DinoHajiyorgi Posted May 13, 2007 Share Posted May 13, 2007 Η ορχήστρα της Γαλάζιας Ακρόασης δικαίωσε την φήμη της, οι ψυχές που επούλωσε όμως ήταν λιγότερες από τις αναμενόμενες. Δεν είχαν έρθει όλοι οι σεισμόπληκτοι. Αγνόησαν επιδεικτικά την «φιέστα της κυβέρνησης» όπως την αποκάλεσαν, και έμειναν πεισματικά στις τέντες τους. Κάποιοι ήρθαν μέχρι το πεζοδρόμιο του Μεγάρου και σήκωσαν πανό, ζητούσαν αποζημιώσεις, στέγη κι όχι μουσική. Αυτοί που έδωσαν αναμφισβήτητο παρόν στις πρώτες θέσεις ήταν υπουργοί και βουλευτές, και στα μπροστινά μπαλκόνια vips και celebrities. Σε ένα γήπεδο κοντύτερα στις πληγείσες περιοχές στηνόταν μια λαϊκή συναυλία με δημοφιλείς καλλιτέχνες σαν αντίπραξη. Για τον Άλκη όλα αυτά ήταν μέσα στο πρόγραμμα της ζωής, δεν είχε νόημα να τα αναμοχλεύεις και να απογοητεύεσαι. Αφέθηκε στα πλήκτρα του και ανταποκρίθηκε επάξια στην μούσα του. Πίσω από την γραμμή των πολιτικών καθόντουσαν συγγενείς και γνωστοί των μελών της ορχήστρας. Εκεί ήταν μαζί η Δανάη με την Ισμήνη. Ακολουθούσε η μικρή ομάδα που είχε προσκληθεί αποκλειστικά με τους μπλε φακέλους. Ο Χρήστος με την Αμαλία, ο Αλέξης με την Αρετή και ο Πέτρος με την Ηρώ. Η Ελένη είχε καθίσει με τον Κωνσταντίνο, με τους γιους τους ανάμεσα τους. Τα δύο αγόρια, παρά την διαφορά της ηλικίας τους είχαν βρει μεταξύ τους μια κοινή γλώσσα. Σε όλη την διάρκεια της συναυλίας σιγοψιθύριζαν ο ένας στον άλλον και χασκογελούσαν. Συχνά ο Κωνσταντίνος σκουντούσε και αγριοκοίταζε τον Στάθη χωρίς αποτέλεσμα, τα παιδιά ήταν στον δικό τους, απάνεμο κόσμο. Απογοητευμένος ο αστυνόμος είχε αντιληφθεί νωρίς πως ο Σεφερλής δεν είχε τσιμπήσει στο δόλωμα, δεν είχε έρθει. Η Ελένη είχε αφεθεί στην μαγεία της μουσικής, άκουγε συνεπαρμένη, με τα μάτια κλεισμένα φορές. Δάκρυσε σε ορισμένα σημεία, ζωντάνεψαν παλιές, φορτισμένες μνήμες. Προσπάθησε να φανταστεί τις ζωές των ανθρώπων που έβγαλαν αυτές τις νότες από τον νου τους, αναλογίστηκε τις πτυχές της ζωής που έχασε και δεν θα γνώριζε ποτέ η ίδια. Σε ανακούφιση του Πέτρου, η Ηρώ άκουγε φρόνιμα χωρίς να της τρων μυρμήγκια τον κώλο, όπως συνέβαινε συχνά σε παραστάσεις που δεν γούσταρε. Ο ίδιος έψαχνε άδικα να εντοπίσει την Άσπα μέσα στον κόσμο. Μετά την συναυλία βρέθηκαν κανονισμένα στο πεζοδρόμιο μπροστά στο Μέγαρο. Περίμεναν τον Άλκη που εκείνη την στιγμή με την υπόλοιπη ορχήστρα δεχόταν τα συγχαρητήρια της κυβέρνησης. Η Δανάη δέχτηκε συγχαρητήρια από την παρέα για τον αδελφό της. Η Ελένη είχε τον νου της στον δρόμο, για τον Τίμο που θα ερχόταν να τους πάρει. Θα ήθελε να ήταν κάποια άλλη, να μείνει με αυτούς τους διαφορετικούς ανθρώπους, να συμμετάσχει στο δείπνο που θα επακολουθούσε, να ακούσει τις κουβέντες τους. Αλλά ένιωθε ξαφνικά άβολα και βιαζόταν να εξαφανιστεί. Είχε φορέσει το ωραιότερο της φόρεμα, λίγο σεμνό για βραδινό αλλά που τόνιζε επάξια την γοητεία της, δεν μπορούσε όμως να συγκρίνει τον εαυτό της με την τουαλέτα της Αμαλίας και το υπέροχο κολιέ με μαργαριτάρια που κοσμούσε το λαιμό της, ούτε καν με την Δανάη ή την Αρετή. Δεν είχε νιώσει ποτέ τόση ανασφάλεια και αυτό την ενοχλούσε άγρια. Δήλωσε και ο Κωνσταντίνος πως έπρεπε να φύγουν γιατί ήταν αργά για τον Στάθη. Το αγόρι άρχισε να γκρινιάζει, ήθελε να μείνουν να παίξει με τον Γιώργο. Ο πατέρας του τίναξε βίαια το παιδί τραβώντας το χέρι του, κάτι που ενόχλησε όσους παρακολούθησαν την σκηνή. Ο Κωνσταντίνος συνέχισε να φωνάζει εκνευρισμένος. «Κάτσε φρόνιμα! Δεν είχες ησυχία όλο το βράδυ!» Την κατάσταση έσβησε άθελα του ο Αλέξης που γύρισε προς την μεριά του αστυνόμου. «Εσείς το κάνετε αυτό; Τρίζετε τα δόντια σας;» Ο Κωνσταντίνος έπιασε ασυναίσθητα το σαγόνι του. «Δεν το καταλαβαίνω. Ο γιατρός μου έχει βρει μια φθορά ... Σοβαρά, το ακούσατε;» Πονούσε και το κεφάλι του, σαν να του είχε χωριστεί το κρανίο στα δύο. Ήταν εκνευρισμένος χωρίς να είναι σίγουρος γιατί. Η Ηρώ βημάτιζε γύρω από τον Πέτρο σαν ανήσυχος δορυφόρος. «Γιατί δεν φεύγουμε;» «Θα ήταν αγένεια.» Μήπως η Άσπα ερχόταν μετά, στο δείπνο; «Δεν ξέρω μωρέ...» συνέχισε την γκρίνια της, «η κατάσταση είναι λίγο κυριλέ...» «Λίγο. Όχι πολύ. Ας πάμε μέχρι το σπίτι, να τσεκάρουμε, να πω τα γεια μου, και μετά φεύγουμε, εντάξει;» Εμφανίστηκε ο Άλκης και έπεσαν όλοι πάνω του να τον συγχαρούν. Εκείνος, αγχωμένος, είχε κατά νου πως να τους συντονίσει έτσι ώστε να φύγουν και να φτάσουν μαζί στην βίλα. Ο Κωνσταντίνος του έδωσε μια εγκάρδια χειραψία. «Κύριε Πετρίδη, απόλαυσα το ταλέντο σας, εγώ όμως πρέπει να αποχωρήσω. Έχω τον γιο μου και είναι αργά. Μιαν άλλη φορά ίσως...» «Καταλαβαίνω, λυπάμαι όμως.» Τον πλησίασε και η Ελένη. «Πρέπει να φύγω κι εγώ...» Απογοητεύτηκε βαριά, ταράχτηκε. Το ύφος του δεν ξέφυγε της προσοχής της Δανάης. «Θα φύγετε; Δεν θα έρθετε για δείπνο;» «Έχω τα παιδιά και είναι όντως αργά.» «Θέλετε να σας πάω εγώ...;» «Ευχαριστώ. Θα έρθει ο άντρας μου. Μου άρεσε πολύ η συναυλία. Παίζετε πολύ όμορφα.» «Εγώ ευχαριστώ...» Έσκυψε προς τον Γιώργο. «Εσένα σου άρεσε;» Το αγόρι κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Σήκωσε το βλέμμα του πάλι στην Ελένη, εκείνη του χαμογέλασε. «Του αρέσει η μουσική. Απλώς δεν έχει τις σωστές ευκαιρίες.» «Ίσως μάθει κάποιο μουσικό όργανο. Είναι στην κατάλληλη ηλικία. Πιάνο ή κιθάρα.» «Είναι καλή ιδέα» συμφώνησε μαζί του. Ο Τίμος φρέναρε δίπλα στο πεζοδρόμιο και κόρναρε. Τους είδε, είδε την γυναίκα του με τους λουσάτους και ενοχλημένος κόρναρε ξανά. Η Ελένη και ο Γιώργος αναγνώρισαν το κορνάρισμα. Το αγόρι άρχισε να τραβάει την φούστα της μαμάς του. «Ο μπαμπάς! Μαμά, ο μπαμπάς!» «Πρέπει να φύγω. Σας ευχαριστώ και συγχαρητήρια άλλη μια φορά.» Τους χαιρέτησε βιαστικά όλους και έτρεξε με τον Γιώργο στο φορτηγάκι. Ο Τίμος έβαλε τις φωνές. «Άντε! Άντε, κουνηθείτε! Θα φάμε καμιά κλίση!» Χάθηκαν στην κυκλοφορία πριν προλάβει καν η Ελένη να κλείσει την πόρτα της. «Ζούνε σε τέντα ... Ο σεισμός τους άφησε άστεγους...» σχολίασε ο Άλκης. Είχαν μείνει εννιά, και τόσοι ξεκίνησαν για το δείπνο στην βίλα. Η Καίτη ήταν ερωτευμένη. Νόμιζε πως εκείνο το κομμάτι της που μπορούσε να νιώσει τον έρωτα είχε πεθάνει, το είχε σκοτώσει πρόωρα στην ζωή της ο γάμος με τον Κωνσταντίνο. Είχε κάνει όμως λάθος, το ανακάλυψε ευτυχώς νωρίς μόλις κατάφερε να αποτινάξει την πιεστική του δυναστεία, να πει το «όχι» και να σηκωθεί να φύγει. Ήταν νέα και όμορφη και ο κόσμος γεμάτος από άνδρες που την ήθελαν, την ποθούσαν. Δεν το πήρε επιπόλαια, ήταν καχύποπτη και προσεχτική. Δεν ήταν μόνη της πια, είχε και τον Στάθη. Έπρεπε να συναντήσει τον κατάλληλο άνθρωπο και αυτό πίστευε πως δεν είχε αργήσει να συμβεί. Τώρα ήταν ερωτευμένη, σίγουρη στο κράτημα του νέου άντρα δίπλα της, στο μπράτσο του που την σήκωνε από την μέση προστατευτικά. Γέλασε ευτυχισμένη, σίγουρη. Πήραν τον δρόμο που έμενε με την μητέρα της και δεν πέρασε καν από τον νου της να πάρει προφυλάξεις, μην τους δει αδιάκριτο μάτι. Της ψιθύριζε γλυκόλογα, δικαιολογίες για να της χαρίζει μικρά, δαγκωτά φιλάκια. Στάθηκαν ακουμπισμένοι στο δένδρο έξω από την αυλή της, στο σκοτάδι, αγκαλιασμένοι, ανταλλάσσοντας ανάσες και φιλιά. Άργησαν να αντιληφθούν τους προβολείς του αυτοκινήτου που τους έλουσε στο φως. Φρέναρε μπροστά τους, ο Κωνσταντίνος στο τιμόνι να τους κοιτά αποσβολωμένος. Πάγωσαν και κοιτάχτηκαν. Η Καίτη είδε το κεφαλάκι του Στάθη στην θέση του συνοδηγού και σκίρτησε η καρδιά της. Το βλέμμα του Κωνσταντίνου σκλήρυνε, την κατακεραύνωσε. Εκείνη συμμαζεύτηκε ανήσυχη, βγήκε από την αγκαλιά του αγαπημένου της. Ο Κωνσταντίνος έσκυψε προς τον Στάθη και του απευθύνθηκε ήρεμα για να μην τον τρομάξει. «Πες μου Στάθη ... Αυτόν τον κύριο που είναι με την μαμά, τον ξέρεις; Πως τον λένε;» Ο Στάθης κοίταξε απονήρευτος τον μπαμπά του. «Παύλο.» Η Καίτη άρχισε να φωνάζει το παιδί της. «Στάθη! Έλα αγόρι μου!» Ο πατέρας χαμογέλασε καθησυχαστικά στον γιο του. «Πήγαινε παιδί μου.» Τον φίλησε και του άνοιξε την πόρτα. Έτρεξε δίπλα στην μαμά του που τον έστειλε κατευθείαν στο σπίτι. Η γιαγιά ήταν ήδη στην πόρτα, πήρε αμέσως τον εγγονό της μέσα. Ο Παύλος, το αμόρε της Καίτης, έκανε ένα αμήχανο βήμα δίπλα της αλλά εκείνη τον έσπρωξε πίσω. Δεν του είχε πει πολλά για τον Κωνσταντίνο και τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του. Δεν ήξερε που θα οδηγούσε αυτή η αντιπαράθεση που τώρα είχε την ευθύνη της στους ώμους της. Ο άντρας της βγήκε από το αυτοκίνητο και την πλησίασε. «Ποιος είναι αυτός;!» «Μην φωνάζεις ... το παιδί...» «Το παιδί;! Εσύ δεν είσαι που παλαμουτιάζεσαι με τον τυπά εκεί μπροστά στο παιδί;! Ξέρει και τ’όνομα του γαμώ τον σταυρό μου!» Άρχισε να χάνει την ψυχραιμία της. «Δεν έχεις πλέον δικαίωμα! Κανένα δικαίωμα!» «Μου είπες ψέματα Καίτη!» «Εμείς τελειώσαμε! Τελειώσαμε!» «Σε ρώτησα ‘υπάρχει άλλος;’ ... ‘Δεν υπάρχει’ μου είπες...» «Και τι ήθελες να σου πω;! Είσαι τρελός! Ένα κτήνος! Σε βαρέθηκα πια! Τελειώσαμε!» Ξαφνικά δεν τον φοβόταν, ήθελε να τον αρπάξει στα χέρια της, να τον τσακίσει. Ο Κωνσταντίνος είχε πανιάσει, έμοιαζε με φάντασμα. «Κάνεις λάθος! Δεν τελειώσαμε! Εκείνο το παιδί είναι αίμα μου και δεν θα σου επιτρέψω να ξεφτιλίζεις τον πατέρα του μπροστά στα μάτια του.» Ο Παύλος έκανε μια προσπάθεια να παρέμβει. «Ένα λεπτό...» Ο Κωνσταντίνος ήθελε να τον φάει ζωντανό, η Καίτη αναγνώρισε την απρόβλεπτη σπίθα στα μάτια του άντρα της. «Δεν σου μίλησε κανείς εσένα! Δίνε του!» Η Καίτη πήρε το χέρι του Παύλου στο δικό τους. «Στάσου Παύλο...» Του έκανε νόημα με τα μάτια της να μην χειροτερέψει την κατάσταση. Εντωμεταξύ ο Κωνσταντίνος είδε γείτονες να ξεπροβάλλουν στα γύρω μπαλκόνια. Χαμήλωσε τον τόνο του. «Εμείς δεν τελειώσαμε. Μου είπες ψέματα Καίτη. Αν υπάρχει κάτι που δεν σηκώνω είναι το ψέμα.» Γύρισε στο αυτοκίνητο, έβαλε μπρος και γκάζωσε περνώντας ξυστά από δίπλα τους. Η Καίτη ούρλιαζε εκτός εαυτού από πίσω του. «Θέλω να απαλλαγώ πια! Μ’ακούς;! Ν’απαλλαγώ!!» Ο χώρος του δείπνου είχε στηθεί στον κήπο της βίλας, δίπλα στην πισίνα. Το σπίτι ήταν φωταγωγημένο με τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές να στέλνουν την μουσική σάλσα μέχρι τα τραπέζια τους. Η Ισμήνη και η Ηρώ είχαν παραδοθεί ήδη στους λάτιν ρυθμούς της, πάνω στο πλακόστρωτο. Ο Πέτρος κατάφερε να παρασύρει την Αμαλία σε μερικούς χορευτικούς γύρους αλλά εκείνη αποσύρθηκε ανίκανη να αντεπεξέλθει στο απαιτούμενο πάθος. Την θέση της πήρε η Δανάη και ξεχρέωσε εντυπωσιακά όλα τα μαθήματα χορού που είχε πάρει στη ζωή της. Ο μπουφές που είχε στηθεί ήταν ένα ντεκόρ για φωτογράφηση, τεράστιος, φορτωμένος μικρομπουκιές κι εδέσματα για εκατό τουλάχιστον άτομα. Μια άκρη του ήταν αγκαζαρισμένη μόνο με ποικιλία κρασιών. Ο Χρήστος είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. «Περιμένεις κόσμο; ... Αυτό ... Αυτό είναι πολύ φαΐ.» Ο Άλκης ένιωσε μεγάλη αμηχανία. Δεν συνήθιζε να οργανώνει τέτοιες συνάξεις, με την αδελφή του προτιμούσαν την μοναχική ζωή, σπάνια πήγαιναν και σε πάρτι άλλων. Μάλλον είχε παραγγείλει λάθος πακέτο κέτερινγκ. «Περίμενα να είμαστε περισσότεροι αλλά ... Έχεις δίκιο. Είναι πολύ φαΐ. «Καλή μας όρεξη λοιπόν.» Στην άλλη άκρη, η Αρετή γέμιζε το πιάτο του Αλέξη που στεκόταν δίπλα της και έδειχνε να το διασκεδάζει. «Φτάνει με τα χορταρικά. Πεινώ και θέλω κρέας. Άρρργ...!» «Τι να σου βάλω;» «Οτιδήποτε εκτός από χοιρινό.» «Έχει κοτόπουλο, φέτες μοσχαράκι...» «Το μοσχαράκι, και πατάτες αν έχει.» «Έχει πατάτες στον ατμό...» «Υπέροχα. Εσύ τι θα φας;» «Κάτι ελαφρύ.» «Σαχλαμάρες. Αφού πεινάς. Οι φθόγγοι σου είναι υγροί. Απόλαυσε το φαγητό σου όπως το θέλεις. Εντάξει;» Ο Πέτρος άφησε τις γυναίκες στην πίστα και πλησίασε τον μπουφέ με το πιάτο του. Συστήθηκε εκ νέου στον Χρήστο. Ο Χρήστος έφερε στην κουβέντα τους την νύχτα του σεισμού. «Εγώ τα είχα χάσει. Εσύ πήδηξες πάνω στον Φραγκάκη ενώ κρατούσε το όπλο ... Του έσωσες την ζωή νομίζω. Για μια τρίχα η σφαίρα θα του είχε κάνει μεγαλύτερη ζημιά.» «Νομίζω πως η κυρία σας, και η άλλη κοπέλα, του έσωσαν την ζωή. Χωρίς τις πρώτες βοήθειες θα είχε φτάσει νεκρός από αιμορραγία στο νοσοκομείο.» «Η Αμαλία ήταν κάποτε νοσοκόμα. Έφτασε μέχρι προϊσταμένη. Μάλλον ο Φραγκάκης μπήκε στο σωστό βαγόνι.» «Μπήκε όμως και στο βαγόνι που του παρείχε το όπλο.» «Αν είχε φτάσει σε τέτοιο στάδιο εξευτελισμού, αν ήταν η στιγμή του, θα επιδίωκε να τερματίσει την ζωή του με οποιονδήποτε τρόπο μπορούσε. Το ότι ζει ακόμα είναι απόδειξη πως ήταν μοιραίο να βρεθεί μπροστά μας.» Ο Άλκης, με το πιάτο του ακόμα άδειο, τους άκουγε με προσοχή. Μπήκε στην κουβέντα τους. «Ξέρει κανείς τίποτα νεότερο για την κατάσταση του; Πέραν του τι λένε στην τηλεόραση;» Ο Πέτρος ανασήκωσε τους ώμους του. «Η τηλεόραση βαρέθηκε ήδη την περίπτωση του. Τελευταίο που άκουσα είναι πως η κατάσταση του παραμένει σταθερή. Κοιμάται σαν να περιμένει κάτι.» Ο Χρήστος τον κοίταξε με ενδιαφέρον. «Περίεργη διατύπωση. Σαν τι να περιμένει;» «Δεν ξέρω γιατί μου βγήκε έτσι. Υπάρχει όμως μια αίσθηση αναμονής, έτσι το νιώθω τελευταία. Από την μέρα του σεισμού. Σαν να περιμένω να πέσει και το άλλο παπούτσι ... σαν το ανέκδοτο, ε;» Ο Πέτρος κοίταξε τον Άλκη. «Εσείς στείλατε τις προσκλήσεις; Σε όλους όσους ήταν στο βαγόνι εκείνη την νύχτα. Δεν είμαστε όμως όλοι εδώ. Γιατί μας καλέσατε;» «Ήθελα να διαπιστώσω κάτι. Το κάθε τρένο του Μετρό έχει από πέντε έως έξι βαγόνια. Εμείς βρεθήκαμε μαζί σε ένα συγκεκριμένο. Νόμισα πως μας έδεσε ο σεισμός μέχρι την στιγμή που ο Φραγκάκης τράβηξε το περίστροφο. Μπήκαμε λοιπόν όλοι στο βαγόνι τυχαία;» «Αν όχι τυχαία ... πως;» Οι τρεις τους αναλογίστηκαν την ερώτηση πριν μιλήσει πρώτος ο Χρήστος. «Τροφή για τον νου, αλλά τώρα και λίγη τροφή για το στομάχι.» Τους προσπέρασε και άρπαξε με την τσιμπίδα μερικές τηγανισμένες φέτες παλαμίδα σε σως λαδολέμονο. Άλλαξαν την διαρρύθμιση των τραπεζιών για να βρεθούν πιο κοντά, πιο οικία. Κόλλησαν κυκλικά τρία στρογγυλά τραπέζια και κάθισαν γύρω-γύρω, τρεις ανά τραπέζι. Με την σειρά ήταν Δανάη-Ισμήνη-Ηρώ, Πέτρος-Αρετή-Αλέξης και Αμαλία-Χρήστος-Άλκης. Έσβησαν τα φώτα της βίλας και ο Άλκης άναψε κινέζικα φανάρια που επέπλεαν μαγευτικά στο νερό της πισίνας. Άνοιξαν ένα μπουκάλι κρασί και ο Άλκης γέμισε τα ποτήρια τους. «Εις υγεία και καλή όρεξη!» «Όρεξη το κατά δύναμη» αστειεύτηκε η Δανάη, «Ο αδελφός μου παρήγγειλε για να ταΐσει την Αιθιοπία.» Ο Άλκης κοκκίνισε στο σχόλιο τους. Οι άλλοι γέλασαν και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους εύθυμα. Το φαγητό ήταν νόστιμο, τους έκλεψε για λίγο την προσοχή πριν ξεκινήσουν τις μικρές κουβέντες. Η Αμαλία αγκάζαρε την προσοχή του Αλέξη προς ενόχληση της Αρετής ενώ ο Χρήστος απορροφήθηκε σε συζήτηση με τον Άλκη. «Είχα έναν θείο στο χωριό, την θυμάμαι καλά αυτήν την ιστορία, ήμουν μικρός τότε αλλά το συζητούσαν οι γυναίκες συχνά και για χρόνια, θα πήγαινε λοιπόν αυτός κυνήγι με τους φίλους του την επομένη, και το βράδυ είδε ένα άσχημο όνειρο. Είδε πως θα του συνέβαινε κάτι κακό στο κυνήγι. Καθώς ήταν προληπτικός, και η γυναίκα του πίστευε στα όνειρα, πείστηκαν να μείνει σπίτι και να μην πάει για κυνήγι. Όπως καθόταν λοιπόν στο ντιβάνι, μέσα στο σαλόνι του, ξεκόλλησε ένα δοκάρι από το ταβάνι και τον άφησε στον τόπο, ακριβώς εκεί που καθόταν. Τι λες εσύ γι αυτό;» Ο Άλκης έσμιξε τα φρύδια του. «Το όνειρο του φανέρωσε το μέλλον. Ήταν η στιγμή του. Δεν μπορούσε να το αποφύγει.» «Ήταν δηλαδή ξεγραμμένος ότι και να έκανε;» «Πολύ πιθανό.» «Πιστεύεις λοιπόν πως η μοίρα μας είναι προδιαγεγραμμένη;» «Αν το μέλλον ήταν λευκό χαρτί στο οποίο γράφουμε καθώς προχωράμε τότε πως θα μπορούσαμε να το προβλέψουμε;» «Το προβλέπουμε όμως; Μήπως απλώς ρίχνουμε ζάρια;» «Από που έρχονται τα όνειρα, οι ενοράσεις;» «Άρα αποκλείεις την έννοια του τυχαίου.» «Ναι. Τελικά το αποκλείω. Πως θα μπορούσα διαφορετικά; Μας είδα όλους μαζί την μοιραία νύχτα πριν αυτό να συμβεί.» «Και η ελεύθερη βούληση; Αυτή που πάει; Αυτό είναι η ζωή; Είμαστε ηθοποιοί που απλώς διαβάζουμε το σενάριο που μας έγραψε ο Θεός;» Αυτή την ερώτηση την φοβόταν ο Άλκης όλη του την ζωή, γιατί υπήρχε περίπτωση η απάντηση να ήταν καταφατική. Έβαλε μια μπουκιά στο στόμα του και έκανε πως το σκέφτεται. Στην άλλη πλευρά η Ισμήνη διασκέδαζε να σκανδαλίζει την Ηρώ ψιθυριστά σκυμμένη από πάνω της. «Τάι-τσι! Είναι κάτι παραπάνω από γυμναστική, αν είσαι μυημένη σε όλες τις μορφές του. Μπορείς να ξετρελάνεις τον δικό σου, σεξουαλικά ξέρεις. Το λένε ‘Δαχτυλίδι της Αφροδίτης’. Γυμνάζεις τους μυς στο μουνί σου και γίνεσαι όσο σφιχτή θέλεις. Μπορείς να τον μαγκώσεις μέσα σου και να μην μπορεί να βγει...» Η Ηρώ άρχισε να χασκογελάει. «Πως μαθαίνεις κάτι τέτοιο;» «Με βαράκια. Έχεις μια μαρδαπέλα με αλυσίδα στην άκρη, κάτι σαν ταμπόν με βαρίδια, το κρατάς μέσα σου όρθια, με τα πόδια ανοιχτά, κάθε φορά λίγο περισσότερο και με μεγαλύτερο βάρος. Θα τον τρελάνεις σου λέω.» Χασκογελούσαν τώρα και οι δύο ανεξέλεγκτα. Η Δανάη τους κοίταξε απορημένη. «Μα τι της λες της κοπέλας;» «Ξέρει εκείνη ε, Ηρώ;» Το γέλιο τους μεταδόθηκε κολλητικό στους διπλανούς, μοιράστηκε κι άλλο κρασί. Η Αμαλία μάθαινε από τον Αλέξη για το επάγγελμα του. Είχε εντυπωσιαστεί από το ταλέντο του και δεν σταμάτησε να του το τονίζει όλη την βραδιά. Κάποια στιγμή κρεμάστηκε από το μπράτσο του και τα νύχια της Αρετής μπήχτηκαν στις παλάμες της, ήθελε να βγάλει τα μάτια της άλλης. Στην συζήτηση ενδιαφέρθηκε και ο Πέτρος που ήθελε να μάθει πόσα έβγαζε κάποιος σχεδιαστής βιντεοπαιχνιδιών. Όταν η κουβέντα έφτασε στην εγχείρηση του είχαν σιγήσει όλοι και άκουγαν μόνο εκείνον. «Είναι τελείως πειραματικό. Πρόκειται για ένα μικροτσίπ που τοποθετείται στο οπτικό νεύρο και συνδέεται με ένα εξωτερικό κομπιούτερ. Είναι τελείως νέα τεχνική. Δεν μπορώ να σας το περιγράψω σωστά αλλά είναι η μοναδική μου ελπίδα. Την περίμενα όλη μου την ζωή...» Η Ισμήνη πέταξε αυθόρμητα την απορία της. «Κι αν πάει στραβά;» Η Δανάη την σκούντησε το ίδιο αυθόρμητα αλλά η Ισμήνη δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. «Κι αν συμβεί κάτι χειρότερο;» επέμεινε. Ο Αλέξης διατήρησε το χαμόγελο του. «Χειρότερο από το σκοτάδι που ζω ... δεν νομίζω.» Η Αρετή, που άκουγε για όλα αυτά πρώτη φορά, κόλλησε ήδη την ανησυχία που της μετέδωσε η Ισμήνη. «Το χειρότερο Αλέξη! Είπες πως θα σου βάλουν κάτι στο κεφάλι...» «Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος γλυκιά μου, όχι για την ζωή μου.» Επενέβη φωναχτά και καθησυχαστικά ο Χρήστος. «Ας μην λέμε ασυλλόγιστες κουβέντες. Τι σας έπιασε όλους;! Έχουμε μπροστά μας έναν εκπληκτικό και γενναίο νεαρό! Ας πιούμε στην υγεία του και ας του ευχηθούμε να συναντήσει τους πόθους του!» «Σωστά!» συμπλήρωσε και η Αμαλία. Σήκωσαν όλοι τα ποτήρια τους και αναφώνησαν «Εβίβα Αλέξη!» Ξαφνικά ο Άλκης ένιωσε να μουδιάζει όλο του το σώμα. Χάθηκε το φως του και βρέθηκε μέσα στο απύθμενο, σκοτεινό χάος. Άκουσε από μεγάλη απόσταση τις φωνές τους καθώς ένιωσε σώμα του να καταρρέει στο πλακόστρωτο παρασέρνοντας μαζί την καρέκλα του. Όταν επανήλθε στην πραγματικότητα ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ, στο σαλόνι, με το πουκάμισο του ξεκούμπωτο. Ο Χρήστος και ο Πέτρος στέκονταν από πάνω του. Ο νέος του έκλεισε το μάτι. «Έλα μεγάλε, τι έπαθες;» «Μια ξαφνική ζαλάδα...» Η Δανάη μπήκε μέσα από την μπαλκονόπορτα. Ήταν σχετικά ψύχραιμη. «Είσαι καλύτερα;» Ανασηκώθηκε. Το κεφάλι του ήταν βαρύ. «Ναι. Συγνώμη για την αναστάτωση.» Ο Χρήστος έσπρωξε τον Πέτρο προς το μπαλκόνι. «Ας τον αφήσουμε να ησυχάσει λίγο. Είχε μεγάλη βραδιά και πρέπει να είναι κουρασμένος.» Βγήκαν στον κήπο με τους υπόλοιπους. Η Δανάη κάθισε δίπλα στον αδελφό της και τον κοίταξε στα μάτια. «Πως είσαι;» «Καλά είμαι, αλήθεια. Απλώς έχω ανάγκη από ύπνο.» «Είδες τίποτα;» «Όχι. Ήταν περίεργο αλλά δεν είδα τίποτα, απλώς όλα σκοτείνιασαν ... Ρώτησε τους άλλους αν θέλουν να μείνουν για το βράδυ.» Τον καθησύχασε και γύρισε στον κήπο. Η βραδιά τους είχε τελειώσει. Όλοι τους προτίμησαν να φύγουν, ο καθένας είχε κάτι κανονισμένο. Ο Πέτρος ήταν ήδη στο κινητό και κανόνιζε συνάντηση με την παρέα στην παραλιακή. Η Ηρώ πρότεινε στην Ισμήνη να τους ακολουθήσει αλλά η Δανάη το απαγόρεψε ανένδοτα. Την άλλη Παρασκευή έκαναν ντεμπούτο στο Διεθνές Αθηναϊκό Meeting και δεν υπήρχαν περιθώρια για κραιπάλες. Ο Αλέξης πήρε την Αρετή στο μπράτσο του και συμφώνησαν πως ήθελαν τελικά να πάνε κάπου μαζί, μόνοι τους. Κι ο Χρήστος έπρεπε να σηκωθεί νωρίς να πάει στο ναυπηγείο, η εργασία συνεχιζόταν αμείωτη και τις Κυριακές. Ο Άλκης τους είδε από το τζάμι της μπαλκονόπορτας να αποχωρούν ένας-ένας σαν βουβό μπαλέτο. Η Ισμήνη μπήκε αμίλητη στο σπίτι και ανέβηκε τις σκάλες για την κρεβατοκάμαρα. Η Δανάη μπήκε αμέσως μετά, επέστρεψε δίπλα στον Άλκη. «Δεν ξέρει ακόμα γιατί στερείται, για τι θυσιάζεται. Την Παρασκευή όλα αυτά θα αλλάξουν. Μόλις γευτεί την προσοχή του κόσμου, την γλύκα της νίκης ... Εσύ δεν θα πας στο κρεβάτι;» «Λέω να μείνω. Θέλω να δω τον ήλιο να ανατέλλει το πρωί.» «Απογοητεύτηκες. Το καταλαβαίνω. Τι περίμενες;» «Την νύχτα του σεισμού ήξερα πως κάπως είχαμε συνδεθεί μοιραία ... Μάλλον περίμενα την ίδια αναγνώριση κι από τους άλλους.» «Απογοητεύεσαι γιατί είσαι ο μόνος που μπορεί να διακρίνει το νήμα της μοίρας. Δεν λειτουργεί όμως το ίδιο για όλους. Ότι και να μας δένει πλέον είμαστε ανίκανοι να το αντιληφθούμε. Κοίτα τον Αλέξη με την Αρετή όμως. Την νύχτα του σεισμού δεν γνωρίστηκαν; Δεν είναι ωραίο ζευγάρι; ... Κι εσύ ... Δεν σε έχω ξαναδεί να κοιτάζεις γυναίκα με αυτόν τον τρόπο.» Ξαφνιάστηκε, την κοίταξε απορημένος. «Γυναίκα; Τι εννοείς, ποια γυναίκα;» «Την γυναίκα του τέτοιου, ξέρεις ποια εννοώ. Την καημένη την άστεγη.» «Εγώ δεν ... Πως την κοίταξα δηλαδή;» «Σου αρέσει ή όχι;» «Είναι όμορφη. Και παντρεμένη...» «Λάβε λοιπόν το μήνυμα πως δεν είσαι φτιαγμένος από πέτρα και κοίτα να βρεις καμιά ελεύθερη που να σ’αρέσει.» «Στις διαταγές σου.» «Πάω να σου φέρω μια κουβέρτα.» Του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο πριν τον αφήσει μόνο με τις σκέψεις του. Έκλεισε τα φώτα του σαλονιού και αγνάντεψε την νύχτα. Ξαφνικά είχε σιγήσει το σπίτι. Το μυαλό του δεν μπορούσε να βρει μια οδό να ξεφύγει, να κρυφτεί μακριά από το πρόσωπο της Ελένης, ήταν η μόνη εικόνα που απασχολούσε πλέον την φαντασία του. Ο δρόμος, πλαισιωμένος από αθέατες βίλες και ψηλές λεύκες, διέθετε λίγο φωτισμό. Οι προβολείς έδιναν στην διαδρομή μια ονειρική διάσταση. Απορροφημένος περισσότερο από έγνοιες παρά από την προσοχή του στο τιμόνι, μετά από δέκα λεπτά απόλυτης σιωπής, η Αμαλία τον έβγαλε από την ύπνωση. «Τι φριχτό που θα είναι...» «Ορίστε;» «Το να είσαι τυφλός. Να μην βλέπεις. Τι φριχτό! Δεν θα ήταν θαύμα να μπορέσει να ξαναδεί;» «Κάθε τόσο η ιατρική κάνει και ένα θαύμα. Σου αρέσει, δεν είναι; Ο Αλέξης;» Ένιωσε έκπληξη στην παρατήρηση του, έκπληξη που το είχε προσέξει. Πως τον έκανε να νιώθει άραγε; «Με συγκινεί, ναι, αλλά ... πως το εννοείς;» «Εσύ πως το εννοείς;» «Είναι ένας ωραίος νέος με μια φριχτή αναπηρία.» «Α, ‘ωραίος νέος’!» Προσποιήθηκε πως την πιάσανε τα γέλια. «Έλα καλέ τώρα Χρήστο. Ώρα είναι τώρα να μου πεις πως ζηλεύεις.» «Δεν ζηλεύω εκείνον γλυκιά μου. Εύχομαι να μην σε προσβάλλει αυτό. Εγώ αλλού το πήγαινα ... Τα τελευταία χρόνια στον γάμο μας νομίζω πως πάντα εγώ παίρνω ... την πρωτοβουλία στον έρωτα. Στο σεξ. Όταν σε βλέπω να κοιτάζεις έναν ωραίο νέο με τέτοιο βλέμμα χαίρομαι που υπάρχει αυτή η φλόγα ακόμα μέσα σου. Αναρωτιέμαι λοιπόν μήπως φταίει κάτι πάνω μου...» Τον θεώρησε τελείως άδικο και θύμωσε. «Σταμάτα το αυτοκίνητο! Κάνε στην άκρη εκεί πέρα.» «Αν σε έθιξα...» «Κάνε αυτό που σου λέω!» Δεν υπήρχε άλλο ορατό αμάξι και προς τις δύο κατευθύνσεις. Ανέβασε το μισό αυτοκίνητο στο πεζοδρόμιο και τράβηξε χειρόφρενο. Γύρισε να την αντιμετωπίσει έτοιμος για όλα. Πλην αυτού που επακολούθησε. Έπεσε πάνω του και αρπάζοντας τον από τον σβέρκο κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Το ελεύθερο της χέρι τον χούφτωσε χαμηλά, ανάμεσα από τα πόδια. Κατέβασε το φερμουάρ του και έσκυψε ολόκληρη για να τον πάρει στο στόμα της. Προσπάθησε να θυμηθεί αν ποτέ πριν στο κοινό τους παρελθόν η Αμαλία είχε στήσει τέτοιο σκηνικό αλλά ήταν ήδη αργά, ήταν αδύνατο να σκεφτεί. Είχε βαλθεί με πείσμα και πάθος να τον βγάλει ψεύτη. Τι ηλίθιο που ήταν τελικά το αρσενικό, τόσο δέσμιο της ηδονής του. Ήταν τελείως άβουλος, ένα ζαχαρωτό που έλιωνε στο στόμα και τα χέρια της. Πρέπει να είχε θίξει κάτι βαθύ για να της βγάλει τέτοια επιδέξια αντίδραση. Το όνομα της ήταν έτοιμο να βγει από τα χείλη του αλλά το είναι του αντιδρούσε να το χωνέψει. Με την άκρη του ματιού του είδε στον καθρέπτη τους προβολείς του αυτοκινήτου που πλησίαζε από πίσω. Προς απόγνωση του φρέναρε δίπλα τους ενώ η Αμαλία συνέχισε απτόητη. Γύρισε αμήχανα να δει και ήταν το Πόλο του Πέτρου. Ο νεαρός κατέβασε το δεξί παράθυρο και έσκυψε πάνω από την Ηρώ προς τον Χρήστο. Από την οπτική του η Αμαλία ήταν αθέατη. «Ευθεία βγαίνω στην εθνική;» του φώναξε. Ο Χρήστος χαμογέλασε ιδρωμένος και κατάφερε μια λέξη με προσπάθεια. «Νομίζω...» «Γιατί σταθήκατε; Υπάρχει πρόβλημα; Που είναι η κυρία σας;» Τόσες ερωτήσεις και πως να τις απαντήσει αφού δεν ήταν σίγουρος κι αν τις είχε ακούσει. Για μια στιγμή, το πάνω μέρος του κεφαλιού της Αμαλίας έγινε ορατό να ανεβοκατεβαίνει ανάμεσα στον Χρήστο και το τιμόνι. Η Ηρώ έβγαλε μια τσιρίδα που κατέπνιξε αμέσως. Σκέπασε το στόμα της για να καλύψει τα χάχανα. Ο Πέτρος μπήκε αμέσως στο νόημα, πέταξε ένα «Καλό βράδυ!» και γκάζωσε το αμάξι του. Ο Χρήστος τους χαιρέτησε αδύναμα και τελικά αποφάσισε πως δεν τον ένοιαζε να τους έβλεπε ο κόσμος όλος. Στο Πόλο επικράτησαν πονηρά χαμόγελα. «Το πιστεύεις; Στην ηλικία τους;» σχολίασε η Ηρώ. «Τι έχει η ηλικία τους;» «Ε, πως, έτσι στα φανερά; Δεν περίμεναν να φτάσουν σπίτι τους;» «Κάτι θα τους καύλωσε στο πάρτι και δεν άντεξαν. Εμάς μας δικαιολογεί η ηλικία μας;» «Μην σου μπαίνουν ιδέες!» «Ποιος είναι λοιπόν γέρος; Εμείς ή αυτοί;» «Απλώς ... Δεν είναι η ώρα...» Συνέχισαν την διαδρομή σιωπηλοί, με την Ηρώ να κάνει ζάππινγκ στους σταθμούς του ράδιου. Ο Αλέξης ψιθύρισε την διαδρομή στον σοφέρ και δεν ειπώθηκε άλλη κουβέντα ούτε καν μεταξύ τους. Έμειναν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, έτσι ευτυχισμένοι. Δεν την ένοιαζε που πάνε, ακόμα κι εκεί που περνούσε φευγαλέα η πιο ακραία της φαντασία. Αυτό το βράδυ θα τον ακολουθούσε και στον πάτο ενός γκρεμού. Ήξερε κι εκείνος τα συναισθήματα της, την άκουγε ξεκάθαρα με την ψυχή του. Είχε τρακ, ήταν η πιο τολμηρή του πρωτοβουλία αλλά βασιζόταν στην σιωπηλή της συγκατάθεση. Το ξενοδοχείο ήταν πολυτελείας, πνιγμένο στο πεύκο. Έφτασαν χέρι-χέρι στην ρεσεψιόν και με σίγουρη φωνή ο Αλέξης ζήτησε μια σουίτα. Η Αρετή ήταν σίγουρη πως όλοι την κοίταγαν και όλοι ήξεραν. Έμεινε γαντζωμένη στο μπράτσο του, κρυμμένη δίπλα του. Στο ασανσέρ παραμόνευε μια έκπληξη. Η Άσπα βγήκε από τις συρόμενες πόρτες, τους είδε και τους αναγνώρισε ξαφνιασμένη. Την θυμήθηκε και η Αρετή. Καθώς οι πόρτες άρχισαν να κλείνουν για να πάρουν αυτή την φορά το ζευγάρι στον όροφο τους, η Άσπα χαμογέλασε πονηρά προς το μέρος της. Η Αρετή αναλογίστηκε το υπέρτατο μυστικό που την περίμενε, το μυστικό που ήξερε η Άσπα, το αίνιγμα του σαρκικού έρωτα που γνώριζαν εκατομμύρια γυναίκες στον κόσμο και που η ίδια θα το ανακάλυπτε σε λίγο, για πρώτη φορά. Η Άσπα με την σειρά της αναλογίστηκε την σύμπτωση του να δει αυτά τα δύο άτομα εδώ, δύο άτομα που γνωρίστηκαν εκείνο το βράδυ, δύο άτομα που θα της ήταν άγνωστα αν είχε πάρει τότε τον επόμενο συρμό, όπου δεν θα είχε καν ξανασυναντήσει τον Φραγκάκη, ή δεν θα είχε γνωρίσει τον Πέτρο. Η έννοια της μοίρας σήμαινε απώλεια ελέγχου και αυτό την ενοχλούσε αρκετά ώστε να σβήσει αμέσως όλες τις παραπάνω ανησυχίες. Στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον, με την πόρτα κλειδωμένη πίσω τους. «Πως είναι το δωμάτιο; Σ’αρέσει;» «Είναι άνετο. Και ήσυχο.» «Ναι είναι. Ακούω τους χτύπους της καρδιάς σου.» «Αλήθεια;» «Αστειεύομαι. Μάλλον ακούω την δική μου που πάει να σπάσει.» «Έχω μια ταραχή...» «Αρετή μου...» Άπλωσε τα χέρια του. Εκείνη τον πλησίασε πρόθυμα, του έδωσε το πρόσωπο της να το χαϊδέψει. «Εγώ να δεις μια ταραχή που έχω. Είναι στο δικό μου χέρι να το κάνω σωστά και έχω για οδηγίες μόνο την περιγραφή ενός παιδικού φίλου όταν ήμουν μικρός.» «Θα σε βοηθήσω εγώ Αλέξη ... Μια φίλη μου έδειξε κάτι ταινίες ... Μόνο ... Θέλω να κλείσω τα φώτα. Ξέρω πως δεν έχει σημασία για σένα αλλά θα βοηθήσει εμένα.» Άφησε τις κουρτίνες ανοιχτές. Σε λίγο, μόνο τα μακρινά φώτα της πόλης γέμιζαν πλέον το δωμάτιο με την αχνή τους ανταύγεια. Πρώτος έγδυσε εκείνος εκείνη. Τα χέρια του έσπρωξαν το ύφασμα από πάνω της, χάιδεψαν παρθένο ανέγγιχτο δέρμα, ανεξερεύνητες υγρές περιοχές. Το στόμα του έκλεψε μια ιδέα από την γεύση της. Εκείνη ρίγησε, άφησε μικρούς ανεξέλεγκτους αναστεναγμούς. Αυτό της συνέβαινε όντως, εδώ και τώρα. Είδε για μια στιγμή τον εαυτό της με τον Αλέξη στον καθρέπτη απέναντι τους και το πίστεψε. Ήταν πρωταγωνίστρια μέσα στην δική της ερωτική ταινία. Μετά ήταν η σειρά της να τον γδύσει. Έτρεμαν τα χέρια της. Ήταν γυμνασμένος και η ομορφιά του δεν είχε τέλος. Οι ώμοι, τα μπράτσα, το στέρνο του, άτριχα και σμιλεμένα σαν αριστούργημα σε λευκό μάρμαρο. Θυμήθηκε τον Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου και όλες τις υγρές νύχτες που της είχε χαρίσει με την φαντασία της. Σε λίγο ήταν αντιμέτωπη με αυτό που δεν τολμούσε να σκεφτεί αλλά αδημονούσε να αντικρίσει, την στύση του. Η ανυπομονησία την κυρίευσε, η φαντασία αιώνων ήθελε ικανοποίηση σε τόσες απορίες. Το πήρε στο χέρι της, ένιωσε πόσο εκπληκτικά ζεστό και σκληρό ήταν, πως πάλλονταν στους ρυθμούς της καρδιάς του. Το πήρε στο στόμα της να το γευτεί, την ξάφνιασε η βελούδινη αφή του στην γλώσσα, στα χείλη της. Αυτό που ένοιωσε κυρίως για πρώτη φορά ήταν η αίσθηση της δύναμης που της έδωσε. Ο Αλέξης άφησε μια κραυγή και συγκλονίστηκε στο κράτημα της. Σηκώθηκε και τον αγκάλιασε πάνω της, τον βούτηξε στο γεμάτο, τροφαντό σώμα της, τον ένιωσε σκληρό κάτω από τον αφαλό της. Ρούφηξαν ο ένας τον άλλον σε ένα αχόρταγο φιλί. «Είσαι η πρώτη γυμνή γυναίκα που βλέπω στην ζωή μου» της είπε. Τον οδήγησε στο κρεβάτι και ξάπλωσαν ο ένας δίπλα στον άλλον. «Πες μου ... Δεν θέλω να σε πονέσω...» της ψιθύρισε. Τον τράβηξε προς το μέρος της. «Έλα πάνω μου...» Ξεχάστηκαν όλα όσα ήξεραν από άλλους και από αλλού. Τώρα, στο παρόν, ήταν εκείνος κι εκείνη, ακολουθούσαν την δική τους έξαψη, εξερευνούσαν ο ένας τις πτυχές του άλλου, αγκομαχούσαν, έσπρωχναν, τραβούσαν, αναστέναζαν. «Κορίτσι μου!» «Σ’αγαπώ Αλέξη. Σ’αγαπώ!» Μπήκε μέσα της και ένιωσε να την κόβουν στα δύο, ξεφώνισε. Ο Αλέξης σταμάτησε ανήσυχος. «Αρετή...» «Μη σταματάς Αλέξη ... Συνέχισε! Συνέχισε!» Εκείνος συνέχισε κι εκείνη συγκράτησε τις κραυγές της, γιατί αυτά που ήθελε να φωνάξει, να κραυγάσει, ήταν τα πιο τολμηρά, πρόστυχα βρομόλογα που ειπώθηκαν ποτέ από γυναίκα, από πουτάνα, από τσούλα, όλες οι ιδιότητες που ήθελε να υιοθετήσει εκείνη την στιγμή. Ο πόνος έφευγε γρήγορα και το μεθύσι ερχόταν στην θέση του καλπάζοντας. Η αυγή τους βρήκε εξαντλημένους, παραδομένους σε γλυκά όνειρα, με αμυδρά χαμόγελα να τονίζουν την ευτυχία τους, σκεπασμένους με λευκά σεντόνια που χρύσιζαν εκτυφλωτικά στον φως που ανέτειλε. Στην διαδρομή για την Χαλκίδα το σπορ αμάξι έκανε μια στάση σε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων. Τον είχε παρακαλέσει και ο Ζάχος δεν ήθελε να της χαλάσει χατίρι, μπορεί να μην το καταλάβαινε αλλά σεβόταν το πάθος της. Η Άσπα κατέβηκε και έτρεξε στην βιτρίνα της κλειστής αντιπροσωπείας, σαν παιδάκι σε καραμελάδικο. Ακούμπησε το κούτελο της στην τζαμαρία και κοίταξε ονειρικά την διθέσια Μπε-Εμ-Βε κάμπριο που μόστραρε από πίσω. Κατέβηκε και ο Ζάχος να ξεμουδιάσει, να κάνει τσιγάρο. Ήταν πολύ νωρίς και επικρατούσε υγρασία. Έβγαλε το σακάκι του και σκέπασε τους γυμνούς της ώμους. Γύρισε και τον κοίταξε με μάτια που γελούσαν, σαν να του έλεγε πως σύντομα θα ήταν δικό της. Το βλέμμα της πήγε μετά στην καύτρα του. Της έδωσε το τσιγάρο του και άναψε άλλο για τον ίδιο. Ακούμπησε πάνω του κουρασμένη. Μπήκαν πάλι στο αμάξι και συνέχισαν για Χαλκίδα. Η αυγή ήρθε πικρή και κρύα για τον Κωνσταντίνο. Προσπαθούσε όλη νύχτα να ξεριζώσει την οργή που τον ξέσχιζε. Πιωμένος και άυπνος, έστηνε τα άδεια τενεκεδάκια μπύρας στη σειρά, πάνω στο παρατημένο κομμάτι από απελέκητο μάρμαρο. Τρίκλισε σε μικρή απόσταση και βγάζοντας το υπηρεσιακό του περίστροφο το άδειασε πάνω στους μικρούς, θολούς στόχους. Εκείνη την στιγμή όλη η ζωή του ήταν μια φριχτή, εφιαλτική θολούρα. Ο κάθε πυροβολισμός ήταν και μια εκκωφαντική έκρηξη, πολλαπλασιασμένη ενάντια στην καταφαγωμένη επιφάνεια του ερημικού νταμαριού. Μία σφαίρα μόνο βρήκε ένα τενεκεδάκι και το έστειλε πέρα, κάτω στον γκρεμό που απλωνόταν δίπλα στο σκονισμένο του αυτοκίνητο. Έπεσε με την πλάτη πάνω στο καπό και πήρε βαθιές εισπνοές. Τον έπνιγε το δίκιο του και αν δεν κατάφερνε να αναπνεύσει θα ήταν το τέλος του. Πικρό ήταν και το πρωί στον καταυλισμό των σεισμοπλήκτων. Την νύχτα είχε ξεσπάσει φωτιά από γκαζάκι που φούντωσε γρήγορα σπέρνοντας τον πανικό σε όλη την περιοχή καθώς μαύρος, αποπνικτικός καπνός έφτασε και διαπέρασε ανοιχτά παράθυρα στις γύρω πολυκατοικίες. Το δροσερό αεράκι που στην αρχή ανακούφισε όλους όσους υπέφεραν για μέρες την αφόρητη ζέστη ξαφνικά αποδείχτηκε ύπουλο καθώς έσπρωξε τις αδηφάγες φλόγες προς κάθε κατεύθυνση. Μέσα σε πέντε λεπτά φλέγονταν και κατέρρεαν δύο τέντες ταυτόχρονα με έξι άλλες ολόγυρα να αρπάζουν μια πρώτη γεύση. Πολλές τέντες καταπατήθηκαν από το πλήθος γυναικόπαιδα που έτρεχαν να ξεφύγουν. Ήταν δύσκολο να συντονίσεις μια κατάλληλη δράση στο χάος που επικρατούσε. Υπήρξαν και οι ψύχραιμοι, ανάμεσα τους και ο Τίμος, που έσωσαν την κατάσταση. Το γήπεδο στο οποίο είχε στηθεί η τεντούπολη διέθετε μία μόνο βρύση. Ζήτημα ήταν αν θα κατάφερναν να σβήσουν την φωτιά με κουβάδες, η πυροσβεστική έφτασε όταν είχαν ήδη τελειώσει όλα. Ήταν η ιδέα του Τίμου να ρίξουν επίτηδες και να μαζέψουν τις γύρω τέντες που σταμάτησε την εξάπλωση της ζημιάς. Η αυγή τους βρήκε όλους ανάστατους και πικρόχολους. Δεν παρουσιάστηκε κανείς από την πολιτική ηγεσία για να μην υπάρξουν επεισόδια. Εγκαταστάθηκε δίπλα τους μόνιμα ένα πυροσβεστικό και από το απόγευμα άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα κοντέινερ που θα αντικαθιστούσαν τις σκηνές. Αυτά δεν είχαν καμία σημασία για τον Τίμο και την Ελένη. Το απόγευμα γύρισε με το φορτηγάκι και μάζεψε την οικογένεια του από εκείνο το καταραμένο μέρος. Η νύχτα ήταν πιο ήσυχη αλλά όχι λιγότερο επίπονη για την Ζήνα που την πέρασε δίπλα στον αδελφό της. Το έκανε συχνά πλέον, καθόταν στο προσκεφάλι του, του σκούπιζε τον ιδρώτα, και του μιλούσε. Είχε αδυνατίσει η ίδια πολύ, σχεδόν άρχισε να δείχνει όμοια με τον Σταύρο, ένα κέρινο κουφάρι αυτός. Του μιλούσε για τα παλιά, τις καλές μέρες, και τις καλές μέρες που τον περίμεναν. Τα πιο πολλά τα έβγαζε από το μυαλό της, κουβέντες που δεν τις πίστευε αλλά που τις χάριζε ένα κάποιο πάθος, σαν προσευχή, για να εξιλεωθεί στα μάτια του Θεού. Είχε μετανιώσει για την έλλειψη συμπαράστασης που του είχε δείξει τα τελευταία χρόνια, δέσμια στις προσωπικές της πίκρες και απογοητεύσεις. Τον καιρό που ο Σταύρος μεσουρανούσε την φρόντιζε με το παραπάνω, εισέπραττε κι εκείνη κάτι από την δόξα του. Όταν στράβωσε η πορεία του, του έριξε το φταίξιμο, τον κατέστησε υπεύθυνο και για την δική της μιζέρια λες και της χρωστούσε κάτι. Τα αναλογίστηκε όλα αυτά η Ζήνα την μέρα που ο Θεός τράβηξε τον αδελφό της από το χείλος του θανάτου. Δεν ήταν η ώρα του να φύγει όσο και να το επεδίωξε αυτός, όσο και να το πρόβλεψε ο γιατρός του. Όλα όσα τους συνέβαιναν, όλα όσα ήταν να τους συμβούν, ήταν υπεράνω τους. Έπρεπε λοιπόν να καθίσουν και απλά να περιμένουν να δουν τι είχε κανονιστεί για τον καθένα τους. Quote Link to comment Share on other sites More sharing options...
Recommended Posts
Join the conversation
You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.