Jump to content

Write Off #17


Nihilio

Recommended Posts

Nihilio

edit 7/1/09: ένδειξη poll drowvarius 3 King Volsung 4

 

 

Η νύχτα είχε ρίξει το αστρόπλεχτο πέπλο της, καλύπτοντας το φως του ήλιου, όταν οι προσκυνητές μαζεύτηκαν γύρω από τον τύμβο. Στα χέρια τους κρατούσαν πυρσούς και φορούσαν όλοι τους λευκούς χιτώνες. Φτάνοντας εκεί κάρφωσαν τους πυρσούς στο χώμα και ένωσαν τα χέρια τους σε ένα μεγάλο κύκλο ψέλνοντας ύμνους που είχαν να ακουστούν αιώνες.

Ο Τύμβος βρισκόταν σε ένα από τα ξέφωτα του Μεγάλου Δάσους, χτισμένος προς τιμή ενός από τους μεγαλύτερους ήρωες του παλιού καιρού, τα κατορθώματα του οποίου είχαν περάσει πλέον στη σφαίρα του μύθου.

Ως πρώτη απάντηση στους ύμνους των προσκυνητών ήρθε η σιωπή του δάσους: τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν, τα τζιτζίκια σώπασαν, ο άνεμος δε ψιθύρισε πια ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων. Μόνο οι ψαλμοί γέμιζαν το νυχτερινό αέρα.

Ακολούθησε ένας τριγμός του εδάφους, σαν κάτι να ανασάλευε κάτω από το χώμα. Και ξάφνου ένα χέρι πετάχτηκε από τον τύμβο, τινάζοντας γύρω του χώματα. Φορούσε ένα σκουριασμένο μεταλλικό γάντι, που έτριζε καθώς τα δάχτυλά του άνοιγαν και έκλειναν.

Οι ψαλμοί σταμάτησαν, καθώς οι προσκυνητές κοίταζαν έκπληκτοι τον νεκρό να σηκώνεται από τον τάφο του, τινάζοντας από πάνω του τα χώματα που τον κάλυπταν τόσους αιώνες, ανίκανοι να κατανοήσουν αυτό που έβλεπαν.

 

------------

Μέχρι 2000 λέξεις, 15 ημέρες.

Edited by Nienor
Link to post
Share on other sites
  • 1 month later...
drowvarius

Η νύχτα είχε ρίξει το αστρόπλεχτο πέπλο της, καλύπτοντας το φως του ήλιου, όταν οι προσκυνητές μαζεύτηκαν γύρω από τον τύμβο. Στα χέρια τους κρατούσαν πυρσούς και φορούσαν όλοι τους λευκούς χιτώνες. Φτάνοντας εκεί κάρφωσαν τους πυρσούς στο χώμα και ένωσαν τα χέρια τους σε ένα μεγάλο κύκλο ψέλνοντας ύμνους που είχαν να ακουστούν αιώνες.

Ο Τύμβος βρισκόταν σε ένα από τα ξέφωτα του Μεγάλου Δάσους, χτισμένος προς τιμή ενός από τους μεγαλύτερους ήρωες του παλιού καιρού, τα κατορθώματα του οποίου είχαν περάσει πλέον στη σφαίρα του μύθου.

Ως πρώτη απάντηση στους ύμνους των προσκυνητών ήρθε η σιωπή του δάσους: τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν, τα τζιτζίκια σώπασαν, ο άνεμος δε ψιθύρισε πια ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων. Μόνο οι ψαλμοί γέμιζαν το νυχτερινό αέρα.

Ακολούθησε ένας τριγμός του εδάφους, σαν κάτι να ανασάλευε κάτω από το χώμα. Και ξάφνου ένα χέρι πετάχτηκε από τον τύμβο, τινάζοντας γύρω του χώματα. Φορούσε ένα σκουριασμένο μεταλλικό γάντι, που έτριζε καθώς τα δάχτυλά του άνοιγαν και έκλειναν.

Οι ψαλμοί σταμάτησαν, καθώς οι προσκυνητές κοίταζαν έκπληκτοι τον νεκρό να σηκώνεται από τον τάφο του, τινάζοντας από πάνω του τα χώματα που τον κάλυπταν τόσους αιώνες, ανίκανοι να κατανοήσουν αυτό που έβλεπαν.

 

 

 

 

Η σάρκα του, έπειτα από δώδεκα αιώνες που είχαν περάσει από τη στιγμή του θανάτου του, είχε πλέον λιώσει. Τα κατάλευκα κόκαλά του έμοιαζαν να πλέουν μέσα στη σκουριασμένη πανοπλία του. Οι δώδεκα ιερείς έδειχναν εξουθενωμένοι από την τιτάνια προσπάθειά τους να τον επαναφέρουν στον κόσμο των ζωντανών. Τώρα, με μάτια καρφωμένα επάνω του, περίμεναν να κάνει εκείνος τη δική του κίνηση

Ο νεκρός άξαφνα σήκωσε το κεφάλι του και με το σκελετωμένο κρανίο του κοίταξε τον πρωθιερέα, ο οποίος ξεχώριζε από τους υπόλοιπους έντεκα από το περιδέραιο που είχε περασμένο στο λαιμό του. Εκείνος, βλέποντας τις άδειες κόχες των ματιών του προς στιγμήν πάγωσε. Μόλις κατάφερε να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή του είπε με φωνή που ήταν έτοιμη να σπάσει τα τελευταία λόγια της επίκλησης. «Ράγκνοντ, σου προσφέρω ένα υλικό σώμα. Δέξου του.»

 

Ο σκελετωμένος ιππότης σήκωσε σιγά – σιγά τα χέρια του προς τον ουρανό, σαν να ζητούσε κάτι από τους Θεούς. Ξαφνικά όλοι οι ιερείς, εκτός από τον πρωθιερέα, κλονίστηκαν και έπεσαν στα γόνατα. Και τότε ξεκίνησε η τελευταία πράξη της επίκλησης. Όλα τα δέντρα γύρω από το ξέφωτο σκίστηκαν στα δύο με έναν ξερό κρότο, σαν να είχαν ξεραθεί από αιώνες. Από μέσα τους βγήκε μία σκιά, που όσο περνούσε η ώρα μαύριζε όλο και περισσότερο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα οι δώδεκα ιερείς και ο Ράγκνοντ – ο νεκραναστημένος ήρωας – είχαν καλυφθεί από ένα πυκνό πέπλο σκότους.

 

Οι λίγοι προσκυνητές που βρίσκονταν εκεί, σχεδόν, κρατούσαν την ανάσα τους. Τίποτα δεν έπρεπε να αποσπάσει την προσοχή του πρωθιερέα. Κάποια στιγμή ο νεκρός ήρωας άπλωσε τα χέρια του προς τους ιερείς. Και τότε άρχισαν όλοι μαζί να ουρλιάζουν από πόνο. Ήξεραν το τι θα επακολουθούσε. Είχαν προσφερθεί εθελοντικά να λάβουν μέρος επαναφορά του Ράγκνοντ στη ζωή. Και ήξεραν πολύ καλά το τίμημα που θα πλήρωναν. Κανείς τους όμως δεν ήταν προετοιμασμένος για τέτοιον πόνο. Και τότε, ο ένας μετά τον άλλον, άρχισαν να πεθαίνουν.

 

Κάθε φορά που ένας από τους ιερείς άφηνε την τελευταία του πνοή, μία φωτεινή δέσμη φωτός έφευγε από το νεκρό σώμα του και χτυπούσε τον νεκραναστημένο ήρωα, ο οποίος αποκτούσε και πάλι το σώμα του. Μόλις πέθανε και ο τελευταίος από τους ιερείς, ο Ράγκνοντ, είχε αποκτήσει για άλλη μια φορά την υλική του υπόσταση. Έστρεψε το βλέμμα του προς τον πρωθιερέα, και τον κοίταξε κατευθείαν μέσα στα μάτια. Ο τελευταίος ένοιωσε να μουδιάζει. Ξαφνικά αισθάνθηκε κάτι να του γαργαλάει το μυαλό…Ο Ράγκνοντ προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του τηλεπαθητικά.

 

Όχι, δεν είναι δυνατόν. Θα έπρεπε ήδη να είχε αποκτήσει την ιδιότητα της ομιλίας. Η ψυχή του τελευταίου ιερέα θα έπρεπε να είχε επαναφέρει τη γλώσσα του.

 

Έκλεισε τα μάτια και συγκεντρώθηκε, προσπαθώντας να μπλοκάρει την τηλεπαθητική επικοινωνία. «Ράγκνοντ, είμαι ο πρωθιερέας του Θρόνου της Γκράαντ. Με τη δύναμη του μενταγιόν της Ούντιλ σε διατάζω να με υπακούσεις» φώναξε σχεδόν τρομοκρατημένος ο πρωθιερέας, σφίγγοντας ταυτόχρονα το περιδέραιο που κρεμόταν από το λαιμό του. Ένα σαρδόνιο χαμόγελο φάνηκε στα χείλη του νεκρού – μέχρι πριν από λίγα λεπτά – ήρωα.

 

Το μενταγιόν σου δεν έχει καμμία δύναμη επάνω μου, αφού η επίκληση δεν έχει ολοκληρωθεί. Αυτό έπρεπε να το ξέρεις. Δεκατρείς επικληστές χρειάζονται και όχι δώδεκα.

 

Η κάθε λέξη αντιχούσε στο μυαλό του πρωθιερέα σαν μαχαιριά. Αρκετά όμως με τα λόγια. Καιρός να διεκδικήσω ότι μου ανήκει. Με αυτό το τηλεπαθητικό μήνυμα ο Ράγκνοντ άπλωσε τα χέρια του, σαν να προσπαθούσε να αγκαλιάσει τον πρωθιερέα, ο οποίος ήδη προσπαθούσε να απομακρυνθεί από το ξέφωτο. Με μία κραυγή ανείπωτου πόνου ο λευκοντυμένος αρχιερέας του Θρόνου της Γκράαντ έπεσε στο χώμα. Τρομεροί σπασμοί διέτρεχαν το κορμί του,. Μία φωτεινή δέσμη βγήκε από το άψυχο σώμα του και μπήκε σε αυτό του Ράγκνοντ. Και τότε το άψυχο κουφάρι του πρωθιερέα ανεφλέγη.

 

Μόλις καταλάγιασαν οι φλόγες – ο ζωντανός πλέον ήρωας – πλησίασε το καρβουνιασμένο σώμα. Σκύβοντας, τράβηξε το περιδέραιο, το οποίο είχε μείνει ανέπαφο από τις φλόγες. «Τώρα που έχω εγώ το μενταγιόν του Ούντιλ κανείς δεν μπορεί να με διατάξει. Είμαι αθάνατος και θα πάρω εκδίκηση από όλους τους ιερείς που με έθαψαν ζωντανό, μόνο και μόνο για να εξυπητερώ τα δικά τους σχέδια»…

Link to post
Share on other sites
King_Volsung

Για να προσπαθήσω να δικαιολογηθώ λίγο:

 

Την ιστορία την έχω τελειώσει εδώ και 2 βδομάδες (και βάλε), αλλά την έγραψα στο τετράδιο και βαριέμαι να την γράψω στον υπολογιστή, καθώς είναι και λίγο μεγαλύτερη από το όριο ( :whistling: ). Περιμένετε αυτές τις μέρες, όπου να'ναι θα την ποστάρω.

Link to post
Share on other sites
  • 4 weeks later...
  • 2 weeks later...
drowvarius

Θα ήθελε κάποιος άλλος να γράψει μία ιστορία και να την ποστάρει?

 

(Ρωτάω εγώ τώρα...)

 

Ο Αόρατος άνθρωπος του sff

Link to post
Share on other sites
drowvarius

Μετά από επικοινωνία με τον συγγραφικό μου αντίπαλο καταλήξαμε στο ότι θα αρχίσει εντός των ημερών να περνάει την ιστορία του στον υπολογιστή.

Link to post
Share on other sites
King_Volsung

Επιτέλους έτοιμο! :guitar: :clap: :holiday:

 

Όνομα Συγγραφέα: Αλέξανδρος "King Volsung"

Είδος: Φαντασία. Σκέτη.

Βία; Λίγη

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων: :whistling: ας πούμε καλύτερα... 2000+, μην τρομάξετε μόλις το δείτε. Άντε, θα σας πω, 7.089 :o

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: :whistling: Χμμ... για να δούμε. Ξεπέρασα το όριο χρόνου για.... 2 μήνες ακριβώς και το όριο λέξεων για... πολύ :-P Ντάξει, τόσο που το γ@μησα το θέμα, σιγά μη πάρω κάνα ψήφο (ακόμα και αν δεν βαρεθεί κάποιος να το διαβάσει). Αλλά δε πειράζει, για το rock \m/

 

(δε το ποστάρω εδώ, γιατί είναι πολύ μεγάλο. κατεβάστε το σε .doc και διαβάστε το)

 

(για κάποιο μυστήριο λόγο δε μπορώ να κάνω attach, οπότε θα το δείτε εδώ)

 

 

Η νύχτα είχε ρίξει το αστρόπλεχτο πέπλο της, καλύπτοντας το φως του ήλιου, όταν οι προσκυνητές μαζεύτηκαν γύρω από τον τύμβο. Στα χέρια τους κρατούσαν πυρσούς και φορούσαν όλοι τους λευκούς χιτώνες. Φτάνοντας εκεί κάρφωσαν τους πυρσούς στο χώμα και ένωσαν τα χέρια τους σε ένα μεγάλο κύκλο ψέλνοντας ύμνους που είχαν να ακουστούν αιώνες.

 

 

 

Ο Τύμβος βρισκόταν σε ένα από τα ξέφωτα του Μεγάλου Δάσους, χτισμένος προς τιμή ενός από τους μεγαλύτερους ήρωες του παλιού καιρού, τα κατορθώματα του οποίου είχαν περάσει πλέον στη σφαίρα του μύθου.

 

 

 

Ως πρώτη απάντηση στους ύμνους των προσκυνητών ήρθε η σιωπή του δάσους: τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν, τα τζιτζίκια σώπασαν, ο άνεμος δε ψιθύρισε πια ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων. Μόνο οι ψαλμοί γέμιζαν το νυχτερινό αέρα.

Ακολούθησε ένας τριγμός του εδάφους, σαν κάτι να ανασάλευε κάτω από το χώμα. Και ξάφνου ένα χέρι πετάχτηκε από τον τύμβο, τινάζοντας γύρω του χώματα. Φορούσε ένα σκουριασμένο μεταλλικό γάντι, που έτριζε καθώς τα δάχτυλά του άνοιγαν και έκλειναν.

 

 

 

Οι ψαλμοί σταμάτησαν, καθώς οι προσκυνητές κοίταζαν έκπληκτοι τον νεκρό να σηκώνεται από τον τάφο του, τινάζοντας από πάνω του τα χώματα που τον κάλυπταν τόσους αιώνες, ανίκανοι να κατανοήσουν αυτό που έβλεπαν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο νεκρός ήρωας ήταν ακριβώς όπως τον είχαν θάψει· η σήψη του θανάτου δεν είχε απλώσει χέρι πάνω του. Πάνω από το χλωμό δέρμα του φορούσε έναν άσπρο χιτώνα σε άριστη κατάσταση, λίγο βρώμικο μόνο από το χώμα. Τα γυμνά του μπράτσα έφεραν ανοιχτές πληγές που μαρτυρούσαν ένα ένδοξο τέλος στο πεδίο της μάχης. Έσκυψε και –με άψογες κινήσεις σήκωσε μέσα από τον τάφο του έναν μακρύ γούνινο μανδύα και τον φόρεσε. Αφού τον τακτοποίησε και τινάχτηκε πάλι από τα χώματα, ξανάσκυψε και πήρε μια δερμάτινη ζώνη με ένα θηκαρωμένο σπαθί. Δένοντάς την γύρω από τη μέση του, σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τους προσκυνητές γύρω του που τον κοιτούσαν με την σειρά τους ακόμη πιο έκπληκτοι απ’ ότι πριν. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο, αλλά το βλέμμα του βλοσυρό και κάθε άλλο παρά πεθαμένο.

 

 

 

Ακολούθησε μια μικρή αναταραχή ανάμεσα στους προσκυνητές και μερικοί ψίθυροι ακούστηκαν, όταν, ξαφνικά, ο νεκρός ήρωας τράβηξε το σπαθί του. Όλοι χάλασαν τον κύκλο και έτρεξαν τρομαγμένοι να φύγουν, κάτω από την σκοτεινή αγκαλιά της νύχτας. Όμως ο νεκρός στεκόταν ακίνητος, με το σκουριασμένο σπαθί στο χέρι, αγναντεύοντας τον νυχτερινό ουρανό, πάνω από τον τάφο του.

 

 

 

«Άρχοντά μου! Ο νεκρός ξύπνησε!» φώναξε ένας από τους προσκυνητές καθώς ορμούσαν όλοι μαζί μέσα στην αίθουσα του βασιλιά.

 

 

 

Ο βασιλιάς, που καθόταν στον χρυσοστόλιστο θρόνο του αναπήδησε ξαφνιασμένος. Όταν βρήκαν κατά τύχη τον τύμβο στο Δάσος κάποιοι ταξιδιώτες πριν από μερικούς μήνες, οι ιστορικοί και οι ιερείς άρχισαν τις έρευνες για να βρουν ποιος ήταν θαμμένος εκεί. Σε σκονισμένους, πανάρχαιους και κιτρινισμένους τόμους βρήκαν ιστορίες και έπη γραμμένα γι αυτόν. Σαν έθνος που τιμά τους προγόνους του κάθε χρόνο στην Ημέρα των Νεκρών, την πρώτη πανσέληνο του νέου έτους, στάλθηκε μια ομάδα από ιερείς για να προσκυνήσουν και να αποδώσουν φόρο τιμής στον νεκρό ήρωα. Μόνο που αυτή τη φορά ο ύμνος που έψαλλαν ήταν ένας από αυτούς που βρήκαν στους αρχαίους τόμους και όχι ο καθιερωμένος που ψέλνουν κάθε χρόνο.

 

 

 

Οι προσκυνητές πλησίασαν και γονάτισαν, σκύβοντας ευλαβικά τα κεφάλια τους μπροστά στον άρχοντά τους.

 

 

 

«Έκανε καμιά κίνηση;» ρώτησε ένας από τους στρατηγούς που στεκόταν στο πλάι του βασιλιά.

 

 

 

Αυτοί του διηγήθηκαν ό,τι είδαν και ο στρατηγός τους διέταξε να φύγουν. Στο συμβούλιο που ακολούθησε αποφάσισαν, προς μεγάλη αποδοκιμασία ορισμένων, να αναθέσουν την ερεύνηση του θέματος στον Άλνεν.

 

 

 

Για τον Άλνεν, τον πρώην αρχηγό της Φρουράς, αυτή θα ήταν μια ακόμα συνηθισμένη μέρα με πολύ κρασί, πονοκεφάλους, άσκοπες βόλτες και καυγάδες στα στέκια της πόλης μετά από μια ταραγμένη από όνειρα νύχτα, αν εκείνοι οι δύο στρατιώτες δεν ορμούσαν στο σπίτι του για να τον ξυπνήσουν με το ζόρι.

 

 

 

«Ξύπνα αμέσως. Ο Βασιλιάς σε ζητάει στο παλάτι του. Φόρα κάτι καλό,» είπε πολύ αυστηρά ένας από τους δύο.

 

 

 

«Μάλιστα… ο βασιλιάς… τι θέλει πάλι αυτός;» ρώτησε ο Άλνεν ξύνοντας τα βρώμικα μαλλιά του, περισσότερο για να γκρινιάξει παρά να μάθει το λόγο.

 

 

 

Ο στρατιώτης τον χτύπησε στο πρόσωπο. «Τέτοια συμπεριφορά δε θα γίνει ανεκτή από τον Βασιλιά. Να προσέχεις τους τρόπους σου. Νομίζω το ξέρεις πολύ καλά αυτό.»

 

 

 

Αν είναι δυνατόν! Πριν από καιρό εγώ έδινα διαταγές σε κάτι τέτοιους και τσακίζονταν να τις εκτελέσουν. Και τώρα διατάζουν εμένα… σκέφτηκε ο Άλνεν, αν και το μυαλό του ήταν ακόμα θολωμένο και το κεφάλι του πονούσε από το χθεσινοβραδινό μεθύσι. Ετοιμάστηκε βιαστικά κάτω από το αυστηρό βλέμμα των δύο στρατιωτών και ξεκίνησαν για τα Ανάκτορα, στην κορυφή του λόφου, γύρω από τον οποίο ήταν χτισμένη η πόλη. Ακολουθώντας τον μεγάλο δρόμο ανάμεσα από όμορφα σπίτια με κήπους, πλατείες, δέντρα και παρτέρια, έφτασαν στο παλάτι. Οι χρυσές πύλες του άνοιξαν και ένας υπηρέτης τους οδήγησε στην αίθουσα του θρόνου.

 

 

 

Εκεί βρίσκονταν πολλοί αξιωματικοί, σύμβουλοι και ιερείς και όλοι μιλούσαν μεταξύ τους. Μόλις ο Άλνεν μπήκε μέσα και έκλεισαν οι πόρτες πίσω του, η βαβούρα που πλανιόταν στην αίθουσα κόπηκε μεμιάς και όλοι γύρισαν να τον κοιτάξουν. Ένιωσε αμηχανία να τον κατακλύζει εξαιτίας της προσοχής που τράβηξε. Τελικά του μίλησε ο βασιλιάς.

 

 

 

«Άλνεν, επιτέλους ήρθες,» είπε με τόνο που δήλωνε αγανάκτηση από την προσμονή.

 

 

 

«Μπορώ να μάθω για ποιο λόγο ζητήσατε, Μεγαλειότατε;» ρώτησε με υποκριτική ευγένεια. Μισούσε τον εαυτό του γι’ αυτό, γιατί πάνω απ’ όλα μισούσε τον βασιλιά.

 

 

 

«Όπως μάλλον ΔΕ θα έχεις πάρει είδηση, χθες το βράδυ συνέβη κάτι συνταρακτικό. Εσύ βέβαια θα ήσουν βυθισμένος στις κούπες σου…»

 

 

 

Ήθελε τόσο πολύ να πει κάτι, αλλά ήξερε πως “Τέτοια συμπεριφορά δε θα γίνει ανεκτή από τον Βασιλιά”. Ήδη έκανε το λάθος μια φορά και έχασε τη θέση του Αρχηγού της Φρουράς. Στην πραγματικότητα, αυτή δεν ήταν η αιτία, αλλά η αφορμή. Μετά τον δυστυχή θάνατο της άρρωστης γυναίκας του, η κατάθλιψη βάραινε την ψυχή του και για να την αλαφρύνει κατέφευγε στο ποτό. Η «κατρακύλα» του ήταν τόσο μεγάλη που κανονικά θα έπρεπε να δικαστεί, αλλά αντί αυτού, απλώς τον έδιωξαν από τη θέση του και τον άφησαν στην ησυχία του, στο σπίτι του.

 

 

 

«Συνταρακτικό; Σαν τι;» ρώτησε διώχνοντας τις κακές αναμνήσεις από το μυαλό του.

 

 

 

«Ο νεκρός ήρωας στο ξέφωτο του Δάσους ξύπνησε.»

 

 

 

«Ελπίζω να μην είναι και αυτό ακόμη ένα ηλίθιο αστείο,» είπε ο Άλνεν.

 

 

 

Είχε βαρεθεί να τον περιπαίζουν και να γίνεται ο περίγελος όλης της Αυλής. Κάποτε, είχε ισχυριστεί πως είχε επικοινωνήσει με τη νεκρή γυναίκα του σε ένα όνειρο. Φυσικά, κανείς δεν τον πήρε στα σοβαρά. Όλοι το θεώρησαν ιστορίες ενός τρελού μεθύστακα. Αυτός το συνέχισε και κατέφυγε σε παράνομους νεκρομάντες και μαύρους ιερείς για να βγάλει άκρη. Από τότε τα όνειρα ήταν πιο συχνά και πιο ζωντανά. Μόλις όμως ανέφερε κάτι γι’ αυτό, όλοι τον στραβοκοιτούσαν. Τέτοια θέματα –νεκροί και νεκρομαντείες- ήταν απαγορευμένα.

 

 

 

Ο βασιλιάς τον αγριοκοίταξε. «Όχι, δεν είναι ηλίθιο αστείο. Και μάλιστα πιστεύουμε πως έχεις σχέση με αυτό το…φαινόμενο.»

 

 

 

«Εγώ; Τι σχέση μπορεί να έχω εγώ με κάτι τέτοιο;» ρώτησε ξαφνιασμένος ξύνοντας το αξύριστο σαγόνι του.

 

 

 

«Δεν το ξέρω αυτό. Αλλά θα μάθεις τι συμβαίνει και θα μου πεις.»

 

 

 

«Γιατί εγώ; Όλους αυτούς τι τους έχεις;» διαμαρτυρήθηκε δείχνοντας τους ιερείς με τα άσπρα ράσα τους. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να τον μπλέξουν σε δουλειές. Ήθελε να τον αφήσουν στην ησυχία του.

 

 

 

«Εσύ είσαι αυτός που μιλάει με τους νεκρούς. Άλλωστε η θρησκεία μας δεν αποδέχεται κάτι τέτοιο. Που ακούστηκε ανάσταση των νεκρών; Σίγουρα έχει να κάνει με μαγεία.»

 

 

 

«Θα το ερευνήσω και θα σε ενημερώσω, εξοχότατε.» είπε και πάλι με υποκριτική ευγένεια. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Όταν ο βασιλιάς έδινε διαταγές, αυτές έπρεπε να εκτελούνται.

 

 

 

Ο νεκρός ήρωας αντίκρισε ξανά το φως της μέρας μετά από τους αμέτρητους αιώνες. Οι πρώτες αχτίδες του ήλιου τον βρήκαν στο ίδιο σημείο, χωρίς να έχει κουνηθεί καθόλου από το προηγούμενο βράδυ. Περίμενε. Τόσο καιρό μόνο αυτό έκανε: Περίμενε να έρθει αυτή η στιγμή. Ύστερα, πυκνά γκρίζα σύννεφα έκρυψαν όλη την περιοχή από την ήλιο και τον γαλανό ουρανό.

 

 

 

 

 

Μέσα στο Μεγάλο Δάσος, ο Άλνεν και δύο συνοδοί, ένα στρατιώτης και ένας επιθεωρητής –έμπιστος του βασιλιά—, ακολουθούσαν το μονοπάτι στην πλαγιά του βουνού για τον τύμβο του ήρωα. Πίσω τους και χαμηλά φαινόταν η πόλη, κοντά στους πρόποδες του βουνού, με το Παλάτι να ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα κτήρια Είχαν λαχανιάσει από τις τόσες ώρες ανάβασης και σαν να μην έφτανε αυτό, το κλίμα δεν βοηθούσε καθόλου. Η ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή λόγω της υγρασίας και λίγο σκοτεινή, όπως εκείνη η ώρα της μέρας λίγο μετά τη δύση του ήλιου που δεν έχει ούτε φως ούτε σκοτάδι, αλλά επικρατεί μια ενδιάμεση κατάσταση. Αυτό που έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση στον Άλνεν όμως ήταν η απόλυτη ησυχία που είχε απλωθεί στο δάσος, σαν να το εγκατέλειψαν όλα τα ζώα, ακόμα και το αεράκι.

 

 

 

Μετά από μια μεγάλη στροφή στο μονοπάτι, έχασαν την θέα προς την πόλη πίσω τους και μπήκαν πιο βαθιά στο δάσος. Και τότε έφτασαν στο ξέφωτο και τον είδαν. Αναφώνησαν έκπληκτοι. Ο νεκρός στεκόταν όρθιος! Ο Άλνεν τον πλησίασε αρκετά κοντά για να μπορεί να τον περιεργαστεί, αλλά και αρκετά μακριά ώστε να είναι ασφαλής από κάθε ενδεχόμενη ύποπτη κίνησή του.

 

 

 

Ο ήρωας ήταν εντυπωσιακός με αρχοντικό ανάστημα και παρουσιαστικό, έτσι χλωμός όπως ήταν, ντυμένος με γούνες, με τα μακριά ξανθά μαλλιά του να χύνονται στους φαρδείς ώμους του και με ένα μεγάλο σπαθί στο χέρι. Ήταν ολοφάνερο πως ο άντρας αυτός δεν προερχόταν από αυτήν την εποχή, αλλά ήταν σαν να ξεπήδησε μέσα από ένα παραμύθι: τα ξανθά του χαρακτηριστικά εκλείπουν τώρα στη χώρα ύστερα από τα χιλιάδες χρόνια προσμίξεων με άλλους λαούς· γούνες δεν φορούσε κανένας πλέον, αφού το κλίμα σταδιακά άλλαξε και η Εποχή των Παγετώνων, όπου ζούσε ο ήρωας, έφυγε και επικρατούσε πάντα καλός καιρός· επίσης κανείς δεν χρησιμοποιούσε μεγάλα και βαριά σπαθιά όπως αυτό που κρατούσε ο νεκρός· οι τακτικές μάχης και τα όπλα αλλάζουν κάθε τόσο με το πέρασμα του χρόνου.

 

 

 

Όλες αυτές οι σκέψεις πέρασαν από το κεφάλι του Άλνεν, όταν ξαφνικά μια ψιχάλα έπεσε στο πρόσωπό του και τον διέκοψε. Η κρύα σταγόνα που κύλησε λίγο στο μάγουλό του τον έκανε να ανατριχιάσει. Κοίταξε γύρω του. Ο στρατιώτης και ο επιθεωρητής στέκονταν δίπλα του και κοίταζαν τον ζωντανό νεκρό παραξενεμένοι. Η βροχή δυνάμωσε απότομα με ένα φοβερό βουητό από τα φύλα των δέντρων του Δάσους. Μύρισε τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, που τόσο πολύ του άρεσε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τότε μια βραχνή κραυγή έσχισε τον αέρα.

 

 

 

Ο Άλνεν είδε με την άκρη του ματιού του τον νεκρό να ορμάει κραυγάζοντας με το σπαθί υψωμένο. Πισωπάτησε αμέσως και ο επιτιθέμενος συνέχισε ίσια μπροστά στον στρατιώτη. Αυτός σήκωσε το δόρυ του ξαφνιασμένος για να προστατευθεί, αλλά το βαρύ ξίφος έπεσε με δύναμη πάνω του, το έκοψε στη μέση, συνέχισε την πορεία του και έκοψε στα δύο και τον στρατιώτη. Η πανοπλία δεν έκανε τίποτα μπροστά στην ωμή δύναμη του παλιού ήρωα. Το αίμα πιτσίλισε το πάλλευκο πρόσωπό του αλλά γρήγορα ξεπλύθηκε από τη βροχή που όλο και δυνάμωνε. Με το σπαθί ακόμη βαθιά χωμένο στο σώμα του άτυχου στρατιώτη, γύρισε και κοίταξε τον επιθεωρητή. Εκείνος το έβαλε μεμιάς στα πόδια αλλά ο νεκρός τον πρόλαβε και τον σκότωσε με τα χέρια του. Τα ουρλιαχτά πνίγηκαν κάτω από τον ήχο της βροχής και των χτυπημάτων. Το κρανίο του επιθεωρητή είχε λιώσει από τις απανωτές γροθιές, όταν ο φονιάς του σηκώθηκε όρθιος. Περπάτησε προς τον Άλνεν και τέντωσε το χέρι του, στο οποίο φορούσε ένα σκουριασμένο μεταλλικό γάντι, προς το μέρος του. Τα μάτια του άστραφταν από ζωντάνια και πονηράδα.

 

 

 

Τρόμος δυνατός καθήλωσε τον Άλνεν. Ένιωσε κάτι να τον τραβάει προς το γάντι. Η παράξενη αυτή έλξη γινόταν όλο και πιο δυνατή. Ένιωθε σαν να ήθελαν να βγουν το σωθικά του, σαν να ήθελε να ξεκολλήσει το μισό του σώμα από πάνω του. Άρχισε να ζαλίζεται, όλα θόλωσαν και έπεσε λιπόθυμος στη λάσπη.

 

 

 

Ο δροσερός αλλά βρώμικος αέρας εισέβαλε στα ρουθούνια του. Όταν συνήλθε διαπίστωσε πως βρισκόταν σε έναν μακρύ σκοτεινό διάδρομο. Οι πέτρες στους τοίχους και το πάτωμα ήταν παγωμένες και γλιστερές από την υγρασία. Ο φωτισμός σχεδόν ανύπαρκτος, κανένα σημάδι στους τοίχους, μόνο οι ίδιες μονότονες πέτρες που χάνονταν στο βάθος, απ’ όπου ερχόταν ο αργός και ρυθμικός ήχος της σταγόνας που πέφτει.

 

 

 

Ο Άλνεν σηκώθηκε και συνειδητοποίησε πως κάτι δεν πήγαινε καλά, πως κάτι ήταν διαφορετικό. Το μέρος είχε μια πολύ διαφορετική αίσθηση. Αισθανόταν πως ήταν πολύ πιο ελαφρύς και το όλο σκηνικό του θύμιζε όνειρο. Είχε την εντύπωση πως με ένα χτύπημα ο κόσμος θα διαλυόταν σε πολύχρωμες φούσκες. Περπάτησε μπροστά χαρούμενος –χωρίς όμως να μπορεί να διακρίνει το λόγο—αλλά δεν άλλαζε τίποτα στα μάτια του… Οι ίδιες μονότονες πέτρες που χάνονταν στο βάθος. Μετά από πολύ ώρα συνάντησε μια στροφή στον διάδρομο, μετά κι άλλη, κι άλλη. Όσο ίσιος ήταν ο διάδρομος πριν, άλλο τόσο μπερδεμένος φαινόταν τώρα, με τις στροφές και τις διασταυρώσεις του. Όταν, τέλος, είδε μια έξοδο, ένιωσε πως βρήκε αυτό που έψαχνε, αν και δεν ήταν σίγουρος πως έψαχνε κάτι. Το μυαλό του ήταν λίγο θολωμένο, όπως μετά από μεθύσι.

 

 

 

Βγήκε από το πλαϊνό άνοιγμα και βρέθηκε σε ένα μπαλκόνι. Ο αέρας του χτύπησε δυνατά το πρόσωπο. Μπροστά του αποκαλύφθηκε ένας ολόκληρος κόσμος με βουνά και πεδιάδες, σκοτεινός σαν την νύχτα που επικρατούσε εκεί. Και όλα απλώνονταν κάτω από τα πόδια του. Το μπαλκόνι αυτό εξείχε από έναν τεράστιο γκρεμό, οποίος ξεκινούσε από πολλές εκατοντάδες μέτρα κάτω και χανόταν ψηλά στον μαύρο άναστρο ουρανό. Ατένισε με το βλέμμα του τον κατακόρυφο βράχο. Υπήρχαν μερικά μπαλκόνια διάσπαρτα σε όλο το ύψος του σαν και αυτό στο οποίο στεκόταν. Στα μακρινά μπορούσε να διακρίνει κινήσεις: κάποιοι στέκονταν σ’ αυτά τα μπαλκόνια και κάτι που πετούσε τους έπαιρνε και τους κατέβαζε κάτω, στον πάτο.

 

 

 

Τελικά αυτό το κάτι ήρθε και σ’ αυτόν. Ήταν ένα φτερωτό πλάσμα που έμοιαζε με άνθρωπο στην ανατομία –μόνο λίγο μεγαλύτερο—αλλά φορούσε ένα μακρύ μαύρο ράσο, τόσο μακρύ που χωρούσε ακόμα ένα τέτοιο πλάσμα από κάτω του. Το πρόσωπό του έκρυβε μια ψυχρή στην εμφάνιση, ασημένια μάσκα με μια γκριμάτσα απόγνωσης. Δύο καφετιά χέρια γεμάτα ρυτίδες, βρωμιές και σημάδια και με μεγάλα μυτερά νύχια, άρπαξαν τον Άλνεν και τον σήκωσαν στον αέρα. Αυτός, σαν αποχαυνωμένος, απολάμβανε την κάθοδο προς τη γη.

 

 

 

Μέσα από τις σκιές που κάλυπταν τη γη, ξεπήδησε μια ολόκληρη πολιτεία από άσπρα σπίτια, δρόμους και στενά που σχημάτιζαν λαβύρινθο και ψηλούς πύργους, που εξείχαν από τα άλλα κτίρια σαν αγκάθια. Η πολιτεία μεγάλωνε καθώς οι δύο κατέβαιναν από τον ουρανό και ο Άλνεν μπορούσε να διακρίνει όλο και περισσότερα χαρακτηριστικά της. Όλα ήταν σκοτεινά και φαινόταν να μην υπάρχει ίχνος ζωής· τα κτήρια ήταν έρημα, αλλά καλοδιατηρημένα και καθαρά. Το φτερωτό πλάσμα τον άφησε σε μια μεγάλη μαρμάρινη πλατεία με στύλους, αγάλματα, παγκάκια και πεζούλια.

 

 

 

Μόλις ο Άλνεν ακούμπησε κάτω, το πλάσμα πέταξε και πάλι ψηλά, μάλλον για να πάρει κάποιον άλλον και να τον κατεβάσει στην σκοτεινή πόλη. Κοίταξε γύρω του. Οι όψεις των σπιτιών ήταν απειλητικές, θυμωμένες· η στασιμότητα και η ησυχία που πλανιόταν στον αέρα ήταν αγχωτική. Ένα μικρό αγοράκι καθόταν μόνο του σε ένα από τα παγκάκια και έπαιζε με παιδικά παιχνιδάκια. Ο Άλνεν το πλησίασε.

 

 

 

«Τι κάνεις εδώ μόνος σου;» η φωνή του ήχησε παράξενη στ’ αυτιά του. Πρώτη φορά από τότε που ξύπνησε έβγαλε φωνή από το στόμα του.

 

 

 

Το αγοράκι έστριψε το κεφάλι προς αυτόν και τον κοίταζε παραξενεμένο. «Περιμένω τη μαμά μου. Εσύ τι κάνεις εδώ; Να φύγεις αμέσως γιατί θα σε δούνε!» τον προειδοποίησε.

 

 

 

«Ποιοι θα με δούνε;»

 

 

 

«σσς! Έλα μαζί μου… αν σε δουν την έβαψες. Δεν είσαι σαν εμάς. Μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε το κόκκινο πάνω στο άσπρο και τότε είναι κακό και για μας και για τους άλλους.»

 

 

 

Χωρίς να καταλάβει πολλά απ’ όσα του είπε το παιδάκι, ο Άλνεν το ακολούθησε τρέχοντας και χώθηκαν σε στενά και έρημα δρομάκια. Μετά από πολλές στροφές με τα ίδια σκοτεινά απειλητικά σκηνικά της άδειας πόλης, έφτασαν σε μια ανοιχτωσιά. Ένα ποτάμι κυλούσε μέσα από την πόλη κόβοντάς την στα δύο. Τα νερά του ήταν πράσινα και βρώμικα και η όχθη ήταν επίσης βρώμικη –τα κτήρια απείχαν αρκετά μέτρα από το νερό, αφήνοντας ακάλυπτο χώμα. Στην άκρη του ποταμού στεκόταν κάποιος που φυλούσε μια μεγάλη μαύρη βάρκα στο νερό.

 

 

 

«Εδώ είμαστε,» είπε το αγοράκι και έφυγε τρέχοντας πάλι από ‘κεί που ήρθαν, αφήνοντας τον Άλνεν μόνο του… όχι ακριβώς μόνο του. Προχώρησε μέχρι τον άγνωστο δίπλα στη βάρκα. Έμοιαζε με το φτερωτό πλάσμα που τον κουβάλησε, αλλά τα χέρια του ήταν ανθρώπινα και δεν είχε φτερά.

 

 

 

«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο Άλνεν απαλά.

 

 

 

Μια ξεψυχισμένη φωνή, σχεδόν ψιθυριστή, του απάντησε. «Εγώ θα σε πάω εκεί που θέλεις να πας, αν θέλεις να πας. Πρέπει να έχεις εισιτήριο όμως.»

 

 

 

Ο Άλνεν έψαξε στις τσέπες του και το μόνο που βρήκε ήταν μια κόκκινη κορδέλα. Ο μυστήριος βαρκάρης άπλωσε το χλωμό του χέρι για να την πάρει και ο Άλνεν του την έδωσε επιφυλακτικός. Που βρέθηκε άραγε η κορδέλα στην τσέπη του;

 

 

 

«Κατάλαβα που θέλεις να πας. Μπες γρήγορα στη βάρκα, πριν ξεχάσω τον δρόμο.»

 

 

 

Ο Άλνεν έκανε όπως του είπε. Αμέσως μπήκε και ο βαρκάρης και το κουπί του έκανε τη βάρκα να ξεκινήσει. Η βρώμα από τα νερά του ποταμού ήταν ανυπόφορη και άρχισε να ζαλίζεται. Ευτυχώς δεν έκαναν μεγάλη διαδρομή μέχρι η καρίνα της βάρκας να χτυπήσει σε έδαφος. Το παγωμένο σκούντημα του βαρκάρη τον έκανε να ανατριχιάσει.

 

 

 

«Φτάσαμε,» είπε με την παράξενη φωνή του και αμέσως εμφανίστηκε η απέναντι όχθη μέσα από τις αναθυμιάσεις και τους ατμούς των μολυσμένων νερών.

 

 

 

«Δεν ήταν και πολύ μακριά,» είπε ο Άλνεν πηδώντας έξω από τη βάρκα.

 

 

 

Αλλά ο βαρκάρης είχε ήδη εξαφανιστεί. Απομακρύνθηκε από τον ποταμό για να ξεφύγει από την αναγουλιαστική μυρωδιά και τότε, άσπροι καπνοί ξεπήδησαν από σχισμές στο έδαφος και πήραν ακανόνιστες μορφές ανθρώπων, σαν φαντάσματα. Ένα τέτοιο φάντασμα ξεχώρισε από τα υπόλοιπα και πλησίασε τον Άλνεν. Έκανε νεύμα με το χέρι του να τον ακολουθήσει. Τα άλλα φαντάσματα που είχαν σχηματίσει κύκλο και παρακολουθούσαν με προσοχή –μάλιστα μερικές φορές του φάνηκε πως τον κοιτούσαν με μίσος και φθόνο—, διασκορπίστηκαν και περιφέρονταν άσκοπα στο χώρο μέχρι να ξαναχαθούν μέσα στη γη.

 

 

 

Το φάντασμα τον οδήγησε σε μια καταπακτή στο έδαφος, την άνοιξε και κατέβηκε τα σκαλιά. Ο Άλνεν ακολουθούσε μέχρι που χάθηκαν και οι δύο στο πηχτό σκοτάδι. Κατέβηκε πολλά σκαλοπάτια στα τυφλά και μερικές φορές παραπάτησε και κόντεψε να πέσει, αλλά πάντα ξανάβρισκε την ισορροπία του. Τότε, ξαφνικά, μια ξεψυχισμένη και ψυχρή φλόγα έκανε την εμφάνισή της ακριβώς μπροστά του· το φάντασμα κρατούσε τώρα έναν δαυλό, αχνό και άυλο όπως το ίδιο. Δεν παραξενεύτηκε· είχε συναντήσει τόσα πολλά περίεργα πράγματα όση ώρα βρισκόταν σε αυτό το μέρος, που τίποτα πια δεν του έκανε εντύπωση. Κατέβηκαν μερικά ακόμη σκαλιά και βγήκαν σε έναν μακρύ διάδρομο. Έστριψαν αριστερά και σε λίγο βρήκαν μια ξύλινη πόρτα. Το φάντασμα σταμάτησε και έκανε νόημα στον Άλνεν να μπει μέσα.

 

 

 

Τράβηξε το πόμολο και το λαμπρό φως που πέρασε μέσα από την χαραμάδα τον χτύπησε καταπρόσωπο· σχεδόν τον τύφλωσε. Στράφηκε στο φάντασμα-οδηγό του αλλά αυτό του έκανε ξανά το ίδιο νεύμα: να μπει μέσα. Άνοιξε διάπλατα την πόρτα και περίμενε μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια του στο φως. Ήταν ένα τεράστιο δωμάτιο, πολύ πλούσιο. Πολυέλαιοι κρέμονταν από το ψηλό ταβάνι με τους τρούλους και τα πολύχρωμα βιτρό, χαρίζοντας απλόχερα το χρυσαφένιο φως των κεριών· βιβλιοθήκες παραφορτωμένες με βιβλία και παπύρους γέμιζαν τους τοίχους και όσα μέρη του έμεναν κενά, διακοσμούνταν με χαλιά, τοιχογραφίες, πίνακες ζωγραφικής και αγάλματα που πόζαραν σε διάφορες στάσεις· τα μαρμάρινα πατώματα ήταν γυαλισμένα και ένα ψηφιδωτό στη μέση του δωματίου συνδύαζε σπαθιά, κορδέλες, λουλούδια, ακανθώδη φυτά, πρόσωπα και ζώα σε ένα πολύπλοκο σχέδιο με πολύ αριστοτεχνικό τρόπο.

 

 

 

Ο Άλνεν προχώρησε μέσα και από περιέργεια κατευθύνθηκε στην κοντινότερη βιβλιοθήκη για να χαζέψει τα βιβλία. Το φάντασμα πήγε μπροστά από μια άλλη βιβλιοθήκη και έδειξε, βουβό όπως πάντα, με το χέρι του έναν συγκεκριμένο τόμο. Τότε ο Άλνεν με δυσκολία –λόγω του βάρους- τον τράβηξε έξω και τον ακούμπησε σε ένα γραφείο πίσω του. Το βαρύ, ξύλινο εξώφυλλο με την κάλυψη από μαύρο δέρμα ήταν σκονισμένο· τα παράξενα χρυσά σύμβολα μόλις που διακρίνονταν. Το φάντασμα πέρασε το ατμώδες χέρι του πάνω από το βιβλίο σαν να το χάιδευε και μεμιάς η σκόνη έφυγε και τα γράμματα άλλαξαν στην γλώσσα που μιλούσε ο Άλνεν. Άνοιξε σε μια τυχαία σελίδα και άρχισε να διαβάζει. Τα φύλλα ήταν κιτρινισμένα και ανέδιδαν έντονα την χαρακτηριστική μυρωδιά χαρτιού και κλεισούρας. Το μελάνι φάνηκε να αλλάζει θέση και να σχηματίζει γράμματα και λέξεις γνωστές στον Άλνεν.

 

 

 

«Και μ’ ένα μόνο χτύπημα του αντρειωμένου του χεριού, έπεσε καταγής. Η ακονισμένη σπάθα που κράδαινε όλο περηφάνια, μπηγμένη στου τρόμου το λαιμό. Και ο γίγαντας, ψυχορραγώντας, μια στερνή κραυγή άφησε, που τάραξε τον κόσμο τούτο συθέμελα. Ως τις ζεματιστές ερήμους κι ως τα απάτητα βουνά, που στέκουν στην Δύση παραφυλώντας, κι ως τις χώρες πέρα από αυτά, που δικό μας μάτι δεν έχει αντικρίσει, ήχησε του νεκρού η φωνή.

 

 

»Κι ο γενναίος νιος στάθηκε ατάραχος, σαν καρτερικός βράχος μπροστά στ’ αγριεμένα κύματα της θαλάσσης, πάνω στο κουφάρι του εχθρού του. Πολλοί το ‘χαν αποτολμήσει, μα κανείς αντάξιός του, κι όλοι κατέληγαν στο χώμα και τον κόσμο των σκιών. Κι όλοι το νόμιζαν ακατόρθωτο. Το όνομα του ατρόμητου πολεμιστή Μύρνταλ είναι, και θα μείνει χαραγμένο στις ιστορίας τις σελίδες ως ο κόσμος να χαλάσει σε συντρίμμια αστρικά.»

 

 

 

Ο Άλνεν πήδηξε κάμποσες σελίδες.

 

 

 

«Ο Βασιλέας Μύρνταλ συγκέντρωσε στρατό για τον πόλεμο κα πολεμιστές από όλες τις γωνιές του βασιλείου του κατέφτασαν. Δεκάδες χιλιάδες μαζεύτηκαν και παρατάχθηκαν έξω από το Δάσος για να αντιμετωπίσουν την εισβολή. Κι ο εχθρός απέναντί τους ξεκίνησε την επίθεσή του.»

 

 

 

Ακολούθησε αναλυτική περιγραφή της μάχης, με τακτικές, ελιγμούς αλλά και με περιγραφές και αφήγηση των γεγονότων. Η μάχη ήταν πολύ σκληρή, αλλά τελικά ο στρατός του Μύρνταλ φαινόταν να νικάει.

 

 

 

«Και τότε ο Μύρνταλ, εξουθενωμένος από τη μάχη τη μεγάλη, που όμοιά της δε βλέπει συχνά ο κόσμος, σήκωσε ψηλά το σπαθί το ‘ματοβαμμένο για να φωνάξει της νίκης την κραυγή. Μα ένα βέλος δόλιο τον τρύπησε στο στέρνο του και τον έριξε καταγής από το άτι του νεκρό. Σαν ήρωας πέθανε στη μάχη, από χέρι εχθρικό, είπαν όλοι, μα η αλήθεια άλλη είναι. Το χέρι που άφησε το βέλος να πετάξει δεν ήταν εχθρικό, αλλά συγγενικό. Εξάδερφος, πρίγκιπας, τον σκότωσε κι όχι στρατιώτης, γιατί τον θρόνο ποθούσε.

 

 

»Και η εισβολή σταμάτησε, ο στρατός του τρανού του Μύρνταλ νικηφόρος στην πόλη επέστρεψε και στο λιόγερμα, πυρά ανάψαν πάνω στο χιόνι το πορφυρό να κάψουν τα σώματα του εχθρού και να τιμήσουν τον Μύρνταλ, που σαν ήρωας νόμισαν πως πέθανε.

 

 

»Και ο Μύρνταλ ενταφιάστηκε σε τύμβο, μέσα στο Μέγα Δάσος, που λίγοι τολμούν να επισκεφτούν, κοντά στο τέρας που έσφαξε πολλά χρόνια πριν. Και τον έντυσαν στα λευκά και τοποθέτησαν τα πράγματά του στον τάφο μέσα, για την ζωή μετά, εκτός από ένα.

 

 

»Κι ο εξάδερφος, ο προδότης, που τον γενναίο θανάτωσε τόσο άδοξα, πήρε το θρόνο που τόσο ποθούσε και βασίλεψε για χρόνια και χρόνια. Ο Μύρνταλ όμως παραμένει στον τάφο του, εξοργισμένος για τον χαμό του και περιμένει εκδίκηση να πάρει, και να του επιστρέψουν ό,τι του έκλεψαν.

 

 

» Την προδοσία κανείς δεν έμαθε ως τώρα γιατί ο χρόνος περασμένος είναι. Το βασίλειο κυβερνούν τα εγγόνια των εγγονών τους και πολλές αλλαγές στον τόπο έχουν συμβεί. Ο Παγετώνας αρχίζει να μαζεύει τα παγωμένα νύχια του που τα είχε απλώσει πάνω από τον τόπο μας.

 

 

»Και έτσι έρχεται η ιστορία του Μύρνταλ στο τέλος της. Προστέθηκε ένα κομματάκι στην ιστορία του βασιλείου, οπωσδήποτε αξέχαστο. Σε όνειρα ταραγμένα τα είδα όλα αυτά και ευθύς αμέσως τον Τύμβο αναζήτησα. Αλλά ήταν αδύνατον να τον βρω. Ψέματα όμως δεν είναι. Ο Βασιλέας κατέχει τον Όδοντα του τέρατος και περνάει από χέρι σε χέρι βασιλικό, μέχρι κάποιος να βρεθεί που να το επιστρέψει εκεί όπου ανήκει.»

 

 

 

Ο Άλνεν έκλεισε το βιβλίο και αναλογίστηκε τα όσα είχε διαβάσει. Με μια γρήγορη ματιά γύρω του πρόσεξε πως το φάντασμα είχε εξαφανιστεί. Βγήκε έξω από το δωμάτιο και έψαξε να βρει την σκάλα απ’ όπου ήρθε, αλλά μάταια· δεν ήταν εκεί. Μην ξέροντας τι να κάνει, άρχισε να περπατάει άσκοπα στον μακρύ διάδρομο ώσπου χάθηκε εντελώς μέσα στο βαθύ σκοτάδι. Δεν έβλεπε και δεν άκουγε τίποτα, ούτε τα βήματά του –σαν να έπνιγε τον ήχο η βαριά ατμόσφαιρα. Μετά από λίγη ώρα όχι μόνο δεν άκουγε τα βήματά του, αλλά ούτε τα ένιωθε. Το πάτωμα εξαφανίστηκε κάτω από τα πόδια του και τον άφησε μετέωρο στο κενό. Και τότε, ένιωσε να πέφτει και να πέφτει. Φρίκη τον κατέλαβε και προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά τίποτα δεν βγήκε από το στόμα του. Μόνο έπεφτε και έπεφτε.

 

 

 

Και ξαφνικά, η πλάτη του χτύπησε στο χώμα. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τέσσερα θολά χέρια από πάνω του να τον αρπάζουν. Τον σήκωσαν όρθιο και τον ακούμπησαν σε ένα δέντρο. Μόλις η ζάλη άρχισε να εγκαταλείπει το μυαλό του και συνειδητοποίησε που βρισκόταν και ποιοι τον σήκωσαν όρθιο, ακόμη ένα αίσθημα τρόμου τον κυρίεψε. Βρισκόταν στο ξέφωτο, στο Δάσος, και μπροστά του στέκονταν ο επιθεωρητής και ο στρατιώτης, που τον κοιτούσαν απορημένοι.

 

 

 

«Τι έπαθες ξαφνικά;» τον ρώτησε ο επιθεωρητής.

 

 

 

«Μα…! Εσείς…» ψέλλισε. «Τι έγινε;»

 

 

 

«Περπατούσαμε προς τον νεκρό και εσύ σκόνταψες στην πέτρα αυτή και έπεσες. Σε σηκώσαμε και τώρα κάνεις σαν να είδες φάντασμα,» του εξήγησε.

 

 

 

Στο άκουσμα της λέξης «φάντασμα» στράφηκε προς το ξέφωτο. Ο νεκρός στεκόταν εκεί.

 

 

 

«Αφήστε με,» είπε και με μάτια καρφωμένα εκεί και ανοιχτό στόμα, πήγε προς το μέρος του.

 

 

 

Οι συνοδοί του μουρμούρισαν κάτι για την ψυχική του υγεία και τον ακολούθησαν προσεκτικά. Ο Άλνεν εξέτασε με τα μάτια του τον νεκρό ήρωα από πάνω μέχρι κάτω. Άπλωσε το χέρι του στο στήθος του νεκρού άφοβα και άνοιξε το ρούχο του και είδε μια τρύπα, πιθανότατα από κάποιο βέλος, που το διαπερνούσε. Οι φόβοι του επαληθεύτηκαν. Αυτός ήταν ο Μύρνταλ.

 

 

 

«Ναι, εγώ είμαι,» ακούστηκε μια βροντερή φωνή.

 

 

 

Ο Άλνεν αναπήδησε και ετοιμάστηκε να το βάλει στα πόδια, αλλά το χέρι του νεκρού τον συγκράτησε. Το άγγιγμα τον ηρέμησε, σαν να του έκανε ένα απαγορευμένο ξόρκι κάποιος μάγος.

 

 

 

«Μη φεύγεις,» του είπε, σιγανά αυτή τη φορά.

 

 

 

«Γιατί, τι συμβαίνει;»

 

 

 

«Σου έδειξα… πριν.»

 

 

 

«Το βιβλίο;»

 

 

 

«Ναι.»

 

 

 

«Και θέλεις να σε βοηθήσω;»

 

 

 

«Ναι. Και μάλιστα θα το κάνεις αναγκαστικά. Δεν έχεις άλλη επιλογή.»

 

 

 

«Δηλαδή;»

 

 

 

«Θυμάσαι το γάντι;» είπε και σήκωσε το άλλο χέρι του, αυτό με το σκουριασμένο μεταλλικό γάντι. «Ένιωσες να σε τραβάει προς το μέρος του… σου πήρα την ψυχή.»

 

 

 

«Τι είναι αυτά που λες;!» αναφώνησε σαστισμένος.

 

 

 

«Την έστειλα στον κόσμο μου, τον κόσμο των σκιών, ώστε να σου δείξω. Παραμένει εκεί, να αιωρείται στο κενό.»

 

 

 

Ο Άλνεν δεν είχε λόγια να απαντήσει. Του φαινόταν τόσο εξωφρενικό αυτό.

 

 

 

«Αν λοιπόν την θέλεις πίσω, θα με βοηθήσεις να πάρω αυτό που μου ανήκει και να γυρίσω εκεί που θα έπρεπε να είμαι τώρα.»

 

 

 

«Φαίνεται πως όντως δεν έχω άλλη επιλογή… Αλλά γιατί εγώ;»

 

 

 

«Θα δεις, Άλνεν… θα δεις…»

 

 

 

Πίσω στο παλάτι του βασιλιά, ο επιθεωρητής καθόταν στο πλάι του και ο Άλνεν γονατιστός, λίγο παράμερα του διηγιόταν την ιστορία του Μύρνταλ. Του είπε και για το διάλογο μετά το «όραμα», χωρίς όμως να αναφέρει λέξη γι’ αυτό. Ο επιθεωρητής παρακολουθούσε την αφήγησή του με πολύ μεγάλη έκπληξη και ταραχή, αφού για ‘κείνον τίποτα από αυτά που έλεγε ο Άλνεν ήταν σωστά.

 

 

 

«Ε λοιπόν άρχοντά μου,» είπε ο επιθεωρητής δείχνοντας τον Άλνεν, «αυτός είναι ή πολύ μεγάλος ψεύτης ή πολύ μεγάλος τρελός. Σε όλη την έρευνα δεν άνοιξε το στόμα του· ούτε αυτός, ούτε ο νεκρός.»

 

 

 

«Βασιλιά, δώστε μου το Δόντι του Κτήνους και θα δείτε πως ούτε τρελός είμαι, ούτε ψεύτης,» παρακάλεσε ο Άλνεν, βλαστημώντας μέσα του.

 

 

 

«Ο Όδοντας του Κτήνους είναι ιερό κειμήλιο της Βασιλικής Οικογένειας. Κανένας εκτός από εμένα δεν έχει το δικαίωμα το κρατήσει,» είπε ο βασιλιάς που τόση ώρα καθόταν σκεφτικός στο θρόνο του και άκουγε.

 

 

 

«Μα…»

 

 

 

«Αρκετά Άλνεν! Άκουσα πολλά για σήμερα. Να εύχεσαι μη σε κλείσω σε κάποιο ίδρυμα για τους τρελούς. Φύγε τώρα. Και να θυμάσαι, ακόμη περιμένω μια σοβαρή απάντηση.»

 

 

 

Ηλίθιοι…

 

 

 

Το βράδυ έφυγε κρυφά από την πόλη, μόνος του. Μόλις έφτασε μπροστά στις παρυφές του δάσους, μια ριπή παγωμένου αέρα τον χτύπησε στο πρόσωπο. Έσφιξε το πανωφόρι του πάνω στο σώμα του και συνέχισε προσεχτικός. Αυτός ο καιρός είναι πολύ ασυνήθιστος σ’ αυτά τα μέρη. Ήταν χωρίς αμφιβολία μια από τις πιο κρύες νύχτες που έβλεπε στη ζωή του, αν όχι και η πιο κρύα.

 

 

 

Το μόνο που ακουγόταν μέσα στο Δάσος, ήταν το ανακάτεμα των φύλων και των κλαδιών από τον αέρα. Οι φωνές των νυχτοπουλιών και οι υπόλοιποι ήχοι που περίμενε να ακούσει είχαν σωπάσει. Και τότε, στο τέλος του μονοπατιού, στο ξέφωτο, τον είδε. Στεκόταν ακριβώς στο ίδιο σημείο, σαν άγαλμα. Η λάμα του σπαθιού του, που προηγουμένως φαινόταν σκουριασμένη, τώρα έλαμπε στο φως του φεγγαριού, που μόλις και διακρινόταν από μια τρύπα στα σύννεφα.

 

 

 

Τον πλησίασε, λιγότερο τρομαγμένος από την προηγούμενη συνάντησή τους, αλλά όχι και χωρίς ίχνος φόβου· το θέαμα –­ο νεκρός όρθιος, με ένα κατάλευκο πρόσωπο και μια γυαλιστερή σπάθα, να στέκει σε ένα φεγγαρόλουστο ξέφωτο— δεν έπαυε να είναι μακάβριο και ανατριχιαστικό.

 

 

 

«Το έφερες;» είπε με τη βαθιά, χαρακτηριστική φωνή του.

 

 

 

«Όχι. Ο βασιλιάς το έχει, αλλά είναι πολύ ξεροκέφαλος για να μου το δώσει.»

 

 

 

«Και τότε γιατί ήρθες;»

 

 

 

«Για να ζητήσω βοήθεια.»

 

 

 

«Γύρνα πίσω και πες του πως θα έρθει χειμώνας. Η χώρα θα καταστραφεί από τον καιρό σε λίγες μόλις μέρες.»

 

 

 

Όσο παράξενο κι αν του φάνηκε, δε δίστασε ούτε στιγμή. Έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι του και έφυγε. Επέστρεψε στην πόλη τη στιγμή που ανέτειλε ο ήλιος και, χωρίς να χάσει χρόνο, έτρεξε κατευθείαν στο παλάτι. Στην είσοδο οι φύλακες τον σταμάτησαν αλλά τον άφησαν να περάσει μόλις τους έβαλε τις φωνές έξαλλος. Ο βασιλιάς κοιμόταν, είπαν, και έπρεπε να περιμένει να τον ξυπνήσουν. Μετά από λίγα αγωνιώδη λεπτά ο βασιλιάς κατέφτασε με την συνοδεία του –μερικοί σύμβουλοι και φρουροί- φορώντας τα πιο πρόχειρα ρούχα του και φανερά εκνευρισμένος.

 

 

 

«Λοιπόν; Ελπίζω να βρήκες κάτι,» είπε ανυπόμονα χτυπώντας τα παραφορτωμένα με δαχτυλίδια δάχτυλά του στο μπράτσο του θρόνου.

 

 

 

«Χρειάζομαι το Δόντι του Κτήνους. Πρέπει να επιστραφεί στον νεκρό».

 

 

 

Ο βασιλιάς τον κοίταξε με ένα βαριεστημένο ύφος, πολύ αλαζονικό. «Πάλι τα ίδια θα λέμε, Άλνεν;»

 

 

 

«Είναι ανάγκη!»

 

 

 

«Φύγε πριν με κάνεις να νευριάσω,» τον προειδοποίησε.

 

 

 

«Βλέπετε όλοι σας τον καιρό,» είπε απευθυνόμενος σε όλους όσους βρίσκονταν εκεί. «Το ξύπνημα του νεκρού φέρνει την κακοκαιρία και, πιστέψτε με, δε πρόκειται να σταματήσει εδώ. Μην εκπλαγείτε αν ξυπνήσετε και δείτε κάτασπρα τοπία.»

 

 

 

Τα λόγια του προκάλεσαν αναταραχή. «Χειμώνας;! Δεν έχουμε δει ποτέ χειμώνα εδώ, παρά μόνο στα παραμύθια!» πετάχτηκε ένας γέρος –ο προηγούμενος στρατηγός που αποσύρθηκε από το αξίωμά του εδώ και χρόνια λόγω ηλικίας.

 

 

 

«Και πως το ξέρεις αυτό; Το είδες σε κάποιο από τα παράξενα όνειρά σου;» είπε ένας άλλος.

 

 

 

«Εγώ λέω να τον κλείσουμε μέσα. Δεν έχω ακούσει ξανά τόσα τρελά πράγματα από ένα στόμα μαζεμένα.»

 

 

 

Ακούστηκαν πολλά ακόμα παρόμοια σχόλια. Ο Άλνεν στεκόταν απογοητευμένος, όχι με αυτά που άκουγε –τα έχει συνηθίσει τόσες φορές που τα έχει ακούσει- αλλά επειδή τα λόγια βρήκαν μόνο αποδοκιμασία. Τα σχόλια, ο φωνές και οι ψίθυροι απλώθηκαν μεμιάς στον αέρα σαν μυρωδιά. Ο βασιλιάς σήκωσε το χέρι του για να σωπάσουν όλοι και έμεινε και ο ίδιος σιωπηλός για να σκεφτεί τι να κάνει με τον Άλνεν. Την αμήχανη σιωπή διέκοψε ο επιθεωρητής.

 

 

 

«Είναι ένας τρελός και τίποτα παραπάνω, άρχοντά μου. Ο θάνατος της γυναίκας του και το ποτό του έχουν καταστρέψει το μυαλό και βλέπει οράματα και παραισθήσεις. Έτσι –»

 

 

 

«Ακούστε με επιτέλους!» φώναξε ο Άλνεν διακόπτοντας τον επιθεωρητή. Δεν άντεχε άλλο να τον αγνοούν. «Δεν είμαι τρελός! Κι εσύ ηλίθιε,» έδειξε το βασιλιά, «αν δεν μου δώσεις το δόντι η χώρα σου θα καταστραφεί! Δεν το καταλαβαίνεις;»

 

 

 

Δύο φρουροί τον άρπαξαν αμέσως με εντολή του βασιλιά, ενώ ο ίδιος προσπαθούσε να ελευθερωθεί από το γράπωμά τους κλωτσώντας και γρυλίζοντας. Μόλις τον πέταξαν σε ένα υγρό και σκοτεινό κελί στην φυλακή, ηρέμησε και παραδέχτηκε πως ήταν μεγάλη του βλακεία που έγινε τόσο επιθετικός, αν και εκείνη τη στιγμή δεν σκεφτόταν έτσι.

 

 

 

Πέρασαν τέσσερις μέρες ώσπου τα λόγια του Άλνεν να βγουν αληθινά. Όλοι στέκονταν βουβοί και έβλεπαν τις νιφάδες να πέφτουν, μη ξέροντας πώς να αντιδράσουν, αφού πρώτη φορά στη ζωή τους έβλεπαν χιόνι, αν και είχαν ακούσει γι’ αυτό σε ιστορίες και παραμύθια. Τα αποτελέσματα της κακοκαιρίας ήταν καταστροφικά για το βασίλειο. Σε λίγο, χιόνι μισού μέτρου κάλυπτε τα πάντα και έκανε τις μετακινήσεις όλων δύσκολές ή αδύνατες. Όλη η χώρα παρέλυσε. Άλλη μια μέρα πέρασε και τα πράγματα έγιναν πιο άσχημα. Πολλοί, όσοι δεν ήταν γεροί και δεν πρόλαβαν να βρουν κάποιο τρόπο να ζεσταθούν, πέθαναν από το δριμύ ψύχος που ακολούθησε. Το γεγονός ότι κανείς δεν το περίμενε –παρά τα λόγια του Άλνεν- έκανε την κατάσταση χειρότερη.

 

 

 

Στο μεταξύ, για τον Άλνεν, αυτές οι πέντε μέρες στη φυλακή ήταν εξίσου καταστροφικές. Κουλουριαζόταν σε μια γωνιά του στενού κελιού του, αλλά η υγρασία του τρυπούσε το σώμα· το σκοτάδι τον φόβιζε· ο κρύος αέρας που έμπαζε από το παραθυράκι τον βασάνιζε· το φριχτό, πενιχρό φαγητό έκανε το στομάχι του να πονάει. Τα βράδια έκλεινε τα μάτια του να κοιμηθεί, αλλά παράξενα οράματα και εφιάλτες έρχονταν στο μυαλό του και φοβόταν ακόμα και τον ύπνο.

 

 

 

Έβλεπε παράξενους κόσμους, άλλοτε σαν αυτόν που είχε επισκεφτεί πριν, άλλοτε γαλήνια και βουκολικά τοπία και άλλοτε τρομακτικά τέρατα να ξεσκίζουν ανθρώπους με τα νύχια και τα δόντια τους. Μια φορά είδε πως ένα τέτοιο τέρας τον άρπαξε και τον έσκισε στα δύο με άνεση σαν να ήταν ένα κομμάτι χαρτιού. Καμιά φορά έκλεινε τα μάτια και είχε μια παράξενη αίσθηση πως στριφογυρνούσε και έπεφτε, όλο και πιο γρήγορα, ώσπου τελικά ζαλιζόταν και ξερνούσε. Και όποτε κατάφερνε να κοιμηθεί, έστω και για λίγα λεπτά, μία φιγούρα στοίχειωνε το μυαλό του. Ήταν συνέχεια εκεί. Και πάντα άπλωνε το χέρι προς αυτόν σαν να τον καλούσε. Και ο Άλνεν τον πλησίαζε. Τότε τρόμαζε και ξυπνούσε. Σε αυτήν τη φιγούρα αναγνώρισε τον Μύρνταλ, αν και τα χαρακτηριστικά ήταν πολύ θολά και ακαθόριστα για να ξέρει με σιγουριά. Τότε μια άλλη εικόνα του ήρθε στο νου, ένα αντικείμενο. Ήταν ο Όδοντας του Κτήνους. Η εικόνα κατέκλυσε το μυαλό του και εκτόπισε κάθε άλλη του σκέψη.

 

 

 

Όταν δύο στρατιώτες άνοιξαν το σκοτεινό κελί για να τον πάρουν και να τον πάνε στον βασιλιά, τον βρήκαν σε άθλια κατάσταση. Ήταν κουλουριασμένος στη γωνιά του, τουρτουρίζοντας από το κρύο, ανάμεσα σε ξερατά και ακαθαρσίες. Δεν φάνηκε να αντιλήφθηκε την παρουσία τους, γιατί συνέχισε να μουρμουρίζει και να κοιτά το πάτωμα με προσήλωση. Τον πλησίασαν για τον πιάσουν και να τον σηκώσουν. Το πρόσωπό του είχε χλομιάσει, σαν να άπλωσε πάνω του το χέρι το ο θάνατος, και τα χέρια του είχαν μελανιάσει από το κρύο. Έτρεμε από πυρετό και δεν μπορούσε να σταθεί καλά στα πόδια του.

 

 

 

Τον άρπαξαν και τον πήγαν στον βασιλιά, πότε κουβαλώντας τον, πότε σπρώχνοντάς τον. Αυτός σε όλη τη διαδρομή έβηχε και μουρμούριζε βρισιές προς όλους και κυρίως προς την Βασιλική Αυλή. Όταν έφτασαν και άνοιξαν τις πόρτες, είδαν την Αίθουσα του Θρόνου πλημμυρισμένη από κόσμο. Αναμμένες εστίες γύρω γύρω ζέσταιναν τον χώρο και τα παράθυρα ήταν αμπαρωμένα για να μην μπαίνει ο κρύος αέρας. Ο βασιλιάς καθόταν στο θρόνο του, ως συνήθως, μόνο που τώρα φορούσε την επίσημη ενδυμασία του που φυλάει για περιστάσεις όπως εθνικές ή θρησκευτικές εορτές, δεξιώσεις και άλλα τέτοια. Στο χέρι του κρατούσε το χρυσό του σκήπτρο με τη ρουμπινένια κεφαλή του, από την οποία κρεμόταν με μια ασημένια αλυσίδα ο Όδοντας του Κτήνους, μέρος κι αυτό της ενδυμασίας του. Στο πλάι του στεκόταν όρθιος ο Δικαστής με ένα κόκκινο ράσο και πολλά κοσμήματα, ίσως και περισσότερα από τον Βασιλιά. Άλλοι επίσημοι, όπως ο επιθεωρητής, ο Αρχηγός της Φρουράς, ιερείς και άλλοι στέκονταν στο πλάι του κόκκινου χαλιού που ξεκινούσε από την πόρτα και κατέληγε στα σκαλοπάτια του θρόνου. Ο κόσμος σώπασε και περίμενε τον λόγο του Βασιλιά.

 

 

 

«Στη δίκη που κάναμε για σένα, Άλνεν Φρέντελιν, η τελική απόφαση ήταν η εξής,» είπε ο Δικαστής.

 

 

 

Τα λόγια του ήχησαν παράξενα στο θολωμένο μυαλό του Άλνεν. Έκανε μια γκριμάτσα έκπληξης, ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα μάτια του και τίναξε το κεφάλι προσπαθώντας να καταλάβει τι άκουσε μόλις τώρα.

 

 

 

«Με δικάσατε πίσω από την πλάτη μου;» οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία από το στόμα του.

 

 

 

«Κρίναμε ακατάλληλη τη παρουσία σου λόγω της ψυχικής σου κατάστασης,» είπε ψυχρά ο Αρχιερέας.

 

 

 

«Η ψυχική μου κατάσταση είναι… μια χαρά.»

 

 

 

Ο Δικαστής αγνόησε την τελευταία φράση του και συνέχισε. «Αποφασίσαμε, λοιπόν, πως υπεύθυνος γι αυτά τα περίεργα φαινόμενα είσαι εσύ. Η χρήση της μαγείας και ειδικότερα της νεκρομαντείας, τιμωρείται με θάνατο.»

 

 

 

Ο Άλνεν κοκάλωσε. Το κουρασμένο του μυαλό άρχισε να συνέρχεται κάπως. Τι ψέματα ήταν αυτά;

 

 

 

«Η ποινή θα εκτελεστεί σε λίγες ώρες.»

 

 

 

Ο Βασιλιάς σηκώθηκε όρθιος και έδειξε με το σκήπτρο του τον Άλνεν.

 

 

 

«Αρκετά μας ταλαιπώρησες με τις μαγγανείες σου. Ώρα να αναπαυθεί η ανήσυχη ψυχή σου.»

 

 

 

Το χρυσό σκήπτρο. Η ρουμπινένια του κεφαλή λαμπύρισε στο φως των εστιών. Το Δόντι ταλαντώθηκε… το Δόντι. Τα μάτια του ακολουθούσαν την κίνησή του. Εικόνες εισέβαλαν και πάλι στο μυαλό του, βίαια. Όλοι οι εφιάλτες που έβλεπε στη φυλακή ήρθαν τώρα μαζεμένοι, την ίδια στιγμή. Το τέρας που ξέσκιζε σάρκες, οι πράσινοι λόφοι, το στριφογύρισμα, η φιγούρα… το Δόντι. Μια λύσσα γεννήθηκε μέσα του, μια φλόγα που επεκτάθηκε και κατάπιε τα πάντα μέσα στο αδηφάγο στόμα της με την ακόρεστη πείνα της. Το Δόντι ήταν πάντα εκεί. Η φιγούρα τον καλούσε.

 

 

 

Ήταν μόλις λίγες δρασκελιές μακριά. Χίμηξε καταπάνω του βασιλιά και άπλωσε τα ταλαιπωρημένα χέρια του να το πιάσει. Ήταν πολύ αργός όμως. Ένας στρατιώτης στη βάση της μικρής σκάλας άπλωσε το διχαλωτό δόρυ του και ο Άλνεν καρφώθηκε πάνω του. Έπεσε στα γόνατα, μπροστά στον έκπληκτο βασιλιά, με ένα δόρυ καρφωμένο στην κοιλιά του να εξέχει από την πλάτη του.. Σωριάστηκε στο κόκκινο χαλί που κοκκίνισε περισσότερο από το αίμα. Άρχισε να ζαλίζεται και να κρυώνει. Ο κόσμος γύρω του άρχισε να καταρρέει. Η γεύση του αίματος στο στόμα του τον ζάλιζε περισσότερο. Το Δόντι και η φιγούρα εξαφανίστηκαν, η φλόγα έσβησε. Άφησε την τελευταία του πνοή εκεί, μπροστά στον κατάπληκτο κόσμο, μπροστά από τον Όδοντα.

 

 

 

Άνοιξε τα μάτια του ξεκούραστος και αναζωογονημένος και συνειδητοποίησε πως βρισκόταν και πάλι σε εκείνον τον σκοτεινό και μακρύ διάδρομο και είχε πάλι αυτή την παράξενη αίσθηση πως ήταν πιο ελαφρύς και ο κόσμος γύρω του εύθραυστος. Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει. Ήταν ο ίδιος διάδρομος και θυμόταν ακριβώς ποια στροφή να πάρει σε κάθε σταυροδρόμι που συναντούσε. Τελικά, έφτασε μετά από πολύ ώρα στο μπαλκόνι, στην εξοχή του γκρεμού, όπως περίμενε. Αμέσως ήρθε ο φτερωτός φύλακας με το μακρύ μαύρο ράσο του και την μάσκα και τον κατέβασε στην ίδια σκοτεινή, μαρμάρινη πλατεία της παράξενης πόλης. Και πάλι κάποιος καθόταν μόνος του στο παγκάκι, μόνο που αυτή τη φορά δεν ήταν το μικρό παιδάκι. Ήταν μια γυναίκα. Μια νεαρή όμορφη κοπέλα. Φορούσε ένα άσπρο φόρεμα και τα χρυσά μαλλιά της ανέμιζαν καθώς έτρεχε προς το μέρος του. Το πρόσωπό της ήταν φωτεινό και χλωμό και τα μάτια της λαμπερά και όλο ζωντάνια

 

 

 

«Ελαίην…» ψέλλισε ο Άλνεν μη μπορώντας να το πιστέψει.

 

 

 

«Σε περίμενα! Έλα!» του είπε αυτή με τη γλυκιά φωνή της και άρχισε να τρέχει μέσα στα στενά δρομάκια της πόλης.

 

 

 

Ο Άλνεν την ακολούθησε προβληματισμένος και τελικά έφτασαν στην όχθη του ποταμού, στο ίδιο σημείο που τον είχε οδηγήσει και το παιδάκι. Την ίδια στιγμή έφτασε και η βάρκα. Από μέσα της βγήκαν ο παράξενος βαρκάρης και ένα φάντασμα, σαν αυτά που είχε δει. Μόνο που αυτό το φάντασμα του έμοιαζε πολύ. Το πνεύμα τον πλησίασε και άπλωσε το χέρι του. Ο Άλνεν έκανε το ίδιο και ακούμπησε το ομιχλώδες χέρι του σωσία του. Αμέσως μια λευκή λάμψη τους τύλιξε ακαριαία, σαν να έπεσε κεραυνός παραδίπλα τους, και μόλις η λάμψη ξεθώριασε, ο Άλνεν βρισκόταν μέσα στην βάρκα που έπλεε, με την Ελαίην δίπλα του.

 

 

 

 

Στο ξέφωτο του Τύμβου χιόνιζε ακατάπαυστα. Μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων μέσα στο χιόνι παρακολουθούσε με αγωνία. Ήταν ο Βασιλιάς με τη συνοδεία του. Ένας από τους συμβούλους του κατάφερε να τον πείσει να πάει μέχρι το Δάσος για να διαπιστώσουν τι συνέβαινε στ’αλήθεια.. Του είπε πως ο Άλνεν έχασε μέχρι και τη ζωή του για να πάρει αυτό το αντικείμενο. Αν είχε τελικά δίκιο, τότε με το να το επιστρέψουν στον νεκρό ήρωα θα γλίτωνε το βασίλειο από πολλά βάσανα που οφείλονταν στην κακοκαιρία. Αν έλεγε ψέματα, δε θα συνέβαινε τίποτα το ανησυχητικό –ή τουλάχιστον πιο ανησυχητικό από όσα έχουν ήδη συμβεί. Εξάλλου, ο λαός απαιτούσε μια λύση στο τεράστιο αυτό πρόβλημα. Έτσι, ο βασιλιάς το ξανασκέφτηκε και δέχτηκε να διατάξει εξονυχιστική έρευνα στα υπόγεια της βιβλιοθήκης για να βρουν πληροφορίες για τον Μύρνταλ. Τελικά όντως βρέθηκε ένα βιβλίο που έγραφε όσα έλεγε και ο Άλνεν. Στις παλαιότερες έρευνές τους δεν είχαν προσέξει αυτόν τον τόμο και έτσι έμεινε στην αφάνεια.

 

 

 

Ο Βασιλιάς αποφάσισε να δοκιμάσουν και να τώρα που τοποθετούσε τον Όδοντα του Κτήνος στο μεταλλικό γάντι του νεκρού ήρωα, με τον τρόμο φανερό στο πρόσωπό του. Και ο νεκρός, το ίδιο ακίνητος και άκαμπτος σαν δέντρο, έκλεισε τα μάτια του και έπεσε προς τα πίσω, πάνω στο παχύ χιόνι. Αμέσως η χιονόπτωση σταμάτησε και σε λίγο τα σύννεφα διαλύθηκαν και άρχισε να φαίνεται ο ήλιος.

 

 

 

Ο χρόνος πέρασε, ο καιρός έγινε όπως και πριν και οι προσκυνητές τώρα έψελναν ύμνους γύρω από έναν μεγαλύτερο και πιο αρχοντικό Τύμβο, μέσα στον οποίο τοποθέτησαν και το σώμα του Άλνεν.

 

 

 

Ο βαρκάρης τους άφησε σε μια άλλη χώρα, πιο όμορφη και πιο ζωντανή, με πράσινους λόφους, δέντρα και βουνά στο βάθος. Δίπλα τους κυλούσαν τα καθαρά νερά του ποταμού που καθρέφτιζαν τον λαμπερό ήλιο. Στο νότο βρίσκονταν πανύψηλα, θεόρατα βουνά και ένα φαράγγι απ’ όπου περνούσε ο ποταμός Μαύρα σύννεφα σκίαζαν εκείνη την περιοχή. Αυτό που τους κέντρισε την περιέργεια όμως ήταν μια στήλη καπνού πίσω από έναν λόφο. Περπάτησαν μέχρι τη κορυφή του λόφου, πιασμένοι χέρι-χέρι. Πότε πότε σταματούσαν και κοιτούσαν ο ένας τον άλλον και φιλιόντουσαν. Είχαν καιρό να δουν ο ένας τον άλλον. Όταν έφτασαν στον λόφο, δεν περίμεναν να δουν κάτι τέτοιο. Κάτω από τα πόδια τους γινόταν μια τεράστια τελετή πυρράς.

 

 

 

Γύρω από τη στοίβα με τα φλεγόμενα ξύλα, δεκάδες, εκατοντάδες άνθρωποι –οι περισσότεροι πολεμιστές- έσκυβαν ευλαβικά τα κεφάλια τους. Καβαλάρηδες στέκονταν στο πλάι ενός πολεμιστή, πιθανότατα του πολέμαρχου. Η τελετή διακόπηκε από μια μικρή αναταραχή. Ο πολέμαρχος πήρε ένα άλογο και ανέβηκε πάνω και διέταξε κάποιους άλλους καβαλάρηδες να τον ακολουθήσουν. Ανέβηκαν τον λόφο και έφτασαν κοντά στον Άλνεν και την Ελαίην που τους κοιτούσαν λίγο φοβισμένοι. Στην πραγματικότητα, το μέρος αυτό τους γεννούσε ένα αίσθημα αισιοδοξίας και γαλήνης και έτσι δύσκολα θα τρόμαζαν από το οτιδήποτε. Ο πολέμαρχος κάρφωσε το δόρυ του στο χώμα, κατέβηκε από το άλογό του και τους πλησίασε περπατώντας. Έβγαλε το παράξενο κράνος του και το πρόσωπό του φανερώθηκε.

 

 

 

«Μύρνταλ!» αναφώνησε ο Άλνεν.

 

 

 

«Καλώς ορίσατε στο βασίλειό μου, φίλε μου! Σου χρωστάω μεγάλη χάρη.»

Link to post
Share on other sites
Nihilio

Δε νομίζω να χρειάζεται να δικαιολογήσω το γιατί ψήφησα King Volsung. Μπορεί και να άργησε και να ξεπέρασε το όριο των λέξεων, αλλά το αποτέλεσμα ήταν πλούσιο και η ιστορία πολύ καλή.

Αντίθετα η ιστορία του Drowvarius μου άφησε μια αίσθηση ότι ήταν άδεια, πολύ γενική,ελλειπής.

Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...
Bardoulas©

Δε συνηθίζω να σχολιάζω write offs (άγνωστο το γιατί), όμως αυτή τη φορά οφείλω στον King και στο Drow μια δυο λέξεις.

 

Drow: Η ιστορία θύμιζε λίγο την Πυρά του Ούλριχ. Όχι τόσο το στυλ της γραφής όσο το νόημα της ιστορίας. (Do not mess with the evil dead κι ετς!). Γενικά γουστάρω να διαβάζω Drowvarius να λέει για τον εναλλακτικό Μεσαίωνα και για παγανιστικές τελετές!

 

Τι δε μου άρεσε: Πολύ καλές περιγραφές της ιεροτελεστίας αν και θα μπορούσαν να γίνουν λίγο μεγαλύτερες. Και λείπει το σασπένς από την ιστορία. Το φινάλε ήταν ολίγον τι προβλέψιμο. Θα μπορούσε να ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης ιστορίας ή θα μπορούσε η ίδια να ήταν λίγο μεγαλύτερη. Από μόνη της είναι αδύναμη. Ξαναλέω, όχι από τεχνικής πλευράς, κυρίως λόγο του μικρού μεγέθους (καταραμένα write offs, αφήστε τον κόσμο να ξεδώσει!)

 

 

Το άκρο αντίθετο, King.

 

Επιτέλους πότε θα τελειώσει η ιστορία;;;;;; (j/k)

 

Με εξπέπληξε ευχάριστα η ιστορία σε δύο σημεία. Πρώτα στο «Περπατούσαμε προς τον νεκρό και εσύ σκόνταψες στην πέτρα αυτή και έπεσες. Σε σηκώσαμε και τώρα κάνεις σαν να είδες φάντασμα,» όπου προς στιγμήν ξενέρωσα (ευτυχώς είχε ανατροπή η ιστορία) και λίγο πιο πριν στο Αλλά ο βαρκάρης είχε ήδη εξαφανιστεί. Απομακρύνθηκε από τον ποταμό για να ξεφύγει από την αναγουλιαστική μυρωδιά και τότε, άσπροι καπνοί ξεπήδησαν από σχισμές στο έδαφος και πήραν ακανόνιστες μορφές ανθρώπων, σαν φαντάσματα. όπου και κατάλαβα ότι ο Άλντεν έβλεπε όνειρο.

 

Λοιπόν η ιστορία δεν ήταν για write off. Ήταν για τη βιβλιοθήκη. Κακέ Volsung. Να έλεγες τουλάχιστον στο Drowvarius ότι θα ξέφευγες τόσο πολύ, ώστε να σε αντιμετόπιζε επί ίσοις όροις.

 

Ξέχωρα από την πλάκα, η ιστορία σου μου άρεσε.

 

Δε σας λέω τι ψήφισα...

Link to post
Share on other sites
  • 4 weeks later...

Ρε τομαρια...πανω που ειχα πρηξει τον Κινγκ οτι δεν θα τον ψηφισετε γιατι καταπατησε τους ορους...πατε και με διαψευδετε!

Λοιπον,αφου δεχομαστε τη συμμετοχη του...

 

Ψηφιζω Βολσουνγκ.Ειχε καποια λαθακια(πχ ενω το διηγημα ειναι γραμμενο σε παρελθοντικους χρονους καπου χρησιμοποιει ενεστωτα-μαλλον λανθασμενα,επισης καποια αλλα που δε σημειωσα)αλλα ηταν μια καλογραμμενη ιστορια με αρχη και τελος.Βεβαια χρησιμοποιησει πολλαπλασιες λεξεις απο το οριο-δεν το ξεπερασε απλα-ετσι μπορεσε να αναπτυξει καλυτερα τις ιδεες του.Πολυ καλο και το φιναλε!Επιρροες απο Λαβκραφτ βλεπω(αγνωστη Κανταθ)αλλα και Ντιουν(αν και δεν εχει διαβασει...ακους εκει "...το Δοντι"!).

Ο Ντροου εγραψε ενα καλο σορτ στορι αλλα πολυ αναμενομενο.Ωραιες περιγραφες αλλα δεν ειχε ιστορια η υποθεση.Επισης εχουμε δει τετοια ιστορια εδω στο φορουμ.Βεβαια εγραψε μεσα στα οριο λεξεων!

Και στο δικο μου ραητ οφ συναντησα προνλημα με το οριο λεξεων.Ειναι δυσκολο να γραψεις μια καλη ιστορια σε 2000 λεξεις με βαση την ιδεα ενος αλλου.

 

Ισως πρεπει να αυξησουμε το οριο λεξεων στις 3000.Τις 2000 τις ειχαν προτεινει για μικροτερ χρονικο διαστημα.Σε 2 βδομαδες-και περισσοτερο αφου ολοι αργουν-προλαβαινεις να γραψεις μια μεγαλουτσικη και αξιοπρεπη ιστορια.

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..