Jump to content

All Activity

This stream auto-updates     

  1. Today
  2. Σε ευχαριστώ. Ήταν υπέροχο. Να χάνεις πιο συχνά στοιχήματα.
  3. Roubiliana

    ENCORE

    Είναι καταπληκτικό. Και απίστευτα ρομαντικό. Έχω συγκινηθεί. 😥 Κ με υπέροχο τέλος.
  4. DinoHajiyorgi

    ENCORE

    Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης Είδος: ρομαντική φαντασία Βία; Όχι Σεξ; Όχι Αριθμός Λέξεων: 4,125 Αυτοτελής; Ναι Σχόλια: Γράφτηκε ως τίμημα σε χαμένο στοίχημα του 50ου Διαγωνισμού Διηγήματος Τι είναι ο ρομαντισμός; Μην είναι τα παραμύθια που φτιάχνουμε; 1. Ήταν ένα σκεπαστό κάρο δύο αλόγων. Ζωγραφισμένη στα πλευρά της τέντας του ήταν η ξεθωριασμένη απεικόνιση ενός αρματωμένου ιππότη που πολεμούσε έναν τεράστιο, φλογοβόλο δράκο. Ήλιος, βροχή και αμμοθύελλες χρόνων είχαν στερήσει από την παράσταση κάθε πρότερη ζωτικότητα. Μπήκε στην μικρή πόλη από τα ανατολικά τείχη και κατέληξε στη μικρή πλατεία μιας φτωχικής συνοικίας. Παιδιά που έπαιζαν στις λάσπες και γυναίκες που καθόντουσαν στις πόρτες τους σήκωσαν το βλέμμα να κοιτάξουν τους νεοφερμένους. Ένα λιπόσαρκο γερόντιο μπροστά στο κάρο κρατούσε τα γκέμια, με την εξίσου ηλικιωμένη συμβία του δίπλα να παρακολουθεί βαριεστημένα τα σοκάκια. Μεγάλη ήταν ετούτη η πλάση και στα τόσα χρόνια που ταξίδευαν και ερμήνευαν το έργο τους, στην ίδια πόλη δεν είχαν βρεθεί δεύτερη φορά. Αν και τελευταία δεν θα μπορούσαν να πάρουν όρκο, καθώς πλέον όλες οι πόλεις έμοιαζαν μεταξύ τους. Η Σελπολίνα, έτσι έλεγαν την γριά, έβλεπε τις ίδιες φάτσες, τις ίδιες προσόψεις, όπου και να έφταναν. Οι καιροί των πολέμων ήταν αρχαία ιστορία και οι φυλές είχαν πλέον ξεχειλίσει η μία στην άλλη, ανακατεύοντας και αφομοιώνοντας τα χρώματα που κάποτε τις κρατούσαν ξέχωρες, κράχτες της ταυτότητας τους. Ο γέρος τράβηξε το φρένο της μπροστινής ρόδας και κατέβηκε αγκομαχώντας από το κάρο. Η επαφή με τη γη έστειλε επώδυνα τσουξίματα στις αρθρώσεις των ποδιών του. Έκανε μια γκριμάτσα και δάγκωσε το μουστάκι του. Γύρισε να κοιτάξει την συμβία του αλλά εκείνη ήδη είχε εξαφανιστεί μέσα στην τέντα. Από το πίσω μέρος του κάρου, με έναν γδούπο πήδηξε ο Μούμφιε, ο βοηθός, ένα μαυριδερό βουβαλόπαιδο με τεράστια μπράτσα. Ακολουθώντας την γνωστή ρουτίνα, ξεκίνησε να ξεδιπλώνει το κάρο στη σκηνή της απογευματινής παράστασης. Ο Φερφολάνος, έτσι έλεγαν τον γέρο, είδε ένα αγόρι να τους παρατηρεί με περιέργεια από την άλλη άκρη της πλατείας. Πρέπει να υπήρχε ένα παρόμοιο αγόρι σε κάθε παρόμοια πλατεία σε όλες τις πόλεις της οικουμένης, ένα αγόρι που ήξερε τον πιο κοντινό στάβλο για να ξεκουραστούν και να ποτιστούν τα άλογα τους. Έβγαλε ένα μικρό χάλκινο νόμισμα από την τσέπη του και σηκώνοντας το στον ήλιο έστειλε την λάμψη του στο πρόσωπο του αγοριού. 2. Στάθηκε στο κέντρο της σκηνής, σε πλήρη αρματωσιά, κρατώντας ξίφος και ασπίδα. Δεν υπήρξαν χειροκροτήματα, ούτε επευφημίες. Το τρίξιμο της ράμπας κάτω από το λιπόσαρκο βάρος του κυριάρχησε στη σιγαλιά της απογευματινής πλατείας. Είχαν συγκεντρωθεί καμιά πενηνταριά θεατές, οι περισσότεροι είχαν φέρει τις δικές τους καρέκλες για να καθίσουν, σκαμνιά, κάσες και βαρέλια. Άλλοι προτίμησαν να παραμείνουν όρθιοι, μην έχοντας αποφασίσει αν θα έμεναν μέχρι το τέλος. Ο Φερφολάνος περίμενε ότι θα μαζευτούν άλλοι τόσοι πριν πέσει η αυλαία. Δεν βάσιζε την προσμονή του στην αξία της παράστασης, ήταν γιατί ήξερε ότι ο κόσμος δεν είχε κάτι καλύτερο να κάνει. Ήταν πικροί οι καιροί και αμφέβαλε αν ένας στο κοινό είχε ακούσει ποτέ ένα ηρωικό τραγούδι από βάρδο. Η αρματωσιά του ήταν από τσίγκο, άχαρα θαμπή, που όμως οι λάμπες της ράμπας τη ζωήρευαν σε μια παλαιότερη, απατηλή λάμψη. Μαζί με την περικεφαλαία με το πλουμιστό λοφίο, δύσκολα κάλυπτε την ηλικία του ιππότη που την κουβαλούσε. «Σας χαιρετώ, αγαπητοί μου ευγενείς και δεσποσύνες, είμαι ο ιππότης Φερφολάνος, στη διάθεση σας» αναφώνησε, ξεκινώντας τα λόγια του βραχνά, ελαφρά υποκλινόμενος μην στραβώσει ο θώρακας του. «Από οίκο ξακουστό και τιμημένο στις μέρες του, σε χώρα ιστορικά φορτωμένη και δοξασμένη πέρα από τη Μεγάλη Θάλασσα της Δύσης, υπήρξα πολεμιστής και υπερασπιστής των αδυνάτων σε όλα μου τα νιάτα. Νόμιζα στην αφελή μου νιότη ότι είχα κάνει όλα όσα θα μου έδιναν περίοπτη θέση στα λάβαρα της αίθουσας των προγόνων μου. Η μοίρα όμως είχε άλλα σχέδια για μένα. Μαύρο χτικιό έπεσε στη χώρα, ένας τρομερός δράκος, ο Μαρκαβόρας, ο τελευταίος των μελανόλεπιων. Το τέρας ισοπέδωσε το ένα τρανό βασίλειο μετά το άλλο, στέλνοντας στον τάφο ηρωικούς βασιλείς, λόρδους και ιππότες.» Πετάχτηκε ο Μούμφιε στη σκηνή, πίσω από τον Φερφολάνο, με μια χάρτινη δρακοκεφαλή και μια ρόμπα με μπαλωμένα λέπια που την ανέμιζε με τα μπράτσα του, μουγκρίζοντας και χοροπηδώντας. Η δραματική ερμηνεία μετέτρεψε την ράμπα σε τραμπολίνο τσιρκολάνου, δίνοντας στον Φερφολάνο όλη την απαιτούμενη μαεστρία να κρατήσει την ισορροπία του καθώς συνέχιζε τον μονόλογο του. «Οι θρήνοι της χώρας έφτασαν και στην δική μου πόρτα. Δεν μπορούσα να αγνοήσω το κάλεσμα της μοίρας, καλοί μου άνθρωποι. Ειδικά όταν έμαθα ότι το φρικτό τέρας πολιορκούσε το κάστρο της πανέμορφης πριγκίπισσας Σελπολίνας!» Από τον ψάθινο πύργο που δέσποζε στα αριστερά της σκηνής, ξεπρόβαλε στην κορυφή του η Σελπολίνα, με μια ξανθιά περούκα και ένα κωνικό καπελίνο από πάνω. «Αλί! Αλί! Τι κακό με βρήκε! Δεν υπάρχει πλέον ελπίδα καμιά για μένα;» κλαψούρισε φέρνοντας τη ράχη του χεριού της στο μέτωπο. Ο Μούμφιε συνέχισε να γρυλίζει και να χτυπάει περιστασιακά τον πύργο. «Καβαλώντας το καλύτερο μου άτι έφτασα στον πύργο της πριγκίπισσας και την θώρησα όπως έκλαιγε απελπισμένη στις επάλξεις» φώναξε ο Φερφολάνος για να ακουστεί. «Μια νέα ταραχή βρήκε την καρδιά μου, φίλοι μου, όταν είδα την όμορφη κοπέλα. Τι μάτια, τι χείλη, τι στόμα! Τι αιθέρια ύπαρξη κοσμούσε τη γη και εγώ μέχρι τότε αγνοούσα! Νέος σκοπός, νέα πνοή διέτρεξε το κορμί μου, διέλυσε κάθε αμφιβολία για τον σκοπό μου! Θα σκότωνα το κτήνος, θα ελευθέρωνα τη γυναίκα της ζωής μου και θα εξομολογούσα τον έρωτα μου για εκείνη.» Ο Φερφολάνος σήκωσε ασπίδα και ξίφος και στράφηκε προς τον δράκο Μαρκαβόρα. «Τι βλέπω στον ορίζοντα, γενναίος ιππότης έρχεται να τα βάλει με το τέρας» φώναξε η Σελπολίνα. «Νομίζω ότι είναι ο γενναίος ιππότης Φερφολάνος από το γειτονικό βασίλειο!» Δεν ήταν ασυνήθιστο για το εκπαιδευμένο μάτι του γέρου ηθοποιού να ελέγχει την κίνηση των θεατών. Είχε πλέον συνηθίσει να βλέπει τα γελάκια, τα χασμουρητά, τη βαρεμάρα, αλλά υπήρχαν και στιγμές, όπως τώρα, στρουμπουλής νεανίσκης που καθόταν μπροστά, με πλούσιο μπούστο και στόμα που έχασκε εντυπωσιασμένο, που έκαναν τη διαφορά. Υπέθεσε ότι η κοπέλα δεν είχε δει πολλά στη ζωή, ούτε είχε διαβάσει αρκετά βιβλία, εκτιμούσε όμως την προσοχή της, όσο και το γενναιόδωρο βαθύ κόψιμο της μπλούζας της. «Κάποια στιγμή σήμερα, ω γενναίε ιππότη» έκρωξε η Σελπολίνα από τον πύργο της. Ταρακουνημένος, ο γέρος επέστρεψε στην αύρα του έργου, κάνοντας επίθεση στον δράκο. Η σκηνή του κάρου ήταν πολύ μικρή για να χωρέσει την επική σύγκρουση των δύο αντιπάλων. Οι δύο ερμηνευτές έκαναν με προσοχή μικρούς κύκλους, προσέχοντας να μην φέρουν κάτω όλο το κάρο. Ο Φερφολάνος κάλυπτε τα κενά με την στεντόρεια αφήγηση του. «Ο καταραμένος δράκος δεν σταματούσε να ξερνάει την κολασμένη του φλόγα πάνω μου, αλλά είχα λάβει τα μέτρα μου. Μάγος τρομερός με είχε περιβάλλει με δυνατό ξόρκι που με προστάτευε από την φωτιά. Είχα όμως να αντιμετωπίσω τα τεράστια του νύχια, τα θηριώδη του σαγόνια και την ύπουλη του ουρά. Με τίναξε πέρα δώθε αρκετές φορές και λίγο έλειψε να καταλήξω μεζές στο στομάχι του, όταν με μία τελική επίθεση τα έπαιξα όλα για όλα και με το ξίφος μου βρήκα το αδύνατο σημείο του Μαρκαβόρα, στη βάση του λαιμού του.» Χτυπημένος κάπου στο στήθος ο Μούμφιε έπεσε νεκρός και η Σελπολίνα βγήκε τρεχάτη έξω από τον πύργο της. «Σώθηκα! Με έσωσες ιππότη Φερφολάνε, σου οφείλω τη ζωή μου.» «Μόνο μία αμοιβή ζητώ από σένα, να γίνεις γυναίκα μου!» «Πως μπορώ να επιβραβεύσω την γενναία σου αυτή πράξη;» Επικράτησε μια άβολη σιωπή μεταξύ γέρου και γριάς, μέχρι να κατανοήσουν ποιανού σειρά ήταν να συνεχίσει. «Βιάστηκες πάλι ηλίθιε» ψιθύρισε μέσα από τα σφιγμένα της δόντια. «Τώρα το είπα» της απάντησε και αρπάζοντας τη στην αγκαλιά του την τσάκισε στη μέση καθώς της φύτεψε ένα φιλί στα χείλη. Μετά ανασηκώθηκε και κοίταξε πάλι το κοινό θριαμβευτικά. «Έτσι κέρδισα το χέρι της πριγκίπισσας Σελπολίνας, την οποία παντρεύτηκα και ζήσαμε ευτυχισμένοι στα ενωμένα μας κάστρα.» Η Σελπολίνα ταλαντεύτηκε δίπλα του, ισιώνοντας περούκα και καπέλο. «Αφού πρώτα είπα το ‘ναι’ στην πρόταση του» ψέλλισε. Ο γέρος έκανε ένα βήμα μπροστά, αφήνοντας τη γριά πίσω του με τον Μούμφιε, που ανασηκωνόταν. «Αυτή ήταν η παράσταση μας, καλοί μου άνθρωποι. Πρέπει όμως να σας αποκαλύψουμε την αλήθεια. Δεν είμαστε επαγγελματίες ηθοποιοί. Είμαι ο ιππότης και πρίγκιπας Φερφολάνος. Η κυρία μου είναι η πριγκίπισσα Σελπολίνα. Ζήσαμε ευτυχισμένοι στο κάστρο μας πριν αποφασίσουμε να ταξιδέψουμε τον κόσμο για να αφηγηθούμε την ιστορία μας. Θα ρωτήσετε, και ο δράκος Μαρκαβόρας; Υπήρξε αυτό το τέρας; Ε λοιπόν, ναι! Υπήρξε! Οι ιστορίες που σας λένε οι παππούδες σας είναι αληθινές. Κάποτε υπήρχαν αυτά τα ερπετά. Ο Μαρκαβόρας ήταν από τα τελευταία και εγώ το νίκησα. Και ιδού ότι απέμεινε από αυτόν.» Έβγαλε από το μανίκι έναν κοφτερό κυνόδοντα, μεγαλύτερο και από την παλάμη του. Δεν ακούστηκε κάποια εύηχη αντίδραση. Έπεσαν μερικά χλιαρά χειροκροτήματα και ο κόσμος άρχισε να σκορπάει βιαστικά. Ο Μούμφιε ήταν ήδη ανάμεσα στο κοινό με έναν ανοικτό τορβά. «Ό,τι έχετε ευχαρίστηση» φώναζε ο γέρος από τη σκηνή. 3. Κάθισαν αμίλητοι οι τρεις τους να φάνε ένα πενιχρό γεύμα, δίπλα στο κάρο. Με τις νυχτωμένες σκεπές της πόλης γύρω-γύρω, είχαν ένα όμορφο κάδρο του έναστρου θόλου πάνω από τα κεφάλια τους. Ένα σχεδόν γεμάτο φεγγάρι στοίχειωνε τις σκιές με γαλάζιες ανταύγειες. Η φωτιά που έκαιγε ανάμεσα τους αδυνατούσε να ζεστάνει τα άχρωμα τους χαρακτηριστικά. Ο Μούμφιε μασούσε γρηγορότερα από τους γέρους και κάθε τόσο γέμιζε το πιάτο του από το τσουκάλι που είχαν αναρτήσει πάνω από τις φλόγες. Το μυαλό του Φερφολάνου πάσχιζε να διαπεράσει την ομίχλη του παρελθόντος, να θυμηθεί την ιστορία τους. Τόσα πολλά χρόνια περιπλανήσεων και παραστάσεων, με το κείμενο να αλλάζει, να προσαρμόζεται και να αναβαθμίζεται, πόση απ’ όλη την ιστορία ήταν αληθινή; Ίσως δεν είχε σημασία, αλλά με την υγεία του να ολισθαίνει και τον αριθμό των μελλούμενων παραστάσεων μάλλον μετρημένες, ποιο ήταν τελικά το νόημα της ζωής του. Πήρε άλλη μια μπουκιά ανόρεχτα. «Πάλι κάνεις αυτόν τον ήχο όταν μασάς. Σταμάτα» μουρμούρισε εκνευρισμένη η Σελπολίνα. «Ξέχασες πάλι να βάλεις αλάτι» της απάντησε. «Δεν έχουμε αλάτι.» «Ας ζητούσες από τους θεατές.» «Να ζητούσες εσύ.» Συνέχισαν να μασούν αμίλητοι στο κέντρο της κοιμισμένης πόλης. Μόνο μια άσπρη κεραμιδόγατα με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια καθόταν κάπου ψιλά και παρατηρούσε τον περίεργο θίασο. 4. Μιας μέρας δρόμο από την τελευταία πόλη, σκληρό ξύπνημα περίμενε το ηλικιωμένο ζευγάρι στο ξέφωτο ενός δάσους. Στη διάρκεια της νύχτας ο Μούμφιε έφυγε κρυφά παίρνοντας μαζί του το ένα άλογο, το πενιχρό ταμείο τους και όλο το πανέρι με τα παστά τους αποθέματα. «Ως εδώ ήταν, ξοφλήσαμε» φώναζε αγανακτισμένη η Σελπολίνα. «Τι θα κάνουμε τώρα, μου λες;!» Ο Φερφολάνος καθόταν δυστυχής σε μια πέτρα, καμπουριασμένος, αφημένος στη μοίρα του. Η στάση του εξόργιζε ακόμα περισσότερο την γριά. «Δική σου επιλογή ήταν. Εσύ τον διάλεξες! Σου είχα πει ότι δεν μου γεμίζει το μάτι αυτός αλλά τελικά θα γινόταν όπως πάντα το δικό σου. Και τώρα κάθεσαι εκεί άπραγος!» «Σαν τι μπορώ να κάνω;» ρώτησε ξεψυχισμένα, «Να καβαλήσω το άλλο άτι και να τον κυνηγήσω;» «Γιατί όχι; Θα έδειχνες ότι νοιάζεσαι!» «Δεν έχω το χάλι γυναίκα…» Η Σελπολίνα έκανε μια γκριμάτσα και του γύρισε την πλάτη. Δεν τον άντεχε πια. Ο γέρος ψαχούλεψε τη τσέπη του και έβγαλε το δόντι του δράκου. «Μας άφησε το δόντι τουλάχιστο…» «Είναι αληθινό αυτό;» Η φωνή ξάφνιασε και τους δύο. Κοίταξαν προς το σημείο από όπου ακούστηκε, κι εκεί, μέσα από το ψηλό χορτάρι που έστρωνε το ξέφωτο, εμφανίστηκε η άσπρη κεραμιδόγατα με τους μαύρους κύκλους στα μάτια. Στάθηκε μπροστά στα πόδια του γέρου και κοιτώντας το δόντι επανέλαβε την ερώτηση. «Ανήκει όντως στον τελευταίο των μελανόλεπιων;» «Μια μάγισσα!» αναφώνησε η Σελπολίνα δείχνοντας τη γάτα. «Πολύ σωστά. Με λένε Σεραφίνα. Απόλαυσα χθες το έργο σας τόσο πολύ που ήθελα να το ξαναδώ.» «Δεν νομίζω ότι είμαστε σε θέση να δώσουμε πλέον μια αξιοπρεπή παράσταση» είπε ο Φερφολάνος. «Δεν έχετε λόγο να ανησυχείτε. Η επόμενη πόλη είναι μισής μέρας δρόμο. Νομίζω το άλογο σας δεν θα είχε πρόβλημα σε μια τόσο σύντομη διαδρομή. Ακολουθήστε το πρόγραμμα σας και σας υπόσχομαι με τις μαγικές μου δυνάμεις θα σας δώσω όλα όσα χρειάζεστε. Πρέπει όμως να γίνει απόψε, που θα έχει Πανσέληνο.» Χωρίς άλλη κουβέντα η γάτα επέστρεψε στο ψηλό χορτάρι και χάθηκε μέσα σε αυτό. «Ποτέ μου δεν χώνεψα μάγους και μάγισσες» είπε εκνευρισμένη η Σελπολίνα. «Τι άλλο θα προτιμούσες να κάνουμε;» είπε ο Φερφολάνος. Σηκώθηκε με κόπο και πήγε να ζέψει το άλογο που τους είχε μείνει. 5. Όπως είχε πει η γάτα, λίγο πριν σκοτεινιάσει έφτασαν σε μιαν άγνωστη πόλη, κάπως μικρότερη από εκείνες που είχαν συνηθίσει. Την κύκλωναν κοκκινωπά λασποχώραφα στα οποία είδαν άντρες και γυναίκες να μαζεύουν λάσπη σε μεγάλα καλάθια. Η πόλη δεν είχε τείχη να την περιβάλλουν, άχρηστα πλέον από την εποχή των κανονιών, την εποχή που σκότωσε τους ιππότες, όπως έλεγε ο Φερφολάνος. Σε ένα μικρό ύψωμα στο κέντρο υπήρχε μια πλατεία και εκεί σταμάτησαν το κάρο τους. Οι κάτοικοι τους παρατηρούσαν όλο περιέργεια από την στιγμή που πέρασαν τη γέφυρα της παλιάς τάφρου. Τα σπίτια τους ήταν επίσης φτιαγμένα από λάσπη και έδειχναν όλοι τους ρακένδυτοι. «Αυτούς δεν τους περισσεύει ούτε ένα ξεροκόμματο» είπε η Σελπολίνα. «Θα εκτιμούσαν όμως μια καλή ιστορία» σχολίασε ο άντρας της. Τους πήρε λίγο παραπάνω να ανοίξουν τη σκηνή του κάρου, καθώς τα τελευταία είκοσι χρόνια αυτή ήταν η δουλειά του εκάστοτε βοηθού του θιάσου. Ο Μούμφιε ήταν βοηθός για δέκα περίπου μήνες. Όση ώρα έστηναν, ο πληθυσμός της πόλης άρχισε να συρρέει στις παρυφές του υψώματος, περιμένοντας να δουν το έργο. Από τον αριθμό τους ο Φερφολάνος συμπέρανε ότι πρέπει να είχαν έρθει όλοι τους. Σήκωσε το κεφάλι του στον ουρανό που ολοένα σκούραινε και αντίκρισε το ολόγιομο φεγγάρι που περίμενε με τη σειρά του την παράσταση. Έφεραν κορμούς, κουτιά, πέτρες και σαμάρια, τα έβαλαν κάτω και κάθισαν να περιμένουν. Ο Φερφολάνος έδεσε τον τσίγκινο θώρακα στο στέρνο του και αφού χτένισε τα αραιά του μαλλιά με τα δάχτυλα, φόρεσε την περικεφαλαία του. Είχε χρειαστεί και παλαιότερα να δώσουν παράσταση χωρίς δράκο, όταν είχαν ξεμείνει ξανά από βοηθό. Δεν κρατούσαν πολύ με τον θίασο τους. Όταν βγήκε στη σκηνή, η Σελπολίνα άναβε την τελευταία λάμπα της ράμπας. Χάθηκε μετά μέσα στον πύργο για να περιμένει τη σειρά της. Η ανταύγεια της σελήνης ήταν δυνατή, πότιζε τα πάντα πέρα από τα όρια της σκηνής. Έβλεπε τα ανυπόμονα βλέμματα που ήταν στραμμένα πάνω του. Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε την προσοχή μιας ολόκληρης πόλης; Ίσως μια εποχή που η θωριά του δεν προκαλούσε την θυμηδία του κοινού. Ξεθηκάρωσε το ξίφος του και κρατώντας την ασπίδα με το άλλο χέρι, έκανε ένα βήμα εμπρός. «Σας χαιρετώ, αγαπητοί μου ευγενείς και δεσποσύνες, είμαι ο ιππότης Φερφολάνος, στη διάθεση σας» φώναξε και η φωνή του αντήχησε καθαρά και δυνατά στη σιγαλιά της αφύσικης νύχτας. «Από οίκο ξακουστό και τιμημένο στις μέρες του, σε χώρα ιστορικά φορτωμένη και δοξασμένη πέρα από τη Μεγάλη Θάλασσα της Δύσης, υπήρξα πολεμιστής και υπερασπιστής των αδυνάτων σε όλα μου τα νιάτα. Νόμιζα στην αφελή μου νιότη ότι…» Χωρίς φανερή αιτία το ξίφος άρχισε ξαφνικά να βαραίνει. Καθώς πάσχισε να το ανασηκώσει πρόσεξε το χέρι του. Είχαν εξαφανιστεί οι πανάδες, οι φλέβες, ένα ξανθό χνούδι κάλυπτε τώρα τον καρπό του. Σκυμμένη μέσα στον πύργο της, η Σελπολίνα άκουσε ξεκάθαρα την φωνή του άντρα της να αλλάζει. Η αλλαγή ήταν τόσο τρανταχτή που σήκωσε το κεφάλι της έξω και κοίταξε κάτω στη σκηνή. Είδε τον ιππότη Φερφολάνο όπως τον είχε δει εκείνη την μοιραία μέρα, χρόνια πριν, εγκλωβισμένη και πολιορκημένη στον πύργο της από τον τρομερό δράκο. Ψηλός, ξανθός, ζωσμένος σε απαστράπτουσα πανοπλία, το ξίφος του να αστράφτει σηκωμένο και ο ερυθρός θυρεός του οίκου του να λάμπει πάνω στην εντυπωσιακή του ασπίδα. Αλλά αυτό που την έκανε να αναστενάξει ήταν το πρόσωπο. Καθάριο, ηρωικό, αλαζονικό, γενναίο, όμορφο, με ένα απίστευτο χαμόγελο να δεσπόζει πάνω από ένα γρανιτένιο πηγούνι. Μπορούσε από την θέση της να διακρίνει στο φεγγαρόφως το γαλάζιο των ματιών του. «Μαύρο χτικιό έπεσε στη χώρα, ο δράκος Μαρκαβόρας, ο τελευταίος των μελανόλεπιων, ισοπέδωσε το ένα τρανό βασίλειο μετά το άλλο, στέλνοντας στον τάφο ηρωικούς βασιλείς, λόρδους και ιππότες. Οι θρήνοι της χώρας έφτασαν και στην δική μου πόρτα. Δεν μπορούσα να αγνοήσω το κάλεσμα της μοίρας, καλοί μου άνθρωποι. Ειδικά όταν έμαθα ότι το φρικτό τέρας πολιορκούσε το κάστρο της πανέμορφης πριγκίπισσας Σελπολίνας! Καβαλώντας το καλύτερο μου άτι έφτασα στον πύργο της πριγκίπισσας.» Ακούστηκε ένα δυνατό χλιμίντρισμα και το γέρικο άλογο που μισοκοιμόταν στις σκιές πίσω από το κάρο, κάλπασε ετοιμοπόλεμο μπροστά στη σκηνή. Δεν θύμιζε σε τίποτα το ζωντανό που είχαν δει όλοι να σέρνει τον θίασο μόλις εκείνο το απόγευμα. Όλο νεύρο και ζωή, με δέρμα να γυαλίζει και πλούσια χαίτη να ανεμίζει, σηκώθηκε στα πίσω του πόδια και έπεσε πάλι κάτω, προσφέροντας την πλάτη στον κύρη του. Μια καινούργια δερμάτινη σέλα ήταν δεμένη εκεί. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Φερφολάνος καβάλησε το άλογο με ένα άλμα. Αμέσως ήχησαν επευφημίες και χειροκροτήματα. Εκείνη την στιγμή η Σελπολίνα τινάχτηκε όρθια στην κορυφή του πύργου της. «Αλί! Αλί! Τι κακό με βρήκε! Δεν υπάρχει πλέον ελπίδα καμιά για μένα;» Ούτε ο Φερφολάνος άκουσε τη φωνή της γριάς συμβίας του. Πάνω στον πύργο στεκόταν η πριγκίπισσα Σελπολίνα, νέα, αγγελική, πρασινομάτα, ένα πρόσωπο στεφανωμένο από μακριά, ξανθιά κόμη, δέρμα αλαβάστρινο και έναν λαιμό που τον έκανε να βογκήξει και να θυμηθεί. «Τι βλέπω στον ορίζοντα, γενναίος ιππότης έρχεται να τα βάλει με το τέρας» είπε και ήταν σα να του τραγουδούσε. «Σελπολίνα» ψιθύρισε και ήταν σα να συναντούσε την γυναίκα που είχε χάσει. «Νομίζω ότι είναι ο γενναίος ιππότης Φερφολάνος από το γειτονικό βασίλειο» συμπλήρωσε και τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε για πρώτη φορά. «Μια νέα ταραχή βρήκε την καρδιά μου, φίλοι μου, όταν είδα…» ψέλλισε και ξέχασε τα λόγια του. Κατέβηκε από το άτι και ανέβηκε βιαστικά τα σκαλοπάτια της σκηνής. Ήρθε και στάθηκε μπροστά στον πύργο. Κοιτάχτηκαν για λίγο αμίλητοι. «Σελπολίνα. Αιθέρια μου ύπαρξη, πως κοσμούσες τη γη ετούτη ενώ σε αγνοούσα; Τι νόημα είχε η ζωή μου μέχρι τώρα;» Για λίγα δευτερόλεπτα, η μαγεία που τους είχε κατακλύσει ήταν μεθυστική. Ξαφνικά νόμισαν ότι θυμούνταν όλα όσα είχαν ξεχάσει. Δεν κράτησε για πολύ. Ακούστηκε ένα γέλιο. Ένιωσαν τον αέρα γύρω τους να ξινίζει. Ακούστηκε κάτι να αναπηδάει στις τάβλες, ανάμεσα στα πόδια τους. Κοίταξαν και είδαν το δόντι του Μαρκαβόρα. Είχε πέσει από τον Φερφολάνο. Έβγαζε καπνούς και διογκωνόταν αφύσικα, ξερνώντας ένα τρομερό στοιχειό, χρόνια παγιδευμένο στο οστό του. Ορθώθηκε τεράστιο και τρομερό, με το κάρο να τσακίζεται κάτω από το βάρος του, ρίχνοντας κάτω ιππότη και δεσποσύνη. Ένα επιφώνημα ξέφυγε από το ακροατήριο όπως ο τελευταίος των μελανόλεπιων έδινε πάλι το μυθικό παρόν του, βρυχώμενος προς τα άστρα, τα σαγόνια του έτοιμα να καταπιούν και το ίδιο το φεγγάρι. Τα δερμάτινα φτερά του άνοιξαν και κάλυψαν το μικρό ύψωμα, ενώ η ουρά του μαστίγωσε το ζεστό χώμα ανασηκώνοντας γαλάζιο κουρνιαχτό. Ο Φερφολάνος πρόσεξε τους ανθρώπους που παρακολουθούσαν το έργο. Κανείς δεν έδειχνε τρομαγμένος, το βλέμμα τους περίμενε με αγωνία τη συνέχεια. Έτρεξε δίπλα στη Σελπολίνα και τη βοήθησε να σηκωθεί. Ο λαιμός του δράκου χαμήλωσε για να δει καλύτερα τον εχθρό του. «Ξανασυναντιόμαστε παλιέ μου αντίπαλε» είπε ο δράκος καγχάζοντας, «αν μπορώ να σε αποκαλέσω τέτοιον.» Ο Φερφολάνος κρατούσε ακόμα το ξίφος του και σημάδεψε το ερπετό με τη γυμνή του λεπίδα. «Πίσω τέρας. Σε κατατρόπωσα μια φορά, μπορώ να το επαναλάβω.» «Με τη βοήθεια ποιου μάγου αυτή τη φορά;» γρύλισε ο Μαρκαβόρας γελώντας. «Μήπως θα με νανουρίσεις;» Μια σκιά πέρασε από το βλέμμα του ιππότη. «Δεν ξέρω τι εννοείς.» «Χρόνια σε ακούω από την τσέπη να ξεστομίζεις τα ψέματα σου, εδώ όμως τώρα δεν μπορείς να κρυφτείς πίσω από την απάτη σου. Θυμάσαι το ξόρκι που σου πούλησε εκείνος ο μάγος; Το καπνογόνο που με κοίμισε για να μου κόψεις τον λαιμό ανενόχλητος; Να με σφάξεις στον ύπνο μου; Το θυμάσαι “γενναίε ήρωα”;» Ο Φερφολάνος έμεινε αποσβολωμένος. Απανωτές αυλαίες χρόνων τραβήχτηκαν στην άκρη, σκόρπισαν με μια πνοή την μία προσαρμογή του έργου μετά την άλλη, σαν να θυμόταν για πρώτη φορά την αλήθεια. Επέστρεψε στη μνήμη του και η πρώτη παράσταση που έκαναν το λάθος να πουν την ιστορία όπως πραγματικά έγινε. Τι καταστροφή ήταν εκείνη. Αυγά, ντομάτες και βρασμένα λάχανα έβρεξαν πάνω στη σκηνή. «Έπρεπε να κάνω ό,τι χρειαζόταν για να σε νικήσω. Δεν είχε κέρδος για το βασίλειο η τιμημένη μου θυσία. Δεν θα άφηνα στις αρπακτικές σου ορέξεις την πριγκίπισσα Σελπολίνα.» «Δεν ήταν η πριγκίπισσα Σελπολίνα που ορεγόμουν, δόλιε ξιφομάχε. Αλλά ούτε κι εσύ αν θυμάμαι καλά. Στο όνομα άλλης δεν κάρφωσες το σπαθί σου στο λαιμό μου;» «Ορίστε;» ψέλλισε η Σελπολίνα, βλέποντας ξεκάθαρα τα χαρακτηριστικά του όμορφου της ιππότη να κοκκινίζουν από ντροπή. Ο δράκος φύσηξε καυτό χνώτο πάνω από τα κεφάλια τους και δημιούργησε μια αχνή οπτασία στην κορυφή του θεατρικού πύργου. Ήταν η φυσιογνωμία μιας γυναίκας εντυπωσιακής ομορφιάς που έλαμπε σαν θεά. «Δεν ήταν ο πύργος της πριγκίπισσας Σελπολίνας αλλά της πριγκίπισσας Μαρσελιάνας. Η Σελπολίνα ήταν μια μακρινή ξαδέλφη που απλά φιλοξενούνταν στο κάστρο εκείνο τον καιρό.» Ο Φερφολάνος κοίταξε το φάντασμα στην κορυφή του πύργου και αναστέναξε. «Η Μαρσελιάνα… Πόσοι ιππότες δεν έπεσαν καρβουνιασμένοι στα πόδια σου τέρας για χατίρι της;» είπε μελαγχολικά ο ιππότης, αδύνατος να σταματήσει την εξομολόγηση του. «Δεν ήθελα να πεθάνω για εκείνη αλλά να ζήσω για εκείνη. Και θα έκανα τα πάντα, και την πιο ποταπή ατιμία για να σε νικήσω.» «Τώρα θυμάμαι» είπε η Σελπολίνα και έκρυψε το πρόσωπο της στις χούφτες της. «Εκείνη όμως δεν με ήθελε» συμπλήρωσε πικρά ο Φερφολάνος. «Η δική της καρδιά καιγόταν για τον ιππότη Μορτόφ, έναν δειλό που είχε αμπαρωθεί στο κάστρο του και έτρεμε να ξεμυτίσει αν δεν έφευγες πρώτα δράκε. Παρά την ατιμία του, εκείνον παντρεύτηκε τελικά. Έπρεπε πάση θυσία να διασώσω την τιμή του οίκου μου. Χάρισα κι εγώ την νίκη μου στην Σελπολίνα.» Η πριγκίπισσα εγκατέλειψε τις πλάτες του Φερφολάνου και ήρθε να σταθεί μπροστά στον Μαρκαβόρα. Με μια περίεργη προσκόλληση στην παράσταση, γύρισε και απήγγειλε τα λόγια της προς το κοινό. Οι θεατές παρακολουθούσαν βουβά, τα μάτια τους έντονα εστιασμένα στις εξελίξεις. «Ήμουν νέα, άμυαλη και ερωτευμένη. Κατάπια την υπερηφάνεια μου και τον δέχτηκα γιατί τον ήθελα. Κουράστηκα πια. Δεν την μπορώ άλλο την ντροπή. Έλα δράκε και δώσε τέλος σε αυτό το ανούσιο μαρτύριο που λέγεται ζωή.» «Θα σε πάρω πριγκίπισσα» μούγκρισε ο δράκος στάζοντας φωτιά. «Τίποτα δεν με σταματάει πλέον…» «Κάνεις λάθος» ούρλιαξε ο Φερφολάνος και πήδηξε ανάμεσα στον δράκο και την πριγκίπισσα. Σημάδεψε ξανά το τέρας με την λεπίδα του. «Δεν σου το επιτρέπω!» «Πιστεύεις ότι μπορείς να με σταματήσεις;» γρύλισε ο δράκος. Ξαφνικά ο Φερφολάνος είδε τα χέρια του να ροζιάζουν ξανά, πόνεσαν οι αρθρώσεις του και το ξίφος επέστρεψε στην τσίγκινη του κατασκευή. Τον κατέκλισε η απελπισία. Σωριάστηκε στα γόνατα του και άφησε το ξίφος να πέσει από τα χέρια του. «Με μένα είναι η διαφορά σου» έκρωξε τώρα με την γεροντίστικη του φωνή. «Διεκδίκησε την εκδίκηση σου, πάρε εμένα αλλά άσε τη Σελπολίνα.» «Είσαι σίγουρος;» είπε ο δράκος μειδιώντας. Η Σελπολίνα έσβησε ένα επιφώνημα καλύπτοντας το στόμα της. «Μίλησες για ψέματα, δράκε» συνέχισε ο γέρος. «Ως νέος πήρα επιπόλαιες αποφάσεις, γνώστεψα όμως με τα χρόνια και ξανάγραψα το έργο όπως θα έπρεπε να είχαν γίνει τα πράγματα. Ελαφρόμυαλη ήταν η Μαρσελιάνα, σώθηκα από εκείνη την επιλογή, εκτίμησα με τον καιρό την Σελπολίνα και αυτήν αγάπησα. Έχει τιμή η προσφορά μου Μαρκαβόρα και είναι υπέρ σου να τη δεχτείς.» «Είσαι σωστός και το αποδέχομαι, ιππότη. Ήταν πια καιρός.» Ο δράκος ανασηκώθηκε, γέμισε τα στήθη του και ετοιμάστηκε να φτύσει τη φωτιά του. Η Σελπολίνα άφησε μια σπαρακτική κραυγή και έπεσε να αγκαλιάσει τον ιππότη της. Φύσηξε ο Μαρκαβόρας και εξαϋλώθηκε ο ίδιος σε χνώτο. Η αύρα του διαπέρασε τις δύο φιγούρες και απλώθηκε κυκλικά, σκόρπισε σε άμμο τα λασπόσπιτα, σα θημωνιές τους κατοίκους. Ο γέρος και οι γριά έμειναν αγκαλιασμένοι στα ερείπια του κάρου τους, στο κέντρο μιας πόλης που δεν είχε υπάρξει ποτέ. 6. «Δεν άξιζα ποτέ ως ιππότης» ψέλλισε ο Φερφολάνος. «Άξιζες για μένα» είπε η Σελπολίνα, «το είχα όμως ξεχάσει.» «Είχα καιρό να απολαύσω τόσο ωραίο έργο. Σας ευχαριστώ και τους δύο» είπε η Σεραφίνα που αναδύθηκε από τις σκιές και πλησίασε τις πεσμένες λάμπες της ράμπας που έκαιγαν ακόμα. «Χαίρομαι που σου άρεσε» είπε ο γέρος πικρά, «νομίζω ότι ήταν η τελευταία μας παράσταση.» «Και τι θα κάνετε τώρα;» ρώτησε η γάτα. «Δεν ξέρουμε. Μετά από τόσα χρόνια δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσαμε.» «Νομίζω ότι έχετε πολλές επιλογές. Μού’ρχονται πρόχειρες δύο» νιαούρισε η Σεραφίνα. «Ποιες» ρώτησε απελπισμένη η γριά. «Μιας μέρας δρόμο από δω είναι ένα λιμάνι» είπε η γάτα. «Το γέρικο άλογο σας μπορεί μια χαρά να σας πάει εκεί. Το μέρος είναι πλούσιο, έχει ζεστό κλίμα όλο το χρόνο και μπορεί να σας φιλοξενήσει άνετα για το υπόλοιπο της ζωής σας. Ή μπορείτε να πάρετε όποιο καράβι θέλετε για όποια ακτή γουστάρετε. Ο κόσμος είναι δικός σας. Εδώ σας χαιρετώ, δεν θα ανταμωθούμε ξανά.» Και μετά την τελευταία της έξοδο η γάτα Σεραφίνα επέστρεψε στις σκιές της ερήμου. Για πρώτη φορά μετά από αμέτρητα χρόνια, με το παρελθόν ξορκισμένο, ο Φερφολίνος και η Σελπολίνα σηκώθηκαν ανάλαφροι σαν πούπουλα. Και έτσι ανάλαφρους τους πήρε στην πλάτη του το γέρικο άλογο με κατεύθυνση προς μια νέα ζωή. Τέλος
  5. Yesterday
  6. Ρόμπερτ Χάινλαϊν - Οι πράσινοι λόφοι της Γης: 5+3.5=8.5 Σχόλιο εδώ: Robert Heinlein
  7. BladeRunner

    50 Βιβλία για το 2019

    Οι πράσινοι λόφοι της Γης. Σχόλιο εδώ: Robert Heinlein -Μάιος 69. Τομ Σαρπ - "Οργιώδης συνάθροιση" (Κανάκη, 1997, σελ. 363). 9/10 70. Φίλιπ Ροθ - "Το βυζί" (Γράμματα, 1984, σελ. 93). 6/10 71. Εντουάρ Λεβέ - "Αυτοπροσωπογραφία" (Opera, 2014, σελ. 96). 8/10 72. Ρέιτσελ Κασκ - "Περίγραμμα" (Gutenberg, 2019, σελ. 247). 8/10 73. Γέρζι Κοζίνσκι - "Βήματα" (Ερμείας, 1978, σελ. 166). 8/10 74. Ίαν ΜακΓιούαν - "Στην ακτή" (Πατάκης, 2007, σελ. 217). 7.5/10 75. Μισέλ Ουελμπέκ - "Σεροτονίνη" (Εστία, 2019, σελ. 316). 9/10 76. Τζέιμς Θέρμπερ - "Τα 13 ρολόγια" (Άμμος, 1984, σελ. 95). 7.5/10 77. Ρόμπερτ Κόρμιερ - "Είμαι το τυρί" (Πατάκης, 1994, σελ. 285). 8.5/10 78. Πόουλ Άντερσον - "Το γενικό κλειδί" (Locus-7, 2004, σελ. 234). 8/10 79. Ρόμπερτ Χάινλαϊν - "Οι πράσινοι λόφοι της Γης" (Κάκτος, 2019, σελ. 245). 8.5/10
  8. Οι πράσινοι λόφοι της Γης (ή Διάστημα 1999) Τίτλος πρωτοτύπου: The Green Hills of Earth Τελευταία φορά που διάβασα βιβλίο του Ρόμπερτ Χάινλαϊν ήταν τον Ιούλιο του 2014, τότε που πραγματικά απόλαυσα το κλασικό "Οι στρατιώτες του γαλαξία", χωρίς αμφιβολία ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας. Αυτό είναι το πέμπτο βιβλίο του συγγραφέα που είχα την τύχη να πιάσω στα χέρια μου (επανεκδόθηκε πριν λίγες μέρες, όντας για χρόνια εξαντλημένο), όμως είναι η πρώτη φορά που διαβάζω συλλογή διηγημάτων του. Λοιπόν, το βιβλίο περιέχει δέκα πολύ ωραία, ενδιαφέροντα και καλογραμμένα διηγήματα επιστημονικής φαντασίας (για την ακρίβεια εννιά διηγήματα και μια μικρή νουβέλα), τα οποία ανήκουν στην κλασική εποχή του είδους. Όπως είναι φυσικό, οι αντιλήψεις και οι γνώσεις του συγγραφέα σχετικά με την τεχνολογία, τα επιστημονικά δεδομένα και τις κοινωνικοπολιτικές αναφορές, αποτελούν προϊόντα της εποχής τους. Προσωπικά ευχαριστήθηκα όλα τα διηγήματα -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό-, απόλαυσα εικόνες, ιδέες και σκέψεις, ενώ όχι μόνο ψυχαγωγήθηκα, αλλά μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ και κάποια πράγματα, μιας και ο συγγραφέας μέσω των διηγημάτων του έθιξε ορισμένα ενδιαφέροντα και σημαντικά ζητήματα που έχουν σχέση με την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο Ρόμπερτ Χάινλαϊν θεωρείται ως ένας από τους εμβληματικότερους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, μαζί με τους Ισαάκ Ασίμοφ και Άρθουρ Κλαρκ, και κατά τη γνώμη μου με αυτή τη συλλογή το επιβεβαιώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Όλα τα διηγήματα με ικανοποίησαν, είτε με τις ιδέες τους, είτε με τις περιγραφές τους, είτε με την πλοκή τους, είτε απλώς με τις εικόνες τους. Σίγουρα κάποια διηγήματα είναι πιο δυνατά από κάποια άλλα, όμως νιώθω ότι όλα τους είναι σε πολύ καλό επίπεδο ποιότητας. Αν ήταν να επιλέξω τα τρία αγαπημένα μου, πιθανότατα θα ήταν αυτά: "Η λογική της αυτοκρατορίας", "Τι ωραία που είναι να γυρίζουμε πάλι στο σπίτι" και "Η μεγάλη αγρύπνια". 8.5/10
  9. dagoncult

    Μυϊκή Μάζα

    Γεια χαρά. Το έχω διαβάσει το διήγημα του Κινγκ, όμως δεν μου ήρθε καν στο μυαλό όταν έγραφα την ιστορία. Αν σκεφτόμουν κάτι, ήταν το 'Heavy-Set', του Ray Bradbury. Υπάρχει και στο 'Τρέμω στο Άγγιγμά σου 2' με τίτλο 'Ο Φουσκωτός'. Θα έλεγα ότι η ιστορία του Κινγκ, αν και γραμμένη με το συγγραφικό στυλ του βασιλιά, είναι κάπως λαβκραφτική, τόσο στο στοιχείο της φρίκης που είναι στα ύψη, όσο και στην εξέλιξή της (πχ η φάση που στέκονται έξω από την πόρτα ή η ξετρελαμένη τρεχάλα που πατάνε όταν βγαίνει ο πατέρας). Από την άλλη, ο Μπράντμπερυ δεν έχει φρίκη, ωστόσο στην ιστορία του έχει φτιάξει έναν τόσο ιδιαίτερο χαρακτήρα (κι έναν δεύτερο μη σου πω) που με έκανε να την θυμάμαι περισσότερο από την ιστορία του Κινγκ.
  10. Unicron

    Μυϊκή Μάζα

    Όπως είχα γράψει και στο αρχικό μου σχόλιο η βασική ιδέα της ιστορίας, δηλαδή ότι κάποιος μετατρέπεται σε τέρας με υπερφουσκωμένους μυς και πεταγμένες φλέβες είναι πάνω-κάτω η ίδια με αυτή από την ιστορία του Dr Jekyll and Mr Hyde. (Η εικόνα είναι από την ταινία The League of Extraordinary Gentlemen). Όταν διάβασα για πρώτη φορά την ιστορία σου είχα την αίσθηση πως έχω διαβάσει κάτι παρόμοιο στο παρελθόν. Όμως δεν μπορούσα να θυμηθώ τι ακριβώς. Χθες βράδυ είχα λίγο ελεύθερο χρόνο και έκανα ένα ξεσκόνισμα στη βιβλιοθήκη. Κοίταξα πρόχειρα μερικές συλλογές ιστοριών και τελικά ανακάλυψα πως όντως είχα δίκιο! Στη συλλογή του King Νυχτερινή Βάρδια υπάρχει μια ιστορία με τίτλο «Γκρίζα Μάζα» με σχεδόν ακριβώς την ίδια βασική ιδέα. Κάποιος μετατρέπεται σιγά-σιγά σε ένα γλοιώδες τέρας όχι παίρνοντας ναρκωτικά αλλά κατεβάζοντας μπύρες! Δεν μπορώ να ξέρω αν την έχεις διαβάσει και εμπνεύστηκες από αυτήν όμως υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία, αρχίζοντας από τον τίτλο (Γκρίζα Μάζα – Μυϊκή Μάζα)...
  11. alanon

    50 Βιβλία για το 2019

    1. Roza Montero "Η ιστορία του διαφανου βασιλιά" Άγκυρα σελ.600 (5/10) 2. Deepak Chopra " O 13ος Μαθητής" Κέδρος σελ 365 (5/10) 3. Tim Leach " Κροισος ο Τελευταίος βασιλιας της Λυδιας" Κέδρος σελ. 400 (7,5/10) 4. Ira Levin " Το μωρό της Ροζμαρι" Anubis σελ 260 (8,5/10) 5.Kate Hamer " το κορίτσι με το κόκκινο παλτό" μεταίχμιο σελ. 420 (9,5/10) 6. Cilla & Rolf Borjlind " H Μεγάλη παλίρροια" Παπαδόπουλος σελ 450 (9/10) 7. Carlos Ruiz Zafon "O αιχμάλωτος του Ουρανού" Ψυχογιός σελ. 380 (9,5/10) 8. Κωνσταντίνα Δελημήτρου " Η ψιλικατζού" Introbooks σελ. 240 (8/10) 9. Nicolas Nicastro " Ακλόνητος Βράχος" Μίνωας σελ. 480 (7/10) 10. Κωνσταντινος Κελλης " Η σκια στο σπιτι" Κέδρος σελ. 554 (10/10) 11. Anders de la Motte " Φυσαλίδα" Κλειδάριθμος σελ. 550 (9/10) 12. Juan Marche" Σεργιάνι στο γκιναρντο" Πατάκης σελ. 150 (5/10) 13. Stephen King " To παιχνίδι του Τζεραλντ" Λιβάνης Σελ. 400 (8/10) 14. Cc Humphreys" Ένας τύπος που λεγόταν Αρμαγεδδών " Ψυχογιός σελ. 650 (7,5/10) 15. Tom Rob Smith " H Φάρμα" Πατάκης σελ. 430 (7/10) 16. Guillio Leoni "Ο γρίφος του Φωτος" Ψυχογιος σελ. 370 (6,5/10) 17. Arnaldur Indridason" Ο άνθρωπος της Λίμνης " μεταίχμιο σελ. 400 (9.5/10) 18. Robert Van Gulik "To Φάντασμα του ναού" Θεμέλιο Σελ. 250 (8,5/10) 19. Chevy Stevens "Σε Βλέπω" Διόπτρα σελ. 500 (9/10) 20. Paul Johnston " το Στίγμα της προδοσίας" ψυχογιός σελ. 380 (5/10) 21.kelly Jones "ο 7ος μονοκερος" bell σελ. 384 (5/10) 22. Ethan Cross "Ο ποιμένας" ΚΛειδαριθμος σελ. 430 (8/10) 23. Dan Simmons "Υπεριων" Anubis σελ. 480 (9/10)
  12. Σωστά. Δε με εμποδίζει κανείς να γράψω ένα διήγημα σε ένα μήνα από τώρα. Και μάλλον θα γράψω. Αλλά πρέπει πρώτα να ξαναγράψω τα Δέντρα Περπατάνε. Έχω να προσθέσω σκηνές και εξελίξεις. Κι όλα αυτά αφού πρώτα τελειώσει η πιεσμένη περίοδος της δουλειάς. Για να καταλάβεις αυτά τα μηνύματα σου τα στέλνω τώρα από τον χώρο εργασίας όπου βρίσκομαι από τις 6 το πρωί. 😭 Αλλά που θα πάει. Θα τα καταφέρω.
  13. Δεν είναι διαγωνισμός και δεν σε κυνηγάει κανένας.
  14. Εντελώς συμπτωματικά χθες διάβασα ένα διήγημα του Ντίνου, το "Εξιλέωση" από τη συλλογή "Αλλόκοσμοι" (εκδόσεις Ρενιέρη, 2017, για όποιον ενδιαφέρεται) και ήταν απίστευτα ρομαντικό. Και μετά ανοίγω το διαδίκτυο και μου έρχεται ενημέρωση για την πορεία σας. Μπράβο παιδιά, ζηλεύω. Μακάρι να μην είχα τόση δουλειά και να έγραφα κι εγώ.
  15. Last week
  16. Mors Planch

    50 Βιβλία για το 2019

    1. Οι επεμβάσεις του στρατού στην Ελληνική πολιτική 1916-36, Θ. Βερέμης (299) 2. Περί της βασιλείας στη νεώτερη Ελλάδα, Κ. Σταματόπουλος (352) 3. Τα μυστήρια της Αιγηϊδός, Σ. Πλουμίδης (412) 4. Ο φερετζές και το πηλήκιο, Π. Τσίμας (442) 5. Μειονότητα είναι..., συλλογικό (183) 6. Ελλάς και Κύπρος, Π. Γαρουφαλιάς (246) 7. Μακάριος, ένα προσωπικό ημερολόγιο, ανώνυμου (144) 8. The Yiddish policemen's union, Michael Chabon (414) 9. Ο Κίτσος ο λεβέντης και άλλες αγγελίες, Θ. Γιοχάλας (491) 10. Μαύρο φυλαχτό, Β. Μπέκας (433) 11. Μια πόλη στη λογοτεχνία, Σμύρνη, Θ. Κοροβίνης (364) 12. Οι Αντρειωμένοι, Μ. Κοκκινάρης (283) 13. Εμφύλιος Ελλάδα 1943-49 ένας διεθνής πόλεμος, A. Gerolymatos (445) 14. Οι κούρσαροι στην Ελλάδα, Κ. Καιροφύλας (139) 15. Η Παναγιά η Γοργόνα, Σ. Μυριβήλης (487) 16. Mustafa Kemal Ataturk, Edward J Erickson (64) 17. Απολογία ενός ανθέλληνα, Ν. Δήμου (178) 18. Όσα δεν γνωρίζατε για την περίοδο από τους βαλκανικούς πολέμους έως την εθνική αντίσταση, συλλογικό (347) 19. Hell's foundations quiver, David Weber (784) 20. Αναψηλάψηση, Β. Γκουρογιάννης (417) 21. Theater of Spies, SM Stirling (452) 22. The Gordian protocol, David Weber (512)
  17. Ευχαριστώ πολύ Δημήτρη!
  18. Δημήτρης

    Brandon Sanderson

    Μάλλον αργεί ακόμη. Κατά το τέλος της χρονιάς ή και από την επόμενη.
  19. Δημήτρης

    Τι βιβλία αγοράσατε;

    Σωστός! Και εγώ θυμάμαι ότι όποτε μπορούσα έκανα το ίδιο. Καλή θητεία εύχομαι
  20. BladeRunner

    Τι διαβάζετε;

    Συνεχίζω με τη συλλογή διηγημάτων Οι πράσινοι λόφοι της Γης, του Ρόμπερτ Χάινλαϊν.
  21. Περιορισμένος χρόνος ίσον δουλεύω κυρίως σαββατοκύριακα. Ω δοξασμενε όντιν βοήθησον βοήθησον! 😛
  22. Επειδή κάθε βιβλίο πρέπει να το διαβάζεις και τη σωστή στιγμή, αγόρασα τη συλλογή ιστοριών Βρόχος για να το διαβάζω στο στρατόπεδο. Ήθελα μια συλλογή ιστοριών γιατί δεν ξέρω πόσο χρόνο για διάβασμα θα έχω εκεί.
  23. Δημήτρης

    Φθηνά βιβλία-προσφορές

    Σε Πρωτοπορία Θεσσαλονίκης έχει προσφορά την τριλογία του Μ. Αλεξάνδρου του Β. Μ. Μανφρέντι. Πακέτο στα 7,75 ευρώ.
  24. John Ernst

    Οι εκδόσεις μας

    Το βιβλίο είναι τυπωμένο.
  25. Δημήτρης

    Τι βιβλία αγοράσατε;

    Από ιδιώτη με 23 ευρώ: - Παντελής Γιαννουλάκης: Εγχειρίδιο απόδρασης από την καθημερινή πραγματικότητα (Αόρατο Κολέγιο) Και ήμουν δις τυχερός. Και γιατί το πρόλαβα στο τσακ να κλείσει.Όταν το πέτυχα επιτέλους ανοιχτό, στόκαραν το απόθεμα σε κούτες. Αλλά και γιατί βρήκα ανέλπιστα πολλά από αυτά (εξαντλημένα τα περισσότερα) που έψαχνα. Από βιβλιοπωλείο κοντά σε Λευκό Πύργο με 45 ευρώ: - History F 1: Το Άγνωστο Γ' Ράιχ (Forbidden Ηistory) - History F 10: Ατλαντίδα και χαμένοι πολιτισμοί (Forbidden Ηistory) - Συλλογικό έργο: Μυστικές πύλες (Αρχέτυπο) - Απαγορευμένη Ιστορία- Ειδική έκδοση: Τα δέκα μεγαλύτερα αινίγματα της ιστορίας (Αρχέτυπο) - Απαγορευμένη Ιστορία ν. 5: Νεοναζισμός- Η μυστική ιστορία του (Αρχέτυπο) - Απαγορευμένη Ιστορία ν. 6: Νίκολα Τέσλα- Η ζωή και το απαγορευμένο έργο μίας μεγαλοφυΐας (Αρχέτυπο) - Απαγορευμένη Ιστορία ν. 26: Μυστήριοι εξερευνητές και απαγορευμένες πόλεις (Αρχέτυπο) - Απαγορευμένη Ιστορία ν. 27: Άρκτος- Η μυστική ιστορία των πόλων (Αρχέτυπο)
  26. 😮 Σπαρακουάκ! Νόμιζα ότι εγώ ήμουν πίσω!
  1. Load more activity
  • Upcoming Events

    No upcoming events found
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..