Ἀπόστολος Βρανᾶς Posted July 19, 2022 Share Posted July 19, 2022 Όνομα Συγγραφέα: Ἀπόστολος Βρανᾶς Είδος ποιήματος: Προσωπικῆς ἀναζήτησης Αριθμός Στίχων: 117 Σχόλια: Τὸ δεύτερο ποίημα τῆς συλλογῆς ΤΑΞΙΔΙ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ, γράφτηκε ἐπίσης κατ'ἐντολὴ τοῦ 'Φοὺ Μὰν Τσού'' ὡς κατ'οἶκον ἐργασία. Μὲ ἔναυσμα τὸ μύθο τῆς Ἀργοναυτικῆς Ἐκστρατείας - ἀνέκαθεν μὲ μαγεύει ἡ μυθολογία καί, δή, ἡ ἑλληνική, κάνω μία ἀναζήτηση ζωῆς καθὼς τὸ Λύκειο τελειώνει καὶ ἀνοίγονται ἀχαρτόγραφητες θάλασσες μπροστά (καὶ ποῦ νά'ξερα ...). Μορφολογικά, εἶναι τὸ μακροσκελέστερο ποὺ ἔχω γράψει καὶ διαιρεῖται στὴν 'εἰσαγωγή' του (καθαρὰ μυθολογικοῦ περιεχομένου καθὼς φαντάζομαι ὅτι ἔχω συμπεριληφθεῖ στὸ πλήρωμα τῆς Ἀργοῦς), τρία 'ἐπεισόδια' καὶ ἕνα δυναμικὸ 'ἐπίλογο'. Ἐμπεριέχει στοιχεῖα τοπικῆς διαλέκτου (π.χ., ἄμποτε, πάλε, μ'ἔλεγες (< μὲ ἔλεγες)) ἀπὸ μιμητισμό (μεγαλώνοντας στὴν Ἀθήνα δὲν τὴν μιλοῦσα πραγματικὰ ἀλλὰ ἦταν μία 'προσθήκη' στὸ ὅλο πακέτο τῶν καλοκαιρινῶν διακοπῶν) καὶ λόγιες ἀναφορὲς (Ἱστορία τοῦ Διογένη, σωκράτειο ἀναφορά), καθὼς μεγάλωσα διαβάζοντας ἀσταμάτητα (πρέπει νὰ εἶμαι ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα παιδιὰ ποὺ ἔχει φάει σκαμπίλι διότι, τὴν ὥρα ποὺ ὑποτίθεται ὅτι μελετοῦσα, ἐγὼ διάβαζα κρυφὰ ἐξωσχολικὰ βιβλία). Καλό μας ταξίδι, λοιπόν, συνSFFναῦτες! ΚΟΛΧΙΔΑ [Ἰωλκός (Μυτιλήνη 11-6-65) - Κολχίδα (;)][1] Στὸ φίλο μου Βασίλη, συναργοναύτη Μαζευτήκαμε λοιπὸν πολλοὶ γιατί ὁ Ἰάσονας ἤθελε λάφυρο τὸ Χρυσόμαλλο Δέρας. - Τὸ Δέρας ἤ μήπως τὴ Μήδεια; 5 μὰ κανείς δὲ ρωτοῦσε. - Μᾶς εἶπε ὅλοι μας νὰ πᾶμε στὴν ὄμορφη Ἰωλκὸ τοῦ βασιλιᾶ Πελία. - Μήπως αὐτὴ ἦταν τὸ πραγματικὸ λάφυρο; μὰ κανεὶς δὲ ρωτοῦσε. - 10 Καὶ κεῖθε μαζεμένοι, στὴν Ἰωλκό, - ἤ μήπως ἦταν στὴν Αὐλίδα; - εἴδαμε τὸ καράβι· τὴν Ἀργώ· αὐτὴν ποὺ τώρα ἐμεῖς οἱ δυό, μοναχικοὶ συναργοναῦτες, κωπηλατοῦμε 15 τραβώντας γιὰ τὴν ἴδια, ἡ κάποιαν ἄλλη, πιὸ μακρινή Κολχίδα. Τώρα κάπου στὸν Πόντο τῆς Ζωῆς ἀράξαμε μὲ τὴν ἄγκυρα τοῦ μυαλοῦ ριχμένη 20 σὲ κάποιο πάγκο ἀπόμερο τῆς νόησης. Καὶ καθὼς ὁ Ἰάσονας σκυμμένος παίζει μελαγχολικοὺς σκοποὺς στὴν κιθάρα, ὁ χρόνος σταματᾶ κι ἀποκοιμᾶται, ἀπορίες ἀναπάντητες μᾶς τυλίγουν 25 σὰν καλοϋφασμένοι ἱστοί ἀράχνης (ἀνεξίτηλες μαῦρες καὶ γκρίζες σκιές) καὶ βυθιζόμαστε ὁ καθένας στὶς σκέψεις του· ἐγὼ στὶς δικές μου, ἐσὺ στὶς δικές σου. Πῶς νά'ναι ἄραγε ἡ Κολχίδα; 30 Τὶ φροῦτα νά'χει στὰ δένδρα, στὰ κλαδιά της; Λωτούς; Πόσο μακριὰ νά΄ναι ἀκόμα; Θὰ φθάσουμε ποτέ; Ἤ μήπως θὰ μᾶς φᾶν οἱ Συμπληγάδες; Καὶ μὲ ρωτοῦσες μὲ τὸ βλέμμα σου· 35 καὶ σὲ ρωτοῦσα μὲ τὸ βλέμμα μου· κι ἀπάντηση δὲν πέρναμε. Ἔπρεπε νὰ περιμένουμε σκυμμένοι στὰ κουπιὰ μέρα καὶ νῦχτα ὡς ποὺ στὸ βάθος νὰ φανεῖ 40 μυστήρια κι ἀπόμακρη ἡ Κολχίδα. Τὸ ἴδιο πάντα βράδυ, ἢ κάποιο ἂλλο ἀπ'τὰ πολλὰ αὐτοῦ τοῦ ταξιδιοῦ, στὸν ἴδιο πάντα πάγκο, ἤ καὶ σ'ἄλλον, ἀραγμένοι 45 ἤπιαμε κόκκινο κρασὶ κι οἱ ἀχνοί του μὲ θολῶσαν τὸ κεφάλι καὶ σοῦ'λεγα ἱστορίες καὶ θύμησες ἀπ'τ'ὄμορφο νησί μου πού, ἂν ἦταν μέρα, ἴσως νὰ βλέπαμε. 50 "Θυμοῦμαι ποὺ μᾶς ἔπαιρνε στὰ γόνατα καὶ ἔλεγε ἱστορίες ὁ παπποῦς ..." Καὶ ἔπειτα, μὲ τὸ μυαλὸ διπλὰ πιὸ θολωμένο, ριχτήκαμε σὲ ξέφρενες διανόησες καὶ σοῦ'πα μισοσοβαρὰ καὶ μισομεθυσμένα: 55 "Σὰν ἄναψε λυχνάρι τὴν ἡμέρα γυρόφερνε ὁ Διόγενης κι ἔλεγε: "..." Μὰ τό'ξερες καὶ σὺ καὶ τό'πες πρὶν ἀπὸ μένα: "Ἄνθρωπο ζητῶ."[2] Καὶ τί'ναι ὁ ἄνθρωπος; Ὑπομονή. ἄς μὴ βιαστοῦμε ν'ἀπαντήσουμε 60 αὺτὸ ποὺ ἡ σκέψη μας δὲ φτάνει. Ἀκόμα στὴν Ἀργὼ λίγες κουπιὲς τραβήξαμε. Δὲ φτάσαμε στὴ μακρινὴ Κολχίδα. Ἄμποτε φτάσουμε ἴσως τότε μπορέσουμε ν'ἀπαντήσουμε 65 Ἔπειτ'ἂν δεῖς τοὺς γλάρους ποὺ πετοῦν πίσω, μπροστὰ καὶ δίπλ'ἀπ'τὴν Ἀργώ μας θὰ καταλάβεις τὶ μικροὶ ποὺ εἴμαστε. Κι ἀπτόητοι τὶς κοῦπες τὸ κρασὶ ἀδειάζαμε κι ἐρωτήματα βάζαμ'ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, 70 συχνὰ πάλε τὰ ἴδια ποὺ λέγαμε πρίν, μέχρι ποὺ ἡ νῦχτα μας κατέβαζε τὰ βλέφαρα. Τότες πηγαίναμε στοὺς πάγκους μας μὲ τὴν ψυχὴ γεμάτη ἀποκρίσεις, μὰ κι ἀπορίες ἀναπάντητες, 75 καὶ λέγαμε μετὰ τὴν "Καληνύχτα": "Αὔριο θὰ τ'ἀπαντήσουμε σὰν φτάσουμε στὴν Κολχίδα." Κι ἄλλοτες πάλε, ὅταν ἀντάμα τραβάγαμε κουπί, 80 μὲ ρώταες: "Πῶς νά'ν'οἱ Συμπληγάδες;" Μὰ γὼ μονάχα κάτεχα τὸ μῦθο γιὰ τὶς πέτρες π'ἀνοιγόκλειναν. Καὶ μ'ἔλεγες: "Πῶς νά'ν'οἱ Συμπληγάδες τῆς ζωῆς;" Καὶ τότες σώπαινα, χαμένος στὸ ἐρώτημα 85 ποὺ φώλιαζ'ἄγριο καὶ στὴ δική μου ψυχή. Κι ἀναρωτιόμουν ἂν μπροστά των ἀνάμεσά μας θὰ βασίλευ'ἡ διχόνοια. Μὰ τὸ χαμόγελό σου, ζεστό, ἔδιωχνε τὶς ἄσχημες σκέψεις καὶ μὲ σιγούρευε 90 πὼς ἂν περνούσαμε θὰ τὶς περνούσαμε μαζὶ τὶς Συμπληγάδες στὴν ἴδια γιὰ νὰ φτάσουμε Κολχίδα ... Αὐτὸ ἐδῶ τὸ ναυτικὸ ἡμερολόγιο 95 ἄς μείνει ἔτσι· ἀτέλειωτο. Μέσ'στὴν μποτίλια τὸ ρίχνω στὸ κῦμα, ἔτσι ἀτέλειωτο ἡ θάλασσα νὰ τὸ ξεβράσει σὲ μέρη ἀνθρώπων ποὺ δὲν ξεκίνησαν ποτὲ γιὰ τὴν Κολχίδα. 100 Ἀτέλειωτο ἂς μείνει κι ἂς συμπληρωθεῖ θὲς πὲς μέσ'στὸ παλάτι τοῦ Αἰήτη, θὲς πὲς μὲ τὸ αἷμα τοῦ Δράκοντα κάτ'ἀπ'τὴ δρὺ στὴ λεία πλευρὰ τοῦ Χρυσόμαλλου Δέρατος. Γιατὶ μεγάλη ὕβρι τὸ θεωρῶ 105 νὰ πεῖς γιὰ τὴν Κολχίδα χωρὶς κὰν τὶς ἀκτές της νά'χεις πατήσει. - "Γηράσκω ἀεὶ διδασκόμενος" πού'λεγε κι αὐτός ὁ ἀγέραστος γέρων. - Καὶ μεῖς, τολμηροὶ θαλασσοπόροι, 110 τὸ μπουκάλι ἀφήνουμε πίσω καὶ ξανὰ προχωρᾶμε ἐμπρὸς μέσ'ἀπ'ἀφροὺς κι ἁρμύρα ἀτενίζοντας. Μά, ἂν ποτὲ στεριὰ στὸν ὁρίζοντα φανεῖ, ἂς πάρουμε στὰ χέρια μας τὸ διάκι, 115 ἂς μὴν ἀφήσουμε τὸν Ἰάσονα κυβερνήτη κι ἂς ὁρίσουμε ἐμεῖς τὴ δικιά μας Κολχίδα ... [1] Α' Σχεδίασμα: Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 1983 Β' Σχεδίασμα: Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 1983 Γ' Σχεδίασμα: Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 1984 [2] Λύχνον μεθ' ἡμέραν ἅψας, περιήει Διογένη λέγων “Ἄνθρωπον ζητῶ!”. (Διογέν. Λαέρτ. Ο , 41) 1 Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Recommended Posts
Join the conversation
You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.