Jump to content

Write Off #3


Nihilio

Recommended Posts

Ο τρίτος γύρος συγγραφικών μονομαχιών κανονίστηκε.

 

Διαγωνιζόμενοι: laas7 και Nihilio

 

Πρόλογος: Βάρδος.

 

Ημερομηνία έναρξης διαγωνισμού: 15/10/2004.

 

Προθεσμία : 7 ημέρες

 

Μέγεθος: 2000 λέξεις

 

Θεματολογία: Fantasy

 

Πρώτο και δεύτερο βραβείο: Η χαρά της συμμετοχής.

Edited by Nienor
Link to post
Share on other sites
  • 3 weeks later...
Βάρδος

Πρόλογος Επίλογος, αν επιμένετε...)

 

 

 

Ο άνεμος ούρλιαζε, και τα κύματα έσκαγαν στα βράχια της ακτής, σηκώνοντας μεγάλους αφρισμένους πίδακες. Ο ουρανός ήταν γεμάτος μαύρα σύννεφα, τα οποία είχαν σχηματίσει ένα στρογγυλό άνοιγμα ανάμεσά τους, ίσα για να φανερώνουν την πανσέληνο, σαν πελώριο μάτι που ατένιζε τα δρώμενα της ανθρωπότητας.

 

Το πλοίο ήταν ρημαγμένο στα βόρεια της ακρογιαλιάς, λίγο πριν από την αρχή των μεγάλων δασών. Το σκαρί του είχε τσακιστεί πάνω στα βράχια· τα κατάρτια του είχαν σπάσει και τα ιστία κουρελιαστεί· τα αντικείμενα στην πλώρη του –βαρέλια, κασόνια, σχοινιά– είχαν πεταχτεί τριγύρω, στις πέτρες ή στη θάλασσα· οι άνθρωποι του πληρώματός του ήσαν όλοι νεκροί, πνιγμένοι ή τσακισμένοι… εκτός από έναν.

 

Ο άντρας σερνόταν στην ακτή, μπήγοντας τα δάχτυλά του στο χώμα. Το αριστερό του πόδι αιμορραγούσε, και το δεξί έμοιαζε σπασμένο, τελείως άχρηστο. Στο πρόσωπο του υπήρχε μια έκφραση αγωνίας και τρόμου· τα μάτια του ήταν γουρλωμένα, τα δόντια του έτριζαν. Και στο μέτωπό του, ανάμεσα από τις μαύρες, πιτσιλισμένες με αίμα τρίχες των μαλλιών του, διακρινόταν ένα σύμβολο: ένας κύκλος, με κάποια απόκρυφη γραφή στην περιφέρειά του.

 

Ο ναυαγός, όμως, δεν ήταν το μόνο ζωντανό πλάσμα ετούτη τη νύχτα. Επάνω στα βράχια κάτι άλλο σκαρφάλωνε· κάτι ανθρωποειδές, που το δέρμα του γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο, σαν να ήταν γεμάτο ψαρίσια λέπια. Το μυστηριώδες ον είχε ξεπροβάλει από τα αφρισμένα κύματα, και έμοιαζε να ήξερε ακριβώς πού κατευθυνόταν…

 

Όταν βρέθηκε στην κορυφή των βράχων, τα μάτια του στράφηκαν στο ναυαγό, και βάδισε, χωρίς καθυστέρηση, προς το μέρος του, φτάνοντάς τον με μερικές μεγάλες δρασκελιές.

 

Εκείνος το αντιλήφτηκε, και ούρλιαξε, αλλά η φωνή του χάθηκε μέσα στο σφύριγμα του ανέμου.

 

Η πανσέληνος κοίταζε αδιάφορα από τους αιθέρες, καθώς το φολιδοφόρο πλάσμα άρπαζε το κεφάλι του άντρα με το ένα χέρι, τρυπώντας τη σάρκα του με μακριά γαμψώνυχα και κάνοντας αίμα να πεταχτεί. Τώρα, τα ουρλιαχτά του ναυαγού είχαν ξεπεράσει σε ένταση αυτά του ανέμου.

 

Τα δύο πρώτα δάχτυλα του πλάσματος μπήχτηκαν στα μάτια του άντρα, ενώ ο παράμεσος και το μικρό δάχτυλο τρύπησαν βαθιά τον δεξή κρόταφο και την περιοχή του αφτιού, και ο αντίχειρας μπήχτηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ναυαγού. Το τέρας μούγκρισε, νικηφόρα, και, μ’ένα απότομο τράβηγμα, ξερίζωσε εκείνο που επιθυμούσε, αφήνοντας στο έδαφος ένα ακέφαλο κουφάρι να σπαρταρά.

 

Εξακολουθώντας να κρατά το κομμένο κεφάλι από τα μάτια, το πλάσμα επέστρεψε στην κορυφή των βράχων, και πήδησε στα αφρισμένα κύματα, απ’όπου είχε ξεπροβάλει.

Link to post
Share on other sites

Οχτώ μέρες αργότερα, άνδρες απο τα γύρω χωριά, που βρίσκονται πέρα απο τα μεγάλα δάση, βρήκαν το ρημαγμένο ναυάγιο στην βόρεια ακτή και τις άμοιρες ψύχες που το επάνδρωναν, όλες νεκρές. Ένας απίστευτος φόβος γρήγορα φώλιασε στην καρδιά τους, πέρα απο την θλίψη για την τραγική μοίρα των ναυαγών, σαν αντίκρυσαν πρώτα απ'όλα το ακέφαλο σώμα ενός άνδρα. Φαινόταν πως είχε αρχικά καταφέρει να επιζήσει, καθώς έμοιαζε να είχε συρθεί μόνος του με κόπο στην ακτή. Όμως, τι ή ποίος, τον είχε αποκεφαλίσει έτσι... με τόσο βίαιο, φρικιαστικό, τρόπο και γιατί;Και αράγε, γιατί δεν είχαν πειραχτεί τα άλλα πτώματα;Οι τρίχες τους ορθωνόντουσαν στον σβέρκο, όπως στα ζώα, το σάλιο στέγνωνε στο στόμα και κρύος ιδρώτας τους έλουζε.Έκαναν όλοι σιωπηλά την ίδια σκέψη. Πως το γκουά είχε ξαναεπιτεθεί.Ούτε το όνομα που του είχαν δώσει, δεν μπορούσαν να αρθρώσουν καλά-καλά.Μόνο κοιταζόντουσαν μεταξύ τους, με μάτια γουρλωμένα απο ανησυχία και αηδία, καθώς τα νεκρά κουφάρια βρισκόντουσαν σε αποσύνθεση και είχαν ήδη μυρίσει.Με βεβιασμένες κινήσεις μάζευαν για πρόχειρη ταφή τα πτώματα. Όλοι τους ήθελαν να τελιώνουν και να φύγουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα απο εκεί.Είχαν ακούσει πως οι επιθέσεις αυτού του μυθικού, πραγματικού ή μήπως ψεύτικου; τέρατος γκούα γινόντουσαν πάντα βράδυ, μα έστω και έτσι, γυρίζαν τρομαγμένοι σε κάθε ύποπτο ήχο. Δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς και να κρύψουν τον φόβο τους. Ούτε να είναι σίγουροι αν το γκουά όντως υπήρχε, μα μπορούσαν να είναι βέβαιοι πως κάποιο απάνθρωπο πλάσμα είχε σκοτώσει τον άνδρα αυτόν.Έκαναν τελικά όπως-όπως το καθήκον τους απέναντι στους νεκρούς, για να έχουν ήσυχη την συνείδηση τους και βάλθηκαν βιαστικά να απομακρυνθούν απο την όμορφη, βόρεια πλευρά της χώρας τους, που τώρα πια ένιωθαν σαν καταραμένη γη.Επέστρεψαν με ανακούφιση σπίτια τους σώοι και αβλαβείς, μα με μαύρες σκέψεις για το τι είχε πραγματικά συμβεί στο ναυάγιο και ένα μούδιασμα στο πίσω μέρος του μυαλού.

Αν και αρχικά είχαν συμφωνήσει να μην μιλήσουν γι' αυτό το θέμα και τρομοκρατηθεί ο κόσμος,τελικά ακούστηκαν φήμες στην ταβέρνα. Στο συνηθισμένο μέρος, στέκι πια, που συναντιόντουσαν και έπιναν, οι περισσότεροι άνδρες μετά την δύση του ήλιου. Φήμες πως ένα ναυάγιο είχε ανακαλυφθεί στα βόρεια του νησιού, πως έναν ναυαγό τον είχε σκοτώσει το γκούα, πως του είχε ξεριζώσει το κεφάλι και έφαγε το μυαλό και τα έντερα του!Κάποιοι είπαν πως όλα ήταν μόνο φήμες! Ίσως είχε αποκεφαλιστεί και πέσει απο την πρόσκρουση του πλοίου! "Μα δεν βρήκαμε το κεφάλι πουθενά!" Απάντησε ένας άνδρας, που είχε βρεθεί το πρωί στην βόρεια παραλία και σίγησαν, για μερικα λεπτά, όλοι όσοι ήταν κοντά. Ένας άλλος πετάχτηκε πως το γκουά όλο και δυνάμωνε, γιατί έκανε όλο και συχνότερες επιθέσεις.Ποιός άλλος θα έκανε κάτι τέτοιο;Τόσο αποτρόπαιο!Να ξεριζώσει το κεφάλι ανθρώπου;! Μόνο το γκουά χρειαζόταν τέτοια τροφή! Μα δεν ήξεραν τον θρύλο; Ναι... όλοι ήξεραν τον θρύλο του μάγου που τιμωρήθηκε γιατί καταχράστηκε την δύναμη του και μεταμορφώθηκε στο γκουά και πως μοναδική του τροφή ήταν ο ανθρώπινος εγκέφαλος...Μα τι μ'αυτο; Κανείς δεν πρότεινε καμμία λύση, κανείς δεν σκεφτόταν να ψάξει αν πραγματικά υπήρχε, και αν ναι, να το κυνηγήσει και να το σκοτώσει.Να ελευθερώσει ουσιαστικά το νησί τους απο τον τρόμο που προκαλούσε.Όπως δικαιολογήθηκε ένας τρίτος και ήδη ζαλισμένος απο το κρασί, ήταν απλοί ανθρώποι, τι μπορούσαν να κάνουν; Μάλλον, ήταν δύσκολοι καιροί για ήρωες. Σταμάτησαν τελικά να μιλούν για το γκουά, με την ψευδαίσθηση πως ο,τι δεν συζητιέται δεν υφίσταται κίολας.Προτίμησαν να κουβεντίασουν για ακίνδυνα θέματα, ακόμα και όταν ξανανέφεραν το ναυάγιο, αρκέστηκαν να μιλήσουν χωρίς καμμιά αναφόρα στις υποψίες τους.

Στην ταβέρνα εντωμεταξύ είχε μπει απο ώρα ένας ζητίανος, που είχε προλάβει να ακούσει τα τελευταία λόγια τους για το ναυάγιο, πριν αρχίσει να τους ζαλίζει με τα παρακάλια του. Έκανε οτι συνήθιζε πάντα...μουρμούριζε τα ίδια και τα ίδια, παρακαλώντας για ψίχουλα απο ο,τι περίσσευε, ο,τι είχαν ευχαρίστηση γιατί η ζωή ήταν σκληρή και εκείνος ήταν τόσο χτυπημένος απο την μοίρα...καθόταν πάνω απο τα κεφάλια τους σιγοπαρακαλώντας συνέχεια, ενω εκείνοι όπως συνήθως δεν του έδιναν καμμία σημάσια, αν και άρχιζε να τους εκνευρίζει .Μέχρι που τελικά τον είδε ο ταβερνιάρης, που έρχοταν με μια πιατέλα κρέας απο την κουζίνα και άρχισε να του φωνάζει: ''Ει! Εσύ! Σήκω φύγε απο το μαγαζί μου! Ει! Σου λέω φύγε! Μην ενοχλείς τον κόσμο! '' Φτωχός γέρος είμαι, δεν ενοχλώ λυπηθείτε με..." Απαντούσε εκείνος κάτω απο τα αξύριστα μουστάκια και γένια του, αν και μάταια, γιατί για μια ακόμη φορά τον πέταξαν ,κακήν κακώς, έξω. Ο γέρο-ζητιάνος σηκώθηκε με κόπο, μετά την τούμπα, απο το σπρώξιμο και τυλίξε το κορμί του όσο πιο καλά μπορούσε με την παλιά, τριμένη και βρωμίκη κάπα του.Είχε χειμωνιάσει νωρίς και το βράδυ έβαζε ψύχρα. Και αφού δεν μπορέσε να κερδίσει τίποτα απο τους άνδρες στην ταβέρνα, πήρε την απόφαση να πάει μέχρι το ναυάγιο, που έλεγαν.Τα πλοία είχαν πολλά παστά ψάρια, ίσως να έβρισκε να φάει εκεί και μαζί, ίσως κάτι καλό, να το πούλησει στην αγορά, την επόμενη ημέρα.

Περπάτησε για ώρα κόντρα στον άνεμο και τα γέρικα κόκκαλα του τον πονούσαν, αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν ήταν δύσκολο να βρεί το κατεστραμένο πλοίο, μιας και ήταν θεόρατο πραγματικά! Πριν πέσει στα βράχια, θα έσκιζε μεγαλόπρεπα τα κύματα με την βαριά καρίνα του! Αλλά τώρα, έστεκε τσακισμένο στην σκοτείνη παραλία. Το κεντρικό του κατάρτι είχε σπάσει και πέσει στο πλάι, όπως και τα άλλα δυο μικρότερα που έμεναν στραβά, με τα σκισμένα πανιά να δέρνονται απο τον κρύο αγέρα,σαν στοιχειά.Ανατρίχιασε στην σκέψη αυτή. Το τοπίο είχε κάτι το τρομαχτικό και ίσως τώρα καταλάβαινε, γιατί είχαν παρατήσει το πλοίο έτσι οι χωρικοί. Το κοίταξε για λίγο απο απόσταση και ξεροκατάπιε, μα τελικά πήρε την λάθος αποφάση: να πλησιάσει.Τα πληγιασμένα πόδια του βούλιαζαν στην ανακατωμένη, με χοντρά βότσαλα, άμμο και δυσκολευόταν να περπατήσει ακόμα περισσότερο, ήλπιζε όμως πως θα έβρισκε πράγματα να τον αποζημιώσουν, για τον κόπο του. Ούτε που σκέφτηκε να φυλαχτεί καθόλου ή να μην κάνει τόσο θόρυβο καθώς έσερνε τα πόδια του. Ανέβηκε σχετικά εύκολα στο κατάστρωμα, καθώς το ερειπωμένο καράβι είχε γύρει και βουλιάξει, το ένα μέρος του στην άμμο και το άλλο στο νερό δίπλα στα απότομα και κοφτερά βράχια.Βάλθηκε να ψάχνει, σκύβοντας βαθιά, χωρίς να τον πονάει πολύ η πλάτη του.Είχε συνηθίσει, γιατί έτσι πάντα ζητιάνευε.Οι άνθρωποι τον λυπόντουσαν ευκολότερα με αυτόν τον τρόπο. Ήταν τόσο απορροφημένος, που δεν πρόσεξε μια σκιά να πλησιάζει αθόρυβα και ύπουλα, όπως κάνουν τα σαρκοβόρα αρπαχτικά.Μια σκιά που έμοιαζε ανθρώπινη, και ας μην ήταν, περπατώντας ανάλαφρα και μαζί γερά, κάνοντας σαν κύκλους γύρω απο τον θήραμα του.Σε κάθε βήμα τον πλησίαζε όλο και περισσότερο. ενώ με τα δύο, βαθιά μεσά στο κρανίο, άγρια μάτια του, ζύγιζε τις κινήσεις του υποψήφιου θύματος του. Και ξαφνικά, όρμησε στην σκυμένη πλάτη του γέρο-ζητιάνου και κάρφωσε τα αιχμηρά του δόντια στον λαιμό του.Το στόμα του γκουά γέμισε απο αίμα, που γευόταν με περίσσια χαρά, ενώ ο αβοήθητος γεράκος ούρλιαζε για βοήθεια.Η χιλιοτρυπημένη κάπα του ζητιάνου, βάφτηκε κόκκινη, ενω το τερατώδες πλάσμα έβγαζε άναρθρες κραυγές ικανοποιήσης. Ένιωθε το θήραμα να σπαρταράει, σαν έχωσε και τα νύχια του, βαθιά μέσα στον εγκέφαλο και μετά, την αρχικά σκληρή αντίσταση των οστών, βρήκε το μαλακό υλικό και αγαπημένη τροφή του.Ο αβοήθητος γέρος πέθαινε πλέον, βγάζοντας έναν βαθύ ήχο, σαν απο τα σωθικά του και με έντρομα, τεράστια, μάτια κοιτούσε το λεπιδοφόρο πλάσμα, που στεκόταν απο πάνω του να τον κοιτά με ανοιχτό στόμα, σαν να γελά. Έκανε να τεντώσει το χέρι του σε μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια, μα το γκουά με μια απότομη, άγρια κίνηση ξεκόλλησε το κεφάλι του γέρου απο το υπόλοιπο σώμα και σπάζοντας το , με δύναμη, άρχισε να τρώει με βουλιμία τον εγκέφαλο που χύθηκε απο μέσα.

Ο άνεμος σαν να δυνάμωσε την στιγμή, που το πρασινόδερμο τέρας τελίωσε να τρώει και τσίριξε με μανία, διαλαλώντας μια ακόμα νίκη του.Δεν βούτηξε στην θάλασσα όπως συνήθιζε, αλλά έκατσε στα δυο πισινά του πόδια δίπλα απο το νέο αποκεφαλισμένο πτώμα, σαν να περίμενε κάτι...Λίγες ώρες μετά, άρχισε να βογκάει και να χτυπιέται γυρίζοντας γύρω απο τον εαυτό του,να κυλιέται άγρια στην βρεγμένη ακτή, καθώς έβγαινε το δέρμα του και άλλαζε μορφή! Γινόταν κατί πιο κοντά σε άνθρωπο, η νέα επιδερμίδα ήταν μαλακότερη και με πιο φυσιολογικό χρώμα, αν και ακόμα είχε σκληρά κομμάτια σαν λέπια πάνω της που το πλάσμα έξυνε με τα νύχια του, σαν να προσπαθούσε έτσι να τα βγάλει. Κοίταξε την αντανάκλαση του στο νερό, όσο μπορούσε να δει με τα θολά ψαριού μάτια του, μέσα στο σκοτάδι και ένιωσε ικανοποιημένο.

Δεν θα αργούσε η στιγμή που θα γινόταν και πάλι άνθρωπος, ότι είχε υπάρξει πριν τον καταραστούν οι μεγάλοι μάγοι, απο ζήλεια για τις μεγάλες δυνάμεις του.Ας έλεγαν πως είχε καταχραστεί την εξούσια του,ήταν φτηνές δικαιολογίες! Εκείνος ήξερε την αλήθεια! Οποίος ήταν τόσο δυνατός και περήφανος, όσο ήταν κάποτε εκείνος ,θα είχε πράξει τα ίδια! Και τώρα, θα έκανε τα πάντα, θα σκότωνε όσους χρειαζόταν και θα περνούσε όλα τα φριχτά, απο πόνους, στάδια της μεταμόρφωσης για να πάρει πίσω ότι είχε πριν.Τον είχαν εγκλωβίσει αναμέσα στις μεταμόρφωσεις που έκανε όταν ήταν ακόμα ο τρανότερος μάγος και έμελε να ζήσει τόσα χρόνια μια ανθρώπινη ψυχή σε έναν απαίσιο και σιχαμερό, ακόμα και για τον ίδιο, σώμα. Ούτε ζώο, ούτε άνθρωπος, ένα τέρας χωρίς είδος να ανηκεί, να ζει στην μοναξιά και στην απελπισία...Μα είχε βρει τρόπο να επιστρέψει...και θα έπαιρνε το αίμα του πίσω! Θα επέστρεφε για να πάρει την πιο σκληρή εκδίκηση που υπήρχε! Δεν χρειαζόταν πολύ ακόμα, έναν δύο ακόμα χαζούς ανθρώπους και θα μπορούσε να κυκλοφορεί αναμέσα τους πια και να βρίσκει έτσι, ευκολότερα και καλύτερα θύματα. Νέα και τρυφέρα, να τον θρέψουν και να ρουφήξει την δύναμη του μυαλού τους, όπως με τον άνδρα απο το πλοίο και όχι αυτόν τον λιγδιασμένο γέρο που τελικά δεν είχε και πολλά να του προσφέρει. Χρειαζόταν ζωντανά θύματα που έπρεπε ο ίδιος να σκοτώσει και αποκεφαλίσει για να σπάσει με μαύρα μάγια την κατάρα. Μα για την ώρα έπρεπε να συμβιβαστεί με ο,τι έβρισκε και να κάνει και πάλι υπομονή...θα ερχόταν ο καιρός που όλοι οι θνητοί θα προσκυνούσαν μπροστά στα πόδια του και αυτός θα όριζε τις τύχες τους και πάλι! Θα είχε ό,τι και όποιον επιθυμούσε, δύναμη εξουσία, πλούτο, πετράδια, χρυσάφια και μετάξια για να ντυθεί, γυναικεία μαλακή σάρκα ή παιδικό αθώο κορμί για να γευτεί! Χα χα χα! Δεν μπορούσε να κρατήσει το πικρόχολο γέλιο του, που ακουγόταν σ' όλη την ακτή και έκανε το αίμα ακόμα και των ζώων του δάσους να παγώνει.

Ήταν οι μόνοι μάρτυρες των εγκλημάτων του γκουά, όπως τον είχαν οι μεγάλοι μάγοι υποτιμητικά ονομάσει, και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να τον σταματήσουν ή να προειδοποιήσουν τον κόσμο για ότι σχεδίαζε... η ιστορία επαναλαμβανόταν και αυτό τα τρόμαζε περισσότερο απο όλα.Πως οι άνθρωποι και οι μεγάλοι μάγοι τους δεν είχαν μάθει απο τα παλιά τους λάθη και είχαν αφήσει το περιθώριο στο γκουά να ξαναβρεί την δύναμη και να επιστρέψει απειλώντας να καταστρέψει αυτή την φορά, ό,τι και αν είχαν αγαπήσει όλα τα έμβια όντα αυτού του κόσμου, ίσως και τα πάντα...Τι τρομέρη σκέψη! Το κακό σε χειρότερη μορφή επέστρεφε... να τους εκδικηθεί...

Edited by laas7
Link to post
Share on other sites
Nihilio

Ο άνεμος ούρλιαζε, και τα κύματα έσκαγαν στα βράχια της ακτής, σηκώνοντας μεγάλους αφρισμένους πίδακες. Ο ουρανός ήταν γεμάτος μαύρα σύννεφα, τα οποία είχαν σχηματίσει ένα στρογγυλό άνοιγμα ανάμεσά τους, ίσα για να φανερώνουν την πανσέληνο, σαν πελώριο μάτι που ατένιζε τα δρώμενα της ανθρωπότητας.

 

Το πλοίο ήταν ρημαγμένο στα βόρεια της ακρογιαλιάς, λίγο πριν από την αρχή των μεγάλων δασών. Το σκαρί του είχε τσακιστεί πάνω στα βράχια· τα κατάρτια του είχαν σπάσει και τα ιστία κουρελιαστεί· τα αντικείμενα στην πλώρη του –βαρέλια, κασόνια, σχοινιά– είχαν πεταχτεί τριγύρω, στις πέτρες ή στη θάλασσα· οι άνθρωποι του πληρώματός του ήσαν όλοι νεκροί, πνιγμένοι ή τσακισμένοι… εκτός από έναν.

 

Ο άντρας σερνόταν στην ακτή, μπήγοντας τα δάχτυλά του στο χώμα. Το αριστερό του πόδι αιμορραγούσε, και το δεξί έμοιαζε σπασμένο, τελείως άχρηστο. Στο πρόσωπο του υπήρχε μια έκφραση αγωνίας και τρόμου· τα μάτια του ήταν γουρλωμένα, τα δόντια του έτριζαν. Και στο μέτωπό του, ανάμεσα από τις μαύρες, πιτσιλισμένες με αίμα τρίχες των μαλλιών του, διακρινόταν ένα σύμβολο: ένας κύκλος, με κάποια απόκρυφη γραφή στην περιφέρειά του.

 

Ο ναυαγός, όμως, δεν ήταν το μόνο ζωντανό πλάσμα ετούτη τη νύχτα. Επάνω στα βράχια κάτι άλλο σκαρφάλωνε· κάτι ανθρωποειδές, που το δέρμα του γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο, σαν να ήταν γεμάτο ψαρίσια λέπια. Το μυστηριώδες ον είχε ξεπροβάλει από τα αφρισμένα κύματα, και έμοιαζε να ήξερε ακριβώς πού κατευθυνόταν…

 

Όταν βρέθηκε στην κορυφή των βράχων, τα μάτια του στράφηκαν στο ναυαγό, και βάδισε, χωρίς καθυστέρηση, προς το μέρος του, φτάνοντάς τον με μερικές μεγάλες δρασκελιές.

 

Εκείνος το αντιλήφτηκε, και ούρλιαξε, αλλά η φωνή του χάθηκε μέσα στο σφύριγμα του ανέμου.

 

Η πανσέληνος κοίταζε αδιάφορα από τους αιθέρες, καθώς το φολιδοφόρο πλάσμα άρπαζε το κεφάλι του άντρα με το ένα χέρι, τρυπώντας τη σάρκα του με μακριά γαμψώνυχα και κάνοντας αίμα να πεταχτεί. Τώρα, τα ουρλιαχτά του ναυαγού είχαν ξεπεράσει σε ένταση αυτά του ανέμου.

 

Τα δύο πρώτα δάχτυλα του πλάσματος μπήχτηκαν στα μάτια του άντρα, ενώ ο παράμεσος και το μικρό δάχτυλο τρύπησαν βαθιά τον δεξή κρόταφο και την περιοχή του αφτιού, και ο αντίχειρας μπήχτηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ναυαγού. Το τέρας μούγκρισε, νικηφόρα, και, μ’ένα απότομο τράβηγμα, ξερίζωσε εκείνο που επιθυμούσε, αφήνοντας στο έδαφος ένα ακέφαλο κουφάρι να σπαρταρά.

 

Εξακολουθώντας να κρατά το κομμένο κεφάλι από τα μάτια, το πλάσμα επέστρεψε στην κορυφή των βράχων, και πήδησε στα αφρισμένα κύματα, απ’όπου είχε ξεπροβάλει.

 

Το Μαύρο Μαργαριτάρι του Σάλεμπ'ΚάναΟ άνεμος ούρλιαζε, και τα κύματα έσκαγαν στα βράχια της ακτής, σηκώνοντας μεγάλους αφρισμένους πίδακες. Ο ουρανός ήταν γεμάτος μαύρα σύννεφα, τα οποία είχαν σχηματίσει ένα στρογγυλό άνοιγμα ανάμεσά τους, ίσα για να φανερώνουν την πανσέληνο, σαν πελώριο μάτι που ατένιζε τα δρώμενα της ανθρωπότητας.

 

Το πλοίο ήταν ρημαγμένο στα βόρεια της ακρογιαλιάς, λίγο πριν από την αρχή των μεγάλων δασών. Το σκαρί του είχε τσακιστεί πάνω στα βράχια· τα κατάρτια του είχαν σπάσει και τα ιστία κουρελιαστεί· τα αντικείμενα στην πλώρη του –βαρέλια, κασόνια, σχοινιά– είχαν πεταχτεί τριγύρω, στις πέτρες ή στη θάλασσα· οι άνθρωποι του πληρώματός του ήσαν όλοι νεκροί, πνιγμένοι ή τσακισμένοι… εκτός από έναν.

 

Ο άντρας σερνόταν στην ακτή, μπήγοντας τα δάχτυλά του στο χώμα. Το αριστερό του πόδι αιμορραγούσε, και το δεξί έμοιαζε σπασμένο, τελείως άχρηστο. Στο πρόσωπο του υπήρχε μια έκφραση αγωνίας και τρόμου· τα μάτια του ήταν γουρλωμένα, τα δόντια του έτριζαν. Και στο μέτωπό του, ανάμεσα από τις μαύρες, πιτσιλισμένες με αίμα τρίχες των μαλλιών του, διακρινόταν ένα σύμβολο: ένας κύκλος, με κάποια απόκρυφη γραφή στην περιφέρειά του.

 

Ο ναυαγός, όμως, δεν ήταν το μόνο ζωντανό πλάσμα ετούτη τη νύχτα. Επάνω στα βράχια κάτι άλλο σκαρφάλωνε· κάτι ανθρωποειδές, που το δέρμα του γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο, σαν να ήταν γεμάτο ψαρίσια λέπια. Το μυστηριώδες ον είχε ξεπροβάλει από τα αφρισμένα κύματα, και έμοιαζε να ήξερε ακριβώς πού κατευθυνόταν…

 

Όταν βρέθηκε στην κορυφή των βράχων, τα μάτια του στράφηκαν στο ναυαγό, και βάδισε, χωρίς καθυστέρηση, προς το μέρος του, φτάνοντάς τον με μερικές μεγάλες δρασκελιές.

 

Εκείνος το αντιλήφτηκε, και ούρλιαξε, αλλά η φωνή του χάθηκε μέσα στο σφύριγμα του ανέμου.

 

Η πανσέληνος κοίταζε αδιάφορα από τους αιθέρες, καθώς το φολιδοφόρο πλάσμα άρπαζε το κεφάλι του άντρα με το ένα χέρι, τρυπώντας τη σάρκα του με μακριά γαμψώνυχα και κάνοντας αίμα να πεταχτεί. Τώρα, τα ουρλιαχτά του ναυαγού είχαν ξεπεράσει σε ένταση αυτά του ανέμου.

 

Τα δύο πρώτα δάχτυλα του πλάσματος μπήχτηκαν στα μάτια του άντρα, ενώ ο παράμεσος και το μικρό δάχτυλο τρύπησαν βαθιά τον δεξή κρόταφο και την περιοχή του αφτιού, και ο αντίχειρας μπήχτηκε στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ναυαγού. Το τέρας μούγκρισε, νικηφόρα, και, μ’ένα απότομο τράβηγμα, ξερίζωσε εκείνο που επιθυμούσε, αφήνοντας στο έδαφος ένα ακέφαλο κουφάρι να σπαρταρά.

 

Εξακολουθώντας να κρατά το κομμένο κεφάλι από τα μάτια, το πλάσμα επέστρεψε στην κορυφή των βράχων, και πήδησε στα αφρισμένα κύματα, απ’όπου είχε ξεπροβάλει.

 

Το Μαύρο Μαργαριτάρι του Σάλεμπ'Κάνα

Ο Αύγουστος Μπρόντλευ ξύπνησε σε ένα άγνωστο δωμάτιο. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα σκληρό κρεβάτι που έτριζε με κάθε του κίνηση και το σώμα του το σκέπαζε μια μάλλινη κουβέρτα. Το δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν φωτιζόταν από τις ελάχιστες ηλιαχτίδες που περνούσαν από τις χαραγματιές ενός κλειστού παραθύρου στο διπλανό τοίχο. Στο ελάχιστο αυτό φως μπορούσε να καταλάβει ότι το δωμάτιο ήταν μικρό και σχεδόν άδειο από έπιπλα: Πέρα από το κρεβάτι, υπήρχε μόνο μια καρέκλα λίγο πιο πέρα από αυτό και κάτι που έμοιαζε με ντουλάπα στον απέναντι τοίχο. Στα αφτιά του έφτανε μόνο ο ήχος του κύματος που πάφλαζε απαλά στην ακτή και ήχοι από θαλασσοπούλια που πετούσαν. Η χαρακτηριστική μυρωδιά αρμύρας που έφτανε στη μύτη του, του επιβεβαίωνε ότι ακόμα βρισκόταν κάπου κοντά στη Πορφυρή Θάλασσα.

Ο πόνος τον τρέλαινε. Το αριστερό του πόδι πονούσε. Το δεξί του χέρι πονούσε. Τα μάτια του πονούσαν. Το κεφάλι του πονούσε. Ο αυχένας του… αυτός κι αν πονούσε! Θα μπορούσε ο Κάλαχραντ να είχε βελτιώσει κατά πολύ το ξόρκι του, κάνοντάς το να απαλύνει το πόνο. Σε σχέση βέβαια με το πώς θα ήταν χωρίς το εν λόγω ξόρκι τον προτιμούσε. Σε τελική ανάλυση, αφού ήταν ανόητος έτσι ώστε ένας από τους Τολνεκ, τους υπηρέτες-πολεμιστές του Σάλεμπ'Κάνα, του κυρίου της Πορφυρής Θάλασσας, του ξερίζωσε το κεφάλι του άξιζε ως μάθημα. Αλλά ήξερε τους κινδύνους που θα του προκαλούσε η κλοπή του Μαύρου Μαργαριταριού, του πιο πολύτιμου αντικειμένου του πανίσχυρου αυτού πνεύματος που έλεγχε τη Πορφυρή Θάλασσα. Θα έπρεπε να είχε αρνηθεί την πρόταση του νεόπλουτου ευγενή από το Λάχαντρος, αλλά έπρεπε κάπως να διαφυλάξει τη φήμη του ως του μεγαλύτερου κυνηγού θησαυρών στο κόσμο.

Εξάλλου δε κινδύνευε να πεθάνει: Έφερε στο μέτωπό του τη σφραγίδα του Άρχοντα του θανάτου. Για όσο διαρκούσε η συμφωνία τους ο Κάλαχραντ Δε θα έπαιρνε τη ζωή του, ότι και αν πάθαινε. Στη θέση του θα έπαιρνε τη ζωτική ενέργεια κάποιου από όσους βρίσκονταν δίπλα του, με την οποία και θα τον θεράπευε. Κάπως έτσι ξαναφύτρωσε και το ξεριζωμένο κεφάλι του, όπως είχε γίνει και πριν ένα χρόνο στο Ρέμπακαλ, όταν ο αρχιεκτελεστής του βασιλιά τον αποκεφάλισε με ένα τεράστιο τσεκούρι, μόνο και μόνο για να πέσει αυτός νεκρός μετά το χτύπημα, από την κατάρα του απαίσιου μάγου, όπως έλεγαν και λένε ακόμα στη χώρα εκείνη. Φυσικά ο Αύγουστος σκαρφάλωσε από το λάκκο που είχαν ρίξει το ακέφαλο πτώμα του μόλις το κεφάλι του ξαναφύτρωσε και το έσκασε μέσα στη νύχτα. Βέβαια, όπως και κάθε συμφωνία με ένα τόσο ισχυρό πνεύμα, έτσι και η συμφωνία με τον Κάλαχραντ, είχε κάποια μειονεκτήματα. Πιο συγκεκριμένα η αθανασία αυτή του Αύγουστου Μπρόντλεϋ θα διαρκούσε μόνο για τόσο χρόνο, όσο αυτός δε θα έκανε συμφωνία με κάποιο άλλο πνεύμα. Μπορούσε μόνο να χρησιμοποιήσει κάποια από τις έτοιμες συμφωνίες, είτε τις είχε κάνει αυτός, είτε είχαν γίνει για έναν περιορισμένο αριθμό μάγων είτε για όλους τους μάγους του κόσμου. Έτσι έχανε το μεγαλύτερο όπλο του, τη μαγεία του, και για το λόγο αυτό τα τελευταία τρία χρόνια είχε "χάσει" τη ζωή του καμιά δεκαριά φορές. Για το λόγο αυτό είχε αποτύχει και η τωρινή του απόδρασή.

Όλα είχαν αρχίσει πριν ένα μήνα, όταν βρισκόταν στη πόλη του Λάχαντρος, στα δυτικά παράλια της Πορφυρής Θάλασσας. Εκεί τον είχε πλησιάσει ένας από τους ευγενείς της πόλης να του ζητήσει να ανακτήσει ένα από τα πολυτιμότερα τρόπαια του πνεύματος που ήταν κύριος της γειτονικής θάλασσας: Ένα μαύρο μαργαριτάρι αμύθητης αξίας. Ο Αύγουστος Μπρόντλεϋ δεν ήταν ποτέ τόσο ανόητος να κάνει κάτι τέτοιο, η αλήθεια ήταν όμως ότι ο ευγενής του έκανε μια πολύ καλή προσφορά για να την αρνηθεί. Όχι μόνο προσφέρθηκε να του πληρώσει ένα τεράστιο ποσό για αυτό, αλλά και να αποσύρει μια απόφαση που απαιτούσε τη θανάτωσή του στο Λάχαντρος και θα προσπαθούσε να κάνει το ίδιο και για αποφάσεις συμμαχικών πόλεων. Αλλά αυτό που τον ανάγκασε να κάνει τη δουλειά ήταν τα σχόλια που γίνονταν για τις ικανότητες του, μετά την αποτυχία του να κλέψει το ρουμπίνι του βασιλιά του Ρέμπακαλ. Η κλοπή του Μαύρου Μαργαριταριού θα έκλεινε τα στόματα των επικριτών του.

Με χρήση της μαγείας του, η δουλειά θα είχε γίνει πολύ εύκολα. Τα πράγματα δεν ήταν όμως απλά. Για αρχή χρησιμοποίησε μια χάρη που του χρωστούσε ένα από τα κατώτερα πνεύματα της Πορφυρής Θάλασσας. Έτσι έμαθε του πού φυλάγεται το αντικείμενο που έψαχνε. Έφτασε στο σημείο εκείνο με μια βάρκα, έδεσε βαρίδια στα πόδια του και έπεσε στη θάλασσα. Η πίεση του νερού τον σκότωσε, αλλά αυτό Δε τον ένοιαζε και πολύ. Όταν συνήλθε βρισκόταν στο βυθό. Είχε προμηθευτεί από ένα μάγο της σειράς μια από τις Σφαίρες Ανάσας, αντικείμενα από γυαλί που επέτρεπαν στον κάτοχό τους να αναπνέει κάτω από το νερό. Με λίγο ψάξιμο κατάφερε να βρει το κοχύλι μέσα στο οποίο αναπαυόταν το μαργαριτάρι και το άνοιξε χρησιμοποιώντας την μαγική λέξη με την οποία κάθε μάγος μπορούσε να ανοίξει ένα. Πήρε το μαργαριτάρι και, βγάζοντας τα βαρίδια από τα πόδια του, προσπάθησε να ανέβει στην επιφάνεια. Μετά από πολύ προσπάθεια είχε παρόμοια μοίρα με την προσπάθειά του να κατέβει στα βάθη. Τελικά το κουφάρι του το ξέβρασε το κύμα σε μια ακτή.

Εκεί, αφού έκρυψε το απόκτημά του σε ένα ασφαλές σημείο, πήρε ένα καράβι για το Λάχαντρος. Στο καράβι που έχασε μυστηριωδώς δύο ναύτες καθώς πήγαινε στο προορισμό του. Και ήταν προορισμένο να χάσει και τους υπόλοιπους καθώς επέστρεφε.

Ήταν ένα βράδυ με καταιγίδα, όταν ο Αύγουστος ξύπνησε από ένα περίεργο συναίσθημα ανησυχίας. Φόρεσε τα ρούχα του, άναψε ένα κερί και βγήκε από τη καμπίνα του. Ο διάδρομος ήταν σιωπηλός, όσο όμως πλησίαζε στο κατάστρωμα το συναίσθημα αυτό γινόταν όλο και εντονότερο. Όταν τελικά έφτασε στο κατάστρωμα είδε ένα αποτρόπαιο θέαμα: το πλήρωμα που είχε νυχτερινή βάρδια σφαγμένο και τέσσερις ψαρανθρώπους βαμμένους στο αίμα τους. Τόλνεκ σκέφτηκε, και έτρεξε να ξεσηκώσει το υπόλοιπο πλήρωμα, όταν το ακυβέρνητο πλοίο έσκασε με δύναμη στα βράχια της ακτής. Από τη δύναμη της θύελλας διαλύθηκε και σίγουρα όσοι ήταν στα αμπάρια βρήκαν τραγικό θάνατο. Ο ίδιος πετάχτηκε στην ακτή.

Ένιωσε τα κόκαλά του να διαλύονται αλλά παρόλα αυτά διατήρησε τις αισθήσεις του. Οι Τόλνεκ δε φαίνονταν πουθενά. Ξέροντας πόσο εκδικητικός είναι ο Σάλεμπ'Κάνα ο Αύγουστος ένοιωσε το φόβο να τον κυριεύει. Τον πόνο που ένιωθε εκείνη τη στιγμή μπορούσε να τον αγνοήσει, γιατί ο πόνος που θα του προκαλούσε το πανίσχυρο πνεύμα της θάλασσας, του οποίου τον θησαυρό έκλεψε, θα ήταν πολύ χειρότερος.

Άκουσε βήματα πίσω του, και γύρισε να δει τι ήταν. Ένας Τόλνεκ βρισκόταν από πάνω του. Για μια στιγμή έχασε την ψυχραιμία του και ούρλιαξε. Και το ιχθυόμορφο πλάσμα του άρπαξε το κεφάλι και του το ξερίζωσε. Ο πόνος ήταν αφόρητος για το μάγο και λιποθύμησε.

Τώρα όμως ήταν ασφαλής, για την ώρα τουλάχιστον. Σίγουρα όμως, όταν ο Σάλεμπ'Κάνα έβλεπε το σήμα του Κάλαχραντ στο μέτωπό του, θα καταλάβαινε τι κόλπο είχε κάνει και θα επέστρεφε για να πάρει την εκδίκησή του.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του σχετικά εύκολα και έψαξε το δωμάτιο για τα ρούχα του. Τελικά τα βρήκε στο έπιπλο που έμοιαζε (και ήταν) ντουλάπα και ντύθηκε. Ο πόνος είχε περάσει και τα άκρα του όπως και πριν το ναυάγιο. Άνοιξε τη πόρτα και βρέθηκε σε μια μικρή κουζινίτσα. Το δωμάτιο είχε δύο πόρτες. Από τη μία, που ήταν μισάνοιχτη, είδε μια γυναίκα να κοιμάται σε ένα κρεβάτι. Φαινόταν σχετικά νέα, αλλά από το σημείο που βρισκόταν δε μπορούσε να διακρίνει περισσότερα. Η άλλη πόρτα ήταν ορθάνοιχτη και έβγαζε στη παραλία δίπλα στο σπίτι. Μπορούσε να δει το κύμα να χτυπά στα βράχια, τους γλάρους να πετάνε, ενώ η μυρωδιά της αρμύρας ήταν εδώ πιο έντονη. Χωρίς δεύτερη σκέψη βγήκε από την έξοδο και ετοιμάστηκε να φύγει.

"Πού νομίζεις ότι πας ξένε" άκουσε να του λεει μια βαριά αντρική φωνή. Γύρισε προς το μέρος της έτοιμος για όλα. Το μόνο που είδε ήταν ένα γέρο να επιδιορθώνει δίχτυα. "Ήσουν χάλια όταν σε βρήκαμε, αλλά τώρα βλέπω έγιανες. Δόξα να έχει ο Δημιουργός που δε σαι πήραν οι δαίμονες της θάλασσας"

Η προφορά του υποδήλωνε ότι ήταν από τη χώρα της Ασαρτια, όπου και η εκκλησία του Δημιουργού είχε πολύ μεγάλη επιρροή και οι κάτοικοι ήταν δεισιδαίμονες. Και οι μάγοι πνίγονταν σε μια λίμνη με βραστό νερό ώστε να εξαγνιστεί η ψυχή τους. Ο Αύγουστος κατέβασε το καπέλο που φορούσε, ώστε να κρύψει το σημάδι στο μέτωπό του.

"Ευχαριστώ για όλα," είπε στο ψαρά και ετοιμάστηκε να φύγει.

"Πού νομίζεις ότι πας παλικάρι μου;" τον ρώτησε ο γέρο-ψαράς. "Θα μείνεις εδώ μέχρι να ξυπνήσει η κόρη μου. Αυτή σε φρόντισε." Σταμάτησε για λίγο και μια έκφραση λύπης εμφανίστηκε στο πρόσωπό του. "Αν δεν ήσουν εσύ δε θα είχε ξεπεράσει το πόνο της. Έχασε τον άντρα της προχθές. Έπεσε και έσπασε το λαιμό του. Αν δε σε είχαμε βρει χθες στη παραλία, ο δημιουργός ξέρει τι τρέλα θα είχε κάνει."

Η έκφραση του Αύγουστου σκοτείνιασε. Ο Κάλαχραντ είχε τη κακή συνήθεια να τον κάνει να συναντά τους γνωστούς και τους φίλους των όσων πέθαναν στη θέση του μάγου. Προσπαθούσε άραγε να τον κάνει να ακυρώσει τη συμφωνία ή μήπως να τον βασανίσει. Δύσκολα θα το πετύχαινε. Αν ήταν να ζήσει αυτός ή κάποιος άλλος ας ήταν ο καλύτερος. Και αυτός ήταν ο καλύτερος με τις μαγικές του δυνάμεις και τις γνώσεις του.

Θα ήθελε να του εξηγήσει για ποιο λόγο έπρεπε να φύγει, όμως και αυτό ήταν επικίνδυνο. Σχεδόν σίγουρα ο Σάλεμπ'Κάνα είχε αντιληφθεί το ποιος ήταν και το ότι ζούσε και ερχόταν προς τα εδώ. Κάθε δευτερόλεπτο τον έφερνε όλο και πιο κοντά.

"Πρέπει να φύγω. Είναι ζήτημα ζωής και θα…" ξεκίνησε να λεει, όταν ένα τεράστιο κύμα σηκώθηκε από τη γαλήνια μέχρι εκείνη τη στιγμή, θάλασσα. Ο γέρος κοίταξε το κύμα να παίρνει τη μορφή ενός υδάτινου γίγαντα, ο οποίος γινόταν κόκκινος, κόκκινος όπως το αίμα των χιλιάδων ναυτών που είχαν χάσει τη ζωή τους στην άγρια αυτή θάλασσα.

"ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΠΑΣ ΚΛΕΦΤΗ!!!" ούρλιαξαν τα κύματα, καθώς ένα από αυτά άρπαξε τον μάγο από το πόδι και τον έσυρε στο νερό. "ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΠΙΣΩ ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ ΜΟΥ"

Ο Αύγουστος έφτυσε το αρμυρό νερό που είχε μπει στο στόμα και τα ρουθούνια του και προσπάθησε να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει. "Δε το έχω" είπε προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. Και πράγματι δε το είχε. Παλιά ο Νιθαλορ, ο Κύριος του Άλλού, του χώρου ανάμεσα στους χώρους, είχε επιτρέψει σε μάγους που θα του πρόσφεραν μια θυσία να μεταφέρουν ένα αντικείμενο από μια περιοχή σε μια τσέπη του Αλλού που άνοιγε από κάπου αλλού. Σε μια τέτοια τσέπη ήταν και το μαργαριτάρι, μόνο που μπορούσε να την ανοίξει μόνο από το Λάχαντρος.

"*ΘΑ ΜΟΥ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΑΥΤΟ" ούρλιαξε ο Σάλεμπ'Κάνα και βύθισε το κεφάλι του μάγου μέσα στο νερό. Ο Αύγουστος αισθάνθηκε ότι πνιγόταν. Το κεφάλι του έκαιγε, Σα να ήταν έτοιμο να εκραγεί, ενώ τα άκρα του είχαν γίνει βαριά σα μολύβι. Μέσα από το νερό είδε το γέρο στην ακτή να πέφτει στα γόνατα και να βήχει. Όταν το πνεύμα τον έβγαλε από την υδάτινη αγκαλιά του, ανάσανε με ανακούφιση. Το ίδιο και ο γέρος, με το πρόσωπό του μελανό από την έλλειψη αέρα.

"ΞΕΡΩ ΚΑΛΑ ΟΤΙ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ" είπε ο Κύριος της Πορφυρής Θάλασσας "ΕΚΤΟΣ ΚΙ ΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΑΛΛΟ ΘΕΟ. ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ, ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΜΟΥ. ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΙ ΑΝΩΔΥΝΗ ΦΟΡΑ."

Ο μάγος γέλασε. "Κάνε το αυτό," είπε " και δε πρόκειται να ξαναδείς το μαργαριτάρι σου. Δε ξέρω αν οι ζημιές που έπαθα όσο διαρκούσε το ξόρκι παραμείνουν διορθωμένες ή θα επιστρέψουν όλες πάνω μου μόλις τελειώσει. Θα ήθελες να χάσεις το θησαυρό σου;" τον ρώτησε σηκώνοντας πονηρά το φρύδι του. "Άκου να σου πω τι θα κάνεις. Θα περιμένεις να πάω το αντικείμενο σε αυτόν που το ζήτησε. Τέτοιος ανόητος που είναι θα καυχηθεί για αυτό και κάποιος μάγος που ζητάει την εύνοια ενός ισχυρού Άρχοντα της Πλάσης σαν κι εσένα θα το κλέψει και θα στο φέρει."

Ο υδάτινος γίγαντας φάνηκε να το σκέφτεται λίγο. "ΕΝΤΑΞΕΙ" είπε. "ΑΛΛΑ ΘΑ ΜΟΥ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕΣ" Στη συνέχεια διαλύθηκε και πάλι στο νερό που τον αποτελούσε και έγινε ένα με το βασίλειό του.

Ο Αύγουστος έμεινε πίσω, περήφανος για τον εαυτό του που γλίτωσε. Ήξερε ότι το μαργαριτάρι έκρυβε το πραγματικό όνομα του Σάλεμπ'Κάνα και για αυτό του ήταν τόσο πολύτιμο. Το είχε ήδη διαβάσει. Και τώρα σχημάτιζε στο μυαλό του το ξόρκι που θα έδενε το πανίσχυρο αλλά οξύθυμο και παρορμητικό πνεύμα σε κάποια φυλακή όταν θα ξανασυναντιόνταν. Κάτι του έλεγε ότι δε θα αργούσε η μέρα που ο διάδοχός του στην ηγεσία της Πορφυρής Θάλασσας θα του χρωστούσε μια χάρη για αυτό.

Με ένα πλατύ χαμόγελο κοίταξε την απέραντη θάλασσα και σήκωσε το καπέλο του από το νερό, το τίναξε και το φόρεσε. Έπρεπε να βρει τρόπο να επιστρέψει στο Λάχαντρος. Μετά θα φρόντιζε για όλα τα υπόλοιπα.

 

 

Ο Αύγουστος Μπρόντλευ ξύπνησε σε ένα άγνωστο δωμάτιο. Ήταν ξαπλωμένος σε ένα σκληρό κρεβάτι που έτριζε με κάθε του κίνηση και το σώμα του το σκέπαζε μια μάλλινη κουβέρτα. Το δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν φωτιζόταν από τις ελάχιστες ηλιαχτίδες που περνούσαν από τις χαραγματιές ενός κλειστού παραθύρου στο διπλανό τοίχο. Στο ελάχιστο αυτό φως μπορούσε να καταλάβει ότι το δωμάτιο ήταν μικρό και σχεδόν άδειο από έπιπλα: Πέρα από το κρεβάτι, υπήρχε μόνο μια καρέκλα λίγο πιο πέρα από αυτό και κάτι που έμοιαζε με ντουλάπα στον απέναντι τοίχο. Στα αφτιά του έφτανε μόνο ο ήχος του κύματος που πάφλαζε απαλά στην ακτή και ήχοι από θαλασσοπούλια που πετούσαν. Η χαρακτηριστική μυρωδιά αρμύρας που έφτανε στη μύτη του, του επιβεβαίωνε ότι ακόμα βρισκόταν κάπου κοντά στη Πορφυρή Θάλασσα.

Ο πόνος τον τρέλαινε. Το αριστερό του πόδι πονούσε. Το δεξί του χέρι πονούσε. Τα μάτια του πονούσαν. Το κεφάλι του πονούσε. Ο αυχένας του… αυτός κι αν πονούσε! Θα μπορούσε ο Κάλαχραντ να είχε βελτιώσει κατά πολύ το ξόρκι του, κάνοντάς το να απαλύνει το πόνο. Σε σχέση βέβαια με το πώς θα ήταν χωρίς το εν λόγω ξόρκι τον προτιμούσε. Σε τελική ανάλυση, αφού ήταν ανόητος έτσι ώστε ένας από τους Τολνεκ, τους υπηρέτες-πολεμιστές του Σάλεμπ'Κάνα, του κυρίου της Πορφυρής Θάλασσας, του ξερίζωσε το κεφάλι του άξιζε ως μάθημα. Αλλά ήξερε τους κινδύνους που θα του προκαλούσε η κλοπή του Μαύρου Μαργαριταριού, του πιο πολύτιμου αντικειμένου του πανίσχυρου αυτού πνεύματος που έλεγχε τη Πορφυρή Θάλασσα. Θα έπρεπε να είχε αρνηθεί την πρόταση του νεόπλουτου ευγενή από το Λάχαντρος, αλλά έπρεπε κάπως να διαφυλάξει τη φήμη του ως του μεγαλύτερου κυνηγού θησαυρών στο κόσμο.

Εξάλλου δε κινδύνευε να πεθάνει: Έφερε στο μέτωπό του τη σφραγίδα του Άρχοντα του θανάτου. Για όσο διαρκούσε η συμφωνία τους ο Κάλαχραντ Δε θα έπαιρνε τη ζωή του, ότι και αν πάθαινε. Στη θέση του θα έπαιρνε τη ζωτική ενέργεια κάποιου από όσους βρίσκονταν δίπλα του, με την οποία και θα τον θεράπευε. Κάπως έτσι ξαναφύτρωσε και το ξεριζωμένο κεφάλι του, όπως είχε γίνει και πριν ένα χρόνο στο Ρέμπακαλ, όταν ο αρχιεκτελεστής του βασιλιά τον αποκεφάλισε με ένα τεράστιο τσεκούρι, μόνο και μόνο για να πέσει αυτός νεκρός μετά το χτύπημα, από την κατάρα του απαίσιου μάγου, όπως έλεγαν και λένε ακόμα στη χώρα εκείνη. Φυσικά ο Αύγουστος σκαρφάλωσε από το λάκκο που είχαν ρίξει το ακέφαλο πτώμα του μόλις το κεφάλι του ξαναφύτρωσε και το έσκασε μέσα στη νύχτα. Βέβαια, όπως και κάθε συμφωνία με ένα τόσο ισχυρό πνεύμα, έτσι και η συμφωνία με τον Κάλαχραντ, είχε κάποια μειονεκτήματα. Πιο συγκεκριμένα η αθανασία αυτή του Αύγουστου Μπρόντλεϋ θα διαρκούσε μόνο για τόσο χρόνο, όσο αυτός δε θα έκανε συμφωνία με κάποιο άλλο πνεύμα. Μπορούσε μόνο να χρησιμοποιήσει κάποια από τις έτοιμες συμφωνίες, είτε τις είχε κάνει αυτός, είτε είχαν γίνει για έναν περιορισμένο αριθμό μάγων είτε για όλους τους μάγους του κόσμου. Έτσι έχανε το μεγαλύτερο όπλο του, τη μαγεία του, και για το λόγο αυτό τα τελευταία τρία χρόνια είχε "χάσει" τη ζωή του καμιά δεκαριά φορές. Για το λόγο αυτό είχε αποτύχει και η τωρινή του απόδρασή.

Όλα είχαν αρχίσει πριν ένα μήνα, όταν βρισκόταν στη πόλη του Λάχαντρος, στα δυτικά παράλια της Πορφυρής Θάλασσας. Εκεί τον είχε πλησιάσει ένας από τους ευγενείς της πόλης να του ζητήσει να ανακτήσει ένα από τα πολυτιμότερα τρόπαια του πνεύματος που ήταν κύριος της γειτονικής θάλασσας: Ένα μαύρο μαργαριτάρι αμύθητης αξίας. Ο Αύγουστος Μπρόντλεϋ δεν ήταν ποτέ τόσο ανόητος να κάνει κάτι τέτοιο, η αλήθεια ήταν όμως ότι ο ευγενής του έκανε μια πολύ καλή προσφορά για να την αρνηθεί. Όχι μόνο προσφέρθηκε να του πληρώσει ένα τεράστιο ποσό για αυτό, αλλά και να αποσύρει μια απόφαση που απαιτούσε τη θανάτωσή του στο Λάχαντρος και θα προσπαθούσε να κάνει το ίδιο και για αποφάσεις συμμαχικών πόλεων. Αλλά αυτό που τον ανάγκασε να κάνει τη δουλειά ήταν τα σχόλια που γίνονταν για τις ικανότητες του, μετά την αποτυχία του να κλέψει το ρουμπίνι του βασιλιά του Ρέμπακαλ. Η κλοπή του Μαύρου Μαργαριταριού θα έκλεινε τα στόματα των επικριτών του.

Με χρήση της μαγείας του, η δουλειά θα είχε γίνει πολύ εύκολα. Τα πράγματα δεν ήταν όμως απλά. Για αρχή χρησιμοποίησε μια χάρη που του χρωστούσε ένα από τα κατώτερα πνεύματα της Πορφυρής Θάλασσας. Έτσι έμαθε του πού φυλάγεται το αντικείμενο που έψαχνε. Έφτασε στο σημείο εκείνο με μια βάρκα, έδεσε βαρίδια στα πόδια του και έπεσε στη θάλασσα. Η πίεση του νερού τον σκότωσε, αλλά αυτό Δε τον ένοιαζε και πολύ. Όταν συνήλθε βρισκόταν στο βυθό. Είχε προμηθευτεί από ένα μάγο της σειράς μια από τις Σφαίρες Ανάσας, αντικείμενα από γυαλί που επέτρεπαν στον κάτοχό τους να αναπνέει κάτω από το νερό. Με λίγο ψάξιμο κατάφερε να βρει το κοχύλι μέσα στο οποίο αναπαυόταν το μαργαριτάρι και το άνοιξε χρησιμοποιώντας την μαγική λέξη με την οποία κάθε μάγος μπορούσε να ανοίξει ένα. Πήρε το μαργαριτάρι και, βγάζοντας τα βαρίδια από τα πόδια του, προσπάθησε να ανέβει στην επιφάνεια. Μετά από πολύ προσπάθεια είχε παρόμοια μοίρα με την προσπάθειά του να κατέβει στα βάθη. Τελικά το κουφάρι του το ξέβρασε το κύμα σε μια ακτή.

Εκεί, αφού έκρυψε το απόκτημά του σε ένα ασφαλές σημείο, πήρε ένα καράβι για το Λάχαντρος. Στο καράβι που έχασε μυστηριωδώς δύο ναύτες καθώς πήγαινε στο προορισμό του. Και ήταν προορισμένο να χάσει και τους υπόλοιπους καθώς επέστρεφε.

Ήταν ένα βράδυ με καταιγίδα, όταν ο Αύγουστος ξύπνησε από ένα περίεργο συναίσθημα ανησυχίας. Φόρεσε τα ρούχα του, άναψε ένα κερί και βγήκε από τη καμπίνα του. Ο διάδρομος ήταν σιωπηλός, όσο όμως πλησίαζε στο κατάστρωμα το συναίσθημα αυτό γινόταν όλο και εντονότερο. Όταν τελικά έφτασε στο κατάστρωμα είδε ένα αποτρόπαιο θέαμα: το πλήρωμα που είχε νυχτερινή βάρδια σφαγμένο και τέσσερις ψαρανθρώπους βαμμένους στο αίμα τους. Τόλνεκ σκέφτηκε, και έτρεξε να ξεσηκώσει το υπόλοιπο πλήρωμα, όταν το ακυβέρνητο πλοίο έσκασε με δύναμη στα βράχια της ακτής. Από τη δύναμη της θύελλας διαλύθηκε και σίγουρα όσοι ήταν στα αμπάρια βρήκαν τραγικό θάνατο. Ο ίδιος πετάχτηκε στην ακτή.

Ένιωσε τα κόκαλά του να διαλύονται αλλά παρόλα αυτά διατήρησε τις αισθήσεις του. Οι Τόλνεκ δε φαίνονταν πουθενά. Ξέροντας πόσο εκδικητικός είναι ο Σάλεμπ'Κάνα ο Αύγουστος ένοιωσε το φόβο να τον κυριεύει. Τον πόνο που ένιωθε εκείνη τη στιγμή μπορούσε να τον αγνοήσει, γιατί ο πόνος που θα του προκαλούσε το πανίσχυρο πνεύμα της θάλασσας, του οποίου τον θησαυρό έκλεψε, θα ήταν πολύ χειρότερος.

Άκουσε βήματα πίσω του, και γύρισε να δει τι ήταν. Ένας Τόλνεκ βρισκόταν από πάνω του. Για μια στιγμή έχασε την ψυχραιμία του και ούρλιαξε. Και το ιχθυόμορφο πλάσμα του άρπαξε το κεφάλι και του το ξερίζωσε. Ο πόνος ήταν αφόρητος για το μάγο και λιποθύμησε.

Τώρα όμως ήταν ασφαλής, για την ώρα τουλάχιστον. Σίγουρα όμως, όταν ο Σάλεμπ'Κάνα έβλεπε το σήμα του Κάλαχραντ στο μέτωπό του, θα καταλάβαινε τι κόλπο είχε κάνει και θα επέστρεφε για να πάρει την εκδίκησή του.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι του σχετικά εύκολα και έψαξε το δωμάτιο για τα ρούχα του. Τελικά τα βρήκε στο έπιπλο που έμοιαζε (και ήταν) ντουλάπα και ντύθηκε. Ο πόνος είχε περάσει και τα άκρα του όπως και πριν το ναυάγιο. Άνοιξε τη πόρτα και βρέθηκε σε μια μικρή κουζινίτσα. Το δωμάτιο είχε δύο πόρτες. Από τη μία, που ήταν μισάνοιχτη, είδε μια γυναίκα να κοιμάται σε ένα κρεβάτι. Φαινόταν σχετικά νέα, αλλά από το σημείο που βρισκόταν δε μπορούσε να διακρίνει περισσότερα. Η άλλη πόρτα ήταν ορθάνοιχτη και έβγαζε στη παραλία δίπλα στο σπίτι. Μπορούσε να δει το κύμα να χτυπά στα βράχια, τους γλάρους να πετάνε, ενώ η μυρωδιά της αρμύρας ήταν εδώ πιο έντονη. Χωρίς δεύτερη σκέψη βγήκε από την έξοδο και ετοιμάστηκε να φύγει.

"Πού νομίζεις ότι πας ξένε" άκουσε να του λεει μια βαριά αντρική φωνή. Γύρισε προς το μέρος της έτοιμος για όλα. Το μόνο που είδε ήταν ένα γέρο να επιδιορθώνει δίχτυα. "Ήσουν χάλια όταν σε βρήκαμε, αλλά τώρα βλέπω έγιανες. Δόξα να έχει ο Δημιουργός που δε σαι πήραν οι δαίμονες της θάλασσας"

Η προφορά του υποδήλωνε ότι ήταν από τη χώρα της Ασαρτια, όπου και η εκκλησία του Δημιουργού είχε πολύ μεγάλη επιρροή και οι κάτοικοι ήταν δεισιδαίμονες. Και οι μάγοι πνίγονταν σε μια λίμνη με βραστό νερό ώστε να εξαγνιστεί η ψυχή τους. Ο Αύγουστος κατέβασε το καπέλο που φορούσε, ώστε να κρύψει το σημάδι στο μέτωπό του.

"Ευχαριστώ για όλα," είπε στο ψαρά και ετοιμάστηκε να φύγει.

"Πού νομίζεις ότι πας παλικάρι μου;" τον ρώτησε ο γέρο-ψαράς. "Θα μείνεις εδώ μέχρι να ξυπνήσει η κόρη μου. Αυτή σε φρόντισε." Σταμάτησε για λίγο και μια έκφραση λύπης εμφανίστηκε στο πρόσωπό του. "Αν δεν ήσουν εσύ δε θα είχε ξεπεράσει το πόνο της. Έχασε τον άντρα της προχθές. Έπεσε και έσπασε το λαιμό του. Αν δε σε είχαμε βρει χθες στη παραλία, ο δημιουργός ξέρει τι τρέλα θα είχε κάνει."

Η έκφραση του Αύγουστου σκοτείνιασε. Ο Κάλαχραντ είχε τη κακή συνήθεια να τον κάνει να συναντά τους γνωστούς και τους φίλους των όσων πέθαναν στη θέση του μάγου. Προσπαθούσε άραγε να τον κάνει να ακυρώσει τη συμφωνία ή μήπως να τον βασανίσει. Δύσκολα θα το πετύχαινε. Αν ήταν να ζήσει αυτός ή κάποιος άλλος ας ήταν ο καλύτερος. Και αυτός ήταν ο καλύτερος με τις μαγικές του δυνάμεις και τις γνώσεις του.

Θα ήθελε να του εξηγήσει για ποιο λόγο έπρεπε να φύγει, όμως και αυτό ήταν επικίνδυνο. Σχεδόν σίγουρα ο Σάλεμπ'Κάνα είχε αντιληφθεί το ποιος ήταν και το ότι ζούσε και ερχόταν προς τα εδώ. Κάθε δευτερόλεπτο τον έφερνε όλο και πιο κοντά.

"Πρέπει να φύγω. Είναι ζήτημα ζωής και θα…" ξεκίνησε να λεει, όταν ένα τεράστιο κύμα σηκώθηκε από τη γαλήνια μέχρι εκείνη τη στιγμή, θάλασσα. Ο γέρος κοίταξε το κύμα να παίρνει τη μορφή ενός υδάτινου γίγαντα, ο οποίος γινόταν κόκκινος, κόκκινος όπως το αίμα των χιλιάδων ναυτών που είχαν χάσει τη ζωή τους στην άγρια αυτή θάλασσα.

"ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΠΑΣ ΚΛΕΦΤΗ!!!" ούρλιαξαν τα κύματα, καθώς ένα από αυτά άρπαξε τον μάγο από το πόδι και τον έσυρε στο νερό. "ΔΩΣΕ ΜΟΥ ΠΙΣΩ ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ ΜΟΥ"

Ο Αύγουστος έφτυσε το αρμυρό νερό που είχε μπει στο στόμα και τα ρουθούνια του και προσπάθησε να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει. "Δε το έχω" είπε προσπαθώντας να κερδίσει χρόνο. Και πράγματι δε το είχε. Παλιά ο Νιθαλορ, ο Κύριος του Άλλού, του χώρου ανάμεσα στους χώρους, είχε επιτρέψει σε μάγους που θα του πρόσφεραν μια θυσία να μεταφέρουν ένα αντικείμενο από μια περιοχή σε μια τσέπη του Αλλού που άνοιγε από κάπου αλλού. Σε μια τέτοια τσέπη ήταν και το μαργαριτάρι, μόνο που μπορούσε να την ανοίξει μόνο από το Λάχαντρος.

"*ΘΑ ΜΟΥ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΑΥΤΟ" ούρλιαξε ο Σάλεμπ'Κάνα και βύθισε το κεφάλι του μάγου μέσα στο νερό. Ο Αύγουστος αισθάνθηκε ότι πνιγόταν. Το κεφάλι του έκαιγε, Σα να ήταν έτοιμο να εκραγεί, ενώ τα άκρα του είχαν γίνει βαριά σα μολύβι. Μέσα από το νερό είδε το γέρο στην ακτή να πέφτει στα γόνατα και να βήχει. Όταν το πνεύμα τον έβγαλε από την υδάτινη αγκαλιά του, ανάσανε με ανακούφιση. Το ίδιο και ο γέρος, με το πρόσωπό του μελανό από την έλλειψη αέρα.

"ΞΕΡΩ ΚΑΛΑ ΟΤΙ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ" είπε ο Κύριος της Πορφυρής Θάλασσας "ΕΚΤΟΣ ΚΙ ΑΝ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΜΕ ΑΛΛΟ ΘΕΟ. ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΜΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΟΥΣ ΤΡΟΠΟΥΣ, ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΣΥΜΦΩΝΗΣΕΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΜΟΥ. ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΚΑΙ ΑΝΩΔΥΝΗ ΦΟΡΑ."

Ο μάγος γέλασε. "Κάνε το αυτό," είπε " και δε πρόκειται να ξαναδείς το μαργαριτάρι σου. Δε ξέρω αν οι ζημιές που έπαθα όσο διαρκούσε το ξόρκι παραμείνουν διορθωμένες ή θα επιστρέψουν όλες πάνω μου μόλις τελειώσει. Θα ήθελες να χάσεις το θησαυρό σου;" τον ρώτησε σηκώνοντας πονηρά το φρύδι του. "Άκου να σου πω τι θα κάνεις. Θα περιμένεις να πάω το αντικείμενο σε αυτόν που το ζήτησε. Τέτοιος ανόητος που είναι θα καυχηθεί για αυτό και κάποιος μάγος που ζητάει την εύνοια ενός ισχυρού Άρχοντα της Πλάσης σαν κι εσένα θα το κλέψει και θα στο φέρει."

Ο υδάτινος γίγαντας φάνηκε να το σκέφτεται λίγο. "ΕΝΤΑΞΕΙ" είπε. "ΑΛΛΑ ΘΑ ΜΟΥ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕΣ" Στη συνέχεια διαλύθηκε και πάλι στο νερό που τον αποτελούσε και έγινε ένα με το βασίλειό του.

Ο Αύγουστος έμεινε πίσω, περήφανος για τον εαυτό του που γλίτωσε. Ήξερε ότι το μαργαριτάρι έκρυβε το πραγματικό όνομα του Σάλεμπ'Κάνα και για αυτό του ήταν τόσο πολύτιμο. Το είχε ήδη διαβάσει. Και τώρα σχημάτιζε στο μυαλό του το ξόρκι που θα έδενε το πανίσχυρο αλλά οξύθυμο και παρορμητικό πνεύμα σε κάποια φυλακή όταν θα ξανασυναντιόνταν. Κάτι του έλεγε ότι δε θα αργούσε η μέρα που ο διάδοχός του στην ηγεσία της Πορφυρής Θάλασσας θα του χρωστούσε μια χάρη για αυτό.

Με ένα πλατύ χαμόγελο κοίταξε την απέραντη θάλασσα και σήκωσε το καπέλο του από το νερό, το τίναξε και το φόρεσε. Έπρεπε να βρει τρόπο να επιστρέψει στο Λάχαντρος. Μετά θα φρόντιζε για όλα τα υπόλοιπα.

 

 

Μου βγήκε 2500 λέξεις, αλλά δε μπόρεσα να το κουρέψω... Καλή ανάγνωση

Link to post
Share on other sites
Nihilio

Ψηφίστε εδώ. Σχόλια στο topic με τις δύο ιστορίες.

Link to post
Share on other sites
Βάρδος

Δε θα σας πω ποιον ψήφισα. Δεν έχει σημασία, άλλωστε. Θα σας πω, όμως, τι θα μπορούσατε να βελτιώσετε και οι δύο στις ιστορίες σας.

 

Φορέστε, λοιπόν, την πανοπλία σας και διαβάστε την παρακάτω κριτική, η οποία... "doesn't pull any punches", αλλά είναι απολύτως ειλικρινής από τη δική μου, τουλάχιστον, μεριά.

 

 

Κατ'αρχήν, και οι δύο ιστορίες έχουν ανάγκη από έναν πολύ καλό διορθωτή, που θα τους αλλάξει τα φώτα. Λείπουν σημεία στίξης, σημεία στίξης βρίσκονται σε λάθος θέσεις, παράγραφοι λείπουν, η ροή του κειμένου πάει περίπατο, τα υποκείμενα χάνουν τα ρήματα και τα ρήματα τα υποκείμενα, και, γενικότερα, επικρατεί ένα χάος. Του Nihilio το κείμενο είναι ελαφρώς καλύτερο από αυτή τη σκοπιά, αλλά, αν της laas7 θέλει διόρθωση 5 φορές, του Nihilio θέλει 2,5 που στρογγυλοποιείται σε 3.

 

Ας αφήσουμε αυτή την ιστορία, όμως, κι ας περάσουμε στην πλοκή. Η laas7 μάς γράφει μια ιστορία τρόμου, ενώ η άσκηση ήταν για μια ιστορία φαντασίας. Αυτό είναι κάπως περίεργο. Κατά τα άλλα, μου άρεσε ο τρόπος που περνάει από την ΟΓ των τύπων που βρίσκουν το ναυάγειο, στο ζητιάνο, και, τελικά, στο μάγο. Ωστόσο, δε φαίνεται να δίνει σημασία στο σύμβολο στο κεφάλι του αποκεφαλισμένου. Και, όταν ο δαίμονας παίρνει το κεφάλι του ζητιάνου, υπάρχει μια αναφορά ότι το μυαλό πετάγεται έξω. Όμως το μυαλό δεν πετάγεται έξω όταν ένα κεφάλι κόβεται! Είναι άκρως άκυρο αυτό. Επιπλέον, η ιστορία είναι σχετικά κλισέ --φυλακισμένο πανίσχυρο ον που προσπαθεί να αποφυλακιστεί για να πάρει εκδίκηση. Επίσης, με έκανε να αναρωτηθώ πόσο αφελείς μπορεί να ήταν αυτοί οι μάγοι που μετέτρεψαν τον "κακό" σε ψαράνθρωπο και τον άφησαν έτσι. Γιατί να μην τον "καθάριζαν" εξαρχής; Δε σκέφτηκαν ότι μπορεί να έκανε αυτά που κάνει τώρα; Θα ήταν εύκολο να τον σκοτώσουν, αφού φαίνεται ότι στη μορφή ψαρανθρώπου δεν έχει τις δυνάμεις του...

 

Ο Nihilio αναλώνεται σε ένα τόσο μεγάλο flashback που χάνει την ουσία. Όταν μια ιστορία είναι 4 σελίδες απογορεύεται από το Νόμο οι 2 να είναι αναδρομή. Αν η μισή πρώτη σελίδα ήταν αναδρομή και η υπόλοιπη ήταν η ιστορία, τότε όλα θα ήταν καλά. Κάπου έφτασα να αναρωτιέμαι πότε θα τελειώσει η αναδρομή, για να διαβάσω, στο τέλος της αναδρομής, τι; Ένα στιγμιότηπο, ουσιαστικά, με έναν θεό της θάλασσας.

 

Επιπλέον, δεν μπορώ παρά να μου φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι, παρότι ο δαίμονας πήρε το κεφάλι του τύπου, επάνω στο οποίο κεφάλι ήταν και το σύμβολο της αθανασίας, ο τύπος αναστήθηκε. Κατά πρώτον, από τη στιγμή που του πήρε το σύμβολο (μαζί με το κεφάλι), το λογικό, για μένα, θα ήταν να μην μπορεί να αναστηθεί ξανά. Κατά δεύτερον, μπορώ να φανταστώ κάποιον να φυτρώνει ένα κομμένο χέρι, ένα κομμένο πόδι, ακόμα και ένα κομμένο παπ*ρι' δεν μπορώ, όμως, να φανταστώ κάποιον να φυτρώνει ένα κομμένο κεφάλι. Μου φαίνεται ιδιαίτερα παράδοξο, ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι ο εγκέφαλος είναι το πρώτο πράγμα που διαμορφώνει το μωρό μέσα στην κοιλιά της μάνας του. Επομένως, κατ'εμέ, αυτός ο τύπος, αν υποθέσουμε ότι θα φύτρωνε καινούργιο κεφάλι, θα ήθελε πραγματικά πολύ καιρό για να το κάνει, και θα είχε και καινούργιο εγκέφαλο. Θα ήταν ο ίδιος άνθρωπος; Δεν ξέρω, και δε θέλω να υποθέσω. Κατά τρίτο λόγο, μου φαίνεται ακόμα πιο παράξενο το γεγονός ότι, όχι μόνο φυτρώνει κεφάλια, αλλά φυτρώνει και κεφάλια που έχουν επάνω και σύμβολα! Η δικαιολογία "Hey, it's magic!" δε μου αρκεί εδώ.

 

 

 

Τώρα, μη με πάρετε στο κυνήγι. :-ΡΡ Σας είπα, απλά, την άποψή μου. Ή σκεφτείτε πάνω σ'αυτήν ή απορρίψτε την.

 

 

Και συνεχίστε να συγγραφέτε. :thmbup:

Link to post
Share on other sites

dear βαρδε...όπως πάντα, τα λες χύμα και αυτό μου αρέσει! Απο εκεί και πέρα αυτό που ήθελα να πω ειναι πως έγραψα μια fantasy ιστορία τρόμου, γιατί αυτή ήταν η έμπνευση μου και γιατί θεωρώ πως το ένα δεν αναιρεί το άλλο...όσο για το σύμβολο που έχει το πρώτο θύμα έχεις δίκιο πως δεν του έδωσα όση σημασία θα έπρεπε, αλλά για το δευτέρο δεν έχεις δίκιο, γιατί λέω πως το γκουά, το πετά και το ανοιγεί αφού το ξεκολλήσει πρώτα απο τον κορμό του ζητιάνου! Σ' ευχαριστώ πολύ πάντως για τα σχόλια! :)

Link to post
Share on other sites
Nihilio

Εγώ αντίθετα έχω κανονίσει ήδη το οδυνηρό σχέδιο εκδίκησης μου :p Διαφωνώ σε ένα δύο σημεία με τα όσα λες, αλλά είναι κι αυτά μια άποψη. Στο μόνο με το οποίο συμφωνώ είναι ότι θέλει editing και να επεκτείνω πολύ περισσότερο το τέλος, το οποίο είναι κουρεμένο ως εκεί που δε πάει

Link to post
Share on other sites
drowvarius

Εγώ δεν θα φανώ τόσο κακιασμένος όπως ο Βάρδος :p

Λαας

Το κείμενο έχει κάποια ορθογραφικά λάθη και θέλει περισσότερες παραγράφους. Έχει επίσης και κάποια συντακτικά λάθη τα οποία θα τα βρεις αν ξαναδιαβάσεις το κείμενο. Ως ιστορία τρόμου μου άρεσε αλλά θα έπρεπε να αξιοποιήσεις το σημείο με το σημβολο στο κεφάλι του πρώτου νεκρού. Δεν ήταν ακριβώς ιστορία φαντασίας, αλλά μου άρεσε.

 

Νινίλιο

 

Λάθος πρώτο είναι ότι σου βγήκε μεγαλύτερο. Ένας καλός γραφιάς γίνεται καλύτερος μόνο όταν καταφέρει να κόψει ένα δικό του κείμενο.

Η ιστορία ήταν καλή. Κάποια ορθογραφικά λάθη είχες και εσύ. Θα συμφωνήσω με τον Βάρδο για την τεράστια αναδρομή. Επίσης ο κακός Βάρδος είχε δίκιο και για το σύμβολο στο κεφάλι. Είναι δύσκολο να ξαναβγει ολόκληρη κεφάλα στη στιγμή.

 

Αυτά

 

Συνεχίστε να γράφετε...

Link to post
Share on other sites

Και οι δύο ιστορίες ήταν καλογραμμένες και ενδιαφέρουσες. Κάνοντας μια αντιπαράθεση είχα τις εξής εντυπώσεις η παρατηρήσεις:

 

Και οι δύο είναι φάντασυ έστω κι αν φαινομενικά της Laas είχε περισσότερα στοιχεία τρόμου.

Της Laas ήταν πιο άμεση, πιο έντονη με εναλλαγές που κόβουν την ανάσα, ενώ του Nihilio είχε πιο δομημένη πλοκή και, όπως πάντα, καλή και ρεαλιστική κοσμοπλασία. Τα ψυχολογικά στοιχεία και τα συναισθήματα ήταν εμφανέστερα και βαθύτερα στην ιστορία της Laas, ενώ το συνολικό characterization ήταν πιο εμφανές, αφού είχε αρκετούς χαρακτήρες, στην ιστορία του Nihilio.

 

Aν μπορούσα θα ψήφιζα και τις δύο, αλλά μια που δεν μπορώ αυτή που θα ψηφίσω βασίζεται σε μια καθαρά υποκειμενική και σχεδόν τυχαία προτίμηση σε κάποιες λεπτομέρειες. Αλλά δεν θα πω ποια ιστορία θα ψηφίσω τελικά, (σήμερα, αύριο η κάποια στιγμή πριν τελειώσει η ημερομηνία του poll). :)

 

Kαο ακόμα ευχαριστώ και τους δύο για δύο πάρα πολύ καλά αναγνώσματα. Όπως συνήθως! :p

Edited by Dain
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..