Είδος: Επιστημονική Φαντασία
Βία; Όχι ακριβώς.
Σεξ; Όχι, αλλά από γυμνό, άλλο τίποτα.
Αριθμός Λέξεων: 5.860
Αυτοτελής; Ναι.
Σχόλια: Δημοσιεύτηκε στο "9" της "Ελευθεροτυπίας" (τ. 64, 2001). Η ιδέα της διακόσμησης, της επίπλωσης και του σκουλαρικιού - φίμωτρου σε σχήμα Υ προέρχεται από όνειρο. Το διήγημα "Αίθρα" κέρδισε την 1η θέση στον διεθνή διαγωνισμό ΑΕΟΝ AWARD 2010.
Updated version: εδώ
ΑΙΘΡΑ
Η κυρία κοιτάει τον εαυτό της. Φυσικά αυτό δεν είναι και τόσο σπάνιο σ’ αυτό το σπίτι, αλλά αυτή τη φορά η κυρία το κάνει με μεγάλη σοβαρότητα. Εγώ μπορώ βέβαια και την βλέπω από μακριά. Ο κόσμος μου είναι σαν ασανσέρ μέσα στο σπίτι: Βλέπει σε όλους του ορόφους, κι έτσι μπορώ τώρα να βλέπω την κυρία να κοιτάει τον εαυτό της. Είναι βράδυ και η κυρία ετοιμάζεται να βγει. Κοιτάει λοιπόν τον εαυτό της, αλλά όχι στον καθρέφτη. Έπειτα, παίρνει το όπλο της πάνω από το τραπεζάκι, και –δεν το πιστεύω-, ξεκλειδώνει το τραπεζάκι και φεύγει.
Σκατά, σκέφτομαι καθώς το χοβερσκούτερ φλερτάρει μια με τον αέρα και μια με το νερό. Ωραία δουλειά. Ούτε τα βράδια δεν σ’ αφήνει να ησυχάσεις. Σήμερα ξύπνησα μέσ’ στην νύχτα. Ήμουνα λέει σ’ ένα σπίτι που άνθρωποι σάπιζαν σε κάθε γωνιά του. Πετάχτηκα πάνω μόνο και μόνο για να θυμηθώ ότι το απόγευμα έπρεπε να πάω στης Αίθρας. Ωραία δουλειά.
Σε λίγο φάνηκε η Φολέγανδρος και η βίλα της σκαρφαλωμένη στον βράχο. Βγήκα στον δρόμο και πέρασα την κεντρική πύλη. Βρήκα εύκολα το πάρκινγκ μέσα στον τεράστιο περίβολο και έσβησα επιτέλους την ζορισμένη μηχανή. Έβαλα το καλώδιο σε μια πρίζα φόρτισης, και κατευθύνθηκα προς το σπίτι μην ξέροντας αν θα έπρεπε να θαυμάσω τους αχανείς κήπους που φρόντιζαν τα αεικίνητα ρομποτάκια, ή την εκπληκτική θέα που απλωνόταν πέρα από τον πέτρινο φράχτη.
Τότε άνοιξε η πόρτα.
«Καλησπέρα, επιθεωρητά».
Ίσως λόγω της προκατειλημμένης διάθεσής μου ή και του ήλιου που είχε πάρει να πέφτει, το χαμόγελό της μου φάνηκε κάπως μυστηριώδες. Φαντάζομαι όμως ότι στην πραγματικότητα ήταν το ίδιο εκείνο πρωτοσέλιδο χαμόγελο που μαζί με το εξαιρετικά χαρακτηριστικής ομορφιάς πρόσωπό της, την είχαν βοηθήσει τόσο στον στίβο της τέχνης.
«Καλησπέρα... Αίθρα», είπα χαζά. Σαν καλλιτέχνης είχε μόνο ένα όνομα και το «κυρία Αίθρα» φάνταζε απίστευτα λάθος.
«Θα μου πείτε το παραμύθι, επιθεωρητά;»
«Βεβαίως...», έκανα αμήχανα σαν μαθητούδι. «Αυτή είναι μια ανεπίσημη απ’ όλες τις πλευρές συνάντηση, έχω τις ενσωματωμένες κάμερές μου κλειστές, δεν συνοδεύομαι από εισαγγελέα και δεν έχω ένταλμα ερεύνης. Ό,τι ειπωθεί μεταξύ μας θα είναι στα πλαίσια ιδιωτικής κουβέντας».
«Περάστε παρακαλώ», πλάτυνε το χαμόγελο και το άνοιγμα της πόρτας.
Φυσικά είχα ακούσει για τη βίλα της Αίθρας. Όλη η Ελλάδα ήξερε, αν και ποτέ δεν είχε επιτρέψει φωτογράφηση ή βιντεοσκόπηση. Αλλά όταν με έναν μισθό απλώς και μόνο μέχρι τα όρια της αξιοπρέπειας, μπορείς και συντηρείς μόνο έναν, κι αυτόν στις δημόσιες δεξαμενές μήπως ο μη γένοιτο σου συμβεί κανένα κακό, ε, το να βλέπεις τόσους πολλούς, με την πρώτη κιόλας μάτια, σε αφήνει λίγο άφωνο καθώς δεν ξέρεις τι πρέπει να σε τρομάξει πιο πολύ: το κόστος ή το γούστο.
Το σοκ ήταν πολύ ισχυρό και για έναν άλλο λόγο. Η Αίθρα δεν ήταν η αγαπημένη των μίντια μόνο και μόνο για την δουλειά της. Το πλάσμα που με συνόδευε στο εσωτερικό του σπιτιού του θα μπορούσε ακόμα και τώρα, στα τριάντα του, να κερδίσει εύκολα οποιονδήποτε διαγωνισμό ομορφιάς. Μπαίνοντας μέσα λοιπόν και μετρώντας μόνο με την πρώτη ματιά μία, δύο, τρεις, τέσσερεις ακόμα... Αίθρες, στις πιο αισθησιακές στάσεις, να φοράνε τα ελάχιστα δυνατά ρούχα μέσα στο αιγαιοπελαγίτικο κατακαλόκαιρο, συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι είχα το λάθος φύλο γι αυτή την αποστολή. Τώρα καταλάβαινα γιατί με δούλευαν τα παιδιά πίσω στο Τμήμα. Μη γίνεις τελείως ρόμπα αγόρι μου!, σκέφτηκα πανικόβλητος. Κοίτα μην ξεφτιλίσεις το Σώμα ανεπανόρθωτα. Μάζευε κοντά τα μάτια σου. Κοίταζε όσο γίνεται την οικοδέσποινα και προ πάντων μην τολμήσεις και απλώσεις χέρι πουθενά! Θεέ μου, κάθε φυσιολογικός άντρας εδώ μέσα θα όρμαγε σαν ταύρος σε υαλοπωλείο κι εγώ ο μαλάκας είχα έρθει να συζητήσω για ένα φόνο!
Ακριβώς απέναντι, πάνω από το τζάκι ένας κλώνος καθόταν στη στάση του λωτού. Ήταν εντελώς γυμνός, σίγουρα πιστό αντίγραφο της κυρίας του, και τα πλευρά του φούσκωναν σε κάθε εισπνοή. Ακολουθούσε την κάθε μου κίνηση με ένα βουδικό βλέμμα ανατριχιαστικής ηρεμίας. Πόση τέχνη, πόσες δοκιμές και πόσα χρήματα χρειάζονταν για να δώσεις σε έναν ανεγκέφαλο κλώνο ένα τέτοιο ύφος; Δεν ήξερα και δεν ήθελα να μάθω. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι η Αίθρα ήξερε θαυμάσια τη δουλειά της.
«Κάθισε, βολέψου», είπε εκείνη καταργώντας γρήγορα τον πληθυντικό.
Το επόμενό μου πρόβλημα όμως ήταν ακριβώς αυτό, το να καθίσω. Γιατί οι θέσεις που μου έδειχνε ήταν δύο διαβολικής σύλληψης κλώνοι ξαπλωμένοι ανάσκελα πάνω σε κυβικά βάθρα. Τα τέλεια μακριά πόδια τους ήταν λυγισμένα πάνω από το κεφάλι τους με τα γόνατά τους να σχηματίζουν μια αμβλεία γωνία. Τα οπωσδήποτε ενισχυμένα χέρια τους στηρίζονταν γερά στα βάθρα κάτω από την ανασηκωμένη πλάτη τους. Ανάμεσα στα πόδια του ενός ήταν υφασμένες πάνινες λωρίδες ενώ ο άλλος είχε ένα συνεχές δερμάτινο πλέγμα που δεν έδειχνε να δένεται πουθενά στα πόδια του. Μέσα σε μια μικρή παραζάλη πρόσεξα ότι αυτό το πλέγμα είχε φλέβες και αποφάσισα να καθίσω στην πάνινη πολυθρόνα. Καθώς πλησίαζα, εκείνη με κοίταξε ανέκφραστα με τα μάτια της Αίθρας υπολογίζοντας ίσως το βάρος μου. Το στήθος της ήταν γυμνό κάτω από τα πανιά αλλά ευτυχώς φορούσε ένα αρκετά σεμνό σκουρόχρωμο σλιπ αλλιώς θα βρισκόμουν κυριολεκτικά σε ακόμα πιο αμήχανη θέση. Κάθισα πάνω στους μηρούς της και σταδιακά ακούμπησα την πλάτη μου πίσω στις γάμπες της. Ήταν αναπαυτικά γαμώ τη μοίρα μου, και ήταν και ζεστά. Τα πόδια της πήραν όσο γινόταν το σχήμα του σώματός μου. Οι φτέρνες τις ήρθαν και ακούμπησαν απαλά στο λαιμό μου και τα πέλματά της έγιναν μαξιλάρι για το κεφάλι μου. Αμέσως μετά κατάλαβα ότι κράταγε την αναπνοή της μέχρι να προσαρμοστεί, γιατί ξαφνικά έβγαλε τον αέρα και βυθίστηκα μια ιδέα προς τα κάτω. Η ίδια η Αίθρα, όρθια ακόμα, έδειχνε να διασκεδάζει το πράγμα ανάλογα.
«Τι να σε κεράσω; Καφέ; Ένα χυμό πορτοκάλι;»
«Ναι, μια πορτοκαλάδα είναι ότι πρέπει».
Κοιτάζοντάς την να φεύγει για την κουζίνα περιεργάστηκα το τραπεζάκι δίπλα μου. Ένας σοφά σχεδιασμένος απέριττος αλουμινένιος εξωσκελετός περιόριζε κάθε κίνησή του. Είχε τα ξανθά μαλλιά του κουρεμένα κοντά και φορούσε φίμωτρο. Κοίταζε ίσια μπροστά και σημείωσα ότι οχτώ άγριες κόκκινες νυχιές διέτρεχαν τους ημίγυμνους γλουτούς του. Άρχισα πια να αγριεύομαι. Εννοώ ότι είχα δει διάφορα μουρλά στην καριέρα μου, αλλά τέτοιου είδους βιτσιόζικη ανθρώπινη διακόσμηση πρώτη φορά συναντούσα. Το χειρότερο όμως ήταν πως ένιωθα το αίμα να μαζεύεται εκεί κάτω. Να μαζεύεται και να μην φεύγει. Κοινώς άρχιζε να μου σηκώνεται. Σηκώθηκα συγχυσμένος και η λάγνα πολυθρόνα μου άφησε έναν ανεπαίσθητο αναστεναγμό.
Ο χώρος ήταν τεράστιος κι από ιδέες άλλο τίποτα. Ανάμεσα στο τζάκι και την αχανή πίσω βεράντα που έβλεπε φυσικά στο Αιγαίο, υπήρχε μια πολύ μεγάλη στήλη νερού κλεισμένη σε έναν κυλινδρικό τετράπαχο υαλοπίνακα που χανόταν προς τον πάνω όροφο. Το αποτέλεσμα ήταν κοιτώντας προς την βεράντα να βλέπει κανείς την Σαντορίνη βυθισμένη ολόκληρη μέσα στο νερό λες και το ηφαίστειο είχε όντως πει την τελευταία του κουβέντα. Δεξιά του υδάτινου πηγαδιού ήταν το δυτικό παράθυρο. Ξεροκατάπια με δυσκολία. Δεν είχα ξαναδεί άνθρωπο χτισμένο ζωντανό. Τα πόδια λίγο πάνω απ’ το γόνατο και τα χέρια στην έκταση στο ύψος των μπράτσων φύτρωναν μέσα απ’ τον τοίχο. Οι ακτίνες της επερχόμενης δύσης πέρναγαν μέσα απ’ τα μαλλιά του και πρόδιδαν τις αψεγάδιαστες καμπύλες του. Γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος μου και έβγαλε έναν μικρό αγχωμένο ήχο. Κάτι δυσοίωνο γυάλιζε στο στόμα του και κάτι άσχημο αναδευόταν αργά στο στομάχι μου. Πλησίασα με τα χέρια δεμένα στην πλάτη γιατί το σχήμα που έπαιρναν τα στήθη της Αίθρας στην όρθια στάση συναγωνίζονταν εκείνο της Αφροδίτης του διπλανού νησιού. Από κοντά είδα ότι ο κλώνος φορούσε στο στόμα του ένα χρυσό σκουλαρίκι σε σχήμα Υ. Ξεκινούσε τρυπώντας το κάτω χείλος, διαπερνούσε την άκρη της τραβηγμένης έξω γλώσσας και συνέχιζε προς τα πάνω διακλαδιζόμενο κάτω από τη μύτη για να περάσει μέσα από τα ρουθούνια. Οι τρεις σφαιρικές άκρες του εμπόδιζαν την αφαίρεσή του. Να πάρει, θα μου στριβε πολύ πριν γυρίσω Αθήνα.
«Λλλλ», έκανε ο κλώνος.
Σκατά! Κοίταξα πίσω μου για την οικοδέσποινα που αργούσε με την πορτοκαλάδα μου. Σκατά! Δεν το πίστευα.
«Είσαι η Αίθρα;»
Αγχωμένη κατάφαση.
«Δεν είσαι κλώνος;»
Επίμονη άρνηση.
Γύρισα να φύγω με τα χέρια στο πρόσωπο. Θεέ μου, είχε πλήρεις κλώνους! Με τον δικό της εγκέφαλο! Η φορολογία γι αυτό ήταν ληστρική αλλά η διαστροφή την ξεπερνούσε με άνεση.
Στην απέναντι πλευρά της δεξαμενής ήταν το μόνο κομμάτι για το οποίο ήμουν προετοιμασμένος. Το μοναδικό κλωνοποιημένο αντίγραφο της Πρέσβειρας γύριζε αργά πάνω στο βάθρο του. Ισορροπώντας στη μέση ενός αιώνιου βήματος με τα χέρια ανοιχτά και τις παλάμες γυρισμένες προς τα εμπρός, χαμογελούσε αισιόδοξα και φιλικά σ’ εκείνους για τους οποίους είχε πλαστεί. Μοναδικά της ενδύματα, η αστρική γειτονιά της Γης χαραγμένη στην κοιλιά της με τον αφαλό να συμβολίζει το μητρικό πλανήτη και ένας ενδεικτικός γαλαξιακός χάρτης στην πλάτη της. Ήταν ένα άγαλμα που θα ζήλευε και ο Φειδίας, αν δεν είχε σφυγμό και θερμοκρασία τριάντα εφτά βαθμών Κελσίου. Ένα πλατινένιο κυλινδρικό κοκαλάκι με χαραγμένο ένα χαιρετιστήριο μήνυμα γραμμένο σε δυαδικό έπιανε τα μαλλιά της αλογοουρά για να μην καλύπτουν τον χάρτη. Ένα υπόμνημα στο βάθρο της εξηγούσε την όλη ιστορία. Ήταν πριν από πέντε περίπου χρόνια και ήταν ο Κολοφώνας της δόξας της οικοδέσποινάς μου. Όταν άνοιξε για πρώτη φορά η σκουληκότρυπα που μας συνέδεε με τον γειτονικό γαλαξία της Ανδρομέδας, εκείνοι ζήτησαν να τους στείλουμε κάτι αντιπροσωπευτικό και άψυχο. Στείλαμε την Πρέσβειρα της Αίθρας.
Τότε άκουσα την Αίθρα να βγάζει ένα μικρό βογκητό από την κουζίνα στο βάθος αλλά συγχρόνως την Αίθρα να λέει «ΟΚ, μια χαρά είναι». Χωρίς την παραμικρή περιέργεια να μάθω τι γινόταν, βιάστηκα να γυρίσω στην θέση μου αφού απέφυγα το βλέμμα του εντοιχισμένου κλώνου που με παρακαλούσε από μακριά χωρίς φωνήεντα. Κάθισα πάλι με προσοχή.
«Δεν άργησα πολύ ελπίζω», χαμογέλασε η Αίθρα ακουμπώντας το χυμό μου, που αλλού, στο τραπεζάκι. Απλώθηκε όλο άνεση στην αμιγώς δερμάτινη πολυθρόνα. Για μια στιγμή νόμισα ότι εκείνη θα σκιζόταν κάτω από το βάρος της αλλά εκτός από ένα μικρό ξεφύσημα προσαρμογής, δεν έγινε τίποτα. «Λοιπόν επιθεωρητά; Είμαι όλη αυτιά».
Ε, μέχρι εδώ γαμώτο. Τα πρώτα πέντε λεπτά στης Αίθρας είχαν αποδειχτεί πολύ ζόρικα. Χρειαζόμουν ένα φυσιολογικό περιβάλλον για να ξεκινήσω αυτή την καταραμένη κουβέντα. «Ξέρετε... Ξέρεις Αίθρα, πιστεύω ότι το Σώμα έκανε ένα σοβαρό λάθος, στέλνοντας εμένα εδώ».
Συνοφρύωση.
«Θα έπρεπε να στείλει μια γυναίκα. Ή έναν ευνούχο, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ», είπα και πρόσθεσα κάτω από τα πηγαία γέλια της που έσπαζαν τον πάγο: «Μήπως θα μπορούσαμε να τα πούμε κάπου πιο... ήσυχα για μένα;»
«Ναι, φυσικά, χαχα. Έλα στην πίσω βεράντα».
«Α!, να σου κάνω και μια άσχετη και ίσως αδιάκριτη ερώτηση;» ρώτησα καθώς σηκωνόμουν με ανακούφιση όρθιος. «Θα ήθελες να μου εξηγήσεις αυτά εδώ; Γιατί φαντάζομαι ότι πρόκειται για έναν πολύ ακριβό κλώνο».
Ξανά άνετο χαμόγελο. «Εννοείς τα κόκκινα σημάδια; Α, επιθεωρητά πραγματικά αδιάκριτη ερώτηση, αλλά θα σου την απαντήσω. Βλέπεις, είπε καθώς προχωρούσαμε προς την βεράντα, κανένας κλώνος δεν είναι πολυτιμότερος από το πρωτότυπο. Και υπάρχουν συγκεκριμένα πράγματα που δεν... που δεν κάνω. Έτσι όταν δεν θέλω να αφήσω κάποιον καλό φίλο ανικανοποίητο...»
«Σαν τον Έκτορα Δήμου για παράδειγμα;» ρώτησα πιάνοντας μια μεγάλη σκιά που κατέβαινε μέσα από την υδάτινη στήλη.
«Σαν τον μακαρίτη τον Έκτορα, ναι. Επιθεωρητά να σου συστήσω την Αιθρίτα».
Το πλάσμα που καταδύθηκε σβέλτα μέχρι το μέρος μας ήταν γυμνό και καλυπτόταν από κάτι ελαφρά γαλαζωπό, κάτι μεταξύ δέρματος και λεπιών. Κοίταξα για μεμβράνες στα άκρα του, αλλά ήταν φυσιολογικά. Αυτό δεν εμπόδιζε τις κινήσεις του να είναι ονειρεμένα όμορφες και τα μακριά ξανθά μαλλιά του να φτιάχνουν καταπληκτικά σχέδια στη μηδενική βαρύτητα του νερού. Ακούμπησε το χέρι της στο γυαλί μπροστά μου και τα τετραπέρατα μάτια της κοίταξαν μια εμένα και μια την ανοιχτή παλάμη της.
«Γεια σου Αιθρίτα», έκανα χαζά, ολοκληρώνοντας την ανέφικτη χειραψία από την πλευρά μου.
Βγήκαμε στην βεράντα και η Σαντορίνη που τελικά επιζούσε ακόμα πρόσφερε μια μοναδική θέα στο βάθος. Ο ήλιος έδυε δεξιά μας, προς την μεριά της Μήλου που όμως δεν φαινόταν. Κοίταξα τη θάλασσα συγκεντρώνοντας τις σκέψεις μου και μετά γύρισα στην Αίθρα. Αντίθετα με τους κλώνους της ήταν ντυμένη με φαρδιά λευκά ρούχα, παντελόνα και πουκαμίσα που δεν αποκάλυπταν τις γραμμές της. Φαντάζομαι ότι ειδικά μέσα στο σπίτι της δεν είχε ανάγκη να επιδείξει τη σιλουέτα της και μάλιστα σ’ έναν μπάτσο.
«Ωραία, είπα. Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή. Ο Έκτορας Δήμου έφτασε εδώ την Τρίτη το απόγευμα, πέρασε τη νύχτα και έφυγε την Τετάρτη το πρωί. Τον είδαν στην Αθήνα γύρω στις μία το μεσημέρι και στην Θεσσαλονίκη στην Γκαλερί Γιακουμάκη γύρω στις πέντε το απόγευμα. Δείπνησε σε φίλους στην Χαλκιδική, πετάχτηκε μέχρι την Σαμοθράκη την Πέμπτη το πρωί αλλά γύρισε εσπευσμένα Θεσσαλονίκη γιατί αισθάνθηκε έντονη αδιαθεσία. Μέχρι το απόγευμα είχε εκπνεύσει. Φαντάζομαι είσαι ενήμερη μέχρι εδώ».
«Ναι», έκανε σοβαρά η Αίθρα. «Απλώς να προσθέσω ότι μπορεί να πέρασε τη νύχτα της Τρίτης εδώ όπως είπες, αλλά δεν την πέρασε μαζί μου. Εγώ έφυγα την Τρίτη το βράδυ για Αμοργό και δεν γύρισα πριν το επόμενο απόγευμα όπως πολλοί... πολλοί φίλοι έχουν ήδη βεβαιώσει».
«Σωστά, το γνωρίζω. Λοιπόν η νεκροψία έδειξε ένα σπάνιο δηλητήριο βραδείας δράσεως που μόλις και θυμάμαι το όνομά του και σίγουρα δεν μπορώ να το προφέρω. Η δηλητηρίαση τοποθετείται ανάμεσα στο βράδυ της Τρίτης και σ’ εκείνο της Τετάρτης».
«Ακριβώς», έκανε εκείνη χαμογελώντας αμυδρά. «Απ’ ότι φαίνεται θα μπορούσε να τον είχε δηλητηριάσει σχεδόν η μίση Ελλάδα».
«Κάπως έτσι. Λοιπόν είμαι εδώ για να σε ρωτήσω κάποια πράγματα τα οποία παρεμπιπτόντως δεν έχουν καμία σχέση με το άλλοθί σου. Και πρώτ’ απ’ όλα αν έχεις κάποιο δηλητήριο στο σπίτι».
«Μμμ... δεν ξέρω τι ακριβώς ψάχνεις επιθεωρητά αλλά σίγουρα όπως σε κάθε σπίτι, έχω μία ή δυο ουσίες που θα μπορούσαν να σκοτώσουν άνθρωπο. Τα φυτοφάρμακα για παράδειγμα που χρησιμοποιούνται στον κήπο, ή άλλα φάρμακα που έχω για μένα ή αυτά που χρησιμοποιούν τα ρομπότ συντήρησης για κάποιους κλώνους ίσως θα μπορούσαν σε μεγάλη δόση να κάνουν τη δουλειά σου».
«Θα μπορούσα να είχα έναν κατάλογο αυτών των φαρμάκων;»
«Γιατί όχι; Μπορώ να σου στείλω μία εκτύπωση από τον συντηρητή».
«Ωραία, θα ήταν πολύ χρήσιμη. Πες μου, είχες καθόλου επισκέψεις από την στιγμή που έφτασε εδώ ο Δήμου;»
«Όχι όσο ήμουν εδώ –μέχρι το βράδυ δηλαδή. Και ούτε όσο έλειπα».
«Πως το ξέρεις αυτό;»
«Κοίτα, αν και το σπίτι δεν καλύπτεται ηλεκτρονικά, υπάρχουν δύο ρομπότ φύλαξης στον κήπο. Αν είχε περάσει κάποιος παρείσακτος θα το ήξερα».
«Κι αν είχε έρθει κάποιος που τα ρομπότ ήδη ήξεραν;»
Χαμόγελο σιγουριάς. «Επιθεωρητά, η καλύτερη κάλυψη που διαθέτει αυτό το σπίτι είναι η ίδια του η διακόσμηση και επίπλωση. Αν είχε μπει οποιοσδήποτε θα το είχα μάθει αμέσως μόλις γύρισα από την Αμοργό. Και, πίστεψέ με, σε μένα οι κλώνοι μου λένε πάντα την αλήθεια».
«Μάλιστα. Οπότε μένει μόνο το ζήτημα των κλώνων. Πόσους ακριβώς έχεις;»
«Ααα, επιθεωρητά μπαίνουμε σε φορολογικά ζητήματα», χαμογέλασε ανοιχτά.
«Εντάξει, πες μου κάτι άλλο τότε. Έχεις ελεύθερους κλώνους;»
«Όχι βέβαια. Αυτό δείχνει αυτοκτονικές τάσεις ιδιαίτερα αν πρόκειται για πλήρεις. Κανείς από τους κλώνους μου δεν διαθέτει και το μυαλό και την ελευθερία να βλάψει έναν άνθρωπο αν είναι αυτό που ρωτάς».
«Τότε δεν θα μπορούσε ένας πλήρης κλώνος να καθοδηγήσει έναν...»
«Οι πλήρεις κλώνοι μου δεν μπορούν καν να μιλήσουν».
«Άρα έχεις πλήρεις κλώνους».
«Φυσικά και έχω».
Φυσικά και έχει!
«Αλλά ακόμα και αν οι πλήρεις ήταν ελεύθεροι να μιλήσουν, ξεχνάς ότι όλοι σχεδόν οι διακοσμητικοί κλώνοι είναι μεταλλαγμένοι. Πολλοί απ’ αυτούς δεν μπορούν καν να περπατήσουν. Νομίζεις ότι εκείνες οι πολυθρόνες ή ο βούδας πάνω στο τζάκι θα μπορούσαν έστω και θεωρητικά να σηκωθούν και να έρθουν να μας κάνουν παρέα;»
«Καταλαβαίνω. Πες μου τι ακριβώς πιστεύεις ότι έκανε ο Δήμου κατά την απουσία σου;»
«Σίγουρα έχεις διαβάσει την κατάθεσή μου. Πιστεύω ότι σάπισε στον ύπνο. Είχαμε πιει κάμποσο και ήταν και αρκετά... κουρασμένος. Πήγε πάνω στο δωμάτιο μου και έπεσε ξερός».
«Πώς ξέρεις ότι κοιμήθηκε στο δωμάτιο σου;»
Χαμόγελο. «Έχω μάρτυρες. Το πρωί της Τετάρτης σηκώθηκε, τσίμπησε κάτι και πήρε τον δρόμο του. Δεν έχω να προσθέσω τίποτα πάνω σ’ αυτό».
Τζίφος. Μέχρι εδώ μηδέν εις το πηλίκον. Είχε έρθει η κρίσιμη στιγμή κι εγώ δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι τα είχα καταφέρει καλά μέχρι εδώ. Φοβόμουν ότι δεν είχα δημιουργήσει το κλίμα που ήθελα, ώστε να μπορέσω να προχωρήσω. Σκατά! Πραγματικά έπρεπε να είχαν στείλει μια γυναίκα.
«Λοιπόν επιθεωρητά; Δεν πιστεύω να κάνατε όλο αυτό το ταξίδι από την υπέροχη πρωτεύουσά μας γι αυτές τις πέντ’ - έξι ερωτήσεις. Έχουμε και τηλέφωνα στην εποχή μας».
«Όχι... Η αλήθεια είναι ότι ήρθα ο ίδιος λόγω της εε... ιδιαιτερότητας του σπιτιού που κοιμήθηκε ο Δήμου. Ήθελα να πάρω από κοντά μια ιδέα για τον χώρο, να δω τους κλώνους που είδε κι εκείνος, να δω... εσένα».
«Ωραία», έκανε εκείνη. «Και τώρα που τα είδες όλ’ αυτά έχουμε τελειώσει;»
«Φοβάμαι πως όχι. Έχω δει μόνο το σαλόνι. Αίθρα, θα ήταν εξαιρετικά μεγάλη βοήθεια, αν έβλεπα ολόκληρο το σπίτι. Και τους υπόλοιπους κλώνους».
«Ω, φοβάμαι πως ναι, έχουμε τελειώσει. Μέχρι εδώ βοήθησα όπως μπορούσα την έρευνα της Αστυνομίας. Αλλά δεν θα σας βάλω και στην ιδιωτική μου ζωή. Επιθεωρητά μου συγγνώμη», έκανε καθώς σηκωνόταν. «Βγάλτε ένα όμορφο ένταλμα ερεύνης και πολύ ευχαρίστως να τα ξαναπούμε, αν και προσωπικά δεν βλέπω το λόγο».
Σηκώθηκα κι εγώ βλαστημώντας μέσα μου. Μουρμούρισα κάτι ηλίθιο και με συνόδεψε στην πόρτα. Τα ’ψελνα στον εαυτό μου στο δρόμο για το πάρκινγκ μέχρι που είδα ότι το χοβερσκούτερ δεν έλεγε να συνεργαστεί. Για λίγο δεν καταλάβαινα τι συμβαίνει, μέχρι που ανακάλυψα ότι τα ηλεκτρονικά της μηχανής είχαν παραδώσει το πνεύμα. Είχα μπλέξει άσχημα. Επικοινώνησα αμέσως με Αθήνα. Ένας τεχνικός μου είπε να τσεκάρω δυο – τρία πράγματα και μετά αποφάσισε ότι πρέπει να έρθει συνεργείο. Τέλεια. Γύρισα σαν βρεγμένη γάτα στο σπίτι.
«Τα ηλεκτρονικά; Τι ’ν’ αυτό επιθεωρητά; Κανένα κόλπο για να φάμε τη νύχτα εδώ;»
«Όχι, ειλικρινά. Ξέρεις, ηλεκτρονικά είναι αυτά. Τη μια στιγμή δουλεύουν την άλλη όχι», προσπαθούσα να εξηγήσω ενώ καταριόμουν από μέσα μου την Συντήρηση. «Έχω ήδη ειδοποιήσει την Αθήνα, αλλά δεν θα είναι εδώ πριν από αύριο το πρωί».
«Και τι θέλεις τώρα;»
«Τίποτα. Απλώς θα το σύρω με τα χέρια μέχρι το δρόμο και το πρωί...»
Η Αίθρα κοίταζε τον ουρανό ξεφυσώντας. «Μπες μέσα άνθρωπέ μου», έδειξε το εσωτερικό του σπιτιού αυστηρά. Ξαφνικά, δεν μπορούσα παρά να υπακούσω. «Μου φαίνεται ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Είναι καλοκαίρι φίλε μου. Καλοκαίρι στη Φολέγανδρο, και όχι δωμάτιο δεν θα βρεις, αλλά ούτε σκαμνί να κάτσεις».
«Κοίτα, μην ανησυχείς για μένα. Μπορώ να κοιμηθώ στο χοβερσκ-»
«Κάτσε κάτω!»
Ουάου, αυτή ήταν θυμωμένη και δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Στη βιασύνη μου να καθίσω διάλεξα την σάρκινη πολυθρόνα. Αηδία και έξαρση μαζί.
«Άκου να κοιμηθεί στο χοβερσκούτερ! Θα ξεπαγιάσεις τη νύχτα και θα ψηθείς το πρωί πρωτευουσιάνε μου! Άσε με να σκεφτώ!»
Ανέβηκε τη σκάλα για τον πάνω όροφο και βρήκα την ευκαιρία να σηκωθώ όρθιος. Και η σάρκινη και η πάνινη πολυθρόνα με κοίταζαν με το ήρεμο υπολογιστικό ύφος μιας ζωντανής ζυγαριάς. Θυμήθηκα ότι δεν μπορούσαν να περπατήσουν. Οι μύες των χεριών τους ήταν κάπως χαλαρωμένοι, μέχρι να έρθει το επόμενο βάρος. Όποτε εκείνο ήθελε. Τους γύρισα την πλάτη βρίζοντας το σκούτερ.
Η Αίθρα κατέβηκε με ένα ηλεκτρονικό σημειωματάριο στο χέρι. Έδειχνε πιο ήρεμη τώρα. «Μπορεί να μην της φαίνεται, αλλά είναι η τυχερή σου μέρα... πώς σε είπαμε επιθεωρητά; Όχι αυτό. Το μικρό. ΟΚ, Κώστα, είσαι βέβαιος ότι έχεις κλείσει όλα σου τα ενσωματωμένα μαραφέτια;»
«Ναι, βέβαια, αμέσως μόλις έκλεισα με Αθήνα».
«Έλα. Πάμε πάλι έξω ν’ αράξουμε. Τα χρώματα γίνονται καλύτερα αμέσως μετά το ηλιοβασίλεμα».
Δεν το πίστευα. Ό,τι δεν κατάφερα εγώ, το πέτυχε το χαζοσκούτερ! Με κέρασε μια παγωμένη μπύρα. Ήταν ό,τι έπρεπε, και αποφάσισα ότι ο καλύτερος ίσως τρόπος να κάνω τη δουλειά ήταν ακριβώς το να ξεχάσω πως είμαι σε υπηρεσία. Με την Αίθρα, μόνοι μας -τρόπος του λέγειν- σπίτι της. Ποιος δεν θα σε ζήλευε μάγκα μου. Τα χρώματα στον ορίζοντα ήταν πράγματι τέλεια. Δεν είπαμε κουβέντα μέχρι την δεύτερη μπύρα. Ήταν γρήγορη στο ποτό και με παρέσερνε. Μόνη της ξεκίνησε την κουβέντα.
«Καλλιτέχνης! Ναι, καλλιτέχνης. Αλλά συγχρόνως πρέπει να είσαι και ένα σωρό άλλα πράγματα. Κάτι μεταξύ βιολόγου και μηχανικού, ψυχολόγου και φυσικά μοντέλου του εαυτού σου. Αυτό που κουράζει πολύ είναι ο σχεδιασμός. Ο σχεδιασμός και τα λάθη που γίνονται. Θα έχει γόνατα ή θα είναι ένα ενιαίο οστό; Χρειάζεται σπονδυλική ή θα καταπονείται χωρίς λόγο; Πόσο πρέπει να αντέξει; Τι πρέπει να ενισχυθεί; Και μετά το δυσκολότερο: Τι χρειάζεται να καταλαβαίνει; Πρέπει να επικοινωνεί για τις ανάγκες του αλλά πρέπει να σκέφτεται ή θα του στρίψει; Θέλω κάποιες συγκεκριμένες εκφράσεις και πώς πετυχαίνονται; Και φυσικά τα οικονομικά: Πώς θα ρίξω το κόστος χωρίς να βλάψω τη διάρκεια ζωής; Τι συντήρηση θα χρειάζεται και πώς πρέπει να ρυθμίσω τον μεταβολισμό;»
Άκουγα και μου σηκωνόταν η τρίχα. Μου εξήγησε για την απέραντη γραφειοκρατία, τις άδειες και τους υγειονομικούς ελέγχους. Για την ειδική προετοιμασία που χρειαζόταν ο χώρος ενός κλώνου. Για τον λεπτό προγραμματισμό των συντηρητών ρομπότ και την τεράστια σημασία τους. Και μου εξήγησε και για τις διαδικασίες και τους τρόπους «απομάκρυνσης». Ξενέρωνα γρήγορα παρά το αλκοόλ.
«Θα πάω να φτιάξω κάτι να τσιμπήσουμε. Θες να μου κάνεις παρέα;»
Της έκανα. Αλλά δεν μπορώ, δεν θέλω να περιγράψω τι υπήρχε στην κουζίνα. Άντεξα μόνο δέκα λεπτά εκεί μέσα. Μετά σχεδόν έτρεξα στο μπάνιο, αλλά ευτυχώς κατάφερα να μην ξεράσω. Δεν ήταν αηδία όμως. Άλλωστε τόσοι άλλοι θα είχαν δει αυτή την κουζίνα. Ήταν κάτι μεταξύ φρίκης και ντροπής. Στο μπάνιο, αφού ηρέμησα, πρόσεξα την τεράστια στρογγυλή μπανιέρα με τον υδροχόο κλώνο σκυμμένο με μια άδεια στάμνα στη μια άκρη της να με κοιτάει συνωμοτικά με ένα αμυδρό χαμόγελο στα χείλη. Απόρησα πώς να τρέχει το νερό γιατί δεν υπήρχε πουθενά βρύση και δεν φαινόταν κανένας διακόπτης για την στάμνα. Θα πρέπει να αναρωτήθηκα φωναχτά γιατί το χαμόγελο του κλώνου πλάτυνε ξαφνικά και το νερό άρχισε να τρέχει.
«Εντάξει, φτάνει», έκανα και πλησίασα γιατί η στάμνα δεν φαινόταν να συνδέεται με καμία παροχή. Από κοντά βεβαιώθηκα ότι η στάμνα δεν ακουμπούσε πουθενά, παρά μόνο στο πόδι της Αίθρας.
Πίσω στη βεράντα υπό το φως των κυρίων. Ένα εξαίσιο γεύμα συνοδευμένο με παλιό κόκκινο κρασί. Είχαμε τελειώσει, όταν ρώτησα: «Δεν σε… ξενίζει αυτό που κάνεις; Εννοώ κάποιοι το βλέπουν ως άκρως ναρκισσιστικό και κάποιοι άλλοι ως απόλυτα σαδομαζοχιστικό».
«Είναι μια πολύ αποδοτική δουλειά. Και είμαι πολύ καλή σ’ αυτήν. Η αλήθεια είναι ότι κατά καιρούς είχα σημαντική επιτυχία και σε άλλα είδη τέχνης. Αλλά ξέρεις, η ζωντανή τέχνη πάντα κεντρίζει πιο πολύ. Βοηθάει πολύ και η εμφάνιση, καταλαβαίνεις».
«Ναι, αλλά πάλι μέσα στο ίδιο σου το σπίτι;»
«Στο σπίτι μου έρχονται κατά καιρούς οι διασημότεροι άνθρωποι, οι οποίοι συχνά είναι και οι καλύτεροι πελάτες μου. Οπότε καταλαβαίνεις ότι το ίδιο μου το σπίτι λειτουργεί σαν μια ζωντανή διαφήμιση».
Κούνησα το κεφάλι μου καταλαβαίνοντας χωρίς να κατανοώ. Εκείνη χαμογέλασε συγκαταβατικά.
«Έλα, Κώστα», είπε. «Πάρε το κρασί σου και έλα να σου δείξω γιατί κανένας κλώνος μου δεν θα μπορούσε να είχε σκοτώσει τον κακομοίρη τον Έκτορα. Νομίζω ο μόνος που δεν έχεις δει είναι αυτός στο δωμάτιό μου».
Ανεβήκαμε τις σκάλες με την Αιθρίτα να μας ακολουθεί αναδυόμενη. Το δωμάτιο ήταν αναμενόμενα τεράστιο, με την κορυφή της δεξαμενής της Αιθρίτας στην μια μεριά και το απέραντο κρεβάτι στην άλλη. Στον τοίχο πίσω από το κρεβάτι, ήταν ο Εσταυρωμένος. Με μαύρα κοντά αντρικά κουρεμένα μαλλιά, και καλυμμένο στήθος και λαγόνια, κρεμόταν γέρνοντας σημαντικά προς τα εμπρός. Ένας μεγάλος καθρέφτης στο ταβάνι από πάνω του έκανε την αναφορά στον Νταλί ακόμα εντονότερη.
«Τα καρφιά των χεριών είναι στις παλάμες όπως το θέλει η παράδοση και όχι στους καρπούς. Αυτό από μηχανικής άποψης δεν στέκει, οπότε καταλαβαίνεις ότι χρειάστηκαν κάποιες ανατομικές μετατροπές, καθώς και άλλες για την τρομερά αυξημένη αντοχή του».
Στο άκουσμα της φωνής της ο κλώνος σήκωσε μια ιδέα το κεφάλι με το βλέμμα του θολό.
«Δεν είναι πλήρης, αλλά αντιλαμβάνεται αρκετά».
«Αυτό είναι το κρεβάτι που κοιμήθηκε ο Δήμου;»
«Αυτό».
Καθώς βγαίναμε, στην πόρτα ήρθε η φωνή από τον σταυρό. «Έι, μπάτσε».
Στράφηκα.
«Εγώ το ’κανα», είπε σοβαρά.
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά και βγήκαμε έξω στο καθιστικό.
«Είναι μια παραγγελία που ακυρώθηκε», απολογήθηκε η Αίθρα. «Όπως καταλαβαίνεις, δεν θα μπορούσε να κατέβει, αλλά κυρίως να ξανανέβει στο σταυρό».
Πάτησε ένα κουμπί και ένα κόκκινο φως άναψε μέσα στον κόσμο της Αιθρίτας. Ο κλώνος κολύμπησε προς ένα συγκεκριμένο σημείο και πρόσφερε τα χέρια και τα πόδια του σε ένα μηχάνημα που του πέρασε αυτόματα χειροπέδες. «Καμιά φορά ρίχνω μια βουτιά και γι αυτό φυλάω τα ρούχα μου –ξέρεις». Η Αιθρίτα έφτασε κολυμπώντας κυματοειδώς μέχρι την επιφάνεια που ήμασταν εμείς. Η Αίθρα άπλωσε το χέρι της χαμογελώντας, και όταν ο κλώνος είχε πλησιάσει αρκετά, τον βούτηξε απότομα από το μαλλί και του τράβηξε το κεφάλι έξω. «Κοίτα εδώ, πίσω από τ’ αυτιά», είπε καθώς ο κλώνος χτυπιόταν. «Βλέπεις τα βράγχια; Μπορεί να πηδήξει έξω από το νερό αλλά μετά από δυο βήματα θα σπαρταράει».
«Νερό…», έκανε η Αιθρίτα με αδύναμη φωνή.
Η Αίθρα την άφησε και της άναψε το πράσινο φως για να λυθεί. «Είναι πλήρης, είναι πιστή, και είναι η αγαπημένη μου».
Ξανά κάτω στο σαλόνι. «Τον υδροχόο στο μπάνιο πρέπει να τον είδες. Είναι ένας χαζός κλώνος που γνωρίζει μόνο την παροχή και την θερμοκρασία του νερού. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί να κουνηθεί. Όπως και η Πρέσβειρα εδώ. Αυτή δεν γνωρίζει τίποτα. Η μόνιμη εντολή του εγκέφάλου της είναι «μείνε ακίνητη». Μετά έχουμε τον βούδα στο ίδιο ακριβώς ανεγκέφαλο στυλ και τις κυρίες εδώ, είπε δείχνοντας τις πολυθρόνες, που είναι καλές μόνο στο ζύγισμα και την στερεομετρία. Το τραπεζάκι πάλι είναι ένας πλήρης κλώνος αλλά όπως βλέπεις ο εξωσκελετός το δεσμεύει απόλυτα. Επειδή δεν έχει καμία ανατομική μετατροπή, η συντήρησή του είναι πολύ απαιτητική. Τα ρομπότ εκτός από τα υπόλοιπα φροντίζουν για αλλαγές στάσης στη διάρκεια της ημέρας με τη βοήθεια του εξωσκελετού. Σε κάθε περίπτωση πάντως παραμένει κλειδωμένη εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο».
«Τα σημάδια είναι πρόσφατα. Τα έκανε ο Δήμου;»
«Ο Έκτορας πάντα ήθελε κάτι παραπάνω».
«Σου έκανε μια δριμεία κριτική τον τελευταίο χρόνο».
«Ποτέ δεν είχα καμία τέλεια σχέση με κανέναν».
«Ούτε με κάποιον απ’ αυτούς που το γλέντησες στην Αμοργό, αμέσως μετά τον Έκτορα;»
«Ούτε μ’ αυτούς», ήρθε η ήρεμη απάντηση. «Απλώς με τον Έκτορα πιστεύαμε μέχρι την τελευταία στιγμή ότι μπορούσαμε να διαχωρίζουμε την δουλειά από τα προσωπικά μας. Έτσι κι αλλιώς η δουλειά του τεχνοκριτικού είναι, αναγκαστικά κάποια στιγμή, να γίνει δυσάρεστος».
«Και όταν το βράδυ της Τρίτης σου ζήτησε το «κάτι παραπάνω» εσύ γιατί του έδωσες τον πολυτιμότερό κλώνο σου;»
«Γιατί ο Έκτορας δεν συμβιβαζόταν με τίποτα λιγότερο από μένα. Δηλαδή ήθελε έναν πλήρη κλώνο. Κι αν εξαιρέσεις την Αιθρίτα, το τραπεζάκι ήταν το μόνο που έμενε, αφού το παράθυρο από δω, είναι μεν πλήρης, αλλά συγχρόνως είναι και πακτωμένος στον τοίχο».
Ο χτισμένος κλώνος ήταν ήσυχος τώρα. Κοίταζε κυρίως την Αίθρα και χωρίς διαμαρτυρίες. Εκείνη ακούμπησε το ένα χέρι της στον ώμο του, σαν να στηριζόταν σε κάποιον φίλο. Η ξενάγηση έμοιαζε να έχει τελειώσει και φυσικά δεν είχε κάνει κανένα σχόλιο γι αυτό που ήταν στην κουζίνα.
«Είσαι κουρασμένος», μου χαμογέλασε.
Ένευσα.
«Λοιπόν αν δεν σε ενοχλεί να πέσεις στο ίδιο κρεβάτι που είχε κοιμηθεί ο Έκτορας, τότε το δωμάτιό μου είναι στη διάθεσή σου».
«Κι εσύ;»
«Λες να μην βρω κάπου να βολευτώ; Είσαι σίγουρος πως μπορείς να βρεις τον δρόμο;»
Εκμεταλλεύτηκα την απίστευτη ευκαιρία να ρίξω μια επισταμένη ματιά στο δωμάτιο αδιαφορώντας για το ότι σίγουρα θα με κάρφωνε αργότερα ο Εσταυρωμένος. Χωρίς να βρω τίποτα ασυνήθιστο, έπεσα στο κρεβάτι, αρκετά αγριεμένος με την όλη κατάσταση και φυσικά με το ταλαιπωρημένο σώμα που κρεμόταν από πάνω μου. Στα πόδια μου, η πισίνα της Αιθρίτας έφεγγε απαλά με τον κρυφό φωτισμό της.
Η κυρία κοιτάει τον εαυτό της. Φυσικά αυτό δεν είναι και τόσο σπάνιο σ’ αυτό το σπίτι, αλλά αυτή τη φορά η κυρία το κάνει με μεγάλη σοβαρότητα. Εγώ μπορώ βέβαια και την βλέπω από μακριά. Ο κόσμος μου είναι σαν ασανσέρ μέσα στο σπίτι: Βλέπει σε όλους του ορόφους, κι έτσι μπορώ τώρα να βλέπω την κυρία να κοιτάει τον εαυτό της. Είναι νύχτα και η κυρία ετοιμάζεται για την τελική μάχη. Κοιτάει λοιπόν τον εαυτό της, αλλά όχι στον καθρέφτη. Έπειτα, σηκώνεται όρθια μπροστά από το τραπεζάκι, και μου κάνει νόημα να τον φωνάξω.
Δεν μπορεί να με πάρει ο ύπνος, παρά το πολυτελές κρεβάτι. Έχω ξαπλώσει με τα ρούχα και έχω την αόριστη αίσθηση ότι κινδυνεύω. Αρχίζω επιτέλους να γλαρώνω όταν έρχεται από πάνω μου η φωνή.
«Έι».
Τρομαγμένος, σηκώνω το βλέμμα μου προς τον Εσταυρωμένο και το είδωλό του στο ταβάνι. Τα τέλεια σώματά τους γυαλίζουν αμυδρά στο φως της πισίνας.
«Εγώ το ’κανα», λέει ξέπνοα.
Ξαφνικά η αναλαμπή επιτέλους έρχεται. Άθλιε Σέρλοκ της κακιάς ώρας χρειάζεται να στο ξαναπούν; Έστω και καθυστερημένα, τώρα όλα έρχονται και κολλάνε. Παίρνω αμέσως Αθήνα και με συνδέουν με τον Νίκο που έχει πάει να πάρει καταθέσεις για το όργιο της Αμοργού που επικαλείται η Αίθρα.
«Κυρίως ήταν από άλλα νησιά, αλλά υπάρχουν και κάποιοι ντόπιοι. Ναι, υπάρχει ένας που ισχυρίζεται ότι πέρασε ένα μεγάλο μέρος της νύχτας με την Αίθρα. Να τον ξυπνήσω και να τον ρωτήσω τι; Τέτοια ώρα;»
Κλείνω και περιμένοντας, τραβάω το όπλο μου, αλλά είμαι πολύ κουρασμένος για να μείνω ξύπνιος. Απλώς το στρέφω στην πόρτα και γλιστράω σε εφιάλτες καλύτερους απ’ την πραγματικότητα.
Τιπ.
Και πετάγομαι καθιστός. Κάτι έσταξε. Στο μέτωπό μου. Αίμα έσταξε στο μέτωπό μου. Βρίζω ψιθυριστά λαχανιάζοντας. Δεν θέλω να κοιτάξω την ώρα φοβούμενος ότι έχω ακόμα όλη τη νύχτα μπροστά μου. Και ακόμα τίποτα από την Αμοργό. Τραβάω τα μαξιλάρια πιο κάτω και ετοιμάζομαι να ξαναπέσω, όταν ακούω τον παφλασμό.
«Η κυρία κοιτάει τον εαυτό της!»
Σηκώνομαι και βγαίνω με χίλιες προφυλάξεις, καθώς το πλάσμα ξαναβυθίζεται. Στο ισόγειο το σαλόνι είναι καθαρό. Όποια κυρία κι αν ήταν εδώ, έχει φύγει. Κατευθύνομαι μέσ’ στο σκοτάδι προς το τραπεζάκι και ελέγχω ότι οι νυχιές είναι ακόμα εκεί. Μετά της ξεκουμπώνω το φίμωτρο.
«Αα! Είμαι η Αίθρα», ψιθυρίζει. «Εκείνη είναι το τραπεζάκι! Έλεγξε τα σημάδια μας!»
«Το κάνω ήδη», την καθησυχάζω και της ξανακουμπώνω το φίμωτρο γιατί ένας θόρυβος έρχεται απ’ τη βεράντα.
Κουνάει το κεφάλι. Μια λευκή σιλουέτα έρχεται πίσω απ’ την πισίνα. Η Αιθρίτα παρακολουθεί τη σκηνή.
«Αϋπνίες, επιθεωρητά;», ρωτάει καθώς εμφανίζεται και προσθέτει μετά τη σιωπή μου: «Ή μήπως βγήκαμε να πάρουμε καμιά καταθεσούλα;»
Κάθεται στην πάνινη πολυθρόνα και ακουμπάει το χέρι της προστατευτικά στο τραπεζάκι. «Ξέρεις, επιθεωρητά, οι μισοί κλώνοι εδώ μέσα θα σου έλεγαν ότι εκείνοι είναι η αυθεντική Αίθρα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους πλήρεις και είναι φυσιολογικό να έχουν αυτή την ψευδαίσθηση της αδικίας. Φυσικά μπροστά μου όλοι με λατρεύουν. Βλέπεις, η επόμενη μέρα της φτωχής τους ύπαρξης εξαρτάται από το κέφι της κυρίας.
Χάιδεψε το τραπεζάκι στην πλάτη. Την ίδια στιγμή κάτι μεταλλικό άστραψε στο άλλο της χέρι. Παρά το ημίφως, ο χτισμένος κλώνος στράφηκε απότομα από το παράθυρό του βγάζοντας ένα κλαμένο «Λλλλ».
«Ξέρεις τι είναι αυτό επιθεωρητά; Ένα απλό κλιπ για χαρτιά. Κοίτα τώρα τι μπορεί να κάνει η κυρία εδώ μέσα. Κοίτα τι έχει ήδη συμβεί πολλές φορές σ’ αυτό το σπίτι».
Βούτηξε το τραπεζάκι απ’ τα μαλλιά. Εκείνο τίναξε βουβά το κεφάλι του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Την επόμενη στιγμή το έλασμα της έκλεινε την μύτη. Έσκυψα με ένταση προς το μέρος της με το χέρι στο όπλο.
«Αν δεν της το βγάλεις τώρα, σου ορκίζομαι ότι θα αναστήσω τον ίδιο τον Μέντελ ή και την Ντόλυ αν χρειαστεί για να βρω ποιος είναι ποιος εδώ μέσα».
Το τραπεζάκι χτυπιόταν όσο του επέτρεπε ο εξωσκελετός.
«Με συγκινεί το ενδιαφέρον σου επιθεωρητά», είπε βγάζοντας το κλιπ. «Δεν σου είπα όμως ότι είναι ένας υπερπολύτιμος κλώνος;», πρόσθεσε ενώ η γυναίκα στα γόνατα δίπλα της ρούφαγε αχόρταγα αέρα.
Η Αίθρα σηκώθηκε όρθια.
«Έλα επιθεωρητά. Ήρθε η ώρα των εξηγήσεων. Έλα να σου δώσω τις δικές μου».
Την άφησα να προηγηθεί στις σκάλες για το δωμάτιο. Εκεί η γυναίκα στο σταυρό σήκωσε πάλι το κεφάλι της σαν για να βεβαιωθεί ότι η κυρία ήταν εκεί, και αμέσως μετά το ξανακρέμασε. Παρά το ότι το πλάσμα στα λευκά μπροστά μου δεν έκανε τον κόπο να ανάψει τα φώτα ούτε εδώ, μου φάνηκε ότι κάτι είχε αλλάξει στην έκφραση του προσώπου της.
«Βάλε ξανά στη θήκη του το όπλο σου Κώστα», είπε και ξαφνικά η προσφώνηση είχε πάλι αλλάξει. «Δεν θα το χρειαστείς», πρόσθεσε καθώς ξεκούμπωνε την πουκαμίσα της.
Ήμουν έτοιμος για το πανέμορφο θέαμα, αλλά όχι και για τις χαρακιές σε σχήμα σουτιέν.
«Γιατί βλέπεις, τα φαινόμενα όντως απατούν αλλά και πάλι όχι ακριβώς».
Η πουκαμίσα ήταν στο πάτωμα και τώρα κατέβαζε την παντελόνα της. Οι ίδιες χαρακιές σε σχήμα ζαρτιέρων.
«Ο Έκτορας;»
«Όπως έχεις ήδη καταλάβει, είμαι το τραπεζάκι».
«Σε έδωσε σ’ αυτόν και μετά σε ξεκλείδωσε για να τον σκοτώσεις».
«Είχαμε όλες τους λόγους μας».
«Στο γυρισμό της επιτέθηκες και την κλείδωσες εσύ».
«Ήταν ψόφια απ’ την κραιπάλη. Νόμιζε ότι με ένα περίστροφο θα με ακινητοποιούσε».
«Μα τότε γιατί όλη αυτή η παράσταση; Θα μπορούσες να την είχες σκοτώσει και να είχες ξεμπερδέψει».
«Όχι, γιατί υπάρχει ο θάνατος του Έκτορα –ενός ανθρώπου- που περιπλέκει τα πράγματα. Απέσπασα από την Αίθρα όσες πληροφορίες χρειάζομαι για το όργιο στην Αμοργό, ώστε να μπορώ να σταθώ ακόμα και σε μια κατ’ αντιπαράσταση εξέταση. Αλλά δεν ήθελα να μπουν στους μπάτσους ιδέες για τεστ που δεν θα μπορούσα να περάσω, όπως αποτύπωμα αμφιβληστροειδούς».
«Και κατάφερες ακριβώς αυτό», είπα.
Με κοίταξε. Ακίνητη, όρθια, με τα ρούχα της στο πάτωμα. «Αυτό κατάφερα;» έκανε απογοητευμένη, σχεδόν τρομαγμένη.
Άνοιξα τα χέρια μου. Υπήρχε κάτι που δεν καταλάβαινα.
«Κώστα», είπε σιγά σαν όλη η ζωή της να εξαρτιόταν απ’ αυτό, «όταν δημιουργήθηκα είχα το μυαλό της Αίθρας –ελεύθερη και αφέντρα. Με έναν εξωσκελετό προσαρμοσμένο στο σώμα σου η οπτική σου γωνία αλλάζει πολύ γρήγορα, πίστεψέ με. Μία μέρα είναι αρκετή. Εγώ έμεινα κάπου πέντε βδομάδες».
Γαμώ τα μυαλά μου! Γι αυτό η καθυστέρηση με την πορτοκαλάδα, γι αυτό η πρόκληση με τις πολυθρόνες, γι αυτό η επίδειξη στην κουζίνα, γι αυτό η δολιοφθορά στο σκούτερ!
«Και τι θέλεις από μένα;»
«Έχω σχέδια», είπε. «Ευθανασία σε κάθε μεταλλαγμένο κλώνο...»
«Καν’ το», ήρθε ξέψυχη η φωνή από τον σταυρό.
«Και αν γίνεται αλλαγή ταυτότητας και ελευθερία για τους πλήρεις».
Γύρισα πίσω μου να δω την Αιθρίτα. Με κοιτούσε στα μάτια ακουμπώντας τις παλάμες της στο γυαλί όπως μια αιωνιότητα πριν.
«Θα κρατήσω την Αιθρίτα αν το θέλει κι εκείνη. Αλλά πρώτα πρέπει να ζήσω».
«Θα έπρεπε πρώτ’ απ’ όλα να αποφύγεις εμένα. Τι ζητάς;»
«Μια θετική, μια προσεκτική αναφορά που θα αποτρέψει όσο περνάει απ’ το χέρι σου οποιαδήποτε εξέταση που δεν μπορώ να περάσω. Ζητάω υποστήριξη. Ζητάω έναν φίλο».
«Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα σε καλύψω; Δεν έχω να κερδίσω τίποτα».
«Δεν σε κέρασα τζάμπα σάρκα όπως κάποια άλλη έκανε με μένα. Δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα. Μια καθαρή συνείδηση; Μια φίλη;»
Βγήκα απ’ το δωμάτιο με το όπλο ακόμα στο χέρι. Μου ζητούσε να βγάλει εκείνο το πλάσμα μέσα απ’ τον τοίχο. Και να σταματήσει την φρίκη στην κουζίνα. Αλλά μου ζητούσε και να βάλει πάλι εκείνο το κλιπ στη μύτη της γυναίκας στο ισόγειο. Και να το αφήσει εκεί.
Κατέβηκα στην βεράντα.
Σε δυο λεπτά, ή σε δυο ώρες θα έπαιρνε ο Νίκος από Αμοργό για να μου πει ότι κάποιος είχε αφήσει τα νύχια του στους γλουτούς της Αίθρας. Κι εγώ θα έπρεπε να του πω ότι έχω τον δολοφόνο. Ή θα έπρεπε να του πω, ΟΚ, Νίκο, άκυρο, ξέχνα το.
Τώρα ήξερα τι ώρα είναι. Η αυγή δεν θα ’ργούσε, ούτε και το συνεργείο της Συντήρησης. Έβαλα το όπλο στη θήκη του. Ωραία δουλειά γαμώ τη συνείδησή μου. Ούτε τις νύχτες δεν σ’ αφήνει να ησυχάσεις. Ωραία δουλειά.
This post has been edited by RObiN-HoOD: 02 Μάρτιος 2011 - 12:30
Reason for edit: description & Σχόλια edited, updated story added

Help


















