DinoHajiyorgi Posted April 20, 2007 Share Posted April 20, 2007 Τέταρτον Ο Χρήστος ξύπνησε και έμεινε ακίνητος να παρατηρεί την γυναίκα του. Η Αμαλία κοιμόταν έχοντας του γυρισμένη την πλάτη της. Το σεντόνι την κάλυπτε σχεδόν ως τον ώμο, τα μακριά, ξανθά μαλλιά της στόλιζαν την υπόλοιπη. Άπλωσε το χέρι του και απομάκρυνε τα μαλλιά της, τα χτένισε απαλά με τα δάχτυλα του έτσι ώστε να γυμνώσει τον ώμο, τον λαιμό, το πίσω του αφτιού της. Κάθισε και ρέμβασε το αποτέλεσμα σαν καλλιτέχνης που κρίνει το δημιούργημα του. Ήταν τέλεια. Η γραμμή, το περίγραμμα της, το λευκό του δέρματος της του ξύπνησαν παλιούς, γνώριμους πόθους. Τράβηξε το σεντόνι σιγανά για να αποκαλύψει περισσότερη από την πλάτη της. Συνήθιζε να κοιμάται γυμνή τα καλοκαίρια και τώρα όλη της η πλάτη, κομψή και ποθητή, φάνταζε σαν αριστούργημα στα μάτια του, ήταν αριστούργημα. Είχε ονειρευτεί πως είχε φύγει, πως τον είχε αφήσει, μην μπορώντας να αντέξει άλλο την αδιαφορία του. Την είχε απογοητεύσει. Αμέσως ένιωσε τόσο τρομακτικά μόνος που νόμισε πως έχασε την ψυχή του. Με εκείνη την αγωνία να σφυροκοπεί την καρδιά του, σίγουρος πως δεν θα την κέρδιζε ποτέ ξανά, είχε ανοίξει τα μάτια του. «Αυτή η όμορφη γυναίκα είναι δική μου» σκέφτηκε. Θυμήθηκε την πρώτη φορά που την είδε στην ζωή του, λιγότερο σίγουρος τότε για τον εαυτό του, πως είχε χαμηλώσει το βλέμμα του από την απελπισία και κοιτούσε τα τρύπια του παπούτσια. Τότε ξαφνικά του είχε απευθυνθεί εκείνη και έπρεπε να σηκώσει ξανά το βλέμμα του πάνω της, να κοιτάξει εκείνα τα μάτια με τον πόθο να καίει τα σωθικά του. Νοστάλγησε εκείνο το πρώτο συναίσθημα, έστω και την απελπισία που το συνόδευε. Ήταν κουρελής και δεν την είχε νοιάξει, εκείνη, αυτή η θεά. Άρχισε να τρέχει τα δάχτυλα του πάνω-κάτω στην πλάτη της. Ξύπνησε γλυκά και τσιτώθηκε χαμογελώντας. «Μμμ, Χρήστο...» αναστέναξε. Δεν πρόλαβε να γυρίσει να τον κοιτάξει, την είχε ήδη στην αγκαλιά του σφιχτά από πίσω. Τον ένιωσε χαμηλά σκληρό, έτοιμο, και ξαφνιάστηκε. Είχε περάσει τόσος πολύς καιρός από την τελευταία φορά που είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον του που φοβήθηκε τώρα να πει οτιδήποτε θα μπορούσε να χαλάσει την μαγική στιγμή. Το αριστερό του χέρι σύρθηκε από κάτω της και γυρνώντας την έφερε ολόκληρη από πάνω του, της έδειξε το ταβάνι. Άφησε το αριστερό του να χορταίνει με το στήθος της καθώς το δεξί του χέρι χάιδεψε λαίμαργα το στομάχι της πριν πάει χαμηλότερα, βαθιά μέσα στο υγρό της τρίχωμα, μέσα της, στην ζέστη της. Σήκωσε τα χέρια της πάνω από το κεφάλι και άγγιξε τα μαλλιά του. Ένα τσίμπημα ηδονής την έκανε να αρπάξει σφιχτά τις τούφες του ενώ της ξέφυγε μια κραυγή. Ήθελε να φωνάξει το όνομα του, κατάφερε όμως να βογκήξει μόνο. Λύγισε τα γόνατα της και σήκωσε τα πόδια της τόσο όσο να γλιστρήσει το μεταξωτό σεντόνι από πάνω τους, να αποκαλύψει απροκάλυπτα το πορνογραφικό τους σύμπλεγμα. Δεν άντεχε άλλο, ήθελε να τον κοιτάξει. Έστριψε και ξάπλωσε πάνω του με το στομάχι, τα μάτια της να τον κοιτούν χαμογελαστά, με την ανάσα της κομμένη, τα χείλη της υγρά. Ούτε εκείνος άντεχε άλλο. Την ήθελε δική του. Με μια δική του στροφή την πήρε από κάτω και μπήκε μέσα της. Έκλεισε τα μάτια της, υποταγμένη στην ηδονή του και την δική της. «Μην κλείνεις τα μάτια ... Κοίτα με» της είπε. Έκαναν έρωτα με τα μάτια ανοιχτά, να κοιτάζονται, με τον πόθο τους να κλιμακώνεται πάνω στην εικόνα της ηδονής που ζούσε ο άλλος. Ένα καυτό φως κατήργησε τις αισθήσεις τους, η έκρηξη που ακολούθησε τους έκανε άυλους, οντότητες χωρίς σώματα που για το υπόλοιπο της ημέρας απλώς αιωρούνταν υπεράνω των άλλων. Αργότερα στο ναυπηγείο, ο Χρήστος έπαιζε ξανά και ξανά στο μυαλό του το πρωινό ξύπνημα που φάνταζε όλο και περισσότερο σαν όνειρο. Είχαν αφήσει το κρεβάτι μαζί, μουσκεμένοι από τα υγρά τους, είχαν μπει μαζί στο ντους και συνέχισαν τα γλυκά χάδια κάτω από το δροσερό νερό πριν γυρίσουν πάλι στην κρεβατοκάμαρα όπου επιδόθηκαν να ντύνουν ο ένας τον άλλον με κλεφτά χάδια και φιλιά. Μέχρι να πάρουν τον δρόμο τους μυρίζονταν, χαϊδεύονταν, δαγκώνονταν, μαστουρωμένοι σε έναν επαναλαμβανόμενο οργασμό. Ο Ντίνος τον έβγαλε από την ευχάριστη ονειροπόληση και τον προσγείωσε στο σκληρό χαλίκι του ναυπηγείου. Υπήρχε ακόμα μια ελπίδα να γλιτώσει η επιχείρηση και όσο υπήρχε αυτή η ελπίδα το μαρτύριο της αβεβαιότητας, ο αγώνας να κρατηθούν στην επιφάνεια συνεχιζόταν. Ένας πελάτης τους δεν είχε αποσύρει την παραγγελία του, όχι ακόμα τουλάχιστον, και ήταν η τελευταία τους ευκαιρία να αντεπεξέλθουν σε έξοδα που τους είχαν λυγίσει σημαντικά. Δούλευαν διπλές βάρδιες να προλάβουν τον χαμένο χρόνο με τους μισθούς των εργατών αβέβαιους στην οποιαδήποτε έκβαση της προσπάθειας τους. Ο Ντίνος ήταν ο γραμματέας του, ο άνθρωπος για όλες της δουλειές, αυτός που χάριζε μια κάποια ηρεμία στο κεφάλι του Χρήστου καθώς έτρεχε να καλύπτει πήγαινε-έλα σε τράπεζες, υπουργεία, δημόσιες υπηρεσίες, όλα όσα δεν καταλάβαινε ούτε ο ίδιος τέλος πάντων. Ένας άχαρος, νευρικός άντρας στην εμφάνιση, ήταν απόλυτης εμπιστοσύνης, φερέγγυος εκεί που μετρούσε, και προπάντων τίμιος. Τον είχε τα τελευταία πέντε χρόνια στο πλευρό του, είχε ξεκινήσει σαν λογιστής, και ήταν απόλυτα ευχαριστημένος μαζί του. Μετά τον σεισμό είχε αποδειχτεί πολυτιμότατος με τις γνώσεις του στα νομικά και πρακτικά θέματα και ήταν αυτός που είχε καταστρώσει την ύστατη στρατηγική να σωθεί το ναυπηγείο. Στέκονταν τώρα κάτω από το υπόστεγο ενός ναυπηγείου που είχαν νοικιάσει στα βιαστικά με προτροπή του Ντίνου και παρατηρούσαν την φρενήρη δουλειά πάνω στο τελευταίο γιωτ που ευελπιστούσαν να τελειώσουν σε μισό χρόνο. Ένα συνεργείο ήταν ταυτόχρονα απασχολημένο να ανοικοδομεί το κατεστραμμένο δικό τους υπόστεγο. Τα λεφτά της ασφάλειας και μια αποζημίωση από την κυβέρνηση είχε επενδυθεί σε εκείνη την κατεύθυνση. Έπρεπε να δείξουν πως υπάρχουν και αναπνέουν σαν επιχείρηση πριν τραβήξουν νέους πελάτες. Η όποια αισιοδοξία του Χρήστου αντλούνταν από την διάθεση του αστείρευτου γραμματέα του. Ο ενθουσιασμός του άντρα, ανάμικτος με τις σπασμωδικές κινήσεις των χεριών του, εκφραζόταν με έναν χείμαρρο λογοδιάρροιας καθώς εξηγούσε στον Χρήστο ποια σημεία του σκάφους θα έχουν συμπληρωθεί μέχρι το τέλος της εβδομάδας και τι είχε καταστρωθεί για αργότερα. Δεν πρόσεξαν αμέσως το αυτοκίνητο που φρέναρε έξω από το εργοτάξιο. Ο Άλκης βγήκε από την θέση του οδηγού και μπήκε διστακτικά στο ναυπηγείο. Στάθηκε πίσω από την πλάτη τους, σε ασφαλή απόσταση από την αιωρούμενη σκόνη, και περίμενε για λίγο να τον προσέξουν. Παρακολούθησε και ο ίδιος με περιέργεια τους εργάτες να δουλεύουν το σκαρί που ακόμα δεν είχε ίχνος από το λούστρο στο οποίο ήταν εξοικειωμένος να τα βλέπει στο νερό. Ο Χρήστος, σαν να τον ένιωσε, γύρισε και τον είδε. Έδειξε να τον αναγνωρίζει αμέσως. Άφησε ευγενικά τον Ντίνο και πλησίασε τον νέο με μια εγκάρδια χειραψία. «Καλώς τον. Τι έκπληξη!» «Με θυμάστε λοιπόν.» «Α, εσύ είσαι ο προφήτης μας. Ο Άλκης, σωστά; Και εγώ είμαι ο Χρήστος. Όχι ο κύριος Χρήστος αλλά Χρήστος σκέτος.» «Πέρασα από την παλιά σας διεύθυνση. Είδα την ζημιά που πάθατε.» «Ναι, τουλάχιστον δεν χάθηκαν ζωές. Σύντομα θα έχουμε νέο υπόστεγο. Εδώ είμαστε προσωρινά...» Βάδισαν έξω από το υπόστεγο, μακριά από τον θόρυβο. Ο Άλκης δεν ήξερε πως να αρχίσει ακριβώς. Με τον σκοπό του πάντα να στριφογυρνάει στο μυαλό του έκανε κουβεντούλα ρωτώντας διάφορα που αφορούσαν σκάφη. Εκδήλωσε την περιέργεια του για την τιμή τους. «Εξαρτάται ... ας πούμε ... από την θέση σου στην ορχήστρα» απάντησε ο Χρήστος κλείνοντας του το μάτι. «Είναι μάλλον αρκετά νωρίς για ένα γιώτ στην ζωή μου.» «Ποτέ δεν ξέρεις όμως.» «Ναι, αλήθεια ... Μόλις τώρα ολοκληρώνω μια σειρά δικών μου συνθέσεων και ελπίζω να ανοίξω τα φτερά μου σύντομα. Με έναν προσωπικό δίσκο.» «Α, λαμπρά. Η Μούσα μετα σου, λοιπόν.» «Ευχαριστώ. Θα έπρεπε να μάθω και ιστιοπλοΐα πριν αγοράσω ένα τέτοιο, έτσι δεν είναι; Έχω μεσάνυχτα από αυτά.» «Υπάρχουν κάποιες διαδικασίες αλλά δεν είναι διαφορετικό από το να παίρνεις άδεια οδήγησης. Ένας καλός δάσκαλος είναι φυσικά μια καλή αρχή.» Μπροστά τους ο λόφος κατηφόριζε προς τα σκούρα νερά της Σαλαμίνας. Ο Χρήστος αγνάντεψε την σκουριασμένη θάλασσα και ξέθαψε δουλεμένα αποσπάσματα από την ιστορία του. «Κάπως έτσι ξεκίνησα κι εγώ και δεν ήμουν καν θαλασσινός. Κατέβηκα από τα βουνά και έπεσα πάνω σε έναν καπετάν-Άρη, Υδραίο. Αυτός κι αν ήταν άτομο που μου άλλαξε τη ζωή. Απ’τα γίδια στα δελφίνια. Με πήρε δίπλα του και έκανε την θάλασσα ερωμένη μου. Δεν αποφεύγω καν τις θαλασσινές κοινοτοπίες όπως βλέπεις.» «Και τα σχεδιάζεις εσύ αυτά;» «Αυτά όχι. Ξέρω από πείρα τι κάνει ένα σκαρί γερό και γρήγορο αλλά δεν ασχολούμαι με τον σχεδιασμό τους. Έχουμε άλλα ταλέντα γι’αυτό. Άφησα για την επόμενη γενιά τον πλήρη έλεγχο της δουλειάς. Ο γιος μου, ο Μηνάς, τελειώνει όπου νά’ναι τις σπουδές του στο Λονδίνο και θα αναλάβει την επιχείρηση μόλις γυρίσει στην Ελλάδα. Η Αθηνά πάλι, η κόρη μου, τέλειωσε τον ίδιο κλάδο αλλά της προέκυψε θέση και γαμπρός εκεί, κι έτσι είχα μιαν απώλεια. Τι να κάνει κανείς, δεν προβλέπονται όλα. Λοιπόν τι λες;» Ο Άλκης τον κοίταξε σαστισμένος. «Θέλεις μαθήματα; Στην ιστιοπλοία; Έτσι για να πάρεις τον αέρα. Θα κάναμε καλή παρέα. Θα ανταλλάσσαμε απόψεις για την μοίρα και το πεπρωμένο. Την νύχτα του σεισμού την σκέφτομαι συχνά ξέρεις.» «Νομίζω πως ... θα ήθελα να το δοκιμάσω Χρήστο...» «Λαμπρά, υπέροχα!» «Εγώ όμως ήρθα για άλλον λόγο σήμερα εδώ...» Έβγαλε έναν μπλε φάκελο και του τον έδωσε. «Η Ορχήστρα της Γαλάζιας Ακρόασης θα δώσει τελικά την συναυλία που αναβλήθηκε εκείνο το βράδυ. Αυτή είναι μια ειδική πρόσκληση για σένα και την κυρία σου με αποκλειστικό δείπνο που θα ακολουθήσει στο σπίτι μου. Αποκλειστικό για μας, για την ομάδα του Μετρό ... για όσους μπορέσουν να έρθουν δηλαδή.» «Τι ενδιαφέρουσα προοπτική. Δίνουμε στην μοίρα και λίγο σπρωξιματάκι, ε;» «Ομολογώ πως αυτά τα πράγματα δεν με αφήνουν λιγότερο ανεπηρέαστο από σένα Χρήστο. Αναζητώ και ο ίδιος τις ερμηνείες τους.» «Αυτή η κουβέντα μ’αρέσει πολύ και είμαστε τόσο πρόχειρα εδώ που δεν έχω και να σε κεράσω. Αν θέλεις να περιμένεις...» Ο Άλκης ζήτησε συγνώμη αλλά έπρεπε να φύγει, η μέρα του ήταν γεμάτη. Κάποιους από τους φακέλους θα τους έστελνε με κούριερ άλλους έπρεπε να τους παραδώσει ο ίδιος. Μοιράστηκαν μια εγκάρδια χειραψία. «Θα έχουμε πολλές ευκαιρίες να τα πούμε» διαβεβαίωσε τον Χρήστο. «Για να το λες εσύ...» Το είπε σαν χωρατό και σαν τέτοιο το έκλαβε ο Άλκης. Μεταξύ τους υπήρχε αυτόματα μια αμοιβαία συμπάθεια. Μετά το ναυπηγείο του Χρήστου σταμάτησε στην Ασφάλεια για να παραδώσει προσωπικά και στον Κωνσταντίνο την δική του πρόσκληση. Είχε ανάγκη να μάθει τις διευθύνσεις των υπολοίπων και ο Κωνσταντίνος ήταν ο μόνος που μπορούσε να του τις προμηθέψει. Δεν τον βρήκε σε καλή διάθεση καθώς ο αστυνόμος υπέφερε από πονόδοντο. Παρόλα αυτά έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την συναυλία και την ιδέα του Άλκη. Στον νου του ήταν πάντα ο Νίκος Σεφερλής και αυτή η πρόσκληση ίσως τον ξετρύπωνε. Παρακάλεσε μάλιστα τον Άλκη να παραδώσει τον φάκελο προσωπικά στο σπίτι του Αλέκου, μήπως και το τίμιο παρουσιαστικό του νεαρού σκότωνε οποιαδήποτε υποψία παγίδας. Με τις διευθύνσεις εξασφαλισμένες, οι φάκελοι μπήκαν στον δρόμο τους. Ο φάκελος για την Άσπα Ζούβαρη έφτασε με κούριερ στην Χαλκίδα. Την πόρτα άνοιξε η γιαγιά της, μια στάλα γυναίκα ντυμένη στα μαύρα με κάτασπρο κεφαλάκι. «Ασπασία!» έσκουξε μόλις κατάλαβε ποια ήταν η Άσπα που ζητούσαν. Όση ώρα η εγγονή της υπέγραφε την παραλαβή, η γριά γυναίκα γύρισε στο καθιστικό όπου ο Ζάχος ξεφύλλιζε κάποιο περιοδικό μόδας. «Να σας φτιάξω έναν καφέ κύριε Ζάχο;» «Νά’στε καλά κυρά Μαρία» της απάντησε ζεστά. Δεν χρειαζόταν να τον ρωτήσει πως τον πίνει, γνωστό αυτό. Η Άσπα επέστρεψε με τον φάκελο ήδη ανοιγμένο και το περιεχόμενο διαβασμένο. Τον πέταξε αδιάφορα στο τραπεζάκι και τον ξέχασε αμέσως. Κάθισε στην άλλη άκρη του καναπέ δίπλα στον Ζάχο και άναψε ένα τσιγάρο. «Καταστρέφεις την υγεία σου μ’αυτά» είπε ο Ζάχος ξέροντας πως ήταν χαμένη κουβέντα. Την γύρισε στο πιο πρακτικό. «Για να δω τα δόντια σου...» «Ωχ, άσε με μωρέ Ζάχο.» «Να δω είπα!» Υψώνοντας την φωνή του την έκανε πάντα υπάκουη και δεν χρειάστηκε ποτέ να πάνε τα πράγματα πέρα από αυτό, όχι πως ο Ζάχος ήταν άνθρωπος των άκρων, ποτέ τέλος πάντων με τα κορίτσια του. Του έδειξε τα δόντια της κάνοντας μια γκριμάτσα γρυλίσματος, έτσι για να τονίσει το πείσμα της. «Τα είδες; Χάρηκες;» «Το τσιγάρο τα κιτρινίζει. Άσε το τι κάνει στην αναπνοή σου.» «Σου παραπονέθηκε κανείς; Όταν σου παραπονεθούν, μίλα.» «Έχεις μια συνάντηση το βράδυ. Κάποιος Πέτρος, από το Μετρό μου είπε. Μ’έφαγε να παίρνει να κλείσει ραντεβού.» Η Άσπα έφερε το πρόσωπο του νέου στην μνήμη της και χαμογέλασε. «Στην είσοδο του Χίλτον στις δέκα. Θα σού’χει τα λεφτά σε έναν φάκελο. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις. Ποιος είναι αυτός; Καινούργιος, κι αλήθεια του έδωσες εσύ τον αριθμό μου;» «Είναι ένας αστείος νεαρός που γνώρισα πρόσφατα.» «Δεν τους συνηθίζεις τους νεαρούς. Μπελάς.» «Αυτός είναι ακίνδυνος.» Τους διέκοψε για λίγο η γιαγιά της με τον καφέ του. Πήρε μια ρουφηξιά και έτριψε τα χέρια του αναλογιζόμενος την επόμενη του κουβέντα. Η Άσπα πρόσεξε την κίνηση του και κατάλαβε πως κάτι τον απασχολούσε, κάτι που είχε σκοπό να της ανακοινώσει. «Δε μου λες, προέκυψε μια δουλειά ... μια καλή δουλειά με καλά λεφτά στην Ιταλία...» Αυτό ήταν όντως καινούργιο και την ξάφνιασε για λίγο. «Είναι μια ξένη παραγωγή και αυτοί πληρώνουν πολύ καλά...» Τελικά ήταν μια παλιά κουβέντα σερβιρισμένη σε νέα συσκευασία. Η απογοήτευση της ήταν μικρή μια και δεν περίμενε ποτέ τίποτα περισσότερο από τον Ζάχο. Από τότε που τον ήξερε είχε συνέχεια στον νου του να βάλει πόδι στα πορνό. «Τρεις-τέσσερις ταινίες για την παγκόσμια αγορά.» «Δεν μ’ενδιαφέρει. Στο έχω ξαναπεί.» «Ποια η διαφορά εκτός από την καλύτερη; Αυτοί που συμμετέχουν έχουν και ένα πιστοποιημένο ποιόν. Είναι το ίδιο μ’αυτούς που πας κάθε βράδυ, μια κατάσταση κορώνα-γράμματα;» «Έχω δει πορνοταινίες Ζάχο. Είναι χυδαίες. Δεν έχουν καμία σχέση με τον έρωτα.» «Και αυτό που κάνεις εσύ έχει; Αν σ’ενοχλεί κάτι μπορείς πάντα να κάνεις υποδείξεις στο σενάριο.» «Δεν καταλαβαίνεις. Στο κρεβάτι όταν κάνω έρωτα θέλω η μόνη ηθοποιός να είμαι εγώ.» Ο Ζάχος αναστέναξε. Σε κάποια θέματα δεν μπορούσε να την αγγίξει. Αυτή ήταν, έτσι σκεφτόταν και ήταν η καλύτερη του κοπέλα. Όποιος την είχε ένα βράδυ μετά την ζητούσε συνέχεια. Αυτό ήταν η δύναμη της. «Τέλος πάντων, σκέψου το. Είναι καλά λεφτά. Πόσα θέλεις ακόμα για εκείνη την Μπε-Εμ-Βε;» Έκλεισε την κουβέντα με το τελευταίο του χαρτί, το μεγάλο, ανεξήγητο πάθος της Άσπας για τις Μπε-Εμ-Βε κάμπριο. Η Άσπα δεν άφησε να την προδώσει καμία αντίδραση όσο και αν την άγγιξε. Είχε ταλέντο να καλύπτει τις αδυναμίες της στις αντιπαραθέσεις και έτσι δεν έδειχνε να χάνει ακόμα και όταν υποχωρούσε. «Όχι πολλά» απάντησε ανάβοντας άλλο ένα τσιγάρο. Ο μόνος από τους δώδεκα που δεν είχε φάκελο στο όνομα του ήταν ο Σταύρος. Ο Άλκης πέρασε από το νοσοκομείο να μάθει νεότερα και συνάντησε την αδελφή του. Ήταν η μόνη στην οποία επέτρεπαν πρόσβαση στον ασθενή μέσα στην εντατική. Φορούσε την ταλαιπωρία της σαν να ήταν φουστάνι που της ταίριαζε. Φυσούσε την κοκκινισμένη μύτη της σε ένα κουρελιασμένο χαρτομάντιλο όλη την ώρα. «Καμία αλλαγή. Όπως την μέρα που τον φέρατε. Οι γιατροί μου ζήτησαν να σταματήσουμε την μηχανική υποστήριξη και να αφήσουμε τα πράγματα να πάρουν την φυσική τους πορεία. Δεν ξέρω τι να κάνω. Σε τι να ελπίζω;» «Γιατί έχει μηχανική υποστήριξη;» «Ο εγκέφαλος του δεν λέει στο σώμα ν’αναπνεύσει.» «Ο αδελφός σας προσπάθησε να αφαιρέσει την ίδια του την ζωή. Είναι πιθανό να μην θέλει να ξυπνήσει. Γι αυτό και μένει σε κώμα. Του μιλάτε καθόλου;» «Πως δηλαδή;» «Να καθίσετε δίπλα του και να του μιλήσετε. Είναι πιθανό πως ακούει. Ίσως μια αγαπημένη φωνή να κάνει την διαφορά.» «Αμφιβάλλω αν θα τον συγκινήσει η δική μου η φωνή.» «Δεν έχετε να χάσετε τίποτα. Σημασία έχει να ακούγεστε αισιόδοξη. Πείτε του πως έχει πολλούς νέους φίλους που τον περιμένουν με ανυπομονησία. Πως του ανοίγονται καινούργιες ευκαιρίες. Σας διαβεβαιώνω πως τίποτα από αυτά δεν είναι ψέματα.» Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της σαν να μην πίστευε τίποτα από αυτά. Ο Άλκης είδε αμυδρή την ελπίδα να βοηθηθεί ο Σταύρος από την αδελφή του. Έφυγε από το νοσοκομείο απογοητευμένος, ανήμπορος να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια. Η Κάτια είδε πρώτη τον Αλέξη όταν αυτός μπήκε στο βιβλιοπωλείο. Το μάτι της ήταν πάντα γαρίδα για γοητευτικούς πελάτες, ο Ρατάν όμως την έκανε να υποθέσει σωστά την ταυτότητα του άντρα. Πλησίασε την Αρετή που τακτοποιούσε αφηρημένα κάποιες νέες παραλαβές και την ταρακούνησε αρπάζοντας την από τους ώμους. «Καλέ, ο δικός σου τυφλός είναι αυτός;» Η Αρετή τα έχασε καθώς βγήκε βίαια από την ονειροπόληση της όταν η φίλη της την έστρεψε προς την είσοδο. Ο Αλέξης μιλούσε σε έναν υπάλληλο που τώρα ακριβώς προσδιόριζε στον τυφλό άντρα την κατεύθυνση που οδηγούσε σε εκείνη. Η γνωστή γλυκιά ταραχή άρχισε να την βασανίζει ξανά με όλα τα συμπτώματα που δεν έλεγε να συνηθίσει. Πανικός, έξαψη ... Γύρισε στην Κάτια αναστατωμένη. «Πως είμαι; Καλή;» «Τι λες μωρή τρελή;» Ήταν αλήθεια πως χάρη στην φίλη της η εικόνα της είχε βελτιωθεί τελευταία. Το ντύσιμο της ήταν προσεγμένο, ήταν βαμμένη και πιο όμορφη από συνήθως. Η προοπτική να χάσει την δουλειά της δεν ήταν ο μόνος λόγος γι αυτή την μεταμόρφωση. Ο Αλέξης ήρθε κατευθείαν στον πάγκο της, χαμογελαστός, στάθηκε μπροστά της και την «κοίταξε», την εισέπνευσε. Η Κάτια έκανε λίγο στην άκρη, σε ασφαλή απόσταση ακοής. «Α, κολόνια λεμόνι. Αρετή;» «Γεια σου Αλέξη. Αυτό κι αν είναι έκπληξη. Πως από δω;» «Ήρθα ν’αγοράσω ένα βιβλίο.» «Για σένα;» Δάγκωσε αμέσως την γλώσσα της και ζήτησε συγνώμη για την βλακεία της. Εκείνος γέλασε με καλή διάθεση. «Μην με παίρνεις στα σοβαρά γλυκιά μου. Πήγα να κάνω πνεύμα κάπως άτσαλα αλλά δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση.» Την είχε αποκαλέσει «γλυκιά μου», γλυκιά του! «Μου ήρθε μια πρόσκληση για συναυλία και ντίνερ-πάρτι σήμερα ... Είναι για δύο άτομα...» Είχε λάβει και την δική της πρόσκληση την ίδια μέρα στο βιβλιοπωλείο αλλά δεν είχε νόημα να το κάνει θέμα τώρα. Υποψιαζόταν τι θα επακολουθούσε και άρχισε κιόλας να μην νιώθει τα πόδια της. «Ήθελα να σε ρωτήσω αν θα μου έκανες την τιμή να με συνοδέψεις σ’αυτήν την εκδήλωση. Είναι γι αυτό το Σάββατο βράδυ. Τι λες;» Η Αρετή και η Κάτια κοιτάχτηκαν με την δεύτερη να επιδίδεται σε επιδοκιμαστικά νοήματα. «Ευχαρίστως ... Θα το ήθελα πολύ Αλέξη...» Ο Αλέξης αναστέναξε ανακουφισμένος. Αδιόρατα σκούπισε τις ιδρωμένες του παλάμες πάνω στο παντελόνι του. «Τι ανακούφιση. Δεν ήξερα τι θα πεις. Σκέφτηκα μήπως ήταν πολύ... α... προχωρημένο από μέρους μου να σου προτείνω τώρα...» «Καθόλου ... μα καθόλου ... Σάββατο βράδυ είναι ότι πρέπει. Πως να το κανονίσουμε...» «Θα σου τηλεφωνήσω για τα σχετικά αύριο. Θα βρω αμάξι και σοφέρ. Μην ανησυχείς για τίποτα.» «Ακούγεται υπέροχα.» «Τα λέμε λοιπόν.» «Τα λέμε.» Έμειναν για λίγο αντικριστά σαν να προσπαθούσαν να θυμηθούν κάτι. Η Αρετή ήθελε να του φωνάξει να μείνει κι άλλο αλλά δεν ήξερε τι να πει. Ευχόταν ήδη να ήταν Σάββατο βράδυ. Μόλις εκείνος βγήκε στον δρόμο ένιωσε να τσούζουν τα μάτια της από τα δάκρυα. Είδε την Κάτια να σκουπίζει τα δικά της και να ρουφάει την μύτη της. «Εσύ κλαις;» «Ήταν τόσο όμορφο. Κι αυτός είναι όνειρο.» «Δεν είναι; Κάτια, ένας πρίγκιπας με ζήτησε να βγούμε. Εμένα! Χριστέ μου, τι θα φορέσω;» «Αυτό σε νοιάζει; Η φίλη σου θα σε βολέψει κουτό.» Τα δύο κορίτσια αγκαλιάστηκαν συγκινημένα. Η προϊσταμένη τις είδε και κατσούφιασε αλλά δεν μπήκε στον κόπο να τις κάνει παρατήρηση. Αυτές οι δύο ήταν περίπτωση και θα έχανε τον καιρό της. Ο Κωνσταντίνος βγήκε από την πίσω πόρτα του περιπολικού και πλησίασε στο σπίτι. Δύο συνάδελφοι του έμειναν να τον περιμένουν στο βολάν. Ο Στάθης, ο γιος του, ήταν γονατιστός στο πλακόστρωτο της αυλής και έστηνε τα στρατιωτάκια του. Μόλις είδε τον πατέρα του να σπρώχνει την αυλόπορτα έτρεξε να κρυφτεί πίσω από το δένδρο. Ήταν από την φύση του ντροπαλό παιδί και η στολή του πατέρα του, όποτε την φορούσε, τον τρόμαζε. Ο Κωνσταντίνος θυμήθηκε την Ιλιάδα, τον Έκτωρα και πως η αρματωσιά του τρόμαζε τον Αστυάνακτα. «Στάθη. Τι κάνεις αγόρι μου; Έλα εδώ. Έλα κοντά μου. Έλα...» Το αγόρι τον κοίταζε καχύποπτο πίσω από τον κορμό του δένδρο. Το δηλητήριο της Καίτης ευθυνόταν γι αυτή την κατάσταση σκέφτηκε και η οργή φούντωσε μέσα του. Κατάφερε να καταπιεί τον θυμό του και να χαμογελάσει όσο μπορούσε στο παιδί. Γονάτισε στο πλακόστρωτο για να χαμηλώσει στα μάτια του παιδιού. Ο Στάθης τον πλησίασε διστακτικά και ο πατέρας του τον αγκάλιασε σφιχτά πάνω του. «Σ’αγαπώ παιδί μου. Αυτό να το ξέρεις. Ο μπαμπάς σ’αγαπάει και του λείπεις.» Η εξώπορτα του σπιτιού έτριξε και εμφανίστηκε η πεθερά του στο κατώφλι. Δεν καταδέχτηκε καν να κοιτάξει τον γαμπρό της. «Στάθη! Έλα μέσα!» Ο Κωνσταντίνος δεν είχε σκοπό να αφήσει τον γιο του ακόμα. Αγνόησε την γυναίκα όπως τον αγνοούσε κι εκείνη. «Θέλεις να πάμε κάπου μαζί το Σάββατο; Να ακούσουμε μουσική; Θα είναι πολύ ωραία. Θα περάσουμε την μέρα μαζί...» «Στάθη! Έλα εδώ!» Το παιδί ξεγλίστρησε από τον πατέρα του και έτρεξε στην γιαγιά του. Εκείνη τον πήρε αμέσως μέσα, δίνοντας την θέση της στο κατώφλι στην κόρη της. Βγήκε στην αυλή και πλησίασε τον άντρα της. Ήταν εμφανώς ενοχλημένη από την παρουσία του. «Γιατί ήρθες; Τον αναστατώνεις...» «Τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα μεταξύ μας. Το παιδί ξέρει. Θέλω να τον πάρω το Σάββατο. Να πάμε σε μια συναυλία.» «Μικρός δεν είναι για συναυλία;» «Μπορεί να του αρέσει. Αν δεν του αρέσει φεύγουμε και πάμε σε κάτι άλλο. Δεν θα τον φάω Καίτη! Πατέρας του είμαι και δεν θέλω να τον χάσω κι αυτόν. Πρέπει το παιδί να ξέρει πως έχει και πατέρα.» Τα μάτια της τον κοίταξαν ερευνητικά, καχύποπτα, αγχωμένα. «Δεν θα του βάλεις τις φωνές ... Ούτε θα υψώσεις το χέρι σου! Για κανέναν λόγο!» «Όχι Καίτη! Σου ορκίζομαι σε ότι έχω ιερό!» Έτσι τον έβλεπε λοιπόν; Πότε σήκωσε το χέρι του στο παιδί ... Καλά, ήταν εκείνη η μια φορά αλλά ήταν ατύχημα. Δεν τον είχε χτυπήσει τόσο δυνατά. Ο Στάθης έπεσε πάνω στην γωνία του τραπεζιού και τραυμάτισε το μάτι του μετά το χαστούκι του. Δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί τον είχε εκνευρίσει. Από τότε η Καίτη είχε γίνει παρανοϊκή και υπερπροστατευτική. «Καλά. Θα του μιλήσω ... αλλά αλίμονο σου!» ήταν τα τελευταία της λόγια πριν μπει στο σπίτι. Ο Κωνσταντίνος σήκωσε τα στρατιωτάκια του Στάθη και τα έστησε στο πεζούλι του παραθύρου. Τα είχαν αγοράσει μαζί κάποτε, σε μια βόλτα στο Μοναστηράκι. Η ανάμνηση τον πίκρανε. Επέστρεψε στο περιπολικό με αργό βήμα, προσπαθώντας να διατηρήσει μια ψύχραιμη εικόνα. «Πως πήγε; Τι είπε η κυρά;» ρώτησαν οι συνάδελφοι. «Τι να πει, εντάξει. Πάμε.» Ο Στάθης παρακολούθησε το περιπολικό του μπαμπά του να απομακρύνεται στο βάθος του δρόμου. Κοίταξε το δικό του περιπολικό, αυτό που κρατούσε στα χέρια του. Έχοντας ξεχάσει ήδη το παιχνίδι στην αυλή γονάτισε στο πάτωμα και άρχισε να μιμείται την σειρήνα του παιχνιδιού που έσπρωχνε πάνω στο μωσαϊκό. Αγνόησε την έντονη συζήτηση που διεξαγόταν στην κουζίνα ανάμεσα στην μαμά και την γιαγιά του. Ο Κωνσταντίνος παρατηρούσε τα δένδρα και τα σπίτια να περνούν παραμορφωμένα από το παράθυρο του περιπολικού και βυθιζόταν στην αγαπημένη του φαντασίωση. Έβλεπε τα σκαλοπάτια μπροστά στην Ασφάλεια, αυτά που οδηγούσαν από τον δρόμο στην είσοδο, μόνο που αυτά στο μυαλό του ήταν ατελείωτα, όλο ανέβαιναν κι ανέβαιναν, τόσο που κάλυπταν όλο το σκηνικό και δεν πρόδιδαν που κατέληγαν. Μια ορχήστρα είχε στηθεί κλιμακωτά πάνω στα σκαλοπάτια και οι μουσικοί, εκτός από φράκα, φορούσαν αστυνομικά πηλίκια. Έπαιζαν κάτι παλιό, κάτι ρετρό και ρυθμικό, κάτι σε Φρεντ Αστέρ. Ο Στάθης, ντυμένος στα καλά του, καθόταν σε μια καρέκλα μπροστά στις σκάλες και παρακολουθούσε τον πατέρα του, επίσης σε φράκο, ψηλό καπέλο και μπαστούνι να του χορεύει κλακέτες και να του τραγουδάει σε πλέιμπακ τον Φρεντ. Δύο χορεύτριες με πούπουλα τον συνόδευαν στις εντυπωσιακές του φιγούρες πάνω-κάτω στα λευκά σκαλοπάτια. Το παιδί ξεκαρδιζόταν στα γέλια και βαρούσε παλαμάκια ενθουσιασμένο ... Το περιπολικό έλαβε μια επείγουσα κλίση, ξεκίνησε την σειρήνα του και γκάζωσε στην άσφαλτο βγάζοντας τον Κωνσταντίνο από το όνειρο. Ο Άλκης στάθηκε να χωνέψει το θέαμα, μια πόλη από τέντες. Περπάτησε ένοχα στα στενά ανάμεσα στις σκηνές, μέσα στον συνωστισμό και την φασαρία ανθρώπων που είχαν χάσει την στέγη τους σε μια νύχτα. Ζητούσε συγνώμη για να περάσει και η συγνώμη του έβγαινε στην γενικότερη της έννοια. Τον κοίταζαν και ήξεραν πως δεν ήταν δικός τους, πως είχε έρθει απ’έξω, παρείσακτος. Περιστασιακά έβλεπε το εσωτερικό μιας σκηνής, όλη την στοιβαγμένη αξιοπρέπεια που επικρατούσε εκεί και απέστρεφε το βλέμμα του καθώς δεν είχε δικαίωμα να παραβιάσει ξένες ζωές, ούτε με τα μάτια. Ρωτώντας έφτασε στην σκηνή του Τίμου. Είδε την Ελένη μπροστά, σκυμμένη πάνω από μια σκάφη με μπουγάδα. «Συγνώμη ... Εδώ είναι του Μαραγκού;» Ίσιωσε την πλάτη της και τον κοίταξε σοβαρή κατάματα. Έβγαλε τα γάντια της και μαζεύοντας τα μαλλιά της που κάλυπταν το μισό της πρόσωπο τα έδεσε σε αλογοουρά. Ο ήλιος έπεφτε στο πρόσωπο της γι αυτό και κατσούφιαζε. Ο Άλκης την κοίταξε εμβρόντητος. Κάτι το αναπάντεχο ξύπνησε ξαφνικά μέσα του. «Του Τιμόθεου Μαραγκού;» ξαναρώτησε. Το πρόσωπο της έσπασε σε ένα χαμόγελο. Ακολούθησε ένα εγκάρδιο γέλιο. «Πρώτη και τελευταία φορά που άκουσα κάποιον να αποκαλεί τον άντρα μου Τιμόθεο ήταν ο παπάς που μας πάντρεψε. Αν θέλετε τον Τίμο δεν είναι εδώ. Είναι σε δουλειά.» «Ήθελα ... να του αφήσω μια πρόσκληση. Για μια συναυλία.» Της έδωσε τον μπλε φάκελο. Τον πήρε και τον γύρισε στα χέρια της σαν κάτι αξιοπερίεργο. «Είναι μια ειδική παράσταση που θα δοθεί με καλεσμένους όλους τους σεισμόπληκτους. Θα παίξει η Ορχήστρα της Γαλάζιας Ακρόασης.» «Ο Τίμος σε κλασσική συναυλία; Δεν το νομίζω.» Πρόσεξε το ντύσιμο του. «Εσείς όμως ... δουλειά σας είναι να μοιράζετε προσκλήσεις στον κόσμο;» «Ο κόσμος θα προσκληθεί από άλλες οδούς. Αυτή η πρόσκληση είναι ιδιαίτερη ... Γνώρισα τον άντρα σας στο Μετρό την νύχτα του σεισμού. Μετά την συναυλία θα δώσω δείπνο στο σπίτι μου ... για μας τους λίγους.» «Παράξενο» είπε σμίγοντας τα φρύδια της. «Γιατί;» «Δεν είναι;» τον προκάλεσε. «Εσείς πιστεύετε στην μοίρα;» τη ρώτησε. Η Ελένη το σκέφτηκε μια στιγμή. Ο Άλκης ήταν σίγουρος πως είχε μπροστά του μια ιδιαίτερα έξυπνη γυναίκα. Ήταν δυνατόν αυτό το πλάσμα να ήταν παντρεμένο στον άντρα που είχε συναντήσει στο Μετρό; «Να σας ρωτήσω κάτι; Μπορείτε να μου πείτε, αν θυμάστε, πως βρέθηκε ο άντρας σας στο Μετρό την νύχτα του σεισμού;» Του είπε την ιστορία με το βιβλιάριο του ΙΚΑ, την αγγαρεία που είχε φορτώσει στον Τίμο επειδή κάτι είχε τύχει στην ίδια. Αναλογίστηκε την απάντηση της. Αν είχε πάει η ίδια για το βιβλιάριο, αν είχε πάρει εκείνη τον συρμό εκείνο το βράδυ... «Είστε λοιπόν η αληθινή δωδέκατη της ομάδας...» Τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει. «Ορίστε;» «Εσείς δώστε την πρόσκληση στον άντρα σας. Ισχύει για δύο άτομα. Θα χαρώ πολύ να σας δω στην παρέα μας. Νομίζω πως θα σας αρέσει. Στις δυσκολίες θα πρέπει κανείς να μην χάνει την ευκαιρία να εξυψώνει την ψυχή του, εφόσον το έχει ανάγκη φυσικά.» Κοίταξε ξανά τον φάκελο που κρατούσε στα χέρια της. «Θα δούμε.» Της έδωσε το χέρι του. «Σας χαιρετώ. Με λένε Άλκη. Άλκη Πετρίδη.» «Ελένη.» «Χάρηκα Ελένη. Γεια σου.» Εκείνη γύρισε μέσα στην σκηνή να αφήσει τον φάκελο σε μιαν άκρη. Ο Άλκης έφυγε σαν υπνωτισμένος, το πρόσωπο της αποτυπωμένο στο μυαλό του. Δεν ήταν έτοιμος γι αυτήν την εξέλιξη. Υπήρχαν σημεία του εαυτού του που κρατούσε ερμητικά κλειστά, ασφαλισμένα από παρεκκλίσεις, αθέατα στις απογοητεύσεις και τον πόνο της ζωής. Ξαφνικά κλειδωμένες πόρτες βροντούσαν, έτοιμες να σπάσουν, να ελευθερώσουν καταπιεσμένα πάθη. Γιατί είχε φέρει αυτόν τον συγκεκριμένο φάκελο ο ίδιος; Μάλλον γιατί οι θεοί είχαν κέφια και γελούσαν αυτή τη στιγμή σε βάρος του. Προτιμούσε την γεύση του τσιγάρου από την γεύση της ρύπανσης που πότιζε την πόλη. Άναβε κάθε καινούργιο τσιγάρο με την καύτρα του προηγούμενου. Και οι πέτρες είχαν θαρρείς ρουφήξει το καυσαέριο της μέρας, ένιωθε το ενοχλητικό του άγγιγμα σε όλο της το δέρμα. Την έκανε να νιώθει βρώμικη. Δεν φυσούσε καν, πως ποθούσε τον θαλασσινό αέρα να την χαϊδέψει, να την καθησυχάσει. Μέχρι και η ζέστη είχε μια περίεργη μυρωδιά, ευτυχώς δεν ήταν επιρρεπής στον ιδρώτα, κάτι που κάνει τέτοιες περιστάσεις ακόμα πιο άβολες. Η πόλη είχε ασχημύνει γύρω της, η ίδια η νύχτα ήταν άσχημη. Η ροή των αυτοκινήτων πυκνή, αργή και ατελείωτη. Τα φώτα του δρόμου θόλωναν, απειλούσαν να καταργήσουν κι αυτόν τον έναστρο ουρανό. Ήλπισε μόνο ο Πέτρος να ερχόταν στην ώρα του. Κανένας πελάτης ποτέ δεν την είχε στήσει, δεν θέλανε να χάσουν ούτε λεπτό από τον χρόνο που τους αναλογούσε. Και πράγματι, νωρίτερα κιόλας, το Πόλο φρέναρε δίπλα της στο πεζοδρόμιο του Χίλτον. Η αστεία εικόνα του της ήρθε σαν ανακούφιση. Έσβησε το τσιγάρο κάτω από την μπότα της και μπήκε στο αυτοκίνητο. Φοβόταν να την κοιτάξει κατάματα, ξαφνικά κόμπλαρε. Περίμενε να μπει μια πουτάνα στο αυτοκίνητο και είχε μπει η Άσπα, η όμορφη κοπέλα που γνώρισε στο Μετρό, η κοπέλα που είχε σφίξει τον ματωμένο επίδεσμο στο κεφάλι του Σταύρου. Εκείνη τον κοίταζε και του χαμογελούσε σαν μια καλή φίλη από τα παλιά που τον αγαπούσε πολύ. Πως το κατάφερνε αυτό το βλέμμα; Οι παλάμες του έσφιγγαν και ξέσφιγγαν το τιμόνι, έκανε και μερικά αόριστα σχόλια για την κίνηση, ούτε ο ίδιος άκουγε τον εαυτό του, και ευχόταν να είχε ακουστεί φυσιολογικός. Ίσως έπρεπε να μπει στο ψητό για να γίνει ξεκάθαρο σε όλους ποιος είναι ποιος και τι. Της έδωσε τον φάκελο. «Μέτρα τα.» «Ευχαριστώ πολύ.» Σαν να της είχε δώσει ένα μάτσο τριαντάφυλλα. Άρχισε να τα μετράει. Τώρα ένοιωθε φτηνός ο ίδιος. Βρίστηκε από μέσα του. «Όλα εδώ είναι...» του είπε με αναστεναγμό. «Ξεκινάμε λοιπόν...» είπε και αναλογίστηκε την επόμενη του κίνηση. Είχε ανάγκη από σενάριο και ξαφνικά είχε μουδιάσει το μυαλό του. Τι λέει στην συνέχεια ο πωρωμένος πελάτης στην πωρωμένη πόρνη; Άπλωσε το χέρι της και άρχισε να χαϊδεύει τον σβέρκο του. Του ήρθε αμέσως μια στύση που τον αποπροσανατόλισε τελείως. «Τι θέλεις να ξεκινήσουμε Πέτρο μου; Πες μου τι θέλεις.» «Θέλεις να βάλω λίγη μουσική;» Αυτό του βγήκε αυθόρμητα. «Όπως θέλεις.» «Εσύ τι θέλεις;» «Η βραδιά σου ανήκει. Εσύ αποφασίζεις.» «Εγώ αποφάσισα να σε γνωρίσω καλύτερα. Θέλω να μου πεις τι μουσική σ’αρέσει.» «Κάτι ξένο. Οτιδήποτε δεν καταλαβαίνω τα λόγια.» «Δεν σ’αρέσει η ελληνική μουσική;» «Βρίσκω παρανοϊκό να μας αρέσει ν’ακούμε την δυστυχία της φτώχιας ή του έρωτα. Λίγο πολύ μόνο αυτό ξέρουν να μας λένε.» «Μα ... συμβαίνουν. Η φτώχεια, ο πόνος στον έρωτα...» «Και γιατί τα τραγουδάμε;» Δεν ήξερε τι να της απαντήσει. Βρήκε έναν σταθμό που έπαιζε ξένες επιτυχίες. Ήταν αναπόφευκτο να συμβεί. Ένας καλοθελητής αναγνώρισε τον Νίκο στο μαγέρικο, στα χασάπικα, και έτρεξε να τηλεφωνήσει, να πει τα μαντάτα στον Ζανό. Εκτός από το μαγαζί, η υπόλοιποι στοά ήταν νεκρή, στοιχειωμένη από τον απόηχο της πρωινής οχλοβοής, τρομακτική στην θέα των γυμνών γάντζων. Περισσότερα από τα μισά τραπέζια ήταν γεμάτα από αυτούς που ήξεραν από καλό, φθηνό φαγητό, από τα πιο γνωστά μυστικά της πόλης. Ο Νίκος κατανάλωνε ρετσίνα μαζί με το μοσχαράκι-αρακά του, το κασκέτο του κατεβασμένο χαμηλά να τον κρύβει από την παρέα των αστυνομικών που είχαν το τραπέζι στην απέναντι γωνία. Αν σηκωνόταν να φύγει πρώτος θα έπρεπε να περάσει από μπροστά τους και δεν ήθελε τέτοια προσοχή. Παρήγγειλε άλλη μια κανάτα ρετσίνα να την σκοτώσει στο επόμενο μισάωρο. Είχε κλείσει δωμάτιο σε ένα φτηνό ξενοδοχείο στην Αθηνάς, μια φέτα κτίριο, εκεί που τα βράδια οι τραβεστί ξεχαρμάνιαζαν την πελατεία τους. Εδώ ήταν αόρατος μέρα νύχτα. Ήταν τακτικός στους λογαριασμούς του και χειριζόταν τα λεφτά του με προσοχή και μέτρο, δεν ήθελε να δείξει σε άπληστα μάτια πως διέθετε αρκετά. Κοίταζε σε αραιά διαστήματα να κάνει μια μεγάλη διαδρομή με τα πόδια, σε διαφορετική κατεύθυνση κάθε φορά, μέχρι να βρει μια μηχανή ανάληψης για να αποσύρει όσα χρειαζόταν να διατηρηθεί λίγες μέρες. Είχε τρεις λογαριασμούς, το κομπόδεμα όλης του της ζωής, και οι τρεις σε τρία διαφορετικά ονόματα που η αστυνομία δεν θα ανακάλυπτε ποτέ. Για φαγητό έβγαινε μόνο τη νύχτα, με το παρόν μαγέρικο σαν την καλύτερη λύση. Το ότι το προτιμούσαν και οι αστυνόμοι δεν τον τρόμαζε διόλου. Ήταν πιο κρυμμένος δίπλα τους από οπουδήποτε αλλού. Επιτέλους, μια υπηρεσιακή κλίση στον ασύρματο άδειασε το τραπέζι που του έκοβε τον δρόμο. Αμέσως μετά ζήτησε τον λογαριασμό και σηκώθηκε να φύγει, το βήμα του ελαφρύ απ’το κρασί. Τα αμπαρωμένα κρεοπωλεία στην διαδρομή του λίγο τον απασχόλησαν. Δεν τον τρόμαζε το σκοτάδι, από τις σκοτεινές ψυχές των ανθρώπων έπρεπε να φυλάγεται. Στάθηκε, το σακάκι πάνω από τον ώμο, πήρε μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο του. Καψάλισε τα χείλη του να διώξει λίγη από την ζαλάδα. Απέναντι του, μια τεράστια φιγούρα του έκλεινε τον δρόμο. Ο Ζανό, τσακισμένος από τα χρόνια, τον περίμενε ασθμαίνοντας, με το μάτι του να γυαλίζει υγρό από την αδημονία. «Δεν έπρεπε να γυρίσεις Νίκο» κροτάλισε περίεργα η φωνή του. «Δεν χαίρεσαι που με βλέπεις;» του πέταξε πετυχημένα προκλητικά. Ο Ζανό κάγχασε. «Ω, εγώ χαίρομαι. Και πολύ μάλιστα. Την περίμενα πως και πως αυτή την στιγμή.» Τράβηξε ένα μεγάλο κυνηγετικό μαχαίρι σαν επιβεβαίωση. Ο Νίκος έμεινε ατάραχος. «Έλα λοιπόν, τι περιμένεις; Έλα αν σε παίρνουν τα πόδια σου!» Ο τεράστιος άντρας κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του. Ο Νίκος τύλιξε το σακάκι του γύρο από το δεξί του μπράτσο, η μόνη άμυνα που διέθετε. Ο Ζανό είχε κοκκινίσει από την έξαψη, ξεφυσούσε σαν άγριο θηρίο. «Ηρέμισε, θα πάθεις τίποτα.» Η ειρωνεία του έπιασε τόπο καθώς έσπρωξαν τον άλλον να επιτεθεί αστόχαστα και άστοχα με δύο κοφτά καρφώματα της λεπίδας στον αέρα. Ο ίδιος ο Νίκος δεν ήταν σε καλύτερη θέση από τον αντίπαλο του. Ζαλισμένος από το κρασί, το βήμα του ήταν ασταθή, ευάλωτο. Κατάφερε ένα χτύπημα με το αριστερό στα πλευρά του χοντρού άντρα που πέφτοντας πάνω σε έναν πάγκο σωριάστηκε στην συνέχεια στο έδαφος. Παρέσυρε μαζί του και τον Νίκο που γλιστρώντας τον ακολούθησε καταγής. Προσπάθησαν και οι δύο ανήμποροι για λίγο να σηκωθούν όρθιοι. Ήταν ένα θέαμα που προσφερόταν περισσότερο για γέλια παρά για αγωνία. Ένας ξαφνικός, καυτός πόνος διαπέρασε το μπράτσο του Ζανό. Έβγαλε μια άναρθρη κραυγή, κοκάλωσε και έπεσε με πάταγο ξανά στην πλάτη του. Έμεινε ακίνητος με παγωμένο, απλανές βλέμμα, με σπαστές αναπνοές να αναπηδούν από τα κάτασπρα του χείλη. Ο Νίκος έμεινε γονατιστός, να τον κοιτά σαστισμένος. Στην συνέχεια το σώμα του Ζανό χαλάρωσε, η αναπνοή του κόπηκε απότομα και το μαχαίρι γλίστρησε ελεύθερο στο βρώμικο έδαφος. Χωρίς να το σκεφτεί, ο Νίκος βούτηξε από πάνω του και τον άρχισε στις μαλάξεις. Τον γρονθοκόπησε για λίγο στο στέρνο πριν σκύψει να στείλει την αναπνοή του στα μπλεδιασμένα χείλη του άντρα. Συνέχισε να εναλλάσσεται από το φιλί της ζωής στις μαλάξεις μέχρι την στιγμή που κόσμος από το μαγέρικο άρχισε να μαζεύεται γύρω τους. «Φωνάξτε ένα ασθενοφόρο!» τους έκραξε. Ο Πέτρος πάρκαρε μπροστά στο γκαράζ του σπιτιού του. «Δεν ήθελα ξενοδοχείο. Σε πειράζει;» την ρώτησε. «Κλιματιστικό έχεις;» «Ναι...» «Τότε δεν με πειράζει καθόλου. Μ’αρέσει πολύ.» Έσκυψε προς το μέρος του, τον αγκάλιασε και τον φίλησε βαθιά στο στόμα. Εκείνος την απώθησε λίγο άγαρμπα. «Πάμε μέσα...» «Τι έχεις; Άλλαξες γνώμη; Δεν με θέλεις;» «Όχι ... Είναι κάπως νωρίς. Λέω να τσιμπήσουμε κάτι πρώτα. Δεν πεινάς; Έχω μαγειρέψει...» Η Άσπα ξέσπασε στα γέλια. Ο Πέτρος την κοίταξε πληγωμένος, εκνευρισμένος. «Αγόρι μου, το ξέρεις πως με έχεις δική σου με όποιον τρόπο γουστάρεις από την στιγμή που μου έδωσες τον φάκελο; Το ξέχασες;» «Όχι δεν το ξέχασα. Εμένα όμως έτσι μ’αρέσει.» Είχε κοκκινίσει. Τον κοίταξε παιχνιδιάρικα. «Συγνώμη. Δεν ήθελα να σε θίξω. Σαν κανονικό ραντεβού λοιπόν ... με την κοπέλα σου. Είμαι ξέρεις. Αυτό το βράδυ είμαι η κοπέλα σου. Ρομαντικό μου παιδί...» Ο Πέτρος βγήκε χωρίς κουβέντα από το αμάξι και έκανε τον κύκλο για να της ανοίξει την πόρτα. Βημάτισαν βουβά προς την εξώπορτα. Ο παππούς του ξεπρόβαλε στο μπαλκόνι από πάνω τους την ώρα που ξεκλείδωνε. «Πέτρο ... εσύ είσαι;» «Ναι παππού!» Η Άσπα έκανε πίσω και στάθηκε στο φως για να τον δει καλύτερα. Ο Θανάσης ήξερε πως ο εγγονός του θα γυρνούσε με κοπέλα, τον είχε βάλει από το πρωί να μαγειρέψει την πιο πετυχημένη του συνταγή, κάποια καινούργια ήθελε προφανώς να εντυπωσιάσει, αλλά δεν ήταν προετοιμασμένος για την ποιότητα της κοπέλας που του χαμογελούσε από το πλακόστρωτο. «Ω, καλησπέρα σας δεσποινίς! Πως είστε;» «Καλησπέρα και σε σας. Όμορφη βραδιά.» «Ναι είναι. Όμορφη. Ο ουρανός είναι γλυκός.» Και ο Πέτρος βγήκε στο φως να δώσει το στίγμα. «Καληνύχτα παππού. Τα λέμε το πρωί.» Ο Θανάσης κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του αλλά πριν αποσυρθούν όλοι στο σπίτι έσκυψε και φώναξε «ψιθυριστά» στον εγγονό του. «Πέτρο, το κοτόπουλο ίσως θέλει λίγο αλάτι ακόμα. Τσέκαρε το.» Ο Πέτρος έσφιξε τα χείλη του καθώς η Άσπα χαμογέλασε αχνά. «Μένεις με τον παππού σου;» ρώτησε για να σώσει την στιγμή. «Περίπου. Το διαμέρισμα του είναι ξέχωρο απ’το δικό μου.» Ξεκλείδωσε την πόρτα και έκανε στην άκρη για να μπει εκείνη πρώτη. Ο εφημερεύον γιατρός στα επείγοντα περιστατικά ακούστηκε καθησυχαστικός. Μάλλον τον είχε περάσει για φίλο του Ζανό, καθώς είχε κατέβει από το ασθενοφόρο συνοδεύοντας το φορείο. Το καρδιακό επεισόδιο ήταν κρίσιμο αλλά η κατάσταση του παθόντος είχε σταθεροποιηθεί. «Αν δεν ήσασταν εκεί για τις πρώτες βοήθειες μπορεί τώρα να μην ζούσε. Δεν έχει όμως νόημα να περιμένετε. Αυτή την στιγμή κοιμάται. Ελάτε καλύτερα να τον δείτε το πρωί» συμπλήρωσε. Φεύγοντας ο Νίκος είδε το παρεκκλήσι του νοσοκομείου στον αυλόγυρο. Βρήκε την πόρτα ανοιχτή και μπήκε μέσα. Κάθισε σε έναν στενό πάγκο απέναντι από τα εικονίσματα και αναρωτήθηκε ποια ήταν η διαδικασία προσευχής, πως προσεύχεται κανείς σωστά, και είχε μπει πράγματι για να προσευχηθεί; Ήταν μπερδεμένος και το κεφάλι του γεμάτο ερωτηματικά. Ήθελε απαντήσεις. Γιατί είχε σώσει την ζωή το Ζανό; Γιατί τον συνόδεψε με το ασθενοφόρο μέχρι το νοσοκομείο; Ήταν τόσο σημαντικό να ζήσει αυτό το καθίκι; Οι μάρτυρες του περιστατικού είχαν νομίσει πως ήταν παρέα και όταν ο οδηγός του ασθενοφόρου του είχε πει να περάσει από πίσω υπάκουσε για να μην κινήσει τις υποψίες. Αυτή ήταν η καλύτερη και πρώτη εξήγηση που είχε σαν απάντηση. Σε όλη την διαδρομή είχε το απορημένο, γυάλινο βλέμμα του Ζανό πάνω του. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι περνούσε κι απ’το δικό του μυαλό, τι σκέφτεται κανείς στο κατώφλι του θανάτου; Την νύχτα του σεισμού έγινε μάρτυρας της διάσωσης μιας ζωής. Είχε ζηλέψει εκείνη την δύναμη. Καταράστηκε την απουσία της στο να γλιτώσει την γυναίκα του, την Νάνση, και να που τώρα είχε σώσει ο ίδιος μια ζωή, τον άνθρωπο που του στάθηκε αγκάθι σε όλη την πρώιμη του ζωή στην παρανομία. Δεν θυμόταν κάποια συγκεκριμένη αφορμή, αλλά όταν πρωτοβγήκε στην πιάτσα, σε κάθε του βήμα, σαν δαίμονας σταλμένος από την κόλαση, ήταν ο Ζανό εκεί να του γίνεται εμπόδιο, βραχνάς. Πάντα θα διεκδικούσαν την ίδια πλατεία ή γωνία του δρόμου σαν βαποράκια, το ίδιο μπακάλικο να ληστέψουν, την ίδια πόρνη για να πηδήξουν. Μετά από ένα διάστημα στέρεψαν οι αιτίες και ήθελαν απλώς να ξεκάνουν ο ένας τον άλλον. Οι συγκρούσεις τους σήκωναν κουρνιαχτό, γκρέμιζαν καφενεία, έστελναν πότε τον έναν πότε τον άλλον και πότε και τους δύο μαζί στα επείγοντα να αιμορραγούν ακατάσχετα, αλλά παρέμεναν αμετανόητοι, ποτισμένοι στο μίσος τους. Δεν τον φοβήθηκε ποτέ αλλά, και το είχε ξεχάσει αυτό, όταν γνώρισε και παντρεύτηκε την Σοφία άρχισε να αποφεύγει τον Ζανό. Ξέκοψε το συγκεκριμένο νταϊλίκι η λύσσα όμως του αντιπάλου του δεν είχε στερέψει ποτέ. Τον έψαχνε μέχρι την μέρα που του κατέβηκε να μπαρκάρει, να φύγει. Το βλέμμα των αγίων τον έκαναν να νιώθει περίεργα, σαν να του σκάλιζαν το κεφάλι με τις ίδιες απορίες που βασάνιζαν και τον ίδιο. Η μυρωδιά των κεριών αναμόχλευσαν κάτι θαμμένο μέσα του και ένιωσε να τον κατακλύζει μια θεία ζέστη. Έχασε κάθε αυτοέλεγχο και ξέσπασε στα κλάματα σαν μωρό παιδί. Τρανταζόταν ολόκληρο το σώμα του, τα δάκρυα του ασυγκράτητα. Ισοπεδώθηκε από τους λυγμούς και αναρωτήθηκε αν αυτή ήταν η φωνή του Θεού. Πρώτα του αποκαλύφθηκε η ερώτηση. Μήπως δεν ήταν τόσο σκάρτος, τόσο κακός, τόσο ξεγραμμένος πέρα από κάθε συγχώρεση όσο νόμιζε; Υπήρχε ακόμα ελπίδα για την ψυχή του; Μετά είδε το πρόσωπο του Δήμου σαν απάντηση. Η σωτηρία του γιου του ήταν συνδεδεμένη με την δική του. Ήταν άξιος να αλλάξει όλα όσα είχε σπείρει μια ζωή; Παραδομένος στην αγωνία του άρχισε να προσεύχεται. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή του που συνειδητοποίησε την απέραντη μοναξιά του. «Ήταν πολύ νόστιμο. Είσαι εξαίρετος μάγειρας.» «Κόφτο, αφού ξέρεις πως το μαγείρεψε ο παππούς.» «Απίθανος παππούς.» Την κοίταξε για λίγο, παραδομένος στην ψευδαίσθηση του ραντεβού τους. «Ξέρεις, δεν σε περίμενα έτσι. Εννοώ πως δεν έχεις καμία σχέση με τις εντυπώσεις που μου άφησες στην πρώτη μας συνάντηση.» «Ξεχνάς τον φάκελο που χουχουλιάζει αυτήν την στιγμή στην τσάντα μου.» Πειράχτηκε. «Δεν θα μπορούσες να μοιραστείς μια τέτοια βραδιά, να χαλαρώσεις με κάποιον χωρίς χρηματικό όφελος;» Ανασήκωσε αφοπλιστικά τους ώμους της. «Ίσως, με κάποιον φίλο. Εσύ δεν είσαι φίλος μου Πέτρο. Είσαι πελάτης. Συγνώμη ... Δεν έπρεπε να χαλάσω την ψευδαίσθηση. Γιατί περί αυτού πρόκειται Πέτρο μου. Με έχεις εντυπωσιάσει αλλά ταυτόχρονα έχεις στήσει και ένα παραμύθι εδώ πέρα. Γιατί δεν συγκεντρώνεσαι στον πραγματικό σκοπό αυτής της βραδιάς, να σου μείνει αξέχαστη. Το σεξ. Δεν χρειάζεται να πέσεις από τα σύννεφα αργότερα. Χαλάρωσε και νιώσε την στιγμή. Με ποθείς ... από την στιγμή που με πρόσεξες. Είμαι εδώ και σε λίγο θα τα έχεις όλα.» Σηκώθηκε και πήγε δίπλα του. Τον πήρε από τον σβέρκο και τον σήκωσε. Είχε πάλι στύση και καθώς σηκώθηκε το παντελόνι τον περιόρισε επίπονα. Εκείνη κοίταξε χαμηλά και κατάλαβε. Του κατέβασε το φερμουάρ και τον ελευθέρωσε. Του ξέφυγε ένας ξαφνιασμένος αναστεναγμός. «Θα μου δείξεις την κρεβατοκάμαρα;» Είχε μόνο την δύναμη να της δείξει την κατεύθυνση με τα μάτια. Τον πήρε από το πέος και βγήκαν από την τραπεζαρία. Είχε υποστεί την ειρωνεία του Τίμου ως εκεί που έπαιρνε. Τώρα, ξαπλωμένοι όπως ήταν για ύπνο, –τα παιδιά είχαν ήδη παραδοθεί σ’αυτόν–, σταύρωσε τα χέρια της και έσμιξε τα φρύδια της πεισματικά. «Τίμο, εγώ θα πάω.» Ατένιζαν και οι δύο την οροφή της τέντας τους, εκείνος χαμένος στο κάπνισμα, σε νέες έγνοιες. «Τι πράγμα;» «Θα πάω λέγω. Στην συναυλία. Θα πάρω και τον Γιώργο.» «Δε πα όπου θέλεις ... Αφού σε φτιάχνουν αυτοί οι τζιτζιφιόγκοι...» «Δεν αντέχω κάθε μέρα εδώ μέσα. Θέλω και κάτι άλλο. Μια αλλαγή και ότι νά’ναι! Ας είναι και μουσική.» «Μουσική το λες εσύ αυτό;» «Ναι, μουσική. Επειδή δεν το καταλαβαίνεις εσύ δεν σημαίνει πως πρέπει να το στερούμαστε και οι υπόλοιποι...» Κατέβασε το χέρι του χαμηλά και έσβησε την γόπα στο χώμα. Τον είχε κουράσει η μουρμούρα της. Το ράντζο έτριξε όπως γύρισε άγαρμπα προς το μέρος της και την χούφτωσε ανάμεσα από τα πόδια. Αντέδρασε επιφυλακτικά αποφεύγοντας τα καπνισμένα του χείλη. «Τίμο ... τα παιδιά...» «Τα παιδιά κοιμούνται.» «Δεν με νοιάζει. Δεν το κάνω εδώ.» «Ξέρεις πόσον καιρό έχουμε να το κάνουμε; Από τότε που κλειστήκαμε σ’αυτή τη μαλακία.» «Λες και φταίω εγώ...» Πέταξε το σεντόνι από πάνω του ξεσκεπάζοντας κι εκείνη. Πετάχτηκε όρθιος. Η συνομιλία τους διεξαγόταν στα ψιθυριστά. «Σήκω.» «Τι ‘σήκω’;» «Πάμε στο φορτηγάκι.» «Τρελάθηκες; Δεν πάω πουθενά.» Έσφιγγε ήδη το ζωνάρι του. «Σήκω γιατί όχι παιδιά ... θα μας ακούσουν όλοι!» «Αν ξυπνήσουν και δεν είμαστε εδώ;» «Ε, και; Τι θα πάθουν;» Η Ελένη δεν ήξερε τι να πει. Όταν ο Τίμος «άναβε» μόνο ένας τρόπος υπήρχε να σβήσει. Πήγαινες με τα νερά του. Σηκώθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Έριξε ένα μπουφάν του πάνω από το νυχτικό της καθώς την έσπρωξε μαζί του έξω από την σκηνή. Ο Άλκης γύρισε αργά σπίτι, κουρασμένος αλλά απογειωμένος. Η πρόβα της ορχήστρας πήγε καλά και ήταν όλοι τους ευχαριστημένοι. Η μουσική ήταν το δικό του φάρμακο, το βάλσαμο του. Ζούσε μια εσωτερική πανδαισία τελείως αφάνταστη στον οποιονδήποτε ακροατή απολάμβανε εκείνη την στιγμή το αποτέλεσμα της. Ξεπερνούσε ακόμα κι εκείνη την στιγμή που όταν τελείωνε ένα κομμάτι τα μέλη της ορχήστρας κοίταζαν επιτέλους ο ένας τον άλλο, ξαναμμένοι, ιδρωμένοι, με το ικανοποιημένο χαμόγελο της επίτευξης στα πρόσωπα τους, της ομαδικής νίκης, της μοιρασμένης μέθεξης. Ο Άλκης δεν διάβαζε ποτέ τις νότες. Με τα δάχτυλα του στα πλήκτρα, κρατούσε τα μάτια του κλειστά, εγκατέλειπε το σώμα του και σκορπιζόταν σε νεφελώματα με αποχρώσεις ανθρώπινο μάτι δεν είχε ξαναδεί. Δεν ήξερε πόσο μακριά πετούσε η ψυχή του, η μουσική πάντως ήταν πάντα εκεί, το σκεύος που τον περιείχε και τον ταξίδευε. Αυτός ήταν ο προσωπικός του κόσμος και ήταν σίγουρος πως ήταν δικός του από την κούνια, πριν ακόμα ακούσει την πρώτη νότα της ζωής του. Ήταν κάτι τεράστιο, πέρα ακόμα κι από αυτόν τον ίδιο, δεν ήθελε να το σκαλίσει και σίγουρα δεν μπορούσε να το μοιραστεί ποτέ με κανέναν. Αυτό, και οι ενοράσεις, του φανέρωναν τα ισχνά σύνορα ανάμεσα στον κόσμο των απλών ανθρώπων και την τρέλα, μια απόσταση όση και μια χορδή πιάνου πάνω από την οποία σχοινοβατούσε όλη του την ζωή. Στο σαλόνι έπεσε πάνω στην Δανάη και την Ισμήνη. Καθισμένες στον καναπέ έβλεπαν κάποιο έργο στην τηλεόραση. Η Δανάη τον ρώτησε αν πεινάει. Είχε λίγο ψητό στο ψυγείο. Δεν πεινούσε καθόλου. Το φαγητό του ερχόταν τόσο ... άχρηστο εκείνη την στιγμή. Πως να τους εξηγούσε πως ήταν γεμάτος από τον ουρανό και τ’άστρα; Θα ακουγόταν αστείο αν το έλεγε φωναχτά, ήταν όμως τόσο αληθινό όσο και η ζωή. «Είμαι κουρασμένος. Υπόσχομαι ν’αναπληρώσω με ένα πλούσιο πρωινό.» Τους καληνύχτισε και ανέβηκε τις σκάλες για το κρεβάτι του. Η Ισμήνη περίμενε μέχρι ν’ακούσει την πόρτα να κλείνει πίσω από τον Άλκη πριν κάνει την ερώτηση. «Γιατί δεν έχει ποτέ γκόμενα ο Άλκης;» Η Δανάη δεν έδειξε να ξαφνιάζεται. Το βλέμμα της έμεινε σταθερά στην οθόνη της τηλεόρασης. Η εικόνα από το πρώτο της φιλί πέρασε από την μνήμη της. Δέκα χρονών, καλοκαίρι, στην δροσιά του γκαράζ, με την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή μην τους ανακαλύψουν, ανασηκωμένη στις μύτες των ποδιών της να φτάσει τα χείλη του κατά ένα κεφάλι ψηλότερου αδελφού της. Υγρό, γλυκό, καλύτερο απ’ότι το είχε φανταστεί, κράτησε όσο μπορούσε να κρατήσει και την αναπνοή της. Πολύ αργότερα, μια συμμαθήτρια της θα της μάθαινε πως να αναπνέει από την μύτη για μεγαλύτερη, απολαυστικότερη διάρκεια. «Που το ξέρεις πως δεν έχει;» ρώτησε την Ισμήνη. «Γιατί, έχει; Αυτά δεν κρύβονται. Ούτε μιλάει για γυναίκες, ούτε τηλεφωνάει ή του τηλεφωνούν, ούτε τον έχω δει με καμία. Τίποτα. Μήπως δεν τον ενδιαφέρουν;» «Μήπως τον έχεις δει με άντρες;» «Σωστά. Μονάζει δηλαδή;» «Έχει τις δικές του προτεραιότητες. Όπως την μουσική του. Ο Άλκης δεν είναι σαν κανέναν οποιονδήποτε που ξέρεις ή ξέρω. Αμφιβάλλω αν υπάρχει γυναίκα που να μπορεί να τον αγαπήσει όπως του αξίζει.» «Εκτός από σένα εννοείς.» Το σχόλιο δεν είχε τεθεί ειρωνικά ούτε η Δανάη θα το εκλάμβανε έτσι. Ήταν τόσο σίγουρη γι αυτό που κατέθετε. «Γιατί, αμφιβάλλεις;» «Μάλλον όχι.» Η κουβέντα δεν συνεχίστηκε. Το θέμα είχε λήξει. Η Ισμήνη θεώρησε την απορία της λυμένη. Το φορτηγάκι πλησίασε τον λόφο του Φιλοπάππου μέχρι εκεί που το έπαιρνε, και λίγο παραπάνω παράνομα, μέχρι να τραβήξει ο Τίμος επιτέλους χειρόφρενο. Συνέχισαν με τα πόδια μέχρι το μνημείο, κάτω από τα άστρα. Η νύχτα είχε δροσίσει ευχάριστα και η Ελένη αισθανόταν ευδιάθετη. Ήταν μόνοι τους. Εκείνος κάπνιζε. «Δώσε μου κι εμένα ένα...» «Έχω τα άφιλτρα.» «Δεν πειράζει.» Της έδωσε ένα και της το άναψε. Κρεμάστηκε στο μπράτσο του και ρούφηξε τον καπνό με απόλαυση. «Όμορφη βραδιά. Θυμάσαι που ερχόμασταν εδώ τα βράδια;» «Εδώ; Έχουμε ξανάρθει;» «Ναι εδώ. Όταν πρωτοβγαίναμε. Ήρθαμε πολλές φορές.» «Που να θυμάμαι...» Θυμήθηκε να της χουφτώσει τον πισινό. «Μήπως ο νους μου ήταν ποτέ στα χόρτα και τις πέτρες; Οπουδήποτε μακριά από την μάνα σου με βόλευε.» «Αλλιώς μου τά’λεγες τότε.» «Δηλαδή;» «Δεν έχει σημασία. Δεν τα έχαφτα έτσι και αλλιώς. Τι ‘το φεγγάρι στα μάτια σου’, τι ‘τα άστρα στα μαλλιά σου’ ... Με το ζόρι δεν με πιάνανε τα γέλια.» «Εγώ τά’λεγα αυτά;» «Ναι, ρομαντικέ μου άντρα.» «Για δες, το είχα ξεχάσει τελείως. Τι λέει ο άνθρωπος για να γαμήσει...» Τον διέκοψε με ένα παιχνιδιάρικο χαστούκι. Άρχισε να κόβει κύκλους γύρω του. «Και τώρα τι κάνεις; Βρήκες νέα κόλπα;» Πήρε στο ψιλό το βλέμμα που της έριξε. «Έλα μην παίζεις τον αθώο. Τρία παιδιά αργότερα νομίζεις και δεν σέ’μαθα.» Έσβησε το τσιγάρο και την πλησίασε, την πήρε στην αγκαλιά του. «Είσαι η μόνη πριγκίπισσα που γνώρισα ποτέ.» Η Ελένη ξέσπασε στα γέλια. Δεν σχολίασε το γέλιο της. Περίμενε σοβαρός να σταματήσει. Εκείνη αντιλήφθηκε την σιωπή του και τον κοίταξε κατάματα πριν εκείνος συνεχίσει. «Ξέρεις τι είπε η συγχωρημένη η μάνα μου όταν σε πήγα να σε γνωρίσει; ‘Αυτή η κοπέλα θέλει να παντρευτεί εσένα;’ Η μάνα μου! Μέχρι την εκκλησία ... Ακόμα και σήμερα κάθομαι και χωνεύω που είσαι γυναίκα μου. Δεν συγκρίνεσαι μωρό μου. Δεν συγκρίνεσαι.» Της έπεσε το τσιγάρο. Ήθελε να τον αρχίσει στα χαστούκια αλλά την είχε δεμένη στην αγκαλιά του. Ο άτιμος είχε τις στιγμές του και όταν τις είχε ήταν καλός. «Τι μπάσταρδος που είσαι...» Της έκλεισε την κουβέντα με ένα φιλί. Του ανταποκρίθηκε με πάθος. Έγιναν ένα με το μνημείο κάτω από τα άστρα. Η Αρετή δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στριφογυρνούσε μία ώρα ανήμπορη να κοιμηθεί. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και αφουγκράστηκε το σκοτάδι. Ο θόρυβος ήταν εκεί, ευδιάκριτος και ενοχλητικός. Την φώναζε, την καλούσε. Ήταν ο βόμβος του ψυγείου, στην κουζίνα. Το στομάχι της την πρόδωσε, απάντησε στον εχθρό με ένα εκκωφαντικό γουργούρισμα. Αμέσως η δυνατή μυρωδιά της σοκολάτας χτύπησε τα ρουθούνια της. Καιρό τώρα είχε αρχίσει μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να βελτιώσει την διατροφή της. Το ψυγείο είχε φρούτα, μια σειρά από γιαούρτια διαίτης, τυριά σε λάιτ εκδοχές και ένα κομμάτι κέικ σοκολάτας. Το τελευταίο το είχε αγοράσει σήμερα με σκοπό να επιβραβεύσει τον εαυτό της όταν θα έκλεινε πετυχημένα μία εβδομάδα αυτοσυγκράτησης, σε δύο μέρες δηλαδή. Έκανε το λάθος να βάλει τον εχθρό μέσα και τώρα βαλλόταν ανελέητα. Πετάχτηκε όρθια και έτρεξε στην κουζίνα. Έβγαλε το κέικ από το ψυγείο και το άφησε στο τραπέζι. Πήρε ένα πιρούνι ... Ήταν απλό, θα το έτρωγε, θα το εξαφάνιζε και δεν θα έκανε ποτέ ξανά το λάθος να υποβάλλει τον εαυτό της σε τέτοιο πειρασμό. Έτσι όμως θα έχανε και το παιχνίδι. Δεν θα άλλαζε τίποτα. Δεν θα γινόταν ποτέ η νέα γυναίκα. Δεν θα της άξιζε ποτέ ο Αλέξης. Πήρε το κέικ με το πιάτο και βγήκε στο μπαλκόνι. Από κάτω της στον δρόμο ήταν ένα βουνό σακούλες σκουπίδια με πεινασμένες γάτες. Σε κλάσματα δευτερολέπτου μπορούσε να εξαφανίσει το δίλημμα της. Να αφήσει το κέικ να σκάσει στο πεζοδρόμιο. Αμέσως αναλογίστηκε την σοκολάτα που χύθηκε, το παντεσπάνι που ψήθηκε, το μεράκι του ζαχαροπλάστη που το έπλασε, και το λυπήθηκε, έλιωσε το μέσα της. Δεν ήταν κρίμα; Αν υποσχόταν να είναι το τελευταίο της ... Αν δεν μπορούσε όμως να πει το όχι τώρα, δεν θα μπορούσε να το πει ποτέ. Υπήρχε σωστή και λάθος απόφαση; Υπήρχε; ... Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Recommended Posts
Join the conversation
You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.