DinoHajiyorgi Posted May 3, 2007 Share Posted May 3, 2007 Είδος: Προβλέψιμο Μελό. Βία; Όση δημιουργεί η ρημάδα καρδιά Σεξ; Με έρωτα γνήσιο. Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Γράφτηκε σαν σενάριο για τηλεταινία. Σήμερα ο συγγραφέας του μου είναι άγνωστος καθώς έχουν περάσει 12 χρόνια από την συγγραφή του. Δηλαδή δεν ξέρω πως μου βγήκε και τι ήθελε να πει ο ποιητής. Αλλά, διαβάζοντας το ξανά, μου αρέσει κι ας είναι προβλέψιμο. 1. Κάπνιζε αλυσιδωτά, τα μάτια της άτρωτα στο τσούξιμο της κάπνας, ενώ το βλέμμα έτρεχε έμπειρα πάνω στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες πάνω στο γραφείο. Το χέρι της τις άλλαζε κατάταξη σαν παπατζής διαλέγοντας ταυτόχρονα προτάσεις για το εξώφυλλο και την σειρά παρουσίασης του άρθρου. Φωτογραφίες μοντέλων, αντρών και γυναικών, σε ημίγυμνες ερωτικές περιπτύξεις. Όσες διαπερνούσαν κάθε της αμφιβολία τις έσπρωχνε εκτός, προς τον συνεργάτη της που περίμενε δίπλα της όρθιος. «Αυτή…αυτή…Καλή δουλειά…Ο Αλέκος φυσάει παιδί μου! Ο Πέτρος θα ξετρελαθεί μ’αυτές…» Διέσχισε βιαστικά τον κεντρικό διάδρομο του συμπλέγματος προς το γραφείο του Πέτρου Νικολόπουλου με τον γεμάτο ντοσιέ παραμάσχαλα. Δεν μπορούσε να μην προσέξει πως όλα σχεδόν τα κουβούκλια ήταν κενά, η ακαταστασία τους να υπονοεί μόνο πως οι κάτοχοι τους θα επέστρεφαν πάραυτα. Τα γραφεία της ΟΝ χωρίς την βαβούρα της προκαλούσαν άγχος. Σαν την καφεΐνη στο αίμα της και την νικοτίνη στα πνευμόνια της, είχε ανάγκη τη φασαρία για να είναι επαρκώς κουρδισμένη και πρώτη στο παιχνίδι. Δεν μπήκε στον κόπο να χτυπήσει την πόρτα, ο Πέτρος δεν ήταν σχολαστικός για τέτοιες τυπικότητες. Τον έπιασε με τα πόδια απλωμένα πάνω στο γραφείο να πετάει μπαλιές στην μικρή μπασκέτα στον απέναντι τοίχο. Άφησε θριαμβευτικά τον ντοσιέ μπροστά του. «‘Η Ερωτική Ζωή του Έλληνα στην Νέα Χιλιετία!’ Τέλειωσα. Όλο δικό σου. Όσο για μένα…Αντίος μουτσάτσος!» Κοίταξε την Κάτια με ένα μάτι, χαμογελώντας. «Ένα λεπτό μουτσάτσα…Δεν το διόρθωσα ακόμα…» «Κάνε μου τη χάρη…» «Έλα κάτσε λίγο. Θέλω να σε δω πριν φύγεις.» Άνοιξε το ντοσιέ και άρχισε να ξεφυλλίζει το ρεπορτάζ. Η Κάτια πήγε στο παράθυρο και κοίταξε έξω με αδημονία. «Τα διαγράμματα που είναι;» «Τα έχει αναλάβει ο Ηλίας.» «Πρέπει να έχουμε και διαγράμματα. Τα γουστάρω πολύ. Ειδικά αυτά τα…Τα διαγράμματα πίτας…του είπες…;» «Ναι-ναι, θα κάνει και διαγράμματα πίτας.» «Γιατί δεν κάθεσαι; Δεν μπορείς να ηρεμήσεις;» «Δεν μπορώ. Θέλω να φύγω. Να φύγω…να φύγω…» «Ο Νίκος; Σε περιμένει στην Άνδρο;» Άναψε άλλο ένα τσιγάρο, εκνευρισμένη. «Δεν θα πάω στην Άνδρο.» «Μπα; Χωριστές διακοπές;» «Αν ο Νίκος το θέλει ας ριζώσει στο νησί του. Λίγο μ’ενδιαφέρει. Όσο για μένα…Θα πάω κάπου ήσυχα να βρω την ηρεμία μου.» Πήρε το βλέμμα του από το ντοσιέ και την κοίταξε. «Μα τι έγινε; Τα τσουγκρίσατε;» «Άσε με μωρέ Πέτρο…» «Είναι σοβαρό;» «Άσε σου λέω…» Κάθισε απέναντι του και κάπνιζε με το βλέμμα της στο κενό. «Έμαθα πως βρήκε δουλειά στο ΡΟΖ ΜΑΤΙ» της σχολίασε ψαρεύοντας. Τίναξε το κεφάλι της πίσω και άφησε ένα ειρωνικό χάχανο. «Σπουδαίο βήμα! Ο μαλάκας.» «Ο Νίκος ήταν από τους καλύτερους που είχα. Ήσασταν σπουδαίο ζευγάρι, και επαγγελματικά εννοώ, αλλά έχει πρόβλημα συμπεριφοράς το παιδί. Πάει και χαραμίζεται…» Δεν ήταν σίγουρος αν τον άκουγε. Έξυσε το πηγούνι του σκεφτόμενος νέα προσέγγιση. «Γουστάρεις νά’ρθεις Μύκονο; Η Τζένη είναι Ρώμη…θά’χεις το σπίτι στη διάθεση σου…» Κοιτάχτηκαν. Γνωρίζονταν χρόνια. Γούσταραν από πάντα ο ένας τον άλλον. Δεν είχε συμβεί ποτέ μεταξύ τους. «Ευχαριστώ για την προσφορά αλλά έχω κανονίσει με μια φίλη για Λήμνο.» Ο Πέτρος δεν πρόλαβε να θέσει αντιπρόταση. Μπήκε ξαφνικά ο Σταύρος. «Ε, Πέτρο…» «Χτυπούν την πόρτα πριν μπουν, Σταύρο.» Χαμογέλασαν και οι τρεις. «Έλα, τι έγινε;» «Θυμάσαι αυτό που συζητάγαμε το πρωί; Για την τουρίστρια που δηλώθηκε εξαφανισμένη;» «Την Αγγλίδα…» «Ναι. Ε, λοιπόν βρέθηκε. Στη Μήλο. Και άκου αυτό. Είναι ερωτευμένη και σπιτωμένη με ντόπιο ψαρά, σαράντα χρόνια μεγαλύτερο της.» «Είσαι σίγουρος; Που τά’μαθες αυτά;» «Μόλις με πήρε ένας φίλος στο κινητό. Το άκουσε στο ράδιο από ντόπιο σταθμό. Βρισκόταν σε καράβι που περνούσε από τη Μήλο. Το νησί βουίζει μ’αυτό.» «Νομίζω πως σηκώνει κάποια προσοχή. Αν κινηθούμε γρήγορα πριν διαδοθεί πολύ θα κερδίσουμε και αποκλειστικότητα. Είναι καλοκαιρινό, πικάντικο…έχει ψωμί. ‘Ανέραστη Αγγλίδα…’» «Ντιπ για ντιπ ανέραστη. Μα σαράντα χρόνια μεγαλύτερο της;!» πρόσθεσε η Κάτια πατώντας την γόπα της αλύπητα στο σταχτοδοχείο. «Κοίτα ποιόν μπορούμε να στείλουμε. Την Πόπη…» Ο Σταύρος έκανε μια γκριμάτσα. «Η Πόπη είναι στην Κρήτη. Πήρε την άδεια της χθες.» «Τον Πάνο;» «Στην Ικαρία.» «Ο Άρης;» «Κύθηρα.» «Τον Γιώργο;» «Μύκονος.» «Ο άλλος Γιώργος;» «Πάλι Μύκονος.» Βαρέθηκε της γκριμάτσες του Σταύρου και γύρισε στην Κάτια. «Όχι, εμένα μην με κοιτάς. Δεν θα μου βγάλεις τον Αύγουστο απ’τη μύτη!» «Για σένα θα είναι μια στάση πριν τη Λήμνο.» «Παράκαμψη Πέτρο. Ολόκληρη διαολεμένη παράκαμψη…» «Έλα Κάτια. Η Μήλος δεν είναι άσχημο νησί.» «Όχι, Πέτρο, όχι! Δεν θα μου κάνεις ένα από τα περσινά!» «Εγώ είχα να διαλέξω ανάμεσα στον Νίκο και σένα, και ποιόν κράτησα…;!» «Σ’ευχαριστώ για την χάρη!» «Θα σου δώσω μία βδομάδα μπόνους διακοπές! Να ηρεμήσεις και πέραν του επιτρεπτού!» «Σε παρακαλώ, μην με προσβάλλεις. Το μπόνους θα πρέπει να είναι τουλάχιστον δύο βδομάδες.» «Με σφάζεις αλλά θα περιμένω κείμενο κανόνι!» Αναστέναξε νικημένη. Άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Μισούσε τα αεροπλάνα όσο και τα αργοκίνητα καράβια των γραμμών. Διάλεξε σαν καλύτερο μαρτύριο το πρώτο, ένα από τα μικρούλια της Ολυμπιακής, και κατέβαζε τώρα ποτήρια βότκας με πορτοκάλι για να συντομεύσει την διαδρομή όσο καλύτερα μπορούσε. Το Αιγαίο από κάτω ήταν απίστευτα διάφανο και φαινομενικά ρηχό. Στο ασυγκίνητο της βλέμμα, όλα τα νησιά φάνταζαν καταπράσινοι λόφοι διάσπαρτοι πάνω σε μια εξωγήινη κυανή έρημο. 2. Το κορμί της Σούζαν έκοψε το νερό σαν της γοργόνας. Ξανθιά, γυμνόστηθη, στα 22, με ψαροντούφεκο. Το δίχτυ που ήταν περασμένο στη ζώνη της ήταν γεμάτο καμακωμένα ψάρια. Τίναξε τις γάμπες της προς την επιφάνεια και αναδύθηκε στον αφρό. Τα πόδια της βρήκαν σύντομα τον λευκό βυθό και συνέχισε περπατώντας προς την ακτή. Μαργαριτάρια νερού λαμπύριζαν στο μαυρισμένο της δέρμα. Ο Νίκος Ζερβός καθόταν εκεί, μέσα στη βάρκα του, τραβηγμένη στην άμμο, και έπλεκε τα δίχτυα του. Στα 60 και κάτι, με άσπρο, πυκνό μαλλί, ασορτί μουστάκι και γένι, πρόσωπο γεμάτο ηλιοκαμένα, αλατισμένα χαρακτηριστικά. Ένα τσιγάρο έκαιγε στα χείλη του. Σήκωσε το βλέμμα του και την είδε. Η ματιά του αιχμαλωτίστηκε πάνω της. Πίσω από το τσιγάρο και το μουστάκι τα χείλη του χαμογέλασαν αβίαστα. Έξω στα βράχια, είχε χτισμένο το καλύβι του. Η Σούζαν βγήκε στην στεριά. Σήκωσε και του έδειξε τα ψάρια που έπιασε. Τα ελληνικά της βγήκαν σπαστά. «Θα τηγανίσω.» Της κούνησε το κεφάλι του. Το βλέμμα του την ακολούθησε μέχρι να χαθεί μέσα στο σπίτι. Το σπίτι του Ζερβού ήταν λιτό και πρωτόγονο. Τα στοιβαγμένα πράγματα του έδιναν μια κάποια φολκλορική ζεστασιά. Μπαούλα, δίχτυα, λάμπες, λινάτσες και πιθάρια. Η κουζίνα και ο νεροχύτης είχαν μια μικρή γωνία. Η Σούζαν άδειασε την ψαριά της στη λεκάνη. Με το μαχαίρι της καθάρισε τα λέπια και έβγαλε τα εντόσθια. Κάθε τόσο κοίταζε τον Νίκο στην βάρκα του από το παράθυρο μπροστά της, πάνω από τον νεροχύτη. Το κούφωμα έφτιαχνε κάδρο την βάρκα με τον καπετάνιο όπως έπλεκε το δίχτυ του ενάντια στη θάλασσα. Ο αφρός προσπαθούσε αλλά δεν μπορούσε να φτάσει το σκαρί. Η κοπέλα χαμογέλασε. Της ξέφυγε ένα δάκρυ. Ούτε που κατάλαβε πως της έκοψε το χέρι η λεπίδα. Άφησε μια κραυγή που τράβηξε την ανήσυχη προσοχή του Ζερβού. Κάθισαν μπροστά στην πόρτα της καλύβας, με εκείνον να φροντίζει την πληγή της και να της τραγουδάει. Είχε μαζί του όλο το απαραίτητο φαρμακείο. Εκείνη τον παρακολουθούσε γλυκά, όλο γέλια. Ήταν ένας νησιώτικος, θαλασσινός σκοπός. Τραγουδούσε χαμηλόφωνα καθώς η φωνή του ήταν βαριά και αδέξια. Τα μάτια της τον έτρωγαν αχόρταγα, ζωντανό. Λίγο μετά, με τα ψαρικά φαγωμένα, είχαν ξαπλώσει αγκαλιασμένοι πάνω στην στρωμένη λινάτσα στη σκιά μιας σκεπής από ψάθα. Κοιμόντουσαν, με το δεμένο χέρι της να ξεκουράζεται πάνω στο στήθος του. Ήταν μία από τις στιγμές τους, προστατευμένοι μέσα στην ακινησία του δικού τους χρόνου, στον δικό τους κόσμο. 3. Στο λιμάνι της Μήλου η Κάτια καθόταν σε παραλιακό καφενείο με τον τοπικό αστυνόμο. Έπιναν καφέ με το πλήθος να σφύζει γύρω τους. «Κοίτα, αυτό το περιοδικό για το οποίο δουλεύεις…πως το είπες;» «‘ΟΝ’». «Το Όν είναι ένα απ’αυτά με τσίτσιδες στα εξώφυλλα;» «Με το που κατέβηκα στο νησί είδα αρκετές τσίτσιδες στην παραλία. Ποιο είναι το πρόβλημα;» «Με παρεξήγησες. Εγώ διαβάζω το περιοδικό σας. Εννοώ, διαβάζω τα άρθρα. Είναι κάπως…», έκανε μια γκριμάτσα, «Δεν θα ήθελα να παρουσιαστεί κάποια λάθος εικόνα του νησιού.» Δίπλα από το τραπέζι πέρασαν δύο άντρες, αγκαλιασμένοι σαν ζευγάρι. Η Κάτια τους είδε με την άκρη του ματιού της. «Υπάρχει λόγος για τέτοια επιφύλαξη;» «Αν το θέλετε εσείς βλέπετε ότι σας βολεύει.» «Μέχρι στιγμής μόνο η αλήθεια ακούγεται κάπως συναρπαστική.» «Το πράγμα είναι ήδη παραφουσκωμένο. Κατά την γνώμη μου.» Η Κάτια ξεκίνησε πάνω στο τραπέζι ένα μαγνητοφωνάκι. «Πέστε μου ότι ξέρετε. Πως ξεκίνησαν όλα;» «Η κοπέλα δηλώθηκε εξαφανισμένη από την πρεσβεία της στην Αθήνα. Απ’ότι κατάλαβα το ξεκίνησε η μάνα της στην Αγγλία επειδή δεν είχε νέα της. Εμείς εδώ την ξέρουμε όλοι. Από την μέρα που κατέβηκε στο λιμάνι. Πριν ένα μήνα…να εκεί την πρωτοείδα…Σαν νά’ταν χθες…» Η Κάτια γύρισε το βλέμμα της προς το σημείο που έγνεψε ο αστυνόμος. Η Σούζαν είχε βγει στο λιμάνι μαζί με το κύμα των τουριστών. Είχε ένα σακίδιο στον ώμο και κοίταζε γύρω της αβέβαιη. Νεαροί κυνηγοί με πινακίδες για διάφορα μοτέλ και ξενοδοχεία ορμούσαν σαν τα όρνεα στους επισκέπτες. Ένας απ’αυτούς, ο Σπύρος, ένα αγόρι στα δεκατρία, ήρθε κατευθείαν σε εκείνη και άρχισε σχεδόν να παλεύει μαζί της για να της πάρει το σακίδιο. Την τραβούσα επίμονα μαζί του. «This way miss! Good motel! The best in the island. Come…come this way!» Η Σούζαν παραδόθηκε στο τράβηγμα του καθώς αποφάσισε πως ήταν κάποιο ντόπιο έθιμο στη ζωή του νησιού. Με το παιδί επ’ ώμου το σακίδιο της, το ακολούθησε μέσα σε έναν πανέμορφο λαβύρινθο από ασβεστωμένους τοίχους και γαλάζια κατώφλια. Έφτασαν τελικά στο μοτέλ, που μόνο η πινακίδα πάνω από την είσοδο του το μαρτυρούσε για τέτοιο. Παρέδωσε το Βρετανικό της διαβατήριο στη χαμογελαστή κυρία στη ρεσεψιόν και πήρε το κλειδί της. Το αγόρι κράτησε το σακίδιο μέχρι την πόρτα της. Του έδωσε ένα πουρμπουάρ, το οποίο ήταν το λιγότερο που περίμενε το νεανικό του, αδηφάγο βλέμμα. Άνοιξε το παντζούρι, άφησε το λευκό φως να μπει στο δωμάτιο της. Κοίταξε έξω. Σπίτια και αυλές, ένας άλλος, πανέμορφος κόσμος. Γύρισε στο κρεβάτι και ξάπλωσε δίπλα στο σακίδιο της. Έκλεισε τα μάτια της και βυθίστηκε εξαντλημένη σε αναπάντεχο ύπνο. Ξύπνησε ώρες μετά όπως ακριβώς είχε πέσει. Τινάχτηκε όρθια κάπως τρομαγμένη. Σαν να μην ήξερε που βρισκόταν. Το δωμάτιο ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι. Απ’έξω ακούγονταν φωνές περαστικών και μπουζούκια από μακρινές ταβέρνες. Υπήρχε και μια μυρωδιά ψημένου κρέατος διάχυτη στον αέρα. Άναψε την λάμπα του κομοδίνου και κοίταξε το ρολόι της. Σηκώθηκε και μπήκε στο μπάνιο για να κάνει ντους. Κατέβηκε στο λιμάνι, θεατής του νυχτερινού κεφιού στις ταβέρνες και τα μπαρ. Μεθυσμένοι τουρίστες περιχύνονταν με μπύρες και ούρλιαζαν στο φεγγάρι. Όλα κάτω από τους δυνατούς ήχους της ρέηβ μουσικής. Η Σούζαν τα παρακολούθησε αδιάφορη, απογοητευμένη. Τα ήξερε αυτά κι από αλλού. Κοίταζε γύρω της σαν να έψαχνε κάτι. Διάλεξε ένα μπαρ και παίρνοντας το απόφαση μπήκε σε αυτό. Κόσμος, καπνιά, μουσική κι εδώ. Η Σούζαν πλησίασε τον μπάρμαν και τον ρώτησε για το μπάνιο. Ακολούθησε την υπόδειξη του με πολλά αντρικά βλέμματα κολλημένα στην πλάτη της. Στάθηκε μπροστά στον καθρέπτη και κοιτάχτηκε. Άνοιξε την τσάντα της και βγάζοντας το κραγιόν κάλυψε προσεκτικά τα χείλη της. Άλλαξε αμέσως γνώμη και τα ξέβαψε με ένα χαρτομάντιλο. «What are you doing?» ρώτησε το είδωλο της. Επέστρεψε στο μπαρ και παράγγειλε ένα ποτό. Βρήκε ένα τραπέζι σε μια γωνία και κάθισε εκεί. Κοίταζε νευρικά γύρω της σίγουρη πως είχε κάνει μεγάλο σφάλμα όταν είδε τον τύπο να αφήνει το σκαμπό του και να την πλησιάζει. Από την αρχή δεν της έκατσε καλά. Το άτομο πήρε με θράσος την άλλη θέση στο τραπέζι της. Η αγγλική του προφορά φανέρωνε πως ήταν Έλληνας. «Hi, are you American?» «British.» «First time in Greece?» «I’ve been to Athens when I was little.» «What is your name?» «Suzan.» «My name is Steve. Nice to meet you.» Έσφιξαν τα χέρια. «I thought you were Greek.» «I am Greek.» «Is “Steve” a Greek name?» «My real name is Stelios. In America I have a restaurant. In Colorado. There, they call me Steve.» «I see.» «What do you drink? Let me buy you one.» «Oh, no…I don’t want to overdo it…» «Nonsense. What’s this? You are in Greece now! No more limitations. Just fun!» Η Σούζαν χαμογέλασε αβέβαιη. Ο Στηβ έκαμνε ήδη νοήματα στο μπαρ. «How do you like Milos?» «I just got here.» «Alone?» Δίστασε να του απαντήσει. «No worry honey! No problem! I am the best guide in the island. I grew up here. I know everything, the best beaches, the best food, the best clubs. You will have no complaints with me.» Η Σούζαν άρχισε να παίζει νευρικά με τα μαλλιά της. Σκεφτόταν τι να απαντήσει. Μια κοπέλα έφερε τα ποτά στο τραπέζι τους. «Come, drink…to our health…chin-chin!» της είπε πιεστικά σπρώχνοντας το ένα ποτήρι προς το μέρος της. Πολλά ζευγάρια είχαν μαζευτεί στην πίστα και χόρευαν. Τα άδεια ποτήρια ανάμεσα στην Σούζαν και τον Στηβ είχαν πολλαπλασιαστεί. Εκείνος γελούσε τρανταχτά με εκείνη να χαχανίζει ελαφρά. Τα μάτια της γυάλιζαν επηρεασμένη όπως ήταν από το πιοτό. «Do you want to dance?» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «But whyyy?» «I don’t…dance…» «Nonsense…Come, I will teach you…» «No…you don’t understand…» «Com’on, what’s this? Come…get up…» Την τράβηξε όρθια και την έσυρε στην πίστα. Η Σούζαν ήταν ένα άψυχο μανεκέν. Άβουλη και ζαλισμένη. Ο Στηβ προσποιήθηκε όσο τον έπαιρνε πως χορεύει μαζί της αλλά αντιλήφθηκε σύντομα πως ήταν άδικος κόπος. «Better go outside…get some air…» της είπε και την έσπρωξε σχεδόν έξω από το μπαρ. Συνέχισε να την σέρνει και στον δρόμο. Η κοπέλα κρεμόταν κυριολεκτικά πάνω του. Ο γύρω κόσμος ή τους αγνοούσε ή τους κοίταζε και γελούσε. «Where do you stay? You know…Do you remember the name of hotel?» Η Σούζαν δεν μπορούσε να μιλήσει. Κοίταζε γύρω της σαν χαμένη. «Let’s find a place to sit» είπε τελικά ο τύπος και έστριψαν σε σκοτεινό στενοσόκακο. Δίπλα στην εξώπορτα μιας αυλής ήταν στοιβαγμένα δίχτυα. Γύρω δεν υπήρχε ψυχή. Ο Στηβ σώριασε την κοπέλα πάνω στα δίχτυα. Έμεινε εκεί ξαπλωμένη, ζαλισμένη, με τα μάτια κλειστά. Ο Στηβ ξεφύσησε και την κοίταξε πεινασμένα, έτσι όπως ήταν ευάλωτη και ορεκτική. Τσέκαρε γύρω του για κόσμο και γονάτισε δίπλα της. Τα χέρια του άγγιξαν ένοχα την μπλούζα της και την ξεκούμπωσε. Ψαχούλεψε ένοχα και έπιασε το στήθος της. Εκείνη άφησε έναν ήχο. Τράβηξε τα χέρια του πίσω ταραγμένος. Ξανατσέκαρε γύρω του. Έγλυψε τα ξερά του χείλη νευρικά, μια κίνηση που πρόσθεσε στην γλοιώδη εικόνα του. Τα χέρια του απλώθηκαν στα πόδια της, σήκωσαν το φουστάνι. Την χάιδεψαν. Μια ανατριχίλα την διαπέρασε και άνοιξε τα μάτια της. Ο Στηβ ετοιμαζόταν να της κατεβάσει το σλιπάκι. Τον κοίταξε πανικόβλητη. «What are you doing?!» «Shhh…don’t yell…» «Let me go! What…are you doing?» Προσπαθούσε αν και αδύναμα να τον αποκρούσει ενώ εκείνος πάσχιζε να την συγκρατήσει και να την καλμάρει. «Hush…calm…calm…» Ξαφνικά, μια φωνή βρόντησε μέσα στην ησυχία του δρόμου. Ήταν η φωνή του Νίκου Ζερβού. «Τι κάνεις εκεί;!!» Ο Στηβ τινάχτηκε όρθιος και γύρισε να δει. Ο Ζερβός βγήκε από τις σκιές στο φεγγαρόφως. Το ανάστημα του, παρά την ηλικία του, ήταν παλικαρίσιο. Ήταν ντυμένος στα μαύρα και φόραγε το κασκέτο του. «Τι κάνεις εκεί μωρέ αλήτη?!» Χωρίς απάντηση, ο Στηβ το έβαλε στα πόδια, εξαφανίστηκε. Ο Ζερβός δεν μπήκε στον κόπο να τον κυνηγήσει. Έσκυψε πάνω από την κοπέλα. Εκείνη τον είδε μέσα από μια ελαφρά θολούρα. Την άρπαξε και την σήκωσε όρθια. «Πως είσαι κοπέλα μου; Έπαθες τίποτα;» Ξαφνικά, η Σούζαν έπεσε με τη μούρη πάνω στο στήθος του Ζερβού και ξέρασε. Ο άντρας τινάχτηκε σαστισμένος. Η Σούζαν είδε φρικαρισμένη το έργο της. «Oh God…!» Αμέσως έχασε τις αισθήσεις της. Ο Ζερβός την πρόλαβε και την σήκωσε στα χέρια του. Την πήρε και χάθηκαν μαζί στο στενοσόκακο. 4. Την ξύπνησε λάλημα κόκορα. Ήταν ξαπλωμένη σε αρχοντικό κρεβάτι. Το σακίδιο της, που είχε αφήσει στο μοτέλ, ήταν στο πάτωμα, δίπλα στο κομοδίνο. Της είχαν φορέσει μια ολόσωμη ρόμπα με λουλουδάτα σχέδια. Το φως του ήλιου έμπαινε από τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα ζεστό, φιλικό. Η κοπέλα κοίταξε γύρω της σαστισμένη. Στον τοίχο κρεμόταν ένας μεγάλος πίνακας που απεικονίζει μια όμορφη, αρχοντική γυναίκα σε νησιώτικη ενδυμασία. Η Σούζαν σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο να κοιτάξει έξω. Μια ηλικιωμένη κυρία ήταν στον κήπο του αρχοντικού και πότιζε τα λουλούδια. Η κυρία Λουκία. Σε μια καρέκλα εκεί καθόταν ο Σπύρος, το αγόρι του μοτέλ και έπινε τον φραπέ του. Η Σούζαν εμφανίστηκε στις σκάλες του αρχοντικού από πάνω τους. Εκείνοι την αντιλήφθηκαν και ο νεαρός σηκώθηκε όρθιος. «Καλημέρα σου κοπέλα μου! Είσαι καλύτερα;» ρώτησε εγκάρδια η Λουκία. «What am I doing here?» «The captain brought you. This is his home. Captain Nikos Zervos,» της εξήγησε το αγόρι. «Who brought my things?» «I did. Captain’s orders.» «But, I can’t stay here…» «Τι λέει;» ρώτησε η Λουκία. «Λέει πως δεν μπορεί να μείνει.» «Καλέ πες της πως μπορεί να μείνει όσο θέλει.» «You can stay as much as you like.» «My clothes…» Είδε τα ρούχα της κρεμασμένα στην απλώστρα να στεγνώνουν. Ξαφνικά θυμήθηκε τον εμετό. «Oh God…Can I speak with the captain?» «The captain doesn’t stay here. This is his wife’s house.» «Is his wife here?» «His wife died. Many years ago.» «Πες της πως θα της ετοιμάσω πρωινό.» «Get inside. You will eat breakfast.» Η Σούζαν ένιωθε αδύναμη και μπερδεμένη. Επέστρεψε μέσα στο αρχοντικό. Η όμορφη θέα πρόσφερε την ομορφιά της χώρας και την θάλασσα στο βάθος. Η Λουκία σέρβιρε το πρωινό, με μέλι, γάλα, ελιές, καρύδια, γιαούρτι, μαρμελάδα και ψωμί. Ο Σπύρος με το φραπέ του κάθισε στο περβάζι της βεράντας. Η Σούζαν κοίταζε τις γεύσεις με τα χρώματα σαν να ονειρευόταν. «Thank you…This is too much.» «Ρώτα την κοπέλα πως πίνει τον καφέ της.» «How do you want your coffee?» «With cream and sugar, please.» «We have Greek coffee only.» «What is that like?» «No sugar, some sugar or lots of sugar.» «Is it like Turkish coffee?» «Yes…» «Then, I’d like it medium…With some sugar.» «Μέτριο.» «Έγινε, τον φέρνω σε δύο λεπτά» απάντησε στο αγόρι η μεγάλη γυναίκα με το βλέμμα της γλυκά προσκολλημένο στην αγγλίδα. «Thank you» απάντησε αμήχανα η Σούζαν. Στον κήπο γειτονικού σπιτιού, ψηλή, μαυροφορεμένη γυναίκα, με βλοσυρά χαρακτηριστικά άπλωνε ρούχα. Στα πενήντα της περίπου, δεν άφηνε την Σούζαν από τα μάτια της. Κάποια στιγμή ο Σπύρος άφησε το αρχοντικό και πήρε το πλακόστρωτο για τη χώρα. Καθώς περνούσε από την διπλανή εξώπορτα βγήκε και τον σταμάτησε η μαυροφορεμένη γυναίκα, η Γιάννα. «Έϊ, καλέ Σπύρο! Ποιά είναι αυτή δίπλα;» «Μια ξένη.» «Ξένη Τι ξένη;» «Μια Αγγλίδα.» «Και τι κάνει στης Γιώργαινας;» «Την έφερε ο καπετάνιος, χθες το βράδυ.» «Τι δουλειά έχει ο καπετάνιος με του λόγου της;» «Δεν ξέρω. Έφθασε στο νησί μόλις χθες.» «Νοικιάζει το σπίτι ο Ζερβός;» «Μπορεί. Δεν ξέρω.» Ο Σπύρος άρχισε πάλι να κατηφορίζει τον δρόμο. «Καλέ Σπύρο, έλα δω!» «Άσε με μωρέ Γιάννα! Δεν ξέρω τίποτα άλλο.» «Αλητόσκυλο.» Μπήκε πάλι στο σπίτι της. Στο λιμάνι η Σούζαν βόλταρε δίπλα στο κύμα βυθισμένη σε σκέψεις. Είδε ξαφνικά τον αστυνόμο στο καφενείο. Δίστασε αλλά τελικά τον πλησίασε. «Excuse me…» «Yes miss?» «If you could help me, please…I’m looking for captain Nikos Zervos.» «Τον καπαιτάν-Ζερβό;» «Yes, captain Zervos! How can I see him? How can I go to him?» Ο αστυνόμος κοίταξε σκεφτικός προς τις βάρκες στο λιμάνι. Σηκώθηκε και της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. «Come…miss…» Πλησίασαν ένα ψαρά που μαστόρευε μέσα στο καΐκι του. Ο αστυνόμος του φώναξε. «Ε, Βοϊδά! Η κοπέλα απ’εδώ θέλει να δει τον Ζερβό.» «Τον Ζερβό; Τι τον θέλει;» «Δεν ξέρω, ξένη είναι.» «Ξένη, και θέλει να δει τον Ζερβό;» «Ναι…Μπορείς να την πας στον καπετάνιο;» «Είναι σίγουρη μωρέ;» «Θέλεις να την ρωτήσεις ο ίδιος;» «Άντε, άντε να δούμε τι θα καταλάβουμε. Με το αζημίωτο πέσ’της.» Ο Βοϊδάς έτριψε τον δείχτη με τον αντίχειρα ενδεικτικά και η Σούζαν χαμογέλασε κατανοώντας. «Yes, yes! I have money…» «Ναι, μάνεη-μάνεη!» γέλασε ο ψαράς δείχνοντας της τα μαύρα του δόντια. Ο αστυνόμος την βοήθησε να κατέβει στο σκαρί. Το καΐκι ανοίχτηκε στο πέλαγος και παίρνοντας μια πλατιά στροφή ακολούθησε κυκλικά την ακτή του νησιού. Η Σούζαν κάθισε στην πλώρη να παρακολουθεί την θέα. Η διαδρομή την βοήθησε να ηρεμίσει και να συμμαζέψει τις σκέψεις της. Μετά από μισή ώρα πλησίασαν πάλι την ακτή. Η Σούζαν έκανε γείσο με το χέρι της και ατένισε την παραλία. Είδε την τραβηγμένη βάρκα, τα απλωμένα δίχτυα, την καλύβα του Ζερβού αλλά όχι τον ίδιο. Έψαξε με το βλέμμα της και κατέληξε ψηλά στον βράχο. Ο καπετάνιος στεκόταν εκεί να τους παρατηρεί να πλησιάζουν. Μόλις τον είδε ένιωσε να ταράζεται. Το καΐκι έσβησε την μηχανή του και άγγιξε απαλά με την κεκτημένη του φόρα την αμμουδιά. Ο Ζερβός κατέβηκε από τον βράχο προς το μέρος τους. Η Σούζαν τον περίμενε εκεί γεμάτη τρακ σαν σχολιαροκόριτσο. Ο Βοϊδάς φώναξε από το καΐκι του στον άντρα. «Έλα γέρο! Έλα παππούλι να δεις τι σού’φερα! Τρελάθηκε η ξένη κοπελιά να σού’ρθει. Α, ρε κόσμε!» Ο Ζερβός σταμάτησε μπροστά στην Σούζαν. «Τι θέλεις εσύ εδώ; Έγινε τίποτα στο σπίτι;» «My name is Suzan…Suzan.» «Σου λέει το όνομα της η κοπέλα» φώναξε ο άλλος από την βάρκα. «Εμένα με λένε Νίκο. Νίκος.» «Νίκος.» «Μπάρμπα-Νίκος!» πρόσθεσε ο Βοϊδάς. «Nikos. I wanted to thank you…for everything you did for me. And last night…Thank you.» Ο Ζερβός την κοίταζε χωρίς να την καταλαβαίνει. «I wanted to apologize about what happened last night. You know… Do you remember? How I got sick on you. I’m sorry…I had too much to drink…Sorry…» Του έκανε νοήματα με τα χέρια της. Αναπαράστησε τον εμετό από το στόμα της στο στήθος του. Ο Ζερβός ξαφνικά κατάλαβε και άρχισε να γελάει. «Α, αυτό; Δεν πειράζει. Συμβαίνουν αυτά. Δεν πειράζει…δεν πειράζει…» «Είναι οκέϊ! Οκέϊ, οκέϊ!» βοήθησε ο Βοϊδάς. «Πες στην κοπέλα πως μπορεί να μείνει στο σπίτι της Γιώργαινας όσο θέλει.» «Εγώ θα το πω μωρέ όλο αυτό; Και για ποιόν με πέρασες; Εγγλέζο από την Οξ-φόρδη;» «Τέλος πάντων. Κατέβα μωρέ Βοϊδά. Θα βάλω ψάρια στη φωτιά να φάμε. Άντε έλα.» Ο Βοϊδάς δεν χρειαζόταν να ακούσει την πρόσκληση δύο φορές. Πήδησε ορεξάτος στην άμμο. «Γιατί με λες Βοϊδά μωρέ μπροστά στην κοπέλα; Αφού δεν με λένε έτσι.» Η Σούζαν τους άκουγε χωρίς να καταλαβαίνει. Το κέφι και η καλή τους διάθεση όμως ήταν μεταδοτική. Χαμογέλασε χαρούμενη. Ο Ζερβός την πήρε από το μπράτσο και την οδήγησε στο τραπέζι πάνω στην αμμουδιά. Έψησαν τα ψάρια στο μαγκάλι. Ο Ζερβός πήρε από ένα ψάρι για κάθε πιάτο και γύρισε τα άλλα πάνω στη φωτιά. Ο Βοϊδάς γέμισε τα ποτήρια τους. «Έλα, εις υγείαν!» Τα τσούγκρισαν και ήπιαν. Ο Βοϊδάς άρχισε να τραγουδάει. Ο Ζερβός έκοψε μια ντομάτα φέτες. Η Σούζαν δεν σταμάτησε να τον μελετάει. Το πρόσωπο του. Το χέρι του που κόβει την ντομάτα. Τα δάχτυλα του που ράνουν το αλάτι. Ο Βοϊδάς τσιμπολογούσε, περισσότερο αφοσιωμένος στο πιοτό και το τραγούδι. Ο Ζερβός και η Σούζαν έφαγαν τα ψάρια τους με τα χέρια, τα βλέμματα τους κολλημένα. Όταν το καΐκι πήρε τον δρόμο του γυρισμού, η Σούζαν κάθισε στην πρύμνη και παρακολούθησε τον Ζερβό που τους χαιρετούσε από την ακτή. Το γέρικο παλικάρι μίκραινε σιγά-σιγά και εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει. Στα ανοιχτά η παραλία χάθηκε και κάτι σκίρτησε στην καρδιά της κοπέλας. Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
DinoHajiyorgi Posted May 3, 2007 Author Share Posted May 3, 2007 5. Έμεινε ξαπλωμένη ξύπνια στο αρχοντικό κρεβάτι, με τα φώτα σβηστά. Από το ανοιχτό παράθυρο άκουγε την μακρινή φασαρία της παραλίας. Παρακολουθούσε συλλογισμένη τον μεγάλο πίνακα στον τοίχο, λουσμένο στο φεγγαρόφως. Σαν ηρωίδα στα παραμύθια που διάβαζε μικρή ήταν σίγουρη πως είχε πέσει σε έναν μυθικό, ξένο τόπο και πως την περίμενε κάποια σπουδαία περιπέτεια. Την άλλη μέρα όργωσε τη χώρα. Αγόρασε ένα Αγγλο-Ελληνικό λεξικό και έναν χάρτη. Νοίκιασε ένα μηχανάκι και ψώνισε λαχανικά από ένα μανάβικο. Συμπλήρωσε κι άλλα απαραίτητα από ένα μίνι-μάρκετ και αφού μελέτησε καλά τον χάρτη πήρε τους εξοχικούς δρόμους του νησιού. Το τοπίο γύρω της ήταν πανέμορφο. Πέρασε δίπλα από γκρεμούς και παραλίες. Κάποια στιγμή το μηχανάκι άφησε τα στρωμένα μονοπάτια και πήρε τα κατσάβραχα. Τώρα ακολουθούσε το μαγεμένο μονοπάτι από το οποίο δεν υπήρχε επιστροφή. Η βάρκα του Ζερβού ήταν μέσα στο νερό, αγκυροβολημένη. Ο καπετάνιος ήταν μέσα και τακτοποιούσε τα εργαλεία του όταν ξαφνικά άκουσε το επίμονο κορνάρισμα της μηχανής πάνω από τον βράχο. Γύρισε και είδε την Σούζαν με το μηχανάκι να εμφανίζεται στην κορυφή του γκρεμού. Τον χαιρέτισε ενθουσιασμένη. Παραξενεμένος, ο άντρας πήδηξε στο νερό και βγήκε έξω, πήγε να την προϋπαντήσει. Η κοπέλα κατέβηκε τον βράχο με το σακίδιο της και τα ψώνια. Έφτασε κοντά του λαχανιασμένη. «Hello.» «Καλώς την. Πως από δω πάλι; Τι είναι όλα αυτά;» «I came to repay your hospitality, in a way. Look what I brought…» του έδειξε τις σακούλες, «Tomatoes…cucumbers…olives…I’ll make a salad. I brought wine…a couple of steaks…oh, and this…» έβγαλε το λεξικό, «I’ll learn Greek!» Εξακολουθούσε να την κοιτάζει σαστισμένος. «Τι θα τα κάνουμε όλα αυτά; Εγώ πρέπει να πάω για ψάρεμα. Πρέπει να ρίξω τα δίχτυα…» Τον κοίταζε στο στόμα για να πιάσει κάποιο νόημα. Εκείνος της έδειξε την βάρκα και της έκανε νοήματα. «Εγώ…πρέπει να πάω…για ψάρεμα. Να πιάσω ψάρια. Να ρίξω τα δίχτυα να πιάσω ψάρια.» Δεν τον κατάλαβε και την έπιασαν τα γέλια. «Καλά άσ’το. Ας τα βολέψουμε αυτά στο σπίτι και βλέπουμε. Εντάξει; Αυτά…στο σπίτι.» «Σπίτι.» «Ναι μπράβο. Στο σπίτι.» Της έδειξε το σπίτι του. «Σπίτι.» «Σπίτι.» Η Σούζαν πήρε τις σακούλες και πήγε στην καλύβα με τον Ζερβό από πίσω. «Περίμενε…Περίμενε…» Τα πάντα ήταν άνω-κάτω. Δεν υπήρχε καμία τάξη. Η Σούζαν μπήκε και φρέναρε ξαφνιασμένη. Κοίταξε με περιέργεια γύρω της. Από πίσω της μπήκε εκείνος. «Άσε, εδώ θα χαθείς. Δώσε αυτά σε μένα.» Της πήρε τις σακούλες. Η προσοχή της Σούζαν καρφώθηκε στον απέναντι τοίχο. Εκεί, στεκόταν ακουμπισμένο το ξύλινο ξόανο μιας γοργόνας με πλούσιο, γυμνό στήθος. Ήταν φανερό πως κάποτε κοσμούσε την πλώρη κάποιου τρικάταρτου. Ο Ζερβός έπιασε το βλέμμα της. «Συγνώμη…ένα λεπτό…» Άρπαξε από κάπου μια λινάτσα και πήγε να σκεπάσει αμήχανος την «γύμνια» της γοργόνας. Πάνω σ’αυτό η Σούζαν ξέσπασε σε ασυγκράτητα γέλια. Μαζί της παρασύρθηκε κι εκείνος και βρέθηκαν να γελούν παρέα. Την πήρε μαζί του στο ψάρεμα. Ακολούθησαν την ακτή σε βαθύτερα νερά. Εκεί έριξε τα δίχτυα του. Η κοπέλα δεν χόρταινε να ρουφάει το καταγάλανο σκηνικό. Συνάντησαν και άλλα ψαροκάικα. Οι ψαράδες χαιρέτισαν τον Ζερβό και εκείνος ανταπέδωσε με την Σούζαν να χαιρετάει επίσης αυθόρμητα. Δύο ψαράδες που ήταν στην ίδια βάρκα κοιτάχτηκαν με νόημα σχετικά με την παρουσία της κοπέλας. Ο Ζερβός άναψε ένα τσιγάρο. Πρόσφερε και στην Σούζαν που αρνήθηκε ευγενικά. Το’χε κόψει προ πολλού αν και δεν το είχε ποτέ πραγματικά ξεκινήσει. Κάθισαν οι δύο τους αντικριστά, σιωπηλοί. Ξαφνικά, τού’ρθε μια σκέψη. Το μάτι του πήγε στην βραχώδη ακτή. «Σκέφτηκα να σου δείξω κάτι. Νομίζω πως θα σου αρέσει.» Τον κοίταξε με απορία. Ο Ζερβός χαμογέλασε και χωρίς να ξεκινήσει την μηχανή έβαλε τα κουπιά και κωπηλάτησε προσεκτικά προς τα βράχια. Η Σούζαν κοίταζε νευρικά την τραχιά γραμμή της ξηράς που ολοένα πλησίαζε την φαγωμένη μύτη του πλεούμενου τους. Τράβηξε κουράγιο από τα δυνατά μπράτσα του άντρα που κατεύθυναν τη βάρκα. Και ξαφνικά, την είδε. Σαν να άνοιξε μαγική πόρτα στο πλησίασμα τους, παραμέρισαν τα βράχια για να φανερώσουν την είσοδο μιας παραθαλάσσιας σπηλιάς. Η βάρκα γλίστρησε μέσα και η Σούζαν έμεινε με ανοιχτό το στόμα. Το κάλυψε για να μην τσιρίξει. Το απίθανο γαλάζιο του νερού φωσφόριζε απόκοσμα κάτω από το μικρό σκαρί, η βάρκα έμοιαζε να αιωρείται πάνω σε απόκοσμες ανταύγειες. Το χάϊδεμα των κυμάτων γέμιζε το εσωτερικό της σπηλιάς με ψίθυρους. «Nikos!» «Σ’αρέσει;» «It’s so beautiful! It is the most beautiful thing I have ever seen!» Η βάρκα ταλαντεύτηκε στο κέντρο με τις φωνές τους να κάνουν απαλή ηχώ. «Εδώ είναι το σπίτι της γοργόνας. Αυτό…Το σπίτι της γοργόνας.» «Σπίτι;» «Ναι, εδώ. Σπίτι γοργόνας. Γοργόνα. Σαν αυτή στο σπίτι μου.» Με τα χέρια του έφτιαξε στο στήθος του τα μεγάλα βυζιά της γοργόνας. «Η γοργόνα.» «Gorgon? Oh, the mermaid! Σπίτι γκοργκόνα;!» «Ναι, εδώ. Αυτό εδώ είναι το σπίτι της.» Έκανε και εκείνη με τα χέρια της «βυζιά» και γέλασαν μαζί. Μετά ήρθε η σιωπή και βρέθηκαν να κοιτάζονται σιωπηλά, να ακούν το πλατάγιασμα του νερού στα πλευρά της βάρκας. Η Σούζαν άρχισε να βγάζει τα ρούχα της. Από μέσα φορούσε ένα ολόσωμο μαγιό. Πριν ο άντρας πει κάτι, εκείνη είχε βουτήξει. Την έψαξε με το βλέμμα του, αιχμάλωτος μιας αναπάντεχης αγωνίας. Αναδύθηκε σε λίγο και κολύμπησε γύρω του, κάνοντας μακροβούτια. Την κοιτούσε συγκλονισμένος, καταβεβλημένος από ονειρική ζαλάδα, η καρδιά του έτοιμη να σπάσει. Μετά, εκείνη γαντζώθηκε από το σκαρί και έμεινε να τον κοιτάζει. Η ανάσα της αντήχησε διπλασιασμένη πάνω από το κεφάλι του, τα κουπιά γλίστρησαν μέσα στα ιδρωμένα του χέρια. Την νύχτα η κοπέλα άναψε μεγάλη φωτιά πάνω στην άμμο. Δίπλα της είχε βολέψει ένα στρώμα για να ξαπλώσει. Ο Ζερβός την παρακολουθούσε καθισμένος στην πόρτα του. Πάλεψε με την νύστα του όσο μπορούσε πριν εκείνη τελικά καταφέρει να τον νικήσει. Η Σούζαν βολεύτηκε και αντίκρισε ξαφνικά τον υπέροχο έναστρο θόλο να καλύπτει όλο της το βλέμμα. Ένιωσε σαν υπνωτισμένη. Ο Ζερβός βρέθηκε δέσμιος κατεργάρικων ονείρων, που ήρθαν να τον τυραννήσουν με ξεχασμένες μνήμες. Ήταν στην ίδια παραλία, δέκα χρονών αγόρι. Στεκόταν στην κόψη του κύματος, αγνάντευε τα ανοιχτά και έκλαιγε. Από πίσω του εμφανίστηκε αυστηρή, μαυροφορεμένη γυναίκα, η μάνα του. Του φώναξε. «Νίκο;! Νικολάκι;!» Το παιδί δεν ήθελε να αποκριθεί και η μάνα ήρθε κοντύτερα. «Τι είναι; Γιατί κλαις;» Της έδειξε τη θάλασσα. «Είδα μια γοργόνα. Μού’γνεψε αλλά δεν μπόρεσα να πάω μαζί της. Δεν μπόρεσα.» Μέσα στα κύματα που άστραφταν κάτω από τον ήλιο, μια γυναικεία φιγούρα έγνεψε στο αγόρι πριν βυθιστεί στο νερό. Η μάνα γονάτισε δίπλα στο αγόρι και το άρπαξε από τους ώμους. «Μακριά από τις γοργόνες αγόρι μου. Θα σε πνίξουν. Μ’ακούς; Αν τις ακολουθήσεις θα σε πνίξουν.» Ο Ζερβός τινάχτηκε από τον ύπνο του. Σηκώθηκε όρθιος και τρίκλισε ταραγμένος προς το κύμα με την καρδιά του να χτυπά γοργά. Η Σούζαν τον είδε και έτρεξε κοντά του. Τον πήρε από το χέρι και τον έφερε δίπλα στη φωτιά. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο του με τα χέρια της και τον φίλησε ανάμεσα από τα μάτια. Ξεκούμπωσε την μπλούζα της και γδύθηκε μπροστά του. Ήταν μια συγκλονιστική εικόνα για το βλέμμα του άντρα. Πήρε ξανά τα χέρια του και τα κατεύθυνε στο στήθος της. Εκείνος την κοίταξε μαγεμένος. Τα χέρια της άρπαξαν την φανέλα του και την τράβηξαν πάνω από το κεφάλι του. Κόλλησε το σώμα της πάνω του και τον αγκάλιασε. Τον φίλησε στο στόμα. Τα γερά του μπράτσα ανταποκρίθηκαν και την άρπαξαν δυνατά. Τα χείλη του έλιωσαν στα δικά της. Έπεσαν μαζί στην άμμο, δίπλα στη φωτιά, κάτω από τα άστρα. Τριάντα περίπου μέρες μετά, το καΐκι του Βοϊδά έχωνε την μούρη του ξανά στην υγρή άμμο και φρέναρε στην παραλία του Ζερβού. Η Κάτια, αυτή τη φορά, πήδησε στην ακτή με την κάμερα της έτοιμη για όλα. 6. Ο Ζερβός άφησε κάτω το πινέλο και την μπογιά με την οποία έβαφε την βάρκα του και σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά του πλησίασε την επισκέπτρια. Η Σούζαν είχε δει την άφιξη από το σπίτι, κοίταζε τώρα με περιέργεια από το παράθυρο του νεροχύτη. «Γεια σου. Τι κάνεις;» είπε η Κάτια δείχνοντας το πιο γοητευτικό της χαμόγελο. Ο Ζερβός αντάλλαξε ένα απλό νεύμα με τον Βοϊδά πριν στρέψει την προσοχή του στην Κάτια. «Καλή σου μέρα.» «Ελπίζω να μην ενοχλώ.» «Η ακτή είναι για όλους.» «Αυτή όμως έχει το όνομα σου.» «Όχι στον δικό μου χάρτη.» Το βλέμμα της Κάτιας ψαχούλεψε προς το σπίτι. «Δεν θα σε απασχολήσω πολύ. Θα σ’ενοχλούσε να κάνω κάποιες ερωτήσεις, να βγάλω κάποιες φωτογραφίες;» «Γιατί όλος αυτός ο κόπος;» «Το ξέρεις ότι έχεις τραβήξει την προσοχή του κόσμου; Ότι στο νησί μιλούν για σας;» «Για μας; Και τι λένε;» «Δεν μπορείς να το μαντέψεις; Ο καπεταν-Ζερβός είναι ερωτευμένος λένε. Ο καπετάνιος φόρεσε τα γυαλιά σ’όλους τους παλικαράδες του νησιού λένε.» «Κι εσύ γιατί ρωτάς;» «Είναι η δουλειά μου να ρωτάω. Ο κόσμος θέλει να μάθει.» Η Κάτια έβγαλε το μαγνητοφωνάκι της, μια κίνηση που δεν ξέφυγε της προσοχής της Σούζαν. «Σε μένα ακούγεται πως ο κόσμος ξέρει ήδη.» «Όχι μόνο η Μήλος. Αλλά και η Ελλάδα.» «Όλη η Ελλάδα; Να μάθει για μένα;» «Έχουμε ξεμείνει από ιστορίες αγάπης καπετάνιο. Αληθινές ιστορίες αγάπης.» Η Σούζαν βγήκε από το σπίτι και έκανε κατσουφιασμένη κάποια επιφυλακτικά βήματα προς το μέρος τους. Η Κάτια την είδε και άναψε το πρόσωπο της. «Good morning! How are you?» «Are you a reporter?» «Yes, for “On” magazine. Could you accept a friendly interview?» «No, I don’t think so. I have nothing to say.» «Do you consider your being here a mistake? What do you have to hide? People are already talking.» «That’s their problem.» «I can stay on first impressions and write any story I please. But I consider myself too good of a journalist to do that.» Ο Ζερβός έβαλε το χέρι του στο μπράτσο της Κάτιας και της έκοψε την κουβέντα. Απευθύνθηκε στην Σούζαν σηκώνοντας τον αντίχειρα στο στόμα του. «Φέρε να πιούμε…Κρασί!» Έδειξε στην Κάτια το τραπέζι. «Έλα να κάτσεις. Μην μείνουμε στο όρθιο.» Κάθισαν στο τραπέζι πάνω στην αμμουδιά, κάτω από το ψάθινο στέγαστρο. «Είναι υπέροχα εδώ. Πως και δεν σας ενοχλούν οι τουρίστες;» Ο Ζερβός φώναξε στον Βοϊδά. «Γιατί δεν έρχονται τουρίστες δω πέρα μωρέ Βοϊδά;» «Α, όλα κι όλα. Αυτή η παραλία είναι του καπετάνιου. Δεν είναι για τους τουρίστες. Κανείς βαρκάρης στο νησί δεν θα φέρει τουρίστες στον καπετάνιο. Θα τρομάξουν την γοργόνα του.» «Την γοργόνα του;» «Ναι, αμέ! Μια γοργόνα ζει σ’αυτά τα νερά.» Η Κάτια ακολούθησε το αστείο και γύρισε στον Ζερβό. «Είναι αλήθεια;» Εκείνος της χαμογέλασε. Η Σούζαν ήρθε από την καλύβα με ένα μπουκάλι και ποτήρια. Σέρβιρε το τραπέζι και πήγε ένα ποτήρι και στο καΐκι. Ο Ζερβός πρόσφερε στην Κάτια από τα τσιγάρα του και άναψε ένα και για τον εαυτό του. Άδειασαν τα πρώτα ποτήρια παρακολουθώντας την Σούζαν. «Είναι πολύ όμορφη κοπέλα. Είναι λοιπόν έρωτας;» «Κοίταξε με κοπέλα μου και πες μου τι βλέπεις. Εδώ στα μάτια. Μην σκοντάφτεις στις ρυτίδες μου. Το μόνο που ξέρω είναι η θάλασσα. Και αυτή μου δίδαξε πως τίποτα δεν είναι αυτό που δείχνει.» «Και το κορίτσι…τι λέει;» «Που θες να ξέρω; Νομίζεις πως καταλαβαίνω την ρημάδα την γλώσσα της;» «Καλά, και έναν μήνα τώρα πως συνεννοείστε;» Ο Ζερβός χαμογέλασε. Γύρισε το βλέμμα του στην Σούζαν που παρέμενε πεισματικά δίπλα στο καΐκι. Δεν την πήρε την απάντηση της παρά μόνο το ονειροπόλο βλέμμα του Ζερβού πάνω στην Σούζαν. «Τι νομίζεις πως ζητάει από σένα» «Ρώτα εκείνη.» «Εσύ τι ζητάς από το κορίτσι;» «Τίποτα παραπάνω απ’ότι θέλει να δώσει.» «Και δίνει; Παίρνεις;» «Για τι πράγμα με ρωτάς;» «Μιλάω για την στόφα από την οποία είναι φτιαγμένα τ’αντρικά όνειρα.» «Έχεις ταλέντο με τις λέξεις κορίτσι μου. Τι θέλεις να σου πω γέρος άνθρωπος.» «Ε, όχι και γέρος. Έτσι είναι οι γέροι; Λεβέντης σκέτος είσαι. Πιστεύω πως αν κυκλοφορούσες περισσότερο θα έδιωχνες τις γυναίκες από την παραλία σου με το ντουφέκι.» Ο Ζερβός άρχισε να γελάει. Η Σούζαν δεν άντεξε άλλο την απόσταση. Ήρθε τρεχάτη και αδιαφορώντας για την Κάτια, κάθισε στην αγκαλιά του καπετάνιου, σφίγγοντας τον πάνω της και φιλώντας τον στο πρόσωπο. Η Κάτια ένιωσε σα χαμένη από αυτή την ξαφνική επίδειξη τρυφερότητας. Ένιωσε έκπληκτη να κοκκινίζουν τα μάγουλα της. Τράβηξε αρκετές φωτογραφίες με την ψηφιακή της κάμερα. Το ζευγάρι, μαζί και χώρια, στην παραλία, μπροστά στο καλύβι. Πήρε συνέντευξη και από την Σούζαν. Η κοπέλα απάντησε στις ερωτήσεις χωρίς καθόλου διάθεση. «What will happen when your vacation is over?» «I don’t know.» «What are you looking for in here?» «All I know is…I’m happy here.» «Are you in love?» «This is the only thing I’m sure of.» «But why him?» «Is there a man in your life?» Η Κάτια δίστασε προς στιγμή να απαντήσει. «Yes…» «Why him? Why not someone else?» Με το σούρουπο πήρε με το καΐκι τον δρόμο του γυρισμού. Τράβηξε μια τελευταία φωτογραφία με το ζευγάρι στην παραλία να παρακολουθεί την αναχώρηση της. Το κύμα μόλις άρχισε να κοκκινίζει στη δύση. Όταν κατέβηκε στο λιμάνι της χώρας έτρεμε και σκούπιζε συνέχεια τα δάκρυα της. Ήταν σίγουρη πως δεν είχε ιδέα τι της συνέβαινε. 7. Είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι, με μια λάμπα λαδιού να καίει στον τοίχο πάνω από το κεφάλι του. Του άρεσε να ακούει το φυτίλι να τσιτσιρίζει στην ησυχία της καλύβας. Πεταλουδίτσες της νύχτας χόρευαν πάνω στο ζεστό γυαλί, γέμιζαν τους τοίχους με ονειρικές οπτασίες. Ρούφηξε βαθιά το τσιγάρο του και άρχισε να μουρμουράει έναν σκοπό εκπνέοντας τον καπνό του. Χανόταν το βλέμμα του στα σχήματα της καπνιάς, σαν να αναγνώριζε εκεί εικόνες από τα παλιά. Η Σούζαν βούρτσισε τα δόντια της στη λεκάνη του νεροχύτη και ήρθε να ξαπλώσει στο πλευρό του. Ο Ζερβός έσβησε το τσιγάρο ενώ η Σούζαν άπλωσε τελετουργικά την κουνουπιέρα γύρω τους. Προστατευμένοι μέσα στο λευκό πέπλο ξάπλωσαν αγκαλιασμένοι. Έδειχνε σκεφτική και ανήσυχη. Την έσφιξε πάνω του και της φίλησε το μέτωπο. «Σε αναστάτωσε η πρωτευουσιάνα; Μην ανησυχείς κορίτσι μου. Εδώ δεν μπορεί να σου κάνει κακό κανένας.» «Νίκος…» «Έλα.» «Είμαι ευτυχισμένη.» Η Κάτια καθόταν στην ταβέρνα αφηρημένη, περίμενε να της φέρουν το πιάτο της, ούτε θυμόταν τώρα τι είχε παραγγείλει. Προσπαθούσε να σχηματίσει στο μυαλό της την ιστορία, το άρθρο που θα συνόδευε τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει. Κατέβαζε κρασί και κάπνιζε ανίκανη να σχηματίσει μια πρόταση που να την ικανοποιεί. Είχε συνηθίσει να βουτάει στις ιστορίες από μια κυνική οπτική, κάτι που έβγαζε ζουμερά αποτελέσματα, και ξαφνικά ήταν στεγνή, αφοπλισμένη. Μια σκιά έπεσε πάνω της και την έβγαλε για λίγο από τις σκέψεις της. «Excuse me miss, I noticed that you are alone. As a Greek, I would like to be an ambassador and try to correct the situation.» «Γιατί μου μιλάτε στα αγγλικά;» «Ω συγνώμη, σας πέρασα για ξένη.» «Σοβαρά; Με κολακεύετε.» «Μπορώ να καθίσω;» «Όχι δεν μπορείς.» «Δείχνεις να έχεις ανάγκη από παρέα.» «Λάθος κατάλαβες. Και αν ήθελα παρέα δεν θα ήταν η δική σου.» Ο άντρας, που συστηνόταν στο νησί ως Στηβ, έχασε το χαμόγελο του. «Ανέραστο τσουλί!» Έφυγε οργισμένος, κυνηγημένος από τα ασυγκράτητα γέλια της Κάτιας. Αργότερα στο ξενοδοχείο κάθισε στο προσωπικό της μπαλκόνι. Στο τραπέζι μπροστά της είχε ανοιγμένο το λαπ-τοπ στο οποίο πάσχιζε να πληκτρολογήσει κάτι έστω αποδεκτό. Εκτός από τα τζιτζίκια το υπόλοιπο νησί έμοιαζε βυθισμένο στη μεσημεριανή του σιέστα. Απέναντι άνοιξε ένα παντζούρι και μια γυναίκα βγήκε να τινάξει ένα τραπεζομάντιλο από το παράθυρο της. Η Κάτια την παρακολούθησε συλλογισμένη. Κοίταξε πάλι την οθόνη της αβέβαιη για αυτά που έγραψε. Συνέδεσε την ψηφιακή της κάμερα με το λαπ-τοπ και μετέφερε τις εικόνες που τράβηξε στην παραλία του Ζερβού. Τις κοίταζε ξανά και ξανά απορροφημένη όταν χτύπησε το κινητό της. Ήταν η Αθηνά από τη Λήμνο. «Έλα βρε φιλενάδα, που είσαι; Η Λήμνος σε περιμένει. Ησυχία όπως την φανταστήκαμε και οι άντρες λίγοι αλλά εκλεκτοί. Πότε έρχεσαι;» «Δεν ξέρω.» «Ακόμα δεν ξέρεις; Εσύ μου είπες πως ήταν μια ξεπέτα απ’αυτές που παίζεις στα δάχτυλα.» «Το ξέρω πως το είπα, αλλά…» «Που είναι το πρόβλημα; Τι τρέχει εκεί;» «Τίποτα, εγώ είμαι το πρόβλημα. Δεν μου βγαίνει η ιστορία. Μάλλον δεν μπορώ να την κάνω όσο αισχρή θα την ήθελε ο Πέτρος. Τι μου συμβαίνει;» «Βρε συ, καταλαβαίνω. Τώρα που έχεις και την κατάσταση με τον Νίκο.» «Αυτό πάει, τέλειωσε.» «Έτσι νομίζεις. Αφού μου τηλεφώνησε εδώ.» «Ο Νίκος;!» «Αμ, ναι!» «Μα πως;» «Ο μαλάκας ο δικός μου του έδωσε τον αριθμό του κινητού μου.» «Αθηνά, δεν νομίζω να του έδωσες τον αριθμό μου;» «Όχι καλέ…αλλά του είπα που είσαι.» «Δεν έκανες καλά. Ξέρει τι κάνω εδώ;» «Δε ρώτησε.» « Τι σημασία έχει; Μήπως θα σηκωθεί να έρθει στη Μήλο;» «Δεν ξέρεις ποτέ…» «Ναι, σιγά. Ο Νίκος είναι Νίκος και τον ξέρω καλά.» «Θα το ήθελες όμως; Να έρθει για σένα…» «Καλύτερα νομίζω που τελειώσαμε.» «Αν θες την γνώμη μου φέρεστε και οι δύο σαν μικρά παιδιά και είναι κρίμα.» Το βλέμμα της Κάτιας ταξίδεψε προς στιγμή στον δρόμο κάτω από το μπαλκόνι. Ένας ηλικιωμένος άντρας, στα ογδόντα, με μπαστούνι, έβαζε χέρι στα οπίσθια μιας νεαρής κοπέλας με ψώνια που περνούσε από δίπλα του. Εκείνη αντέδρασε αστραπιαία και τον χτύπησε με την τσάντα της. «Βρωμόγερε!» «Κανένας σεβασμός στα γηρατειά! Κανένας σεβασμός!» φώναξε εκείνος θιγμένος. «Α, να χαθείς!» Η γυναίκα που τίναζε το τραπεζομάντιλο είδε την σκηνή και συμμετείχε στην φασαρία. «Τι κάνεις εκεί μωρέ γερο-μπισμπίκι;! Δεν ντρέπεσαι;!» «Κοίτα την δουλειά σου εσύ!» «Θα τό’θελες!» Βγήκε και άλλη γυναίκα σε διπλανό παράθυρο. «Τι έκανε πάλι;» Η πρώτη γυναίκα αναπαράστησε το χούφτωμα. «Α, τον πορνόγερο! Ντροπή σου!» «Καλά, σαν να μην ξέρω τι σουπιές είσαστε κι εσείς!» αντιφώναξε ο γέρος. «Από το κορίτσι τι θέλεις; Μπορείς να μου πεις;!» Ο γέρος έβαλε τα γέλια. «Ψαχνό του γάλακτος! Του γάλακτος!» «Τσίπα δεν έχει πάνω του.» Η Κάτια παρακολούθησε την όλη σκηνή. Στην άλλη άκρη της συνδιάλεξης η Αθηνά άρχισε να φωνάζει. «Κάτια, Κάτια! Τι γίνεται; Εκεί είσαι;!» «Αθηνά, πρέπει να κλείσω. Θα σε πάρω εγώ αργότερα.» Η Κάτια έκλεισε το κινητό της και έτρεξε μέσα, στο κομοδίνο. Σήκωσε το ακουστικό να μιλήσει με την ρεσεψιόν. «Συγνώμη…μήπως θα ήταν εύκολο να επεκτείνω την παραμονή μου; Α, ναι…σας ευχαριστώ πολύ…Ναι, ναι.» Πήρε τα δρομάκια της χώρας με το μαγνητοφωνάκι στο χέρι. Διάλεγε τους ντόπιους για την άποψη τους. Γυναίκες: «Ναι, ξέρω…ξέρω. Τι να σου πω; Ντροπής πράγματα. Γέρος άνθρωπος τι θέλει από το κορίτσι; Κι αυτή πια! Στέρεψε ο τόπος από νέα παλικάρια;» «Μ’αρέσει. Ναι μ’αρέσει. Έτσι δεν πρέπει να είναι ο έρωτας; Ούτε χρόνια να κοιτάει, ούτε γλώσσα, ούτε τίποτα. Χαίρομαι πολύ. Υπάρχει ελπίδα για όλους μας.» Άντρες, ψαράδες: «Μεγαλείο! Νά’σαι άντρας και Έλληνας! Αυτό είναι! Θα τα φορέσουμε τα γυαλιά στους Βόρειους. Άμα δεν κάνουν την δουλειά σωστά με τις γυναίκες τους, κι αυτές τι θα κάνουν; Εδώ θά’ρθουν. Έτσι δεν είναι;» «Ε, και τι έγινε; Δεν βλέπω να έχει μέλλον η κατάσταση. Βλέπεις εσύ νά’χει μέλλον;» Νεαρούς: «Κομπλεξικιά θα είναι αυτή. Σνομπάρει τους νέους γιατί τόσο ξέρει. Αλλά…εντάξει…Αγγλίδα δεν είπες; Τι περίμενες;» Κοπέλες: «Δεν ξέρω… Δεν νομίζω…εγώ δεν θα μπορούσα. Ξέρω γω; Πως είναι αυτός; Δεν τον έχω προσέξει.» «Μπράβο της. Αν της αρέσει…γούστο της, καπέλο της. Βουρ με τα όλα!» Ντόπια καμάκια: «Θα τον κάνουμε πρόεδρο μας. Είναι η καλύτερη διαφήμιση για τον τόπο. Να μείνει ικανοποιημένο το κορίτσι, να τηλεφωνήσει στις φίλες της, να έρθουν κι αυτές.» «Γκρικ Λάβερ! Το μοντέλο που δεν κλατάρει με τον χρόνο. Γκαραντί! Καμάκι φορέβερ!» Βρήκε και την Λουκία, τη γυναίκα που φρόντιζε το σπίτι της γυναίκας του καπετάνιου. Καλόκαρδη, λαλίστατη γυναίκα. «Ο Καπετάνιος παλικάρι γεννήθηκε, παλικάρι θα πεθάνει. Στα είκοσι είχε δικό του καράβι. Πόσο την αγαπούσε την θάλασσα. Η Γιώργαινα, η γυναίκα του, τον ερωτεύτηκε μόλις τον πρωτόδε. Τον φαντάζεσαι είκοσι χρονών; Λεβέντης. Και με μάτια που σε λιώνανε. Αναστέναζαν οι κοπέλες του νησιού για πάρτη του. Η Γιώργαινα δεν ήταν ντόπια. Αθηναία ήτανε. Από πλούσια οικογένεια. Και όμορφη. Την αγαπούσε κι εκείνος πολύ. Εκείνη βέβαια ζήλευε την θάλασσα αλλά σ’αυτό ο Καπετάνιος δεν σήκωνε κουβέντα. Τον μοιράστηκε με το πέλαγο εικοσιπέντε χρόνια. Καημό το είχαν που δεν μπόρεσαν να κάνουν παιδιά. Την λάτρεψε μέχρι το τέλος. Την πρόδωσε η υγεία της πολύ νωρίς. Πέθανε νέα η καημένη. Την έκλαψε πολύ. Μετά γύρισε κι εκείνος στην γοργόνα του.» Τράβηξε φωτογραφίες και από το αρχοντικό, μέσα κι έξω. Συνάντησε και έναν πίνακα με τον καπετάνιο στα νιάτα του. Ένιωσε γοητευμένη. Βγήκε σε ένα μπαλκόνι και αγναντέψει την θάλασσα. Στον κήπο του γειτονικού σπιτιού ήταν η Γιάννα με δύο άλλες φιλενάδες της. Είδαν την Κάτια και η Γιάννα σχολίασε φωναχτά για να ακουστεί. «Μπαίνουν-βγαίνουν οι γυναίκες στου καπετάνιου. Καιρός του ήταν να πάψει το πένθος, νέο παλικάρι.» Οι γυναίκες γέλασαν όταν από ένα παράθυρο κάτω από την Κάτια βγήκε η Λουκία και απευθύνθηκε στη Γιάννα. «Τι θέλεις πάλι εσύ και πιάνεις τον καπετάνιο στο στόμα σου;» «Τα λέω όπως τα βλέπω.» «Την τύφλα σου βλέπεις. Θα σού’λεγα να ντρέπεσαι αλλά που να ντραπείς εσύ που δεν ντράπηκες το ίδιο σου το στεφάνι και μια ζωή κυνηγούσες τον Ζερβό σαν λυσσασμένη!» Οι φιλενάδες άρχισαν να κακαρίζουν σε βάρος της Γιάννας τώρα. Εκείνη έγινε σαν το παντζάρι. «Σκάστε μωρέ…» και γυρίζοντας στη Λουκία, «Ούτε από μένα ούτε από καμιά άλλη κοπέλα του νησιού είχε ποτέ φόβο ο Ζερβός. Μια ζωή του γυάλιζαν οι ξένες του ψηλομύτη!» «Αν εσύ είσαι το ντόπιο δείγμα τότε καλά έκανε! Γούστο του, καμάρι του!» «Άντε από δω μωρή ψωροφαντασμένη!» Τώρα πλέον τα βέλη άρχισαν να εκτοξεύονται το ένα πάνω στο άλλο και η Κάτια παρακολουθούσε χωρίς να καταλαβαίνει πλέον κουβέντα. Όταν επέστρεψε στο λιμάνι χρησιμοποίησε ένα καρτοτηλέφωνο. Αναγκάστηκε να φωνάζει καθώς γύρω της η οχλοβοή των τουριστών ήταν εκκωφαντική. «Ναι…καλημέρα σας…Θα ήθελα να μιλήσω στον Νίκο Γραμματικό παρακαλώ. Ναι, τον φωτογράφο…Δεν είναι εκεί; Δεν έκλεισε δωμάτιο φέτος; Α, μάλιστα…Και που είναι…που πήγε; Δεν ξέρετε; Δεν είπε τίποτα; Καλά…Ναι, ναι, όχι ευχαριστώ…θα ξαναπάρω…Ναι, ευχαριστώ…γεια σας.» Κατέβασε το ακουστικό προβληματισμένη. Χώθηκε αφηρημένη στο πλήθος και περπάτησε δίπλα στη θάλασσα ατενίζοντας τα καράβια. Την είδε ο αστυνόμος, που εκείνη την ώρα συνομιλούσε με μία γυναίκα, ξένη. Έδειχνε τουρίστρια, ξανθιά, ντυμένη μοντέρνα, νέα και όμορφη στα σαράντα. Ο αστυνόμος έκανε νόημα στην Κάτια να τους πλησιάσει. «Χαίρομαι που σας βλέπω και θα ήθελα την βοήθεια σας.» της είπε. «Αν μπορώ, ευχαρίστως.» «Η κυρία από εδώ είναι η μητέρα της Αγγλίδας. Καταλαβαίνεται;» 8. Η Κάτια κατέβασε τα γυαλιά ηλίου να φανερώσει τα γουρλωμένα της μάτια. Η μητέρα της Σούζαν, η Έμμα, επέστρεψε το βλέμμα περίεργη. «Η κυρία ζητάει την κόρη της και για να πω την αλήθεια δεν ξέρω τι να της πω. Και τα αγγλικά μου είναι κάπως…» Λαμπάκια αναβόσβησαν στο κεφάλι της Κάτιας. «Μην ανησυχείτε…Θα το αναλάβω εγώ.» Χαμογέλασε ζεστά στην Αγγλίδα. «Hello, my name is Catya. So, you’re Suzan’s mom!» «Do you know my daughter? Where is she? I haven’t had one intelligible answer all morning.» «Let’s sit somewhere and have a talk. I’ll take you to your daughter. The place is a bit far.» «Why don’t we go now? What’s wrong with Suzan? Is she all right?» «Yes, Suzan is just fine. But we need to talk first. I will tell you about it. Come with me.» Ο αστυνόμος απεχώρησε κάπως ανακουφισμένος. «So, goodbye. All is okay. No problem. Enjoy Greece…» Έκανε ένα νεύμα και προς την δημοσιογράφο. «Σας ευχαριστώ πολύ.» «Παρακαλώ.» Οι δύο γυναίκες πήραν ένα τραπέζι στην πρώτη καφετέρια που συνάντησαν. Η Κάτια της είπε όλη την ιστορία και η Έμμα κατέληξε να κουνάει το κεφάλι της. «It is so typical of her…I can’t say I’m surprised.» «Why do you say that?» «I beg your pardon…You look like a very nice person but I don’t wish to make a statement to the press.» «I assure you that I’m not trying to sensationalize this situation. My interest has become mostly personal.» «Why?» «No matter what you may think, there is something very nice going on. Your daughter is not an ordinary person. Under similar circumstances I could very easily be cynical.» «Suzan was always like that. Incurably romantic. Chasing knights in shining armor and everlasting love. Her head always above the clouds. She never forgave me for divorcing her father. Three years ago she got deeply hurt by an affair with a boy. She was in therapy for two years. This summer she took it upon herself to chance a solitary vacation. I have always been over protective of her. She wanted to prove to herself that she was better. That she could do it. I never expected anything like…this of course.» «What are you going to do now?» «I don’t know. I love my daughter and I wish to help her. I can’t claim that I have been an ideal mother so far. I managed to make a big mess out of my own life and mess my daughter’s in the process too. And she…She managed well, considering…In a manner of speaking…I wish I had her courage.» Εκείνη την στιγμή, το γκαρσόνι έφερε επιπλέον ποτά στο τραπέζι τους. Οι γυναίκες τον κοίταξαν απορημένες. «Σας κερνούν οι κύριοι από απέναντι.» Η Κάτια και η Έμμα ακολούθησαν την υπόδειξη του γκαρσονιού. Σε ένα απέναντι τραπέζι κάθονταν δύο νεαροί, 17 με 18 χρονών, και τις έστελναν φιλάκια. «We love you!» «Beautiful! Beautiful!» «My God, what is wrong with this island?» αναρωτήθηκε φωναχτά η Έμμα πριν η Κάτια ξεσπάσει στα γέλια. Ο Ζερβός καθόταν σε καρέκλα στην άμμο, στην σκιά της σκεπής με την Σούζαν όρθια από πίσω να τον κουρεύει με τσατσάρα και ψαλίδι. Τον περιποιόταν τρυφερά, όλο χάδι κι εκείνος θα μπορούσε να κάθεται εκεί αιώνια. «Νίκος…Τέλειωσε…το λάδι…νερό…γκάζι…ντομάτα…» «Ντομάτες.» «Ντομάτες…πατάτες…ελιές…σαπ-ούνι…» «Να τα γράψω μην τα ξεχάσω. Αύριο που θα πάω στο λιμάνι…Πάμε μαζί αν το θέλεις. Μαζί.» «Μαζί;» «Μαζί.» Έσκυψε και τον φίλησε στο κεφάλι. «Νίκος;» «Ναι;» «Σ’αγαπώ.» Της έπιασε τα χέρια και τα κράτησε πάνω στο στήθος του. «Ο Θεός να με συγχωρέσει.» Κάθισε στην αγκαλιά του και χάιδεψε τα γένια του. Πήρε το χέρι του και το ακούμπησε στο στήθος της. «Κάνει πολλή ζέστη σήμερα για να έχω και σένα.» «What?» «Είμαι πολύ γέρος για τέτοια. Με τέτοια ζέστη.» Έμειναν αγκαλιασμένοι να χαϊδεύονται, να ανταλλάσσουν πολλά σύντομα φιλιά. Το μοτέρ ενός καϊκιού εισέβαλλε στην ησυχία τους. Κοίταξαν ενοχλημένοι προς την θάλασσα. Το καΐκι του Βοϊδά είχε κάνει την εμφάνιση του. Έμειναν στη θέση τους να περιμένουν το πλησίασμα του όταν η Σούζαν άρχισε να διακρίνει την μητέρα της δίπλα στην Κάτια. Σχεδόν έχασε την αναπνοή της. «Oh God…! Νίκος!» «Τι συμβαίνει;» «Η μαμά μου…» Η Σούζαν σηκώθηκε και οπισθοχώρησε προς την καλύβα, άρχισε να κάνει κύκλους εκνευρισμένη. Μόλις φρέναρε το καΐκι στην άμμο ο Ζερβός πλησίασε και βοήθησε την Κάτια να κατέβει. Μετά ήρθε η σειρά της Έμμας. Τα βλέμματα τους αναγκαστικά διασταυρώθηκαν. Εκείνη τον κοίταξε αμήχανα. Εκείνος της χαμογέλασε σαν παλικάρι. Σήκωσε τα χέρια του προς το μέρος της. «Thank you…» του ψέλλισε. Στην ταραχή της το πόδι της γλίστρησε και πήγε να πέσει. Προσπάθησε να την συγκρατήσει και το κατάφερε σωτήρια, μόνο όμως αφού την άρπαξε από τα οπίσθια. Η Έμμα έβγαλε ένα ξαφνιασμένο επιφώνημα και άφησαν το ζήτημα να περάσει χωρίς άλλον σχολιασμό. Ο Βοϊδάς έμεινε ως συνήθως στο τιμόνι να κουνάει το κεφάλι του ειρωνικά προς τον Ζερβό. Για μια αμήχανη στιγμή η Κάτια, η Έμμα και ο Ζερβός στάθηκαν αντιμέτωποι. «I would like a moment with my daughter» είπε πρώτη η Έμμα. Η Έμμα βάδισε προς την κόρη της. Η Κάτια και ο Ζερβός τραβήχτηκαν στην σκιά της ψάθας. Άναψαν και οι δύο από ένα τσιγάρο. Η Έμμα κυνήγησε την Σούζαν που επέμενε να διατηρεί μια δυσάρεστη απόσταση με την μητέρα της. «Suzan…Suzan…Will you stop?!» Η κόρη σταμάτησε και γύρισε να την αντικρίσει. «What are you doing here?!» «I was awfully worried. Why did you disappear in this manner?» «Is it not the reason I left, to begin with? Was it not my original purpose?» «Without a phone call? Just to let me know that you are all right?» «Didn’t the Embassy inform you of my whereabouts? What more did you need? Why are you here mother?» «Don’t yell at me!» «I don’t believe you are doing this! You are actually here! Christ!» «Suzan…» Τα μάτια της Έμμας άρχισαν να υγραίνονται. «Don’t do this to me…» «I separated with Richard. I wanted you to know that. He is out of my life, our life…permanently.» «I heard all these before…» «I swear to you. What more do you want me to say? I will let no man ever come between us.» «Mom, it doesn’t matter. I am glad for you. Richard was a sod and I wish for you to find someone you truly deserve. But it is none of my business. I am fine. I am all right.» Η Έμμα κάθισε σε μια πέτρα και σκούπισε τα μάτια της με ένα χαρτομάντιλο. Ο καπετάνιος πλησίασε το καΐκι του Βοϊδά. «Μη σε κρατάμε μωρέ Βοϊδά. Θα αναλάβω εγώ τις γυναίκες. Θα τις γυρίσω με το δικό μου.» «Θέλεις ν’αναλάβεις εσύ τις γυναίκες; Να τις αναλάβεις. Εσύ είσαι ο καπετάνιος.» Η Έμμα άκουσε την μηχανή του καϊκιού και γυρνώντας είδε τον Βοϊδά να φεύγει. Κοίταξε για λίγο απορημένη. Η κορμοστασιά του Ζερβού πάνω στην άμμο έκλεψε το βλέμμα της. Επέστρεψε την προσοχή της στην Σούζαν. «Can you tell me what you think you are doing here? I mean…they told me…» «What did they tell you? It’s all true.» «You and this Greek man…?» «Yes, me and him!» «Why? I mean, how?» «I’m in love.» «Christ Suzan! Are you serious?» «More serious than you can imagine.» «It is a phase. For God’s sake Suzan! Did you forget the doctor’s words?» «All that belong to the past!» «Do they? You are doing the same mistake all over. I should have never left you on your own. It was too soon. You are still too vulnerable.» «Mom, stop it! I met a descent, real man who deserves my respect, my love…» «I have no doubt what you can offer to him! What do you think he can offer to you?» «Everything. And he will never hurt me.» «How can you be so sure of that?» «I know who he is. You don’t.» «Where will this lead? Do you honestly believe that there is any future in this?» «That is a chance I am willing to take. I am not scared of these odds.» Τις πλησίασε ο Ζερβός και αναγκαστικά κατάπιαν όλα όσα ήθελαν να ξεφωνίσουν η μία στην άλλη. «Σουζάνα, έχει αποσκευές η μάνα σου; Αποσκευές;» Η Σούζαν κοίταξε την μητέρα της. «Where are your luggage?» «I left them with the Port Authorities.» «Στο Λιμεναρχείο.» «Ελάτε, θα σας πάω πίσω. Θα σας βολέψω στης Γιώργαινας.» «Εγώ μείνω εδώ» δήλωσε πεισματικά η κοπέλα. «Θα πάμε όλοι!» Χωρίς άλλη κουβέντα ο Ζερβός γύρισε στην βάρκα του. Στη διαδρομή με το καΐκι, ο Ζερβός κάθισε μόνος στο τιμόνι. Στην πλώρη, η Κάτια με την Σούζαν κάθονταν αντικριστά με την Έμμα. Ο ένας παρατηρούσε τον άλλο σιωπηλά αγνοώντας την ομορφιά του γαλάζιου ενάντια στη λευκή πέτρα του νησιού. Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
DinoHajiyorgi Posted May 3, 2007 Author Share Posted May 3, 2007 9. Στη χώρα το καλωσόρισμα των ψαράδων προς τον Ζερβό και την παρέα του ήταν πρόσχαρο. «Γεια σου καπετάνιε με τις όμορφες σου!» Ο καπετάνιος δεν μπορούσε να κρύψει το χαμόγελο του καθώς η παρέα δεν μπορούσε να μην προσέξει πως τους κοίταζε όλο το λιμάνι. Περνώντας από το Λιμεναρχείο μια έκπληξη περίμενε την Κάτια. Ο Νίκος Γραμματικός, ο δικός της Νίκος, ήταν εκεί στην παραλία να κοιτάζει γύρω σαν χαμένος. «Νίκο!!» Παρασυρμένη τελείως από την στιγμή, πέταξε την αξιοπρέπεια της στον άνεμο και έτρεξε προς εκείνον που την κοίταζε ξαφνιασμένος. Έπεσε όλη πάνω του, στην αγκαλιά του, και τον γέμισε φιλάκια. «Δεν το πιστεύω! Ήρθες!» «Κάτια;! Δεν σ’αναγνωρίζω!» «Σκάσε και φίλα με…» Την υπάκουσε. Οι υπόλοιποι, ο Ζερβός, η Σούζαν και η Έμμα τους πλησίασαν και εκείνη, κατακόκκινη, έκανε τις συστάσεις. «Από εδώ ο Νίκος, ο δικός μου Νίκος. Ο καπεταν-Ζερβός, η Σούζαν και η Έμμα.» Ο Νίκος τους κοίταζε όλους αμήχανα, έξαφνα εκτεθειμένος. «Χαίρω πολύ…» Ο Ζερβός έκλεισε το μάτι στη δημοσιογράφο. «Το σπίτι το ξέρεις…» «Ναι…» «Περάστε το βράδυ για φαγητό. Είστε ευπρόσδεκτοι στην παρέα.» «Ευχαριστούμε…» Ο Ζερβός και οι γυναίκες του αποχώρησαν, η Κάτια έμεινε κρεμασμένη από τον λαιμό του Νίκου. «Πότε ήρθες;» «Μόλις τώρα…» «Έχεις δωμάτιο;» ρώτησε χαμογελώντας με νόημα. Ο καπετάνιος κουβαλούσε τις δύο μοναδικές βαλίτσες της Έμμας. Ανηφόριζαν προς την εξώπορτα του αρχοντικού όταν η Γιάννα βγήκε στο κατώφλι της. Ο Ζερβός της έγνεψε. «Καλή σου μέρα Γιάννα.» «Το χαρέμι σου όσο πάει και μεγαλώνει Νίκο. Δεν το ξέραμε πως έκανες όρεξη τις ξανθόψειρες!» «Ο μακαρίτης δε σού’καψε τη γλώσσα με πιπέρι όσο ζούσε, αλλά σαν καλύτερος του φίλος θα μπορούσα να διορθώσω το κακό.» «Εγώ τουλάχιστο τιμώ την μνήμη του άντρα μου. Δεν κουβαλώ αγαπητικούς στο σπίτι του!» Ο Ζερβός αγνόησε την Γιάννα και έκανε νόημα στις γυναίκες να μπουν στο αρχοντικό. «Περάστε μέσα.» Τις ακολούθησε μέσα με την Γιάννα να φωνάζει από πίσω. «Απάντησε μου αν μπορείς! Κάνε τον έξυπνο αν σου σηκώνει! Όλοι μας πήραμε χαμπάρι τι κουμάσι είσαι!» Μια ενοχλημένη αντρική φωνή βρόντηξε πίσω από κάποια αντικρινά παραθυρόφυλλα. «Βγάλε τον σκασμό μεσημεριάτικα! Άντε να τρίψεις το πιπέρι να ησυχάσουμε όλοι μας!» Η Γιάννα κοκκίνισε και χάθηκε στην αυλή της εκνευρισμένη. Ο Ζερβός έφερε τις βαλίτσες της Έμμας στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Της άφησε κάτω και άνοιξε τα παράθυρα χωρίς να αγγίξει τα παντζούρια. Από πίσω ακολούθησε αμήχανα η Έμμα. «Μην ανοίξεις τα παντζούρια. Τέτοια ώρα ο ήλιος καίει και θα μπει όλη η ζέστη μέσα.» Του χαμογέλασε και της χαμογέλασε. «Thank you. You’re very kind.» «Θα πω στην Λουκία να σου δείξει το μπάνιο. Βολέψου και ξαπόστασε λιγάκι. Θα έρθει και η Σουζάνα να δει αν χρειάζεσαι τίποτα.» «Σουζάνα;» «Ναι, η Σουζάνα.» Ο Ζερβός βγήκε από το δωμάτιο και μπήκε κατευθείαν η Λουκία με σεντόνια και πετσέτες. «Γεια σας, καλώς ήλθατε!» Η γυναίκα άρχισε να στρώνει αμέσως το κρεβάτι. Η Έμμα πήγε στο παράθυρο και επιχείρησε ν’ανοίξει τα παντζούρια. Η ζέστη την χτύπησε κατά πρόσωπο και τα ξανάκλεισε αφήνοντας ένα επιφώνημα. Η Σούζαν ήταν στο γνώριμο της κρεβάτι, απέναντι από το πορτραίτο της Γιώργαινας. Όταν ήρθε ο Ζερβός έτρεξε ανακουφισμένη στην αγκαλιά του. Η στάση του ήταν λίγο απόμακρη. Το μάτι του έκοβε δειλά προς το πορτραίτο. «Γιατί εδώ; Πάμε σπίτι γοργόνας» του είπε. «Θα πάμε…Θα πάμε…» Της χάιδεψε τα μαλλιά προσπαθώντας να καθησυχάσει όχι μόνο εκείνη αλλά και τον εαυτό του. Η Κάτια και ο Νίκος κείτονταν γυμνοί, ιδρωμένοι και εξαντλημένοι στο κρεβάτι του ξενοδοχείου της. Κυρίως, ήταν ικανοποιημένοι. Με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη τους. «Τι σού’κανε η Μήλος;» τη ρώτησε. «Δε χαίρεσαι που ήρθες;» «Δεν χάρηκες που ήρθα;» «Εγώ σε ρώτησα πρώτη.» «Χάρηκα.» «Κι εγώ. Πολύ.» «Ότι συνέβη…» «Να χαρείς, ας μην το συζητήσουμε!» «Συμφωνώ. Δεν ήξερα και τι να πω, πως να το πω…» «Να μην προσπαθήσουμε καν…Τα κάνουμε πάντα τόσο μούσκεμα.» «Σημασία έχει…» «Ναι;» «Πως σε θέλω…Εσύ με θέλεις ακόμα;» «Ναι, σε θέλω.» Της ήρθε και μια νέα ιδέα. «Μπορούμε να μείνουμε μέσα όλο το βράδυ. Να παραγγείλουμε φαγητό απ’έξω…» «Αφού μας κάλεσαν.» «Ας μην πάμε.» «Είναι σωστό;» Τον κοίταξε περίεργη. «Τι σε νοιάζει; Ο καπετάνιος έχει αρκετή παρέα.» «Ποια ήταν η γκόμενα του Ζερβού;» «Η ποια;!» «Πως τις είπες να δεις…η Έμμα ή η Σούζαν; Νόμιζα πως ήταν μια και βλέπω πως γίνανε δύο.» Η Κάτια πετάχτηκε όρθια, έξαλλη. «Γιατί ήρθες στη Μήλο Νίκο;! Γιατί σού’λειψα;!» «Κάτια, τι έπαθες; Ηρέμησε…» «Σέ’στειλε η φυλλάδα σου, δεν είναι έτσι;» «Παρεξηγείς τελείως την κατάσταση.» «Πως την παρεξηγώ;» «Όταν μου δώσανε την δουλειά δεν ήξερα ακόμα που είσαι. Το έμαθα αργότερα. Κατάλαβα πως είχες την ίδια ιστορία αλλά τι να έκανα;» «Ηλίθιε, δεν καταλαβαίνεις τίποτα! Και αν δεν σου δίνανε την ιστορία; Αν δεν ήξερες για τον καπετάνιο; Θα ερχόσουν για μένα;» Ο Νίκος έμεινε για λίγο άφωνος. Δεν ήξερε τι να πει. Δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ πριν παρόμοιους συναισθηματισμούς από την Κάτια. Εκείνη συνέχισε να ντύνεται θυμωμένη. «Συγνώμη, λάθος. Εγώ είμαι η ηλίθια…» «Θα ερχόμουν Κάτια. Θα ερχόμουν για σένα.» «Τώρα δεν θα το μάθουμε ποτέ…» «Είσαι πολλή άδικη…» Όρμησε και με μια σπρωξιά τον πέταξε από το κρεβάτι στο πάτωμα. «Πιάσε αλλού δωμάτιο! Σε άλλο ξενοδοχείο!!» Μπήκε στο μπάνιο και βρόντηξε την πόρτα πίσω της. Ο Ζερβός, η Σούζαν και η Έμμα κατέβηκαν μαζί στη χώρα για ψώνια. Αγόρασαν λαχανικά και φρούτα από ένα μανάβικο. Η Έμμα παρακολουθούσε έκπληκτη την κόρη της να συνεννοείται με τον καπετάνιο με νοήματα, κοφτές κουβέντες και παντομίμες. Η Σούζαν επέμενε να παραγκωνίζει παιχνιδιάρικα τον Ζερβό για να συνεννοείται και να πληρώνει τον μανάβη μόνη της. Το ίδιο παρατηρητικός, ο Ζερβός δεν έχανε την ευκαιρία να παρακολουθεί μάνα και κόρη όπως φάνταζαν οι δύο γυναίκες, η μία δίπλα στην άλλη. Στο λιμάνι τους είδε φίλος ψαράς και χαιρέτησε τον καπετάνιο από απόσταση. Συνοδευόταν από την σύζυγο και τις δύο μικρές κόρες του. Ο Ζερβός δεν απέφυγε το αποδοκιμαστικό βλέμμα της γυναίκας του ψαρά. Γενικά όμως το κλίμα δεν ήταν άσχημο. Υπήρχε ένα αμυδρό χαμόγελο στα πρόσωπα των ανθρώπων, μια υπόγεια συγκατάβαση για την οποία όμως ο καπετάνιος δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Το όνομα του είχε μια βαρύτητα, κουβαλούσε έναν σεβασμό χρόνων, και ήξερε πως αν απογοήτευε τους πατριώτες του θα του το συγχωρούσαν. Γι αυτό ακριβώς τον λόγο δεν θα ήθελε να τους απογοητεύσει ποτέ. Το βράδυ στήσανε τραπέζι στον κήπο του αρχοντικού. Ήταν όλοι εκεί, ο Ζερβός, η Σούζαν, η Έμμα, η Κάτια αλλά και ο Νίκος. Η κυρία Λουκία, αν και καλεσμένη, είχε αναλάβει και τα καθήκοντα κουζίνας και σερβιρίσματος. Ψάρια στη σχάρα, σαλάτες και μπόλικο κρασί. Από ένα ανοιχτό παράθυρο στο αρχοντικό είχαν και μουσική από το ραδιόφωνο. Ο Νίκος είχε πιάσει κουβέντα με την Έμμα, κυρίως όμως προσπαθούσε να αποφεύγει τα φαρμακερά βλέμματα που του έριχνε η Κάτια όλο το βράδυ. «I don’t understand how he can support himself and this house…by catching fish?» Ο Νίκος χαμογέλασε με την απορία της αγγλίδας. «It is the miracle called Greece.» «Έμμα…Καλό το ψάρι;» ρώτησε ο Ζερβός από παραδίπλα με νοήματα. «Oh, it’s delicious.» Ο Νίκος μετέφρασε. «Της αρέσει. Και αναρωτιέται πως τα βολεύεις οικονομικά μόνο με το ψάρεμα.» «Καλά Νίκο, σκίζεις από διακριτικότητα» έμπηξε η Κάτια. «Ελάττωμα του επαγγέλματος.» «Δεν πειράζει…» χαμογέλασε ο Ζερβός, «Ένας άντρας δεν χρειάζεται πολλά για να είναι ευτυχισμένος. Η ζωή εδώ είναι απλή αν την επιθυμείς έτσι και σου προσφέρεται απλόχερη. Και στην ηλικία μου…» Σταμάτησε αμήχανος καθώς ετοιμαζόταν να γεμίσει το ποτήρι του και διαπίστωνε πως το μπουκάλι έχει αδειάσει. «Και το κρασί δεν μας λείπει, νά’ναι καλά ο Διόνυσος. Πρέπει να πάω μέχρι το κελάρι να φέρω κι άλλο.» Σηκώθηκε και χάθηκε πίσω από το σπίτι με το μπουκάλι. Ο Νίκος έσκυψε δίπλα στην Έμμα και κάτι της ψιθύρισε. Εκείνη γέλασε και του ανταπάντησε με τον ίδιο τρόπο εκνευρίζοντας την Κάτια που φυσικά έβλεπε. Η Σούζαν το πρόσεξε και με αναπάντεχη συμπάθια απευθύνθηκε στη δημοσιογράφο. «Do not worry about my mother. She flirts but never gets serious with anybody.» «I don’t worry.» «I think you do.» «You don’t understand. Nikos is a reporter like myself. He is working for one of the worst tabloids in the market.» Η κοπέλα ανασήκωσε τους ώμους της παραδομένη. «Well, what can you do? I don’t care.» Η Κάτια ένιωσε ξαφνικά μια αμοιβαία συμπάθια για το κορίτσι. Το ραδιόφωνο άρχισε να παίζει ένα τσα-τσα. Ο Νίκος σηκώθηκε με την Έμμα και άρχισαν να χορεύουν ανάμεσα στα παρτέρια. Ο Ζερβός γύρισε στο τραπέζι και άγγιξε τον ώμο της Σούζαν. «Σήκω να χορέψουμε. Σήκω, έλα…» Η Σούζαν ψιθύρισε στο αφτί του. «Την Κάτια…Την Κάτια…» Ο Ζερβός έπιασε το νόημα, έσκυψε ιπποτικά προς την Κάτια που παρακολουθούσε τους Νίκο και Έμμα και έτεινε το χέρι του. «Κοπέλα μου, τίμησε έναν γερασμένο θαλασσόλυκο και χάρισε του ένα χορό.» «Δεν ξέρω…δεν χορεύω…» «Θα το πάρουμε σιγά-σιγά και θα σου δείξω. Έλα…» Την αγκάλιασε προστατευτικά καθοδηγώντας την με το βήμα του. Χόρευαν απέναντι από το άλλο ζευγάρι με την Σούζαν να πίνει κρασί και να τους παρακολουθεί. Χωρίς να το καταλάβει, το βλέμμα της Κάτιας αιχμαλωτίστηκε στα μάτια του καπετάνιου και ξεχάστηκε εκεί. «Που έμαθες τσα-τσα;» τον ρώτησε. «Εδώ, τώρα. Είδα πως το κάνει ο δικός σου.» «Σοβαρά μιλάς;» «Έχω κάνει την γύρα μου στον κόσμο. Η θάλασσα σε πάει και σου μαθαίνει πολλά.» «Σου μαθαίνει και χορό;» «Θα ξαφνιαζόσουν πόσα σου χαρίζει.» «Θέλω να μου τα πεις. Για να τα γράψω. Αν δεν σε πειράζει…» Ο Ζερβός χαμογέλασε, την οδήγησε κοντά στο άλλο ζευγάρι και χτύπησε τον Νίκο στον ώμο. «Αλλάζουμε ντάμες παλικάρι;» Η πρόταση έγινε δεκτή και η ξαφνιασμένη Κάτια κατέληξε στον Νίκο με την αμήχανη Έμμα στον Ζερβό. Ο Νίκος δεν άντεχε άλλο. «Θα μου μιλήσεις επιτέλους;» «Πολύ καλά…Μου προκαλείς αναγούλα.» «Πες ότι θέλεις. Εγώ πάντως χαίρουμε που σε πρόλαβα. Δεν μπορώ βέβαια να φανταστώ τι σε κράτησε στο νησί τόσο. Η ιστορία είναι σερβιρισμένη στο πιάτο.» «Την έχεις κιόλας έτοιμη φαντάζουμε.» «Είναι στο τσεπάκι. Θα τη γράψω πριν πέσω για ύπνο και θα τη στείλω φαξ πρωί-πρωί.» «Είμαι σίγουρη πως θα ικανοποιήσεις τους αναγνώστες σου δεόντως. ‘Έλληνας γερο-μπήχτης ψαράς μαζεύει στο δίχτυ του ξανθές θεές από το εξωτερικό και δοξάζει το έθνος μας’. Έπεσα κοντά;» «Μη μου το παίζεις ανώτερη, Κάτια. Νομίζω πως κάποτε διαπρέψαμε μαζί σε χειρότερα τετράστυλα. Έμαθα μάλιστα ένα-δύο κυνικές μπηχτές από του λόγου σου.» Η Κάτια σταμάτησε και έφυγε μακριά του. Εκείνος την ακολούθησε. «Κάτια…» «Όχι, έχεις δίκιο. Τσατίζουμε γιατί έχεις δίκιο.» «Μα γιατί το παίρνεις τόσο βαριά;» «Αλήθεια δεν το βλέπεις;» «Τι να δω; Θα ήθελα όταν φτάσω στην ηλικία του καπετάνιου να έχω την τύχη του. Κοίτα τον. Αν το θέλει θα τουμπάρει και την μάνα. Όσο για την μικρή, έχουμε την κλασσική περίπτωση οιδιπόδειου για έναν πατέρα που έχασε νωρίς. Και αν το καλοσκεφτείς, βλέπω να εξελίσσεται σε διπλό οιδιπόδειο. Η μάνα βρήκε έναν πατέρα και η κόρη έναν παππού…» Χαμογέλασε άθελα της. «Σταμάτα. Το εκχυδαΐζεις.» «Ναι; Τότε γιατί γελάς;» «Δεν γελάω. Δεν είναι αστείο.» Άρχισε να την γαργαλάει και εκείνη προσπάθησε να αμυνθεί με μικρά αδύναμα χτυπήματα, παραδομένοι και οι δύο σε ασυγκράτητα γέλια. «Σταμάτα…» «Πες πρώτα πως μ’αγαπάς.» «Σ’απεχθάνομαι…» «Τότε δεν σταματώ.» Τον σταμάτησε με ένα μεγάλο σπρώξιμο. Το γέλιο την είχε εγκαταλείψει. «Γράψε γι’αυτούς ότι θέλεις. Υπήρξαν παρόμοιες ροζ ιστορίες και πριν την δική τους αλήθεια και θα υπάρξουν, δόξα τω Θεώ για την φυλλάδα σου, άλλες πολλές μετά. Ότι και να κάνουμε εμείς οι δύο δεν μπορούμε να αγγίξουμε αυτό που έχουν. Αν δεν μπορείς να δεις και να κατανοήσεις από μόνος σου κάτι τόσο όμορφο, τότε είσαι χαμένος σαν άνθρωπος Νίκο. Είσαι χαμένος. Και αυτό μου συνέβη εδώ αφού ρώτησες. Είχαμε μαλώσει άγρια για μια μαλακία και έβραζα στο ζουμί μου και σε θεωρούσα υπεύθυνο της δυστυχίας μου. Ξέρεις όμως κάτι; Ίσως μου άξιζε να είμαι δυστυχισμένη. Γιατί αν μπορούσα να είμαι κυνική για τον Ζερβό και την Σούζαν τότε…τι απαίτηση θα μπορούσα να έχω εγώ από τη ζωή; Μπορώ να παινευτώ πως ξέρω από αγάπη; Μπορείς εσύ; Γιατί να βλέπουμε πάντα το αρνητικό σε όλα; Γιατί φοβόμαστε τόσο μη και φανούμε αφελείς;» Την πλησίασε και πήρε το πρόσωπο της στα χέρια του. «Εσύ γιατί δεν πιστεύεις αυτό που νιώθω για σένα;» «Τι νιώθεις;» «Αφού ξέρεις.» «Θέλω να τ’ακούσω.» Την φίλησε βαθιά, παθιασμένα. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας τους ο καπετάνιος γοήτευσε την Έμμα με τις χορευτικές του ικανότητες. Την οδήγησε σε εντυπωσιακές φιγούρες με περισσή επιδεξιότητα κάνοντας την γυναίκα να κοκκινίζει στο άγγιγμα του. Η Σούζαν παρακολούθησε σκεπτική την όλη επίδειξη. Μόλις τέλειωσε το μουσικό κομμάτι έλαβαν γενναιόδωρο χειροκρότημα από όλους, χειροκρότησε και ο Ζερβός την Έμμα, κι εκείνη τον καπετάνιο λαχανιασμένη. Η Σούζαν οδήγησε την μητέρα της στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας της. «Here you are.» «Thank you. I don’t think I could have found it on my own. It is such a big house.» «Yes it is. There is a bathroom at the end of the hall, straight ahead. That could be easy enough.» «Yes, I think so…» «Good night mother…» «Suzan…» «Yes?» «You look better. I mean…» Η κοπέλα πλησίασε και φίλησε την μητέρα της τρυφερά στο μάγουλο. «Thank you mother.» Όταν έφτασε στο δικό της δωμάτιο ο καπετάνιος δεν ήταν εκεί. Βγήκε στο μπαλκόνι που είχε θέα τον κήπο. Τον είδε να κάθεται ακόμα στο τραπέζι, μόνο του, να πίνει και να καπνίζει σκεπτικός. Η Λουκία μάζευε όσο πιο διακριτικά μπορούσα τα πιάτα γύρω του. Η Σούζαν ξάπλωσε στο κρεβάτι προβληματισμένη για τις σκέψεις στο μυαλό του αγαπημένου της μέχρι που την πήρε ο ύπνος. Αργότερα η Λουκία έστρωσε το κρεβάτι και στον ξενώνα. Εκεί ήρθε να ξαπλώσει ο Ζερβός. «Καλή σου νύχτα καπετάνιε μου.» «Ευχαριστώ Λουκία. Καλόν ύπνο.» Έπεσε με τα ρούχα εξαντλημένος. Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
DinoHajiyorgi Posted May 3, 2007 Author Share Posted May 3, 2007 10. Ο ήλιος έκαιγε ζεστός στον καταγάλανο ουρανό, το αστραφτερό του φως στο κύμα να σχίζεται στα δύο από το καΐκι του Ζερβού καθώς ακολουθούσε την ακτή από κοντά. Η Έμμα και η Σούζαν κάθονταν στην πλώρη φορώντας τα μαγιό τους, απολάμβαναν την διαδρομή. Οι δύο γυναίκες έδειχναν η μια στην άλλη τις παραλίες που περνούσαν. Υπήρχαν πολλά καΐκια και πολύς κόσμος στις αμμουδιές και στο νερό. «Εδώ Νίκο! Εδώ!» «Όχι εδώ. Έχει πολύ κόσμο.» Η επόμενη παραλία έκανε την εμφάνιση της. Την περιέκλειε ένας τεράστιος λευκός βράχος. Εκεί ήταν αραγμένο μόνο ένα μεγάλο καΐκι με μια παρέα νέων που είχαν στήσει ένα παρτάκι. «Εδώ;» ξαναρώτησε παρακλητικά η Ζούζαν. Ο Ζερβός δεν είχε καν την ευκαιρία να απαντήσει. Η Έμμα σηκώθηκε αμέσως όρθια. «I’ll race you to the beach…» «Mom, what are you doing? Wait…» Η Έμμα βούτηξε στη θάλασσα και άρχισε να κολυμπάει προς την ακτή. Την Σούζαν την έπιασαν τα γέλια. Έβγαλε την πετσέτα που είχε γύρω από τον ώμο της, κοίταξε τον Ζερβό παιχνιδιάρικα και βούτηξε πίσω από την μητέρα της. Οι δύο γυναίκες προσπαθούσαν να παραβγούν η μια την άλλη για την παραλία. Ο Ζερβός έσβησε την μηχανή του καϊκιού και γύρισε το σκάφος προς την ακτή. Η Έμμα και η Σούζαν βγήκαν στην αμμουδιά ταυτόχρονα με την άφιξη του καϊκιού δίπλα τους. Η Έμμα πρόσεξε την παρέα που διασκέδαζε στην παραλία κάτω από ενοχλητικά δυνατή μουσική. Πολλές κοπέλες ήταν τόπλες. Η Έμμα έβγαλε το πάνω μέρος από το μαγιό της με μια κίνηση που ξάφνιασε τον Ζερβό. «Mother! You can’t!» «Oh honey, relax. I do as the natives do.» «But mother! It isn’t proper!» Έκανε νόημα στην μητέρα της υπονοώντας τον καπετάνιο. «Suzan, I’m sure your captain has seen his share of breasts in his time.» Ο καπετάνιος κατέβασε τις τσάντες και τα άλλα πράγματα τους για το πικνίκ από το καίκι. Έστρωσαν στην άμμο με την Σούζαν ελαφρώς εκνευρισμένη. Ετοίμασε τα πράγματα της για υποβρύχιο ψάρεμα. Ο Ζερβός γδύθηκε κι αυτός και έμεινε με το σορτσάκι. «Θα ρίξω μια ματιά στην προπέλα. Μου κάνει νάζια τελευταία…Είσαι καλά;» «Η μαμά μου είναι τρελή.» Ο Ζερβός γέλασε. Η Έμμα αλείφθηκε με αντηλιακό ανταλλάσσοντας ματιές με κάποιους νεαρούς από το πάρτι. Η Σούζαν άρπαξε το ψαροντούφεκο της και μπήκε στο νερό. «Σουζάνα! Μην κολυμπάς πολύ κοντά στην ακτή. Ο βράχος έχει σπηλιές από κάτω και μπορεί να σε ρουφήξουν μέσα. Κατάλαβες;» «Ναι θα προσέχω.» Η κοπέλα βούτηξε και χάθηκε στον βυθό. Ο Ζερβός κατέβασε την εργαλειοθήκη από το σκαρί και η Έμμα χάζεψε για λίγο τις γυμνασμένες πλάτες του άντρα που ετοιμαζόταν να δουλέψει στον έλικα. Σε λίγο η γυναίκα ένιωσε να έχει μείνει μόνη. Βούτηξε κι αυτή και έκανε κύκλους στο νερό, απολαμβάνοντας το καθαρό, υγρό του χάδι. Δύο βήματα από την κόψη του κύματος ο βυθός έπεφτε απότομα δίνοντας μια δυνατή αίσθηση του βαθύ γαλάζιου. Δοκίμασε ένα μακροβούτι όσο την έπαιρνε και μετά πετάχτηκε πάλι στην επιφάνεια αναζωογονημένη. Πρόσεξε τον βράχο στην άκρη του κόλπου να κάνει αψίδα και κολύμπησε προς τα εκεί. Ο Ζερβός έβγαλε το κεφάλι του από το νερό και αντιλήφθηκε την απουσία της Έμμας. Την έψαξε και την είδε κοντά στον βράχο, εκεί που το κύμα άφριζε πάνω στην πέτρα. Έκανε τα χέρια του χωνί για να ακουστεί. «Έμμα! Έμμα! Μη εκεί!» Δεν τον άκουσε. Βούτηξε αμέσως στο κατόπι της. Κολύμπησε σαν το δελφίνι και την πρόλαβε. Ξαφνιάστηκε στο άγγιγμα του. Μόλις τον κατάλαβε όμως χαλάρωσε και του χαμογέλασε. «Μη κολυμπάς εδώ. Είναι επικίνδυνα.» «Isn’t this beautiful? Divine!» «Όχι εδώ! Έλα! Έλα!» Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει προς μια εσοχή του βράχου κοντά στο σημείο που στρώσανε. Φθάσανε εκεί μαζί και σκαρφάλωσε πρώτος. Την βοήθησε να ανεβεί δίπλα του. «Εδώ είναι εντάξει!» «Εντάξει.» «Α μπράβο. Εδώ είναι εντάξει. Βλέπεις τον βυθό της θάλασσας ως τον πάτο. Εκεί που το νερό είναι μαύρο είναι επικίνδυνο. Εκεί όχι καλό.» «Όχι καλό.» «Όχι καλό. Νο γκουντ.» «No good means ochi callo. I see now.» Δίπλα στο καίκι του Ζερβού ξεπρόβαλε η Σούζαν. Έδειχνε περίεργα ωχρή. Βγήκε τρικλίζοντας στην ακτή και σωριάστηκε βαριά στα χαλίκια φτύνοντας σάλιο. Το βλέμμα της έψαξε με αγωνία για τους άλλους. Τους είδε στο σημείο του βράχου που είχαν βγει. Η Έμμα κοίταξε τον Ζερβό με αληθινή συμπάθεια. Τον κοίταζε στα μάτια και διέκρινε προς ανακούφιση της την καλοσύνη του ανθρώπου αυτού. «I think you are a fine man. I’m glad it was you Suzan found and not just anybody else. She is lucky to know you. I wish I could make you understand.» «Λυπάμαι που δεν σε καταλαβαίνω. Έχεις όμως τα μάτια της κόρης σου πανάθεμα σε. Πολλά μάτια με κοίταξαν στην ζωή μου, λίγα όμως μ’ αιχμαλώτισαν.» Η Έμμα έσκυψε και φίλησε τον καπετάνιο τρυφερά στο στόμα. Κοιτάχτηκαν αβέβαια μια στιγμή και εκείνη έσπρωξε τον εαυτό της άλλη μια φορά πάνω του, τα χείλη της στα δικά του. Ο Ζερβός την άρπαξε από τους ώμους για να την σπρώξει αλλά παρέλυσε από το φιλί της. Η Σούζαν άρχισε να ξεφωνίζει από την άκρη της μικρής παραλίας, έξαλλη. «Mother! How could you?! How could you?!!» Τους γύρισε την πλάτη και το έβαλε στα πόδια. Η Έμμα και ο Ζερβός πήδηξαν στο νερό και βγήκαν στην ακτή προσπαθώντας να την προλάβουν. «Suzan! Wait! It isn’t what you think!» «Σουζάνα!» Η Σούζαν σταμάτησε δίπλα στο καΐκι τους δακρυσμένη, διπλώθηκε και έκανε εμετό. Αμέσως άρπαξε την τσάντα με τα πράγματα της και έτρεξε προς το καΐκι που γινόταν το πάρτι. Η Έμμα και ο Ζερβός έφθασαν λαχανιασμένοι στο καΐκι και την είδαν να χώνεται ανάμεσα στους άλλους. Η Έμμα φόρεσε ξανά το πάνω μέρος στο μαγιό της. «I will not mess this one as well. It is ridiculous.» Η Σούζαν προσπαθούσε να χαμογελάσει στους νεαρούς που την περιστοίχιζαν. Της πρόσφεραν μπύρα και άρχισε να φλερτάρει μαζί τους ενώ έριχνε ματιές όλο πόνο προς τον Ζερβό που δεν έπαιρνε το βλέμμα του από πάνω της. Ένιωθε αναστατωμένος που την έβλεπε ανάμεσα στους άλλους. «I will talk to her and straighten things up» συνέχισε η Έμμα καθησυχάζοντας κυρίως τον εαυτό της. Το μεγάλο καΐκι ξεκίνησε την μηχανή του. Η παρέα ανέβηκε πάνω, μαζί και η Σούζαν. Η Έμμα έτρεξε προς τα εκεί καθώς το πάρτι αποχωρούσε. Κάποιοι νεαροί έκαναν νόημα στην Έμμα να πηδήξει στο πλεούμενο τους αλλά δεν τους πρόλαβε. Φώναξε μόνο προς την κόρη της. «Suzan, I’m sorry! You got it wrong!! You are being ridiculous!!» Η Σούζαν την αγνόησε πεισματικά. Το μεγάλο καΐκι απομακρύνθηκε και η Έμμα επέστρεψε στον Ζερβό που μόλις είχε ντυθεί. «I’m so sorry…» «Έλα, πάμε κι εμείς.» Μάζεψαν τα πράγματα τους και επιβιβάστηκαν στο δικό τους πλεούμενο. Το καΐκι του Ζερβού πρόλαβε το μεγάλο, κάποια στιγμή σχεδόν το πλεύρισε. Το πάρτι, με μουσική, χορό και μπύρες, συνεχιζόταν εκεί. Η Σούζαν έκανε πως συμμετείχε φλερτάροντας και πίνοντας αλλά το μάτι της γυρνούσε στον Ζερβό όλο φαρμάκι. Εκείνος την παρακολουθούσε όλο αγωνία από την θέση του στο τιμόνι. Η Έμμα δεν ήξερε πως να νιώσει. Θυμός και ενοχή προς την κόρη της πάλευαν στα σωθικά της προκαλώντας της αναγούλα. Καθισμένη στην πλώρη του καϊκιού του Ζερβού απέφευγε να κοιτάξει και την Σούζαν και τον καπετάνιο. Τα δύο καΐκια έφθασαν μαζί στο λιμάνι. Το καΐκι του Ζερβού άραξε πρώτο. Ο καπετάνιος βοήθησε την Έμμα να αποβιβασθεί. Το μεγάλο καΐκι ξεφόρτωσε και τον δικό του κόσμου. Η Σούζαν έμοιαζε ζαλισμένη και δύο νεαροί την βοηθούσαν να περπατήσει. Η Έμμα είδε την κατάσταση της κόρης της και έτρεξε δίπλα της. Η Σούζαν σήκωσε το βλέμμα της για να δει τον καπετάνιο να αποχωρεί με το καΐκι του. Ξέφυγε από το κράτημα των νεαρών, προσπέρασε την μητέρα της και έτρεξε προς την άκρη της προβλήτας. «Νίκος!! Που πας;! Που πας;!! Έλα πίσω!! Νίκος!!» Εκείνος υπέφερε σιωπηλά και δεν της αποκρίθηκε. Ανοίχτηκε στη θάλασσα. Η Σούζαν άρχισε να κλαίει. Η Έμμα ήρθε δίπλα της να την στηρίξει. Πίσω τους εμφανίστηκαν η Κάτια με τον δικό της Νίκο καθώς έκαναν την βόλτα τους. Τους είδαν και πλησίασαν απορημένοι. Η Σούζαν παρέπαιε μέχρι που έπεσε λιπόθυμη στα χέρια της μητέρας της. Η Κάτια και ο Νίκος έτρεξαν να βοηθήσουν. Ο ήλιος έδυσε πάνω στο δακρυσμένο βλέμμα του καπετάνιου που ήθελε να γυρίσει πίσω με όλη του την καρδιά, το χέρι του όμως πεισμωμένο κρατούσε το τιμόνι ευθεία, ευθεία για την παραλία του. 11. Άναψε μια μεγάλη φωτιά στην ακτή. Κάθε μπουκάλι που άδειαζε το κάρφωνε γύρω-γύρω στην άμμο. Χόρευε τρελαμένος σε μια άηχη μουσική, γύρω από τις φλόγες, κάτω από τα άστρα. Προσπαθούσε να ξεπεράσει την πανικόβλητη καρδιά του και μέχρι στιγμής ένιωθε να χάνει την κούρσα. Χρόνια στους ωκεανούς της Γης είχε αντιμετωπίσει τον θάνατο πολλές φορές, είχε νιώσει εκείνο το κρύο σφίξιμο στο στομάχι αντιμέτωπος με το χάος των κυμάτων, αυτή η απελπισία που ένιωθε όμως τώρα, η άφιξη του τέλους – τρόμος και λύτρωση ταυτόχρονα – δεν το είχε ξανανιώσει. Ήταν ένας γέρος αλλά χειρότερα ακόμα, ένας γέρος ηλίθιος. Μπήκε στην καλύβα και πέταξε ότι βρήκε έξω από τα παράθυρα. Σε λίγο βγήκε κουβαλώντας το ξόανο της γοργόνας. Τρίκλισε προς τη φωτιά και εκεί το πέταξε χωρίς δεύτερη σκέψη. Σήκωσε το τελευταίο γεμάτο μπουκάλι και βάλθηκε να το αδειάσει και αυτό. Έφυγε ο κόσμος κάτω από τα πόδια του και βρέθηκε καθισμένος στην άμμο, η ακτή του να ταλαντεύεται ολάκερη σαν σκαρί σε φουρτούνα. Δάκρυα πότισαν τα γένια του καθώς έβλεπε την γοργόνα του να χάνεται, να καίγεται. Το πρωί φανέρωσε ένα βομβαρδισμένο σκηνικό. Ένα σωρό πράγματα από το σπίτι ήταν σκόρπια στην άμμο, το τραπέζι, οι καρέκλες και το ψάθινο στέγαστρο όλα να καπνίζουν αραδιασμένα πάνω στις στάχτες. Η βάρκα όμως του Ζερβού δεν ήταν στη θέση της. Το καΐκι του Βοϊδά έκανε την εμφάνιση του με την Σούζαν στην πλώρη να κοιτάζει την ακτή με προσμονή. Πήδηξε στο νερό από τα ρηχά και βγήκε τρεχάτη στην παραλία. «Νίκος! Νίκος!» Ο Βοϊδάς έμεινε κλασσικά στο καΐκι του να περιμένει. Η Σούζαν πρόσεξε την ακαταστασία γύρω της. Έτρεξε μέσα στην καλύβα αλλά βγήκε αμέσως απογοητευμένη. «Νίκος!!» Μην ξέροντας τι να κάνει, στάθηκε εκεί, απελπισμένη, να χωνεύει το σκηνικό. Ο Ζερβός καθόταν στη βάρκα του, στη σπηλιά της γοργόνας. Κάπνιζε, οι συλλογισμοί του ανάκατοι και χαμένοι μέσα στα γαλαζοπράσινα νερά. Ένιωθε κενός και ηττημένος. Η σπηλιά ήταν άδεια. Η γοργόνα του δεν θα επέστρεφε ποτέ. Το καΐκι του Βοϊδά είχε φύγει όταν γύρισε στην παραλία του. Η Σούζαν πετάχτηκε από την σκιά της καλύβας και έτρεξε στην κόψη του κύματος να τον περιμένει. Το είδε νωρίς στο πρόσωπο του γι αυτό και τον πλησίασε διστακτικά, τρομαγμένη. «Νίκος;» «Δεν τρέχει τίποτα. Όλα καλά. Ένα λάθος έγινε μόνο. Δικό μου το λάθος. Και ζητώ συγνώμη. Μην σ’ενοχλεί η ακαταστασία. Θα τα φτιάξω εγώ.» Κινήθηκε προς την καλύβα με την κοπέλα από δίπλα. «Νίκος…στάσου.» «Τα είπες με την μάνα σου; Δεν φταίει σε τίποτα η γυναίκα. Ήταν μια παρεξήγηση. Αν θες κάποιον φταίχτη εγώ είμαι αυτός. Φταίω εγώ και καλά να πάθω.» Ο Ζερβός μπήκε στην καλύβα με την Σούζαν να τον περιμένει αβέβαιη στην πόρτα. Ο άντρας βγήκε πάλι με το σακίδιο και άλλα πράγματα της. Τα άφησε στο τραπέζι. «Nikos, what are you doing? Why? I’m sorry for the way I reacted but I was upset. I wasn’t feeling well all day…» «Πρέπει να γυρίσεις πίσω. Να τα βρεις με την μαμά σου και να στρώσεις την ζωή σου. Έχεις όλον τον καιρό στην διάθεση σου. Εντωμεταξύ, μπορείτε να μείνετε στης Γιώργαινας όσο θέλετε…δεν τρέχει τίποτα…» Η Σούζαν άρπαξε τον άντρα από τους ώμους του. «Νίκος! What happened?! Why?!!» Την άρπαξε κι εκείνος. «Δώσε προσοχή ανάθεμα σε! Πρέπει να φύγεις! Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ! Τι νομίζεις πως κάνεις εδώ?! Φύγε! Go! Go!!» «Σ’αγαπώ!» «Όχι! Όχι!» «Σ’αγαπώ Νίκος!» «Go! Go! Στη μαμά σου!» Η Σούζαν άρχισε να κλαίει. Εκείνος πήρε στα χέρια του το πρόσωπο της. Την κοίταξε απελπισμένος στα μάτια. «Μικρή ανόητη. Δεν καταλαβαίνεις πως στο τέλος εγώ είμαι αυτός που θα πληγωθεί; Εσύ είσαι ένα κορίτσι. Έχεις όλη τη ζωή μπροστά σου. Μπορείς να πας από την αρχή εκατό, χίλιες φορές. Εγώ…μπορώ να έχω…μόνο εσένα…» Την άφησε. Εξαντλημένος, πήγε και κάθισε βαρύς σε μια καρέκλα. Η Σούζαν σκούπισε τα δάκρυα της, τον πλησίασε δειλά και κάθισε στην αγκαλιά του. Άρχισε να του χαϊδεύει τα γένια. Τον πιάσανε τα γέλια. «Κορόιδευα τον εαυτό μου. Έλεγα πως θα μπορούσα να είμαι πατέρας σου. Τελικά, μόνο η μάνα σου θα μπορούσε να είναι κόρη μου.» «Νίκος…» «Σουζάνα…» «Σουζάνα καπετάνισσα.» «‘Σουζάνα καπετάνισσα’;! Που τό’μαθες αυτό;» «Βοϊδάς.» «Α, μάλιστα. Ο Βοϊδάς.» «Νίκος;» «Τι είναι πάλι;» «Μωρό…» «Εγώ μωρό; Εσύ μωρό.» «Όχι Νίκος…Μωρό…» Έπιασε την κοιλιά της. «Εδώ μωρό.» Ο Ζερβός την κοίταξε περίεργος. «Σουζάνα και Κάτια ντόκτορ νησί. Εδώ μωρό. Νίκος μπαμπάς. Σουζάνα μαμά» του εξήγησε. Ο άντρας έμεινε εμβρόντητος. Την κατέβασε από τα γόνατα του και πετάχτηκε όρθιος. Ηλεκτρικό ρεύμα διέτρεξε το κορμί του. Είχε χάσει την μιλιά του. Της γύρισε την πλάτη για να αφήσει τα δάκρυα του ελεύθερα. Έτρεμε ολόκληρος. Τον πλησίασε από δίπλα και τον αγκάλιασε. Τον άντρα που έκλαιγε σαν παιδί. Λύγισαν τα γόνατα του και χαμήλωσαν μαζί στην άμμο. Επίλογος Η Κορίνα μπήκε με το φλιτζάνι καφέ στο γραφείο και έβγαλε την Κάτια από τον λήθαργο της. «Καλή η Λήμνος;» «Μμ;» «Είπα, καλή η Λήμνος;» «Α, δεν πήγα Λήμνο τελικά. Κατέληξα στην Άνδρο.» «Εκεί δεν ήταν ο δικός σου;» Η Κάτια απάντησε με το χαμόγελο της σφίγγας. «Πως πήγε;» συνέχισε η συνάδελφος. «Μμ. Καλύτερα απ’ότι περίμενα. Είχε…εκπλήξεις.» «Χαίρομαι.» «Κι εγώ.» Ο Σταύρος έχωσε το κεφάλι του από την πόρτα και απευθύνθηκε στην Κάτια. «Ο Πέτρος πιστεύει πως το κομμάτι της Μήλου δεν ήταν αρκετά ‘πικάντικο’. Σκοπεύει να το περάσει ένα γράψιμο και ο ίδιος.» «Δεν με νοιάζει.» Το βλέμμα της φτερούγισε στο λαπ-τοπ στο γραφείο της. Το άναψε και έβαλε το βίντεο από το γλέντι στην ταβέρνα. Είχε γίνει στην παραλία της χώρας και έμοιαζε να είναι καλεσμένο όλο το νησί. Λεβέντης, ο Ζερβός στη μέση να ρίχνει την ζεϊμπεκιά του. Πως χαμογελούσαν τα μάτια της Σούζαν όπως τον κοίταζε. Έδιναν στην Κάτια μια γλυκιά νοσταλγία. Αμέτοχη, η Κορίνα κοίταξε μελαγχολικά έξω από το παράθυρο του γραφείου. «Παλιόκαιρος. Μάλλον θα βρέξει.» Η Κάτια άρχισε να πληκτρολογεί. «ΕΡΩΤΑΣ ΒΑΘΥΣ ΓΑΛΑΖΙΟΣ της Κάτιας Στεργιάδου». Ο ουρανός ήταν το ίδιο γκρίζος και στα ανοιχτά της Μήλου. Η βάρκα του καπετάνιου έσχιζε τα νερά χωρίς να καταλαβαίνει την διαφορά, με τον Ζερβό στο τιμόνι αλλά με βαρύ σακάκι και κασκέτο. Απέναντι του στην πλώρη η Σούζαν σε παλτό και πλεκτό σκουφί, έγκυος. Τον κοίταζε με αγάπη, ευτυχισμένη. Συνάντησαν ακολουθία από καΐκια, στον δρόμο τους για τα βαθιά. Οι ψαράδες τους χαιρέτησαν γνέφοντας ενθουσιασμένοι. «Καπετάνιε αθάνατε!» φώναξαν. Το ζευγάρι τους έγνεψε κι εκείνο. Τ Ε Λ Ο Σ Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
month Posted May 4, 2007 Share Posted May 4, 2007 Λέω να το αφήσω ασχολίαστο κατ' αρχήν, αλλά να, έχει κάτι το αφελές. Του λείπει αυτη η δώση της καθημερινής κινικότητας που έχω συνηθήσει. Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Recommended Posts
Join the conversation
You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.