Jump to content

Write Off # 46: cesar_cy vs Adicto


Naroualis

Write Off # 46: cesar_cy vs Adicto  

11 members have voted

  1. 1. Ποια ιστορία προτιμάτε;

    • cesar_cy
      0
    • Adicto
      11


Recommended Posts

Naroualis

Ξεκινάμε τώρα, μεσημέρι της Τρίτης 29 Δεκεμβρίου και θα περιμένω να καταθέσετε τις ιστορίες σας, κύριοι cesar_cy και Adicto, την επόμενη Τρίτη 5 Ιανουαρίου, επίσης το μεσημεράκι. Έχετε εφτά μέρες, μια εισαγωγή 182 λέξεων και όριο τις 3500 λέξεις. Καλή επιτυχία!

 

----------------

 

Όταν στα χέρια του Κλεμπετσάνι έπεσε αυτό το εξαιρετικό μπουκάλι κρασί, το γεγονός από μόνο του ήταν στάθηκε ικανό να τoν ρίξει σε βαθιά σκέψη.

 

Το δίλλημα ήταν πολλαπλή φύσεως: θρησκευτικής (είχε τάξει ένα μπουκάλι κρασί στο θεό-προστάτη του), ηθικής (τι να κάνεις ένα μπουκάλι κρασί όταν γι’ αντάλλαγμα σου έχουν πάρει τη γυναίκα; ), πρακτικής (δε φτουράει ένα μπουκάλι όταν μιλάμε για τον καταπιόνα του Κλεμπετσάνι), αλλά και πολιτικής (κρασί από άλλη χώρα; Γιατί; Τι κάνει η συνέλευση και δεν προστατεύει τα εγχώρια προϊόντα; ), χρονικής (να το πιω τώρα ή μετά; ) και γαστριμαργικής (να το συνοδέψω με ψάρι και τηγανιτές μελιτζάνες ; Ή μήπως με κοτόπουλο γάστρας και μαραθόριζα πουρέ; )

 

Απ’ όποια πλευρά κι αν το έβλεπε, αυτό το μπουκάλι ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα στα χέρια του, όσο εξαιρετικής ποιότητας ήταν το περιεχόμενό του. Κι όπως καθόταν στην άκρη της αποβάθρας του ποταμού, τυλιγμένος σε μια κάπα για το κρύο και με τον ήλιο να δύει πίσω από τα Ραχιαία όρη, ο Κλεμπετσάνι ευχήθηκε να μην είχε γίνει τίποτε απ’ όλα αυτά τα παράξενα που έφεραν αυτό το μπουκάλι στα χέρια του.

 

--------------------

 

Οι δύο ιστορίες ανέβηκαν και μάλιστα πριν λήξει η προθεσμία (!) Ανάγνωση, κριτική και ψηφοφορία, μέχρι την επόμενη Τρίτη, 12 Ιανουαρίου.

Edited by Naroualis
Link to post
Share on other sites

Είσαι γνήσιον τέκνον των 70ς, Ναρού! Δεν μπορώ να περιμένω να διαβάσω τις ιστορίες που θα προκύψουν απ' αυτή την εισαγωγή!

 

 

Link to post
Share on other sites

Όταν στα χέρια του Κλεμπετσάνι έπεσε αυτό το εξαιρετικό μπουκάλι κρασί, το γεγονός από μόνο του ήταν στάθηκε ικανό να τoν ρίξει σε βαθιά σκέψη.

 

Το δίλλημα ήταν πολλαπλή φύσεως: θρησκευτικής (είχε τάξει ένα μπουκάλι κρασί στο θεό-προστάτη του), ηθικής (τι να κάνεις ένα μπουκάλι κρασί όταν γι’ αντάλλαγμα σου έχουν πάρει τη γυναίκα; ), πρακτικής (δε φτουράει ένα μπουκάλι όταν μιλάμε για τον καταπιόνα του Κλεμπετσάνι), αλλά και πολιτικής (κρασί από άλλη χώρα; Γιατί; Τι κάνει η συνέλευση και δεν προστατεύει τα εγχώρια προϊόντα; ), χρονικής (να το πιω τώρα ή μετά; ) και γαστριμαργικής (να το συνοδέψω με ψάρι και τηγανιτές μελιτζάνες ; Ή μήπως με κοτόπουλο γάστρας και μαραθόριζα πουρέ; )

 

 

Απ’ όποια πλευρά κι αν το έβλεπε, αυτό το μπουκάλι ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα στα χέρια του, όσο εξαιρετικής ποιότητας ήταν το περιεχόμενό του. Κι όπως καθόταν στην άκρη της αποβάθρας του ποταμού, τυλιγμένος σε μια κάπα για το κρύο και με τον ήλιο να δύει πίσω από τα Ραχιαία όρη, ο Κλεμπετσάνι ευχήθηκε να μην είχε γίνει τίποτε απ’ όλα αυτά τα παράξενα που έφεραν αυτό το μπουκάλι στα χέρια του.

 

Οι ευχές δεν γυρνούσαν τον χρόνο πίσω όσο και αν ήθελε. Είχε κουραστεί με τα γεγονότα των τελευταίων ημερών. Ήθελε να ξεφύγει από τις σκέψεις και την συνείδηση του που τον βασάνιζαν. Μεθυσμένος αντάλλαξε την γυναίκα του για ένα μπουκάλι κρασί. Μπορεί το κρασί να ήταν εξαιρετικής ποιότητας αλλά δεν συγκινιόταν με την ομορφιά και την καλοσύνη της γυναίκας του.

 

Μετάνιωσε αλλά είναι ήδη αργά. Η μήπως όχι; Ο Κλεμπετσάνι είχε ένα περίεργο χαρακτήρα, ήταν ηττοπαθής και τα έβαζε εύκολα κάτω. Δεν άντεχε την πίεση. Άλλωστε η ηττοπάθεια του έφερε τα πράγματα στην τωρινή τους κατάσταση. Μπροστά στο πρόβλημα που πρόκυψε λύγησε και βρήκε σωτηρία στο ποτό. Μέθυσε και πάνω στην μέθη του αντάλλαξε την γυναίκα του για το πιο ζηλευτό κρασί της χώρας. Όταν συνήλθε και κατάλαβε τι είχε κάνει ήταν αργά, η γυναίκα του είχε φύγει με έναν άλλο άντρα μακριά από την πόλη. Η συνείδηση του τον βασάνιζε.

 

Έχασε την γυναίκα του αλλά το πρόβλημα του ακόμα υπήρχε. Ο θεός του κάτω κόσμου ακόμα περίμενε τον Κλεμπετσάνι να πράξει τα συμφωνηθέντα. Δεν είχε την δύναμη όμως να του δώσει τον γιο του. Ο θεός του κάτω κόσμου τον είχε βοηθήσει να παντρευτεί την γυναίκα που αγαπούσε και για αντάλλαγμα ήθελε τον πρώτο γιο του Κλεμπετσάνι που θα γεννιόταν με μπλε μάτια. Για πιο λόγο ήθελε όμως συγκεκριμένα μπλε μάτια αυτό δεν τον γνωρίζουμε. Του είχε βάλει όρους πως αν δεν του τον παράδιδε ο ίδιος θα τον έβρισκε και θα σκότωνε αυτόν και τον γιο του μαζί.

 

Ο Κλεμπετσάνι μαζί με την γυναικά του έκαναν πρώτα ένα κορίτσι και μετά από δύο χρόνια γεννήθηκε και το πρώτο τους αγόρι που είχε μπλε μάτια. Ακριβώς την ίδια νύχτα ο θεός του κάτω κόσμου τους επισκέφτηκε και τους είπες μόλις το παιδί γίνει έξι μηνών θα έρθει για να το πάρει. Απόψε η ώρα δέκα το μωρό κλείνει έξι μήνες ζωής.

 

Δεν ήξερε τι να κάνει. Να το δώσει ή να μην το δώσει; Το πρόβλημα όμως δεν μπορούσε να το λύσει ο ίδιος. Θα παρακαλούσε για οίκτο. Αγαπούσε το παιδί του και δεν ήθελε να το αποχωριστεί αλλά αγαπούσε και την δική του ζωή.

 

Δεν θα είχε αυτά τα προβλήματα αν άκουγε του γονείς του και παντρευόταν μια κοπέλα που του έφερναν προξενιό. Αγαπούσε την γυναίκα του. Καμία άλλη δεν τον είχε συγγενεύσει τόσο όσο εκείνη. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της και τα μεγάλα μαύρα μάτια της τον είχαν μαγέψει. Αν του ζητούσες να της βρει ένα ελάττωμα δεν θα μπορούσε να σου πει ούτε ένα. Αυτή όμως δεν τον ήθελε. Προσπαθούσε συνεχώς με πολλούς τρόπους να την κερδίσει αλλά αυτή δεν άλλαζε στάση απέναντι του. Ήταν ανένδοτη. Έτσι διέφυγε σε άλλους πιο πονηρούς και «απαγορευμένους» τρόπους. Σε τι μάγισσες πήγε και πόσα φίλτρα την πότισε ούτε αυτός ξέρει. Μέχρι που είχε ακούσει πως μπορείς να επικαλεστείς τον βασιλιά του κάτω κόσμου και να κλείσεις μια συμφωνία μαζί του αρκεί να ακολουθούσες ένα τελετουργικό. Χωρίς δεύτερη σκέψη κάλεσε τον θεό του κάτω κόσμου και του ζήτησε να τον βοηθήσει.

 

Παντρεύτηκαν και ζούσαν ευτυχισμένοι. Αυτή δεν γνώριζε τίποτα για την συμφωνία, έμαθε για αυτήν την μέρα της γέννησης του παιδιού. Γνώριζε ότι δεν πρόκειται να γυρίσει πίσω. Ευχόταν να μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω αλλά αυτό δεν το μπορεί κανείς ( εκτός από τον Hiro της σειράς Heroes ). Οι ώρες περνούσαν και κόντευαν οι 10:00.

 

Σηκώστηκε και τύλιξε την μεγάλη μαύρη κάπα γύρω του. Άρχισε να περπατά κατευθυνόμενος προς το σπίτι του. Δεν ήξερε τι να κάνει αλλά ήταν προτιμότερο να πάει να βρει το παιδί του. Θα αποφάσιζε στον δρόμο τι θα έκανε, προς το παρόν περπατούσε με βήμα ταχύ μέσα στα δρομάκια της πόλης. Το σπίτι του ήταν χωμένο μέσα στις φτωχοσυνοικίες. Διάσχιζε δαιδαλώδεις διαδρομές, έστριβε συχνά και περπατούσε μεγάλες αποστάσεις. Αν δεν γνώριζες καλά τους δρόμους θα χανόσουν σίγουρα. Ο Κλεμπετσάνι γεννήθηκε και περπάτησε σε αυτά τα δρομάκια. Τα γνώριζε σαν την παλάμη του χεριού του.

 

Μετά από λίγα λεπτά διαδρομής έφτασε στο σπίτι του. Άνοιξε σιγά την πόρτα για να μην ξυπνήσει τα παιδιά του. Περπατούσε στις μύτες των ποδιών του και μπήκε στο δωμάτιο του μικρού του γιού. Τον πήρε σιγά για να μην ξυπνήσει αλλά ο μικρός του γιός ξύπνησε και άνοιξε τα μάτια του. «Σσσσς . Κοιμήσου.» είπε στο παιδί του και έκλεισε με τα χέρια του τα μάτια του γιού του.

 

Θα τον έδινε. Ήξερε πως δεν θα άντεχε τις τύψεις αλλά είχε και μια κόρη που έπρεπε να μεγαλώσει. Αγκάλιασε σφιχτά τον γιό του και τον τύλιξε με την κουβέρτα του. Όσο διακριτικά και αθόρυβα μπήκε έτσι βγήκε από το σπίτι. Το παιδί ήταν ξύπνιο αλλά δεν μιλούσε απλός τον κοίταζε στα μάτια. Τον κοίταζε στα μάτια με ένα παράπονο, σαν να ήξερε που τον πήγαινε. Ήταν μικρό και δεν μιλούσε ακόμα αλλιώς θα τον ρωτούσε. Ο Κλεμπετσάνι δεν μπορούσε να το κοιτάει γιατί σφιγγόταν η καρδιά του. Απλός κοιτούσε μπροστά του. Πήγαινε στο μέρος που είχε δώσει ραντεβού με τον θεό του κάτω κόσμου. Δεν ήθελε να το κάνει αλλά έπρεπε. Η ώρα περνούσε και η στιγμή της παράδοσης κόντευε. Είχαν δώσει ραντεβού σε μία ξεχασμένη προκυμαία του ποταμού. Εντωμεταξύ ακόμα κρατούσε το κρασί στο χέρι του.

 

Έφτανε στον τόπο συνάντησης. Όταν τα μάτια του αντίκρισαν την προκυμαία ένιωσε ένα κόμπο μέσα του. Όταν έφτασαν ακούμπησε το παιδί σε μια γωνία και πήρε τα κρασί. Άνοιξε την μπουκάλα και ήπιε μερικές γουλιές για να πάρει θάρρος. Μετά έχυσε το κρασί πάνω στα ξύλα της προκυμαίας και σχημάτισε έναν κύκλο. Η ώρα έγινε δέκα.

 

Ο θεός του κάτω κόσμου εμφανίστηκε μπροστά του. Βγήκε μέσα από τα βρεγμένα ξύλα της προκυμαίας.

 

- Ωχ, καιρό είχα να βγω στην επιφάνεια, είπε και άρχισε να κάνει κινήσεις για να ξεπιαστεί. Βλέπω τήρησες την συμφωνία σου, είπε στον Κλεμπετσάνι, τώρα δώσε μου το παιδί και έχω και άλλες δουλειές.

 

- Μια στιγμή θεέ του κάτω κόσμου, είπε ο Κλεμπετσάνι.

 

- Λέγε με Τζόζεφ είναι πιο σύντομο, τον διέκοψε.

 

- Εντάξει Τζόζεφ, τι θα κάνεις με το παιδί μου ? ρώτησε ο Κλεμπετσάνι

 

- Αυτές είναι δικές μου δουλειές αλλά σε διαβεβαιώνω πως δεν πρόκειται να το σκοτώσω ή να το βασανίσω, του απάντησε.

 

Με μεγάλο πόνο ο Κλεμπετσάνι σήκωσε το παιδί και το παράδωσε στα χέρια του Τζόζεφ ( ηλίθιο όνομα για θεό του κάτω κόσμου ). Δεν έκλαψε ο Κλεμπετσάνι.

 

- Ωραία λοιπόν, αριβετέρτσι αμίγκο, χαίρομαι να κλείνω δουλειές μαζί σου.

 

Ο Τζόζεφ έφυγε με το παιδί και ο Κλεμπετσάνι έμεινε μόνο του να βλέπει τον ποταμό. Ήδη οι πρώτες τύψεις κυρίεψαν το μυαλό του. Ίσως δεν έπρεπε να τον δώσει τον γίο του. Ήταν ήδη αργά όμως για δεύτερες σκέψεις.

 

 

 

 

Link to post
Share on other sites

Να μαι και γω! Εν μέσω αιθαλομίχλης (μαρλμπορο μαλακό) και ξενυχτιού σας παρουσιάζω τον Μικρομάγο Κλεμπετσάνυ! Είναι το πρώτο Φάντασυ που γράφω και αν και ξέρω ότι δεν διεκδικεί δάφνες ποιότητας ομολογώ οτι απόλαυσα την δημιουργία του!

Το κακό είναι πως ένεκα του ορίου λέξεων, τσεκούρωσα μεγάλα κομμάτια του με αποτέλεσμα να μην μπορέσω να αναφερθώ σε όλες τις πτυχές-διλλήματα της φοβερής (λέω τώρα που κατάφερα να το τελειώσω devil2.gif ) εισαγωγής της κ.Ναρουάλις.

 

Ελπίζω να σας αρέσει!

 

 

3.500 λέξεις (ακριβώς ε;!)

 

 

Ο Μικρομάγος Κλεμπετσάνυ

 

 

 

Όταν στα χέρια του Κλεμπετσάνι έπεσε αυτό το εξαιρετικό μπουκάλι κρασί, το γεγονός από μόνο του ήταν ικανό να τoν ρίξει σε βαθιά σκέψη.

 

Το δίλλημα ήταν πολλαπλή φύσεως: θρησκευτικής (είχε τάξει ένα μπουκάλι κρασί στο θεό-προστάτη του), ηθικής (τι να κάνεις ένα μπουκάλι κρασί όταν γι’ αντάλλαγμα σου έχουν πάρει τη γυναίκα; ), πρακτικής (δε φτουράει ένα μπουκάλι όταν μιλάμε για τον καταπιόνα του Κλεμπετσάνι), αλλά και πολιτικής (κρασί από άλλη χώρα; Γιατί; Τι κάνει η συνέλευση και δεν προστατεύει τα εγχώρια προϊόντα; ), χρονικής (να το πιω τώρα ή μετά; ) και γαστριμαργικής (να το συνοδέψω με ψάρι και τηγανιτές μελιτζάνες ; Ή μήπως με κοτόπουλο γάστρας και μαραθόριζα πουρέ; )

 

Απ’ όποια πλευρά κι αν το έβλεπε, αυτό το μπουκάλι ήταν τόσο μεγάλο πρόβλημα στα χέρια του, όσο εξαιρετικής ποιότητας ήταν το περιεχόμενό του. Κι όπως καθόταν στην άκρη της αποβάθρας του ποταμού, τυλιγμένος σε μια κάπα για το κρύο και με τον ήλιο να δύει πίσω από τα Ραχιαία όρη, ο Κλεμπετσάνι ευχήθηκε να μην είχε γίνει τίποτε απ’ όλα αυτά τα παράξενα που έφεραν αυτό το μπουκάλι στα χέρια του.

 

Έχωσε το χέρι του στην κάπα και άφησε το μικρό πάσλαμ, που είχε φωλιάσει στον κόρφο του, να σκαρφαλώσει στην παλάμη του. Έβγαλε το γούνινο μπαλάκι έξω και αυτό, αφού πρώτα ξετυλίχτηκε τεμπέλικα τεντώνοντας τα μέλη του, τον κοίταξε νυσταγμένα.

 

«Πως τα κατάφερες έτσι τελικά;» του είπε.

 

«Ήθελε τέχνη, δεν μπορείς να πεις ε;»

 

«Θα συμφωνούσες Κλεμπετσάνι αν έλεγα οτι είσαι με διαφορά ο πιο άχρηστος μικρομάγος της Επικράτειας;»

 

«Θα συμφωνούσες τριχόμπαλα αν έλεγα να σε στείλω με ένα κλωτσίδι να κάνεις μπάνιο στο ποτάμι;».

 

Απο όλα τα Δαιμόνια που θα μπορούσε η Δύναμη να του στείλει επειδή έκανε χρήση μικρομαγείας, του έστειλε αυτό. Ένα πάσλαμ, και μάλιστα ένα ελλατωματικό πάσλαμ που μπορούσε να μιλήσει μόνο με ερωτήσεις.

 

Θυμήθηκε την πρώτη φορά που αντάμωσαν. Είχε στήσει ένα μικρομαγικό ξόρκι για να βοηθήσει το κοκκόρι του πατέρα του να εκπληρώσει τα καθηκοντά του με τις κότες, καθότι ‘άσφαιρο’ τον τελευταίο καιρό. Με το που πρόφερε τα λόγια και σχημάτισε στον αέρα το ανάλογο σύμβολο του ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Για την ακρίβεια, όχι ο ουρανός αλλά το πάσλαμ. Είχε διαβάσει για αυτά τα πλάσματα στο « Μαγεία για Αρχάριους» του Μαρουμέλ και ευχόταν να του είχε στείλει οτιδήποτε άλλο η Δύναμη. Αλλά κάθε φορά που χρησιμοποιούσες μικρομαγεία, έπρεπε να λάβεις και το ανάλογο κόστος. Μπελάς, αλλα σίγουρα καλύτερο απο το να χρησιμοποιείς μεγαλομαγεία και να έπρεπε να πληρώσεις το ανάλογο τίμημα. Θυμήθηκε τις ιστορίες για τον γείτονά του, τον Κεμενέ, που είχε καταπιαστεί με τα τρανά πλάνα της μεγαλομαγείας. Υπολόγιζε με βάση το ξόρκι που είχε κατασκευάσει να χάσει ένα μικρό δαχτυλάκι αλλά κάτι πρέπει να πήγε στραβά στους υπολογισμούς του. Αν έκρινε σωστά απο τα εσχάτως ξινισμένα μούτρα της γυναίκας του, θα έπρεπε να είχε χάσει κάτι άλλο τελικά...

 

Το δικό του τίμημα ήταν αυτό το πλασματάκι με τη χρυσαφένια γούνα και τα μεγάλα μελιά μάτια. Για την αδυναμία του να μιλήσει με οποιόδήποτε άλλο τρόπο πλην του να κάνει ερωτήσεις πήρε χαμπάρι απο την αρχή. Το πάσλαμ τον είχε κοιτάξει γλυκά και είχε γείρει το κεφαλάκι του στο πλάι. Το είχε πάρει στη χούφτα του και του χαίδεψε το στομαχάκι. Το πλασματάκι τον κοίταξε τότε βαθιά στα μάτια και άνοιξε το στόμα του:

 

«Κα-κά;» του είχε πει. Ο Κλεμπετσάνι το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε ήταν οτι θα έπρεπε να αγοράσει το «Επίτομο Λεξικό των Μαγικών Διαλέκτων- η επαυξημένη έκδοση» του Βερνούβιου όταν το πλάσμα με έναν ηχηρό τρόπο –και ενώ χαμογελούσε- άδειασε το υδαρό περιεχόμενο του στομαχιού του πάνω στο χέρι του. «Πανάθεμά σε!» είχε φωνάξει πριν το πετάξει αηδιασμένος μακριά για να προσγειωθεί σε ένα δεμάτι στάχυα.

 

«Άλλη φορά όταν σου πώ οτι θέλω κακά μήπως θα ήταν καλύτερο να μη με κρατάς στα χέρια σου;»

 

«Μιλάς τη γλώσσα μας;»

 

«Εσύ τι λες;»

 

«Γιατί δεν μου είπες ότι ήθελες κακά σου;»

 

«Δεν σου το πα;»

 

«Όχι! Μου είπες μονάχα, ...’κακά;’»

 

«Και εσύ τι κατάλαβες σπίρτο αναμμένο;»

 

«Οτι με ρώταγες!»

 

«Λες να σε ρώταγα αν ήθελα να κάνω κακά μου;»

 

Έμειναν να κοιτάζονται για λίγο και ο Κλεμπετσάννι κατάλαβε οτι η περαιτέρω συμβίωση τους δεν θα ήταν ρόδινη.

 

Θα έμενα να κοιτάζονται παραπάνω αν ο Κλεμπετσάνι δεν έπαιρνε χαμπάρι το κοκκόρι να αργοπλησιάζει το πάσλαμ με ξαναμμένο βλέμμα. Κοίταξε γύρω του και είδε τρεις κότες ήδη νεκρές και σκέφτηκε οτι ένα πάσλαμ που έκανε διαρκώς ερωτήσεις του ήταν αρκετό για μια μέρα. Δεν θα βοηθούσε σε τίποτα αν αυτό γινόταν ένα βιασμένο-απο-κόκκορα-πάσλαμ!

 

 

«Τι έχεις σκοπό να κάνεις με το μπουκάλι;». Η ερώτηση του πάσλαμ τον επανέφερε στο παρών.

 

«Θα το δώσεις στο Θεό όπως το έταξες;» Ο Κλεμπετσάνι ζύγισε αυτή την επιλογή στο μυαλό του. Ο Θεός-Προστάτης του ήταν ο Ζαραβαδιέλ∙ σε αυτόν τον είχαν τάξει οι γονείς του οταν γεννήθηκε. Δεν ήταν βασικά κακός Θεός, άκουγε σε γενικές γραμμές τους πιστούς του, αλλά μπορούσε να γίνει πολύ δύστροπος αν αθετούσες τις υποσχέσεις σου απέναντί του. Είχε πάει στο ναό του μόλις πήρε το χρίσμα για να πάρει μέρος στο διαγωνισμό κρασιού. Του είχε τάξει πως αν κέρδιζε, θα έκανε σπονδή στο βωμό του το νικητήριο μπουκάλι. Όταν έκανε το τάμα όμως, δεν υπολόγιζε ότι θα έπρεπε να δώσει στο Θεό αυτό το νικητήριο μπουκάλι. Πώς θα μπορούσε κάποιος να δώσει ελαφρά τη καρδιά αυτό το κρασί ακόμα και σε ένα Θεό;

 

 

«Μμμ...δεν ξέρω. Η αλήθεια είναι ότι το σκέφτομαι»

 

«Ξέρεις τι έπαθε ο τελευταίος που αθέτησε υπόσχεση απέναντι στον Ζαραβαδιέλ, ε;»

 

«Κάτι έχω ακούσει...»

 

«Θα άκουσες υποθέτω ότι ένα χωρικό απο τη Λενάριεν τον βρήκαν με ένα κότσι σφηνωμένο στο στόμα επειδή αρνήθηκε να το προσφέρει στο θεό;»

 

«Το άκουσα...»

 

«Θα ήθελες να τριγυρνάς στην Επικράτεια με ένα μπουκάλι κρασιού χωμμένο στο στόμα ή ίσως ...κάπου ακόμα χειρότερα;»

 

«Δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνει έτσι» απάντησε. «Καμμιά φορά ο Θεός συγχωρεί».

 

«Ο Ζαραβαδιέλ;! Μήπως έχεις επηρρεαστεί απο τις αιρετικές θεωρίες του Γιαχβαναήλ της Τίρα-Μι-Σου;»

 

«Ο Γιαχβαναήλ ήταν ένας μεγάλος και σεβάσμιος σοφός».

 

«Αν είσαι τόσο ενημερωμένος λοιπόν, πιστεύω ότι ξέρεις πως στα νιάτα του είχε τάξει ένα κοντσέρτο με βιολιά προς τιμήν του Θεού το οποίο ποτέ δεν πραγματοποίησε, σωστά;»

 

«Πολύ σωστά, και το γεγονός ότι πέθανε πλήρης ημερών χωρίς καμμία τιμωρία αποτέλεσε τη βάση για τη θεωρία του»

 

«Θες να μάθεις τι απέγινε μετά το θανατό του;» είπε το πάσλαμ, πριν συνεχίσει ατενίζοντας με θλιμμένο βλέμμα το ποτάμι, «πως να ξέρεις οτι σύρθηκε μπροστά στο δέντρο της Τιμωρίας, του έλυσαν τον αφαλό και ξετύλιξαν τα άντερά του γύρω απο το δέντρο; Πώς να ξέρεις οτι μετά, και ενώ ακόμα σφάδαζε, ήρθαν οι πιο κακές απο τις Τρελλαμένες και αφού έκαμαν τ’ άντερά του χορδές άρχισαν να παίζουν αυτές βιολί προς τέρψιν του Θεού;»

 

«Φρικτό!»

 

«Τις έχεις ακούσει να παίζουν και ‘συ;! Φρικτό όντως ε;»

 

«Όχι, τριχωτή ηλιθιότητα!!! Για τ’ όνομα τ..»

 

«Του Ζαραβαδιέλ;» είπε αυτό και τον κοίταξε ειρωνικά.

 

Ο Κλεμπετσάνι κούνησε το κεφάλι του, δεν θα έβαζε άκρη με αυτό το πλάσμα ποτέ.

 

«Δεν μου λες, τριχωτέ...αυτές οι Τρελλαμένες ποιές είναι;».

 

«Τι θα έλεγες αν μάθαινες πως είναι οι ψυχές των γυναικών που πέθαναν ενώ ήταν ακόμα στις ‘μέρες’ τους; Και πως μέχρι να ζυγιστούν οι ψυχές τους ο Ζαραβαδιέλ τις χρησιμοποιεί ως τιμωρους των αμαρτωλών; Των πολύ αμαρτωλών όμως, ε;»

 

«Θα έλεγα πως ίσως θα έπρεπε να δώσω το κρασί στο Θεό τελικά» απάντησε ο Κλεμπετσάνι με γουρλωμένα μάτια και ενώ όλες οι τρίχες της πλάτης του είχαν σηκωθεί όλορθες.

 

 

«Και τότε πως θα πάρεις τη γυναίκα σου πίσω μάγε της κακιάς ώρας;»

 

Ο Κλεμπετσάνι βυθίστηκε σε μάυρες σκέψεις.

 

«Μεγάλο μπλέξιμο τελικά» μονολόγησε. Θυμήθηκε τη γυναικούλα του. Με τι προσμονή ετοίμαζε τα πράγματά τους για το Φεστιβάλ Κρασιού. Φόρτωνε και ξαναφόρτωνε την άμαξα με ρούχα και παπούτσια μέχρι που αυτή λύγισε απο το βάρος.

 

«Για λίγες μέρες θα λείψουμε μόνο βρε Μπερμπελύνα μου!» της είχε πει.

 

«Και τι μ’ αυτό; Να είμαι δηλαδή εγώ σαν την τελευταία χωριάτα στο Φεστιβάλ με όλο τον κόσμο εκεί; Θες να σχολιάζουν τη γυναίκα σου με ειρωνεία Κλεμπετσάνι; Ξεχνάς κιόλας ότι εκπροσωπούμε το χωριό μας στο Διαγωνισμό;»

 

«Δεν το ξεχνάω καλή μου! Αλλά είναι ανάγκη να πάρεις τόσα ρούχα μαζί σου;»

 

«Ναι! Ναι! Ναι! Σάμπως ξέρεις τι καιρό θα κάνει εκεί; Να μην πάρω ένα φόρεμα απο δέρμα γιάμπι σε περίπτωση που βρέχει; Να μη πάρω τις μπότες μου; Μα να γυρνάω στη λασπουριά με τα κοντά παπούτσια κοτζαμάν γυναίκα μικρομάγου;»

 

Ο Κλεμπετσάνι για μια στιγμή είχε αναρωτηθεί αν το πάσλαμ έκανε ταχύρυθμα μαθήματα ερωτηματικού μονολόγου στη γυναίκα του.

 

« Εντάξει λοιπόν! Αλλά το καλό σου φουστάνι και τα χρυσαφικά σου γιατί τα πήρες μαζι;»

 

«Και αν κερδίσεις το διαγωνισμό τι θα βάλω καλέ μου;»

 

Αυτή η απάντηση τον είχε αποστομώσει. Πως να της έλεγε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να κερδίσουν δίχως να της ρημάξει την καρδιά; Ήταν καλός οινοποιός και το φετινό κρασί του ήταν αναμφίβολα καλό. Αλλά δεν ήταν τόσο καλό ώστε να κερδίσει και αυτό το ήξερε πολύ καλά. Είχε μετανοιώσει οικτρά για το πείσμα που είχε δείξει στη συνέλευση ώστε να εκπροσωπήσει αυτός το χωριό τους. Ίσως αν δεν είχε κοπανήσει δύο μπουκάλια κρασί νωρίτερα να ήταν πιο μετριόφρων πριν χαρακτηρίσει το κρασί που ετοίμαζε ως «στιβαρό και βασισμένο σε χαρμάνι που παντρεύει το πικάντικο σκέρτσο των μοσχάτων του Αρταμανιάν με την αυστηρή δύναμη του διαβόητου Λετρενιάκ στη ζεστή και βανιλάτη αγκαλιά του δρύινου βαρελιού που το φιλοξένησε κατά την 20ετή παραμονή του». Το πάσλαμ τον είχε ταράξει στις δαγκωνιές μπας και σταματήσει αλλά εις μάτην. Το συμβούλιο πείστηκε και του ανάθεσε την εκπροσώπηση. Υπό έναν αυστηρό όρο όμως. Δεδομένου ότι για να επιλεγεί αυτός παραβιάστηκε η επετηρίδα, ο Ογκουνόβου, ο μόνος ακόμα ενεργός μεγαλομάγος του χωριού και αυτός που θα έπρεπε κανονικά να συμμετάσχει στο διαγωνισμό, ζήτησε και απάιτησε σε περίπτωση που ο Κλαμπετσάνι έχανε τελικά, να του έδινε τα αμπελοχώραφά του. Η πρόταση πέρασε τελικά και ο Κλεμπετσάνι είδε την ικανοποίηση του μεγαλομάγου όταν έγινε αυτό. Μέχρι που θα βάραγε παλαμάκια απο τη χαρά του αν του είχαν μείνει καθόλου χέρια πια! Του τη φύλαγε καιρό ο Ογκουνόβου. Του τη φύλαγε απο τότε που είχαν μονομαχήσει, άπειροι μάγοι τότε και οι δυό, για τα μάτια της Μπερμπελύνας. Ο Κλεμπετσάνυ πρώτος είχε επιτεθει με ένα μικρομαγικό ξόρκι που προκάλεσε ένα άνευ προηγουμένου κόψιμο στον Ογκουνόβου. Σκόπευε να κάνει και το ζωνάρι του να σφίξει άλλες τρεις τρύπες επιφέροντας ένα καταστρεπτικό χτύπημα εναντίον του αλλά η Δύναμη του εξαπέστειλε ένα βαρέλι δίχως πάτο στη κεφαλή. Είχε οπισθοχωρήσει ζαλισμένος. Το ευτύχημα ήταν ότι ο Ογκουνόβου τότε ήταν πολύ άπειρος στα τερτίπια της μεγαλομαγείας. Η μπάλα φωτιάς που δημιούργησε γύρισε και έσκασε απάνω του καψαλίζοντάς του όλες τις τρίχες και το χειρότερο ήταν πως του κόστισε και τη μύτη του.

 

Αυτά όμως ήταν πια παρελθόν και αυτό που είχε σημασία ήταν το αβέβαιο μέλλον που απλωνόταν μπροστά του. Πως θα ζούσε αν έχανε τα αμπέλια του; Η μικρομαγεία δε θα μπορούσε να τον συντηρήσει για πολύ, άλλωστε υπήρχαν χιλιάδες μικρομάγοι πια στην Επικράτεια.

 

Με αυτές τις σκέψεις ξεκίνησαν για τη γιορτή. Αυτός θλιμμένος και προβληματισμένος και αυτή πρόσχαρη και σίγουρη για τη νίκη τους. Διέσχισαν ποτάμια και πλαγιές και όσο πλησίαζαν στην πόλη, η ανησυχία του μεγάλωνε. Σκεφτόταν την ντροπή που θα ένιωθε σαν γύρναγε στο χωριό ηττημένος, πέρα απο τον εξευτελισμό του να χάσει τα χωράφια του. Αυτές οι σκέψεις είχαν κατακλύσει το μυαλό του σαν έφτασε μπροστά στο καλύβι της γριάς. «Μπάμπα-Γιάνγκα, Μαγικά Αντικείμενα προς κάθε χρήση» έγραφε η επιγραφή και θα προσπέρναγε αδιάφορος αν η γριά που στεκόταν μπροστά στο καλύβι της δεν του απεύθυνε το λόγο πρώτη:

 

« Για που το ΄βαλες έτσι σκεπτικός γιόκα μου;» Της έριξε μια ματιά. Ήταν μια γριούλα που σίγουρα έβγαζε τα προς το ζήν εκμεταλλευόμενη την αφέλεια των παραδόπιστων χωρικών πουλώντας τους άχρηστα αντικείμενα ως μαγικά.

 

«Για το Διαγωνισμό του Κρασιού πάω γιαγιά»

 

«Σύρε μέσα να σε φιλέψω κάτι. Και μπορεί να ιδείς και κάτι να σου αρέσει».

 

«Βιαζόμαστε γιαγιά και δεν νομίζω να χρειάζομαι κάτι απο τα αντικείμενά σου».

 

«Έχετε χρόνο άπλετο, ο διαγωνισμός δεν φεύγει. Έμπατε μέσα να κάνετε παρεούλα σε μια μοναχική γριά και μην πάρετε και τίποτα αν δεν θέτε».

 

Το σκέφτηκε για μια στιγμή. Τι είχε να χάσει; Αλλωστε η πείνα τον είχε κόψει και μπορεί η γριά να είχε και τίποτα φαγώσιμο να του προσφέρει. Το είχε συζητήσει με τη Μπερμπελύνα.

 

«Εγώ σε αυτό το καλύβι δεν μπάινω με τίποτα» είχε αντιδράσει αυτή. «Θα έχει ποντίκια και έντομα! Κορόιδα ψάχνει η γριά και εσύ είσαι έτοιμος να τσιμπήσεις καημένε». Με τα πολλά την έπεισε να περιμένει αυτή στην άμαξα και αυτός να μπεί για λίγο στην καλύβα. Κατέβηκε απο την άμαξα ενώ πίσω του άκουγε το πάσλαμ να μονολογεί: «Ηλίθιος; Χαζός; Βλάκας;».

 

Μπήκε στο φτωχικό καλύβι και αμέσως χάζεψε την πληθώρα των αντικειμένων που βρήκε αραδιασμένα. Υπήρχαν απο σκούπες μέχρι βιβλία και απο σπαθιά μέχρι καπέλα.

 

«Είναι όλα μαγικά;»

 

«Τα πάντα. Αν και τα περισσότερα απο αυτά δεν θα μπορούσες να τα πληρώσεις».

 

Συνέχισε να περιεργάζεται τα αντικείμενα στα ράφια, όταν η γριά τον κάλεσε να καθήσουν.

 

«Κάτσε λιγάκι να ξαποστάσεις και να μου κάνεις παρέα» του είπε. «Μα μισό λεπτό, να σε κεράσω κάτι πρώτα».

 

Σηκώθηκε αργά και κρύφτηκε πίσω απο ένα ράφι για να επιστρέψει με ένα δίσκο όπου πάνω κάθονταν ένα πιάτο τυριά και δύο ποτήρια κρασί.

 

Ο Κλεμπετσάνυ ξεκίνησε να μασουλάει ένα κομμάτι τυριού και έπιασε το ένα ποτήρι. «Βασικά, κατεβαίνω για το διαγωσμό κρασιού» είπε και έφερε το ποτήρι στα χείλη του για να δροσίσει το ξεραμένο στόμα του πριν συνεχίσει τ. Μόλις πλησίασε το ποτήρι στη μύτη του κατακλύστικε απο τα αρώματα χιλιάδων λουλουδιων και μπαχαρικών σε τέλεια ισορροπία. Νόμισε πως βρισκόταν στη μέση μιας πεδιάδας τριγυρισμένος απο άνθη, παιδί πάλι, με τις αισθήσεις του ακόμα φρέσκες και οξυμένες χωρίς να έχουν στομώσει απο τα χρόνια. Και μόλις το κρασί έτρεξε στο στόμα του κόντεψε να ξεχάσει και το ίδιο το όνομά του. Αρώματα και γεύσεις όρμησαν στις αισθήσεις του. Σκέφτηκε φρούτα του δάσους, ώριμα και μελωμένα. Φαντάστηκε γλυκά κεράσια και βατόμουρα, τα πιο εκλεκτά σταφύλια. Και όσο το κρασί απλωνόταν στο στόμα του, νέες γεύσεις έρχονταν στην επιφάνεια. Πιπέρι, ροζ πιπέρι με την χαρακτηριστική του κάψα, και μετά, σαν κρυμμένο μυστικό η πιο σπάνια κανέλλα. Όταν πια κατέβασε τη γουλιά, στο νου του ήρθαν εικόνες και θύμησες απο υγρά κελάρια. Μπορούσε να νοιώσει το κρασί να παλαιώνει σε βαρέλια φτιαγμένα απο εκατό χρονών βελανιδιές των ιερών δασών της Αρμανδίνης. Ακούμπησε το ποτήρι πάλι στο τραπέζι. Απο τα μάτια του κυλούσε ένα δάκρυ. Απο κείνη τη μέρα και έπειτα ήξερε οτι αν κάποιος τον ρώταγε τι είναι χαρά, θα ανέφερε αυτό το κρασί.

 

Η φωνή της γριάς τον επανέφερε σε ένα κόσμο που ξαφνικά του φάνηκε φτωχός.

 

«Πως σου φάνηκε το κρασάκι μου;»

 

Πως θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει σε αυτή την ερώτηση άραγε; «Που το βρήκες αυτό το κρασί γιαγιάκα;»

 

«Ωωω! Αυτή είναι μεγάλη κουβέντα. Και να σου έλεγα δεν θα έβγαζες άκρη. Να ξέρεις πάντως πως μου κόστισε πολλά».

 

«Πόσο κάνει;» είπε αυτός αποφασιστικά. Με αυτό το κρασί δεν υπήρχε περίπτωση να μην κερδίσει το Διαγωνισμό. Έπρεπε να το αποκτήσει με κάθε τρόπο.

 

«Δεν έχεις τα χρήματα που κοστίζει. Η αλήθεια είναι οτι δεν θα τα αποκτήσεις ούτε σε τρεις ζωές».

 

Είδε τη θλίψη που σκοτείνιασε τα μάτια του και φάνηκε να την απολαμβάνει για λίγο πριν συνεχίσει:

 

«εκτός βέβαια εάν...» σταμάτησε εκεί τη φράση της, ίσα ίσα για να μεγαλώσει την αγωνία του.

 

«Μίλα! Εκτός εάν;»

 

«Εκτός εάν κάνουμε μια ανταλλαγή!»

 

Αυτό τον βύθισε στη θλίψη πάλι. «Αλίμονο» είπε, «με τι θα μπορούσα να ανταλλάξω αυτό το θαύμα; Και όλα μου τα υπάρχοντα να σου έδινα, δεν θα έφταναν ούτε στο μισό της αξίας του».

 

«Αυτό θα το κρίνω εγώ. Θα εκπλαγείς απο τι θησαυρούς περιστοιχίζεται ο καθένας μας χωρίς να το παίρνει χαμπάρι». Τον κοίταξε στα μάτια και συνέχισε «έχεις μια άμαξα έξω, έτσι δεν είναι;».

 

«Σωστά».

 

«Άκου τι θα κάνουμε λοιπόν...Θα με αφήσεις να διαλέξω ότι θέλω απο κεί και για αντάλλαγμα θα πάρεις το κρασί. Και για να το κάνω ακόμα πιο εύκολο, σου επιτρέπω αργότερα να μου φέρεις πίσω το κρασί και να σου επιστρέψω αυτό που σου πήρα! Τι λες;».

 

Ο Κλεμπετσάνυ σάστισε για μια στιγμή. Αυτή η τρελόγρια ήταν σίγουρα ξεμωραμένη. Έπρεπε να βιαστεί πριν αλλάξει γνώμη!

 

«Εντάξει!» της απάντησε.

 

«Απο αυτή τη στιγμή μου επιτρέπεις να διαλέξω ο,τι θέλω απο την άμαξά σου και εγώ σου παραχωρώ αυτό το κρασί! Σύμφωνοι;».

 

«Σύμφωνοι!» είπε αυτός και άρπαξε βιαστικά το κρασί. «Πάμε τώρα έξω και διάλεξε ό,τι θες!».

 

Βγήκαν έξω και στάθηκαν μπροστά απο την άμαξα. Η Μπερμπελύνα τους κοίταξε με απορία, μα ο Κλεμπετσάνυ της έκανε νόημα να σωπάσει πριν ακόμα αυτή ανοίξει το στόμα της.

 

«Άντε γιαγιά, η άμαξα είναι δική σου, διάλεξε ότι θες!».

 

«Ό,τι πεις Κλεμπετσάνυ!» απάντησε αυτή και πριν αυτός προλάβει καν να αναρωτηθεί πως ήξερε το όνομά του, έκανε μια γρήγορη, αταίριαστη για τα χρόνια της, κίνηση κουνώντας τα χέρια της στον αέρα.

 

Ο Κλεμπετσάνυ έμεινε με το στόμα ανοιχτό! Η Μπερμπελύνα είχε εξαφανιστεί άξαφνα απο την άμαξα!

 

Γύρισε γεμάτος απορία να δει τη γριά αλλά τον τύλιξε απότομα ένας πυκνός γαλάζιος καπνός.

 

«Τι γίνεται εδώ;» άρχισε να φωνάζει ενώ χτυπούσε μανιασμένα τον καπνό για να τον διαλύσει. Όταν αυτός χάθηκε είδε έκπληκτος πως η γριά είχε εξαφανιστεί, όπως και το καλύβι της.

 

«Είσαι πιο χαζός απ’ ότι πίστευα τελικά». Άκουσε μια φωνή μα δεν μπορούσε να κατάλαβει απο που ερχόταν. Γύριζε το κεφάλι του δεξιά –αριστερά μα το μόνο που έβλεπε ήταν την άμαξα με το πάσνελ να χοροπηδάει πάνω κάτω νευριασμένο. Όμως η φωνή δεν άνηκε σε αυτό!

 

«Κοίτα κάτω βλάκα μικρομάγε!». Ξαφνιασμένος, κοίταξε στο χώμα όπου είδε τον Ογκουνάβου (ή ό,τι είχε μείνει απ’ αυτόν καθότι πλέον χέρια, πόδια, αυτιά και μύτη απουσίαζαν) να τον κοιτάει γεμάτος κακία και ξάφνου κατάλαβε τα πάντα! Τον είχε πιάσει κορόιδο.

 

«Εσύ;!»

 

«Εγώ, ναι εγώ! Μου πήρε χρόνια Κλεμπετσάνυ αλλά στην έφερα επιτέλους! Θα κερδίσεις το διαγωνισμό που τόσο ήθελες, αλλά το τίμημα θα είναι βαρύ. Είτε θα προσφέρεις το κρασί στο Θεό οπότε θα χάσεις για πάντα τη γυναίκα σου, είτε θα επιστρέψεις το κρασί για να την πάρεις πίσω και θα γίνεις βορά στις εκδικητικές ορέξεις του Ζαραβαδιέλ. Ξεπέρασα και τον εαυτό μου αυτή τη φορά πιστεύω».

 

«Που είναι τώρα η Μπερμπελύνα;».

 

«Η γυναίκα σου βλάκα είναι στη γή απ’ όπου ήρθε το κρασί αυτό. Μην προσπαθήσεις καν να σκεφτείς που μπορεί να είναι αυτό το μέρος. Πολλά είπαμε όμως, αν θελήσεις να μου επιστρέψεις το μπουκάλι αρκεί να με καλέσεις και εγω θα επιστρέψω. Ως τότε, αναλογίσου τις επιλογές σου» είπε και χάθηκε μέσα σε μια ριπή ανέμου που σηκώθηκε απο το πουθενά, αφήνωντας μονάχα μια τούφα μαλλιά πίσω του.

 

Η καρδιά του ράγισε απο τη στεναχώρια όταν έμεινε μόνος και ακόμα και το πάσλαμ κατάλαβε τη θλίψη του και σιώπησε. Ανέβηκε στην άμαξά και νοιώθοντας όλη τη μοναξιά και τις τύψεις του κόσμου πάνω στις πλάτες του, κίνησε για το Διαγωνισμό.

 

Τα όσα ακολούθησαν δεν είχαν καμμιά σημασία πια γι’ αυτόν. Κέρδισε εύκολα. Οι κριτές που δοκίμασαν το κρασί του δάκρυσαν και κάποιοι μάλιστα αρνήθηκαν να δοκιμάσουν έστω άλλα κρασιά. Άκουγε τις επευφημίες των ανθρώπων αδειανός απο αισθήματα και το μόνο που τριγυρνούσε στο μυαλό του ήταν η άδικη μοίρα που βρήκε την αγαπημένη του εξ’ αιτίας της απερισκεψίας του.

 

 

«Δεν ήρθε η ώρα να πάρεις μια απόφαση τελικά;». Το πάσλαμ τον έβγαλε απο τις αναμνήσεις.

 

«Έχεις δίκιο» απάντησε, «η ώρα άλλωστε ζύγωσε και ο θεός θα ανυπομονεί...». Σηκώθηκε στην άκρη της προβλήτας και κοίταξε τις τελευταίες αχτίδες του ήλιου που κρυβόταν πίσω απο τα βουνά.

 

«Ζαραβαδιέλ, σου έδωσα μια υπόσχεση μα δεν θα την κρατήσω! Αγαπώ την Μπερμπελύνα μου τόσο πολύ που είμαι έτοιμος να θυσιαστώ γι’αυτήν. Το κρασί που σου έταξα δεν θα ποτίσει τον βωμό σου» είπε με λόγια βροντερά. Ένα παγερό αγέρι ρυτίδιασε το ποτάμι, μα δεν πτοήθηκε.

 

«Ογκουνάβου, μου είπες να σε καλέσω και το κάνω τώρα. Φανερώσου άτιμε!». Μια στήλη καπνού εμφανίστηκε μπροστά του και απο μέσα προβαλε αιωρούμενος ο μάγος.

 

«Πήρες απόφασή;».

 

«Ναι, θέλω την γυναίκα μου πίσω!» είπε και του πρότεινε το κρασί.

 

«Έκανες την επιλογή σου. Να ξέρεις οτι κάθε πρωί θα απολαμβάνω απο τη μαγική σφαίρα μου τα βάσανά που θα σε βάλει ο Θεός να υποστείς!».

 

«Πάρε το μπουκάλι και φύγε». Στάθηκαν μια στιγμή αντικρυστά, αυτός να κρατάει το μπουκάλι και ο μάγος να τον κοιτάει μέσα απο τον καπνό.

 

«Άντε, πάρτο ντε!».

 

«Πώς να το πάρω μωρέ;!»

 

«Α, το ξέχασα! Ορίστε» είπε και έβαλε τον λαιμό του μπουκαλιου προσεκτικά στα δόντια του μάγου.

 

«Δρόμο τώρα!». Με μία ακατάληπτη φράση ο μάγος χάθηκε και ο Κλεμπετσάνυ με ένα πικρό χαμόγελο άκουσε κάτι να πέφτει στο ποτάμι και μερικές πάπιες να πετάνε μακρυά τρομαγμένες. Την ίδια στιγμή η Μπερμπελύνα εμφανίστηκε μπροστά του με ένα απορημένο και έντρομο βλέμμα.

 

«Μην ρωτήσεις τίποτα» της είπε όταν αυτή έπεσε με αναφιλητά στην αγκαλιά του. «Θα σου εξηγήσει, όταν έρθει η ώρα, το πάσλαμ». Τον κοίταξε με απορία, μα ήταν παραζαλισμένη ακόμα και υπάκουσε. Την οδήγησε στην άμαξα και την άφησε να ξαπλώσει για λίγο. «Όταν συνέλθεις, ετοίμασε καλή μου κοτόπουλο και μαραθόριζα πουρέ. Ξέρεις πόσο μου αρέσει! Έχω κρατήσει ένα ποτηράκι κρασί για να το συνοδεύσω». Βγήκε έξω απο την άμαξα και κοίταξε ψηλά τον ουρανό.

 

«Νομίζω ότι δικαιούμαι ένα τελευταίο γεύμα πριν τα αιώνια μαρτύρια που με περιμένουν».

 

Μια αστραπή έσκισε τον ουρανό.

 

«Θα το πάρω ως ναι αυτό».

 

Ξαναμπήκε μέσα ενώ έξω πυκνές αλλόκοτες σκιές άρχισαν να τους κυκλώνουν.

 

 

Η άμαξα γύρισε στο χωριό που τον περίμενε θριαμβευτικά, δίχως αυτόν. Η περίλυπη γυναίκα του είπε πως εκείνο το τελευταίο βράδυ, αφού έφαγε με όρεξη και ήπιε ένα ποτηράκι κρασί, απλώς άνοιξε την πόρτα και χάθηκε για πάντα στο σκοτάδι.

 

 

 

 

 

 

ΤΕΛΟΣ...

 

 

 

 

 

 

 

 

«Γιαβρούμ, γιαβρίμ, ππιριμπιριμπιμ!!!». Ο Ογκουνάβου πρόφερε το ξόρκι και περίμενε τα αποτελέσματα. Οι μέρες της μεγαλομαγείας είχαν τελειώσει πια γι αυτόν όταν έχασε και το αριστερό του μάτι και είχε αποφασίσει να ασχοληθεί πλέον μόνο με τα άκακα ξόρκια της μικρομαγείας.

 

Τι θα μπορούσε πέρα απο άχρηστα αντικείμενα ή δαιμόνια να του στείλει η Δύναμη;

 

Άκουσε το ταβάνι του σπιτιού του να σκίζεται και με το εναπομείναν του μάτι κοίταξε ψηλά με προσμονή!

 

Για να του προσγειωθεί ο Κλεμπετσάνυ στο κεφάλι μαζί με την προφανή απάντηση στο ερώτημα του την οποία κατάλαβε πριν ξεψυχίσει!

 

Μα έναν άχρηστο μικρομάγο φυσικά!

Edited by Adicto
Link to post
Share on other sites
Blondbrained

Πριν σχολιάσω, πρέπει να το πω γιατί θα σκάσω: θέλω κι εγώ ένα πάσλαμ!!! laugh.gif

Link to post
Share on other sites
Blondbrained

Γιατί δε σχολιάζει κανείς; Να κάνω την αρχή, ή κάτι μου'χει ξεφύγει με τις προθεσμίες; Θα την κάνω, και το πολύ - πολύ να με παγώσετε!

 

Το λοιπόν, εψήφισα του Adicto, και θα αιτιολογήσω την απόφαση ευθύς αμέσως:

 

Είχε πλοκή....έντονη πλοκή, αστεία πλοκή, περίεργη και πρωτότυπη πλοκή, ανατροπές και χίλια δύο καλούδια που μου κράτησαν το ενδιαφέρον.

Είχε ζωντανό λόγο, χιούμορ, χαρακτήρες που μπορούσα να τους δω μπροστά μου, έιχε ένα ελαττωματικό πάσλαμ που το λάτρεψα, κι όταν τελείωσε ευχήθηκα να υπήρχε κι άλλο (και κάποιος Θεός θα μ'ακούσει, το ξέρω wink.gif )

Εν ολίγοις, χρησιμοποίησε τις παγίδες της Naroualis με επιδεξιότητα (αμάν, τι εισαγωγή ήταν αυτή; ) και μας έδωσε μία ιστορία, που έμοιαζε να γράφτηκε εξαρχής από τον συγγραφέα, κι όχι να αγκομαχά να συνδέσει τα στοιχεία της εισαγωγής.

 

Από την άλλη, η ιστορία του cesar, ενώ είχε προοπτικές, μου φάνηκε ότι έκανε ακριβώς αυτό: πάσχιζε να συνδέσει τα στοιχεία που έδινε η εισαγωγή...βιαζόταν, λες και δεν της έφτανε ο χρόνος να πει όσα ήθελε να πει σαν ιστορία, και τελειώνοντας έμοιαζε σαν να ανακουφίστηκε που τελείωσε την αφήγηση κι έβγαλε από πάνω της το βάσανο της εισαγωγής... Ίσως (έτσι μου φάνηκε), να ένιωθε πιο άνετα η ιστορία και να ξεδιπλωνόταν πιο χαλαρά, αν είχε άνεση λέξεων. Μάλλον την έπνιξαν οι 3.500 χιλιάδες του ορίου, ήθελε ν'απλωθεί, γιατί προσπάθησες cesar να πεις πολλά, πάρα πολλά σε λίγες τελικά λέξεις (σε σχέση μ'αυτά που είχες σκοπό να πεις), κι έμοιαζε λίγο τηλεγραφική και ....πώς να το πω...στακάτο (οι μουσικοί θα με καταλαβαινουν)...Το στακάτο είναι ωραίο σε μικρές δόσεις, όχι όταν όλο το έργο ειναι έτσι γραμμένο...

Δεν υπάρχει πρόβλημα στην χρήση του λόγου, αλλά δεν υπήρξε η έμπνευση που θα οδηγούσε την πένα σου στο σημείο να μην μας κάνει να θυμόμαστε συνέχεια πως δούλευες με την εισαγωγή ενός άλλου...

 

Αυτά, και πάντα τέτοια smile.gif

Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Δεν θέλω να κάνω λεπτομερή σχολιασμό μιας και το ζητούμενο είναι να ψηφίσουμε την ιστορία που προτιμάμε.

 

 

Επιγραμματικά θα πω πως απο το πρωί σκέφτομαι πάσλαμ, πρωτότυπους διαλόγους και φαντάζομαι τον κόσμο του Κλεμπετσάνι!

Σταμάτη η ιστορία ως ιδέα είναι εξαιρετική.Την επιμέρους κριτική στα σημεία στην έστειλα.

 

 

Φειδία, πέρα απο οποιαδήποτε λάθη τεχνικά η μη, το κυριότερο είναι πως οι χαρακτήρες σου δεν είχαν ψυχή.Απλά περιφέρονταν στο κείμενο.

Επίσης το τέλος μου φάνηκε πολύ κοφτό και αδιάφορο.

Link to post
Share on other sites

7 ψήφοι-2 κριτικές.

 

Λαέ του Σουφουφου...

 

Η γνώμη-κριτική σου είναι πολύτιμη για το μειράκιο της συγγραφής εν ονόματι Αντίκτο!

 

Μοιράσου την μαζί του!

 

 

Link to post
Share on other sites
Naroualis

Κι εγώ αυτό θα έλεγα, αλλά εκπίπτω στην κατηγορία αυτών που ψήφισαν αλλά δε σχολίασαν. Επιφυλλάσσομαι να σχολιάσω αύριο το πρωί, μιας και τότε θα μου περισσέψει χρόνος.

Link to post
Share on other sites
Tiessa

Πάντα μου αρέσουν οι ιστορίες με τα "χαριτωμένα" πλάσματα που φέρνουν σε δύσκολη θέση τους κατόχους τους.

Αυτό το πάσλαμ πολύ το χάρηκα (μόνο που σε κάποιο σημείο μού φάνηκε ότι έγινε "πάσνελ";)

Ακόμα καλύτερα μού αρέσουν οι ιστορίες που έχουν χιούμορ. Σίγουρα η εισαγωγή προσφερόταν για κάτι τέτοιο. Όλα τα στοιχεία αξιοποιήθηκαν επαρκώς, υπήρχε επαρκής πλοκή, και ακόμα καλύτερο το τέλος μετά το ΤΕΛΟΣ, που ενώ φαινόταν να σκοτεινιάζει την ατμόσφαιρα, αγωνία, δίλημμα, τιμωρίες και όλα τα σχετικά, έχουμε και τον Κλεμπετσάνυ να μας έρχεται κατακέφαλα.

Ψήφο στον Adicto γι αυτή την ιστορία.

 

Cesar_cy, ο κυριότερος λόγος που δεν παίρνεις την φήφο μου -πέρα από το ότι ο Adicto κέρδισε με το χιούμορ στα σημεία- είναι ότι αισθάνθηκα πως μείναμε στη μέση. Ενώ υπήρχε υλικό που μπορούσε να αξιοποιηθεί, μου φάνηκε πως τελείωσες βιαστικά και πάρα πολύ αποστασιοποιημένα.

 

Edit: Τα εισαγωγικά στα "χαριτωμένα"

Edited by Tiessa
Link to post
Share on other sites
Nienor

Μια πράγματι εύκολη επιλογή.

 

Cesar δεν έχεις κάνει και πολύ δουλειά εδώ και του φαίνεται. Αντίθετα ο Adicto έχει κάνει και πολύ και αποτελεσματική. Κι αυτό για μένα είναι κι ένα από τα ζητούμενα, το να πάρεις κάτι δηλαδή από όλη τη διαδικασία. Σίγουρα είναι και το να παίξεις με ένα φίλο ένα παιχνίδι που σου αρέσει, αλλά ακόμα και για να καταφέρεις να το παίξεις και να το ευχαριστηθείς θέλει να δώσεις κατιτίς. Αν δεν είχα διαβάσει τίποτα άλλο δικό σου δε θα ήμουν τόσο αυστηρή σίγουρα, αλλά επειδή ακριβώς έχω διαβάσει καλύτερα πράγματα από σένα, μπορώ να σου πω πως αυτό είναι το πρώτο κείμενό σου που διαβάζω που δεν ξέρω πως θα μπορούσες να το σώσεις. Και για να σου εξηγήσω τι εννοώ: το κόνσεπτ που έχει κάνει συμφωνία με το θεό του κάτω κόσμου για να πάρει αυτή τη γυναίκα που αγαπούσε τόσο πολύ και μετά απλά μεθυσμένος τη δίνει σε έναν άλλο για να πάρει.. χμμμμ.... απλά μια μποτίλια κρασί που δεν κάνει τίποτα άλλο, ε, δε μπορώ να το καταπιώ με τίποτα. Και για μένα από κει ξεκινάει και το ερώτημα μου "που είναι η ιστορια οέο?"

 

 

Adicto ένα πραγματικά πολύ όμορφο κείμενο :) Το πλασματάκι είναι υπέροχο, το ότι μιλάει με ερωτήσεις το κάνει ακόμα πιο υπέροχο, ο μάγος είναι επίσης τρισχαριτωμένος (αν και όντως βλάκας; χαζός; ηλίθιος; :p αλλά αυτό είναι που τον κάνει και αξιαγάπητο) και η ιστορία στέρεα. Όντως μοιάζει να έχεις μπει στο πετσί του ρόλου που πήρες να συνεχίσεις από την Ευθυμία και αυτό του δίνει ακόμα ένα ατού. Οι μόνες διαφωνίες που έχω με το δικό σου κείμενο είναι ότι δεν ξέρω από που προέκυψαν οι 3500 λέξεις αντί για τις 3000 και κάποια μικρολαθάκια που μπορείς πολύ εύκολα να διορθώσεις. Η πρώτη σου απόπειρα για φάντασυ είναι εξαιρετική.

Link to post
Share on other sites
Naroualis

Θα συμφωνήσω πρακτικά σε όλα με τη Νίενορ. Πιστεύω ότι ο Καίσαρας έπρπεπε να βάλει περισσότερη προσπάθεια και δουλειά στο κέιμενό του. Είναι στεγνό και δεν οδηγεί κάπου. Αναγνωρίζω ότι η εισαγωγή μου ήταν μάλλον υπερβολικά δύσκολη, αλλά το κείμενο το cesar_cy φαίνεται να είναι δυστυχισμένο που πρέπει να την ακολουθήσει.

 

Από την άλλη ο Adicto, για πρώτη προσπάθεια στο φάντασι, δείχνει να έχει πολλές και πολλά υποσχόμενες δυνατότητες κι επιπλέον εκμεταλλεύτηκε ακόμη και τη μαραθόριζα πουρέ...

 

 

Link to post
Share on other sites
aScannerDarkly

Κι εγώ συμφωνώ απολύτως με τα παραπάνω. Κατ' αρχάς να πω ότι ήταν η καλύτερη εισαγωγή που έχω δει σε write off. Ήταν όμως και πάρα πολύ δύσκολη, θέτοντας πολλούς περιορισμούς στις ιστορίες. Γι΄αυτό ίσως και κανείς να μην την αξιοποίησε 100% - πχ με το ζήτημα πολιτικής δεν ασχολήθηκε κανείς. Παρ' όλ' αυτά, ο Adicto κατάφερε να ενσωματώσει την εισαγωγή αυτή στην ιστορία του, και να δώσει ένα κείμενο που να κυλάει φυσιολογικά, ταιριαστό στο ύφος της. Ένα κείμενο, το οποίο, αν το κοιτάξεις ξεχωριστά, μακριά από τα πλαίσια του διαγωνισμού αυτού, είναι ένα πάρα πολύ διασκεδαστικό κείμενο, με φοβερά ευρήματα (πέρα από το πάσλαμ, μου άρεσε πολύ και ο μάγος που έχανε μέλη). Να διορθώσεις μονάχα μερικά λάθη λόγω βιασύνης (πάσνελ; ).

 

Cesar, η συμμετοχή σου δυστυχώς μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν ήξερες τι να κάνεις με την εισαγωγή και το κείμενο σου απλά έτρεχε να μπαλώσει τρύπες.

Edited by aScannerDarkly
Link to post
Share on other sites

Ευχαριστώ πάρα πολύ όσα μέλη σχολίασαν για τις παρατηρήσεις τους. Η (δύσκολη) εισαγωγή της Ναρουάλις με έφερε κάποιες στιγμές πίσω στα μαθητικά μου χρόνια! Δλδ, είχα σχεδιάσει σε μία κόλλα τα ...δεδομένα και έψαχνα τρόπο να τα ενώσω! Ήταν όμως πραγματικά μια καλή εισαγωγή!

Το αρχικό κείμενο ήταν ένα νταμάρι που πέρναγε τις 4.500 χιλιάδες λέξεις, αλλά κάλυπτε και την πολιτική πλευρά και την χρονική και την πρακτική. Επίσης ξεδιάλυνε και άλλα ερωτήματα όπως τι είναι αυτή η Δύναμη που ξεπερνάει και τους Θεούς, τι κρασί είναι αυτό (Σατω Λατίφ του 54! για όσους ενδιαφέρονται), που πήγε η Μπερμπελύνα, τι είδε ο Κλεμπετσάνυ κατά την παραμονή του στα νύχια του Θεού, μερικούς ακόμα χιουμοριστικούς διαλόγους και φυσικά μια πιο εκτενή αναφορά στην επανασύνδεση του ζεύγους. Δεν μπορούσα όμως να τα σφηνώσω όλα μαζί με τίποτα σε 3500 λέξεις όσο και αν πάλεψα γιατί το τελικό αποτέλεσμα κατέληγε να ειναι πολύ αποσπασματικό. Σκοπεύω σύντομα να το ανεβάσω ολοκληρωμένο στη Βιβλιοθήκη μας.

Για τα λαθάκια που λέτε, τα είδα και 'γω αλλά ήταν πια αργά, το κείμενο είχε ανέβει και δεν ήθελα να κάνω εντιτινγκ ενώ είχε περάσει η προθεσμία. Απο Τρίτη θα το σουλουπώσω.

Link to post
Share on other sites
dagoncult

Θαρρώ και γω πως θα ψηφίσω την ιστορία του adicto. Οι λόγοι έχουν να κάνουν τόσο με το γεγονός ότι είναι μια όμορφη, χιουμοριστική ιστορία, όσο και με το ότι η ιστορία του cesar_cry ήταν σχετικά αδύναμη.

 

Ο Μικρομάγος Κλεμπετσάνυ δείχνει να έχει δουλευτεί περισσότερο, κάτι που προκύπτει και από τον αριθμό των λέξεων (η ιστορία είναι τριπλάσια σε μέγεθος από την συνδιαγωνιζόμενη). Βέβαια, το μέγεθος δεν αποτελεί ντε και καλά σημάδι μιας καλής ιστορίας, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση μου φαίνεται ότι λέει κάτι.

 

Ο μικρομάγος συγκεντρώνει κι άλλα θετικά στοιχεία. Η πλοκή του, το φινάλε και το πάσλαμ είναι μερικά από αυτά. Από την άλλη, η ιστορία του cesar_cry έχει αυτό το κενό (που νομίζω εντόπισε και η Nienor)… δεν κατάλαβα τι ρόλο παίζει το μπουκάλι με το κρασί στην ιστορία. Αν το πιάνω, δίνει τη γυναίκα του (την οποία για να κερδίσει έχει κάνει τη συμφωνία με το Θεό του κάτω κόσμου) για να το αποκτήσει, αλλά μετά η φιάλη δεν δείχνει να παίζει κάποιον ρόλο.

 

ΥΓ:Κάπου διάβασα ότι τα πολλά ονόματα στον μικρομάγο ίσως να μπερδεύουν. Έχει αυτό μία βάση, αλλά για μένα το έσωζαν τα ίδια τα ονόματα, που σε ορισμένες περιπτώσεις (νομίζω στην πλειοψηφία τους) ηχούσαν αρκετά αστεία.

Link to post
Share on other sites

Η ψήφος μου θα πάει στον Σταμάτη. Απ' την πρώτη λέξη, σχεδόν, ήξερα ότι θα λατρέψω αυτή την ιστορία. Ήταν πικάντικη, πρωτότυπη, δουλεμένη (εκτός από μικρολαθάκια). Εκμεταλλεύτηκε στο έπακρον μια εισαγωγή που εμένα θα μ' έκανε να χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο για να δώσει μια ιστορία εξαιρετική, γεμάτη χιούμορ και καλογραμμένη.

 

Μ' έχουν καλύψει στα σχόλια όσοι προηγήθηκαν κι ελπίζω σιγά σιγά ο συγγραφέας να σταματήσει να έχει ΤΟΣΕΣ ανασφάλειες για το έργο του και να μπορέσει ν' αναγνωρίσει στον εαυτό του μια αξιόλογη πένα. :)

Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..