Jump to content

ΔΩΔΕΚΑ


DinoHajiyorgi

Recommended Posts

Τρίτον

 

 

Love me love me / say that you love me

Fool me fool me / go on and fool me

Love me love me / I know that you need me

I can’t care ‘bout anything but you

Lovefool των Cardigans

 

Το cd ήταν κολλημένο στο repeat να επαναλαμβάνει τις παλιές επιτυχίες των Cardigans. Απορροφημένες στο έργο τους, δεν ενοχλούνταν από την επανάληψη. Κάθονταν αντικριστά, οκλαδόν στο κρεβάτι, με το στρώμα γύρω τους διάσπαρτο από καλλυντικά. Το δωμάτιο ήταν της Κάτιας που αυτή την στιγμή έβαζε όλη της την τέχνη να βάφει και να καλλωπίζει την Αρετή. Διάφορες σκιές και ποικιλίες αποχρώσεων, ήθελε κόπο να βρεις τα χρώματα που της ταίριαζαν, κάπου ένα εκατομμύριο συνδυασμοί και το παίδευαν από το πρωί. Η Αρετή προσπαθούσε να μην βάλει τα γέλια καθώς το όλο σοβαροφάνεια πρόσωπο της Κάτιας της φαινόταν απίστευτα αστείο έτσι όπως σούφρωνε τα φρύδια της συγκεντρωμένη πάνω της. Αυτό, και η τσίχλα που μασούσε η μακιγιέζ, που κάθε τόσο έσκαγε με κρότο και μια φούσκα.

«Μην κουνιέσαι, κοίτα πάνω, γύρνα λίγο, κάνε τα χείλη έτσι» η μία οδηγία μετά την άλλη. Κοίταξε το αποτέλεσμα λίγο σκεφτική, είπε ένα «Μμ!» και σήκωσε τον καθρέπτη στην Αρετή.

«Πως σου φαίνεται;»

Της ήταν πάντα δύσκολο να αρέσει τον εαυτό της.

«Δεν ξέρω. Πάλι εμένα βλέπω, βαμμένη.»

«Ε, ποια περίμενες να δεις; Το αποτέλεσμα σε ρωτάω, πως σου φαίνεται;»

«Πες μου εσύ. Είμαι καλά έτσι;»

«Μα είσαι κουτό; Η διαφορά είναι τεράστια και είμαστε μόνο στην αρχή ... Στάσου, που είναι το πινελάκι ... θα σου τονίσω γύρω-γύρω τα χείλη ... Έχεις γεμάτα και σαρκώδη χείλη Αρετή μου. Θα έλεγα πως έχεις πολύ αισθησιακό στόμα...»

Την τελευταία κουβέντα την πέταξε ψιθυριστά, λάγνα. Ξεσπάσανε και οι δύο στα γέλια.

«Εσύ να ακούς τις συμβουλές της Κάτιας και σύντομα θα τ’ακούς πιο συχνά κι απ’αυτούς που πρέπει.»

«Πρέπει να χάσω και κάποια κιλά.»

«Αυτό είναι τελείως άλλη επιστήμη.»

«Κάτια;»

«Ναι;»

«Δηλαδή ... αν εσύ με έβλεπες αύριο με έναν άντρα ... δεν θα ξαφνιαζόσουν;»

«Με την εικόνα που έχεις καθιερώσει, δε λέω, θα πάθαινα ένα σοκ, αλλά σε τελική ανάλυση πιστεύω πως υπάρχει ένα ταίρι για τον καθένα μας. Γιατί όχι λοιπόν;»

«Κι αν ο άντρας αυτός ήταν πολύ όμορφος;»

«Όμορφος;»

«Ξέρεις ... ένας άντρας που θα έκανε μια γυναίκα να τον κοιτάξει καλά, αχόρταγα. Τι θα έλεγες αν με έβλεπες με έναν τέτοιον άντρα;»

«Θα σε ζήλευα...»

«Δεν θα έλεγες πως είμαστε αταίριαστο σαν ζευγάρι;»

Η Κάτια συνέχισε να βάφει, να ξεβάφει και να συζητάει ταυτόχρονα. Μπορούσε να συνδυάσει την πάρλα με οποιαδήποτε καλλωπιστική περιποίηση, ήταν φυσικό ταλέντο και στις δύο τέχνες.

«Άρχισες πάλι της ανοησίες σου; Μωρέ άκου με εμένα που τους έφαγα τους άντρες με το κουταλάκι. Ούτε ξέρω γιατί μου άρεσαν οι μισοί από αυτούς, ούτε έμαθα ποτέ τι θέλανε αυτοί από μένα. Καλά αυτό το ήξερα, μιλάω για αργότερα, όταν πηγαίναμε να το σοβαρέψουμε κάπως. Ο έρωτας φιλενάδα δεν ξέρει τι του γίνεται. Θα μπορούσες να έχεις τον Μπρατ Πιτ δίπλα σου και δεν θα ξαφνιαζόμουν.»

«Κι αν αυτός ο όμορφος άντρας δίπλα μου ήταν τυφλός;»

Τό’χε πει, ήταν τώρα έξω, στα φανερά. Η Κάτια κοντοστάθηκε, το χέρι με το μολύβι έμεινε μετέωρο.

«Γιατί να είναι τυφλός;»

«Τυφλός! Δικό μου το παράδειγμα. Δεν θα σκεφτόσουν ‘πως αλλιώς να ρίξει τέτοιον κούκλο αυτή’;»

«Μωρέ τι παράδειγμα είναι αυτό; Τρέχει τίποτα που δεν μου λες;»

Η απάντηση ήταν ολοφάνερη στο πρόσωπο της Αρετής. Η Κάτια άρχισε να τσιρίζει.

«Χριστέ μου, κοίτα πως κοκκίνισε!»

«Σσστ! Θα έρθει η μάνα σου!»

Η Κάτια παράτησε τα σύνεργα της και την κάρφωσε με μάτια και πονηρό χαμόγελο.

«Μίλα! Λέγε!»

«Δεν...»

«Τι δεν! Τι όμορφος και τυφλός μου λες τότε; Διεστραμμένη είσαι;»

Η Αρετή χαμήλωσε το βλέμμα της. Ένιωσε να φουντώνει μια ζέστη στο πρόσωπο της. Ώρα ήταν τώρα να αρχίσει να ιδρώνει με όλο αυτό το μέικ-απ πάνω της.

«Εντάξει, υπάρχει κάποιος που μ’αρέσει.»

«Ποιος είναι; Και είναι τυφλός; Πως τον γνώρισες;»

Της είπε για το Μετρό, τον σεισμό, τον πανικό της. Πως της έπιασε το χέρι στο σκοτάδι, πως την καθησύχασε. Η Κάτια άφηνε επιφωνήματα σαν να λιγωνόταν να την ακούει.

«Αυτός είναι τόσο όμορφος ενώ εγώ ... Ξέρεις, νιώθω πως τον εξαπατώ...»

«Είσαι χαζό. Νομίζω πως εκείνον δεν θα τον νοιάξει, αλλά αν σ’ενοχλεί τόσο πες του πως είσαι, ή πως νομίζεις πως είσαι τέλος πάντων. Θα το ανακαλύψει κι ο ίδιος έτσι κι αλλιώς.»

«Πως;»

Η Κάτια πήρε μια ηδονική έκφραση και άρχισε να χαϊδεύει τον εαυτό της από την μέση προς τα πάνω. Τα χέρια της εξερεύνησαν το στήθος, τον λαιμό, το πρόσωπο της. Η γλώσσα της στριφογύρισε ερωτικά ανάμεσα στα δάχτυλα της.

«Εσύ πως λες; Έδωσες σημασία στα χέρια του; Πρόσεξες το μάκρος στα δάχτυλα του; Θα σε αρπάξει στην αγκαλιά του, θα σε εξερευνήσει να έτσι, πόντο-πόντο, αργά, αισθησιακά, να σε εμπεδώσει...»

Η Αρετή βούλιαξε στο στρώμα κρύβοντας το πρόσωπο στις χούφτες της.

«Θεέ μου!»

Η Κάτια έπεσε από πάνω της γελώντας.

«Χρυσό μου, είσαι ερωτευμένη!»

Αναπήδησε κάνοντας το στρώμα να ανεβοκατεβαίνει σαν τραμπάλα μέχρι που πιάσανε και τις δύο τα χάχανα.

 

Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες να καλύπτουν το μισό παράθυρο, να κόβουν το φως. Το γραφείο μετατρεπόταν σε έναν χώρο που καθρέπτιζε τις εσωτερικές σκιές, τα ενδόμυχα μυστικά του πελάτη. Τον βοηθούσαν να χαλαρώσει, να νιώσει άνετος και ασφαλής, να ξεδιπλώσει την ψυχή του με θάρρος. Ο Αλέξης βέβαια δεν είχε ανάγκη από το ανάλογα ντεκόρ. Ο Πάνος πήρε το βλέμμα του από τον τυφλό άντρα που καθόταν απέναντι του και κοίταξε στιγμιαία τις κουρτίνες. Αναρωτήθηκε τελικά μήπως τις χρειαζόταν ο ίδιος περισσότερο από τους ασθενείς του.

«Πες μου πάλι, τι έχει αλλάξει σ’αυτά τα όνειρα;»

Ο Αλέξης ανακάθισε, κάνοντας την δερμάτινη πολυθρόνα να τρίξει στο βάρος του.

«Το κοριτσάκι φαίνεται λίγο πιο ξεκάθαρα. Μέχρι τώρα έβλεπα μόνο τα μακριά, κατάξανθα μαλλιά του χωρίς χαρακτηριστικά προσώπου. Ήταν μια θολή οπτασία, σαν άγγελος. Τώρα όμως την άκουσα να με αποκαλεί ονομαστικά, είπε ‘Αλέξη’. Και μπόρεσα να δω ξεκάθαρα το πρόσωπο της. Και την θυμήθηκα. Όταν πηγαίναμε το καλοκαίρι στην Αίγινα, η κόρη της γειτόνισσας ερχόταν και με πρόσεχε τα πρωινά. Αυτή ήταν νομίζω. Ήμουν ... τέσσερα ή πέντε τότε. Την είχα μπέιμπι-σίτερ δύο συνεχόμενες χρονιές.»

«Το τελευταίο καλοκαίρι.»

«Ναι, το τελευταίο καλοκαίρι που είχα την όραση μου.»

«Έχεις ρωτήσει ποτέ την μητέρα σου τι θυμάται από τότε; Αν θυμάται το κορίτσι;»

Η ερώτηση είχε αλλού τον στόχο και ο Αλέξης το ήξερε. Τον εκνεύρισε.

«Δεν συζητάω τα όνειρα μου μαζί της.»

«Γιατί;»

«Γιατί είναι δικά μου. Αν ανοίξω κουβέντα μαζί της θα εισβάλλει στο κεφάλι μου και θα τα πάρει, θα τα κάνει δικά της. Στο σκοτάδι η ζωή μου είναι ένα ραδιόφωνο. Όλη μου την τυφλή ζωή ακούω συνέχεια τον ίδιο σταθμό, το ίδιο πρόγραμμα, τα ίδια τραγούδια. Αυτή είναι η μητέρα μου. Ο μόνος πειρατικός σταθμός που μ’απαλλάσσει από την μονοτονία είναι τα όνειρα μου. Αυτό δεν το χαρίζω με τίποτα...»

«Αυτή την εξέλιξη στα όνειρα σου, τι νομίζεις πως την προκάλεσε;»

Γύρισε το πρόσωπο του αόριστα σαν να έβλεπε κάτι, χαμογέλασε.

«Η Αρετή; Μπορεί. Νομίζω πως το κορίτσι στο όνειρο μίλησε με την φωνή της.»

«Τι σημαίνει η Αρετή για σένα; Την σκέφτεσαι ερωτικά;»

«Στα δεκαπέντε μου ... άρχισα να έχω ονειρώξεις. Μια γυναικεία φωνή που θα άκουγα στην διάρκεια της ημέρας, στο δρόμο, σε κάποιο σπίτι, τις νύχτες θα έμπαινε στα όνειρα μου με την μορφή του ξανθού κοριτσιού που με πρόσεχε στην Αίγινα και θα με χάιδευε με ερωτικά λόγια που δεν θυμάμαι ... αλλά τα πρωινά ... Φαντάζεσαι ένα τυφλό παιδί να προσπαθεί να κρύψει τα ίχνη της ονείρωξης του πριν τα βρει η μητέρα του; Δεν νομίζω πως κατάφερα ποτέ να σβήσω πετυχημένα τα ένοχα σημάδια αλλά εκείνη δεν το έκανε θέμα. Βρήκε άλλους τρόπους για να με κρατάει, να ελέγχει την ζωή μου.»

«Θα της μιλήσεις για την Αρετή;»

«Όχι ακόμα. Πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσω τι σημαίνει για μένα.»

Έπεσε μια σιωπή ανάμεσα τους. Έμοιαζε να αφουγκράζονται τους χτύπους του λεπτοδείκτη στο μεγάλο ρολόι στον τοίχο. Ο Πάνος καθάρισε τον λαιμό του.

«Πες μου πως αισθάνεσαι για το επικείμενο ταξίδι σου.»

«Είμαι τρομοκρατημένος. Προσπαθώ να μην παρασυρθώ από τις ελπίδες μου αλλά ξέρω πως κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Θέλω να πετύχει η εγχείρηση. Το θέλω όσο τίποτα άλλο στην ζωή μου. Η μέθοδος είναι πειραματική αλλά πάντα κάπου κάποτε γίνεται μια καινοτομία. Και το θέλω τόσο ... να πετύχει σε μένα...»

«Και αν δεν πετύχει;»

Η φωνή του Αλέξη άρχισε να τρέμει.

«Ξέρεις ... όλοι με θεωρούν δυνατό. Θαυμάζουν το πως έχω συμφιλιωθεί με την αναπηρία μου, το πόσο φυσιολογικά λειτουργώ παρά τον περιορισμό της ... Η αλήθεια όμως ... Καμιά φορά νομίζω πως απλώς ανέχομαι την ζωή μου γιατί είμαι πολύ δειλός να την αφήσω.»

«Δεν θα ήταν δειλία το να εγκαταλείψεις;»

«Μεταξύ μας ... Εγώ ξέρω πως είναι να είσαι τυφλός.»

Νέα σιωπή. Ο Πάνος κοίταξε το ρολόι του. Ο Αλέξης άκουσε το σούρσιμο του μανικιού πάνω στον αγκώνα του γιατρού.

«Πέρασε η ώρα μας;»

«Ναι, φοβάμαι πως ναι.»

 

Έψαχναν για σπίτι ή διαμέρισμα. Οτιδήποτε θα τους έβγαζε από τον καταυλισμό. Η απογοήτευση τους ήταν οικτρή. Οι τιμές τους φάνηκαν παράλογα τσουχτερές. Είδαν χώρους που θύμιζαν τρώγλες σε σύγκριση με το τελευταίο τους σπιτικό και με νοίκι σχεδόν στο διπλάσιο. Πρώτος βγήκε στο ψάξιμο εκείνος αλλά μετά από μερικά δύστροπα και καχύποπτα βλέμματα άρχισε να κουβαλάει μαζί του την Ελένη και τα παιδιά. Η εικόνα της σεισμόπληκτης οικογένειας που βρέθηκε στον δρόμο, πέρα για πέρα αληθινή, δεν έδειξε να συγκινεί κανέναν. Ίσα-ίσα, «μύρισαν αίμα και παν να μας φάνε» όπως συμπέρανε ο Τίμος. Ήξερε καλά από εκμετάλλευση και την συνάντησαν σε πολλά πρόσωπα εκείνη την βδομάδα. Έβραζε μέσα του, είχε ανάγκη να εκτονωθεί. Άφησε την Ελένη με τα παιδιά στην σκηνή και έφυγε «για δουλειές».

 

Έκανε τον γύρο της Αθήνας, εντόπισε εκείνες τις πολυκατοικίες με τον κόκκινο σταυρό βαμμένο στις εισόδους, ανέβηκε τα πληγωμένα τους πατώματα, ψηλάφισε σκονισμένες κλειδαριές. Παραβίασε πόρτες, περπάτησε σε έρημα σαλόνια, άδειασε ντουλάπες και συρτάρια. Οτιδήποτε θα ήταν χρήσιμο στον ίδιο και την οικογένεια του. Ξεχασμένες κονσέρβες και δημητριακά, ρούχα και παιχνίδια, μέχρι και λεφτά βρήκε σε μερικές περιπτώσεις. Όλα ήταν στην διάθεση του, τρόπαια στο θάρρος και το θράσος του. Και το έκανε μέρα μεσημέρι. Κανείς δεν τον σταμάτησε, κανείς δεν θεώρησε το σίγουρο βήμα του ύποπτο, κανείς δεν τον είδε. Γέμισε με πλιάτσικο το φορτηγάκι του. Εκτός από κλειδαράς ήταν και κυνηγός της μικροδουλειάς, του μεροκάματου, είχε τρόπο να δικαιολογήσει στην Ελένη τα αποκτήματα. Κι αν έκανε μια ερώτηση παραπάνω ήξερε πως να της το κόψει. Πολύ κόσμος άλλαζε κλειδαριές αυτόν τον καιρό και οι δουλειές δεν πήγαιναν άσχημα. Η άτιμη η παλιοζωή, στο κατά Τίμον ευαγγέλιον, θα τους έδινε όλο το μερτικό που τους αναλογούσε από το μεδούλι της.

 

Ο Κωνσταντίνος έσπρωξε την αυλόπορτα και μπήκε στην έρημη αλάνα του σχολείου. Μέσα συνάντησε ένα-δύο αλλοδαπούς που έβαφαν τις αίθουσες. Υπήρχε διάχυτη η μυρωδιά της μπογιάς στον αέρα, του πίκρανε το σάλιο, την ένιωσε στα ούλα του. Είδε την καθαρίστρια να σφουγγαρίζει το πάτωμα στις τουαλέτες. Το αδύνατο κορμί της κολυμπούσε μέσα σε μια μπλε ποδιά. Ένα μαντίλι ήταν δεμένο στο κεφάλι της. Είχε ωραίο πρόσωπο με όμορφα ζυγωματικά, να είχε ζήσει όμως μια άλλη ζωή... Το πρόσωπο της ήταν παρατημένο από ελπίδες για καλύτερες μέρες, κουρασμένο και σκληρό. Τον κοίταξε καχύποπτα.

«Από την Ασφάλεια...» της είπε αμέσως, «Είστε η Σοφία Σεφερλή;»

Τα μάτια της τον κοίταξαν απόκοσμα. Τι σκεφτόταν; Πήρε τον χρόνο της για να του απαντήσει.

«Αν είναι για τον γιο μου, έχω μήνες να τον δω...»

Ο γιος της. Τι ιστορία να κρύβεται κι εκεί.

«Πρόκειται για τον άντρα σας. Θέλω να μου πείτε αν ξέρετε που μπορώ να τον βρω.»

«Εγώ θα σου πω που είναι; Αυτός είναι χαμένος στα ξένα. Μπορεί και να μην ζει πια...»

«Ο άντρας σας είναι στην Αθήνα κυρία μου.»

Δεν είδε καμιά αντίδραση στο πρόσωπο της.

«Θέλετε να μου πείτε πως δεν επικοινώνησε καθόλου μαζί σας;»

«Ο Νίκος εδώ ... στην Αθήνα; Δεν είχα ιδέα.»

Την πίστεψε.

«Αν είναι έτσι, μήπως μπορείτε να σκεφτείτε κάποιο μέρος ... απ’αυτά που σύχναζε παλιά;»

«Ο άντρας μου ήταν ένας ξένος από την μέρα που τον παντρεύτηκα. Δεν νοιάστηκε ποτέ για κανέναν εκτός από τον εαυτό του. Όποτε βαριόταν έφευγε, χανόταν. Αν είχε στέκια εδώ δεν τα γνωρίζω. Ρωτήστε τον αδερφό του. Αν ζει κι αυτός.»

Δεν είχε ίχνος συγκίνησης στη φωνή της. Ο Κωνσταντίνος είχε μια παρόμοια συζήτηση νωρίτερα και με τον Αλέκο. Ούτε αυτός είχε να του πει πολλά. Έδωσε στην γυναίκα την κάρτα του.

«Αν επικοινωνήσει μαζί σας ζητήστε με σ’αυτόν τον αριθμό. Σας συμβουλεύω να πείτε τον άντρα σας να κάνει το ίδιο. Είναι καταζητούμενος και οποιαδήποτε κάλυψη ή προστασία του παρέχεται θα αποβεί σε βάρος σας.»

Δεν περίμενε και δεν πείρε καμία αντίδραση από εκείνη. Γύρισε την πλάτη του και την άφησε μόνη. Η Σοφία έψαξε ένα μέρος να καθίσει να ανασάνει. Νόμιζε τον εαυτό της ανεπηρέαστη στα αναπάντεχα αλλά σε αυτό το ξαφνικό δεν ήταν προετοιμασμένη. Είχε παραιτηθεί στο να ξαναδεί ποτέ της τον Νίκο. Αν δεν ήταν ήδη νεκρός τον είχε σκοτώσει από μόνη της μέσα της. Τι κι αν ήταν ζωντανός; Τι κι αν ήταν πάλι στην Αθήνα; Πάλι δεν περίμενε πως θα τον ξανάβλεπε.

 

Οι τεκέδες που θυμόταν είχαν εξαφανισθεί. Υπήρχαν καινούργιες πολυκατοικίες και στοές με πολυκαταστήματα στην θέση τους. Μακάρι να χανόταν και η αρρώστια έτσι απλά, με μια επικάλυψη νέο χρώμα και τζαμιλίκι. Απλώς το καρκίνωμα τρύπωσε και θρονιάστηκε αλλού, σε νέα κατατόπια. Τα μάθαινε σιγά-σιγά, έψαχνε για τον γιο του, τον Δήμο. Εικοσιπέντε χρονών παλικάρι, από τα Πετράλωνα, βαποράκι. Λάδωσε πολλά πρεζόνια και τελικά τον εντόπισε. Έμαθε ποια πλατεία δούλευε. Έφτασε εκεί βραδάκι και άρχισε να κάνει κύκλους. Το έμπειρο του μάτι κοίταζε για τον πραματευτή, δεν είχε ιδέα πως ήταν στην όψη ο γιος του. Ο Δήμος καθόταν με μια κοπέλα σε ένα παγκάκι, κάπνιζαν παρέα. Εκείνη ήταν κολλημένη πάνω του σαν να επιζητούσε την ζεστασιά του. Ο ίδιος ήταν καλυμμένος από μια σκοτεινή όψη, αξύριστος και έτοιμος για τσαμπουκά. Είδε τον ηλικιωμένο με το κασκέτο να τον πλησιάζει με ασταθή βήμα. Σίγουρα όχι μπάτσος, ούτε όμως από τους δικούς του.

«Τι θες γέρο;» τον έκοψε.

«Είσαι ο Δήμος;»

«Τι κι αν είμαι;»

«Χρειάζομαι κάτι για να βγάλω τη νύχτα. Άσπρη, σε πέτρα έχεις;»

Μελέτησε τον γέρο πατόκορφα.

«Άσπρη πέτρα ξέξασπρη ... Μιλάμε για τις βαθιές μου τσέπες. Οι δικές σου πόσο βαθιά πάνε;»

Ο Νίκος είχε μουδιάσει. Έβλεπε τον εαυτό του να κάνει την συναλλαγή σαν να είχε εγκαταλείψει το σώμα του, να παρακολουθούσε κάποιον άλλο κάτω εκεί στο παγκάκι να αγοράζει ναρκωτικά από το παιδί του. Τα μάτια τους έλεγχαν πάντα με επιφύλαξη την κίνηση του δρόμου γύρω τους. Λεφτά και εμπόρευμα άλλαξαν χέρια αστραπιαία, έμπειρα. Χάθηκαν και τα δύο βαθιά στις τσέπες τους. Ο Νίκος έμεινε στην θέση του, ταλαντεύτηκε, κοίταξε έντονα τον Δήμο. Ήθελε να πει κάτι. Ο νέος εκνευρίστηκε.

«Τι είναι ρε γέρο; Θες τίποτα άλλο;»

«Είμαι από τα Πετράλωνα του λόγου μου. Σε ξέρω ... Ο γιος της Σοφίας, της καθαρίστριας, δεν είσαι;»

«Εγώ σε ξέρω;»

«Μάλλον όχι, έλειπα καιρό στα ξένα...»

«Ε, και τι θέλεις τώρα ... κουβέντα;»

Χρησιμοποίησε όσα λίγα του είχε πει ο Αλέκος.

«Να ρωτήσω μόνο κάτι. Σε είχα δει παλιά πολλές φορές στο γήπεδο ... Έπαιζες τότε για τον Σύλλογο και ήσουν και η πρώτη μπάλα. Κάτι λέγανε να σε δοκιμάσουν για καμιά ομάδα. Τι έγινε τελικά;»

«Αυτό που βλέπεις.»

«Ναι, αλλά υπήρχαν ευκαιρίες...»

«Κοίτα γέρο, καμιά φορά σε γαμάει η ζωή. Τι θες ν’ακούσεις; Τελειώσαμε, δίνε του. Άντε μπράβο, μου χαλάς την κίνηση.»

Ο Νίκος δεν ήταν έτοιμος γι’αυτό. Ήταν πολύ νωρίς για να είναι ξεκάθαρος. Η αρχή όμως είχε γίνει. Είχε δει τον γιο του και ήταν ολόιδιος ο εαυτός του στα νιάτα του. Είχε κι εκείνος τόση οργή τότε μέσα του; Αυτό δεν το θυμόταν. Κούνησε το κεφάλι του συγκαταβατικά στον νεαρό και απομακρύνθηκε. Ο Δήμος γύρισε την προσοχή του στην κοπέλα που τουρτούριζε δίπλα του παρά τη ζεστή βραδιά.

«Για δες περίπτωση...» σχολίασε.

«Δήμο, κρυώνω.»

«Τώρα, λίγο ακόμα και πάμε σπίτι.»

«Μην τα πουλήσεις όλα, εντάξει; Να βγάλουμε την νύχτα.»

Την αγκάλιασε σφιχτά πάνω του για να την ζεστάνει.

 

Πριν γυρίσει στον καταυλισμό πέρασε από της Κατερίνας για το καθιερωμένο ξεχαρμάνιασμα. Της έδωκε και κατάλαβε και όχι πως δεν του το εκτίμησε δεόντως. Ράγισαν οι σοβάδες από τις κραυγές της. Με παιδί και ναυτικό άντρα στις ξένες θάλασσες, έναν χρόνο τώρα, ο Τίμος ήταν η μοναδική πηγή χαράς στα σκέλια της. Και του σούφρωνε και κανά φράγκο από το παντελόνι του, όπως τώρα που εκείνος ήταν στο μπάνιο και σαπούνιζε τα τριχωτά του μέρη. Όταν γύρισε στην σκηνή οι δικοί του είχαν πέσει για ύπνο. Είχαν τρία ράντζα τώρα. Τα παιδιά μοιράζονταν το ένα και με την Ελένη είχαν φτιάξει ένα διπλό για το κοινό τους στρώμα. Γλίστρησε δίπλα της και την έβγαλε από τον ελαφρύ της ύπνο. Τον αγκάλιασε και μύρισε αμέσως το σαπούνι στα μαλλιά του.

«Λούστηκες; Που λούστηκες;»

«Πήγα σπίτι.»

«Δεν το έχουν κλείσει το νερό;»

«Το κλείσανε. Εγώ το άνοιξα. Κοιμήσου τώρα.»

«Και το ηλεκτρικό;»

«Ωχ μωρέ Ελένη. Λούστηκα στο σκοτάδι με κρύο νερό. Άσε με να κλείσω μάτι. Ας μην φοβόσουν να μπεις στο σπίτι και ας έκανες κι εσύ ένα μπάνιο.»

«Μυρίζεις πολύ όμορφα. Αύριο θα πάρω τα παιδιά και θα πάμε στης μαμάς για να λουστούμε. Καλά το σκέφτηκες αλλά μην ξαναπάς στο σπίτι. Σήμερα κατέρρευσε ένα στον Νέο Κόσμο έτσι από μόνο του. Πρέπει να προσέχεις.»

«Καλά-καλά! Καληνύχτα.»

«Καληνύχτα.»

 

Μόλις που είχε προλάβει να χαράξει. Ο μαγαζάτορας, υπηρέτης αρχαίας και αρχοντικής ρουτίνας, βγήκε από την κουζίνα του μαγαζιού του και ξεκρέμασε την ποδιά από πάνω του. Έπλυνε τα χέρια του με κρύο νερό και μετά τακτοποίησε τα ρυζόγαλα στο ψυγείο. Ξεκλείδωσε το αιωνόβιο του ζαχαροπλαστείο και μοίρασε τα τραπεζάκια του στο πλακόστρωτο. Παλιά, ξύλινα τραπέζια με λευκό μάρμαρο από πάνω. Τα σαπούνισε με ζεστό νερό. Είχε τελειώσει τα μισά όταν έφτασε ο Πέτρος με τον παππού του. Αντάλλαξαν καλημέρες. Ο Θανάσης ήταν ψηλός, αδύνατος άντρας, όμορφος στα ογδόντα και κάτι. Ο Πέτρος κουτουλούσε από την νύστα. Κάθισαν στις ψαθόπλεκτες καρέκλες, σε ένα από τα πλυμένα τραπέζια. Ο γέρος έτριψε με αγαλλίαση την επιφάνεια του τραπεζιού.

«Κοίτα, νιώσε το. Έχει την δροσιά του πρωινού. Τι σού’λεγα; Μαρμάρινα τραπεζάκια. Ένα πιάτο λουκουμάδες σε τέτοιο φόντο. Η απόλαυση του ουρανίσκου και μέσα από τα μάτια.»

«Συγνώμη που δυσκολεύομαι να το νιώσω παππού. Χθες που συμφώνησα να’ρθούμε φάνταζε πιο ελκυστικό. Έχω το ξενύχτι στο αίμα μου και με σαγηνεύεις με τα λόγια σου...»

«Μαζί δεν ξενυχτίσαμε;»

«Καλά, εσύ δεν είσαι θνητός.»

«Και σε μια ώρα πρέπει να είσαι στην δουλειά. Λίγο νέκταρ για να ξυπνήσουμε, ε; Γι αυτό δεν ήρθαμε εδώ; Κατάστημα! Δύο ρυζόγαλα!»

Ο μαγαζάτορας φώναξε «Έφθασε!»

«Λίγοι το κάνουν πλέον όπως πρέπει» σχολίασε ο Θανάσης.

«Καφέ δεν θα πάρουμε;» ρώτησε ο Πέτρος με τα μάτια του κλειστά.

«Ο καφές ύστερα.»

Ένα δροσερό αεράκι φύσηξε και χάιδεψε τα μαλλιά του. Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε τον ήλιο που χρύσιζε πάνω από τον Παρθενώνα.

«Παππού, πιστεύεις πως οι γυναίκες έχουν αλλάξει από εκείνες της εποχής σου; Να, ας πούμε, σήμερα μπορείς να φέρεις μια γυναίκα σε τέτοιο μαγαζί;»

«Όχι βέβαια. Ούτε όμως τότε μπορούσες. Το ρυζόγαλο αγόρι μου είναι αντρική υπόθεση. Δεν γνώρισα ποτέ γυναίκα που μπορούσε να το φτιάξει καλύτερα από έναν άντρα ή που να μπορεί να το εκτιμήσει κατάλληλα. Οι τούρτες, τα κέικ και το απογευματινό τσάι είναι για τις γυναίκες. Τι σε απασχολεί; Καμιά καινούργια στον ορίζοντα;»

«Ίσως, δεν ξέρω ... Είναι κυρίως η δουλειά. Δεν με γεμίζει πια ... και το σενάριο ... Βαρέθηκα με τους ηλίθιους που ξέρουν μόνο να ακολουθούν την πεπατημένη...»

«Μην αποθαρρύνεσαι και μην χολοσκάς. Όσο γι αυτά που σου λένε για το σενάριο, να το αλλάξεις και τα τέτοια, μην θυμώνεις μαζί τους. Ένα να θυμάσαι. Όλες οι ιστορίες του κόσμου είναι η μία και η αυτή.»

Ήρθαν και τα ρυζόγαλα παρέα με δύο ποτήρια νερό. Παππούς και εγγονός τα δοκίμασαν, τα απόλαυσαν σιωπηλά, όλο χαμόγελα.

 

Στο γραφείο τον περίμενε ανυπόμονα ο Άρης.

«Έφερες τα κείμενα;»

Ο Πέτρος του έκλεισε το μάτι.

«Φυσικά. Ένα λεπτό να τα γράψω.»

Ο Άρης ξεφύσησε και άφησε την θέση του στο κομπιούτερ.

«Κατάλαβα. Πάω για φραπέ.»

 

Έμεινε μόνος του. Έβγαλε την κάρτα της Άσπας από το τσεπάκι του και έσπρωξε την καρέκλα του δίπλα στο τηλέφωνο. Το ξανασκέφτηκε μα στιγμή και αποφασισμένος χτύπησε τα πλήκτρα. Η άλλη άκρη άρχισε να καλεί αλλά κανείς δεν το σήκωνε. Επέμεινε για λίγο και ήταν έτοιμος να κρεμάσει το ακουστικό όταν απάντησε τελικά μια ζαλισμένη φωνή. Ήταν ο Ζάχος και τον είχε ξυπνήσει. Κανείς, κανείς που τον ήξερε, δεν του τηλεφωνούσε τόσο πρωί. Όταν ο Πέτρος ανέφερε την Άσπα ο Ζάχος κατάλαβε πως ήταν για δουλειά. Πολλά στην συνδιάλεξη τον εκνεύρισαν. Κατ’αρχήν, που του χάλασαν τον ύπνο, έστω και για δουλειά. Δεν το είχε τόσο ανάγκη και δεν το έκανε για κανέναν. Ήταν και η ασχετοσύνη με την οποία του μιλούσε ο νεαρός, σαν να απευθυνόταν στον θυρωρό της Άσπας. Και που ήθελε να την συναντήσει έτσι, το ίδιο βράδυ κιόλας, ήταν να βγαίνεις από τα ρούχα σου. Οι νεαροί ήταν οι χειρότεροι πελάτες και σαν κανόνα τους απόφευγαν. Ήταν σφιχτοί με το χρήμα, είχαν απαιτήσεις και για το τελευταίο σεντ, και έκαναν συχνά φασαρία. Λίγα ευχαριστούσαν τον Ζάχο περισσότερο από το να σακατεύει στο ξύλο αυτά τα τσογλάνια. Έδωσε βάση όμως σ’αυτό το τηλεφώνημα για έναν λόγο μόνο. Δεν ήταν χαρακτηριστικό της Άσπας να δίνει κάρτα σε πιθανό πελάτη, τον οποιονδήποτε, πόσον μάλλον έναν νεαρό. Θα το τσέκαρε και με την ίδια αργότερα τώρα όμως ήθελε να κλείσει την γραμμή και να περισώσει όσον από τον ύπνο του μπορούσε.

«300 ευρώ η βίζιτα αλλά ξαναπάρε για να κλείσεις ραντεβού. Για σήμερα αποκλείεται.»

 

Η γραμμή κόπηκε μαχαίρι. Ο Πέτρος νόμισε πως άρχισε να κουδουνίζει πάλι το αφτί του. Είχε ακούσει την λέξη «βίζιτα»; Όταν όλα τακτοποιήθηκαν στο κεφάλι του αναφώνησε «Α την πουτάνα!»

Ο Άρης τον άκουσε επιστρέφοντας με τον φραπέ. Κοίταζε με περιέργεια τον φίλο του που είχε λυθεί στα γέλια.

«Τι έπαθες ρε συ;»

«Θυμάσαι την κοπέλα που σου είπα; Απ’το Μετρό;»

«Το μοντέλο;»

«Ο κώλος μου, μοντέλο! Θυμάσαι που δεν δέχτηκε να την πετάξω κάπου επειδή δεν της άρεσε το αμάξι μου; Μόλις πήρα τηλέφωνο στον αριθμό που μού’δωσε...»

Σταμάτησε λίγο και ξαναπέρασε από το μυαλό του τα λόγια του Ζάχου. Ήδη έμοιαζε σαν κάτι που ονειρεύτηκε. Μόνο στα σήριαλ στην τηλεόραση συνέβαιναν κάτι τέτοια.

«Μπορώ να την έχω δική μου για 300 ευρώ όποιο βράδυ θέλω. Ο μάνατζερ της ο νταβατζής έτσι μου είπε.»

Ο Άρης το πήρε θερμά.

«Έλα ρε! Βιζιτού λοιπόν! 300 ευρώ; Τι σου κάνουν για τόσα λεφτά; Με την Μίνα κάνουμε τα πάντα στο σεξ και πάλι δεν θα το αξιολογούσα τόσο. Επιχρυσωμένο τό’χει;»

Ο Πέτρος σηκώθηκε όρθιος.

«Τά’χω πάρει στο κρανίο τώρα!»

«Έλα μωρέ, ηρέμησε. Κατά την άποψη μου, οι πιο ειλικρινείς γυναίκες στον πλανήτη είναι οι κατ’επάγγελμα πουτάνες και το ‘πουτάνες’ τους αδικεί πολύ θα έλεγα...»

«Ήταν το ύφος της. Σαν να ήμουν κατώτερος της. Σαν να μην ήταν για τα δόντια μου. Όταν μπορεί να την έχει ο καθένας...»

«Για 300.»

«Τά’χω, δεν τά’χω;! Πληρωνόμαστε και αύριο. Θα της δείξω εγώ.»

«Είπαμε να βάλουμε κάτι στην άκρη για την ταινία ρε Πέτρο...»

«Η ταινία θα γίνει. Αυτό όμως δεν θα τ’αφήσω έτσι.»

«Άσ’τα τώρα αυτά και γράψε μου τα κείμενα που περιμένω από χθες.»

Δεν το συζήτησαν άλλο. Ο Πέτρος χώρισε το μυαλό του στα δύο. Τράβηξε μια κόλλα χαρτί και άρχισε να γράφει τα σποτάκια με μολύβι.

 

Ονειρευόταν. Κάπου βαθιά μέσα της το ήξερε αλλά τώρα ήταν δέσμια στα καπρίτσια του Μορφέα, ανήμπορη να αντισταθεί. Ήταν ένας εφιάλτης. Φορούσε μία από αυτές της ηλίθιες ποδιές που φορούν υπάλληλοι των σούπερ-μάρκετ και καθόταν στο ταμείο. Περνούσε τα ψώνια μιας χοντρής νοικοκυράς από την μηχανή της. Όταν της έδωσε τα ρέστα συνάντησε την οργισμένη αντίδραση της πελάτισσας.

«Τι είναι αυτά δεσποινίς; Μου δώσατε λάθος ρέστα!»

Η Άσπα κοίταξε την οθόνη του ταμείου της που αναβόσβηνε χαλασμένη. Η ταινία της απόδειξης ήταν λευκή, χωρίς ίχνος μελάνης πάνω.

«Ξανακάντε τον λογαριασμό!» απαίτησε η οργισμένη γυναίκα.

«Το ταμείο είναι χαλασμένο...» απάντησε με προσπάθεια η Άσπα.

«Δεν ξέρεις να μετράς χρήματα;» την προκάλεσε το τέρας.

Τους πλησίασε ο Νικολέτος, ο διευθυντής. Την κοίταξε με την αυτοπεποίθηση άντρα που είχε παραβιάσει πρόσφατα κάθε της πρόσβαση, που την ήξερε καλά για το τσουλί που ήταν, ο σιχαμερός, ο γλοιώδης.

«Τι τρέχει Άσπα; Γιατί καθυστερείς την γραμμή;»

«Χάλασε η ταμειακή...»

«Την χάλασες εννοείς!»

«Δεν ξέρει και να μετράει! Μου έδωσε λάθος ρέστα» παρενέβη η χοντρή.

«Έδωσες λάθος ρέστα;» συμπλήρωσε ο Νικολέτος και μειδίασε. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό, ε Άσπα; Αργότερα, στην αποθήκη, θα σε πάρω όπως μου αρέσει, από πίσω, θα σε ξεσκίσω!» είπαν τα μάτια του.

Η Άσπα είδε όλες τις άλλες κοπέλες του μαγαζιού, όλους τους πελάτες, το βλέμμα τους πάνω της.

«Λοιπόν τι θα γίνει;» επέμεινε ο διευθυντής.

«Μην είναι χαζή;» συμπλήρωσε η πελάτισσα.

«Είσαι χαζή Άσπα;»

Ο Θεός την λυπήθηκε, πετάχτηκε απ’τό σεντόνι της, ξύπνησε. Έμεινε για λίγο ζαλισμένη να κοιτάζει την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, τις κουρτίνες που χόρευαν στο αεράκι. Ήταν η Άσπα. Είχε γλιτώσει από αυτά. Είχε γλιτώσει απ’όλους τους.

«Να πάτε να γαμηθείτε!» ψιθύρισε.

Έπεσε πάλι στο στρώμα ανακουφισμένη, αγκάλιασε σφιχτά το μαξιλάρι της. Η καρδιά της καταλάγιασε. Είχε γλιτώσει. Έξω, το φως της μέρας ζέστανε, άσπρισε της αποχρώσεις. Από το μπαλκόνι της τα νερά του Ευρίπου άστραφταν σαν καθρέπτης κάτω απ’την παλιά γέφυρα της Χαλκίδας.

 

Τελικά ο σεισμός τους είχε χτυπήσει άσχημα. Σαν γυναίκα που είχε συνηθίσει σε άλλο τρόπο ζωής η ξαφνική οικονομική ανέχεια άρχισε να την τσιμπάει. Όχι στα βασικά βέβαια, αλλά σε όλες εκείνες τις γλυκές παρεκτροπές που γεμίζει κανείς την ζωή του για να την νοστιμίζει. Το χειρότερο όμως απ’όλα ήταν πως ο Χρήστος είχε γίνει απόμακρος, δεν της τα έλεγε όλα, τελικά μάλλον θα έχαναν την επιχείρηση τους.

«Απ’όσο θυμάμαι, ο Χρήστος πάντα ήταν απόμακρος...»

«Όχι, δεν ήταν πάντα έτσι. Τα λεφτά τον άλλαξαν. Τον έκαναν δυστυχισμένο αντί να του δώσουν ευτυχία. Κι όταν έφυγαν τα παιδιά έξω ... κλείστηκε στον εαυτό του τελείως...»

 

Η Ράνια ένιωσε τους μυς του σώματος της να σφίγγουν ενώ κανονικά έπρεπε να χαλαρώνουν. Παρέα με την Αμαλία ήταν ξαπλωμένες σε δύο μπανιέρες γεμάτες πράσινη λάσπη, σε tres-chic ινστιτούτο, μια από τις συνηθισμένες τους γλυκές παρεκτροπές. Εικοσιπέντε χρόνια φίλες καταλάβαιναν η μια την άλλη πολύ καλά και αυτή τους η κούρα ήταν τιμητικά χρεωμένη στην κάρτα του κυρίου της Ράνιας. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για την Αμαλία που μάλλον το είχε ανάγκη.

«Τι συνηγορίες είναι αυτές για την αφεντιά του; Σε μένα τα λες αυτά; Που ο ώμος μου έχει μουλιάσει απ’τα δάκρυα σου;»

Μνήμες αναμοχλεύτηκαν στην Αμαλία, την γαργάλισαν παλιά συναισθήματα και εξάψεις, άρχισε να καίει η μύτη της, ένα χαρακτηριστικό της όταν ήταν έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Κατάφερε να καταπιεί τον κόμπο στον λαιμό της.

«Είχε κι εκείνος σαν άντρας μια στιγμή αδυναμίας. Δεν έχω δικαίωμα να τον συγχωρέσω;»

«Μια στιγμή αδυναμίας ... που ανακάλυψες.»

Ο φόβος τσίμπησε πάλι την καρδιά της. Κοίταξε την Ράνια.

«Γιατί ... ξέρεις τίποτα;»

«Ξέρω τους άντρες. Ξέρεις γιατί είχε αυτή την στιγμή αδυναμίας; Δεν ξέρεις να μου πεις, και δεν ξέρεις γιατί φοβήθηκες να τον ρωτήσεις. Τον έπεισες με τα δάκρυα σου να αφήσει εκείνη την ... Θάλεια πως την λέγανε, και μετά δεν έκανες ούτε μία κουβέντα μαζί του. Η ανάγκη του όμως ίσως έμεινε μέσα του, άσβεστη...»

«Λες να έχει άλλη;»

 

Η Ράνια είχε δίκιο. Δεν ήθελε να ξέρει, φοβόταν να μάθει. Ήθελε να της λένε οι άλλοι πως όλα είναι καλά, πως ο Χρήστος της ήταν πιστός, πως αποκλείεται ποτέ εκείνος ... Και ήταν τόσο εύκολο, τόσο εύκολο για εκείνον να έχει γυναίκες. Θα τρελαινόταν αν το σκεφτόταν συνέχεια.

«Και συ κορίτσι μου; Ανάθεμα κι αν σε άκουσα μια φορά να μιλάς για την δική σου ανάγκη. Και ξέρεις ποια ανάγκη εννοώ. Όλο ‘ο Χρήστος μου’ και ‘ο Χρήστος μου’.»

«Μα τον αγαπώ...»

«Είμαι σίγουρη γι αυτό. Αλλά ποιος μίλησε για αγάπη;»

Είδε αμέσως τον Αλέξη στον νου της και προσπάθησε να τον διώξει ένοχα. Αντί να φύγει, εκείνος πήγε και θρονιάστηκε κάπου χαμηλά. Ανασηκώθηκαν τα γόνατα της και δάγκωσε ασυναίσθητα τα χείλη της.

«Ράνια ... αφού ξέρεις πως δεν είναι του χαρακτήρα μου...»

«Μα νεκρή είσαι; Δεν μπορείς ούτε να εκτιμήσεις τα ωραία της ζωής που σε περιβάλλουν; Μια κυρία σαν εσένα;»

«Να εκτιμώ ... μπορώ.»

«Α μπα; Για λέγε. Καινούργιο αυτό.»

«Είναι ανόητο...»

«Τι είναι ανόητο; Χαμογελούν τα μάτια σου γλυκιά μου.»

«Στον σεισμό, στο τρένο που ήμασταν είχε έναν πολύ ωραίο νέο. Ήταν τυφλός, είχε μακριά μαλλιά, υπέροχη επιδερμίδα και ... Ήταν κομψά ντυμένος αλλά αυτό δεν είχε σημασία. Η φωνή του ήταν βαθιά και γλυκιά. Σαν να σε υπνώτιζε. Για πρώτη φορά αναρωτήθηκα ... πως θα ήταν να κάνω έρωτα με άλλον άντρα.»

«Αλληλούια! Αποκάλυψις! Άνοιξαν οι κόρες των οφθαλμών αυτής. Καλώς ήρθες κορίτσι μου. Άργησες λίγο αλλά καλώς ήρθες.»

Άρχισαν να γελούν. Η Αμαλία πήρε μια χούφτα λάσπη και της την πέταξε. Το να το γυρίσουν στο καλαμπούρι ήταν ανακούφιση για την Αμαλία. Τέτοιες σκέψεις ήταν καραμέλες για την Ράνια αλλά για εκείνη ήταν συγκλονιστικό το κατώφλι που είχε διαβεί, έστω και σαν σκέψη. Για τώρα προτιμούσε να το κουκουλώσει. Έλπιζε ακόμα στην σχέση με τον άντρα της, η αγάπη τους θα τους έσωζε.

 

Η Δανάη ήταν ευχαριστημένη από τον καιρό, κι ας έκανε ζέστη. Προπονούνταν στις συνθήκες που θα επικρατούσαν στο επερχόμενο meeting και στο κλίμα της Βαρκελώνης σε έναν μήνα περίπου. Θα ήταν ένα ιδανικό ντεμπούτο για την Ισμήνη. Το κορίτσι την περίμενε στην εκκίνηση πλαισιωμένη από δύο άλλες αθλήτριες που η Δανάη γύμναζε επίσης. Η παρουσία τους δεν ήταν τυχαία. Έβγαλε μια εμφανή ζήλια στην Ισμήνη και η Δανάη, που το πρόσεξε, ευχήθηκε να είχε θετική συνεισφορά στην απόδοση της. Τα άλλα κορίτσια αγνόησαν την συμπεριφορά της εκλαμβάνοντας την σαν φυσιολογική ανταγωνιστική άμυλα.

«Είπα να σου δώσω λίγο ανταγωνιστικό πνεύμα σήμερα. Η Μαργαρίτα και η Χλόη έχουν κάνει επίσης πολύ καλούς χρόνους και ήθελα να δω πως θα τα πας μαζί τους.»

 

Την λυπήθηκε την Ισμήνη για το ψέμα, αλλά το χρειαζόταν. Το έβλεπε στα μάτια της. Τώρα ήθελε να της φάει ζωντανές. Πήραν θέση στην εκκίνηση, η Ισμήνη έτοιμη να εκραγεί.

«Έλα Ισμήνη. Δείξ’τους τι αξίζεις.»

 

Μηδένισε το χρονόμετρο και φύσηξε στην σφυρίχτρα της. Η εκκίνηση ήταν πολύ σημαντική για αγώνα δρόμου στα εκατό μέτρα. Είναι το αγώνισμα του στίβου που τελειώνει πριν καταλάβεις πως ξεκίνησε. Ο δρομέας γίνεται σφαίρα. Το πως αφήνει την αφετηρία καθορίζει και τον ρυθμό επιτάχυνσης του προς το τέρμα. Πετάχτηκαν και οι τρεις ταυτόχρονα αλλά η υπεροχή της Ισμήνης ήταν δεδομένη. Σε κλάσματα δευτερολέπτου η Δανάη είδε κάθε πτυχή της ανατομίας του κοριτσιού να τεντώνει και να σκάει σαν μαστίγιο. Η Χλόη μπόρεσε μόνο ελάχιστα να προσφέρει τον καλύτερο συναγωνισμό που μπορούσε με τραγική όμως κατάληξη. Στα πενήντα μέτρα το πόδι της βρήκε τον αστράγαλο της Ισμήνης. Οι δύο κοπέλες έγιναν ένα κουβάρι στο έδαφος. Η κραυγή της Ισμήνης έγινε μία με της Δανάης που έτρεξε σαν τρελή στο πλευρό τους. Γεμάτη αγωνία βούτηξε στα πόδια της Ισμήνης και άρχισε να ψαχουλεύει εκτός εαυτού τον αστράγαλο της.

«Που χτύπησες; Στον αστράγαλο; Πονάει; Κούνα το! Χτύπησε το γόνατο;»

Η Χλόη ξέσπασε σε αναφιλητά. Ήξερε πως η Ισμήνη ήταν το αστέρι της Δανάης.

«Συγνώμη, δεν ξέρω πως έγινε...»

Αθλητές απορροφημένοι μέχρι τότε στην προσωπική τους προπόνηση μαζεύτηκαν να δουν. Όλοι τους ήξεραν τι θα μπορούσε να σημαίνει και το πιο ελάχιστο ατύχημα. Ξαφνιάστηκαν βλέποντας την Ισμήνη, έξω φρενών, να δίνει μια σπρωξιά στην Δανάη και να την ρίχνει κάτω. Σηκώθηκε όρθια και έμπηξε της φωνές εναντίον της εκτός εαυτού.

«Αν θέλεις να μάθεις πως είμαι κοίτα με στα μάτια! Εδώ είμαι εγώ! Χτυπάει και στο κεφάλι κανείς! Αυτό μπορεί να είναι κούρσα για σένα αλλά εγώ δεν είμαι άλογο!»

Της γύρισε την πλάτη και έφυγε έξαλλη για τα αποδυτήρια. Η Δανάη είχε γίνει κατακόκκινη. Πριν ακολουθήσει την Ισμήνη κανόνισε για την Χλόη να πάει στο αναρρωτήριο με την Μαργαρίτα, να κοιτάξουν το πόδι της.

 

Την βρήκε μόνη της, στα ντους. Στεκόταν κάτω από το νερό να κρύβει τα δάκρυα της. Η Δανάη είχε εκνευριστεί μαζί της αλλά ο νους της ήταν ακόμα στο ατύχημα και το πιθανό τραύμα που έπρεπε να εξεταστεί.

«Τι στο διάολο νομίζεις πως κάνεις; Τι φέρσιμο είναι αυτό; Τρελάθηκες; Με τέτοια συμπεριφορά μπορεί να τραβήξεις την λάθος προσοχή πάνω μας, το ξέρεις;! Θέλεις να μας διαγράψουν;»

«Ας μας διαγράψουν!»

Δεν την ένοιαζε τίποτα και αυτό τρόμαζε την Δανάη. Προσπάθησε να συνεχίσει πιο ψύχραιμα.

«Μπορείς να μου πεις τι σ’έπιασε; Θα μπορούσες να χτυπήσεις άσχημα το πόδι σου. Ξέρεις τι θα σήμαινε αυτό;»

«Πως δεν ξέρω! Μόνο γι’αυτό νοιάζεσαι!»

Οπισθοχώρησε στα πλακάκια, έγειρε πάνω τους και άρχισε να κλαίει. Η Δανάη κοίταξε γύρω της να βεβαιωθεί πως ήταν μόνες. Την πλησίασε.

«Γιατί τα μπερδεύεις τώρα...»

Την αγκάλιασε βρεγμένη όπως ήταν, τα υγρά μαλλιά της να δροσίζουν το πρόσωπο της.

«Αφού ξέρεις πως σ’αγαπώ.»

«Κι αν δεν τα καταφέρω; Τότε;»

«Μην σκέφτεσαι έτσι. Το πως αισθάνομαι για σένα δεν πρόκειται ν’αλλάξει ότι και να συμβεί.»

Έμειναν εκεί μέσα αρκετά, διακριτικά μόνες, αγκαλιασμένες.

 

Ο Ρατάν ήταν ξαπλωμένος δίπλα στο γραφείο, μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα και μύριζε νυσταγμένα το γλυκό απογευματινό αεράκι. Το αφεντικό του, καθισμένο μπροστά στο κομπιούτερ, είχε απορροφηθεί σε ένα σημαντικό παιχνίδι που εξελισσόταν γρήγορα σε μυθικό ζήτημα ζωής και θανάτου. Τα γραφικά στην οθόνη ήταν υποτυπώδη, κάτι σαν πρωτόγονο Pac-Man χωρίς περισσή φαντασία. Παίζοντας τα κατάλληλα πλήκτρα κινούσε μια σφαίρα μέσα σε περίπλοκους διαδρόμους ενώ ένα ανεξάρτητο φωτεινό σήμα έμοιαζε να τον καταδιώκει. Μια αδιάφορη μουσική υπόκρουση στα ηχεία είχε μάλλον σκοπό να εντείνει την αγωνία του παίχτη.

«Ένα-δύο-τρία-τέσσερα-πέντε-...»

Ψιθύριζε τις κινήσεις του νευρικά καθώς το κομπιούτερ τον πληροφορούσε με ηλεκτρονική φωνή την τοποθεσία του ίδιου και αυτή του κυνηγού του.

«Διάδρομος Ε. Μινώταυρος στο Η-5.»

Μέσα στο κεφάλι του Αλέξη το δράμα που παιζόταν ήταν πολύ πιο ζωντανό. Έτρεχε λαχανιασμένος μέσα στον λαβύρινθο με το χνώτο του Μινώταυρου ζεστό στον σβέρκο του. Μόλις συνάντησε τον διάδρομο Κ έκανε δεξιά και χτύπησε το πλήκτρο δώδεκα φορές. Χτύπησε τοίχο.

«Κ-11. Τοίχος.» είπε άψυχα η μηχανή.

«Γαμώτο! Σωστά...»

Δεξιά από το Ε στο Κ υπήρχαν μόνο δέκα βήματα μέχρι τον τοίχο.

«Μινώταυρος στο Ε-21.»

Το τέρας είχε μειώσει την μεταξύ τους απόσταση. Για μια στιγμή το στρες σκοτείνιασε τη μνήμη του.

«Επιλογές» διέταξε.

«Διάδρομος Λ δεξιά έντεκα βήματα, αδιέξοδο. Διάδρομος Λ αριστερά είκοσι βήματα. Πρόσβαση διάδρομος Θ. Πρόσβαση διάδρομος Β. Μινώταυρος στο Κ-2.»

Το τέρας κέρδιζε έδαφος ενώ μελετούσε τις επιλογές του. Σε ποιον διάδρομο ήταν κρυμμένο το ξίφος του; Η δραματική μουσική υπόκρουση του παιχνιδιού δεν έλεγε να κοπάσει, του αποσπούσε την προσοχή, του έσπαγε τα νεύρα. Πάτησε ένα κουμπί και έκλεισε τα ηχεία.

«Μινώταυρος στο Κ-8.»

Το τέρας τον είχε σε δύο βήματα. Του ήρθε μια ιδέα. Πάτησε pause και πάγωσε το παιχνίδι. Έπαιξε την έμπνευση του για λίγο στο μυαλό του και αποφάσισε πως του άρεσε. Έσκυψε προς ένα κινητό που είχε εύκαιρο δίπλα του και άρχισε να ηχογραφεί στην μνήμη την σκέψη του.

 

«Ανδρέα, βρήκα τον μίτο για τον οποίο με ζάλιζες όλον αυτόν τον καιρό. Έχει σχέση με την ηλίθια μουσική υπόκρουση που βάλαμε στο παιχνίδι. Ας δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στις επιλογές μας. Θα δώσουμε στα παιδιά την ευκαιρία να δώσουν προσοχή στις νότες. Ο μίτος θα είναι η μουσική. Όσο ο παίχτης βρίσκεται σε καλό δρόμο, πιο κοντά προς την ελευθερία, θα ακούγεται και το σωστό κομμάτι. Κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Ξέρω πως η έμπνευση μου είναι της τελευταίας στιγμής και θα μας καθυστερήσει αλλά νομίζω πως αξίζει. Έχε μου μερικές μουσικές επιλογές για την επόμενη μας συνάντηση.»

Έκλεισε το κινητό ικανοποιημένος. Αισθάνθηκε σε καλή φόρμα, ο «Λαβύρινθος» θα ήταν από τις καλύτερες δουλειές του. Σκέφτηκε να δώσει μια ώθηση ακόμα στο σενάριο και θα ήταν σε καλό δρόμο. Ξαφνικά είχε ανάγκη να της μιλήσει. Της τηλεφώνησε.

 

«Αρετή; Καλησπέρα, μήπως ενοχλώ;»

Εκείνη ξαφνιάστηκε, έχασε τα λόγια της. Είχαν ανταλλάξει αριθμούς μέρες τώρα, κάπως τυπικά βέβαια, και αυτό ήταν το πρώτο του τηλεφώνημα. Δεν το περίμενε. Την ρώτησε τι έκανε εκείνη την στιγμή. Έβλεπε το «Ερωτευμένος Σαίξπηρ» για δεύτερη φορά, σίγουρα μία από τις αγαπημένες της ταινίες.

«Δεν το ξέρω» της είπε, «Έχω ανάγκη μόρφωσης στα κινηματογραφικά. Είμαι τελείως ανημέρωτος.»

Έκανε παύση αφήνοντας το μπαλάκι σε εκείνη. Η Αρετή πάλεψε να πει αυτό που πρέπει, να εισάγει μια προσέγγιση, αλλά τελικά υπερίσχυσε η δειλία της.

«Εσύ; Εσύ τι έκανες όταν με πήρες;»

«Δούλευα...»

«Αλήθεια, τι δουλειά κάνεις; Είναι τόσα που δεν ξέρω για σένα.»

Του άρεσε να μιλάει για την δουλειά του αλλά πάντα φοβόταν μην κουράσει τον ακροατή του με κάτι που ήταν συναρπαστικό μόνο στον ίδιο. Είχε μάθει να δίνει μια σύντομη εκδοχή για να δοκιμάζει το ενδιαφέρον του άλλου.

«Σχεδιάζω ηλεκτρονικά παιχνίδια για τυφλά παιδιά, με έμφαση στην μόρφωση αλλά και την εκπαίδευση της μνήμης.»

Την εντυπωσίασε.

«Είσαι καλλιτέχνης Αλέξη.»

«Σ’ευχαριστώ. Δεν το σκέφτηκα ποτέ έτσι. Φαντάζομαι πως υπάρχει μια όψη και μια άποψη της ζωής μου που δεν αντιλαμβάνομαι επειδή ακριβώς έχω μόνο τον εαυτό μου ... για να με αφουγκράζομαι.»

Η Άννα μπήκε στο σαλόνι εκείνη την στιγμή. Την άκουσε να κατευθύνεται και να μπαίνει στην κουζίνα. Σίγουρα θα έστηνε αφτί ν’ακούει.

«Χαίρομαι αν η γνώμη μου σε βοηθάει έστω και λίγο...» συμπλήρωσε η Αρετή στην άλλη άκρη της γραμμής.

Ο νους του Αλέξη ήταν τώρα στο πως να διακόψει την συνομιλία. Εκνευρίστηκε που έπρεπε να το κάνει και δεν είχε χρόνο να σκεφτεί την καλύτερη προσέγγιση.

«Αρετή ... Χάρηκα που μιλήσαμε έστω και λίγο. Πρέπει όμως να κλείσω.»

«Κι εγώ χάρηκα που τα είπαμε...»

«Θα τα ξαναπούμε. Καλή σου νύχτα.»

Η Άννα σταμάτησε στο γραφείο του με ένα ποτήρι γάλα την στιγμή που κατέβαζε το ακουστικό.

«Με ποιον μιλούσες;»

«Μια κοπέλα.»

«Μια κοπέλα; Ποια κοπέλα;»

«Δεν την ξέρεις.»

«Γιατί, υπάρχουν κοπέλες που ξέρω; Είναι κάτι που πρέπει να μου πεις;»

«Σαν τι;»

«Ξέρεις τι εννοώ. Είσαι σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής σου. Μήπως είναι λάθος εποχή για παρεκτροπές;»

«Όλη μου η ζωή ήταν μια λάθος εποχή...»

Έχυσε λίγο από το γάλα της στο πάτωμα.

«Άκουσε τι σου λεω. Η ψυχολογική σου κατάσταση είναι σημαντική στην επιτυχία της επέμβασης. Δεν ξέρεις από γυναίκες. Είσαι ευάλωτος και εύθραυστος. Αν μπλέξεις τώρα μπορεί να πληγωθείς ανεπανόρθωτα!»

«Καημένη μου μητερούλα. Τι ευθύνη που σε βαραίνει. Έκανες τα πάντα για να θωρακίσεις τον γιο σου από το κακό αλλά σου ξέφυγε το τρωτό σημείο. Όταν τον βούτηξες στα νερά της Στυγός τον κρατούσες απ’το πουλάκι.»

«Δεν χρειάζεται να γίνεσαι χυδαίος.» Έκανε να φύγει αλλά πρώτα σκέφτηκε καλύτερη ατάκα εξόδου. «Ξέρω κι εγώ από Φρόιντ.»

Ο Αλέξης ξέσπασε σε ασυγκράτητα γέλια. Η Άννα δεν έδωσε συνέχεια, γύρισε αναστατωμένη στο δωμάτιο της.

 

Η Αρετή κάθισε να κοιτάζει την συσκευή του τηλεφώνου να χωνεύει την συνομιλία της με τον Αλέξη. Επαναλάμβανε στο μυαλό της την σύντομη συναλλαγή τους, ήθελε να την μνημονεύσει σε μπρούντζο για να την θυμάται σωστά. Αναλογίστηκε τα όσα δεν είπαν, αυτά που ήθελε να ξεστομίσει και δεν μπορούσε. Σε λίγο άρχισε μια φανταστική συνδιάλεξη μαζί του και αυτή τη φορά ήταν πιο εύγλωττη, η ίδια είχε μεγαλύτερο θάρρος, τον φλέρταρε ολοφάνερα. Ο Ψιψίκος τρίφτηκε πάνω της και νιαούρισε παραπονιάρικα. Τον χάιδεψε μηχανικά. Πως ευχόταν να ξαναχτυπήσει το τηλέφωνο και να ήταν εκείνος. Ή να μπορούσε να πατήσει replay και να ζήσει την ίδια συνομιλία ξανά και ξανά. Σηκώθηκε ξαφνικά και πήγε στο μπάνιο. Σε μια γωνιά κάτω από κάτι πετσέτες ήταν μια ζυγαριά. Την δοκίμαζε όποτε είχε το θάρρος να αντικρίσει την πραγματικότητα. Έβγαλε τις παντόφλες της και την ανέβηκε. Η ένδειξη της συσκευής την έκανε δυστυχισμένη. Σηκώνοντας το βλέμμα της αντίκρισε την μητέρα της μέσα στον καθρέπτη.

«Όχι τι νόμισες; Πως θα φεύγανε από μόνα τους; Κοίτα να βάλεις μυαλό και προσγειώσου. Μ’αυτά τα χάλια περιμένεις να βρεις άντρα; Και ποιος είναι αυτός του λόγου του; Τι έχει κατά νου; Δεν θα τον μπάσεις σ’αυτό το σπίτι! Μ’ακούς; Δεν θα με κάνεις ρουφιάνα εμένα!»

«Πήγαινε στο διάολο!»

Η κραυγή της Αρετής έκανε το φάντασμα χνώτο πάνω στο γυαλί. Ένιωσε μια ζαλάδα και γύρισε στον καναπέ. Μια παλιά μνήμη ξεχύθηκε στον νου της. Ήταν μόλις δώδεκα χρονών, με την μητέρα και τις θείες της στο νοσοκομείο, στο δωμάτιο του πατέρα της που αργοπέθαινε βασανιστικά. Η νοσοκόμα έφερε τον δίσκο με το μεσημεριανό του ασθενή και το άφησε στο τραπεζάκι πάνω από το κρεβάτι. Η Αρετή θυμόταν το πιάτο. Απέφευγε να κοιτάξει το παραμορφωμένο από τους πόνους πρόσωπο του πατέρα της, εκείνο δεν ήθελε να το θυμάται. Δύο κρύοι και άνοστοι κεφτέδες και μια κουταλιά επίσης κρύο και άνοστο πουρέ. Η μητέρα της έσκυψε πάνω από τον άντρα της.

«Βασίλη, το μεσημεριανό σου...»

Τα λόγια του ξέφευγαν κοφτά, με κόπο.

«Δεν θέλω ... δεν πάει ... δεν πάει κάτω...»

Η μητέρα της γύρισε στην θεία Χαρά και έκανε νόημα προς το μέρος της.

«Δώσ’το στην Αρετή. Μην πάει χαμένο.»

Η θεία Χαρά δίστασε αλλά ο θείος πρόλαβε να περάσει το πιάτο στο μικρό κορίτσι.

«Φά’το χρυσό μου.»

«Πόσο έχει παχύνει» σχολίασε η Χαρά χαμηλόφωνα.

Δεν ξέχασε ποτέ την απαίσια γεύση εκείνου του φαγητού. Έκλεψε, τόλμησε και έκλεψε ένα βλέμμα προς τον πατέρα της. Την κοιτούσε που έτρωγε, ο ίδιος πετσί και κόκαλο, ένας ανθρώπινος σκελετός με τεράστια τρομαγμένα μάτια. Έσπρωξε τον Ψιψίκο από πάνω της και λύθηκε σε λυγμούς. Έθαψε το πρόσωπο της στα χέρια της και αποζήτησε μια συγνώμη που δεν ερχόταν από πουθενά. Να της κοβόταν μόνο η όρεξη από εκείνη την μέρα στο νοσοκομείο, να της κοβόταν τότε.

 

Η νύχτα βρήκε τον Νίκο καθισμένο βαρύ στον καναπέ του αδελφού του, τυλιγμένο στον λευκό καπνό της λήθης και τα φίδια. Ο Αλέκος πήρε μια θέση απέναντι του. Κοίταξε τον αδελφό του περιμένοντας να συναντηθούν τα μάτια τους.

«Νίκο ... Το ξέρεις πως σε ψάχνει η αστυνομία; Ήρθαν από δω και ρωτούσαν για σένα. Έκανα τον ανήξερο. Μάλλον πήγαν και στην Σοφία. Θα το ξέρει τώρα πως είσαι εδώ ... Τι έχεις σκοπό να κάνεις; Γιατί γύρισες πίσω;»

Ο Νίκος χαμογέλασε αμυδρά. Μίλησε σαν υπνωτισμένος.

«Τα πήγα καλά έξω ... έκανα καλή μπάζα ... Για μια στιγμή νόμισα πως ήμουν κάποιος άλλος. Ένας καινούργιος Νικόλας ... Παντρεύτηκα κιόλας...»

«Πως παντρεύτηκες; Αφού δεν έχεις χωρίσει την Σοφία.»

«Ε, παντρεύτηκα. Μια Ταϊλανδέζα πουτάνα. Την Νάνση Πιν.»

«Έλα ... Αθεόφοβε!»

«Έτσι είναι. Τελικά όλα είναι σχετικά με Εκείνον. Νιώθω το μάτι Του πάνω μου κάθε μέρα της ζωής μου. Ξέρεις τι βαρύ είναι το βλέμμα Του; Ασήκωτο ... Εγώ δεν περπατώ, σέρνομαι. Έκανα ότι μπορούσα για να γλιτώσω, ακόμα όμως δεν λέει να με σιχαθεί, να πάει να φορτωθεί σε κανέναν άλλον. Μου την πήρε ξέρεις την Ταϊλανδέζα. Την έφερα μαζί μου και έριξε ολόκληρο ξενοδοχείο στο κεφάλι της για να μου το δηλώσει έτσι ... Εγώ που νόμισα πως θα έκλεινα έτσι εύκολα τα παλιά χρέη και θα έκανα νέα αρχή. Δεν υπάρχει όμως αρχή παρά μόνο το τέλος. Όλα όσα έκανα στην ζωή μου περιμένουν να με συναντήσουν ... Κάποια στιγμή όλοι οι λογαριασμοί που άνοιξα θα κλείσουν. Θα κλείσουν σαν ταφόπλακα πάνω μου. Αλλά ο γιος μου δεν χρωστάει τίποτα. Ο Δήμος δεν έφταιξε σε τίποτα. Πως θα τον γλιτώσω;»

«Τώρα τον θυμήθηκες;»

«Θα έρθει το τέλος Αλέκο ... Όταν φύγω ... Αν μπορέσω να κάνω αυτό το ένα πράγμα μόνο ... Μόνο αυτό...»

«Κοίτα να στρώσεις εσύ πρώτα.»

«Δεν με σώζει τίποτα εμένα.»

Πήρε άλλη μια ρουφηξιά από την πίπα του.

«Κοίτα Νίκο ... Δεν είναι εύκολο αυτό που θα σου πω αλλά ... Πρέπει να φύγεις από δω. Η αστυνομία ... και ο Ζανό που σε ψάχνει ... αν σε δει κανένα αδιάκριτο μάτι ... φέρνεις και τα ναρκωτικά εδώ μέσα ... Στην ηλικία μου ελπίζω για έναν ήσυχο θάνατο κι όχι για εγκλεισμό στην φυλακή. Τα κόκαλα μου δεν είναι πια για της φυλακής τα σίδερα...»

«Θα φύγω. Θα βρω κάπου αλλού. Μην σκιάζεσαι. Θα είναι σαν να μην ήμουν ποτέ εδώ.»

Συνέχισε να καπνίζει αδιάφορα το δηλητήριο του. Ο Αλέκος δεν μπορούσε να αντέξει να τον βλέπει. Γύρισε στο δωμάτιο του.

 

Ο Άλκης μέτρησε ξανά τους οκτώ μπλε φακέλους και τους έστρωσε μπροστά του στο τραπέζι. Διάβασε πάλι τα ονόματα. Χρήστος και Αμαλία Μερκούρη. Πέτρος Δεκανίκας. Νικόλαος Σεφερλής. Τιμόθεος Μαραγκός. Άσπα Ζούβαρη. Αρετή Παπαχρήστου. Αλέξης Καρτέρης. Κωνσταντίνος Σαραντόπουλος. Ένιωθε περίεργα. Δεν είχε ασχοληθεί ποτέ ο ίδιος με τα παιχνίδια της μοίρας, δεν είχε βάλει ποτέ προσωπικά το χεράκι του. Ήταν πάντα ένας ανήμπορος θεατής που τύχαινε περιστασιακά να μαθαίνει το επόμενο βήμα στο πεπρωμένο. Δεν μπορούσε να σώσει κανέναν αλλά και πάλι ... αυτή τη φορά ήταν μέσα στο παιχνίδι. Ήταν ένας από τους πρωταγωνιστές, αυτός και η Δανάη. Σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει κακάο. Χαμογέλασε. Οι οχτώ φάκελοι ήταν ιδέα του και τώρα μέρος της μοίρας κι ας μην του είχε ορμηνευτεί από τους θεούς. Αν έκανε κάτι που δεν έπρεπε ας τον σταματούσε κάποια θεία παρέμβαση. Ανέβηκε με το κακάο στην κρεβατοκάμαρα του. Περνώντας έξω από το δωμάτιο της αδελφής του άκουσε την Δανάη και την Ισμήνη να τσιρίζουν και να γελάνε. Διεξαγόταν σωστός μαξιλαροπόλεμος εκεί μέσα. Στο δωμάτιο του εστίασε τον φωτισμό στο ημίφως και άνοιξε το ραδιόφωνο. Οι τοίχοι του ήταν διακοσμημένοι με αφίσες από ιστορικές συναυλίες κλασσικής μουσικής αλλά ο αγαπημένος του ραδιοφωνικός σταθμός έπαιζε μόνο έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Του θύμιζε την πολυχρωμία, την ομορφιά της ζωής. Ένιωθε λιγότερο μόνος μ’αυτόν τον τρόπο. Κάθισε στο κρεβάτι και ρούφηξε αργά το κακάο του. Το τραγούδι πήρε τέλος και μια βραχνή, γυναικεία φωνή συνέχισε την μετάδοση.

 

«Καληνυχτίζουμε μια Αθήνα που επουλώνει της πληγές της από το χτύπημα του Εγκέλαδου με μουσικές νότες, φάρμακα της ψυχής. Θα ήθελα να δώσω και μια μικρή υπενθύμιση για μια άλλη πληγωμένη ψυχή που δίνει μάχη με τον θάνατο. Ο Σταύρος Φραγκάκης, που τόσο τραγικά πήγε να μας αφήσει την νύχτα του σεισμού, βρίσκεται ακόμα σε κώμα, μια βδομάδα τώρα κι εμείς, οι φίλοι του, ελπίζουμε να νικήσει αυτόν τον αγώνα και να γυρίσει στην αγκαλιά μας. Το επόμενο κομμάτι είναι αφιερωμένο στους φύλακες αγγέλους του που ήταν εκεί την κρίσιμη στιγμή και του έσωσαν την ζωή...»

 

Τέλος Τρίτου Μέρους

Link to comment
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..