, σκέφτηκα, αποφάσισα:

 

Adicto: Πολύ πλούσια ιστορία, δουλεμένη σε πολλά σημεία, ενδιαφέρουσα, επαρκώς τρομακτική -χαίρομαι που τη διάβασα μέρα :rolleyes:. Μπορώ να πω ότι έμαθα και αρκετά πράγματα που δεν ήξερα (όπως π.χ. ότι τα πρόσωπα στα οποία αναφέρεσαι, Πάρσονς, Ντη) είναι υπαρκτά. Προφανώς έχεις μελετήσει πολύ το είδος και είσαι ικανός να αντλείς επαρκώς από τις γνώσεις σου.

 

Sonya: Θα γκρινιάξω λίγο, λέγοντας ότι μερικά πράγματα μπορούσαν να γραφτούν λίγο καλύτερα ή λίγο πιο εκτεταμένα, αλλά η ιστορία μου άρεσε εξαιρετικά, έστω κι έτσι μικρή σαν μεζεδάκι. Η θεματολογία είναι δικό μας παιδί, φυσικά. (Να μην αναφερθώ και στη φράση-κλειδί μέσα που οδηγεί στο απόλυτο κλικ;)) .

Μου άρεσε ιδιαίτερα ο πολύ έξυπνος τρόπος που ενσωματώθηκε το ποίημα στην ιστορία.

 

Συμπέρασμα:

Η μια ιστορία είναι καλύτερη γραμμένη, η άλλη μου αρέσει περισσότερο ως σύλληψη. Πώς να ψηφίσω τώρα;

Καλώς ή κακώς, όταν διάβασα την εισαγωγή, είχα μερικές φλασιές για το τι μπορεί να ακολουθούσε.

Ψηφίζω το κείμενο το "Θυμήσου" ως αυτό που θεωρώ πιο κοντά στη σκέψη μου.

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Ας ξεκινήσω απο την κυρία του βαζελοδίδυμου τα σχόλια μου...

 

Sonya:

(Συν) Ένα πολύ ωραίο κείμενο, με ικανοποιητική πλοκή, και εκτεταμένη χρήση των στοιχείων της εισαγωγής του κ.Mman. Ως εδώ όλα καλά, δεν απογοητεύτηκα σε κάποιο σημείο, δεν δυσανασχέτησα, και το διάβασα με ευκολία.

 

(Πλην) Το μεγαλύτερο μειονέκτημα για εμένα είναι το patern που ανέφερε η Ευθυμία παραπάνω. Αν δεν ήξερα ποιος το έγραψε, και διαβάζοντας το κάποιος με ρωτούσε "Ποιό μέλος του ΣΦΦ το έγραψε,,θα απαντούσα δίχως δισταγμό "η Σόνια". Τείνεις να γίνεις προβλέψιμη στις πλοκές σου. επίσης έχω την αίσθηση πως δεν το επιμελήθηκες όσο θα έπρεπε. Δεν έχει κάτι που να χτυπάει άσχημα στο μάτι, αλλά μου έδωσε την αίσθηση του προχειρογραμμένου (πάντα σε σχέση με προηγούμενα έργα σου). Σαν να είναι κομμάτια συρραμμένα πάνω στο ποίημα ωστε να βγάζουν ένα βεβιασμένο νόημα. Ήθελε άπλωμα η ιστορία για να έχει καλύτερη ροή. Οι διαπιστώσεις που κάνει η ηρωίδα έρχονται πολύ απότομα, η τελική της απόφαση ομοίως. Αν το ξαναδουλέψεις άπλωσε το.

 

Adicto:

(Συν) Ατμόσφαιρά! Πλοκή! Χαρακτήρες! Μέσα σε τόσες λίγες λέξεις τα έδωσες όλα. Στα θετικά και η θεματολογία. Δεν έχω διαβάσει κάτι εδω μέσα που να πραγματεύεται την Πορφυρή γυναίκα, το moonchild και γενικά οτιδήποτε απο την φιλολογία του Άλιστερ Κρόουλι τόσο πετυχημένα. Ιδιαίτερα εύσημα για τον τρόπο παρουσίασης της ιστορίας σου. Δείχνει πολύ δουλεία , δέσμευση και αγάπη για το κείμενο σου. Είναι απο τις καλύτερες παρουσιάσεις και μορφοποιήσεις κειμένου που έχω διαβάσει εδώ. Δείχνει σεβασμό στον αναγνώστη.

 

(Πλην) Η ιστορία ασφυκτιά σε τόσο στενό πλαίσιο λέξεων. Διακρίνω την ανάγκη κατακερμάτισης της, για να ειπωθούν όλα όσα πρέπει και να δημιουργηθεί το απαραίτητο υπόβαθρο για να χτιστούν οι χαρακτήρες. Θέλησες να τους χωρέσεις όλους μέσα. Τον Τζακ, την Μάρτζορυ, τον Ντη, Τον Κέλλευ, την Μπάμπαλον, τον Άλιστερ... πολύ πράγμα! Θέλει περίπου 1000-2000 λέξεις ακόμη για να δει ο αναγνώστης "το όλον" του πράγματος. Πιστεύω οτι αν δεν χρησιμοποιούσες ιστορικά πρόσωπα θα σου εβγαινε με καλύτερη ροή και θα χωρούσε και στο στενό πλαίσιο διαθέσιμων λέξεων.

 

Σκέφτηκα πολύ για το αν πρέπει να γράψω το δεύτερο αρνητικό που έχω στο μυαλό μου. Δεν ήθελα να επηρεάσω τους υπόλοιπους αναγνώστες με αχρείαστες λεπτομέρειες που πιθανόν αγνοούν και τους μπερδέψω.

 

 

Τελικά θα το γράψω στο τέλος της ψηφοφορίας γιατί δεν έχει τόσο να κάνει με την ιστορία αυτή καθαυτή, αλλά με την πιστότητα του συγγραφέα στον μύθο της Μπάμπαλον (κάτι που είναι άσχετο με το αν η ιστορία είναι καλή ή όχι)

 

 

Ερώτηση: Ο βοηθός του Τζακ είναι ο L.Ron.Hubbard (ο ιδρυτής της Σαιεντολογίας); Ιστορικά πάντως μάλλον αυτός θα είναι.

 

 

Την ψήφο μου παίρνει η ιστορία του Σταμάτη, χωρίς μάλιστα να υπολογίσω το υποκειμενικό κριτήριο της αγάπης μου προς το είδος του τρόμου.

Well done!

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..