Jump to content

Write Off #8


Atrelegis

Recommended Posts

Atrelegis

edit 7/1/09: Ενδείξεις Poll Atrelegis 6 Nihilio 6

 

 

Ζητείται πρόλογος για μία συγγραφική μονομαχία μεταξύ εμένα και του Nihilio! Παρακαλείται ο όποιος ενδιαφέρεται να γράψει έναν πρόλογο!

May the best me win! (Πλάκα κάνω)

Edited by Nienor
Link to post
Share on other sites
Nihilio

Atrelegis, 2000 λέξεις, 15 μέρες να φανταστώ;

Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Έτρεχε μέσα στους δρόμους της μισοκατεστραμμένης πόλης, ενώ ο βρόντος της Μηχανής τράνταζε τα πάντα συθέμελα. Νόμιζε ότι μπορούσε ν’ακούσει ακόμα και το ίδιο του το κρανίο να τρίζει από τον δαιμονισμένο θόρυβο.

 

Ο Κάρθαμ πηδούσε πάνω από ρωγμές, καθώς άνοιγαν στους δρόμους και δεν είχαν ακόμα πλατύνει αρκετά, περνούσε δίπλα από ετοιμόρροπους τοίχους (οι οποίοι, ύστερα από το πέρασμά του, σωριάζονταν), κατέβαινε σκάλες, προτού τα σκαλοπάτια τους μετατραπούν σε σωρούς πέτρας… Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε, ενώ η Μηχανή κατέστρεφε τα πάντα, την πόλη του, το σπίτι του, τον κόσμο του.

 

Φωτιές είχαν ανάψει σε αρκετά σημεία, και ο Κάρθαμ μπορούσε να μυρίσει την καπνίλα. Ορισμένες φορές, μάλιστα, αναγκαζόταν να διασχίσει κι ολόκληρα τετράγωνα πνιγμένα στον καπνό· κι όταν, τελικά, κατάφερνε να βγει απ’την άλλη μεριά, έβηχε, φτύνοντας αίμα από τον γδαρμένο του λαιμό, νομίζοντας ότι θα πεθάνει.

 

Και η Μηχανή βούιζε…

 

Το βουητό της κάλυπτε τα ουρλιαχτά των ανθρώπων. Ο Κάρθαμ τούς έβλεπε να προσπαθούν, μάταια, να ξεφύγουν, προτού κάτι αποτρόπαιο τους συμβεί· μα δεν μπορούσε ν’ακούσει τις φωνές τους. Ήταν σαν ένα κακό, διαβολικό όνειρο.

 

Ένας εφιάλτης θορύβου, αίματος, και πέτρας.

 

Ο Κάρθαμ είδε ένα μπαλκόνι να πέφτει πάνω σε μια γυναίκα: είδε το σώμα της να τσακίζεται κάτω από το βάρος και τα ζωτικά της υγρά ν’απλώνονται τριγύρω. Ω Θεοί, νόμιζε πως είδε ακόμα και τα μυαλά της να πετάγονται έξω. Αλλά δεν ήταν σίγουρος, γιατί απέστρεψε, αμέσως, το βλέμμα… και έτρεξε, έτρεξε, έτρεξε.

 

Στο δεξί του χέρι κρατούσε το πολύτιμο αντικείμενο που ήταν φορτισμένο με Δύναμη. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να φέρει κάποια σωτηρία. Κάποια σωτηρία· γιατί ήδη η ζημιά ήταν ανυπολόγιστη, καταστροφική, απάνθρωπη.

 

Ο Κάρθαμ πέρασε δίπλα από έναν σωριασμένο τοίχο, από τα άκρα του οποίου ξεπρόβαλλαν χέρια και πόδια, και… ήταν κεφάλι αυτό; Απέστρεψε το βλέμμα.

 

Έτρεξε.

Link to post
Share on other sites
Atrelegis

Να και η δική μου συμμετοχή!

 

***edit***

Πώς ξεκίνησε αυτός ο Εφιάλτης;

Κάποτε θα έλεγε ότι όλα αυτά ήταν ένα απόμακρο όνειρο, χαμένα κάπου στο παραλήρημα των παραισθησιογόνων που τον διασκέδαζαν κατά την χρόνια εξαναγκασμένη αϋπνία του.

Αλλά, πέρα από κάθε ψευδαίσθηση, πέρα από κάθε άλλο ερέθισμα ήξερε ότι ήταν αληθινό. Ζούσε σε μία πραγματικότητα που βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στην παράνοια που δημιούργησε ο ίδιος και οι συνάνθρωποί του. Κοίταξε πίσω και διέκρινε το απελπισμένο πρόσωπο του άνδρα που κοίταζε τη Μηχανή. Αν και το σώμα του είχε παγώσει από τον φόβο, υπήρχε μία προσμονή στα μάτια του, μια λάμψη αγαλλίασης, προτού ο όγκος Της τον ισοπεδώσει και τον ενσωματώσει στον εφιάλτη που μετέτρεπε στον κόσμο. Και αυτό που έβλεπε γύρω του έμοιαζε πολύ πιο αληθινό από κάθε τι που είχε νιώσει στα χρόνια της ζωής του, έχοντας την χροιά της επιθυμίας που έρπονταν στο ασυνείδητο, στα σκοτεινά μέρη που πίστευε ότι είχαν εξαφανίσει.

Κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά. Ήταν ένας από τους Άγρυπνους, πολέμιος του Ύπνου. Αναρωτήθηκε πόσο οι νανομηχανές που επιδιόρθωναν τις βλάβες στους μυς και στους πνεύμονές του θα άντεχαν ακόμη. Ήδη ένιωθε το δεξί του πόδι να εξασθενεί. Το πρώτο σμήνος έχανε την ενέργειά του και ο μυς του ζητούσε έλεος, σπρωγμένος σε υπεράνθρωπα όρια από τον εγκέφαλο και την αγωνία του. Το αίμα χτυπούσε στα μηνίγγια του, σημάδι ότι το σώμα του διαμαρτυρόταν, ανίκανο να αντέξει την συνεχή πίεση.

Ο κόσμος άλλαξε γύρω του, το έδαφος υποχώρησε και οι τοίχοι μεταμορφώθηκαν, ουρλιάζοντας και ξεστομίζοντας ικεσίες, γελώντας παρανοϊκά. Χέρια και πρόσωπα πρόβαλλαν γύρω του, σαν σκουλήκια που έρπονταν κάτω από την σάρκα ενός τεράστιου όντος. Μάτια που ήταν τυφλά, σαν ερπετά που κατοικούσαν στα βάθη της γης απλώθηκαν προς το μέρος του, πριν ο εφιάλτης τα τραβήξει πίσω στη μάζα του. Με ένα σάλτο, έπεσε μέσα στο άνοιγμα του σιδηροδρομικού σταθμού, κουτρουβαλώντας στις σκάλες. Οι κραυγές πίσω του έσβηναν, καθώς ο εγκέφαλός του έσβηνε τις λειτουργίες του, υπερφορτωμένος από την αίσθηση του πόνου. Έφτασε στο έδαφος και ένιωσε ένα τίναγμα στο σαγόνι του, όπως και την απόμακρη υπενθύμιση ότι κάτι είχε σπάσει. Έμεινε πεσμένος εκεί, σταδιακά ανακτώντας την επαφή του με τον κόσμο, τα δάχτυλα παραμορφωμένα από την πτώση, το σώμα του καταχτυπημένο. Τα θραύσματα των οστών του έτρεμαν, παρασυρμένα από την ακατάστατη ροή του αίματος και το σαγόνι του είχε πάρει μία αφύσικη γωνία, τρυπώντας τη σάρκα του. Ο πόνος πλημμύριζε κάθε άλλη λειτουργία του εγκεφάλου του, που έπεφτε σε ρέμβη, καθώς επιχειρούσε να περιορίσει τον πανικό του, ενώ επανέφερε την τάξη στο κατεστραμμένο οργανισμό.

Ο εγκέφαλός του επανήλθε με ένα άλμα προς την κρύα πραγματικότητα, και τα κόκαλα έδεσαν μεταξύ τους και πάλι, τα δάχτυλα επέστρεψαν με έναν ανατριχιαστικό θόρυβο στη θέση τους. Το αίμα οδηγήθηκε σαν κοπάδι μέσα στις σήραγγες των αγγείων που έκλεισαν και το σαγόνι του γύρισε στη θέση του, τα κομμάτια και τα δόντια του κλειδώνοντας στην αρχική τους θέση. Συγκράτησε μία κραυγή πόνου καθώς το σώμα του δημιουργήθηκε από την αρχή και σηκώθηκε, νιώθοντας το καρούμπαλο που στόλιζε το κούτελό του να υποχωρεί, όπως και οι υπόλοιπες μελανιές του σώματός του, αφήνοντας πίσω ένα σχεδόν απείραχτο δέρμα. Το στομάχι του, αν και είχε διαπεραστεί πριν μερικά λεπτά από ένα οστό του, είχε πια κλείσει, μόνο σημάδι της πληγής μια λευκή ουλή.

Το σιχαινόταν όταν συνέβαινε αυτό.

«Υποθέτω πως οι πιθανότητές μου μόλις λιγόστεψαν» είπε και σηκώθηκε. Ο υπόγειος απλωνόταν μπροστά του, ένα γκρίζο λιμάνι σιγής. Οι διάδρομοί του εκτείνονταν στο βάθος, το λαρύγγι ενός ακατονόμαστου κτήνους που διέτρεχε τα έγκατα της πόλης. Κούτσαινε, προχωρώντας βαθύτερα. Το πόδι του είχε επιδιορθωθεί, αλλά οι νανομηχανές είχαν σχεδόν εξαντλήσει τους πόρους τους. Αν δεν πρόσεχε, θα αναγκαζόταν να συρθεί προς της σωτηρία.

Κάθισε σε ένα παγκάκι στην αποβάθρα, όπου το τελευταίο τρένο περίμενε, τώρα ένα έκθεμα στον άθλο του παρελθόντος που οι άνθρωποι του 2045 αντιμετώπιζαν σαν μία αντίκα. Τα ανδρείκελα μέσα ήταν τοποθετημένα σε θέσεις που μιμούνταν τους παλιότερους ανθρώπους και γίνονταν ακόμη ‘νοσταλγικές’ διαδρομές στους ανακαινισμένους σταθμούς.

Το ξεχασμένο απομεινάρι ενός ονείρου που η τεχνολογία σκότωσε και η ανθρωπότητα ξεγέλασε, ρίχνοντάς το σε μία κωματώδη κατάσταση, ανάμεσα στην ανάμνηση και τη Λήθη. Έψαξε στην εσωτερική του τσέπη για ένα τσιγάρο. Κρατούσε το πακέτο για δύο χρόνια τώρα, αναμνηστικό από την υπόθεση παράνομης διακίνησης ειδών ψυχαγωγίας που είχε αναλάβει τότε. Έληξε με δυο κοριτσόπουλα στην ηλεκτρική καρέκλα και δώδεκα συμμαθητές τους στην αναμόρφωση. Ό,τι και αν η παλιά θρησκεία έλεγε για την Κόλαση, ήξερε πως εκεί ήταν αδιαμφισβήτητα ο προορισμός του.

Άναψε το τσιγάρο και πήρε μια βαθιά εισπνοή. Η άκρη του πύρωσε και η πικρή, γνώριμη γεύση του καπνού εισέβαλλε στα καθαρά πνευμόνια του, σκοτώνοντας αρκετά φρεσκοκλωνοποιημένα κύτταρα στο ενδιάμεσο. Διπλώθηκε στη μέση βήχοντας και έφτυσε αίμα. Οι νανομηχανές σταδιακά τον εγκατέλειπαν. Πήρε μία δεύτερη εισπνοή, ενώ από έξω άκουγε τη Μηχανή να αγαλλιάζει, αλλάζοντας τον απόκοσμο ήχο της σε ένα στριγκό γέλιο, χαμένο μέσα σε κραυγές αγωνίας.

Το τσιγάρο τελείωνε. Ήταν το προτελευταίο του, το προτελευταίο στα όρια της Παγκόσμιας Ειρηνευτικής Ομοσπονδίας για να είναι ακριβής. Ό,τι είχε απομείνει από τον κόσμο είχε ισοπεδωθεί από πρωτότυπα όλα κατά τη διάρκεια του Πολέμου. Το Ισλάμ είχε χαθεί και το Βατικανό είχε γίνει μία κόκκινη, πυρωμένη έρημος λόγω ‘φιλικών πυρών’. Οι ΗΠΑ αποκόπηκαν από τον κόσμο όταν ξέσπασε ο εμφύλιος το 2007. Και το μόνο που έμεινε από τον κόσμο, ήταν ένα μέρος του που αφέθηκε στα χέρια ηγετών που αποζητούσαν την ειρήνη με παράλογα μέσα. Στην αρχή, ο πόλεμος ενάντια στα ναρκωτικά, μετά το κάπνισμα. Προτού κανείς το καταλάβει, ουσίες από το αλάτι μέχρι το χασίς ήταν παράνομα ψυχαγωγικά προϊόντα και ο χρήστης τους συναντούσε την πυρωμένη αγκαλιά της Καρέκλας.

Μετά, πλαισιωμένοι από έναν υγιή λαό, ξεκίνησε ο πόλεμος ενάντια στα Δόγματα. Θρησκείες κηρύχθηκαν παράνομες και φτιάχτηκαν βιβλία που, σαν αντίγραφα ανθρώπινων τύραννων, απαγόρευαν την έκφραση σε άλλα βιβλία, κηρύσσοντας τα επικίνδυνα για το κράτος και την ευημερία. Ο κόσμος πια είχε γίνει άμυαλος, οι συγγραφείς είχαν σωπάσει, μερικοί από λοβοτομές, μερικοί από εκτελέσεις. Δεν τους πήρε πολύ καιρό πριν στραφούν ενάντια στα όνειρα.

Ένα ειδικό σώμα ιδρύθηκε, οι Άγρυπνοι, αποτελούμενο από θύματα σαν και αυτόν, παρμένους από τους δρόμους και την ανεργία, ο εγκέφαλός τους κατεστραμμένος από τη συνεχή χορηγία ναρκωτικών και εγχειρήσεις ώστε να μην κοιμούνται ποτέ και το σώμα τους γεμάτο με νανομηχανές που τους κρατούσαν ζωντανούς ακόμη και αν τους πυροβολούσαν στο κεφάλι. Ο σκοπός τους; Να κυνηγήσουν τα όνειρα. Οπλισμένοι με μηχανές που ήταν προϊόν μίας αρρωστημένης συλλογικής φαντασίας, αφαιρούσαν από τα μυαλά του κάθε ενός τους εφιάλτες που τους βασάνιζαν, αλλάζοντάς τους σε δυαδικά ψηφία, κώδικες που μπορούσαν να αποθηκευθούν. Τεράστιες αποθήκες δημιουργήθηκαν που θα φύλασσαν τις ανησυχίες τους και τον πυρήνα της ‘μη παραγωγικής’ φαντασίας του πληθυσμού. Μερικά χρόνια αργότερα, ο κόσμος κοιμόταν και αυτοκτονούσε περισσότερο, αλλά τουλάχιστον συνέβαλε στην ενίσχυση της παραγωγής και δεν πρόβαλε αντίσταση στους ηγέτες του. Κατά κάποιον τρόπο, ήταν το Τέλειο Σχέδιο. Σίγουρα θα το εκτιμούσαν απίστευτα τον 20ο αιώνα.

Αλλά οι Εφιάλτες πλήθαιναν. Η ανάγκη δημιουργήθηκε να βρεθεί ένας τρόπος περιορισμού και κατά προτίμηση, εξουδετέρωσής τους. Αναζητώντας βαθύτερα στην πεμπτουσία των Ονείρων, βρήκαν τη Δύναμη, συσσωρευμένη έμπνευση, καθαρό συναίσθημα. Με τη Δύναμη, οι Άγρυπνοι σύντομα ήταν κύριοι τόσο του συνειδητού κόσμου όσο και του βασιλείου του Μορφέα, καταπιεστές της Φαντασίας. Κάθε φορά που τη χρησιμοποιούσε, ένιωθε μία περίεργη έξαψη, την αφύπνιση ενός αρχέγονου συναισθήματος υπεροχής, σαν να έκανε κωλοδάχτυλο στο Σύμπαν. Με τη Δύναμη, εξημέρωσαν τους Εφιάλτες και σχημάτισαν τη Μηχανή, που τους περιόριζε και τους κρατούσε μέσα, σταδιακά αλλάζοντάς τους σε μικρούς πυρήνες συναισθημάτων. Υπήρχαν φορές που την άκουγαν να τραγουδάει και μερικοί έβρισκαν τα δωμάτιά τους γεμάτα με κινούμενες παράλογες εικόνες, που ερμήνευσαν σαν ‘μεταφυσικές διαρροές’, συνεχίζοντας να την ταΐζουν με την πηγή της Νόησής της. Η Μηχανή τρεφόταν με Φαντασία και κάθε μέρα, αυτό την έκανε όλο και ισχυρότερη.

Η Μηχανή όμως έμοιαζε να μη χορταίνει, εθισμένη στην καθαρή τρέλα του φορτίου της. Τα συναισθήματα την παρέσυραν σε νέες, περίεργες σκέψεις. Η τεχνητή της νοημοσύνη απέκτησε έμπνευση και δεν πήρε πολύ χρόνο μέχρι να αρχίσει να φροντίζει τον εαυτό της, αλλάζοντάς τον με βάση τις προσδοκίες της. Χρησιμοποίησαν τεστ Ρόρσαχ επάνω της και κανένα δεν ήταν καθησυχαστικό. Η Μηχανή τα είχε χάσει.

Προτού το καταλάβουν, άλλαζε, εξελισσόταν. Όταν κάποιοι από τους Άγρυπνους δοκίμασαν να τη σβήσουν, αυτή τους καταβρόχθισε και απέκτησε μια νέα μορφή. Εκείνη τη νύχτα, άκουγαν τη φωνή της στα κεφάλια τους, ένα παιδικό γέλιο που τους καλούσε στο ατέλειωτο πανηγύρι της τρέλας. Μερικές ημέρες μετά, περπατούσε.

Και τώρα, οι συγκεντρωμένοι Εφιάλτες την οδηγούσαν, η κακία και η συσσωρευμένη τους ισχύς εξαπολυόταν στον κόσμο και η Πραγματικότητα λύγιζε κάτω από την καθαρή τους παράνοια. Κάθε τι υλικό παραμορφώνονταν στο πέρασμά Της. Οι Άγρυπνοι καταβροχθίστηκαν μέσα της και κάθε τι που βρίσκεται στο δρόμο της ήταν τροφή για την απέραντη, σαλεμένη νόησή της. Αλλά κανείς δεν έτρεχε από αυτήν στα αλήθεια, αυτό το κατάλαβε όταν αντίκρισε εκείνο τον άνδρα στον δρόμο. Το σώμα του είχε παγώσει από τον φόβο, αλλά τα μάτια του αγαλλίαζαν στη θέα ενός σωτήρα τόσο εμπνευσμένου. Ακόμη και η ανείπωτη φρίκη της Μηχανής είχε για αυτούς τη γεύση της ελευθερίας του νου, το εισιτήριο τους από τον άχρωμο κόσμο που είχαν ακούσια φυλακιστεί. Σέρνεται στην επιφάνεια του κόσμου και φέρνει τον Εφιάλτη, που τόσα χρόνια είχε στερηθεί τη θέση του στην ανθρώπινη ψυχή στον κόσμο της ύλης. Η μεγαλύτερη παρέμβαση του ανθρώπου στην Τάξη των πραγμάτων ξεπληρώνεται με το τέλος του και είναι σιωπηλά ευπρόσδεκτη.

Ο Σταθμός τραντάχτηκε και το έδαφος άρχισε να αλλάζει από κάτω του. Κάπου στο βάθος της σήραγγας, άκουγε τις απόμακρες ιαχές απελευθερωμένης φρίκης. Η Μηχανή είχε σχεδόν καταστρέψει την πόλη και τώρα βυθιζόταν στον Πλανήτη, αναζητώντας εκείνους που είχαν ξεφύγει, ζητώντας να βυθίσει στην τρέλα μέχρι και τον ίδιο τον πυρήνα του, η υλοποίηση της κοινής επιθυμίας των θυμάτων και δημιουργών της. Το πάτωμα κάτω του κυλούσε, αλλάζοντας σε αίμα, αλλά δεν έκανε τον κόπο να φύγει. Η στάχτη από το τσιγάρο του άλλαξε σε ένα γκρίζο και τυφλό φίδι που σύρθηκε κοντά στα μάτια του. Πέταξε κάτω το τσιγάρο και το είδε να γίνεται ένα με τον τόπο γύρω του, την λάσπη από όπου ξεπρόβαλλαν ασταθή σχήματα, που μετά υποχωρούσαν και πάλι στο Άμορφο. Τα ανδρείκελα έπαιρναν τρομερές, εξωγήινες μορφές, ουρλιάζοντας και κακαρίζοντας, χορεύοντας έναν παράλογο χορό προς την νεογέννητη νόησή τους.

Ο Τελευταίος Άγρυπνος άφησε στην άκρη το κομμάτι της Δύναμης και πήρε ένα ακόμη τσιγάρο. Έβγαλε τον αναπτήρα, νιώθοντας τις αισθήσεις του να καταρρέουν στην τρέλα. Μύρισε την αίσθηση της επιφάνειάς του αναπτήρα και γεύτηκε τη φωτιά του, ενώ οι ήχοι γύρω του έπαιρναν το χρώμα της σήψης και των φθινοπωρινών φύλλων και στη γλώσσα του εξερράγησαν οι αλλαγές στο χώρο, που είχαν τη γεύση της υγρής φωτιάς, καίγοντας το λαρύγγι του. Οι νανομηχανές στράφηκαν οι μία ενάντια στην άλλη και άλλαζαν σε σκουλήκια που τον κατέτρωγαν από μέσα, ανοίγοντας τρύπες στα οστά του, σέρνονταν μέσα στη σπονδυλική του στήλη και κολυμπούσαν στον εγκέφαλό του, ανακατεύοντας τις αναμνήσεις του σε ένα κουβάρι που χανόταν μέσα στην κατεστραμμένη αίσθηση του χρόνου του. Άναψε το τσιγάρο και εισέπνευσε το θειάφι. Τα πνευμόνια του είχαν πάρει φωτιά, αλλά ήδη το αίμα του άλλαζε σε κάτι άλλο, πιο πηχτό, που σταματούσε τη φωτιά, πηγμένο με τα απομεινάρια των νεκρών πλασμάτων που ξεπηδούσαν από τα ίδια του τα όργανα. Ξεφύσησε και το ένα του μάτι έλιωσε και έπεσε. Χαμογέλασε.

«Δεν είναι μια πουτάνα αυτή η ζωή;»

Καθώς το εφιάλτης άρχισε να τον ενσωματώνει στον γύρω του χώρο, ο Άγρυπνος έκλεισε τα μάτια, νιώθοντας τελευταία εγκεφαλικά του κύτταρα να τον σπρώχνουν στον Ύπνο, πλημμυρίζοντας με τον πρώτο του Εφιάλτη…

 

Αυτή είναι η συμμετοχή του Atrelegis για όσους δε μπορούν να κατεβάσουν το doc.

***edit***

Write_Off.doc

Edited by Nihilio
Link to post
Share on other sites

Συμπαθητικό... Κάτι ανάμεσα σε Μάτριξ και κάτι που είχα διαβάσει από την Ερωβιάνα στο sadness.gr

Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...
Nihilio

Έτρεχε μέσα στους δρόμους της μισοκατεστραμμένης πόλης, ενώ ο βρόντος της Μηχανής τράνταζε τα πάντα συθέμελα. Νόμιζε ότι μπορούσε ν’ακούσει ακόμα και το ίδιο του το κρανίο να τρίζει από τον δαιμονισμένο θόρυβο.

Ο Κάρθαμ πηδούσε πάνω από ρωγμές, καθώς άνοιγαν στους δρόμους και δεν είχαν ακόμα πλατύνει αρκετά, περνούσε δίπλα από ετοιμόρροπους τοίχους (οι οποίοι, ύστερα από το πέρασμά του, σωριάζονταν), κατέβαινε σκάλες, προτού τα σκαλοπάτια τους μετατραπούν σε σωρούς πέτρας… Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε, ενώ η Μηχανή κατέστρεφε τα πάντα, την πόλη του, το σπίτι του, τον κόσμο του.

Φωτιές είχαν ανάψει σε αρκετά σημεία, και ο Κάρθαμ μπορούσε να μυρίσει την καπνίλα. Ορισμένες φορές, μάλιστα, αναγκαζόταν να διασχίσει κι ολόκληρα τετράγωνα πνιγμένα στον καπνό· κι όταν, τελικά, κατάφερνε να βγει απ’την άλλη μεριά, έβηχε, φτύνοντας αίμα από τον γδαρμένο του λαιμό, νομίζοντας ότι θα πεθάνει.

Και η Μηχανή βούιζε…

Το βουητό της κάλυπτε τα ουρλιαχτά των ανθρώπων. Ο Κάρθαμ τούς έβλεπε να προσπαθούν, μάταια, να ξεφύγουν, προτού κάτι αποτρόπαιο τους συμβεί· μα δεν μπορούσε ν’ακούσει τις φωνές τους. Ήταν σαν ένα κακό, διαβολικό όνειρο.

Ένας εφιάλτης θορύβου, αίματος, και πέτρας.

Ο Κάρθαμ είδε ένα μπαλκόνι να πέφτει πάνω σε μια γυναίκα: είδε το σώμα της να τσακίζεται κάτω από το βάρος και τα ζωτικά της υγρά ν’απλώνονται τριγύρω. Ω Θεοί, νόμιζε πως είδε ακόμα και τα μυαλά της να πετάγονται έξω. Αλλά δεν ήταν σίγουρος, γιατί απέστρεψε, αμέσως, το βλέμμα… και έτρεξε, έτρεξε, έτρεξε.

Στο δεξί του χέρι κρατούσε το πολύτιμο αντικείμενο που ήταν φορτισμένο με Δύναμη. Το μόνο πράγμα που μπορούσε να φέρει κάποια σωτηρία. Κάποια σωτηρία· γιατί ήδη η ζημιά ήταν ανυπολόγιστη, καταστροφική, απάνθρωπη.

Ο Κάρθαμ πέρασε δίπλα από έναν σωριασμένο τοίχο, από τα άκρα του οποίου ξεπρόβαλλαν χέρια και πόδια, και… ήταν κεφάλι αυτό; Απέστρεψε το βλέμμα.

Έτρεξε.

 

Θα ήταν μια απλή αποστολή κατασκοπίας, είχε πει ο Πρεσβύτερος, στηριζόμαστε όλοι πάνω σου. Έπρεπε να βοηθήσει έναν Κατώτερο Εξαγνιστή να βρει που κρυβόταν η αίρεση των Αιμοδιψών, μιας ομάδας δαιμονολατρών που τελούσαν ανθρωποθυσίες, ενώ ταυτόχρονα να τον εμποδίσει να ανακαλύψει την ύπαρξη του Οίκου των Χαμένων, της δικής τους αίρεσης. Μπορεί αυτοί να μην έκαναν αποτρόπαιες τελετουργίες, αλλά ο πρώτος κανόνας της Εκκλησίας ήταν σαφής: "Ου λατρεύσεις Έκφανση ή Δαιμόνιο". Αλλιώς θα κατέληγες στα χέρια ενός Εξομολογητή και των Ανώτερων Εξαγνιστών του.

Η αναζήτησή τους για τους αιρετικούς τους είχε οδηγήσει στον υπόγειο ναό των Μάργκουλ που ήταν φτιαγμένος από ανθρώπους προς τιμήν του Τίρανμοκ, της Έκφανσης του μετάλλου και της φωτιάς. Κρυμμένοι σε βαθιές σπηλιές τότε, για να αποφύγουν την οργή των ομόφυλών τους και της δικής τους Θεότητας, είχαν στήσει πολλές κρυφές εισόδους στους ναούς τους. Μπορεί ο Θεός τους να ήταν νεκρός, αλλά οι ναοί τους έστεκαν ακόμα και ήταν ιδανική κρυψώνα για άλλους, σημερινούς, παράνομους λατρευτές.

Αυτός, μαζί με τον Ρέντραχ, τον Κατώτερο Εξαγνιστή, είχαν κατέβει στο ναό και εξερευνούσαν τις στοές του, όταν έφτασαν σε ένα μεγάλο θάλαμο. Στο κέντρο του βρισκόταν η Μηχανή. Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό. Μια τεράστια εντομοειδής μεταλλική κατασκευή βρισκόταν κουλουριασμένη στο θάλαμο αυτό. Το "κεφάλι" Της είχε δύο σβησμένα μάτια, ενώ τα πολλά ατσάλινα πόδια Της ήταν κουλουριασμένα κάτω από το μακρόστενο σώμα της.

Ο Κάρθαμ ήξερε τι ήταν, αλλά προσποιήθηκε άγνοια. Φοβόταν μη τον καταλάβει ο Εξαγνιστής. Στα παλιά χρόνια οι Μάργκουλ, οι άνθρωποι-πιστοί του Τίρανμοκ είχαν αναπτύξει τόσο πολύ τη μεταλλουργία, που ήταν σε θέση να κατασκευάσουν μηχανικούς φύλακες για τα καταφύγιά τους, τους Θεούς-Μηχανές, όπως τους ονόμαζαν. Κάτι τέτοιο ήταν ένα πολύ σημαντικό εύρημα για τους συντρόφους τους, ένα δημιούργημα ενός από τους Χαμένους. Έπρεπε να το διασώσουν κάπως. Αλλά ήταν σίγουρος ότι ο ιερέας θα είχε αντίθετη γνώμη.

Ο Ρέντραχ, μετά βίας τριάντα χρόνων, κοντός, λιγνός και με άγρια χαρακτηριστικά, όπως ταίριαζε σε έναν από τους φονιάδες της Αδελφότητας της Ελευθερίας, εξέταζε προσεχτικά το κατασκεύασμα. "Ελπίζω να έχεις κρατήσει το χάρτη για το πώς ήρθαμε εδώ," γύρισε και του είπε, "γιατί αυτό εδώ το ανοσιούργημα πρέπει να καταστραφεί. Δαιμόνιο αγαθό, νεκρό δαιμόνιο."

Ο Κάρθαμ τα έχασε. Αυτός ο φονιάς θα ήταν η αιτία για τη καταστροφή του σημαντικότερου ευρήματος της πίστης του. Έπρεπε να κάνει κάτι.

Και τότε το μάτι του έπεσε στο Αντικείμενο. Αφημένο σε ένα πέτρινο πάγκο, έλαμπε με μια αμυδρή γαλάζια λάμψη. Ήταν μακρόστενο, στο μήκος περίπου του πήχη του χεριού του Κάρθαμ, με κάτι σαν σφαίρα στην μια άκρη του. Μπορούσε άνετα να χρησιμοποιηθεί σαν ρόπαλο. Με προσοχή το πήρε και το έκρυψε πίσω από την πλάτη του. Έπειτα πλησίασε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε τον Εξαγνιστή από πίσω.

Αυτός, εξετάζοντας με προσοχή το μηχάνημα δεν τον πρόσεξε, μέχρι που ήταν αργά για αυτόν. Ο Κάρθαμ κατέβασε το αντικείμενο στο κεφάλι του Ρέντραχ. Η δύναμη του χτυπήματος ήταν αρκετή για να ανοίξει το κρανίο του Εξαγνιστή και να βάψει το αυτοσχέδιο ρόπαλο με το αίμα. του.

Ο Κάρθαμ έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Έπρεπε να φύγει τώρα και γρήγορα, και να επικοινωνήσει με τον πρεσβύτερο για να δει τι θα έκαναν στη συνέχεια. Κρατώντας ακόμα το Αντικείμενο σήκωσε το κεφάλι μια τελευταία φορά προς τη Μηχανή και το αίμα του πάγωσε.

Το κεφάλι της είχε σηκωθεί, τα μάτια της είχαν ανάψει με ένα κόκκινο φως. Με αργές κινήσεις σηκωνόταν στα πόδια της. Τα πίσω πόδια τη στήριζαν, ενώ τα μπροστά κατέληγαν σε τεράστιες λαβίδες. Από τα πλευρά της μηχανής έβγαινε καυτός ατμός, ενώ φλόγες εκτοξεύονταν από μυριάδες στόματα που βρισκόταν κατά μήκος του σώματός της. Ο Κάρθαμ ένιωσε το έδαφος να τρέμει κάτω από τα πόδια του, καθώς η οροφή του δωματίου άρχισε να χωρίζεται και το πάτωμα άρχισε να ανεβαίνει.

Και μετά ακολούθησε το χάος. Το πρώτο που διαλύθηκε ήταν το οικοδομικό τετράγωνο κάτω από το οποίο βρισκόταν η έξοδος. Το έδαφος απλά άνοιξε στα δύο, και μέσα από τα χαλάσματα αναδύθηκε η Μηχανή. Η συνέχεια φάνηκε στον Κάρθαμ σα να ήταν σαν ένας εφιάλτης, από αυτούς που έβλεπαν όσοι κάπνιζαν τα άνθη του Λερ. Κτίρια γκρεμίζονταν, φλόγες εκτοξεύονταν από τη Μηχανή και άνθρωποι ούρλιαζαν πανικόβλητοι.

Και έτσι, με το περίεργο Αντικείμενο στο χέρι έτρεχε προς το φυλάκιο των Μαγητών. Αν υπήρχαν κάποιοι που μπορεί να γνώριζαν από την παλιά μαγεία θα ήταν σίγουρα οι εξειδικευμένοι αυτοί πολεμιστές.

Σταμάτησε λίγο για να ανασάνει, βήχοντας από τη σκόνη και τη στάχτη που αιωρούνταν γύρω του. Και τότε κατάλαβε τη βλακεία που είχε κάνει: οι Μαγήτες δε θα κάθονταν στο αρχηγείο τους όσο καταστρεφόταν η πόλη, αλλά θα πήγαιναν να πολεμήσουν την απειλή.

Ήδη γύρω από τη Μηχανή είχαν αρχίσει να εμφανίζονται τεράστιες αύρες ενέργειας, αποτέλεσμα των πανίσχυρων ξορκιών που εκτελούνταν: Πυκνές κληματσίδες πετάχτηκαν από το έδαφος και προσπαθούσαν να δέσουν τα πόδια της Μηχανής, κεραυνοί άρχισαν να πέφτουν πάνω της και στρώματα πάγου να σχηματίζονται στην επιφάνειά Της. Οι φλόγες όμως που εκτοξεύονταν έλιωναν τον πάγο πάνω της και έκαιγαν τις κληματσίδες, ενώ όσες δεν καταστρέφονταν από τη φωτιά ξεριζώνονταν από τα πανίσχυρα χέρια Της.

Ο Κάρθαμ είχε τρέξει πίσω προς το σημείο της σύγκρουσης, για να μπορέσει να δει ξεκάθαρα την κατάληξή της. Συνολικά την Μηχανή την πολεμούσαν πέντε Μαγήτες. Πρώτος έπεσε ο ψηλός μελαψός άντρας που εκτόξευε κεραυνούς. Η Μηχανή άδραξε με μια από τις δαγκάνες Της ένα μεγάλο κομμάτι από έναν γκρεμισμένο τοίχο και το εκτόξευσε κατά πάνω του. Αυτός, με την προσοχή του στραμμένη στα ξόρκια που εκτελούσε δε το αντιλήφθηκε παρά μόνο όταν το βάρος του τοίχου τον έλιωσε.

Σειρά είχε η γυναίκα που πετούσε γύρω από το κεφάλι της, σηκώνοντας από το έδαφος φυτικά σκοινιά που προσπαθούσαν να Την ακινητοποιήσουν. Την μια στιγμή έλεγχε τη πράσινη μάζα που ξεχυνόταν από το έδαφος, την επόμενη ήταν ίδια μια κόκκινη μάζα στο έδαφος, κατατεμαχισμένη από τις κοφτερές λεπίδες της Μηχανής.

Ο τρίτος από τους Μαγήτες προσπαθούσε, με ένα σπαθί πιο μεγάλο από τον ίδιο είχε καταφέρει κάπως να σκαρφαλώσει στο κεφάλι της Μηχανής και προσπαθούσε να σπάσει τις σκληρές μεταλλικές πλάκες που την κάλυπταν. Μάταια όμως. Μια δαγκάνα τον άρπαξε και τον εκτόξευσε μακριά. Ο Κάρθαμ δεν μπόρεσε να δει το πού προσγειώθηκε, μπορούσε όμως, με φρίκη, να φανταστεί το πώς: είχε δει πολλά άλλα πτώματα στη πόλη, σκοτωμένα με παρόμοιο τρόπο, με τα κορμιά τους τσακισμένα και μέσα σε λίμνες αίματος.

Οι άλλοι δύο μυστικιστές-πολεμιστές δεν άντεξαν πολύ περισσότερο. Ο πάγος του ενός δεν άντεξε το κύμα φωτιάς που εξαπέλυσε προς το μέρος του ένα από τα στόματα της Μηχανής, απανθρακώνοντάς τον. Ο άλλος, που προσπαθούσε να μαλακώσει το έδαφος κάτω από τα πόδια της Μηχανής, παγιδεύοντάς Την, βλέποντας τη μοίρα των συντρόφων του, χώθηκε στο έδαφος και εξαφανίστηκε.

Κανείς δεν είχε μείνει να υπερασπιστεί την πόλη. Καμία ελπίδα δεν είχε απομείνει. Ο Κάρθαμ ήταν μόνος με το καταραμένο το ραβδί στο χέρι. Θα έπρεπε να είχε τρέξει μακριά, όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι, όσοι τουλάχιστον είχαν επιβιώσει από τον όλεθρο που είχε προηγηθεί, κι όμως παρέμενε παγωμένος στη θέση του, εκεί, ανάμεσα στα ερείπια της πόλης του, την καταστροφή της οποίας είχε προκαλέσει ο ίδιος. Ίσως θα ήταν καλύτερο αν είχε σκοτωθεί αυτός από την καταστροφική μανία της Μηχανής, αν είχε συνθλιβεί από τις δαγκάνες Της ή τα κάτω από τα πόδια Της. Θα ήταν σίγουρα μια λύτρωση, μια ποιητική δικαιοσύνη.

Τις σκέψεις αυτές του Κάρθαμ τις διέκοψε μια μυστηριώδης μορφή που τον πλησίαζε μέσα από τα ερείπια.. Αρχικά έμοιαζε με τη μορφή μιας κανονικής γυναίκας, μόνο πως το φως φαινόταν να παίζει παιχνίδια μαζί της. Πλησιάζοντας όμως, ο Κάρθαμ μπόρεσε να διακρίνει ότι το σώμα της το σχημάτιζε ένα ρευστό ασημόχρωμο μέταλλο, ότι τα μάτια της έλαμπαν σα διαμάντια, ότι οι κινήσεις της ήταν αφύσικες.

Ο φόβος του έγινε ακόμα μεγαλύτερος, αλλά ακόμα παρέμενε καρφωμένος στη θέση του. Η γυναίκα τον πλησίασε. Τα μάτια της κοίταξαν μέσα στα δικά του, σα να κοίταζαν βαθιά μέσα στην ψυχή του. Σαν από μόνα τους, τα χέρια του της πρόσφεραν το περίεργο αντικείμενο.

Αυτή το πήρε, σκούπισε το αίμα από πάνω του και το αγκάλιασε. "Η καρδιά του Κτήνους," του είπε με μια μελωδική, μεταλλική φωνή, "είναι ευαίσθητη. Χρειάζεται αγάπη."

Πράγματι, οι ήχοι της καταστροφής σταμάτησαν. Το κόκκινο φως χάθηκε από τα μάτια της Μηχανής και τη θέση του πήρε ένα απαλό γαλάζιο φως. Σε λίγο είχε επιστρέψει στην τρύπα του, αφήνοντας πίσω του τα αποτελέσματα της βίας: θάνατο και καταστροφή.

Ο Κάρθαμ είχε μείνει άναυδος. Η γυναίκα τον πλησίασε και τα χέρια της αγκάλιασαν το πρόσωπό του. Είχαν μια περίεργη ζεστασιά που τον έκαναν να νιώσει κάπως καλύτερα. "Δεν ήξερες τι θα προκαλούσες," του είπε, "μη νιώθεις ενοχές. Όλοι κάνουμε λάθη. Πάντα υπάρχει ευκαιρία να τα διορθώσεις."

Ο Κάρθαμ είχε μείνει να την κοιτάζει, ταραγμένος από τα όσα είχε δει. "Πώς μπορώ να το κάνω αυτό;" ψέλλισε τελικά.

"Για αρχή θέλω να βρεις τους Αιμοδιψείς. Η βλάσφημη πίστη τους πρέπει να εξαλειφθεί από τον κόσμο μας. Έπειτα θα πρέπει να διαδώσεις το μήνυμα της αγάπης μου. Της αγάπης που θα θεραπεύσει τον κόσμο αυτό από τον πόνο που τον βασανίζει."

Η γυναίκα του γύρισε την πλάτη της και χάθηκε μέσα στη σκόνη που σήκωνε ο αέρας, αφήνοντας τον Κάρθαμ μόνο του. Αυτός, ταραγμένος ακόμα από τα όσα συνέβησαν, τίναξε τα χώματα από πάνω του και ξεκίνησε να επιστρέφει στο σπίτι του, ή τουλάχιστον εκεί που βρισκόταν κάποτε το σπίτι του, χωρίς να γνωρίζει αν είχε γλιτώσει από την καταστροφική μανία της Μηχανής.

"Θεοί!" πήγε να αναφωνήσει, αλλά σταμάτησε. Αντίθετα είπε "Θεά!"

Edited by Nihilio
Link to post
Share on other sites
Nihilio

Η ψηφοφορία αρχίζει. Ας κερδίσει η καλύτερη ιστορία.

Link to post
Share on other sites

Κατέβηκε η Ατρελεγική συμμετοχή; Γιατί μου βγάζει "έρρορ - δις ποστ νταζ νοτ εγκζιστ" ορ σάμθιγκ.

 

Nihilio,

κάτι που μου χτύπησε άσχημα είναι ότι στην πρώτη παράγραφο ξεσπάς μια κοσμογονική μανία πάνω στο κοινό σου - μου φάνηκε σαν too much new vocabulary σε κάθε πρόταση (όχι νοητικά - δεν είναι ακατανόητο(!), αισθητικά - οι συνεχείς επεξηγήσεις κλπ. βαραίνουν την αρχή on the wrong side, νομίζω). Γενικά σαν να 'σνομπάρεις' κάπως τον πρόλογο. I could elaborate... just tell me so.

Διακρίνω θετικά στοιχεία, αλλά θα ξαναδιαβάσω και θα σου πω (αυτά δεν είναι τόσο μπιχλιμπιδέ, αν μου επιτρέπεις).

Ελπίζω αυτή η 'κριτική' να είναι valid εδώ; ακόμη κι αν δεν έχω επιλέξει ακόμη; γράφω σχολιάκια, αν δεν θα έπρεπε πείτε μου - και συγγνώμη!

 

 

Οι Μούσες μαζί σας,

-Ορφέας

Edited by Orpheus
Link to post
Share on other sites
Nihilio

Ορφέα, ο πρόλογος είνα ιπάνω πάνω, γραμμένος από τον Βάρδο. Προς αποφυγή άλλων παρεξηγήσεων τον προσθέτω τώρα στο κείμενό μου.

Link to post
Share on other sites

(Ναι, τον πρόλογο του Βάρδου εννοούσα!

ότι δηλαδή το κείμενό σου μου φάνηκε λίγο ασύνδετο μ'αυτόν)

Link to post
Share on other sites

Ναι, εγώ είμαι που μόλις έδωσε την πρώτη ψήφο του write-off στον Ατρελέγκη. Και τα δύο γραπτά είναι ιδιαίτερα προσεγμένα, αλλά ο Ατρελέγκης με κέρδισε με τη σκοτεινή ιστορία του... Δυστυχώς το γραπτό του Νιχίλιο μου φάνηκε ελαφρώς ξέμπαρκο σε σχέση με τον πρόλογο, και αυτός είναι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο ψήφισα τον Ατρελέγκη.

Link to post
Share on other sites
Eroviana

Η δεύτερη ψήφος προς τον Atrelegis είναι από μένα. Το κείμενό του έδεσε πολύ καλά με τον πρόλογο και είχε μια ονειρική διάθεση που με συνεπαίρνει (Illidan κατάλαβα τι εννοείς για την ομιότητα αλλά δε θα το'βλεπα αν δεν το'χες αναφέρει πρώτα).

 

Nihilio, η ιστορία σου μου άρεσε πάρα πολύ αλλά χάλασες τη σύνδεση. Ο πρόλογος είναι έντονος με τρέξιμο και λοιπά, ενώ εσύ μείωσες το ρυθμό απότομα για να δώσεις πληροφορίες που δε μας ήταν απαραίτητες. Θα μπορούσες να τις δώσεις με τον τρόπο που έκανε ο Atrelegis, κατά την πορεία και λίγες κάθε φορά για να μην καταστρέφεται το κλίμα που θέλεις. Αν θέλεις, φτιάξε έναν νέο δικό σου πρόλογο, στρώσε λίγο την ιστορία και ανάρτησέ την στη βιβλιοθήκη για περαιτέρω κριτική. Πραγματικά αξίζει να μπεις στον κόπο γιατί είναι πολύ καλή ιστορία, αλλά δυστυχώς νομίζω ότι έχασες το write-off κατά τη γνώμη μου πάντα.

Link to post
Share on other sites

Η τρίτη ψήφος στον Atrelegis απο μένα: όμορφη ιστορία (και με κέρδισε παρ' ότι δε μου αρέσουν καθόλου τέτοιου είδους φουτουριστικοί κόσμοι!)

Για μένα ήταν κάτι ανάμεσα σε A.I. και Constantine, όμως ο κόσμος είχε όμορφη δομή και συνέχεια και η ιστορία έδενε υπέροχα με τον πρόλογο! Η, δε, λειτουργία της Μηχανής και ο τρόπος επεξεργασίας του χαρακτήρα ήταν αριστοτεχνικός!

 

Η ιστορία του Nihilio μου φάνηκε όμορφα δουλεμένη, λεξιλογικά άρτια όμως δεν ένιωσα να συνδέεται άμεσα με τον πρόλογο (όπως είπαν και οι προηγούμενοι) και ο κόσμος ήταν πιο ασαφής όσον αφορά στη δομή του.

 

Πολύ ωραίες ιστορίες, πάντως και οι δύο! Υπέροχη μονομαχία! :thmbup:

Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Δεν ψηφίζω τώρα. Θα ψηφίσω σε κάποια ανυποψίαστη στιγμή, όταν έχω αποφασίσει.

 

Για την ώρα, θα σας πω τι νομίζω ότι θα μπορούσατε να βελτιώσετε και οι δύο στο γράψιμό σας.

 

Atrelegis: Ομολογουμένως, τα άλλα πράγματα που έχεις ανεβάσει δεν έχω προλάβει να τα διαβάσω, οπότε, ουσιαστικά, αυτή είναι η πρώτη φορά που διαβάζω κάτι από εσένα. Και ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία.

 

Ξέρεις ποιο πρόβλημα παρατηρήσα; Έχεις πάρα πολύ ενέργεια μέσα σου' πατάς το κουμπί στο ON και την εκτοξεύει όλη μαζί, σαν χείμαρρος. Προσπάθησε να ρεγουλάρεις λίγο την ενέργεια. Ο λόγος είναι πιο δυνατός όταν είναι δεμένος και ακριβής. Αυτό σημαίνει πως είτε πρέπει να γράφεις με περισσότερο έλεγχο είτε πρέπει, όταν διορθώνεις, να μάθεις να σβήνεις και να τροποποιείς. Το κείμενό σου χρειάζεται περισσότερη μορφή, όπως τον πηλό.

 

Επίσης, σταματάς την ιστορία για να μας πετάξεις ένα info-dump το οποίο καταλήγει να είναι μεγαλύτερο από την ίδια την ιστορία. Ε, μα τότε, δε μας διηγείσαι μια ιστορία' μας λες απλά για τον κόσμο που έχεις σκεφτεί. Πρόσεξέ το: άλλο γράφω διήγημα, άλλο γράφω πληροφορίες για τον κόσμο μου.

 

Nihilio: Οι σκηνές σου μπορούν να διαδέχονται με καλύτερο τρόπο η μία την άλλη. Η ιστορία πολλές φορές δε φαινόταν να κυλάει μπροστά στα μάτια μου. Έκανε γκρρρρρρκκκκρρρ-μπονγκ, και συνέχιζε... για να κάνει γκρρρρκρρρρ-μπονγκ μετά από λίγο ξανά. Τι φταίει; Το γεγονός ότι βιάζεσαι. Πάρτο πιο χαλαρά. Απόλαυσε την κάθε παράγραφο, καθώς τη γράφεις. Δες την ιστορία να κινείται μπροστά σου, ομαλά, βήμα-βήμα.

 

Έχετε ακριβώς το αντίθετο πρόβλημα, πάντως, και μου έκανε εντύπωση. Ο Atrelegis πρέπει να κόψει κάτι και ο Nihilio να προσθέσει. Είναι θέμα ισορροπίας.

 

Τέλος, έχετε κάνει και οι δύο κάτι απαράδεκτα συντακτικά λάθη σε ορισμένα σημεία. Όχι τραγικά, απλά απαράδεκτα: γιατί, με λίγη περισσότερη προσοχή, το ξέρω ότι δε θα τα είχατε κάνει.

 

Αυτά. Και, όπως είπα στην αρχή, λέω μόνο τι θα μπορούσατε να βελτιώσετε. Τα πράγματα που ήδη κάνετε καλά --τα οποία δεν είναι καθόλου λίγα-- δεν τα αναφέρω καν. :)

Link to post
Share on other sites
Atrelegis
Δεν ψηφίζω τώρα. Θα ψηφίσω σε κάποια ανυποψίαστη στιγμή, όταν έχω αποφασίσει.

 

Για την ώρα, θα σας πω τι νομίζω ότι θα μπορούσατε να βελτιώσετε και οι δύο στο γράψιμό σας.

 

Atrelegis: Ομολογουμένως, τα άλλα πράγματα που έχεις ανεβάσει δεν έχω προλάβει να τα διαβάσω, οπότε, ουσιαστικά, αυτή είναι η πρώτη φορά που διαβάζω κάτι από εσένα. Και ήταν ενδιαφέρουσα εμπειρία.

 

Ξέρεις ποιο πρόβλημα παρατηρήσα; Έχεις πάρα πολύ ενέργεια μέσα σου' πατάς το κουμπί στο ON και την εκτοξεύει όλη μαζί, σαν χείμαρρος. Προσπάθησε να ρεγουλάρεις λίγο την ενέργεια. Ο λόγος είναι πιο δυνατός όταν είναι δεμένος και ακριβής. Αυτό σημαίνει πως είτε πρέπει να γράφεις με περισσότερο έλεγχο είτε πρέπει, όταν διορθώνεις, να μάθεις να σβήνεις και να τροποποιείς. Το κείμενό σου χρειάζεται περισσότερη μορφή, όπως τον πηλό.

 

Επίσης, σταματάς την ιστορία για να μας πετάξεις ένα info-dump το οποίο καταλήγει να είναι μεγαλύτερο από την ίδια την ιστορία. Ε, μα τότε, δε μας διηγείσαι μια ιστορία' μας λες απλά για τον κόσμο που έχεις σκεφτεί. Πρόσεξέ το: άλλο γράφω διήγημα, άλλο γράφω πληροφορίες για τον κόσμο μου.

 

Τέλος, έχετε κάνει και οι δύο κάτι απαράδεκτα συντακτικά λάθη σε ορισμένα σημεία. Όχι τραγικά, απλά απαράδεκτα: γιατί, με λίγη περισσότερη προσοχή, το ξέρω ότι δε θα τα είχατε κάνει.

 

 

Χε, μάλλον θα πρέπει να προσέχω παραπάνω...ευχαριστώ πάντως! Τώρα θα αφοσιωθώ στη διόρθωση της δουλειάς μου!

Link to post
Share on other sites
Bardoulas©

Παιδιά, γαμάτες και οι δύο ιστορίες. Τυπικά ψηφίζω Nihilio γιατί μ'αρέσει περισσότερο το στυλ γραφής του. Aλλά και εσύ Atrelegis, πρέπει να είχες έμπνευση όταν έγραφες. Αν όχι, τότε είσαι γαμάτος συγγραφέας!

Link to post
Share on other sites

Atreleg, μόλις το διάβασα. Το ύφος σου είναι ωραίο/ποιητκικό, αλλά νομίζω και επιτηδευμένο, σε σημείο κάποιες λέξεις να είναι σχεδόν άστοχες, να υπάρχουν μόνο για τη δαντέλλα. Νομίζω θα μπορούσε να ήταν πιο απέριττο χωρίς να χάσει το 'τραγούδι' που αντηχεί, αυτό το περίεργο παρανοϊκό αλλά και λυρικό τραγούδι (έγραψα πάλι... :bangin: )

 

Nihil, ξαναδιάβασα λίγο την αρχή, για να θυμηθώ το ύφος. Νομίζω θα σε ψηφίσω - ίσως λίγο παράτυπα - μιας και δίνω πολλή σημασία στα μικρά δομικά στοιχεία [όπως οι εκφράσεις]. Γενικά πιστεύω πως θα μπορούσες να γράφεις [ακόμη] καλύτερα (οι συμβουλές του Βάρδου ίσως είναι καλές :p )

 

Υ.Γ.: Οι κριτικές μου προσπαθούν να είναι αντικειμενικές και, κυρίως, ειλικρινείς. Μην με παρεξηγείτε! (γεινκή παρατήρησις, καμμία αφορμή)

 

 

Οι Μούσες μαζί σας,

-Ορφέας

Link to post
Share on other sites
  • 2 months later...

Και μετά από τόσο καιρό, νομίζω ότι αυτό το write-off πρέπει να κυρηχθεί ισόπαλο. Συγχαρητήρια στον Atrelegis για την ιστορία του και καλή τύχη σε επόμενες αναμετρήσεις του.

Link to post
Share on other sites

Φοβερο!Συνηθως η μια ιστορια ειναι αρκετα καλυτερη της αλλης.Παντως θα κατσω να το διαβασω κι εγω-να δωσω τη νικητηρια ψηφο!!! :first:

Link to post
Share on other sites

H ισοπαλία είχε κανονιστεί εδώ και πολύ καιρό, αλλά ναι, έστω και ανεπίσημα θα είναι ευπροσδεκτη η ψήφος σου Χείρονα

Link to post
Share on other sites

Αχα!!"!H ισοπαλία είχε κανονιστεί εδώ και πολύ καιρό"!!!Στημενα παιχνιδια και στο σφφ!!!Τεσπα,αμα τα διαβασω(μ εχει πιασει βαρεμαρα-ασε που εχω και εξετασεις) θα στειλω ποστ αντι να κανω vote.

Link to post
Share on other sites

Δίκαιη η ισοβαθμία.

Θα ήθελα να εκφράσω τη συμπάθειά μου για τη γραφή σου Atrelegis. Σε έχουν πάρει όλοι πρέφα ότι μπορείς να γράψεις-περιγράψεις. Βαρέθηκα όμως. Ήθελα διάλογο, δράση. Περισσότερο τουλάχιστον. Ο κόσμος σου είναι το πλαίσιο, όχι η καθεαυτού ιστορία.

 

Κάτι βέβαια που δε λείπει από τον Nihilio. Τη ρούφηξα την ιστορία σου. ΕΤΗ ΦΩΤΟΣ από την προηγούμενη. Ακόμη βέβαια παρατηρώ πρόβλημα έκφρασης σε αρκετα σημεία, αλλά αυτή η ασυνδετότητα μπορεί να αναχθεί σε προσωπικό στιλ γραφής. Έχεις σκεφτεί να γράψεις σπονδυλωτά?

 

Έχετε ακριβώς το αντίθετο πρόβλημα, πάντως, και μου έκανε εντύπωση. Ο Atrelegis πρέπει να κόψει κάτι και ο Nihilio να προσθέσει. Είναι θέμα ισορροπίας.

 

Ορθότατο.

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..