Jump to content

ΔΩΔΕΚΑ


DinoHajiyorgi

Recommended Posts

Δεύτερον

 

 

Η Αθήνα είχε ξαναγεννηθεί στο κουρνιαχτό με νέες ιστορίες, νέους πρωταγωνιστές, νεκρούς ήρωες και επιζώντες κομπάρσους. Οι ζημιές ήταν πολλές. Είχαν καταρρεύσει κτίρια, υπήρχαν θύματα. Όλοι θα θυμούνταν που βρίσκονταν και τι έκαναν την μοιραία καλοκαιρινή νύχτα. Πικρές συζητήσεις θα απασχολούσαν τον πληθυσμό για πολύ καιρό. Άνδρες της πολεοδομίας ανέλαβαν βαρύ καθήκον, βγήκαν στους δρόμους να εξετάσουν σπίτια, να καθορίσουν μοίρες ανθρώπων. Η απόφαση τους σημαδεύτηκε βιβλικά με το ανάλογο χρώμα στις εισόδους σπιτικών. Κόκκινο για την κατεδάφιση ετοιμόρροπου κτίσματος, κίτρινο για την ανάγκη επισκευών, πράσινο για τα άθικτα.

 

Το σπίτι του Χρήστου και της Αμαλίας ήταν ένα παλιό αρχοντικό, χτισμένο μετά τον πόλεμο στα ’40, και προς έκπληξη τους είχε επιβιώσει. Πήρε το πράσινο εύσημον μετά τόνου. Το οκταόροφο τέρας δύο τετράγωνα πιο κάτω, λιγότερο από δεκαετία ζωής, είχε γίνει τάφος για είκοσι από τους ενοίκους του. Καθισμένη στο σαλόνι της, και ευγνωμονώντας τους θεούς, η Αμαλία αναλογιζόταν την ειρωνεία. Είχαν πέσει κάδρα, είχε σπάσει ένας καθρέπτης, τρία βάζα και κάποια μπιμπελό και αυτά μόνο. Και ήταν ζωντανοί. Το φως της ημέρας ήταν χαρακτηριστικά γλυκό αλλά ο καφές της δεν κατέβαινε καλά. Ο απολογισμός δεν είχε τελειώσει ακόμα. Η τηλεόραση έπαιζε με κλειστό τον ήχο. Συνεργεία διάσωσης σκάβανε για επιζώντες σε κάποια χαλάσματα.

 

Παρατηρούσε τον Χρήστο που μελετούσε κάποια συμβόλαια στον καναπέ απέναντι της. Είχε γυρίσει βιαστικά από το εργοτάξιο με σκοτεινό βλέμμα. Η σκεπή του ναυπηγείου τους είχε καταρρεύσει καταστρέφοντας δύο μισοτελειωμένα γιώτ, τσακίζοντας μαζί και όλες τις προοπτικές της επιχείρησης. Η Αμαλία δεν τα καταλάβαινε όλα αυτά ήξερε όμως να διαβάζει το πρόσωπο του άντρα της. Πρόσεξε τα φρύδια του να σμίγουν χαρακτηριστικά και πεταλούδες φτερούγισαν στο στομάχι της. Το στομάχι του Χρήστου ήταν ήδη γεμάτο από κόμπους που ολοένα πολλαπλασιάζονταν σαν καρκίνωμα. Οι δύο δουλειές που χάθηκαν ήταν ασφαλισμένες, το ίδιο και η ζημιά στο εργοτάξιο, αλλά οι παραγγελίες θα καθυστερούσαν, άλλοι θα απόσυραν τις δικές τους και η εταιρεία θα πλήρωνε αρκετά ρήτρα. Τα πάντα ήταν μετέωρα σε τεντωμένο σχοινί. Υπήρχε βέβαια και το δάνειο της τράπεζας. Ξεφύσησε αγχωμένος. Είχε κάνει πρόσφατα το λάθος να ανοιχτεί στο χρηματιστήριο και είχε απώλειες κι εκεί, γεγονός που σκότωσε τις ελπίδες του να ισορροπήσει την πλάστιγγα με τις δουλειές που χάθηκαν.

«Τουλάχιστον το σπίτι άντεξε» του είπε για να μάθει τι σκεφτόταν.

«Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί αυτόν τον καιρό. Οικονομικά εννοώ» της απάντησε.

«Τα παιδιά; Θα είναι καλά τα παιδιά;»

Οι λογαριασμοί του Μηνά και της Αθηνάς στο Λονδίνο ήταν καλυμμένοι. Ευτυχώς δεν είχαν πλέον την ανάγκη των δικών τους. Ο Μηνάς ήθελε μόνο ένα χρόνο για να τελειώσει και η Αθηνά είχε ήδη εξασφαλίσει καριέρα και πετυχημένο γάμο στην Αγγλία. Τον Χρήστο τον ανησυχούσε μην χάσει την εταιρεία που την είχε ταγμένη στον γιο του.

«Κοίταξες αν λειτουργεί το τηλέφωνο;» την ρώτησε.

«Τίποτα ακόμη ... Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να επικοινωνήσουμε μαζί τους;»

«Θα στρώσουν οι βλάβες σύντομα. Και ας ανησυχήσουν εκείνοι λίγο για μας. Δεν θα ασπρίσουν και τα μαλλιά τους. Νέοι είναι. Και με το ενδιαφέρον που δείχνει ο αγγλικός τύπος στα διεθνή γεγονότα αμφιβάλλω αν έχουν ακούσει για τον σεισμό ακόμα.»

«Πρέπει να πάμε και στο τμήμα...» Κατσούφιασε καθώς τα γεγονότα της νύχτας του σεισμού διαπέρασαν την ταραχή που ζούσε από το πρωί.

«Σωστά ... σχεδόν το ξέχασα...»

Όλα ήταν ένα μπερδεμένο μωσαϊκό στο κεφάλι του. Φωνές, σειρήνες, το αιματοβαμμένο ντεκολτέ της Αμαλίας, η ζωή ενός ανθρώπου στο χείλος του γκρεμού, στα χέρια τους.

«Ξεχνιέται κάτι τέτοιο;» είπε η Αμαλία ριγώντας, «Όλη μου η εμπειρία του σεισμού είναι το αίμα αυτού του ανθρώπου στα ρούχα μου, στα χέρια μου...»

 

Μέσα στο γενικό χάος της πληγωμένης πόλης είχαν μια ατέλειωτη διαδρομή προς το νοσοκομείο. Είδαν και έπαθαν μέχρι να βρουν τους κατάλληλους ανθρώπους, μέχρι να βεβαιωθούν πως ο μισοπεθαμένος άντρας ήταν τώρα στην κατάλληλη φροντίδα. Και εκείνος ο αστυνομικός να φωνάζει έξαλλος πάνω απ’τα κεφάλια τους πως έπρεπε να έρθουν στο τμήμα για κατάθεση.

«Του έσωσες την ζωή» της είπε και της χάρισε ένα χαμόγελο.

Ήταν όντως υπερήφανος για την γυναίκα του.

«Και η άλλη κοπέλα είχε νοσοκομειακή εκπαίδευση...» συλλογίστηκε φωναχτά η Αμαλία, «το κατάλαβα από τις πρωτοβουλίες της, αν και δεν έμοιαζε νοσοκόμα.»

«Καλά που ήσασταν εκεί...»

Με το που γύρισαν σπίτι δεν πρόλαβαν να χαρούν την σωτηρία του σπιτικού τους. Τους περίμενε ο νυχτοφύλακας από το εργοτάξιο να τους πει τα νέα. Ευτυχώς ο ίδιος την είχε γλιτώσει πηδώντας την περίφραξη στη στιγμή. Η Αμαλία είχε καταφέρει σταδιακά να κερδίσει την ηρεμία της με καλό ύπνο ενώ ο Χρήστος ήταν μέρες άυπνος.

«Πριν πάμε στην αστυνομία πρέπει να πεταχτώ πρώτα στο εργοτάξιο. Να συναντηθούμε κάπου μετά;»

«Πάλι στο εργοτάξιο; Από κει ήρθες. Γιατί δεν κοιμάσαι λίγο;»

«Έχω να κανονίσω κάποια πράγματα με τον εργοδηγό. Δεν θα μου πάρει πολύ.»

«Όπως νομίζεις.»

Σηκώθηκαν ταυτόχρονα καθώς εκείνος ετοιμάστηκε να πάει να ντυθεί. Τον αγκάλιασε και τον φίλησε.

«Όλα θα πάνε καλά» του είπε.

 

Με το κασκέτο στο χέρι, καθισμένος βαρύς στον διάδρομο, ο Νίκος παρατηρούσε τα σωματίδια σκόνης που αιωρούνταν πάνω στις ηλιαχτίδες. Τα παράθυρα ήταν ψηλά κοντά στο ταβάνι, οι τοίχοι γύρω του γκρίζοι και ψυχροί. Μία ήταν η κυρίαρχη σκέψη του. Ήθελε να σωθεί. Ένας νεαρός γιατρός με λευκή ποδιά βγήκε από μια πόρτα και αμέσως ένιωσε να τον βαραίνει το στήθος του. Μούδιασαν τα κάτω άκρα.

«Είστε εδώ για την αναγνώριση?» του απευθύνθηκε ο νέος.

Νόμισε πως κατάφερε ένα «Ναι...» αν και δεν ήταν σίγουρος.

Το μοτέλ στο Σύνταγμα είχε καταρρεύσει. Δεν είχαν επιζώντες, μόνο πτώματα. Δεν υπήρχαν ελπίδες να βρει την γυναίκα του ζωντανή. Δεν ήταν δύσκολο να την επισημάνει κανείς. Ήταν η μόνη Ταϊλανδέζα που ανέσυραν από τα ερείπια. Για άλλη μια φορά έπρεπε να αντικρίσει τον θάνατο. Ακολούθησε το γιατρουδάκι στο νεκροτομείο. Η Νάνση ήταν εκεί και έμοιαζε να κοιμάται. Δεν είχε κανένα ίχνος τρόμου ή επιθανάτιου άγχους στο πρόσωπο της. Θα πρέπει να ήταν στην αγκαλιά του οπίου όταν έπεσε το κτίσμα πάνω της. Ίσως δεν ήξερε καν πως είναι νεκρή. Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τα χείλη της.

«Έχε γεια λουλούδι της Ανατολής» ψιθύρισε. Δεν είχε πει αντίο ποτέ πριν σε κανέναν.

 

Ο Πέτρος έσπρωξε μέσα στο πλήθος του νοσοκομείου και κατευθύνθηκε προς το μέρος που ήταν μαζεμένα τα συνεργεία της τηλεόρασης. Σκέφθηκε πως εκεί θα έβρισκε μια άκρη. Δεν είχε κοιμηθεί καλά για μέρες. Κουδούνιζαν τα αφτιά του και πονούσε το κεφάλι του. Σήμερα το πρωί το κουδούνισμα είχε υποχωρήσει αλλά δεν άκουγε τίποτα από το αριστερό αφτί. Νά’ναι καλά ο παππούς του που ξεσήκωσε κάποιον παιδικό του φίλο, γιατρό ωριλά, πατριώτη από την Χίο φυσικά, να έρθει από το σπίτι να του δώσει προσωπική εξέταση. Ο παππούς είχε έναν παιδικό φίλο για κάθε περίσταση και ανάγκη. Ο Πέτρος αναρωτήθηκε πότε θα άρχισε να κάνει κι εκείνος τέτοιους φίλους καθώς παρατηρούσε μετά τα γερόντια να τα πίνουν και να τα λένε, όλα μες το χωρατό. Τους εντυπωσίασε βέβαια με την εξιστόρηση του ηρωισμού του στο Μετρό. Ο γιατρός του είπε πως η ζημιά στο τύμπανο δεν ήταν μόνιμη, θα καλυτέρευε σύντομα, και αυτό ήταν μεγάλη ανακούφιση. Η πράξη του ήταν ηρωική μόνο από ανασκόπηση. Όταν συνέβη ... Δεν το σκέφτηκε καν.

 

Από την στιγμή που είδε τον Σταύρο Φραγκάκη να μπαίνει στο τρένο η έγνοια του προσηλώθηκε πάνω του. Λίγους έλληνες ηθοποιούς θαύμαζε όσο τον Σταύρο. Ήξερε πως ο άνθρωπος δεν είχε δουλειές και υπήρχαν φήμες, αλλά η κατάσταση στην οποία τον είδε εκείνο το βράδυ τον σόκαρε. Έτσι τέλειωναν οι μεγάλες ζωές; Όταν επανήρθαν τα φώτα στον συρμό και ο άντρας σηκώθηκε όρθιος ο Πέτρος είδε το κακό στο μάτι του. Η αρπαγή του όπλου έπαιξε σαν κακοπροβαρισμένη δράση σε αργή κίνηση μπροστά του. Ήταν ο μόνος που δεν ξαφνιάστηκε, ο μόνος που μάντεψε τι θα επακολουθούσε. Ο Σταύρος Φραγκάκης δεν θα έκανε ποτέ κακό σε κανέναν. Ήθελε να δώσει ένα grand finale στην ζωή του, έστω και σε ένα τόσο μικρό κοινό. Κάπως έτσι θα το έβαζε και ο ίδιος ο Πέτρος σε ένα σενάριο του. Το μόνο που δεν θα σκεφτόταν ήταν να βάλει σε πρωταγωνιστικό ρόλο τον εαυτό του. Βούτηξε πάνω στον απελπισμένο άντρα γιατί τελικά προτιμούσε ένα happy end. Και τρόμαξε πολύ. Νόμισε πως απέτυχε όταν συνήλθε και είδε το αίμα. Φοβήθηκε πως εξ’αιτίας της επέμβασης του είχε τραυματιστεί χειρότερα. Του βεβαίωσαν το εντελώς αντίθετο αργότερα στο νοσοκομείο. Είχε σώσει την ζωή ενός ανθρώπου.

 

Δεν πρόσεξε τον Νίκο που έβγαινε εκείνη την στιγμή από το νεκροτομείο. Κατευθύνθηκε προς το μπουλούκι με τους ρεπόρτερ. Ο σεισμός ήταν η μεγάλη είδηση αλλά και το επεισόδιο του παλιού σταρ του κινηματογράφου και της τηλεόρασης δεν θα πήγαινε ανεκμετάλλευτο. Οι κάμερες είχαν στριμώξει τώρα την Ζήνα, την αδελφή του. Μαύρα ρούχα, στεγνό, άχρωμο πρόσωπο.

«Τον έχουν στην εντατική αλλά έχει ξεπεράσει τον κίνδυνο. Από δω και πέρα ... ο Θεός είναι μεγάλος» δήλωνε με καταρρακωμένη φωνή.

«Γιατί νομίζετε πως το έκανε;»

Ο Πέτρος στάθηκε στο πλήθος να ακούει.

«Τι να σου πω τέτοια ώρα άνθρωπε μου. Πάνε ρώτα όλους αυτούς τους δήθεν φίλους του που τού’κλεισαν τις πόρτες κατάμουτρα. Θες να σου πω πως παρακαλούσε για δουλειά, μια στάλα αξιοπρέπεια και του πουλούσαν λόγια του αέρα; Τι απ’αυτά δεν έχεις ξανακούσει;»

«Είχε εκδηλώσει τάσεις αυτοκτονίας στο παρελθόν; Είχατε ενδείξεις από μέρους του;»

«Ο αδελφός μου βίωνε τον πόνο του μέρα με την μέρα. Δεν χρειαζόταν να πει τίποτα. Το έβλεπες στα μάτια του. Βλέπαμε τις παλιές του ταινίες στην τηλεόραση και κοίταζα να τον εμψυχώσω, να του δώσω θάρρος. Δεν ήθελα να του δώσω ψεύτικες ελπίδες. Ήθελα μόνο να δει την ζωή με άλλο μάτι. Αλλά ο καλλιτέχνης είναι εθισμένος στην αναγνώριση. Πως γιατρεύεις κάτι τέτοιο;»

 

Οι ρεπόρτερ αφήνιασαν. Άρχισαν να ρωτούν για το πιοτό, κάποιοι έκαναν νύξη για ναρκωτικά. Η Ζήνα τα έχασε. Με τρεμάμενη φωνή δήλωσε πολύ εξαντλημένη για να συνεχίσει. Σιγά μην την άφηναν. Ο Πέτρος δεν ήξερε πόσο καλά είχαν ερευνήσει το συμβάν αλλά σίγουρα ο ίδιος δεν είχε αφήσει όνομα πουθενά και με την πιθανότητα να μην ξέρει κανείς ποιος ήταν όρμησε και άρπαξε την γυναίκα από τον κλοιό των φακών, φροντίζοντας να δείχνει μόνο την πλάτη του. Κανείς δεν πρόλαβε να τον σταματήσει. Ευτυχώς η Ζήνα βοήθησε αφήνοντας να παρασυρθεί στο τράβηγμα του.

 

Βρήκαν καταφύγιο στις σκάλες, ανάμεσα σε δύο ορόφους.

«Μυρίστηκαν αίμα σαν τα κοράκια» της χαμογέλασε.

«Σας ευχαριστώ ... Ποιος είστε;»

«Με λένε Πέτρο Δεκανίκα. Πέτρο. Είμαι θαυμαστής του αδελφού σας και δυστυχώς μάρτυρας της πράξης του. Ήρθα να μάθω πως είναι. Η πράξη του μας τάραξε όλους.»

«Είναι σε κώμα. Δεν μ’αφήνουν να τον δω ... και η αστυνομία δεν μου λεει τίποτα. Πείτε μου πως έγινε.»

«Να πάμε να καθίσουμε κάπου; Να συνέλθετε κάπως. Εδώ απέναντι έχει μια καφετέρια.»

Την πήρε από το μπράτσο και κατάφεραν να ξεγλιστρήσουν από τα αδιάκριτα βλέμματα.

 

Στον θάλαμο της εντατικής, διασωληνωμένο, το σώμα του Σταύρου Φραγκάκη ζούσε σε δανεισμένο χρόνο. Η καρδιά του, τα πνευμόνια του, λειτουργούσαν μηχανικά. Ο ίδιος ευχόταν να τελειώσει, να φύγει, η θέληση του όμως ήταν μόνο ένα όνειρο, αδυνατούσε να τραβήξει την πρίζα από τον τοίχο. Αρκέστηκε στο να παίζει σε ρετροσπεκτίβα στιγμιότυπα της ζωής του καθώς περίμενε.

 

ΣΤΑΥΡΟΣ

 

Είχε να βρεθεί μπροστά στον φακό πολύ καιρό. Και ήταν κατατρομοκρατημένος. Τα φώτα, η κάμερα, ο σκηνοθέτης και το συνεργείο τον κοιτούσαν, περίμεναν από αυτόν τον καλύτερο του εαυτό. Ήταν ή δεν ήταν επαγγελματίας; Ήταν ο Σταύρος Φραγκάκης και μ’αυτήν του τη δουλειά δήλωνε «εδώ είμαι» κι ας ήταν ένα διαφημιστικό της πλάκας για κλιματιστικό. Το σποτάκι είχε χιούμορ και θα το στιγμάτιζε με το κλασσικό, μοναδικό του ταμπεραμέντο.

«Φίλησα κατουρημένες ποδιές για να σου δώσουν την δουλειά» του δήλωσε ο Γιάννης, φίλος του και σκηνοθέτης.

Εκεί ήταν τώρα ο Γιάννης, δίπλα στην κάμερα, τόσο μακριά, κάτι ψιθύριζε σε κάποιον φροντιστή. Γιατί δεν πλησίαζε να του πει κάτι, να τον ενθαρρύνει; Γιατί τον άφηνε ξεκρέμαστο; Έτρεμε ελαφρά. Ήταν μεθυσμένος και προσπαθούσε να διατηρήσει μια κάποια διαύγεια, να αντεπεξέλθει. Το γύρισμα κρατούσε ώρες και ένιωθε συνέχεια στεγνός μέσα του. Το φλασκί που είχε κρυμμένο στον σάκο του κόντευε να αδειάσει. Με την άκρη του ματιού νόμισε μια-δυο φορές πως τον είδαν να κλέβει μια γουλιά. Τον είχαν μαρτυρήσει στον Γιάννη; Ήξεραν πως ήταν μεθυσμένος; Περίμεναν να τα σκατώσει; Η καρδιά του χτύπαγε σαν τρελή.

«Σύνελθε! Σύνελθε!» είπε στον εαυτό του.

«Κάμερα! Πάμε!» φώναξε ο Γιάννης.

 

Μπροστά σε ένα λευκό σκηνικό με μια μοναδική κόκκινη πολυθρόνα πετάχτηκε ο Σταύρος. Φορούσε μόνο ένα φανελάκι και μποξεράκι με βούλες.

«Ακριβώς!» φώναξε στον φακό, «Η κυρά με την μαμά της στα λουτρά και το κατακαλόκαιρο είμαι ο βασιλιάς του σπιτιού! Ναι, τα θέλω όλα δικά μου! Μην με ζηλεύεται όμως! Στου Ζουρνάρη θα βρείτε τα καλύτερα κλιματιστικά της αγοράς στις φθηνότερες τιμές και με ευκολίες πληρωμής! Μπορείτε κι εσείς να βασιλέψετε στο σπιτικό σας!»

Δίπλα του εμφανίστηκε μια πανύψηλη καλλονή με μια μικρή κόκκινη ποδιά να καλύπτει τα απαραίτητα και ίχνος άλλου ρουχισμού. Στο χέρι της ισορροπούσε έναν δίσκο με παγωμένα κοκτέιλ φρούτων. Ο Σταύρος έκλεισε το μάτι στον φακό και έκανε ένα νεύμα προς το ξανθό μοντέλο.

«Μην έχετε όμως την απαίτηση να βρείτε την Μόνικα στο πακέτο. Υπάρχουν βασιλιάδες και ... βασιλιάδες!»

 

Είχε σχεδόν τελειώσει την σκηνή με άριστα. Έμενε μόνο να κάνει ένα βήμα προς τα πίσω και να βάλει το χέρι του γύρω από την μέση της. Ούτε που κατάλαβε τι ήταν αυτό που έφερε τα πάνω κάτω. Πήρε το σύμπαν μια στροφή γύρω του και βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα, ανάμεσα σε σπασμένα ποτήρια, μουσκεμένος από χυμούς.

«Γαμώτο ... Τι συνέβη;» ψέλλισε.

Είδε την ξανθιά κοπέλα να τον κοιτάζει σαστισμένη. Κάποιοι τρέξανε να τον βοηθήσουν να σηκωθεί. Δεν ήταν εύκολο. Το πάτωμα κολυμπούσε κάτω από τα πόδια του. Ο Γιάννης φώναξε να γίνει ένα διάλειμμα. Τον κάθισαν στην κόκκινη πολυθρόνα.

«Σταύρο ... Θέλεις καφέ; Να πω να σου φτιάξουν καφέ;» ρώτησε κάποιος. Ήταν ο Γιάννης.

«Καλά είμαι Γιάννη. Θα το βγάλω ... Λίγο να συγκεντρωθώ θα το βγάλω.»

«Πιες όμως και λίγο καφέ. Κακό δεν κάνει.»

«Συγνώμη Γιάννη ... Συγνώμη...»

«Έλα, δεν έγινε και τίποτα. Είσαι επαγγελματίας και θα τα καταφέρεις. Μην αγχώνεσαι. Από χρόνο είμαστε άνετοι.»

Κάποιος έφερε ένα φλιτζάνι καφέ. Ο Γιάννης γύρισε δίπλα στην κάμερα και έκανε ένα νεύμα στην βοηθό του να τον πλησιάσει.

«Το καθίκι ήρθε πιωμένο στο γύρισμα μου. Έδωσα πίπες για να πάρει την δουλειά κι αυτός με γαμάει. Έλεγξε όλο το πλατό για αλκοολούχα και πέταξε ότι βρεις. Μην πάει κανείς να του πάρει κάτι να πιεί θα τον σφάξω!»

 

Ο Σταύρος τέλειωσε τον καφέ. Αναγούλιασε στην πίκρα του αλλά του χρειαζόταν. Ντρεπόταν να τους κοιτάξει στα μάτια. Ένιωσε την ανάγκη να ζητήσει συγνώμη από την συνάδελφο με την οποία μοιραζόταν την σκηνή. Ήταν καθισμένη απέναντι από την μακιγιέζ που τις διόρθωνε κάποιες ατέλειες. Η προσπάθεια του στέφτηκε με αποτυχία. Τα όμορφα λόγια που πρόβαρε στο μυαλό του προδίδονταν στα χείλη του. Δεν μπορούσε να αρθρώσει μια λέξη σωστά. Η κοπέλα που έτσι και αλλιώς δεν ήξερε καθόλου ελληνικά στράβωσε την μύτη της στο πλησίασμα του.

Η μακιγιέζ, μεγάλη θαυμάστρια του μύθου του, δεν θα του την χάριζε. Το κατάντημα του την εξόργιζε.

«Ρε Σταύρο, η αναπνοή σου βρωμάει στα δέκα μέτρα. Άσε μας να δουλέψουμε!» Απομακρύνθηκε ισοπεδωμένος. Τα σκαλοπάτια συνέχιζαν καθοδικά. Είχε ακόμα να κατέβει κι άλλο.

 

Τα κατάφεραν, και σε μια λογική ώρα. Ο Σταύρος ακολούθησε τον Γιάννη ως το αυτοκίνητο του δεύτερου.

«Ξέρω πως αν δεν ήσουν εσύ δεν θα την έπαιρνα την δουλειά. Είσαι από τους λίγους αληθινούς φίλους που μου έχουν απομείνει.»

«Δεν είναι όλοι τους τόσο σκάρτοι ρε Σταύρο. Αν δεν έπινες τόσο θα έβλεπες περισσότερο κόσμο να νοιάζεται για σένα.»

«Απ’τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκα στο περιθώριο...»

«Εσύ και τόσοι άλλοι! Οι μισοί απ’αυτούς που κατηγορείς βρέθηκαν στην ίδια μοίρα με σένα. Δεν τό’ριξαν όμως στο ποτήρι. Αγωνίζονται καθημερινά, και μιλάμε για αγώνα, και κάτι ευπρεπές έχουν να δείξουν. Με το να κλαις τη μοίρα σου δεν βγαίνει τίποτα.»

«Ωραία, τι θέλεις να κάνω; Εδώ είμαι και ζητώ μια ευκαιρία. Άκουσα πως πήρες το βιβλίο της Λουίζου για την τηλεόραση.»

«Αυτό συζητιέται ακόμα.»

«Κάτι πρέπει να υπάρχει και για μένα. Το έχω διαβάσει και νομίζω πως ο ρόλος του Ηλία του κηπουρού θα μου πήγαινε. Αυτή μπορεί να είναι η ευκαιρία που περίμενα.»

«Δεν ξέρω ακόμα Σταύρο. Είναι νωρίς. Αποφασίζει σε αυτά και ο παραγωγός. Και ένα σωρό άλλοι τζιτζιφιόγκοι που μπαίνουν στ’αλώνι ν’αλωνίσουν. Το παιχνίδι έχει αλλάξει τόσο που ούτε εγώ καταλαβαίνω τι γίνεται.»

«Μπορείς όμως να πεις μια κουβέντα. Δεν μπορείς;»

«Ναι μπορώ ...Θα μιλήσω για σένα, αλλά πρέπει να προσπαθήσεις κι εσύ Σταύρο. Πρέπει να βοηθήσεις τον εαυτό σου...»

«Στο ορκίζομαι! Μα το Θεώ θα στεγνώσω. Πίστεψε με πως θα το κάνω!»

 

Το «Άγγελοι στα Στάχυα» της Κατερίνας Λουίζου ήταν ένα κλασσικό ανάγνωσμα στην γενιά των σαραντάρηδων. Μιλούσε για μια Αθήνα και τα περίχωρα της που θυμούνταν μόνο οι παππούδες της γενιάς του Γιάννη και του Σταύρου, και που η τωρινή γενιά αποζητούσε νοσταλγικά για να ξεφύγει έστω και με την φαντασία της την σημερινή κατάντια. Είχε διαβαστεί από καλλιτέχνες στα ρομαντικά, άγουρα τους χρόνια, και τώρα που ήταν μέσα στα πράγματα, μπορούσαν, ήταν η κατάλληλη στιγμή να γυριστεί για την τηλεόραση, να αγγίξει ίσως ένα νέο, απολωλώς κοινό. Η ίδια η συγγραφέας, που πρέπει να πλησίαζε την ηλικία ενός αιώνα, είχε γράψει τρία βιβλία σε όλη της τη ζωή με τους Αγγέλους να είναι το καλύτερο και πιο διάσημο της. Με δικό της το σενάριο είχε το σθένος, και την ανασφάλεια, να δηλώσει παρόν σε όλες τις διαδικασίες της παραγωγής, όπως και στην επιλογή των ρόλων. Ο Σταύρος κράτησε την υπόσχεση του στον Γιάννη. Δεν του ήταν εύκολο αλλά βασανιστικά και επίπονα κατάφερε να φορέσει έναν μανδύα αξιοπρέπειας για την ημέρα της ακρόασης του. Ο Ηλίας ο κηπουρός δεν ήταν πρωταγωνιστικός ρόλος αλλά ήταν σημαντικός. Ήταν ο παρατηρητής και σχολιαστής των συμβάντων της ιστορίας. Η σειρά είχε διχοτομηθεί σε είκοσι δύο επεισόδια και ο Ηλίας εμφανιζόταν σε όλα. Ο Σταύρος τα πήγε πολύ καλά. Μπήκε στο πετσί ενός ρόλου που τον ήξερε απ’έξω εφόσον το ίδιο το βιβλίο ήταν ήδη από τα αγαπημένα του. Η Λουίζου δεν τον συμπάθησε, για κάποιον άγνωστο τελείως προσωπικό λόγο, είχε πολλούς τέτοιους προσωπικούς λόγους για πολλά ζητήματα, αλλά ο Γιάννης ήταν μαέστρος στην κολακεία. Με αρκετά χειροφιλήματα και γλυκές επιβεβαιώσεις κατάφερε να της αλλάξει την γνώμη. Ο Σταύρος είχε τον ρόλο στο τσεπάκι του, ήταν ένας θρίαμβος. Μετά την ακρόαση πήγε στης Ζήνας όπως συνήθιζε για ένα πιάτο φαί. Αυτή τη φορά της είχε και καλά νέα.

 

Καθισμένη απέναντι του στο τραπεζάκι της κουζίνας καθάριζε φασολάκια. Τον άκουγε χωρίς να εγκαταλείπει την γκριμάτσα της ταλαιπωρημένης, μια γκριμάτσα που την είχε κορώνα στο κεφάλι της.

«Αυτά είναι τα καλά νέα; Καλά νέα θα ήταν να μού’λεγες πως άλλαξες μυαλά. Πως αποφάσισες να κυνηγήσεις μια αληθινή δουλειά.»

«Μα δεν καταλαβαίνεις; Αυτή είναι η ευκαιρία που περίμενα. Τώρα θ’αλλάξουν όλα. Μόλις ανοίξει η μια πόρτα θα ακολουθήσουν όλες οι άλλες. Θα τους δείξουμε πως ο Σταύρος Φραγκάκης δεν πέθανε ακόμα. Πως υπάρχει.»

«Γιατί πρέπει να το ξέρει ο κόσμος; Εσύ δεν το ξέρεις πως υπάρχεις;»

«Δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Χωρίς το κοινό μου είμαι ένα τίποτα.»

«Τα μυαλά σου και μια λίρα. Κάθεσαι και παραμυθιάζεις τον εαυτό σου, πιστεύεις τον έναν και τον άλλον και στο τέλος πληγώνεσαι και υποφέρεις. Ως πότε Σταύρο;»

«Μα δεν ακούς τι σου λέω; Τον πήρα τον ρόλο. Πήγα στην ακρόαση ξεμέθυστος, πλυμένος, με το καλό μου το κοστούμι και έδωσα μια ανάγνωση που τους άφησε ξερούς! Περίμενε να με δεις στο γυαλί και τότε θα με πιστέψεις.»

«Βλέπω και τα παλιά σου έργα στο γυαλί και τι καταλαβαίνω; Μπας και βλέπουμε δεκάρα απ’αυτά;»

«Περίμενε και θα δεις. Η μοίρα μου πρόκειται να αλλάξει.»

 

Ο σεναριογράφος όμως που καθόριζε την μοίρα του Σταύρου είχε κέφια και του την έσκασε χοντρά. Είναι η φύση της δουλειάς τέτοια που ότι επακολούθησε ήταν ένα από τα γνωστά. Υπήρξαν προστριβές ανάμεσα στον παραγωγό και τον σκηνοθέτη της σειράς. Η Λουίζου αρρώστησε βαριά και βγήκε εκτός. Άρχισαν να γίνονται επεμβάσεις στο σενάριο από άνωθεν. Επιζητούνταν να προστεθούν σκηνές γυμνού. Άρχισαν να αντιδρούν και οι πρωταγωνιστές. Ο Γιάννης έφτασε στο αμήν. Όταν του παρουσιάστηκε μια δελεαστική πρόταση να σκηνοθετήσει μια κινηματογραφική ταινία ήξερε πως είχε σωθεί. Τα βρόντηξε και απεχώρησε αφού τους έβγαλε από τα εσώψυχα του και όλο το άχτι που τους είχε. Αλλαγή σκηνοθέτη σήμαινε σβήσιμο παλαιών επιλογών, αναζήτηση νέων κατευθύνσεων. Ο Σταύρος, χωρίς να εμπλακεί καθόλου, ήταν ξαφνικά έξω, πεταμένος. Ήταν σαν να τον χτύπησε τρένο. Διαλύθηκε. Κούρνιασε ξανά μέσα σε ένα μπουκάλι ουίσκι και έκανε ότι μπορούσε να καταργήσει τον εαυτό του. Δεν υπήρχε για κανέναν πλέον. Μήπως ήξεραν τι σήμαινε για αυτόν να παίζει μπροστά στο φακό; Ήταν σαν την ερωτική αγκαλιά μιας ωραίας γυναίκας. Δεν μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που είχε βρεθεί σε μια τέτοια αγκαλιά. Μέσα στην ζάλη του θυμήθηκε την ξανθιά κοπέλα από το διαφημιστικό. Ήταν τόσο όμορφη. Κάποτε τον κυνηγούσαν τέτοια κορίτσια. Πως τον είχε κοιτάξει εκείνη! Σαν έναν άθλιο μπεκρή, έναν λεκέ στο φουστάνι της, πράγμα που ήταν. Ήξερε τι ήταν, τι είχε καταντήσει. Πόσο λαχταρούσε πάλι μια τέτοια ερωτική αγκαλιά. Για λίγο αυτοεκτίμηση, λίγο αυτοσεβασμό, αξιοπρέπεια, μια ευκαιρία, λίγη συμπόνια. Έφτιαχνε επίπονες λέξεις με τις σκέψεις του και αυτές γυροφέρνανε στο δωμάτιο, πετούσαν γύρω του σαν ιπτάμενες λεπίδες ξυραφάκια που περνούσαν ξυστά και τον χαρακώνανε. Το σπίτι του ήταν ένα κουτί πάνω σε μια ταράτσα. Ένα στενόχωρο δωμάτιο και μισό μπάνιο. Το αποκαλούσες ρετιρέ αν είχες αίσθηση του χιούμορ. Ήταν στριμωγμένο ανάμεσα στις κεραίες και τις απλώστρες της πολυκατοικίας.

 

Ανακάθισε στο κρεβάτι του και έβαλε το τηλέφωνο στα γόνατα του. Ψηλαφώντας τα πλήκτρα σχημάτισε τον αριθμό του Ζάχου. Ο Ζάχος ήταν μια παλιά συνήθεια, χρήσιμη και στις καλύτερες μέρες. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα μάτσο χαρτονομίσματα. Ίσως το τελευταίο τέτοιο μάτσο που θα έβλεπε ποτέ στην ζωή του ο Σταύρος. Θα το ξόδευε σε μια γλυκιά αναλαμπή, έστω μια ψευδαίσθηση πριν το τέλος, γιατί το τέλος το διαισθανόταν κοντά. Πονούσε η ψυχή του από την στέρηση, είχε ανάγκη την αύρα μιας γυναίκας να τον τυλίξει έστω και επί πληρωμή. Ο Ζάχος ήταν ακριβός αλλά οι κοπέλες του ήταν ξεχωριστές. Αυτή η ανεπαίσθητη ποιότητα που πρόσεχαν οι πελάτες στα κορίτσια του και δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν ήταν η μοναδική σχέση προαγωγού και πόρνης που διατηρούσε ο επιχειρηματίας. Ήταν το μυστικό της συνταγής. Και μπορούσες να είσαι απόλυτα συγκεκριμένος στην ανάγκη σου. Ο Σταύρος δεν ήθελε τον τύπο της ξανθιάς χαζογκόμενας, όχι αυτό το βράδυ. Η ψευδαίσθηση που ζητούσε ήταν πως μπορούσε να αγαπηθεί. Την ήθελε μελαχρινή με μακριά μαλλιά, χωρίς καμπύλες, σοβαρό, ντροπαλό πρόσωπο και αν γινόταν ελληνίδα. Δεν υπήρχε πρόβλημα στην περιγραφή του. Ο Ζάχος όμως ήξερε τον Σταύρο καλά και δυσπιστούσε αν ο πρώην σταρ του κινηματογράφου και της τηλεόρασης μπορούσε να πληρώσει την συντροφιά που θα τού’στελνε. Δεν τον είχε φεσώσει ποτέ στο παρελθόν αλλά έτσι ήταν ο Ζάχος. Ήταν τόσο φίλος με τον εκάστοτε πελάτη ως εκεί που έπρεπε. Και με την εξυπηρέτηση που παρείχε κάλυπτε με το παραπάνω την δική του υποχρέωση, γιατί λοιπόν να χαριστεί στον οποιονδήποτε; Οι όρκοι που ξεστόμισε ο ηθοποιός τον άφησαν ασυγκίνητο.

«Με το που θα μπει η κοπέλα θα είναι μετρημένα στο τραπέζι. Αν σε κοροϊδεύω να σηκωθεί και να φύγει αμέσως.» Αυτό έκλεισε την συμφωνία.

 

Έμεινε καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού και περίμενε. Κοίταζε ανυπόμονα το ρολόι στον τοίχο. Η αδημονία τον τσάκιζε. Θυμήθηκε την πρώτη του φορά. Κάπως σαν τότε έτρεμε και τώρα. Ανυπομονούσε να νιώσει άντρας, ξανά. Θα τα κατάφερνε ή θα γελούσαν όλοι μαζί του; Πως είχε καταντήσει έτσι; Ο φόβος τον κυρίευσε. Ο θάνατος ήταν κοντά. Άνοιξε πάλι το μπουκάλι και πήρε μερικές σωτήριες γουλιές. Έκαψε τα σωθικά του και ηρέμισε, μόνο για λίγο. Το δωμάτιο του μοιραζόταν έναν τοίχο με το μηχανοστάσιο του ασανσέρ. Ο μεταλλικός τροχαλίας πήρε μπρος ξαφνιάζοντας τον. Καθόταν μαρμαρωμένος και άκουγε το ασανσέρ να ανεβαίνει. Ήξερε πως ήταν εκείνη. Μόνο τότε σκέφτηκε πως δεν είχε ρίξει πάνω του ούτε λίγο νερό. Θα βρώμαγε πιοτό και ιδρώτα. Ήταν όμως αργά. Το ασανσέρ φρέναρε στον τελευταίο όροφο. Άκουσε σε λίγο τα βήματα της στις σκάλες να πλησιάζουν την μισάνοιχτη εξώπορτα του. Νόμισε πως θα σταματούσε η καρδιά του. Η κοπέλα έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα.

 

Του κόπηκε η αναπνοή. Ήταν ακριβώς η κοπέλα που είχε περιγράψει, σαν να είχε βγει απ’ευθείας από την φαντασία του. Ήταν τέλεια, υπέροχη, και ο ίδιος είχε τα χάλια του. Το όλο πράγμα ήταν τελικά ένα μεγάλο λάθος. Εκείνη τον κοίταξε ζεστά και του χαμογέλασε.

«Καλησπέρα Σταύρο»

Η φωνή της οικία και ερωτική. Άρχισε να ιδρώνει. Το σώμα του δεν έλεγε να ανταποκριθεί. Η κοπέλα πλησίασε το τραπέζι, πήρε τα λεφτά, τα μέτρησε και τα άφησε ξανά εκεί.

«Είσαι άντρας που κρατά τον λόγο του.»

«Πάντα» απάντησε και ένιωσε τον λαιμό του ξερό.

Ξεκρέμασε την τσάντα της, κρέμασε το παλτό της στο πορτμαντό και κάθισε σε μια καρέκλα απέναντι του. Έβγαλε της μπότες της μία-μία. Τα ρούχα της ήταν κομψά σαν τις κινήσεις της. Δεν ήταν ντυμένη σαν πόρνη αλλά ούτε σαν υψηλόμισθη βίζιτα που έπρεπε να πουλήσει και μια εικόνα. Όταν σπούδαζε στο Παρίσι, τότε που ο πατέρας του τον ήθελε γιατρό, είχε κοπέλες με τέτοια φινέτσα. Η ξαφνική ανάμνηση τον πόνεσε.

«Πες μου ... ξέρεις ποιος είμαι;»

«Ο Σταύρος.»

«Ναι, εννοώ αν με έχεις ξαναδεί πουθενά...»

«Έχουμε ξαναβρεθεί; Ο Ζάχος δεν το ανέφερε...»

«Όχι, όχι ... εννοώ αν με έχεις δει στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση ... Δεν έχω κάνει τίποτα τελευταία βέβαια ... κάτι διαφημιστικά...»

«Δεν βλέπω τηλεόραση ... ούτε πάω σινεμά...»

 

Έτσι λοιπόν είχαν τα πράγματα σκέφτηκε ο Σταύρος. Δεν ήξερε αν πρέπει να νιώσει απογοήτευση ή ανακούφιση. Ήταν απαλλαγμένος από το επώνυμο του ονόματος του και την απογοήτευση που θα μπορούσε να επιφέρει η σύγκριση με το τωρινό του χάλι. Έβγαλε την μπλούζα και την φούστα της και έμεινε με τα εσώρουχα και το καλσόν. Τον πλησίασε άφοβα και γονάτισε μπροστά του. Του άνοιξε τα πόδια για να τον πλησιάσει καλύτερα, πιο κοντά. Τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο αξύριστο του μάγουλο. Άρχισε να του χαϊδεύει τον σβέρκο και τα μαλλιά. Μετά βίας ο Σταύρος κατάπιε έναν λυγμό. Το είδε ξεκάθαρα, υπήρχε αγάπη στα μάτια της. Ήταν μια υπέροχη ερμηνεύτρια, θα παραδιδόταν στο ψέμα της άνευ όρων.

«Πως είσαι αγόρι μου σήμερα; Δείχνεις κουρασμένος. Μού’λειψες πολύ. Εγώ σού’λειψα καθόλου;»

«Ναι...» ψέλλισε συγκινημένος.

«Με ζήτησες και ήρθα. Είχες ανάγκη από την αγάπη μου;»

Του ήρθε να ξεφωνίσει.

«Ναι ... Χριστέ μου, ποια είσαι; Που σε βρήκε ο Ζάχος...»

Άρχισε να του ράνει το πρόσωπο με πολλά, μικρά φιλιά.

«Μην σ’απασχολούν τ’ασήμαντα αγόρι μου. Με λένε Άσπα και ήρθα εδώ γιατί μου είπαν πως με ήθελες ... Με θέλεις; Με θέλεις όσο σε θέλω;»

«Σε θέλω ... μόνο που είμαι πιωμένος ... και δεν ξέρω αν μπορώ ... Πανάθεμα με...»

«Μην ανησυχείς άντρα μου. Εγώ είμαι εδώ και σ’αγαπώ ... Μ’ακούς; Σ’αγαπώ.»

 

Τον φίλησε στο στόμα. Ρούφηξε πεινασμένα την γλώσσα του γλείφοντας την με την δική της. Τα δάχτυλα της άνοιξαν το φερμουάρ του και τον έβγαλαν έξω, ακόμα ζαρωμένο, χωρίς ανταπόκριση. Έσκυψε και τον πήρε στο στόμα της. Ο Σταύρος βόγκηξε στα εσώψυχα του. Ένιωθε κάθε πτυχή της μαεστρίας της, το πως δούλευε τα χείλη, τη γλώσσα, την άκρη των δοντιών της. Η περιγραφή τους ήταν ηδονική, η σάρκα του όμως συνέχισε να αντιστέκεται. Ήταν φοβερό. Ένιωσε οικτρά, για τον εαυτό του αλλά και για εκείνη, την ντράπηκε. Την άρπαξε ξαφνικά και την σήκωσε στο βλέμμα του. Τον κοίταξε ξαφνιασμένη, το υγρό της στόμα αισθησιακά μισάνοιχτο.

 

«Δεν μπορώ ... Δεν γίνεται τίποτα ... Συγνώμη Άσπα ... Δεν θα τα καταφέρω.» Έκλεισε το φερμουάρ του. Τα είχε σκατώσει και σε αυτό. Είχε προδοθεί στην τελευταία του απόπειρα για λίγη αξιοπρέπεια. Η Άσπα αγκάλιασε τα γόνατα του.

«Δεν πειράζει. Μπορούμε να σκεφτούμε κάτι άλλο» του είπε γλυκά.

«Καλύτερα να μείνω μόνος μου. Η παρουσία σου με σκοτώνει.»

Η Άσπα δεν περίμενε να της το ξαναπεί, σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται. Ο άνθρωπος είχε προφανώς προβλήματα. Του είπε κάτι που της έβγαινε σπάνια.

«Δεν πειράζει. Μπορείς να κρατήσεις τα λεφτά σου.»

«Όχι, τα λεφτά είναι δικά σου.»

«Δεν είναι πρόβλημα. Θα πω στον Ζάχο πως δεν τα είχες και έφυγα...»

Ο Σταύρος τινάχτηκε όρθιος ταραγμένος.

«Συμφώνησα αυτό το ποσό για τον χρόνο σου και θα τα πάρεις!»

Τον κοίταξε στα μάτια και τον καθησύχασε ήρεμα.

«Καλά Σταύρο. Όπως νομίζεις.»

Πήρε τα λεφτά, του έδωσε άλλο ένα φιλί και έφυγε σιωπηλή. Τον άφησε μόνο του να ατενίζει το κενό μέχρι να ξημερώσει.

 

Αυτό συνέβη μόλις είκοσι μέρες πριν. Ότι μεσολάβησε από τότε μέχρι την μέρα του σεισμού θα πρέπει να ήταν τόσο ψυχοφθόρο που να μετέτρεψε τον Σταύρο τελείως αγνώριστο στα μάτια της Άσπας. Πάντα έσβηνε τα χαρακτηριστικά τους μετά το τέλος της συναλλαγής, θυμόταν όμως απαραίτητες λεπτομέρειες του σεναρίου και της σκηνοθεσίας όταν τους συναντούσε στην επόμενη βίζιτα. Μάλλον τον Σταύρο τον είχε σβήσει τελείως από την μνήμη της σίγουρη πως δεν θα τον ξανάβλεπε, ήταν καμένη περίπτωση ο τύπος. Και την νύχτα του σεισμού ήταν όντως αγνώριστος. Ούτε όταν μπήκε στον συρμό, αλλά ούτε και τις ατελείωτες ώρες που κρατούσε το κεφάλι του στα χέρια της, να προσπαθεί να σταματήσει την αιμορραγία του. Τα σκεφτόταν τώρα όλα αυτά η Άσπα ξαφνιασμένη καθώς στεκόταν μέσα στην εντατική, πάνω από το κρεβάτι του, να μελετάει τα χλωμά χαρακτηριστικά του διασωληνωμένου άντρα.

«Για φαντάσου» είπε φωναχτά.

 

Ήταν ο Ζάχος που της ξύπνησε την μνήμη και η έκπληξη της για την σύμπτωση ήταν τόση που έπρεπε να έρθει εδώ, να τον ξανακοιτάξει για να το πιστέψει. Ήξερε τα κατατόπια του νοσοκομείου και πως μπορούσε να μπει στον χώρο της εντατικής κρυφά. Δεν υπήρχε κάποιο κόλπο. Το ιερό της εντατικής ήταν μόνο ένας μύθος. Ξέφραγο αμπέλι ήταν και εδώ όπως παντού, σε ανθρώπους και ποντίκια. Μια νοσοκόμα που μπήκε μέσα εκείνη την στιγμή την είδε και της έβαλε τις φωνές.

«Τι κάνετε εδώ;! Πως μπήκατε;!»

«Από την πόρτα» απάντησε η Άσπα με ειρωνική διάθεση.

Η νοσοκόμα συνέχισε να κατσαδιάζει την Άσπα καθώς την συνόδευε στην έξοδο. Το αδιάφορο βλέμμα της έκανε την αδελφή να πέσει σε συλλογισμό. Κοίταξε την Άσπα σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι.

«Σε ξέρω εσένα εγώ;» της πέταξε.

«Μάλλον όχι» απάντησε η Άσπα, ενοχλημένη αυτή τη φορά. Έφυγε από κει χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει την νοσοκόμα.

 

Η βιτρίνα της καφετέριας αντίκριζε την μεγάλη πύλη του νοσοκομείου. Ο Πέτρος ένιωσε πως δεν είχε πείσει την Ζήνα όσο θα ήθελε. Της έδωσε την κάρτα του.

«Μόλις έχεις νεότερα από την κατάσταση του τηλεφώνησε μου. Οποιαδήποτε ώρα.»

Τα μάτια της εξακολουθούσαν να τον κοιτούν ψυχρά.

«Δεν μπορώ να πω πως εγκρίνω αυτό το ενδιαφέρον που έχεις για τον αδελφό μου. Ο Σταύρος πρέπει να γλιτώσει απ’αυτά...»

«Οι προθέσεις μου είναι έντιμες στο ορκίζομαι. Δεν τάζω και τον ουρανό με τ’άστρα, έτσι δεν είναι; Γι αυτά όμως έχουμε καιρό. Ας γλιτώσει πρώτα...»

Πίσω από τον ώμο της αγέλαστης γυναίκας είδε την Άσπα να βγαίνει από την πύλη του νοσοκομείου. Αμέσως σηκώθηκε υποκλινόμενος στην Ζήνα.

«Σου ζητώ συγνώμη αλλά πρέπει να φύγω ... Θα τα ξαναπούμε σύντομα.»

Βγήκε τρεχάτος από την καφετέρια.

 

Την πρόλαβε λαχανιασμένος πιο κάτω δίπλα στην λεωφόρο. Δεν μπορούσε να αποφύγει να κοιτάζει τις γάμπες της καθώς την πλησίαζε. Μακριές γάμπες, μεγάλο βήμα. Φρέναρε μπροστά της όταν εκείνη κοντοστάθηκε να ανάψει ένα τσιγάρο. Τον κοίταξε περίεργα.

«Σε πρόλαβα...Γεια σου...»

«Τι θέλεις;» ρώτησε κατσουφιασμένη.

«Δεν με θυμάσαι; Στο μετρό...» Έκανε το δεξί του χέρι περίστροφο και ακούμπησε τον δείχτη του στον κρόταφο. «Ήμουν εκεί.»

«Α, μάλιστα. Προσπαθώ όσο μπορώ να το ξεχάσω ... Έχω πιο σημαντικές σκοτούρες στο κεφάλι μου.»

«Εδώ τι γυρεύεις τότε; Σε είδα που βγήκες από το νοσοκομείο.»

«Βεβαιώθηκα για κάτι. Τον ήξερα τον τύπο από πριν αλλά δεν τον αναγνώρισα στο τρένο.»

«Εννοείς πως ήξερες τον Φραγκάκη προσωπικά;»

«Κάτι τέτοιο. Λυπάμαι αλλά δεν έχω χρόνο για κουβεντούλα. Πρέπει να φύγω.»

«Που πας; Έχω παρκάρει εδώ κοντά κάπου...»

Η Άσπα εξέτασε τον Πέτρο πατόκορφα. Ένα παιδί ήταν. Μάντευε ξεκάθαρα τι σκεφτόταν, τι ήθελε, ότι και όλοι οι άλλοι μόνο πιο άγαρμπα, πιο χαζά. Άξιζε τον χρόνο της; Τον ξάφνιασε.

«Τι οδηγείς;» τον ρώτησε.

«Ένα Πόλο, γιατί;»

Της ήρθε να γελάσει. «Τίποτα, ξέχνα το. Η δουλειά μου πέφτει εδώ κοντά. Θα τα καταφέρω μόνη μου.»

«Στάσου ... Μήπως θα μπορούσα να έχω το τηλέφωνο σου, κάπου να σε βρω;»

«Γιατί;»

«Δεν είσαι μοντέλο; Είμαι στη διαφήμιση και αυτόν τον καιρό στήνω ένα ταινιάκι. Δεν ξέρεις ποτέ...»

Άρχισε να εκνευρίζεται. Όχι πως περίμενε κάτι πρωτότυπο αλλά αν είχε μια δεκάρα για κάθε φορά που είχε ακούσει αυτή την ατάκα...

«Ευχαριστώ, αλλά δεν ενδιαφέρομαι...»

«Ένα λεπτό! Ενδιαφέρομαι εγώ. Τι πρέπει να κάνω δηλαδή;»

Η γνήσια ανάγκη, εκτεθειμένη γυμνή. Αυτό η Άσπα μπορούσε να το εκτιμήσει. Του έδωσε μια κάρτα της. Πάνω είχε το όνομα της και τον αριθμό ενός κινητού, τίποτα άλλο.

«Θα πάρεις και θα ζητήσεις τον Ζάχο. Σκέψου το καλά όμως.» Του χαμογέλασε σαν να του έκρυβε μια έκπληξη, του γύρισε την πλάτη της και απομακρύνθηκε. Ο Πέτρος είχε δαγκώσει πια τ’αγκίστρι. Ένιωσε το φερμουάρ του παντελονιού να τον περιορίζει.

 

Το χέρι της ήταν ακόμα μέσα στο παντελόνι του, τον κρατούσε καλά. Δεν είχαν μπει στον κόπο να γδυθούν, είχε πέσει πάνω του μόλις άνοιξε την πόρτα της και τον αντίκρισε.

«Είχα τρελαθεί από την αγωνία μου. Να μην ξέρω που είσαι, αν είσαι καλά ... Δεν μπορούσα και να σου τηλεφωνήσω.»

Ο Χρήστος κοίταξε το νεανικό της στήθος, όσο φαινόταν από το ξεκούμπωτο πουκάμισο της.

«Εσύ τι έκανες;» την ρώτησε.

«Πέρασα την νύχτα με την Στέλλα στο πάρκο. Ήρθαν και κάποια άλλα παιδιά ... Δεν ήταν τόσο άσχημα...» Τον είδε που χαμογελούσε.

«Τίνα, σου είπα ποτέ τι είχα στον νου μου όταν τα φτιάξαμε; Τι ζητούσα;»

«Ήθελες σεξ.»

«Κοντά έπεσες. Αυτό που γύρευα ήταν κάτι που έχω χάσει. Και δεν εννοώ μόνο τα νιάτα. Το ξέρεις πως πήγαινα ξυπόλητος στο σχολείο μικρός; Στα Λαγκαδάκια Γρεβενών. Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τουλάχιστον θα μπορώ να λέω τέτοιες ιστορίες στα εγγόνια μου. Δεν γεννήθηκα πλούσιος αλλά έγινα πλούσιος. Και η Αμαλία άφραγκο νέο με γνώρισε και μ’ερωτεύτηκε. Εκείνη η φτώχεια, η ανέχεια, μας έδινε δικαίωμα στην τρέλα. Χορεύαμε στα όρια αλλά πως κοιτούσαμε ο ένας τον άλλο. Τα τελευταία χρόνια έχω χάσει εκείνο της το βλέμμα. Τυλίχτηκε στις ανέσεις μας και άλλαξε. Ίσως φταίω κι εγώ. Άλλαξα επίσης. Να μαζευτείς στο πάρκο με φίλους, να φέρεις τις κιθάρες και να το ξενυχτήσεις, ειδικά μετά από έναν σεισμό, θα ήταν αδιανόητο για εκείνη. Και δεν πιστεύω πως είναι μόνο θέμα ηλικίας. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;»

Τον αγκάλιασε κι τον κοίταξε σοβαρά στα μάτια.

«Θέλεις να σε ερωτευτεί ξανά η γυναίκα σου. Όπως είσαι ερωτευμένος κι εσύ μαζί της.»

Ανακάθισε στο κρεβάτι, κούμπωσε το πουκάμισο του.

«Είναι ξεκάθαρο λοιπόν. Το βλέπεις πως είμαι κολλημένος...»

«Δεν τρέχει τίποτα. Περνάμε καλά, δεν περνάμε;»

«Θά’πρεπε να σε νοιάζει όμως. Ένα νέο και όμορφο κορίτσι σαν εσένα δεν θέλει να αγαπιέται, να είναι το κέντρο του κόσμου για τον αγαπημένο της; Η δική μου ζωή δεν πρόκειται να αλλάξει. Και τώρα μάλιστα που τα πράγματα θα αρχίσουν να σφίγγουν περισσότερο...»

«Σταμάτα Χρήστο. Μοιάζει σαν να μου δίνεις μια από τις ομιλίες σου που έχεις χιλιοπροβάρει. Αν θες να διακόψουμε απλώς πες το.»

Είχε δίκιο. Σταμάτησε και την κοίταξε. Ξαφνικά ένιωσε παλιός. Είχε μείνει πολύ πίσω στο παιχνίδι.

 

Μια γροθιά του έσφιγγε τα σωθικά. Ο Τίμος ένιωθε τελείως άβολα. Μισούσε την θέση του, καθόταν όμως σε μια καρέκλα σε ένα γραφείο της Αστυνομικής Ασφάλειας και έδινε κατάθεση. Ένας γραμματέας πληκτρολογούσε όλα όσα έλεγε ενώ ο διοικητής έθετε τις ερωτήσεις και άκουγε τις απαντήσεις. Ο Κωνσταντίνος ήταν παρόν, τα χαρακτηριστικά του τραβηγμένα από την ένταση. Κάπνιζε ασταμάτητα.

«Δεν σου είπε τίποτα άλλο; Τίποτα περίεργο;»

«Όχι. Μου ζήτησε ένα τσιγάρο κι αυτό ήταν.»

«Ήταν όμως μεθυσμένος;»

«Βρώμαγε πιοτίλα.»

«Μήπως τον άκουσες να μουρμουράει στον εαυτό του; Κάτι που να πρόδιδε τις προθέσεις του;»

«Δεν είπε κουβέντα. Ρεύτηκε μια-δυο φορές.»

«Πρόσεξε τώρα ... Αυτό είναι σημαντικό. Πως κατάφερε ν’αρπάξει το περίστροφο του αστυνόμου;»

«Όρμησε στα ξαφνικά και του την έπεσε από πίσω.»

«Είχε μήπως ο αστυνόμος το περίστροφο ήδη τραβηγμένο; Το είχε σε κοινή θέα; Θα μπορούσε να του το αρπάξει ο καθένας;»

«Εγώ δεν είδα κανένα όπλο παρά μόνο όταν το κρατούσε ο τρελός.»

«Μετά, ο αστυνόμος τι έκανε; Εξάντλησε το όριο των δυνατοτήτων του για να πάρει το όπλο του απ’τον αυτόχειρα, πριν γίνει η ζημιά;»

«Ε ... του όρμησε αλλά δεν πρόλαβε.»

Ο Κωνσταντίνος ξεπροβόδισε τον Τίμο ως τα σκαλιά της Ασφάλειας.

«Τα πήγες καλά» του είπε με εκτίμηση.

«Τελειώσαμε; Αρκετές σκοτούρες έχω στο κεφάλι μου!»

«Αν δεν συνταχθεί και επιτροπή για περαιτέρω ανάκριση δεν νομίζω πως θα σε ξαναφωνάξουν. Έχουν δέκα άλλους μάρτυρες που θα στηρίξουν την κατάθεση σου.»

«Φεύγω!»

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά έπεσε πάνω στους Χρήστο και Αμαλία. Τον χαιρέτησαν αλλά τους αγνόησε κακόκεφος καθώς ήταν. Ο Κωνσταντίνος τους είδε να έρχονται και τους περίμενε. Χαιρετήθηκαν τυπικά. Η κατάθεση ήταν μπελάς για όλους.

 

Το κτίριο που έμενε ο Τίμος είχε κριθεί κατεδαφιστέο. Είχαν μείνει στον δρόμο. Τους οδήγησαν σε ένα γήπεδο όπου άρχισε να στήνεται ένας πρόχειρος καταυλισμός. Άνδρες του δήμου έστηναν σκηνές στη σειρά ενώ μοιράστηκαν ράντζα και ένα πενιχρό συσσίτιο. Ταλαιπωρημένος κόσμος μέσα στην απελπισία και την οργή περίμενε την σειρά του. Κανείς δεν έτρεφε αυταπάτες για κάτι καλύτερο, δεν υπήρχε ελπίδα. Οι σεισμόπληκτοι της Πάτρας είχαν προηγηθεί της μοίρας τους και όλοι ήξεραν πως θα ξεχειμώνιαζαν εδώ έξω, εκτεθειμένοι στο κρύο, ίσως και χρόνια. Ένοικοι των γύρω πολυκατοικιών ντράπηκαν να βγουν στα μπαλκόνια τους, να χαζέψουν. Λίγοι φιλοτιμήθηκαν να κατέβουν να μάθουν τι χρειαζόταν να προσφέρουν. Η εικόνα ήταν αβάσταχτη στον Τίμο. Το πρόσωπο της μιζέριας του έκαιγε τα σωθικά. Στάθηκε σε μια απόσταση και παρατήρησε για λίγο την Ελένη που έδειχνε στον Γιώργο που να αφήσει τα μπογαλάκια τους. Τα δίδυμα είχαν κολλήσει στην φούστα της μάνας τους και κοίταζαν τρομαγμένα την φασαρία γύρω τους. Η Ελένη έβγαλε από μια τσάντα την Πίτσα και την Λίτσα, τις πάνινες κούκλες των κοριτσιών, είδη πρώτης ανάγκης εκείνη την στιγμή. Τα κορίτσια πήραν τις κούκλες τους και αποτραβήχτηκαν στην σκιά της σκηνής. Τους πλησίασε. Η Ελένη ανακουφίστηκε από την παρουσία του.

«Έλα ... Πως πήγε;»

 

Μπήκε στην σκηνή κατσουφιασμένος και έλεγξε το μερτικό τους.

«Πως να πάει. Μια κατάθεση έδωσα. Δύο ράντζα; Αυτό είναι όλο;»

«Αυτά μοιράσανε σε όλους. Πριν λίγο μας μέτρησαν και θα μας φέρουν άλλα δύο. Το συσσίτιο δεν είναι σόι. Θα κοιτάξω να στήσω μια κουζίνα με τα αναγκαία για να μαγειρεύω...»

«Αν δεν μας βολέψουνε καλύτερα σύντομα θα γυρίσουμε σπίτι.»

«Τρελάθηκες; Δεν βάζω τα παιδιά μου εκεί μέσα. Να πας να μας βρεις καινούργιο σπίτι. Είναι κι αυτό...» Του έδωσε ένα έντυπο που κρατούσε. «Η αίτηση για την αποζημίωση που δικαιούμαστε.»

Ο Τίμος διάβασε το ποσό, κατσούφιασε κι άλλο.

«Μας κοροϊδεύουν κι από πάνω;»

Προσπαθούσε να διατηρήσει τον εκνευρισμό του μην πέσει στην απελπισία που απεχθανόταν τόσο. Η Ελένη τον καταλάβαινε. Τον αγκάλιασε και του χάιδεψε τον σβέρκο.

«Αυτή τη στιγμή είναι γλυκά λεφτά» του ψιθύρισε, «Είμαστε καλά και θα πάμε καλύτερα.»

Κοίταξε τα τρία παιδιά του που τους παρακολουθούσαν βουβά.

«Πεινάτε ρε;» τους φώναξε με ένα ξαφνικό χαμόγελο.

«Ναι!» αποκρίθηκαν όλα μαζί.

«Θέλετε σουβλάκια;»

«Ναι!» πάλι.

Η Ελένη χαμογέλασε. «Πες μου τι έγινε σήμερα» τον ρώτησε, «Πως είναι ο ηθοποιός;»

«Άσε με μωρέ Ελένη με τον ηθοποιό! Δεν ξέρω και τι με νοιάζει! Δες το χάλι μας εδώ πέρα!»

«Δεν χρειάζεται να χάσουμε και την ανθρωπιά μας. Πυροβολήθηκε μπροστά στα μάτια σου.»

Ο Τίμος πήρε το πρόσωπο της στα χέρια του. Ήθελε να της πει πως την λατρεύει. «Καμιά φορά δεν σ’αντέχω» είπε αντ’αυτού. Γύρισε στον γιο του και του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. «Πάμε να βρούμε κάτι να φάμε.»

«Φέρτε και νερό!» ορμήνεψε η Ελένη στο κατόπι τους.

 

Το σπίτι της Ισμήνης είχε πάθει ζημιές. Ήταν το καλύτερο της. Η εμπειρία του σεισμού είχε ταρακουνήσει την μητέρα της που έφυγε από την Αθήνα για την Λάρισα, στο πατρικό, να συνέλθουν τα νεύρα της. Μετακόμισε στην βίλα, με την Δανάη.

«Έκανε ώρες να γεμίσει ένα σακβουαγιάζ. Καμιά φορά δεν την αντέχω. Τουλάχιστον θα την έχω από κοντά για να εντείνουμε την προπόνηση. Αν την αφήσεις τα πετάει όλα στον βρόντο.»

Η Δανάη καθόταν με τον Άλκη στο τραπέζι, δίπλα στην πισίνα. Η Ισμήνη ήταν μέσα στο σπίτι, τακτοποιούσε τα πράγματα της. Μια μεγάλη τέντα τους προστάτευε από την ζεστή μέρα.

«Δανάη ... δεν σου λέω να μην βάζεις τα δυνατά σου με την Ισμήνη, αλλά σε βλέπω και στηρίζεις όλη σου την ψυχική υγεία στην κατάκτηση μιας πρωτιάς και στήνεις τον εαυτό σου σε κατάρρευση σε οποιαδήποτε περίπτωση αποτυχίας.»

«Δεν μπορείς να νικήσεις αν καθίσεις και αναλογισθείς την αποτυχία. Δεν γίνεται»

«Ξέρεις τι λέω. Αυτός είναι δικός της αγώνας και δεν πολυνοιάζεται. Με αυτά τα μυαλά δεν θα γίνει ποτέ πρωταθλήτρια. Ξέρεις πως δεν πάει έτσι.»

«Δεν είναι μόνο δικός της αγώνας...»

«Αυτό ακριβώς εννοώ. Πας να κερδίσεις την ευκαιρία που έχασες εσύ μέσα από εκείνη. Βλέπω πως σε φθείρει. Και δεν...»

Σταμάτησε. Δεν ήθελε να ολοκληρώσει την σκέψη του.

«Τι θα έλεγες;» τον ρώτησε πειραγμένη.

Ήθελε να της πει πως πολύ πιθανό να μην είχε μέλλον στο πλευρό της Ισμήνης σε όλη την πορεία της κοπέλας, να την κατευθύνει σωστά, αλλά το ζήτημα ήταν λεπτό. Η αδελφή του ήταν ερωτευμένη και ευαίσθητη στο θέμα. Τον κοίταζε τώρα κάπως φοβισμένη.

«Έχεις κάποιο προαίσθημα για την Ισμήνη;»

«Όχι, σου ορκίζομαι.» Δεν της έλεγε ψέματα. Μπορούσε κι αυτός να είναι ανθρώπινος, να λειτουργεί με κάποιο ένστικτο που δεν έβγαινε πάντα σωστό. Καμία σχέση με τις ενοράσεις και τους πονοκεφάλους που ακολουθούσαν. Η Δανάη ήθελε να του εξηγήσει πως δεν ενεργούσε τυφλωμένη από προσωπικές φιλοδοξίες ή αισθήματα.

«Την ξέρω την Ισμήνη καλά. Μόλις γευτεί τον μεγάλο στίβο θα κολλήσει. Τότε θα καταλάβει. Έτσι ήμουν κι εγώ.»

«Έχετε την Βαρκελώνη σε δύο μήνες...»

«Και προηγείται το διεθνές meeting στην Αθήνα...»

 

«Δανάη...» Αυτό ήθελε να της το πει. Το πάλευε όλη μέρα για να το πάρει απόφαση. Η ενόραση του την στιγμή του σεισμού ολοένα βάραινε, τον σκοτείνιαζε. Δώδεκα άτομα είχαν μπει μοιραία σε ένα βαγόνι του μετρό. Ένας σεισμός και μια απόπειρα αυτοκτονίας τους είχε ενώσει κάπως, με έναν αόρατο, ισχνό ιστό που μόνο οι καταχθόνιοι θεοί γνώριζαν. Στους επόμενους δύο μήνες ο ένας τους θα σκότωνε, θα διέπραττε ένα έγκλημα. Άλλος ένας από τους δώδεκα θα πέθαινε, θα έχανε την ζωή του. Αν ο δεύτερος θα ήταν θύμα του πρώτου αυτό δεν ήταν ξεκάθαρο. Πολύ πιθανό το ένα να μην είχε σχέση με το άλλο. Σ’αυτή την περίπτωση, κάποιο άλλο άτομο, κάποιος αθώος έξω από τους δώδεκα κινδύνευε. Τα γεγονότα δεν μπορούσαν να αποτραπούν, ήταν καθορισμένα από την μοίρα. Έπρεπε να μοιραστεί το βάρος. Σε όλη του την ζωή είχε μόνο μία ιέρεια για να μοιράζεται τις προφητείες του, την Δανάη. Η αποκάλυψη την σόκαρε όσο και την άφησε μπερδεμένη.

«Θα το πεις σε κανέναν άλλον;»

«Σε ποιον;» Σε ποιον και τι νόημα θα είχε;

«Αυτή τη φορά είμαστε και μεις μέσα έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε χωρίς να χρειάζεται απάντηση. «Θα προτιμούσα να μην το ξέρω» συμπλήρωσε κατσουφιασμένη και ο Άλκης μετάνιωσε που της τόπε. Η Δανάη είχε δίκιο. Είχε φερθεί τελείως εγωιστικά. Εκείνη σηκώθηκε και πήγε μέσα πριν προλάβει να της ζητήσει συγνώμη.

 

Ο διοικητής φώναξε να δει τον Κωνσταντίνο. Έδειχνε καλοδιάθετος.

«Είναι άλλοι δύο μέσα που δίνουν κατάθεση για σένα. Ο μόνος που δεν εμφανίστηκε ακόμα είναι...» Κοίταξε στα χαρτιά του, «Ο Νικόλαος Σεφερλής. Πήρες τα στοιχεία του από ταυτότητα;»

Ο Κωνσταντίνος έφερε στον νου του το χάος στην αποβάθρα, μετά το συμβάν. Να προσπαθεί να συντονίσει δέκα άτομα, να τους πάρει τα στοιχεία την ίδια στιγμή που ψάχνανε φορείο να βγάλουν τον τραυματία, να φτάσουν στην επιφάνεια του δρόμου να βρουν μεταφορικό μέσο. Τον κοίταζαν σαν να ήταν τρελός. Δεν μπορούσαν να δουν την ευθύνη του στα γεγονότα. Ο Σεφερλής ήταν ο πρώτος που πετάχτηκε να φύγει, να χαθεί. Τον άρπαξε από το σακάκι για να τον σταματήσει. Ήταν ο πρώτος που του πήρε τα στοιχεία.

«Ήταν παλιά η ταυτότητα του αλλά νόμιμη. Είναι ναυτικός που έλειπε χρόνια από την Ελλάδα γι αυτό και δεν ίσχυε η διεύθυνση του. Επέστρεψε πρόσφατα και έμενε σε ξενοδοχείο. Το έχω γράψει...»

Ο διοικητής άναψε τα τσιγάρα τους και ξεφύσησε τον καπνό του κουνώντας το κεφάλι του.

«Αν τα στοιχεία είναι σωστά, εκκρεμούν γι αυτόν τον Σεφερλή Νικόλαον δύο εντάλματα και μία ερήμην καταδικαστική απόφαση για διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών. Αν δεν εμφανισθεί να πας να τον ψάξεις στο ξενοδοχείο του, στην παλιά διεύθυνση, σε όσους τον ξέρουν τέλος πάντων. Κοίτα στα μητρώα. Όλο και κάποια οικογένεια θα έχει. Και Σαραντόπουλε...» Τον κοίταξε με χαμόγελο πίσω από την καπνιά. «Οι καταθέσεις πάνε καλά. Θα απαλλαγείς από οποιαδήποτε ευθύνη για το συμβάν στο Μετρό. Όχι πως είχα αμφιβολίες.»

«Ευχαριστώ κύριε διοικητά.»

Βγήκε από το γραφείο ανακουφισμένος. Το μυαλό του όμως δεν έλεγε να χαλαρώσει. Ο νους του τώρα ήταν στον ναυτικό. Τον είχε στα χέρια του, αν ήξερε μόνο. Θα τον είχε στα χέρια του πάλι.

 

Και η Αρετή ήταν ανακουφισμένη που είχε τελειώσει αυτός ο βραχνάς. Κατέβηκε λαχανιασμένη τα σκαλοπάτια της Ασφάλειας και στάθηκε να πάρει μιαν ανάσα στο πεζοδρόμιο, στην σκιά ενός δένδρου. Το γάβγισμα ενός σκύλου την έκανε να γυρίσει. Η έκπληξη της ήταν μεγάλη. Ο Ρατάν ήταν εκεί και την κοίταζε φιλικά και ο Αλέξης τον κρατούσε από το λουρί του. Ο τυφλός νέος έμοιαζε να ατενίζει το κενό, βυθισμένος σε σκέψεις καθώς έβαλε μια τσίχλα στο στόμα του. Στεκόταν σε απόσταση αναπνοής από την θέση της. Σκέφτηκε να του μιλήσει, να πει κάτι, αλλά το μετάνιωσε αμέσως. Γύρισε το πρόσωπο του προς το μέρος της σαν να άκουσε τις σκέψεις της. Είπε «Αρετή?»

Ξαφνιάστηκε, δεν μπορούσε να του κρυφτεί πλέον. Τον πλησίασε ντροπαλά.

«Ναι Αλέξη ... εγώ είμαι.»

«Ήρθες και συ για την κατάθεση λοιπόν.»

«Ναι ... Κι εσύ;»

Η απορία της ακούστηκε περίεργα αλλά ήταν πια αργά.

«Εννοείς αφού δεν μπορεί να είδα τίποτα. Μπορώ και ακούω πολύ καλά ξέρεις. Θυμάσαι τι φώναξε ο Φραγκάκης πριν πυροβολήσει;»

«Φώναξε κάτι; Δεν θυμάμαι...»

«Φώναξε ‘Αυλαία!’ Δεν ξέρω πόσο σημαντικό είναι αλλά ο αστυνόμος μου είπε πως είμαι ο μόνος από τους μάρτυρες που το ανέφεραν.»

«Συγνώμη ... Δεν έπρεπε να το πω έτσι...»

«Μην ανησυχείς. Τα ακούω αυτά όλη μου τη ζωή και δεν παρεξηγώ κανέναν. Είσαι απόλυτα δικαιολογημένη. Πάμε προς τα δω;»

Έδωσε σήμα στον Ρατάν να ξεκινήσουν. Άρχισαν να περπατούν μαζί. Εκείνη ένιωθε τρακ σαν να είχαν βγει στο πρώτο τους ραντεβού.

«Τι όμορφος σκύλος. Πως τον λένε;»

«Ρατάν. Είναι Σελτζούκος. Μου τον φέρανε από την Τουρκία. Μόλις τώρα μαθαίνουμε ο ένας τον άλλον. Νομίζω πως τα πάμε μια χαρά.»

«Εγώ έχω έναν γάτο ... τον Ψιψίκο. Μόνο να τρώει και να κοιμάται ξέρει.»

«Και να σ’αγαπάει. Έτσι δεν είναι;»

Η Αρετή κοκκίνισε ανακουφισμένη που δεν μπορούσε να το δει.

«Δεν ξέρω πόσο καταλαβαίνει για ν’αγαπάει, ξέρω όμως πως τον αγαπώ εγώ...»

«Οι γάτες και οι σκύλοι πρέπει να πλάσθηκαν μετά τον Αδάμ και την Εύα. ‘Αυξάνεστε και πληθύνεστε’ είπε ο Θεός στους ανθρώπους αλλά δεν υπολόγισε αυτούς που στάθηκαν άτυχοι, που περιέπεσαν στην μοναξιά. Είχε ήδη πλάσει την γυναίκα για τον άντρα, ποιος θα συντρόφευε λοιπόν τους μοναχικούς, αυτούς που χάσανε τον δρόμο για το ταίρι τους; Για κάποιους ήταν η γάτα, για άλλους ο σκύλος.»

«Τι όμορφη σκέψη...»

Περπάτησαν για λίγο σιωπηλοί. Ήθελε να τον ρωτήσει, η καρδιά της ήταν έτοιμη να σπάσει.

«Αλέξη...»

«Ναι, Αρετή;»

«Πως με κατάλαβες πριν; Έξω από την ασφάλεια;»

«Δεν ξέρω άλλη γυναίκα που φοράει κολόνια λεμόνι.»

«Ξέρω, είναι παλιομοδίτικο...»

«Νομίζω πως είναι θεσπέσιο. Σαν το άρωμα του λεμονιού.»

«Όπως ο Αλ Πατσίνο στο ‘Άρωμα Γυναίκας’!»

«Ο ποιος?»

«Δεν έχεις δει την ... ω, Θεέ μου, συγνώμη! Τι ηλίθια που είμαι...»

Σταμάτησε και σκέπασε τα μάτια της ντροπιασμένη. Περιέργως, για άλλη μια φορά το χέρι του βρήκε το δικό της.

«Κάνεις λάθος. Απλώς αυτό μου ξέφυγε. Ακούω πολλές ταινίες σε ειδικές κασέτες με αφήγηση και διάλογους από το έργο. Μου έρχονται από το εξωτερικό.»

«Δεν ήξερα πως γίνεται κάτι τέτοιο. Εγώ πάω συχνά σινεμά και νοικιάζω ταινίες στο βίντεο.»

Άφησε πάλι το χέρι της. Είχε μουδιάσει ολόκληρη.

«Μπορεί να δούμε μια ταινία μαζί καμιά φορά, ε Αρετή, τι λες;»

Της ήρθε ένας ίλιγγος. Κοίταξε γύρω να δει αν τους ακούει κανείς άλλος. Δεν θα μιλούσε σοβαρά. Εκείνος όμως συνέχισε.

«Μόνο που θα πρέπει να είναι στο βίντεο. Θα πρέπει να μου εξηγείς τις σκηνές και σε μια αίθουσα μάλλον θα ενοχλούσαμε.»

Την πιάσανε τα γέλια. Ευχήθηκε να μην ήταν υστερία. Γέλασε κι εκείνος μαζί της. Χωρίσανε λίγο παρακάτω, στην στάση του λεωφορείου. Η ψυχή της ήταν σε αναβρασμό. «Μην ελπίζεις» επαναλάμβανε στον εαυτό της. Έπρεπε να σκοτώσει τις προσμονές της αλλιώς θα υπέφερε. Το ίδιο βράδυ τους πήρε ο ύπνος ο ένας στην σκέψη του άλλου. Εκείνος ψιθύρισε το όνομα της για να δει πως θα ακουστεί στην ησυχία της κρεβατοκάμαρας του. Το ίδιο έκανε και η Αρετή για να ξορκίσει την μοναξιά της.

«Αλέξη...» είπε, «Αλέξη μου...» και αγκάλιασε το μαξιλάρι της.

Ο Ρατάν και ο Ψιψίκος ήταν οι μοναδικοί μάρτυρες αυτής της απόκοσμης ανταλλαγής.

 

Ο Πέτρος ήταν άυπνος παρά την εξάντληση του. Η Ηρώ κοιμόταν γυμνή δίπλα του μετά από την «φιέστα τρελού σεξ» όπως το αποκαλούσε. Στο χέρι του κρατούσε την κάρτα της Άσπας, την στριφογύριζε στα δάχτυλα του σαν να περίμενε να του αποκαλυφθεί κάποιο μυστικό. Έβαζε στον νου του παραπάνω μυστήριο απ’ότι υπήρχε. Ήταν μόνο μια κοπέλα. Ένα όνομα και ένα τηλέφωνο, τίποτα άλλο. Πέρασε και το προφανές από τον νου του αλλά το έδιωξε τόσο γρήγορα που το ξέχασε αμέσως. Δεν μοιράζουν έτσι τις κάρτες. Και ποιος ήταν ο Ζάχος; Ατζέντης της; Μα τι τον είχε πιάσει; Κοίταξε την Ηρώ.

«Ωραίο γκομενάκι» είχε πει ο Άρης όταν την είχαν πρωτοδεί.

Ένα χρόνο μαζί ακόμα ήταν γκομενάκι. Τον κούραζε, είχε βαρεθεί τις μαλακίες. Φοβόταν πως είχε αρχίσει να βολεύεται με πολλά πράγματα που δεν ανεχόταν, όπως η δουλειά του που μισούσε αλλά τον πλήρωνε τόσο καλά. Έπρεπε να πάρει ρίσκα, να ξεβολευτεί αλλιώς ο Άρης θα είχε δίκιο, δεν θα έκανε ποτέ την ταινία του. Κοίταξε ξανά την κάρτα. Του την είχε δώσει σαν κάποια πρόκληση. Ε λοιπόν θα την άρπαζε και ότι βρέξει ας κατεβάσει.

 

Ο άντρας ήταν μεγάλης ηλικίας, γεμάτος αλλά γεροδεμένος. Κούτσαινε από το αριστερό γόνατο και ήταν μόνο πείσμα που τον έσπρωχνε στους δρόμους νυχτιάτικα. Πλησίασε την ξύλινη εξώπορτα του παλιού σπιτιού και την βρόντηξε με την γροθιά του. Έκανε ένα βήμα πίσω, έβαλε το δεξί του χέρι στη τσέπη και περίμενε έτοιμος για όλα. Γύρισε το κεφάλι του ελαφρά καθώς η όραση του δεν ήταν πλέον τόσο καλή. Έβλεπε πιο καθαρά στο πλάι. Αυτός που τελικά άνοιξε την πόρτα τον κοίταξε χωρίς να τον αναγνωρίσει αμέσως.

«Ζανό; Εσύ είσαι τσόγλανε; Τα χρόνια δεν σου στάθηκαν καλά. Πως έγινες έτσι;»

«Αλέκο, κάποιος είδε τον αδελφό σου εδώ γύρα. Είναι αλήθεια; Γύρισε ο Νίκος;»

«Αλήθεια είναι. Εκείνος μου είπε να στο πω. Δεν έχει σκοπό να κρυφτεί από σένα.»

«Έτσι σου είπε ε; Και που είναι η αρχοντιά του;»

«Δεν ξέρω. Δεν μου δίνει λογαριασμό.»

«Αν τον δεις πες του πως πέρασα. Δεν τον ξέχασα πες του. Θα τον βρω και θα κλείσουμε λογαριασμούς.»

«Θα του το πω. Έννοια σου και θα του το πω.»

Ο Ζανό γύρισε την πλάτη του στο σπίτι και απομακρύνθηκε στη νύχτα. Ο Αλέκος ασφάλισε την πόρτα και γύρισε στο κρεβάτι του. Κοντοστάθηκε πρώτα στο καθιστικό να ρίξει μια ματιά στον Νίκο. Ο αδελφός του ήταν ξαπλωμένος αναίσθητος στον καναπέ, με μάτια μισάνοιχτα σαν γυάλινα. Ταξίδευε ήδη παρέα με τους δικούς του, προσωπικούς δαίμονες. Δίπλα του στο κομοδίνο κάπνιζαν ακόμα τα σύνεργα του. Τον άφησε εκεί μόνο, δέσμιο στα όνειρα του.

 

Η πρώτη τους νύχτα στην σκηνή ήταν περίεργη. Για τα παιδιά ήταν ευκολότερο, έμοιαζε με κατασκήνωση. Έκαναν καινούργιες γνωριμίες με άλλα παιδιά του καταυλισμού και είχαν ήδη κανονίσει τα ραντεβού τους για το αυριανό παιχνίδι. Ανάμεσα στο να κάνουν νέους φίλους είχαν βοηθήσει την Ελένη στην εγκατάσταση τους και ο Τίμος, που γούσταρε να παίζει μαζί τους, τα εξάντλησε στα παιχνίδια τόσο που είχαν πέσει ξερά για ύπνο πριν την ώρα τους. Δώσανε στα παιδιά τα ράντζα και έστρωσαν στο χώμα μια κουβέρτα για τους ίδιους. Οι συμπληρωματικές προμήθειες που είχε υποσχεθεί το κράτος θα μοιράζονταν αύριο. Καθώς είχε καταλαγιάσει η οχλαγωγία της μέρας, η κάποια ησυχία της νύχτας φανέρωσε όλους τους διακριτικούς ήχους και τις φωνές της κοινωνικής ζωής του ανθρώπου. Ο κάθε βήχας, συζήτηση και τρίξιμο ακουγόταν ξεκάθαρα από τις σκηνές που τους περιτριγύριζαν. Το ίδιο ίσχυε για όλον τον καταυλισμό. Ένα σούσουρο που ήταν ζωντανό όλη την ώρα, όλη την νύχτα, μέχρι να καλυφθεί από την φασαρία της ημέρας.

«Όλα είναι μια συνήθεια» είπε η Ελένη στον εαυτό της. Ξαπλωμένη δίπλα στον άντρα της, με το μπράτσο του για μαξιλάρι, τον άκουγε τώρα να ροχαλίζει και ευγνωμονούσε αυτό το ροχαλητό που το ήξερε τόσο καλά, που κάλυπτε όλη την υπόλοιπη δυστυχία και την βοήθησε να κοιμηθεί, αυτή την πρώτη τους νύχτα χωρίς σπίτι.

 

 

Τέλος Δεύτερου Μέρους

Link to comment
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..