Jump to content

Ο ΚΑΛΤΣΟΥΝΟΚΥΝΗΓΟΣ


month

Recommended Posts

Όνομα Συγγραφέα: Month

Είδος: Ντόπια έθιμα

Βία; Μόνο ενάντια στη φύση

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων: 964

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Καλό Πάσχα, στο τέλος υπάρχει γλωσσάρι

 

 

 

 

Ο ΚΑΛΤΣΟΥΝΟΚΥΝΗΓΟΣ

Καλτσούνι το Δ (ιταλ. Calzoni=[πλυθ] οι περισκελίδες)·

 

περιπόδιον (κν κάλτσα)·||| είδος νηστίσιμου γλυκίσματος

 

πεπασμένου δια άχνης σακχάρεως· ||| (εν Κρήτη) έδεσμα

 

μετ’ αναλάτου μυζήθρας.

 

 

Πάπυρος-Λαρούς 1964

 

Από τα πολλά εδέσματα που ετοιμάζουν οι νοικοκυρές από καιρό σε καιρό, τα καλτσούνια είναι κατά μακράν τα πλέον αγαπημένα οποιουδήποτε έχει σχέση με την Κρήτη. Μικρά σε μέγεθος, συνήθως τετράγωνα ή μακρόστενα με μυζήθρα ή χόρτα, είναι ένα από τα φαγητά που δεν έχουν μεγάλη βιωσιμότητα πάνω στο τραπέζι. Συνήθως κατασκευάζονται στην διάρκεια νηστείας, ώπου τα περισσότερα φαγητά είναι απαγορευμένα, ή για να φιλέψουν τους συγγενείς και φίλους που έρχονται για επίσκεψη. Στις μεγάλες γιορτές δε, ψήνονται πολλά ταψιά για να μην φύγει κανένας παραπονεμένος ότι δεν έφαγε, αφού πολύ πρακτικοί Κρητικοί τα χρησιμοποιούν σαν ψωμί πολλές φορές. Οι συνταγές πολλές, με μικρές διαφορές μεταξύ τους, αφού δεν είναι δύσκολο να φτιάξει κανείς καλτσούνια. Οι αποτυχίες συνήθως είναι είτε εξαιτίας των υλικών, είτε εξαιτίας της απειρίας του μάγειρα. Τέλος η κατάταξή τους σαν φαγητό είναι αυτή του «μπινελικιού», δηλαδή ορεκτικό και συνοδευτικό ενός καλού ποτού.

 

Παρά την αξιοσημείωτη γεύση και αποδοχή που έχουν από ένα μεγάλο εύρος κόσμου, τα καλτσούνια είναι ένα έδεσμα και τίποτα άλλο. Σε κάποιες οικογένειες όμως, κάθε χρόνο, δίνεται ολόκληρη μάχη για να μείνουνε καλτσούνια για τους επισκέπτες…

 

 

 

 

Η κερα-Ρήνη έβγαλε την τελευταία λαμαρίνα με καλτσούνια από τον φούρνο και τα άφησε να κρυώσουν πάνω στο μάρμαρο της κουζίνας. Σε μια κατσαρόλα, πάνω στο μάτι, σιγόβραζαν τα μαρούλια με το κρέας, και θέλανε μόνο λίγες τελευταίες πινελιές για να γίνει μια πεντανόστιμη μαγειρίτσα. Το πιλάφι και η κοτόσουπα ήταν έτοιμα, η κουζίνα έλαμπε από καθαριότητα και το τραπέζι στρωμένο για να φάει όλη η οικογένεια μαζί, αφού επιστρέφανε από την εκκλησία. Ο άντρας της με τον μεγάλο της γιο είχανε πάει από νωρίς, ενώ ο μικρός της γιος είχε ξεκινήσει λίγο αργότερα και αφού είχε τελειώσει με τις δουλειές που του είχε δώσει. Κοίταξε γύρω της και κρυφογέλασε. Επιτέλους αυτή την χρονιά ακόμα και η φώκια η πεθερά της δεν θα έβρισκε κανένα λάθος για να γκρινιάξει. Ο πεθερός της θα ξεκινούσε να ανεβαίνει τη σκάλα λίγο πριν το Χριστός Ανέστη για να είναι στην ώρα του, και όλα θα ήταν άψογα. Ντύθηκε και ξεκίνησε προς την εκκλησία, αφού έριξε μια τελευταία ματιά στην κουζίνα. Για λίγη ώρα όλα ήταν ειρηνικά μέσα στην κουζίνα, μέχρι που μια σκιά απλώθηκε πάνω από το ταψί με τα καλτσούνια…

 

 

«Χριστός Ανέστη…» ξεκίνησε η χαρμόσυνη δέηση, αν και χάθηκε σχεδόν αμέσως ανάμεσα στους ήχους και τους κρότους πυροβόλων όπλων και κροτίδων παντός διαμετρήματος. Πάνω από την εκκλησία μια νυχτερίδα πετούσε ειρηνικά όταν μια ομοβροντία απείλησε την ύπαρξη της, γεγονός που την ανάγκασε σε πολύπλοκες μανούβρες στον αέρα για να αποφύγει τις σφαίρες που το πλήθος από κάτω της έριχνε.

 

«Μιχαλιό! Φέρε μου τη γεμιστήρα από τ’ αμάξι!» φώναξε ο Νίκος Καραμπινάκης στον μικρό του γιο.

 

«Είπες μου ότι θα τραβήξω φέτο με το όπλο!» φώναξε ο μικρός Μιχάλης στον πατέρα του πάνω από το σαματά.

 

«Θε να θρηνήσουμε θύματα;» του απάντησε ο Πατέρας του. Ο Μιχάλης μούτρωσε όταν άκουσε την γνωστή από χρόνια απάντηση. Δυο μέτρα δίπλα του ο μεγάλος του αδερφός έριχνε με το παλιό του αεροβόλο που είχε μετατρέψει για να ρίχνει σφαίρες. Δυστυχισμένος έριξε άλλη μια γουρούνα στα σκουπίδια, από την έκρηξη της οποίας καταστραφήκανε δύο τενεκεδάκια κόκα κόλα, και μια μυρμηγκοφωλιά. Ο πατέρας του χαμογέλασε και του έδωσε το καλάζνικωφ που είχε στα χέρια του.

 

«Νίιιιικο!!! Ήντα πας να δώσεις στο μωρό!» άρχισε να ωρύεται η μάνα του.

 

«Γιαγιά, είμαι δεκατριών!» φώναξε απελπισμένος ο Μιχάλης. Προς αποφυγή της οποιαδήποτε σκηνής τελικά ο Μιχάλης δεν έριξε με το όπλο, αν και άρχισε να τσακώνεται με την γιαγιά του για το πότε έπαψε να είναι μωρό, και συγκεκριμένα για το γεγονός ότι δεν φοράει πάνες από τα δύο του χρόνια. Μετά από αυτό ξεκινήσανε με προσοχή να γυρίσουνε όλοι στα σπίτια τους, προσέχοντας μην βάλει κανείς φωτιά σε κανέναν άλλο, πράγμα που αποφεύχθηκε μιας και τα εγγόνια κρατάγανε τις λαμπάδες και όχι οι γιαγιάδες. Τελικά μπήκανε όλοι μέσα στο σπίτι, και βρήκανε τον παππού να κοιμάται σε μια καρέκλα, με το μπαστούνι του αγκαλιά. Το χαμόγελο της κερα-Ρήνης εξαφανίστηκε μόλις τα μάτια της πέσανε πάνω στο ταψί με τα καλτσούνια· ή για να είμαστε πιο ακριβείς, στο ταψί χωρίς τα καλτσούνια. Η παγωμάρα της πέρασε και στην υπόλοιπη οικογένεια που σκόρπισε ποιώντας την νήσσα.

 

«ΠΟΙΟΣ ΕΦΑΕ ΜΩΡΕ ΤΑ ΚΑΛΤΣΟΥΝΙΑ!» βροντοφώναξε νευριασμένη η κερα-Ρήνη.

 

«Είμαι αθώος!» φώναξε ο Μιχάλης.

 

«Ήμασταν στην εκκλησία!» φώναξε ο Νίκος και ο μεγάλος του γιος.

 

«Μάλλον σου κάηκαν και τα πέταξες.» είπε με φαρμάκι η φώκια η πεθερά της, πράγμα που έκανε την κερα-Ρήνη να αφρίσει από το κακό της. Μα έλα που τέτοια μέρα δεν μπορούσε να πει και τίποτα. Και πάνω στην αναμπουμπούλα ακούστηκε η ήσυχη και χαρωπή φωνή του παππού.

 

«Ε μωρή φώκια! Γιάντα τηνε βασανίζης, κακορίζικη;» είπε ο γερο-Μανώλης από την καρέκλα του, εξαπολύοντας κεραυνούς με τα μεγάλα μαύρα μάτια του.

 

«Ανημένετε μωρέ να σασ’ε πω εγώ ήντα γίνηκε.» και σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του, και προχώρησε ήσυχα-ήσυχα προς το τραπέζι.

 

«Μωρή ανεμοχουμίστρα δεν έφαες πρώτη απ’ούλους εσύ;» είπε καθώς πέρασε δίπλα της.

 

«Απ’όκιας το Μιχαλιό, το Μανωλιό κι ο Νικολής! Ούλοι επισκεφτήκατε την λαμαρίνα. Ε, και κείνα να τα πέντε κακορίζικα που απομείνανε, επάστρεψά τα εγώ.» τέλειωσε ο παππούς καταλαμβάνοντας την συνηθισμένη του θέση, στην κεφαλή.

 

«Η μόνη που δεν θα δοκιμάσεις απόψε τον κόπο σου, είσαι συ.» είπε απευθυνόμενος στην νύφη του.

 

«Ανε θαρρείς ότι δε σασ’ εκατέω, κάνεις λάθος!» είπε καθώς έφερνε ένα καλάθι με καλτσούνια σκεπασμένα με μερθιές, από το κελαρικό.

 

«Κάτσε τε δα να φάμε.» συμπλήρωσε καθώς έβγαζε μια σουπιέρα με μαγειρίτσα.

 

Με κατεβασμένο το κεφάλι, αναψοκοκκινισμένη που πιάστηκε στα πράσα, η πεθερά είπε:

 

«Συμπαθάτε με. Ένα χωρατό έκαμα. Ότι είπαμε, νερό κι αλάτσι.»

 

 

 

Καλό Πάσχα, και καλή Ανάσταση.

 

 

Μερθιές: Μυρτιές

Ότι είπαμε νερό κι αλάτσι: Περασμένα ξεχασμένα

Κατέω: Γνωρίζω

Επάστρεψά τα: Τα τελείωσα, τα καθάρισα

Λαμαρίνα: Ταψί

Ανημένω: Περιμένω

Ανεμοχουμίστρα: Ανακατόστρα.

Edited by month
Link to comment
Share on other sites

Μουαχαχαχαχα.

Ιλαρίων, εξελίσεσαι!!!!

Είναι όντως ενα αξιόλογο πεζό, πολύ χιούμορ και έξυπνους διαλόγους.

Edited by Saulot
Link to comment
Share on other sites

Καλός ο παππούς, δε μπορώ να πω, αλλά καλύτερη η κερά-Ρήνη, τους βούλωσε κανονικά. Κι ο συγγραφέας ακόμη καλύτερος. Πολύ ωραίος τρόπος να ευχηθείς κι ακόμα καλύτερη η ιστοριούλα. Μυρίζει Κρήτη κι όσο πας γράφεις και καλύτερα. Πολύ ωραίος τίτλος, επίσης.

Link to comment
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..