Jump to content

ΤΑΞΙΔΙ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ - ‘’... Μὲ τὸ Τόξο μου Σκότωσα τὸ Ἄλμπατρος ...’’


Ἀπόστολος Βρανᾶς

Recommended Posts

Όνομα Συγγραφέα: Ἀπόστολος Βρανᾶς
Είδος ποιήματος: Προσωπικῆς ἀναζήτησης, λυρικό
Αριθμός Στίχων: 68
Σχόλια: Ὄχι κατ'ἐντολὴν τοῦ 'Φοὺ Μὰν Τσού' ἀλλὰ τὸ διάβασε (σιγὰ μὴν τὸ ἔχανε ...), τὸ τρίτο κατὰ σειρὰ ποίημα τῆς συλλογῆς, τὸ 'Ἂλμπατρος', σηματοδοτεῖ μία ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀποτυχίες μου στὴ ζωή: νὰ ἔχω μία ἰσορροπημένη, ἀμοιβαίως ἰκανοποιητικὴ και ἐπωφελὴ σχέση μὲ τὸν Πατέρα προφανῶς, τὸ λάθος ἦταν καὶ τῶν δυό μας: ἐκεῖνος δυναστικὰ αὐστηρός, ἐγὼ ἀντιδραστικὸς 'ἐπαναστάτης'· ἐκεῖνος μονολιθικός, ἐγὼ πάντα πιὸ διαλλακτικός· καὶ οἱ δύο μας ὀξύθυμοι καὶ πεισματάρηδες, ἀνίκανοι γιὰ τὴν ὅποια παραχώρηση καὶ μὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ ἔχει ὁ καθένας μας τὴν τελευταία λέξη ...  Δυστυχῶς, παρὰ τὴν ἀναντίρρητη ἀμοιβαία ἀγάπη μας, θυμᾶμαι περισσότερους καυγάδες μαζί του ἀπ'ὅλες τὶς ἄλλες μαζὶ ἀναμνήσεις μου ἀπὸ αὐτόν ...
Τελικά, πολλὰ χρόνια ἀργότερα, ἐνήλικος πλέον, τοῦ τὸ ἔδωσα νὰ τὸ διαβάσει ἀλλά, εἴτε ἐπειδὴ δὲν τὸ εἶχε μὲ τὴ σύγχρονη ποίηση (εἶχε πεῖ στὸν Ἐλύτη νὰ παρατοῦσε τὰ ποιήματα (!!!) καὶ νὰ ἐμενε στὰ πεζὰ 'ὅπου τὰ πήγαινε πολὺ καλύτερα' ... - ποιὸς ἀλήθεια δὲ ριγεῖ διαβάζοντας τὴν 'Πορεία πρὸς τὸ Μέτωπο' ἀπὸ τὸ 'Ἄξιον Εστί';) ἢ διότι δὲν ἤθελε νὰ παραδεχθεῖ ὅτι εἴχαμε τσακίσει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, μοῦ εἶπε ὅτι δὲν τὸ κατάλαβε ...


Τὸ 'Ἄλμπατρος' θεωρήθηκε ἀπὸ ὅσους φίλους τὸ διάβασαν μία ἀπὸ τὶς ποιητικὲς κορυφώσεις μου, κυρίως λόγῳ τῆς στυλιστικῆς του ἀρτιότητας: μεταφορές, ἐπαναλαμβανόμενη χρήση τῆς ἀσύνδετης παραθετικῆς τριπλέττας, ἀλλαγὴ μέτρου στὸ κρίσιμο σημεῖο, ...  Παρ'ὅλ'αὐτά, γιὰ εὐνόητους λόγους, ὅποτε τὸ ξαναδιαβάζω, μοῦ ἀφήνει μία πικρὴ γεύση ('aftertaste' στὴ γλῶσσα τοῦ Coleridge) στὸ στόμα!

 

 

"... ΜΕ ΤΟ ΤΟΞΟ ΜΟΥ ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΟ ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ ..."[1]

 

                                                       Στὸν πατέρα μου,
                                                       ποὺ ὅμως δὲν ξέρω ἄν θὰ βρῶ
                                                       ποτὲ τὸ θάρρος νὰ τοῦ τὸ δώσω

 

            Ποιὸς πόνος, ποιὰ ὀργή, ποιὰ θλίψη
            θρυμμάτισε τὴ βραδυνὴ ἠσυχία;

 

            Ἴσως ὁ γλάρος ποὺ πετοῦσε ἀργὰ
            καί, σὰν πλησίαζε, μεγάλωνε στὸ μάτι
  5        καὶ θύμιζ'ἕνα τοξεμένο ἄλμπατρος
            κάποιου χαμένου στοὺς αἰῶνες ποιητῆ.

 

            "... Ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάει, Γερο-Ναύτη,
            ἀπ'τὰ θεριὰ ποὺ σὲ μαστίζουν ἔτσι ...
            ... –Μὲ τὸ τόξο μου σκότωσα τὸ Ἄλμπατρος ..."[2]

 

10        Αὐτὰ τὰ λιγοστὰ σβησμένα λόγια
            - τὰ μόνα ποὺ θυμοῦμαι ἀπ'ὅλη τὴ γραφή -
            καὶ κάποιες σκέψεις θλιβερὲς
            ποὺ ἐνοχὲς καὶ κατηγόριες μοιάζουν ...

 

            Ἕνας γλάρος, τρεῖς στίχοι καὶ σκέψεις ...

 

15        Μὲ μόνη μουσικὴ τὸ φτεροκόπημα
            - ἀθόρυβο – τοῦ γλάρου μέσ'στὴ νύχτα,
            κοιτῶ σιωπηλὸς τὴ θάλασσα· γαλήνια
            καὶ συλλογιέμαι, ἀναζητῶ, θυμοῦμαι ...

 

            Ποιὸς πόνος;  Ποιὰ οργή;  Ποιὰ θλίψη;
20        Τὰ θρύμματα τῆς σιγαλιᾶς σκόρπισαν γύρω.

 

            Ἦταν ὁ γλάρος ποὺ πετοῦσε ἀργὰ
            καί, σὰν πλησίαζε, μεγάλωνε στὸ μάτι
            καὶ παλιὰ θύμιζε ξέθωρα λόγια,
            τυραννικὲς μνῆμες ἀνάδευε μέσα μου .

 

25        Κι ἐγὼ στὰ γόνατά μου ἀκουμπῶ
            ἕνα τόξο τοῦ πόνου καὶ τοῦ ὀνείρου.
            Ἡ χορδή του ἔχει τοὺς δικούς της ἤχους,
            ἤχους, νότες, μελωδία ὁλόκληρη,
            μιὰ μελωδία ποὺ τ'αὐτιά μου ξέρουνε καλά,
30        ποὺ τὴν ἀκοῦν συχνά, πολλὲς βραδιές,

            ὅταν τὸ Ἄλμπατρος στριφογυρνᾶ
            πάνω ἀπ'τ'ἀνύσταγο κεφάλι μου.
            Ἀντιλαλοῦνε δυνατὰ οἱ κρωγμοί του·
            κρωγμοί, κραυγές, ανθρώπινες φωνές,

 

35        ἡ πατρικὴ φωνὴ ποὺ μὲ ρωτᾶ
            καὶ συλλογιέται, ἀναζητεῖ, ἀγωνιᾶ γιὰ μένα.
            Καὶ πιότερο, ἴσως νὰ ψάχνει νὰ μὲ βρεῖ·
            νὰ βρεῖ ἐμένα ..., τὸ μικρό του γιό ...
            Μὰ δὲν μπορεῖ.  Τὸ βλέμμα του δὲν πέρασε ποτὲ
40        κάτω ἀπ'τὸ προσωπεῖο ποὺ φορῶ.

            Πίσω του κρύβομαι Ἐγώ, ἀγνὸς κι ὁλόγυμνος,
            χωρὶς καλλωπισμούς καὶ πανοπλίες,
            χωρὶς ψευτίδια ποὺ στραβώνουνε τὴ βλέψη.
            Κι ἐγώ, τὸ δέχομαι, εἶμ'ἄνθρωπος μὲ λάθη
45        ὅπως ὅλοι - μ'ἀκοῦς, Ἄλμπατρος;

            Κι ἕν'ἀπ'τὰ λάθη ποὺ μοῦ φόρτωσε ἡ φύση
            εἶναι νὰ μὴν ἀντέχω τοὺς κρωγμούς σου·
            ἔνοχος ἐγώ (;) γιατὶ μιλᾶνε την αλήθεια (;).
            Ἀποδοχή, συμβιβασμό, εἰρήνη. ἄλλο δὲ θέλω ...
50        Τώρα σωπαίνω ἐγώ καὶ τ'Ἄλμπατρος φωνάζει.

            Μέσ'στὴ νυχτιὰ  πλανιέται ἀπὸ πάνω.
            κρώζει καὶ γὼ φοβᾶμαι. πάντα φοβόμουν.
            Κλείνομαι στὴ σιωπή μου. κλαίω.
            Μὰ καυτὰ δάκρυα  δὲν κυλοῦν στὰ μάγουλα.
55        τὸ προσωπεῖο δὲν τ'ἀφήνει νὰ τρέξουν.

            (Τὸ προσωπεῖο ποὺ χαμογελάει τώρα.)
            Μόνο τὰ χέρια μου τεντώνουνε τὸ τόξο,
            βάζουν στὴ θέση του τὸ βέλος τοῦ θυμοῦ.

 

            Ποιὸς πόνος;  Ποιὰ ὀργή;  Ποιὰ θλίψη;
60        Πῶς χάλασε καὶ τούτη ἡ βραδιά;

 

            Ὤ!  Τὸ Ἄλμπατρος ἔπεσε μέσα στὰ θρύμματα
            - κοφτερά – τῆς χαμένης σιωπῆς,
            καὶ αὐτὰ μέσ'στὸ σῶμα του χώθηκαν
            καὶ βαφτήκανε πόρφυρ'ἀπ'τ'ἄπλετο αἷμα ...

 

65        ... Ὁ Θεὸς νὰ σὲ φυλάει, Ποιητή,
            ἀπ'τὰ θεριὰ ποὺ σὲ μαστίζουν ἔτσι ...
            ... –Μὲ τὸ τόξο μου σκότωσα τὸ Ἄλμπατρος ...

 

            Ἡ νέμεση δὲν ἦρθε οὔτ'ἀπόψε στὴν ψυχή μου ...

 

[1] Α' Σχεδίασμα: Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 1984
     Β' Σχεδίασμα: Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 1984
     Γ' Σχεδίασμα: Σάββατο, 12 Μαϊου 1984

[2] "... God save thee, Ancient Mariner,
     from the fiends that plague thee thus.
     (Why lookst thou so?)
     -With my crossbow I shot the Albatross ..."

                                                                             "The Rhyme of the Ancient Mariner"
                                                                             Samuel Taylor Coleridge (1772 - 1834)

  • Like 3
Link to comment
Share on other sites

στο πρόσωπό σου
έχεις πάντοτε ένα χαμόγελο
λες και θέλεις να μου υπενθυμίζεις
τι σημαίνει να ζει κανείς με δεκανίκια

ζεις με την ανάγκη
ν' αγγίξεις τον κόσμο
με τα χεράκια σου
για να μου τον περιγράψεις

μα όσο καλές κι αν φαίνονται
πάνω στο χαρτί οι γραμμές σου
δεν το μπορώ να βαδίσω ταυτόχρονα
πάνω σε δυο μονοπάτια

είμαι κράμα των ανθρώπων
που πάντα κάτι τους λείπει
μα έχουν χαθεί οριστικά
και βλέπουν μόνο ό,τι δεν υπάρχει

ζω με την ανάγκη
να κομματιάσω τον εαυτό μου
για να μου αποδείξω πως
τίποτε καλό δεν κρύφτηκε ποτέ μέσα

μίλησέ μου με τη δεύτερη φωνή σου
εκείνη που κρατάς ταπεινή
και που φτάνει στ' αυτιά μου
χωρίς περιττές μελωδίες

τη νιώθω να ζει μέσα σου
και ν' ανθίζει, πάντοτε την ένιωθα
απαλή, χαμηλή, σκοτεινή και γήινη
γεμάτη παλμό, δίνει τόσο όγκο στην πρώτη

κι αν καταφέρω να φτάσω στην άλλη πλευρά
ίσως να 'σαι κι εσύ εκεί και να περιμένεις
κι αν με δεις να 'ρχομαι
ίσως και να με καλωσορίσεις

 

  • Like 2
Link to comment
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..