Jump to content

Εν Αρχή ην ο Λόγος. Εν Αρχή ην η Δράση.


Ιρμάντα

Recommended Posts

Εν αρχή ην ο Λόγος. Εν αρχή ην η Δράση.

Ποια τάση από τις δύο ακολουθούμε; Ως Έλληνες, θα έλεγα μάλλον την πρώτη. Τείνουμε να καλολογούμε, να περιττολογούμε, να πολυλογούμε. Τείνουμε κάποιες φορές να θεοποιούμε τα περιγραφικά μας κομμάτια, τις συντακτικές μας ακροβασίες και τις λεξιπλασίες μας. Λατρεύουμε σαν παιδιά μας τα όσα δημιουργούμε. Δεν θα αναρωτηθούμε εδώ αν είναι αυτό αμιγώς ελληνικό χαρακτηριστικό, γιατί τότε το άρθρο θα ξέφευγε από το σκοπό του και θα πλάτειαζε, χωρίς ουσιαστικά να μπορεί και να καλύψει το θέμα. Σίγουρα σε μεσογειακούς λαούς είναι πιο συνηθισμένο το φαινόμενο της μακρολογίας. Πολλοί διατείνονται πως έχει να κάνει κυρίως με τις καιρικές συνθήκες: όταν ο καιρός είναι γλυκός, ο άνθρωπος γίνεται εξωστρεφής, μιλάει πολύ, χρησιμοποιεί περισσότερα φωνήεντα. Αυτή η τάση ίσως επιβιώνει και στο γραπτό λόγο. Εκείνο όμως που ουσιαστικά θα μας απασχολήσει εδώ είναι το κατά πόσο είναι αρνητική αυτή η τακτική. Συμβαίνει κυρίως στην αρχή ενός κειμένου; Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε ένα κείμενό μας;

Είναι σύνηθες στην αρχή να τοποθετούμε τα κομμάτια μας στην σκακιέρα. Με συγγραφικούς όρους, αυτό σημαίνει πως θα προσπαθήσουμε – οι περισσότεροι από εμάς – να οριοθετήσουμε το χώρο και το χρόνο μας, τα κτίσματα και τα τοπία μας, το παρελθόν, τις σκέψεις, τα συναισθήματα όσων μέλλονται να παίξουν το ρόλο τους στην ιστορία μας. Αυτό δεν είναι εντελώς παράλογο ούτε εντελώς κακό. Κάποιες φορές είναι και απαραίτητο, ειδικά αν θέλουμε να θέσουμε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο για το οποίο ο αναγνώστης δεν έχει την παραμικρή ιδέα και κινδυνεύει να μην κατανοήσει την ιστορία μας αν δεν το κάνουμε. Το μυστικό εδώ, όπως και στα περισσότερα πράγματα, είναι οι αναλογίες. Ουδείς γνωρίζει πως ζούσαν οι άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη του 1300, εκτός και αν είναι ιστορικός. Εμείς οι υπόλοιποι, έχουμε ίσως μια γενική ιδέα. Ουδείς γνωρίζει την ιστορική και πολιτισμική συνθήκη της Μέσης Γης – όταν κυκλοφόρησαν τα βιβλία το 1954 τουλάχιστον κανείς δεν τη γνώριζε. Ουδείς γνωρίζει τη συνθήκη διαβίωσης σε μια μακρινή εποχή, σε μια φανταστική ήπειρο, σε έναν κόσμο με δύο φεγγάρια, με επτά είδη μαγείας, με ομιλούντα άλογα ή κερασφόρους θεούς ή τι επικρατεί σε έναν μακρινό πλανήτη, όπου λίγοι γενναίοι εργάτες, επιστήμονες, στρατιωτικοί παλεύουν με συνθήκες γεωμορφοποίησης. Επειδή μας είναι ανοίκεια όλα τα παραπάνω είναι δεδομένο ότι με κάποιον τρόπο πρέπει να τα πληροφορήσουμε στον αναγνώστη, πριν μπούμε στο ζουμί της ιστορίας, ώστε να μπορέσουν να μας παρακολουθήσουν απρόσκοπτοι. Όμως πόσο πολύ θα μας πάρει αυτό; Πότε οι περιγραφές μας θα κουράσουν αντί να πληροφορήσουν; Υπάρχουν τρόποι να γίνει ευκολότερη η όλη διαδικασία για τον συγγραφέα και λιγότερο βαρετή για τον αναγνώστη;

1. Η μεγάλη απόφαση. Όσα γράφουμε δεν θα συμπεριληφθούν στο γραπτό μας. Είναι δεδομένο. Το έχουμε ξαναπεί, το λέμε ακόμη μια φορά. Φτιάξτε τους χάρτες σας, τα γενεαλογικά σας δέντρα, τις μικρές παλιές ιστορίες του κάθε προσώπου, της κάθε δυναστείας, του κάθε τάγματος. Δεν θα συμπεριληφθούν όλα στην έκδοση μας και όσο νωρίτερα το πάρουμε απόφαση, τόσο λιγότερο θα πληγωθούμε.

2. Ωστόσο πρέπει να τα έχουμε υπόψη όλα αυτά σε έναν νέο κόσμο που φτιάχνουμε. Ειδικά σε high fantasy σύμπαντα είναι καλά να ξέρουμε πως λειτουργεί ο κόσμος μας  σε γενικές γραμμές. Ανάλογα βέβαια εδώ πως λειτουργεί ο κάθε συγγραφέας: κάποιοι ανακαλύπτουν λεπτομέρειες όσο γράφουν. Σε αυτή την περίπτωση προσέξτε να μην γράψετε κάτι που μπορεί να αναιρέσει ή να έρθει σε σύγκρουση με κάτι που έχετε γράψει προηγούμενα. Ή αν το γράψετε, να το δείτε πριν το δουν εκεί έξω.

3. Προσπαθήστε να περιορίσετε τις περιγραφές, τις εξηγήσεις, τις αναδρομές, τις χωροχρονικές συνθήκες σας σε μικρά διάσπαρτα expositions. Αυτό θα κουράσει λιγότερο, θα δώσει ενδιαφέρουσα εναλλαγή δράσεων / εξηγήσεων και θα καταστήσει το γραπτό σας πιο ζωντανό.

Και, έχοντας θέσει τις παραπάνω γενικές αρχές, ας προχωρήσουμε στο κυρίως θέμα μας, που είναι το διήγημα, η έναρξή του και το πώς πρέπει να διαχειριστούμε την πληροφορία εντός του περιορισμένου κειμένου.

4. Εν αρχή ην ο Λόγος. Αυτή η ευαγγελική ρήση φαίνεται πως τιμάται ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα. Πραγματικά κάποιοι συγγραφείς δεν λένε να βάλουν φρένο. Και κάποιοι πολιτικοί επίσης αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας. Αραδιάζουν το backround της ιστορίας τους ατελείωτα ακόμη και αν αυτή η ιστορία μια βινιέτα. Και έχουμε το φαινόμενο ενός διηγήματος που σέρνεται στην αρχή υπό το βάρος των περιγραφών και κατόπιν εκτινάσσεται ασθμαίνοντας για να προφτάσει να ολοκληρώσει την δράση.

Το πρόβλημα εδώ, όπως και στα πάντα, είναι η σωστή αναλογία. Ο συγγραφέας που έχει την τάση να πολυλογεί – και, ναι, το ξέρουμε αν ανήκουμε σε αυτή την κατηγορία και χωρίς να μας το πουν – είναι χρήσιμο να σχεδιάσει για την δουλειά του ένα διαφορετικού είδους πλάνο: ένα πλάνο δράσεων και ρυθμού. Για να το πράξει αυτό, θα πρότεινα να θέσει στον εαυτό του μερικά πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα:

·       Τι ιστορία έχω να πω; Τι συμβαίνει δηλαδή στην ιστορία μου, ποια η πλοκή της, πώς αρχίζει, πού θέλω να την οδηγήσω. Πόσες οι δράσεις στην ιστορία μου; Ο Α ξεκινάει για το σημείο Β, εφόσον του έχει συμβεί το Γ. Στο δρόμο συναντά τον Δ και την Ε και στο τέλος πετυχαίνει το Β εφόσον έχει αντιμετωπίσει το Γ και ίσως ακόμη άλλα πράγματα. Το πλάνο της ιστορίας είναι σημαντικό, για να ξέρουμε πώς θα διαρθρώσουμε με αρμονικό τρόπο τις ψηφίδες των δράσεών μας. Εννοείται πως μπορεί, γράφοντας, να αλλάξετε γνώμη για τις δράσεις και τη σημασία τους. Ας αρχίσουμε όμως θέτοντας αυτό το ερώτημα.

·       Πόσες λέξεις έχω στη διάθεσή μου; Κάποιες φορές δεν υπάρχει όριο. Αν όμως πρόκειται για διαγωνισμούς, για πιθανές εκδόσεις σε έντυπο όπου ο χώρος είναι περιορισμένος, τότε γεννάται θέμα.

·       Πόσες περίπου λέξεις πρέπει να αφιερώσω στην κάθε μία δράση μου;

·       Πόσο σημαντική είναι μία δράση έναντι μίας άλλης; Πόση έκταση πρέπει να δώσω στην συνθήκη του κόσμου μου χωρίς να επιβαρύνω τη δράση, χωρίς να την πνίξω; Ειπώθηκε ήδη πως αυτά μπορεί να αλλάξουν, αλλά ας ξεκινήσουμε έχοντας ένα βασικό μπούσουλα.

5. Εν αρχή ην η Δράση:  (Αξίζει να σημειωθεί πω η φράση αυτή απαντάται στον Φάουστ του Γκαίτε. Εν αρχή ην η Πράξις, η γενεσιουργός φλόγα σε κάθε εξέλιξη. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο Γκαίτε είναι Γερμανός, σε αντιδιαστολή με το τόσο αγαπητό σε μας τους Έλληνες Εν αρχή ην ο Λόγος. Ελληνική vs γερμανική νοοτροπία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και συνεχίζουμε.) Στο speculative fiction εισάγουμε τον αναγνώστη σε άγνωστο κόσμο και αισθανόμαστε την υποχρέωση να τον ξεναγήσουμε προηγουμένως, για να μην χαθεί. Δεν είναι πάντα έτσι. Ειδικά στα διηγήματα, είναι μάλλον καλύτερο να πετάξετε τον αναγνώστη σας στη δράση για να τραβήξετε την προσοχή του από την αρχή. Δηλώστε εξηγήσεις κατά τη διάρκεια της ιστορίας, όχι στην αρχή της. Μέσα από ένα διάλογο -προσοχή και εδώ, μην φανεί πιο βαρύς και επεξηγηματικός από όσο χρειάζεται- μέσα από μια αναδρομή, μέσα από το συμβουλευτικό κήρυγμα που θα κάνει ο δάσκαλος στο μαθητή ή ο γονέας στο ανυπάκουο παιδί του. Σπάστε την πληροφορία του κόσμου σας σε μικρά κομμάτια και σκορπίζετε τη όπου χρειάζεται για να μπορεί κάποιος να παρακολουθήσει τη δράση με άνεση.

6. Εν αρχή ην η Δράση – αλλά πώς; Βασική συμβουλή για τη συγγραφή ενός διηγήματος είναι το να μην χρονοτριβούμε. Δεν έχουμε άπειρο χρόνο, ο αναγνώστης που θα επιλέξει να διαβάσει τη δική μας σύντομη ιστορία αντί ένα εκτενέστερο κείμενο επίσης δεν έχει άπειρο χρόνο. Θέλει κάτι σφικτό και συμπαγές, που να του κρατήσει το ενδιαφέρον. Εστιάστε στην ιδέα σας όσο μπορείτε. Δημιουργήστε απορίες στον αναγνώστη σας, γιατί συμβαίνει αυτό, πώς θα εξελιχθεί το άλλο, τι ψάχνει ο τάδε, πότε θα εμφανιστεί ο δείνα. Απορίες στις οποίες ο αναγνώστης θα περιμένει να βρει την απάντηση. Φροντίστε να θέσετε τα ερωτήματά σας όσο μπορέσετε πιο νωρίς. Επίσης, στοχεύστε όσο μπορείτε στο συναίσθημα του αναγνώστη σας. Κάντε τον να νοιαστεί. Αυτό γίνεται με απόδοση συναισθήματος, προφανώς, ωστόσο όχι απαραίτητα με tell. Δείξτε το συναίσθημα του ήρωά σας. Κάντε τον αναγνώστη να νιώσει εξίσου ενθουσιασμένος με τον ήρωά σας, εξίσου, τρομαγμένος, εξίσου ερωτευμένος, εξίσου πελαγωμένος.

Μερικοί τρόποι να εκκινήσετε το διήγημά σας χωρίς μακροσκελείς περιγραφές:

·       Ήδη ειπώθηκε ότι μπορείτε να δοκιμάσετε εν μέσω μιας δράσης. Συνήθως αυτό το αφηγηματικό σχήμα ονομάζεται in media res, η ιστορία έχει ήδη ξεκινήσει και πιάνουμε το νήμα της από κάποιο σημείο κατά τη διάρκεια της εξέλιξής της.

·       Μπορείτε επίσης να εκκινήσετε με διάλογο. Ο Παύλος έστριψε τσιγάρο, το άναψε, με κοίταξε. «Δεν μου τα λες καλά, Μαρικάκι» είπε. «Δεν μου τα λες καθόλου καλά.» Ήδη, σε αυτό το παράδειγμα, αναρωτιόμαστε. Ποιος είναι ο Παύλος, ποια η σχέση του με το Μαρικάκι, τι είναι αυτό που δεν του λέει καλά.

·       Πάντα μπορείτε να ξεκινήσετε με μια αλλόκοτη φράση, με μία αλλόκοτη κατάσταση που σίγουρα θα λειτουργήσει ως δόλωμα για την προσοχή του αναγνώστη. Ο Πέτρος ξεβίδωσε το παρελθοντικό του μάτι, έστριψε τσιγάρο, το άναψε. «Δεν μου τα λες καλά Μαρικάκι», και τα λοιπά και τα λοιπά. Εδώ ο Πέτρος διαθέτει ένα ιδιαίτερο μάτι που εκτός του ότι μπορεί να το αποσυνδέει κατά βούληση από το οπτικό του σύστημα, προφανώς διαθέτει και ιδιαίτερες ικανότητες. Είναι ένα μάτι παρελθοντικό. Μπορεί να δει το παρελθόν; Πάντα; Και πόσο μακριά και παλιά μπορεί να φτάσει, ποιο παρελθόν βλέπει και ποιου το παρελθόν; Πόσοι το διαθέτουν; Δηλώνει κάποια τάξη, κάποια κάστα;  Έτσι, με μία τέτοια πρόταση, έχουμε ανοίξει ένα πλήθος προοπτικών που οδηγούν σε ένα αλλιώτικο σύμπαν από το δικό μας, όπου τα μάτια μας πλην ατυχών συγκυριών μένουν στη θέση τους και βασικά βλέπουν όσα είναι μπροστά μας -ενίοτε, ούτε αυτά.

·       Να θυμάστε ότι ένας τρόπος να εστιάσετε στην ιδέα σας, όπως και να δημιουργήσετε απορίες στον αναγνώστη είναι μέσω αυτής εδώ της αλλόκοτης αρχικής φράσης. Πλέον θέλουμε να μάθουμε τι σόι μάτι διαθέτει ο Πέτρος. Σε άλλα παραδείγματα: Ο καθηγητής Παπαστεργιόπουλος εδώ και χρόνια πάλευε να φτιάξει μία χρονομηχανή. Η Ελεάννα δεν έλεγε σε κανέναν πως διέθετε δύο καρδιές, τη μία σφηνωμένη βαθιά στη βάση του κρανίου της. Ξημέρωσε μία μέρα ηλιόλουστη, συνηθισμένη, μέχρι που άρχισε να βρέχει. Καρεκλοπόδαρα. Στην κυριολεξία, έβρεχε πόδια από καρέκλες, ίσως και τραπέζια. Έπρεπε να πάω στη δουλειά φορώντας κράνος. Αυτές οι εισαγωγές είναι βέβαια παραδειγματικές και αν κάποιος θέλει να πειραματιστεί με κάτι παρόμοιο μπορεί να το κάνει. Με τέτοιου είδους φράσεις ο αναγνώστης θέλει να μάθει πώς και γιατί βρέχει καρεκλοπόδαρα, τι θα κάνει η Ελεάννα με τις δυο καρδιές της και πώς τις απέκτησε και ούτω καθ’ εξής.

Να θυμάστε: όσα ερωτήματα έχουν τεθεί πρέπει να απαντηθούν. Αν δεν απαντηθούν, αυτό πρέπει να γίνει με τρόπο που να δείχνει ότι ο συγγραφέας επέλεξε να μην αποκαλύψει, ή να υπονοήσει μία διττή λύση στην ιστορία του. Να μην μοιάζει σαν να ξεχάστηκε.

 (Στο παρόν άρθρο έγινε αναφορά σε τρόπους εισαγωγής ενός διηγήματος, προκειμένου να μην πλατειάσουμε. Στο επόμενο άρθρο θα ασχοληθούμε με τεχνικές και παραδείγματα ολοκλήρωσης του διηγήματος.) 

Περισσότερα για διηγήματα και τάσεις πλατειασμού εδώ και εδώ.

Edited by Ιρμάντα
  • Like 4
Link to comment
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
  • Upcoming Events

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..