Jump to content
Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

Dangerous Visions

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

[Ζητώ προκαταβολικά συγνώμη για την βιαστική μετάφραση που ακολουθεί, εκείνη των γραπτών δύο αγαπητών μας γιγάντων της επιστημονικής φαντασίας, του Isaac Asimov και του Harlan Ellison. Αγόρασα το Dangerous Visions την Άνοιξη του 1993 και ήρθε ο καιρός να το ξεθάψω από την βιβλιοθήκη μου.]

 

Dangerous Visions

Σύνταξη: Harlan Ellison

Εκδόθηκε στη Μεγάλη Βρετανία σε δύο τόμους το 1970.

Εκδόθηκε πάλι σε έναν τόμο το 1987.

 

Το βιβλίο είχε τόσο μεγάλη επιτυχία που το 1972 εκδόθηκε και δεύτερο, το Again, Dangerous Visions. Ανακοινώθηκε και τρίτη συνέχεια για το 1973, το The Last Dangerous Visions. Λόγω επαγγελματικών κολλημάτων του Ellison η έκδοση αναβλήθηκε και παραμένει μέχρι σήμερα ένας θρύλος, το πιο διάσημο μη εκδοθέν βιβλίο επιστημονικής φαντασίας. Ο Harlan Ellison έχει δεχτεί σφοδρή κριτική για τον τρόπο που χειρίστηκε το θέμα των συγγραφέων και των διηγημάτων που προσκόμισαν (για το τρίτο βιβλίο) κάπου 150 στον αριθμό. Το 1993 ο Ellison απείλησε να κάνει μήνυση κατά της New England Science Fiction Association (NESFA) επειδή εξέδωσαν το Himself in Anachron, ένα διήγημα γραμμένο από τον Cordwainer Smith, του οποίου η χήρα είχε πουλήσει στον Ellison για το τρίτο βιβλίο. Στα τριάντα και κάτι χρόνια από τότε, πολλοί από τους 150 συγγραφείς δεν βρίσκονται πια εν ζωή.

 

post-1004-126608318091_thumb.jpg

 

DANGEROUS VISIONS

 

ΠΡΩΤΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ – Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Από τον Isaac Asimov

 

Σήμερα, τη μέρα που γράφω αυτό, έλαβα ένα τηλεφώνημα από τους Times της Νέας Υόρκης. Έκαναν δεκτό ένα άρθρο που τους ταχυδρόμησα πριν από τρεις μέρες. Θέμα: Ο αποικισμός της Σελήνης. Και με ευχαρίστησαν! Μεγάλη Luna, πόσο άλλαξαν οι καιροί! Πριν από τριάντα χρόνια, όταν ξεκίνησα να γράφω επιστημονική φαντασία (ήμουν πολύ νέος τότε), ο αποικισμός της Σελήνης ήταν αποκλειστικού ενδιαφέροντος για περιοδικά pulp με φρικαλέα εξώφυλλα. Ήταν «μη μου πεις ότι πιστεύεις αυτές τις σαχλαμάρες» λογοτεχνία. Ήταν «μη γεμίζεις το μυαλό σου με αυτές τις αηδίες» φιλολογία.!

 

Καμιά φορά τα σκέφτομαι όλα αυτά χωρίς να μπορώ να τα πιστέψω. Η επιστημονική φαντασία ήταν η «ελαφριά» λογοτεχνία (escape literature). Για να … δραπετεύουμε. Γυρνούσαμε την πλάτη μας σε πρακτικά προβλήματα όπως η μπάλα ή τα μαθήματα ή το ξύλο στις αλάνες για να μπούμε στις παραμυθοχώρες των πληθυσμιακών εκρήξεων, των διαστημικών πυραύλων, σεληνιακών εξερευνήσεων, ατομικών βομβών, συμπτωμάτων ραδιενέργειας και ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

 

Δεν ήταν υπέροχο; Και δεν είναι καταπληκτικό ο τρόπος με τον οποίο εμείς οι νεαροί δραπέτες κερδίσαμε την καταξίωση που μας άξιζε; Όλα τα μεγάλα, αινιγματικά και άλυτα προβλήματα του σήμερα, απασχολούσαν εμάς, περίπου είκοσι ολόκληρα χρόνια πριν απασχολήσουν οποιονδήποτε άλλον. Πως σας φαίνεται αυτό σαν απόδραση; Αλλά τώρα μπορείς να αποικήσεις τη Σελήνη μέσα στις καλές, γκρίζες σελίδες των Times της Νέας Υόρκης. Και όχι σαν ένα κομμάτι επιστημονικής φαντασίας, αλλά σαν μια νηφάλια ανάλυση μιας εμπεριστατωμένης πραγματικότητας. Αυτό αντιπροσωπεύει μια σημαντική αλλαγή, μια αλλαγή που έχει άμεση σχέση με το βιβλίο που κρατάτε αυτή τη στιγμή στο χέρι σας. Να σας το εξηγήσω!

 

Έγινα συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας το 1938, ακριβώς τον καιρό που ο John W. Campbell Jr., έφερνε επανάσταση στο είδος, με μια απλή απαίτηση. Οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας έπρεπε να τοποθετούνται σταθερά στο όριο ανάμεσα στην επιστήμη και την λογοτεχνία. Η επιστημονική φαντασία πριν τον Campbell έπεφτε συχνά σε μία εκ δύο κατηγοριών. Ήταν είτε μη-επιστημονικές ή ήταν όλο-επιστημονικές. Οι μη-επιστημονικές ιστορίες ήταν περιπέτειες όπου συχνά ορολογίες των Γουέστερν αντικαθιστούνταν από ανάλογες διαστημικές ορολογίες. Ο συγγραφέας ήταν τελείως αθώος στις επιστημονικές γνώσεις και το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα λεξικό τεχνικών όρων που τους πετούσε αδιάκριτα στο κείμενο του.

 

Οι όλο-επιστημονικές ιστορίες, από την άλλη, είχαν ως πρωταγωνιστές αποκλειστικά επιστήμονες καρικατούρες. Μερικοί ήταν τρελοί επιστήμονες, κάποιοι ήταν αφηρημένοι επιστήμονες, και άλλοι ήταν ευγενείς επιστήμονες. Το μόνο που είχαν κοινό μεταξύ τους ήταν η διάθεση τους να αναλύουν τις θεωρίες τους. Οι τρελοί τις ούρλιαζαν, οι αφηρημένοι τις μουρμούραγαν, οι ευγενείς τις απάγγελναν, όλοι όμως τις παρέδιδαν με ατελείωτες διαλέξεις. Οι ιστορίες ήταν ένα λεπτό τσόφλι που κάλυπτε μεγάλους μονόλογους, για να περάσει η ψευδαίσθηση ότι αυτοί οι μεγάλοι μονόλογοι είχαν κάτι να πουν.

 

Σίγουρα όμως υπήρχαν εξαιρέσεις. Να αναφέρω, για παράδειγμα, το A Martian Odyssey του Stanley G. Weinbaum (ο οποίος, τραγικά, πέθανε από καρκίνο στην ηλικία των τριάντα έξι). Εμφανίστηκε στο τεύχος Ιουλίου του 1934 του Wonder Stories, μια τέλεια Καμπελική ιστορία, τέσσερα χρόνια πριν ο Campbell ξεκινήσει την επανάσταση του. Η συμβολή του Campbell ήταν η επιμονή του η εξαίρεση να γίνει ο κανόνας. Έπρεπε να υπάρχει αληθινή επιστήμη και αληθινή ιστορία, χωρίς το ένα να επισκιάζει το άλλο. Δεν έβρισκε πάντα αυτό που ζητούσε, αλλά το έβρισκε αρκετά συχνά για να εισάγει αυτό που οι παλιοί θεωρούν ως την Χρυσή Εποχή της επιστημονικής φαντασίας.

 

Για να είμαστε δίκαιοι, κάθε γενιά έχει τη χρυσή της εποχή. Αλλά η Καμπελική Χρυσή Εποχή τυχαίνει να είναι η δική μου, και όποτε αναφέρομαι σε χρυσή εποχή εννοώ εκείνη. Δόξα τω Θεώ, κατάφερα να μπω στη δουλειά έγκαιρα, έτσι ώστε να συνεισφέρουν οι ιστορίες μου με τον τρόπο τους (και με έναν πολύ καλό τρόπο πράγματι, και στα κομμάτια η δήθεν μετριοφροσύνη) σε αυτή τη Χρυσή Εποχή.

 

Κι όμως, όλες οι Χρυσές Εποχές κουβαλούν έσωθεν τους σπόρους της ίδιας τους της κατάρρευσης. Και όταν έχουν τελειώσει όλα, μπορεί κανείς να κοιτάξει πίσω και να διακρίνει αυτούς τους σπόρους αλάθητα. (Υπέροχη, υπέροχη στερνή γνώση! Πόσο γλυκιά είναι η προφητεία όσων έχουν ήδη συμβεί. Δεν μπορείς να κάνεις λάθος!)

 

Σε αυτή την περίπτωση, η απαίτηση του Campbell για αληθινή επιστήμη και αληθινές ιστορίες προσκάλεσε και μια διπλή νέμεση, μια για την αληθινή επιστήμη και μια για την αληθινή ιστορία. Με την αληθινή επιστήμη, οι ιστορίες ακούγονταν όλο και πιο πιθανές. Συγγραφείς, που πάσχιζαν για ρεαλισμό, περιέγραφαν κομπιούτερ και ρουκέτες και πυρηνικά όπλα σαν τα κομπιούτερ, τις ρουκέτες και τα πυρηνικά όπλα, όπως αυτά εξελίχθηκαν μέσα στην επόμενη δεκαετία. Σαν αποτέλεσμα, η πραγματική ζωή των 50s και των 60s είναι σαν την Καμπελική επιστημονική φαντασία των 40s.

 

Ναι, ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας του 40 μας πήγε πέρα από οτιδήποτε έχουμε εκπληρώσει στην πραγματικότητα σήμερα. [μεταφραστής: το κείμενο είναι γραμμένο το 1967]. Εμείς οι συγγραφείς δεν στοχεύσαμε απλά για τη Σελήνη ή στείλαμε μη επανδρωμένους πύραυλους στον Άρη. Διασχίσαμε τον γαλαξία σε μηχανές που ταξίδευαν ταχύτερα του φωτός. Όμως, όλες μας οι διαστημικές περιπέτειες ήταν βασισμένες στη λογική που δεσπόζει σήμερα στη NASA.

 

Και επειδή η σημερινή πραγματικότητα θυμίζει τόσο την προχθεσινή φαντασία, οι παλιομοδίτες φαν έμειναν ανικανοποίητοι. Βαθιά μέσα τους, είτε το παραδέχονται είτε όχι, υπάρχει μια αίσθηση απογοήτευσης, και οργής ακόμα, επειδή ο έξωθεν κόσμος έχει εισβάλλει στον ιδιωτικό τους τομέα. Νιώθουν την απώλεια της «αίσθησης του καταπληκτικού» γιατί αυτό που κάποτε ήταν καταπληκτικό έχει καταντήσει πεζό και καθημερινό.

 

Επιπλέον, η ελπίδα ότι η Καμπελική επιστημονική Φαντασία θα απογειωνόταν σαν θύελλα σε αναγνωσιμότητα και σεβασμό κατά κάποιο τρόπο δεν επαληθεύτηκε. Κι αυτό γιατί προέκυψε κάτι που δεν είχε προβλέψει κανένας. Η νέα γενιά πιθανών αναγνωστών επιστημονικής φαντασίας βρήκαν όλη την επιστημονική φαντασία που χρειαζόταν στις εφημερίδες και τα περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας. Δεν υπήρχε πλέον η ανάγκη στο να αναζητήσουν τα ειδικευμένα περιοδικά. Έτσι, μετά από ένα σύντομο πυροτέχνημα στα πρώτα μισά των 50s, όταν όλα τα χρυσά όνειρα έμοιαζαν να επαληθεύονται για τον συγγραφέα και τον εκδότη της επιστημονικής φαντασίας, υπήρξε ένα κραχ και τα περιοδικά έπαψαν να πουλούν όπως μια δεκαετία πίσω. Ούτε η εκτόξευση του Σπούτνικ δεν μπορούσε να σταματήσει την κάμψη, αντ’αυτού την επιτάχυνε.

 

Αυτά σχετικά με τη νέμεση που προκάλεσε η αληθινή επιστήμη. Και η αληθινή ιστορία;

 

Όσο η επιστημονική φαντασία ήταν το αμφισβητούμενο μέσο που ήταν στις δεκαετίες των ‘20 και ’30, η καλή γραφή δεν ήταν το απαιτούμενο. Οι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας της εποχής ήταν εξασφαλισμένοι, όσο ζούσαν θα έγραφαν επιστημονική φαντασία, καθώς οποιοδήποτε άλλο είδος απαιτούσε καλύτερη τεχνική, κάτι που τους ξεπερνούσε. (Προλαβαίνω να σας πω ότι υπήρχαν εξαιρέσεις και ο Murray Leinster μού’ρχεται στο μυαλό σαν μία.)

 

Οι συγγραφείς που αναπτύχθηκαν υπό τον Campbell όμως, έπρεπε να γράφουν καλά αλλιώς ο Campbell τους απέρριπτε. Κάτω από την πίεση της ίδιας τους της ανυπομονησίας άρχισαν να γράφουν ολοένα και καλύτερα. Τελικά και αναπόφευκτα, ανακάλυψαν ότι είχαν γίνει αρκετά καλοί για να κερδίζουν περισσότερα χρήματα αλλού, και έτσι η συμβολή τους στην επιστημονική φαντασία μίκραινε σημαντικά. Και πράγματι, οι δύο καταδίκες της Χρυσής Εποχής συνεργάστηκαν στενά ως προς έναν βαθμό. Ένας σημαντικός αριθμός των συγγραφέων της Χρυσής Εποχής ακολούθησαν την αύρα της επιστημονικής φαντασίας στο ταξίδι της από φαντασία σε πραγματικότητα. Συγγραφείς όπως οι Poul Anderson, Arthur C. Clark, Lester del Rey, και Clifford D. Simak άρχισαν να γράφουν επιστημονική πραγματικότητα.

 

Δεν άλλαξαν οι συγγραφείς, για να πω την αλήθεια, ήταν το μέσο που άλλαξε. Τα στοιχεία με τα οποία ενασχολήθηκαν στη φαντασία (πύραυλοι, διαστημικά ταξίδια, ζωή σε άλλους κόσμους κλπ) μετατοπίστηκαν από την φαντασία στην πραγματικότητα, και οι συγγραφείς ακολούθησαν την μετατόπιση. Και φυσικά, κάθε σελίδα μη-επιστημονικής φαντασίας γραμμένη από αυτούς τους συγγραφείς σήμαινε μια σελίδα λιγότερη για την επιστημονική φαντασία.

 

Εάν κάποιος πολύξερος αναγνώστης αρχίσει αυτή τη στιγμή να μουρμουράει σαρκαστικά σχόλια, καλύτερα να παραδεχτώ αμέσως και ξεκάθαρα, ότι από όλη την Καμπελική παρέα, πιθανόν εγώ να έκανα την πιο εξεζητημένη αλλαγή. Από την εκτόξευση του Σπούτνικ και την επανάσταση στην συμπεριφορά των αμερικανών προς την επιστήμη (τουλάχιστο προσωρινά) έχω, μέχρι τώρα, εκδώσει πενήντα οχτώ βιβλία, από τα οποία μόνο τα εννέα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως φαντασία.

 

Πραγματικά, ντρέπομαι, κοκκινίζω και νιώθω ενοχές, γιατί όπου και να πάω, ό,τι και να κάνω, θα θεωρώ πάντα, πρωτίστως, τον εαυτό μου ως συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας. Κι όμως, αν οι Times της Νέας Υόρκης μου ζητούν να αποικίσω τη Σελήνη, ή το Harper’s μου ζητήσει να εξερευνήσω τα έσχατα του Σύμπαντος, πως μπορώ να τους αρνηθώ; Αυτά τα θέματα είναι η ουσία της δια βίου δουλειάς μου. Και προς υπεράσπιση μου, να σας πω ότι δεν έχω εγκαταλείψει τελείως την επιστημονική φαντασία στην πιο ουσιώδη σημασία της. Το τεύχος Μαρτίου του 1967 του Worlds of If (στα περίπτερα καθώς γράφω τώρα) περιέχει μια μικρή νουβέλα μου με τίτλο Billiard Ball.

 

Αλλά ας αφήσουμε εμένα κι ας επιστρέψουμε στην επιστημονική φαντασία…

 

Ποια ήταν η απάντηση της επιστημονικής φαντασίας σε αυτή τη διπλή απειλή; Σίγουρα ο τομέας έπρεπε να προσαρμοστεί, και αυτό έκανε. Γραφόταν ακόμα υλικό που ήταν καθαρά Καμπελικό, αλλά δεν αποτελούσε πια την ραχοκοκαλιά του είδους. Η πραγματικότητα έδρευε πολύ κοντά πλέον. Ξανά, υπήρξε μια επανάσταση στην επιστημονική φαντασία νωρίς στα 60s, σημαδεμένη κυρίως από το περιοδικό Galaxy, υπό την αρχισυνταξία του Frederik Pohl. Η επιστήμη υποχώρησε και νέα μοντέρνα τεχνική του φανταστικού ήρθε στο προσκήνιο.

 

Η συμπεριφορά άρχισε να κλίνει προς το στυλ. Όταν ο Campbell ξεκίνησε την επανάσταση του, οι νέοι συγγραφείς που έκαναν την εμφάνιση τους κουβαλούσαν μαζί τους την αίσθηση του πανεπιστημίου, της επιστήμης και της μηχανικής, του χάρακα και των δοκιμαστικών σωλήνων. Τώρα, οι νέοι συγγραφείς είχαν την αύρα του ποιητή και του καλλιτέχνη, με την αύρα του Greenwich Village και του Left Bank.

 

Φυσικά, δεν είναι δυνατό να υπάρξουν επαναστατικοί κατακλυσμοί χωρίς τις αναπόφευκτες απώλειες διαφόρων ειδών. Το τέλος της Κρητιδικής Περιόδου είδε το τέλος των δεινοσαύρων και η αλλαγή από τον βωβό κινηματογράφο στον ομιλούντα εξαφάνισε ορδές ποζάτων χωρίς κανένα άλλο ταλέντο. Το ίδιο και με τις επαναστάσεις στην επιστημονική φαντασία. Διαβάστε τη λίστα των συγγραφέων σε οποιοδήποτε περιοδικό ε.φ. των 30s και κάντε το ίδιο σε κάποιο τεύχος των 40s. Υπάρχει μια σχεδόν ολοκληρωτική αλλαγή, γιατί υπήρξαν μαζικές εξαφανίσεις συγγραφέων καθώς λίγοι μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στην αλλαγή. (Ανάμεσα στους λίγους που μπόρεσαν οι Edmond Hamilton και Jack Williamson.)

 

Ανάμεσα στα 40s και τα 50s υπήρξε μικρή αλλαγή. Η Καμπελική εποχή συνέχιζε στον ρυθμό της και αυτό δείχνει πως μία μόνο δεκαετία δεν είναι από μόνη της κρίσιμη αρκετά. Συγκρίνετε όμως τους συγγραφείς ενός τεύχους της δεκαετίας του 50 με ενός σημερινού τεύχους. Υπήρξε άλλη μια μεγάλη αλλαγή. Πάλι κάποιοι επέζησαν, αλλά μια ολόκληρη νέα πλημμύρα συγγραφέων της νέας σχολής μπήκαν στον τομέα.

 

Η Δεύτερη Επανάσταση δεν είναι ξεκάθαρη και φανερή όσο ήταν η Πρώτη. Παρούσα τώρα, που ήταν απούσα τότε, είναι η ανθολογία επιστημονικής φαντασίας, και η παρουσία της ανθολογίας θολώνει την μεταβίβαση. Κάθε χρόνο βλέπουμε να εκδίδονται αρκετές ανθολογίες, και όλες τραβούν το περιεχόμενο τους από το παρελθόν. Στις ανθολογίες των 60s βλέπουμε διηγήματα των 40s και 50s, και έτσι οι ανθολογίες της Δεύτερης Επανάστασης δεν έχουν εμφανιστεί ακόμα.

 

Αυτός είναι και ο λόγος της ανθολογίας που κρατάτε τώρα στα χέρια σας. Δεν είναι φτιαγμένη από ιστορίες του παρελθόντος. Περιέχει διηγήματα που γράφτηκαν τώρα, κάτω από την επίδραση της Δεύτερης Επανάστασης. Ήταν ακριβώς η πρόθεση του Harlan Ellison να παρουσιάσει αυτή την ανθολογία ως εκπρόσωπο του είδους όπως είναι σήμερα.

 

Αν κοιτάξετε τα περιεχόμενα θα βρείτε συγγραφείς που διέπρεψαν στην Καμπελική εποχή – Lester del Rey, Poul Anderson, Theodore Sturgeon κλπ. Είναι συγγραφείς που διαθέτουν το ταλέντο και την φαντασία για να επιβιώσουν τη Δεύτερη Επανάσταση. Θα βρείτε επίσης συγγραφείς που είναι προϊόντα των 60s και οι οποίοι γνωρίζουν μόνο τη νέα εποχή. Είναι οι Larry Niven, Norman Spinrad, Roger Zelazny και άλλοι.

 

Θα ήταν ανόητο να θεωρήσουμε ότι όλοι οι καινούργιοι θα γνωρίσουν καταξίωση. Όσοι θυμούνται τους παλιούς, και βρίσκουν αυτή τη μνήμη συνδεδεμένη με τα ίδια τους τα νιάτα, θα κλάψουν το παρελθόν, φυσικά. Δεν θα σας κρύψω ότι κι εγώ το κλαίω το παρελθόν. Η Πρώτη Επανάσταση με γέννησε και αυτή είναι που κρατώ στην καρδιά μου.

 

Γι αυτό, όταν ο Harlan μου ζήτησε να γράψω ένα διήγημα γι αυτή την ανθολογία, αρνήθηκα. Σκέφτηκα πως ό,τι και να έγραφα θα έβγαινε σαν παραφωνία. Θα ήταν πολύ νηφάλιο, πολύ καθώς πρέπει, και για να το πω ωμά, θα ήταν φλώρικο. Έτσι, συμφώνησα αντ’αυτού να γράψω την εισαγωγή. Μια νηφάλια, καθώς πρέπει και τελείως φλώρικη εισαγωγή.

 

Και προσκαλώ όλους εσάς που δεν είστε φλώροι, και που νιώθετε ότι η Δεύτερη Επανάσταση είναι η δική σας επανάσταση, να συναντήσετε δείγματα της νέας επιστημονικής φαντασίας όπως δημιουργήθηκαν από τους νέους (και κάποιους από τους παλιούς) μάστορες. Εδώ θα βρείτε το είδος στο πιο θαρραλέο και πειραματικό του. Είθε να σας αγγίξει και να σας εμπνεύσει κατάλληλα.

 

Isaac Asimov – Φεβρουάριος 1967

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ – Ο HARLAN ΚΙ ΕΓΩ

Από τον Isaac Asimov

 

Αυτό το βιβλίο είναι Harlan Ellison. Είναι μουλιασμένο από Ellison, μυρίζει από Ellison. Βέβαια, τριάντα δύο άλλοι συγγραφείς (κι εγώ κατά έναν τρόπο) συνεισφέραμε εδώ, αλλά η εισαγωγή του Harlan και οι τριάντα δύο πρόλογοι που αγκαλιάζουν τα διηγήματα αφήνουν δυνατά τη γεύση της προσωπικότητας του. Γι αυτό και θεωρώ πρέπον να σας πω την ιστορία, του πως έτυχε να συναντήσω τον Harlan για πρώτη φορά.

 

Το σκηνικό ήταν το World Science Fiction Convention κάπου δέκα χρόνια πριν. Μόλις είχα φτάσει στο ξενοδοχείο μου και κατευθύνθηκα αμέσως για το μπαρ. Δεν πίνω, αλλά ήξερα ότι όλοι θα ήταν μαζεμένοι εκεί. Και ήταν πράγματι όλοι εκεί, φώναξα χαιρετισμούς και όλοι ανταπέδωσαν επίσης φωνάζοντας. Ανάμεσα τους όμως, ήταν και ένας νεαρός που δεν είχα ξαναδεί. Ένας μικροκαμωμένος τύπος με δυνατά χαρακτηριστικά και τα πιο έντονα μάτια που είχα δει ποτέ μου. Εκείνα τα έντονα μάτια ήταν τώρα εστιασμένα πάνω μου, σε έναν τόνο που θα μπορούσα να περιγράψω μόνο ως λατρευτικό.

«Είσαι ο Isaac Asimov;» με ρώτησε.

Και στη φωνή του υπήρχε δέος και ενθουσιασμός και κατάπληξη. Κολακεύτηκα, αλλά προσπάθησα όσο μπορούσα να διατηρήσω μια κάποια κόσμια μετριοφροσύνη.

«Ναι, είμαι» απάντησα.

«Δεν με δουλεύεις, είσαι πράγματι ο Isaac Asimov;»

Δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα λέξεις που να περιγράψουν το πάθος και τον σεβασμό με τον οποίο η γλώσσα του χάιδευε τις συλλαβές του ονόματος μου. Ένιωσα σχεδόν υποχρεωμένος να απλώσω το χέρι μου στο κεφάλι του για να τον ευλογήσω, αλλά συγκρατήθηκα.

«Ναι, είμαι. Πράγματι είμαι» είπα και το χαμόγελο μου είχε πλέον απλωθεί τόσο που ήταν αναγουλιαστικό να το κοιτάζει κανείς.

«Ε, νομίζω ότι…» ξεκίνησε, στον ίδιο τόνο λατρευτικής φωνής, και για ένα κλάσμα δευτερολέπτου έκανε μια παύση, ενώ εγώ άκουγα και οι γύρω κρατούσαν την αναπνοή τους. Σε εκείνο το κλάσμα δευτερολέπτου το πρόσωπο του νεαρού άλλαξε σε μια γκριμάτσα ολοκληρωτικής απαξίωσης και τελείωσε την πρόταση του με πλήρη ένδειξη αδιαφορίας.

«…είσαι ένα τίποτα.»

 

Το αποτέλεσμα, για μένα, ήταν σα να τσακιζόμουν κουτρουβαλώντας σε έναν γκρεμό που δεν είχα προσέξει καν ότι ήταν εκεί. Πετάρισα τα βλέφαρα μου σαν ηλίθιος ενώ όλοι γύρω μου ξέσπασαν σε γέλια. Ο νεαρός βλέπετε ήταν ο Harlan Ellison και δεν τον είχα συναντήσει ποτέ πριν και δεν γνώριζα την χαρακτηριστική του ασέβεια. Αλλά όλοι οι υπόλοιποι τον ήξεραν καλά, και περίμεναν εμένα τον αθώο να την πατήσω, όπως και την πάτησα.

 

Όταν επιτέλους κατάφερα κάπως να συνέλθω, είχα χάσει πολύτιμο χρόνο για μια ξεγυρισμένη ανταπάντηση. Μπορούσα πλέον να αντεπεξέλθω όσο πιο καλά μπορούσα, κουτσαίνοντας μελανιασμένος, ξέροντας πως τις είχα φάει ενώ δεν πρόσεχα, και ότι δεν είχε υπάρξει ούτε ένας μέσα σε τόσους να μου ρίξει μια προειδοποίηση.

 

Ευτυχώς, πιστεύω στη συγχώρεση, και αποφάσισα να συγχωρέσω τον Harlan τελείως – μόλις έβρισκα πρώτα την ευκαιρία να του το ξεπληρώσω, με τόκο. Πρέπει να καταλάβετε επίσης ότι ο Harlan είναι ένας γίγαντας θάρρους, προκλητικότητας, φλυαρίας, σπιρτάδας, γοητείας, εξυπνάδας – σχεδόν στα πάντα πλην του ύψους του. Δεν είναι ακριβώς πολύ ψηλός. Μάλιστα, για να μην ακριβολογούμε και καλά, είναι αρκετά κοντός, πιο κοντός ακόμα και από τον Ναπολέοντα. Και ένιωσα ενστικτωδώς, καθώς συνερχόμουν από την συντριβή μου, ότι αυτός ο νεαρός, που μου τον σύστησαν ως έναν πολύ αναγνωρισμένο φαν, ο Harlan Ellison, ήταν λίγο ευαίσθητος πάνω σε αυτό το θέμα. Έκανα μια υποσημείωση στο νου μου.

 

Την άλλη μέρα στο convention, ήμουν στη σκηνή και παρουσίαζα τους διάφορους επώνυμους, προσθέτοντας και μια γλυκιά κουβέντα για τον καθένα τους. Είχα στο μάτι και τον Harlan όλη την ώρα, καθώς καθόταν (που αλλού; ) στην πρώτη σειρά στο ακροατήριο. Μόλις η προσοχή του αφαιρέθηκε, κάλεσα ξαφνικά το όνομα του. Σηκώθηκε, έκπληκτος και απροετοίμαστος, και στη συνέχεια πρόσθεσα, όσο πιο γλυκά μπορούσα:

«Harlan, ανέβα στους ώμους του διπλανού σου για να σε δουν όλοι.»

Και καθώς το κοινό, ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό αυτή τη φορά, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια, συγχώρεσα τον Harlan και είμαστε πολύ καλοί φίλοι έκτοτε.

 

Isaac Asimov, Φεβρουάριος 1967

 

 

Η Απάντηση του Harlan Ellison

 

Ενώ γνωρίζω πολύ καλά ότι είναι κατακριτέο για έναν νεαρό να διαφωνεί δημόσια με κάποιον γηραιότερο του, ο ακράτητος θαυμασμός και αμείωτη φιλία που νιώθω για τον Καλό Δόκτορα, τον Asimov, με υποχρεώνει να προσθέσω αυτή την υποσημείωση στην δεύτερη Εισαγωγή του, απλά και μόνο στο όνομα της ιστορικής ακρίβειας, έναν θεσμό στον οποίο εκείνος έχει αφιερώσει διπλάσια χρόνια από όσα χρόνια εγώ είμαι εν ζωή. Υπάρχει μια αρνητική χροιά που βγαίνει στην υποτιθέμενη δήλωση που έκανα προς τον Δρ. Asimov, όπως τη διαβάσατε ανωτέρω. Αυτή η αρνητική χροιά δεν υπήρξε σε καμία στιγμή του συμβάντος, όπως ποτέ πριν ή έκτοτε. Όποιος θα μιλούσε στον Asimov, ή για τον Asimov, με απαξίωση, είναι ο ίδιος πέραν κάθε ίχνους σεβασμού. Η δε ανάμνηση του συμβάντος καθεαυτού, είναι μάλλον πιο φρέσκια στον νου μου. (Μόνο ένας άθλιος θα σχολίαζε την ελαττωματική μνήμη και χρωματισμένη νοσταλγία των ηλικιωμένων μας Γιγάντων στην Ε.Φ.)

 

Δεν είπα «Είσαι ένα τίποτα.» Είπα «δεν είσαι τίποτα σπουδαίο.» Παραδέχομαι βέβαια ότι η διαφορά είναι ανεπαίσθητη. Φερόμουν σαν τσογλάνι, αλλά μετά την ανάγνωση όλων αυτών των μυθιστορημάτων που με ταξίδεψαν στους Γαλαξίες, με ηρωικούς άντρες και ηρωικά μεγέθη, περίμενα ένα ζωντανό κομπιούτερ, έναν Κόναν με το μυαλό του Lije Bailey [ήρωας του Asimov (Caves of Steel)]. Αντ’αυτού, συνάντησα έναν αληθινά υπέροχο, εύρωστο εβραίο που θύμιζε πτηνό με παπιγιόν και μιλούσε σαν τον Μελ Μπρουκς. Δεν είχα απογοητευτεί ποτέ από ιστορία του Asimov, και δεν έχω απογοητευτεί ποτέ από τον Asimov τον άνθρωπο. Αλλά σε εκείνη την πρώτη στιγμή, τα όνειρα μου υπερίσχυαν της πραγματικότητας, και η δήλωση μου ήταν περισσότερο αντανακλαστική παρά προϊόν κακίας. Και παρεμπιπτόντως, ο Ναπολέων είχε ύψος 5’2’’. Εγώ είμαι 5’5’’. Αυτή είναι μάλλον η πρώτη φορά που ο Δρ. Asimov υπέπεσε σε σφάλμα. Εύχομαι να μπορέσει να το αποδεχτεί αυτό, όπως κι εγώ έχω αποδεχτεί το ύψος μου.

 

Harlan Ellison

 

 

 

Απόσπασμα της Εισαγωγής του Harlan Ellison

 

«Αυτό που κρατάτε στο χέρι σας είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό βιβλίο. Αν είμαστε τυχεροί, είναι μια επανάσταση. Αυτό το βιβλίο, και οι διακόσιες χιλιάδες και τριάντα εννιά λέξεις του, η μεγαλύτερη ανθολογία θεωρητικής φαντασίας που εκδόθηκε ποτέ, με μόνο καινούργιες ιστορίες, η μεγαλύτερη ανθολογία σε οποιοδήποτε είδος, χτίστηκε πάνω σε συγκεκριμένες γραμμές επανάστασης. Πρόθεση της ήταν να αναταράξει τα πράγματα. Δημιουργήθηκε από την ανάγκη για νέους ορίζοντες, νέες φόρμες, νέα στυλ, νέες προκλήσεις στην λογοτεχνία της εποχής μας. Εάν το έπραξε σωστά, θα σας δώσει αυτούς τους νέους ορίζοντες και το στυλ και τις φόρμες και τις προκλήσεις. Αν όχι, εξακολουθεί να είναι ένα καταπληκτικό βιβλίο γεμάτο από ψυχαγωγικές ιστορίες.

 

Υπάρχει μια συντροφιά κριτικών, αναλυτών και αναγνωστών που ισχυρίζονται ότι η «σκέτη ψυχαγωγία», δεν είναι αρκετή, ότι πρέπει να υπάρχει ουσία και περιεχόμενο σε μια ιστορία, ένα μεγαλειώδες μήνυμα ή φιλοσοφία ή υπερπληθώρα υπερεπιστήμης. Ενώ υπάρχει σίγουρα αξία στους ισχυρισμούς τους, έχει καταλήξει σχεδόν αυτοσκοπός στην λογοτεχνία αυτή η αποφθεγματική ενασχόληση με το να λέγονται πράγματα. Καθώς δεν θα μπορούσαμε να υπαινιχτούμε ότι τα παραμύθια είναι το υψηλότερο επίπεδο για το οποίο η μοντέρνα φαντασία θα πρέπει να αποσκοπεί, από το να επιτρέψουμε τη θεωρία να επισκιάζει την πλοκή, θα ήμασταν αναγκασμένοι να διαλέξουμε το πρώτο από το δεύτερο, αν μας έβαζαν την κάνη στον κρόταφο.

 

Ευτυχώς, αυτό το βιβλίο μοιάζει να πετυχαίνει την χρυσή τομή. Κάθε διήγημα είναι πεισματικά ψυχαγωγικό. Και το κάθε ένα είναι γεμάτο από ιδέες. Όχι συνηθισμένες, τετριμμένες ιδέες που έχετε συναντήσει εκατοντάδες φορές πριν, αλλά φρέσκιες και τολμηρές ιδέες. Με τον τρόπο τους, διαθέτουν αυτή την επικίνδυνη οπτική.»

 

 

Συνεχίζεται με τα διηγήματα

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Το πρώτο διήγημα της ανθολογίας είναι το Evensong του Lester del Rey. Μια στάλα ιστορία, είναι ένα δείγμα, διαμάντι γραφής, και δεν με νοιάζει πόσο πεπερασμένο βγαίνει σήμερα το θέμα του. Χαρακτηρισμένο «αλληγορία» από τον συγγραφέα του, μέσα σε ελάχιστες γραμμές εκπλήσσει με το σασπένς και το νόημα που εμπεριέχει. Εγώ πέτυχα να μαντέψω την έκπληξη στο τέλος, στα μισά, αν και στην αρχή ο νους μου – για την ταυτότητα του δραπέτη – πήγε αλλού.

 

Ένας δραπέτης των άστρων λοιπόν, κυνηγημένος από τους τρομερούς Usurpers, διαλέγει λάθος πλανήτη για άσυλο.

 

Διαβάστε το εδώ, στα αγγλικά.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Το πρώτο διήγημα της ανθολογίας είναι το Evensong του Lester del Rey.

Καθόλου άσχημο. Και φυικά καλογραμμένο. Απ' όσο ξέρω η ιδέα του δεν έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά. Ίσως είναι από αυτά που η πρώτη εκτέλεση είναι τόσο καλή που αποθαρρύνει τους μιμητές.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Η δεύτερη ιστορία στο βιβλίο είναι το Flies του Robert Silverberg. Υπέροχη γραφή, ή το πώς μπορείς να βγάλεις διήγημα από ένα μυθιστόρημα χωρίς να ενοχλεί καθόλου. Συμπυκνωμένη πλοκή δοσμένη με άνετη και ταυτόχρονα ανατριχιαστικά δυνατή αφήγηση. Ο τίτλος είναι από τον Σέξπιρ [As flies to wanton boys are we to the gods. They kill us for their sport. – King Lear.] «Οι “άνθρωποι χρειάζονται τους ανθρώπους”» λέει ο συγγραφέας, «να τους καταβροχθίσουν, αν μη τι άλλο.» Και κλείνει το διήγημα του με αληθινά ζηλευτό τρόπο.

 

Εξωγήινοι σώζουν κατεστραμμένο αστροναύτη, τον ξαναχτίζουν, κάνουν κάποιες μικροαλλαγές, τον στέλνουν πίσω στη Γη.

Share this post


Link to post
Share on other sites
PiKei

Θέλουμε κι άλλο...

Oldies but Goodies!

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ακολουθεί το The Day After The Day The Martians Came του Frederik Pohl.

 

Στο εσωτερικό μας ψάξιμο να βγάλουμε το μεγαλείο στα γραπτά μας, πόσο συχνά δεν καταλήγουμε «φωνακλάδες»;! Ένιωσα χωριάταρος διαβάζοντας αυτό το διήγημα. Αριστοτεχνική στροφή της πένας, αφηγούμενη παραπλανητικά στεγνά κάτι σπουδαίο από απόσταση, στο έχει όμως εκεί, τόσο εύστοχα.

 

Η άφιξη των πρώτων Αριανών στη Γη, ιδωμένη μέσα από την τηλεοπτική συσκευή στη ρεσεψιόν ενός φθηνού ξενοδοχείου.

 

Στα λόγια του Harlan Ellison:

 

«Το διήγημα διαπραγματεύεται ένα τρομακτικά πολύπλοκο πρόβλημα με τους πιο βασικούς, τραχείς όρους: μειώνοντας παράλογες ανθρώπινες αντιδράσεις στον χαμηλότερο δυνατόν κοινό παρανομαστή, έτσι ώστε η αναισθησία τους να φανεί γι αυτό ακριβώς που είναι. Είναι σχεδόν μια δημοσιογραφική ιστορία, αλλά μην ξεγελιέστε από την φανερή της απλότητα. Ο Pohl στοχεύει στην καρωτίδα.»

 

Και λίγα λόγια από τον Frederik Pohl:

 

«Ανάμεσα στη μέρα που τέλειωσα το “The Day After The Day The Martians Came” και τώρα, συνάντησα έναν ιερέα από μια μικρή πόλη της Αλαμπάμα. Όπως και σε πολλές άλλες εκκλησίες, όχι μόνο στην Αλαμπάμα, το ποίμνιο του ήταν διχασμένο στο ζήτημα της ένταξης των μαύρων στη λευκή κοινωνία. Είχε βρει έναν τρόπο, νόμιζε, να το λύσει – ή τουλάχιστο να το βελτιώσει – ανάμεσα στους λευκούς εφήβους της εκκλησίας του. Τους ενθάρρυνε να διαβάζουν επιστημονική φαντασία, με την ελπίδα ότι θα μάθαιναν, πρωτίστως, να ανησυχούν για πράσινους Αριανούς αντί για μαύρους Αμερικάνους, και δεύτερον, ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια … τουλάχιστο στο πρόσωπο ενός τεράστιου σύμπαντος, το οποίο πιθανό να περιέχει και πλάσματα καθόλου ανθρώπινα. Μου άρεσε ο τρόπος που αυτός ο άντρας υπηρετούσε τον Θεό του. Είναι ένα καλό σχέδιο. Πρέπει να πιάσει. Καλύτερα να πιάσει, αλλιώς ο Θεός να μας φυλάει όλους.»

 

MartiansCame.doc

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Riders of the Purple Wage του Philip Jose Farmer

 

 

«Αν ο Ιούλιος Βερν μπορούσε πραγματικά να δει το μέλλον, ας πούμε το 1966 μ.χ., θα είχε χεστεί στα βρακιά του. Και αν έβλεπε το 2166, ωχ-ωχ αμάν!» - Από το ανέκδοτο χειρόγραφο του παππού Winnegan “Πως Πήδηξα τον Uncle Sam & Άλλες Προσωπικές Εκσπερματώσεις.”

 

 

Η μεγαλύτερη σε διάρκεια ιστορία της ανθολογίας, κέρδισε το 1968 το βραβείο Hugo, για καλύτερη νουβέλα (μαζί με το Weyr Search της Anne McCaffrey). Ο τίτλος του διηγήματος είναι μια παραλλαγή του Riders of the Purple Sage, ιστορίας γουέστερν του συγγραφέα Zane Grey.

 

Η νουβέλα είναι μια παρέκταση των σημερινών τάσεων για κρατική καθοδήγηση και οικονομικού προγραματισμού βάση καταναλωτικών αναγκών. Στην ιστορία, όλοι οι πολίτες λαμβάνουν μια αμοιβή (τον πορφυρό μισθό) από την κυβέρνηση, κάτι που δικαιούνται όλοι από την στιγμή της γέννησης τους. Ο πληθυσμός είναι διαχωρισμένος σε μικρές κοινότητες με ελεγχόμενο περιβάλλον, και διατηρούν επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο χάρη στο Fido, ένα συνδυασμό τηλεόρασης και βιντεοφώνου. Το τυπικό οίκημα είναι ένα αβγοειδές σπίτι, έξω από το οποίο υπάρχει μια τεχνική απεικόνιση ουρανού, με ήλιο και φεγγάρι. Στην πραγματικότητα, κάθε κοινότητα βρίσκεται σε ένα επίπεδο μιας περιβαλλοντολογικά φιλικής υπερκατασκευής, σχεδιασμένη να περικλείει μεγάλους πληθυσμούς χωρίς να βλάπτει την οικολογία. Όσοι δεν συμπαθούν αυτόν τον τρόπο ζωής, υπάρχουν εξωτερικοί οικισμοί, όπου μπορούν να ενταχθούν σε φυλές ινδιάνων και λοιπών ομοϊδεατών τους και να ζήσουν δίπλα στη φύση για λίγο. Κάποιοι διαλέγουν αυτόν τον τρόπο ζωής μόνιμα.

 

Η Τέχνη (και η εκτίμηση της Τέχνης) είναι εξέχουσας σημασίας σε αυτή την κοινωνία. Οι καλλιτέχνες δέχονται προβολής που συγκρίνεται με την προβολή των σημερινών σταρ. Την ίδια φήμη απολαμβάνουν και οι κριτικοί της τέχνης, ο καθένας από τους οποίους κουβαλάει και μια συγκεκριμένη θεωρία για την τέχνη. Ένας κριτικός είναι ταυτόχρονα ατζέντης ή μάνατζερ ενός ή περισσοτέρων καλλιτεχνών, ειδικά αν τα έργα τους επιβεβαιώνουν τις θεωρίες του αντίστοιχου κριτικού.

 

Η νουβέλα περιστρέφεται γύρω από έναν από αυτούς τους χαϊδεμένους καλλιτέχνες, που συχνά μένουν από έμπνευση, κυρίως λόγω της απουσίας συγκρούσεων στην κοινωνία.

 

Σεξουαλικές σχέσεις και σεξουαλικές προτιμήσεις εμφανίζονται ελεύθερες από κάθε προκατάληψη. Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι αμφισεξουαλικός, και υπονοείται ότι οι περισσότεροι γνωστοί του έχουν επιδοθεί σε πειραματικές σχέσεις με μέλη και των δύο φύλων. Διάφορες μέθοδοι αντισύλληψης είναι συνηθισμένη πρακτική, με κρατική ενθάρρυνση και συζητιέται ανοικτά.

 

Για όσους δεν θέλουν να συναλλάσσονται κοινωνικά με άλλους, υπάρχει ο συνουσιαστής, μια συσκευή που παρέχει ερωτική απόλαυση με απευθείας διέγερση των κέντρων ηδονής του εγκεφάλου. Ο συνουσιαστής είναι τεχνικά παράνομος, αλλά είναι και ανεκτός από το κράτος γιατί οι χρήστες του είναι ευτυχισμένοι, δεν απαιτούν τίποτα άλλο, και φυσικά δεν γεννούν παιδιά.

 

Δύο νέα έθιμα έχουν προκύψει, που επηρεάζουν σημαντικά την ιστορία. Όλοι, παραδοσιακά, έχουν μια Μέρα Ονομασίας όταν ενηλικιωθούν, όπου διαλέγουν ένα όνομα που αντικατοπτρίζει την φιλοσοφία τους για την ζωή, το επάγγελμα τους, ή τον τρόπο που θέλουν να τους βλέπουν οι άλλοι. Η δεύτερη αλλαγή που έχει προκύψει είναι η Panamorite θρησκεία, η οποία δέχεται ολική σεξουαλική ελευθερία, συμπεριλαμβανομένου του στοματικού σεξ μεταξύ γονέων και των παιδιών τους. Ένας από τους λόγους της δυστυχίας του κεντρικού χαρακτήρα είναι η απόφαση της μητέρας του να τον «ξεκόψει» από την σωματική τους επαφή, μια κατάσταση που χειροτερεύει από την αναπτυσσόμενη της παχυσαρκία, ένα φαινόμενο όχι ασυνήθιστο σε αυτή την κοινωνία.

 

Η ιστορία αφηγείται τη σχέση ανάμεσα σε έναν νεαρό καλλιτέχνη, που έχει πάρει το όνομα Chibiabos Elgreco Winnegan, και τον άντρα που αποκαλεί «Παππού Winnegan» (κανονικά ο προ-προ-πάππος της μαμάς του), που κρύβεται μέσα στα διαμερίσματα που ο Chib μοιράζεται με την μητέρα του, στην κοινότητα του Ellay (LA). Ο παππούς κρύβεται από την κυβέρνηση, και οι περισσότεροι νομίζουν πως είχε κατορθώσει στο παρελθόν κάποια μεγάλη απάτη. Στην πραγματικότητα, ήταν ένας πολύ επιτυχημένος επιχειρηματίας του οποίου οι εργάτες είχαν υψηλούς μισθούς και ήταν ευχαριστημένοι, πολύ περισσότερο από τον κοινό μισθωτό της πορφυρής απολαβής. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση της κυβέρνησης που έκλεισε την επιχείρηση του. Εκείνος κατάφερε να κλέψει είκοσι εκατομμύρια δολάρια, τα οποία δεν βρέθηκαν ποτέ, και έστησε τον φαινομενικό του θάνατο.

 

Ένας Ομοσπονδιακός Πράκτορας, ο Falco Accipiter, έχει αφιερώσει τη ζωή του να ψάχνει για τα λεφτά, αλλά και τον παππού Winnegan, με κάθε τίμημα, και δε λέει να αφήσει σε ησυχία τον Chib.

 

Ο Chib ετοιμάζει μια νέα έκθεση. Πρέπει να κερδίσει μια επιχορήγηση για να συνεχίσει να ζωγραφίζει, αλλιώς θα πρέπει να δεχτεί επιβεβλημένη μετανάστευση προς Αίγυπτο. Οι κυβερνήσεις το επιβάλλουν αυτό για να εμποδίζουν τους πληθυσμούς να αναπτύσσουν τάσεις απομονωμένης και κλειστής κοινωνίας. Η ίδια η κοινότητα του Chib φιλοξενεί Άραβες που πιέστηκαν σε τέτοια μετανάστευση.

 

Ο Chib ζωγραφίζει πίνακες με θρησκευτικά θέματα, προκαλώντας με το βλάσφημο περιεχόμενο τους. Εμπόδιο ανάμεσα στον Chib και την επιχορήγηση στέκεται ο μονόφθαλμος κριτικός Rex Luscus (“Inter caecos regnat luscus” - στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος). Η τιμή για την έγκριση του Rex, που θα κάνει τον Chib διάσημο, είναι σεξουαλικές χάρες.

 

Σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, διαβάζουμε αποσπάσματα από το ανέκδοτο χειρόγραφο του παππού, «Προσωπικές Εκσπερματώσεις» (Private Ejaculations). Σε αυτά τα γραφτά περιγράφει την κοινωνία και στοχάζεται τις ανθρώπινες αδυναμίες. Η πένα του δείχνει μια συμπάθεια προς τον James Joyce, που αποτελεί και στοιχείο προς την επίλυση της πλοκής στο φινάλε.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

The Malley System της Miriam Allen deFord

 

Πέντε αποτρόπαια εγκλήματα στο μέλλον, αντιμετωπίζουν τον νέο ποινικό κώδικα.

 

A Toy For Juliette του Robert Bloch

 

Η Ιουλιέτα είναι ένα κακό, σαδιστικό κορίτσι. Έχει στο δωμάτιο της όλων των ειδών τις συσκευές βασανιστηρίων. Ο Παππούς της ταξιδεύει στο παρελθόν με μια μηχανή του χρόνου, αρπάζει «ζωντανά» παιχνίδια και της τα φέρνει για να παίξει.

 

Ένα μικρό κομψοτέχνημα από έναν συγγραφέα θρύλο (Psycho).

 

Διαβάστε το εδώ στα αγγλικά.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

’Ωωωω, πολύ καλό!

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Εξαιρετική παρουσίαση Ντίνο. Θα διαβάσω και τα καινούργια links μόλις ξεμπερδέψω με κάτι που κάνω. Τα έβαλες στην κορυφή της priority list μου.:thmbup:

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ο Harlan Ellison εξηγεί ότι «λογοτεχνική ανταπόκριση» (literary feedback) είναι όταν ένας συγγραφέας εμπνέεται από το έργο ενός άλλου, και γράφει κάτι δικό του βασισμένο σε χαρακτήρες ή καταστάσεις του προηγούμενου. Δεν είναι κλοπή ή αντιγραφή, όταν μάλιστα γίνεται και με τις ευλογίες του δημιουργού, αλλά μέγιστη πηγή κολακείας προς τον πρώτο συγγραφέα. Είναι χαρά για τον κάθε καλλιτέχνη αυτή η αίσθηση, που σαν τον πατέρα που ξέρει ότι το όνομα του θα επιβιώσει μετά από εκείνον μέσω των παιδιών του, ότι έχει αγγίξει άλλους και ότι αυτό που έφτιαξε συνεχίζει, αναπτύσσεται, εξελίσσεται.

 

Όταν ο Harlan διάβασε το A Toy For Juliette, του Robert Bloch, ζήτησε από τον Robert την άδεια να γράψει το sequel εκείνου του διηγήματος γι αυτή την ανθολογία. Την άδεια την πείρε και, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν στην ολοκλήρωση του Dangerous Visions, σε δεκαέξι μήνες είχε έτοιμο το…

 

The Prowler in the City at the Edge of the World (του Harlan Ellison).

 

Στις 8.000 λέξεις, όποιος δεν το έχει και επιθυμεί να το διαβάσει, ζητήστε το μου με pm.

Share this post


Link to post
Share on other sites
hombre

The Malley System της Miriam Allen deFord

 

Πέντε αποτρόπαια εγκλήματα στο μέλλον, αντιμετωπίζουν τον νέο ποινικό κώδικα.

 

A Toy For Juliette του Robert Bloch

 

Η Ιουλιέτα είναι ένα κακό, σαδιστικό κορίτσι. Έχει στο δωμάτιο της όλων των ειδών τις συσκευές βασανιστηρίων. Ο Παππούς της ταξιδεύει στο παρελθόν με μια μηχανή του χρόνου, αρπάζει «ζωντανά» παιχνίδια και της τα φέρνει για να παίξει.

 

Ένα μικρό κομψοτέχνημα από έναν συγγραφέα θρύλο (Psycho).

 

Διαβάστε το εδώ στα αγγλικά.

 

Και εδώ στα ελληνικά: http://www.altfactor.ath.cx/magazine/aplanet/iss4/juliet.html

 

(Είχε δημοσιευτεί στον Απαγορευμένο Πλανήτη, Τεύχος 1 (4), Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1988, σε μετάφραση Γιώργου Γούλα).

post-1153-126692775679_thumb.jpg

Share this post


Link to post
Share on other sites
Electroscribe

Και εδώ στα ελληνικά: http://www.altfactor...ss4/juliet.html

 

(Είχε δημοσιευτεί στον Απαγορευμένο Πλανήτη, Τεύχος 1 (4), Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1988, σε μετάφραση Γιώργου Γούλα).

 

 

Κι εδώ η ιστορία του Έλλισον στα ελληνικά, από το ίδιο τεύχος.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Κι εδώ η ιστορία του Έλλισον στα ελληνικά, από το ίδιο τεύχος.

 

Υπέροχα! Ευχαριστώ παιδιά, hombre και Electroscribe, αν παρακολουθείτε πότε-πότε το τόπικ, η συμβολή σας είναι ανεκτίμητη!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Electroscribe

Η δεύτερη ιστορία στο βιβλίο είναι το Flies του Robert Silverberg.

 

Μεταφράστηκε στα ελληνικά και περιεχόταν στην ανθολογία "Νέο Κύμα" των εκδόσεων Alien (1993). Αν θυμάμαι καλά, υπήρχαν κι άλλες ιστορίες εκεί από το Dangerous Visions

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Τα επόμενα δύο διηγήματα στην ανθολογία είναι:

 

The Night That All Time Broke Out του Brian W. Aldiss

 

Την εποχή της έκδοσης του Dangerous Visions, ο Aldiss είχε κερδίσει ένα Hugo για την σειρά Hothouse, και ένα Nebula για την νουβέλα The Saliva Tree. Το παρόν διήγημα διαπραγματεύεται μια καταστροφική διαρροή χρονικού αερίου από ένα χωροχρονικό εργοστάσιο, με παγκόσμιες επιπτώσεις.

 

Αυτό είναι, όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας, το εκατοστό δέκατο δημοσιευμένο του διήγημα. Παράτησε την δουλειά του δέκα χρόνια πριν και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο γράψιμο. Ήταν, λέει, μια από τις καλύτερες αποφάσεις που είχε ποτέ του. Και αυτό το διήγημα μια από τις πιο τρελές του ιδέες.

 

The Man Who Went to the Moon – Twice του Howard Rodman

 

Γλυκόπικρο, νοσταλγικό, αστείο και τραγικό ταυτόχρονα, ένα αναπάντεχο παραμύθι που δεν αφήνει τον αναγνώστη ασυγκίνητο. Λέει για την ιστορία του ο Rodman:

 

«Αυτή η ιστορία μου βγήκε από μια ξαφνική και δυνατή κατανόηση ορισμένων σημείων της ζωής του πατέρα μου, για τις τεράστιες αλλαγές που συντελέσθηκαν στην εποχή του … Μου είχε πει για τον άνθρωπο που περιφερόταν στα χωριά της Πολωνίας με ένα γραμμόφωνο στην πλάτη. Για ένα κόπεκ, ο άντρας θα γύριζε την μανιβέλα, θα γυρνούσε ο δίσκος, θα τον γρατζούνιζε η βελόνα, και οι πελάτες με το αφτί δίπλα στο χωνί, θα άκουγαν το θαύμα της φωνής και της μουσικής. Το 1928, η ’29, ο πατέρας μου μπήκε σε ένα αεροπλάνο που προσγειώθηκε σε ένα καλαμποκοχώραφο στα Βουνά Catskill. Με πέντε δολάρια εισιτήριο έζησε μια πτήση των πέντε λεπτών. …

 

Εάν αυτό το διήγημα ήταν μια ιστορία του πατέρα μου, ήταν μια ιστορία όλης του της γενιάς. Μέσα σε ένα απίστευτα σύντομο χρονικό διάστημα, το μυστήριο και το θαύμα εξαφανίστηκαν. Η τηλεοπτική συσκευή προκαλεί ελάχιστη εντύπωση, παρά το γεγονός ότι η απίστευτη πολυπλοκότητα στην μετάδοση και στην λήψη του τηλεοπτικού σήματος είναι πέρα από την κατανόηση εκατομμυρίων θεατών. …

 

Σε άλλο επίπεδο διάθεσης ίσως να είχα γράψει μια πιο συγκροτημένη ιστορία. Αλλά αυτή τη φορά απλά σκέφτηκα ότι η μορφή θα ακολουθούσε το περιεχόμενο. Και βγήκε ένα παραμύθι. Παλιομοδίτικο και συναισθηματικό, γραμμένο σε μια ηλεκτρική γραφομηχανή.»

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
hombre

Υπέροχα! Ευχαριστώ παιδιά, hombre και Electroscribe, αν παρακολουθείτε πότε-πότε το τόπικ, η συμβολή σας είναι ανεκτίμητη!

 

Ευχαριστούμε για τα καλά λόγια, ευγνώμονες για την ΥΠΕΡ-ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΟΥ!!!

KEEP ON!!!!

post-1153-126709181482_thumb.jpg

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ακολουθεί το Faith of Our Fathers του Philip K. Dick, μικρή νουβέλα που ήταν υποψήφια για Hugo.

 

Γραμμένο την εποχή του ψυχρού πολέμου, μας παρουσιάζει ένα μέλλον όπου έχει υπερισχύσει διεθνώς ένας κινέζικης μορφής κομουνισμός, με γκρίζους οργουελικούς τόνους. Με την χρήση αντι-παραισθησιογόνων ένας ανερχόμενος υπάλληλος του κόμματος συναντάει τον Μεγάλο Ηγέτη και σοκάρεται από την αληθινή του ταυτότητα.

 

Διαθέσιμο στα αγγλικά, μέσω pm.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Το 11 ο διήγημα στη σειρά είναι το The Jigsaw Man του Larry Niven.

 

Η συγκομιδή ανθρώπινων οργάνων στο μέλλον επηρεάζει την ποινική νομοθεσία και ανάλογα την αυστηρότητα των ποινών.

 

 

Διαθέσιμο στα αγγλικά, μέσω pm.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Electroscribe

Το 11 ο διήγημα στη σειρά είναι το The Jigsaw Man του Larry Niven.

 

Κι αυτό περιεχόταν στην ανθολογία "Νέο Κύμα" των εκδόσεων Alien (1993)

 

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ακολουθεί το Gonna Roll The Bones του Fritz Leiber, βραβευμένο με Hugo αλλά και Nebula καλύτερης μικρής νουβέλας.

 

Κριτικοί έγραψαν ότι πρόκειται για χαρακτηριστική Leiberική ιστορία, εντυπωσιακή ίσως περισσότερο για το στυλ της, παρά για το περιεχόμενο. Τονίζουν το γεγονός ότι ξεκινάει με μια παράγραφο, που είναι μια συνεχής πρόταση 60 λέξεων, που μας βάζει κατευθείαν στην δράση:

 

«Suddenly Joe Slattermill knew for sure he'd have to get out quick or else blow his top and knock out with the shrapnel of his skull the props and patches holding up his decaying home, that was like a house of big wooden and plaster and wallpaper cards except for the huge fireplace and ovens and chimney across the kitchen from him.»

 

[Προειδοποίηση, spoilers]

 

Ο ήρωας είναι ο Τζο Σλάτερμιλ, φτωχός εργάτης ορυχείων, με εξίσου δύσκολη σπιτική ζωή. Η γυναίκα του δουλεύει στο σπίτι ως φουρνάρισσα, ενώ η γριά μητέρα του, που ζει μαζί τους, κατακρίνει συνέχεια τον τρόπο ζωής τους. Ο μόνος τρόπος για τον Τζο να ξεδίνει είναι να επισκέπτεται τους ντόπιους οίκους του τζόγου, όπου χάνει όλα του τα λεφτά, μεθάει, κάνει σεξ με πόρνες, και όταν επιστρέφει σπίτι δέρνει την γυναίκα του, καταλήγοντας στη φυλακή. Στην τελευταία του έξοδο ανακαλύπτει ένα νέο καζίνο, με τον τίτλο The Boneyard.

 

Ο Τζο έχει μια εντυπωσιακή τεχνική στο να ρίχνει τα ζάρια, και μπορεί να τα φέρει σε όποιον αριθμό εκείνος επιθυμεί. Διαλέγοντας το καλύτερο τραπέζι του καζίνου, κάθεται αντιμέτωπος με τον μυστηριώδη Μεγάλο Παίχτη, καταφέρνοντας να κερδίσει και αρκετά χιλιάδες δολάρια. Ο Μεγάλος Παίχτης όμως ξετινάζει το τραπέζι και όλους τους άλλους παίχτες, μαζί και τον Τζο που χάνει όλα του τα κέρδη. Ο Μεγάλος Παίχτης όμως προσφέρει στον Τζο ένα τελευταίο στοίχημα. Όλα τα δικά του κέρδη για τη ζωή και την ψυχή του Τζο.

 

Ο Τζο χάνει, αλλά αντί να αυτοκτονήσει, ορμάει πάνω στον Μεγάλο Παίχτη του οποίου το σώμα θρυμματίζεται. Το υπόλοιπο πλήθος επιτίθεται στον Τζο και τον πετάει έξω από το καζίνο, πρώτα όμως εκείνος καταφέρνει να γεμίσει τις τσέπες του με πούλια. Έξω όμως συνειδητοποιεί πως έχει μαζί του και ένα κομμάτι από το κρανίο του Μεγάλου Παίχτη, το οποίο είναι…ψωμί, το ίδιο ψωμί που είχε δει την γυναίκα του να βάζει στον φούρνο όταν έφυγε από το σπίτι. Καταλαβαίνει ότι ο Μεγάλος Παίχτης ήταν δικό της δημιούργημα, φτιαγμένος για να ντροπιάσει τον σύζυγο της. Και τα πούλια που έκλεψε αποδεικνύονται αντίδωρα της εκκλησίας, με έναν σταυρό εντυπωμένο πάνω τους.

 

Ελεύθερος τώρα από την επιρροή της γυναίκας του, και τις τσέπες του γεμάτες φαγητό, επιστρέφει σπίτι παίρνοντας «the long way, around the world.»

 

Περιέργως, η ιστορία αυτή προσαρμόστηκε σε βιβλίο για παιδιά, γραμμένο από την Sarah L. Thomson, σε εικονογραφήσεις του David Wiesner, και εκδόθηκε το 2004 από την Milk and Cookies Press.

post-1004-126769727222_thumb.jpg

 

Και η επιστημονική φαντασία; Ρωτώ εγώ. Υπάρχουν αναφορές στην ιστορία για αράχνες του Άρη, διαστημόπλοια που διασχίζουν γαλαξίες, και αναφορές σε άλλους πλανήτες, μόνο όμως ως ποιητικές μεταφορές στην διήγηση. Ο Fritz Leiber αναφέρει στο Afterword:

 

«Διάλεξα την Αμερικάνικη μυθολογία σαν φόρμα (ή με διάλεξε εκείνη) επειδή η διαστημική εποχή ταιριάζει απόλυτα τις αλλοπρόσαλλες και απίστευτες περιπέτειες θρυλικών προσωπικοτήτων όπως των Mike Fink, Pecos Pete, Tony Beaver, John Henry και Paul Bunyan. Ευχαριστήθηκα το να προσαρμόσω στο φινάλε τη βασική πρόταση στην στερεή γεωμετρία, ότι ανάμεσα σε οποιαδήποτε δύο σημεία σε μια σφαίρα όπως η Γη υπάρχουν πάντοτε δύο ευθείες ή κυκλικές γραμμές, ακόμα κι αν η μία είναι όσο ένα μίλι και η άλλη 24.000 μίλια. Ένα τρομερό ταλέντο για ζαριές δεν είναι το όνειρο ενός τζογαδόρου μόνο. Η εφαρμογή ψυχοκίνησης σε ζάρια έχει υπάρξει μέρος μελέτης πανεπιστημιακών επιστημόνων. Ήταν χαρά μου η χρήση του λεξιλογίου των ζαριών σαν ποίηση, της ανάμιξης διαστημικών ταξιδιών με την μαγεία (που είναι άλλη μια λέξη για την δύναμη του αυτό-υπνωτισμού), της προσευχής, της αυθυποβολής και του υποσυνείδητου μυαλού. Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι η επιστημονική φαντασία είναι ένας παράδρομος της λογοτεχνίας. Μπορεί να είναι συστατικό οποιοδήποτε τύπου ιστορίας, όπως και η επιστήμη και η τεχνολογία σήμερα, εισβάλλει στη ζωή μας από όλα τα σημεία.»

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Σειρά έχει το Lord Randy, My Son του Joe L. Hensley

 

Η επιστροφή του Θεού στη Γη, κάπως αλλιώς, κάπως διαφορετικά. Ήρθε, βλέπει τα χάλια μας, τώρα θυμώνει.

 

Δεν βρήκα κείμενο ή κάτι άλλο που να σας μεταδώσει την δύναμη αυτού του μικρού διηγήματος.

 

Στο φόρουμ έχουμε την ανακοίνωση του θανάτου του συγγραφέα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

“He had his beloved to return to. He had his country: Eutopia, the Good Land, which his people had founded two thousand years ago on a new continent, leaving behind the hatreds and horrors of Europe, taking along the work of Aristotle, and writing at last in their Syntagma, ‘The national purpose is the attainment of universal sanity.’

Iason Philippou was bound home.”

 

“They had gotten his scent, he could not outrun horsemen and he would not see the stars again.

One hand dropped to his gun. I’ll take a couple of them with me. … No. He was still a Hellene, who did not kill uselessly, not even barbarians who meant to slay him because he had broken a taboo of theirs. I will stand under an open sky, take their bullets, and go down into darkness remembering Eutopia and all my friends and Niki whom I love.”

 

Όταν ακόμα και σήμερα, η ελληνικότητα ή τα ελληνικά ονόματα στην ε.φ. ξενίζουν κάποιους από μας, το 1967, ο Poul Anderson μας δίνει το υπέροχο διήγημα του Eutopia, με ήρωα του έναν έλληνα, ονόματι Ιάσονα Φιλίππου.

 

Στην πραγματικότητα εκείνη που ο Μέγας Αλέξανδρος νίκησε τον πυρετό του στην Βαβυλώνα και εδραίωσε την κυριαρχία του, οι έλληνες έχουν ανακαλύψει το parachronion, που τους δίνει την ικανότητα να ταξιδεύουν σε όλες τις εναλλακτικές ιστορίες. Σκοπός τους η γνώση, και η αναζήτηση μιας αλήθειας, προσπαθώντας να περνούν απαρατήρητοι για να μην επηρεάσουν την ομαλή ροή της εκάστοτε ιστορίας. Ο κεντρικός ήρωας, ο Ιάσονας, διαπράττει ένα σφάλμα και έχει ξαφνικά βαρβάρους να τον κυνηγούν λυσσασμένοι για το τομάρι του.

 

Είναι το διήγημα τολμηρό κι «επικίνδυνο» όπως προστάζει η Ανθολογία; Το 1967 ήταν. Και είναι ακόμα. Διαβάζοντας την τελική πρόταση νιώθεις το χαστουκάκι, που σου πέφτει διπλό γιατί…είμεθα και έλληνες αναγνώστες! (Να μην παρεξηγηθώ όμως, αλλά δεν μπορώ να επεκταθώ για να μην δώσω spoiler. )

 

Είναι διαθέσιμο από rapidshare.

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Ακολουθεί ο συγγραφέας David R. Bunch, ο μοναδικός με δύο ιστορίες στην Ανθολογία. Τις Incident in Moderan και The Escaping. Το πρώτο ανήκει στη συλλογή ιστοριών του, σχετικών με τον μελλοντικό, κυβερνόκοσμο Μόντεραν. Την δεύτερη, ο ταπεινός τούτος αναγνώστης δεν μπόρεσε αποκρυπτογραφήσει τις έννοιες της, και άρα δεν μπορώ να σας πω τίποτα. Το ίντερνετ δεν προσφέρει καμία επιπρόσθετη πληροφορία ή κριτική.

 

Στη διάρκεια της καριέρας του, ο Bunch δούλεψε στη δημιουργία μιας ομάδας σατυρικών ιστοριών επιστημονικής φαντασίας, για έναν κόσμο στο μακρινό μέλλον, τον Μόντεραν. Είναι μια εκδοχή της Γης, καλυμμένης τελείως με γκρίζο πλαστικό και ελεγχόμενης από μόνιμα εμπόλεμα κυβόργια φρούρια. Αν και η κοινωνία του Μόντεραν μοιάζει να δίνει την εντύπωση της προσωπικής ανδρείας και μιλιταριστικής τελειότητας, οι πολίτες της είναι τελικά αδύναμοι, θύματα των ανασφαλειών και ύβρεων τους.

 

46 από τις ιστορίες του Μόντεραν συγκεντρώθηκαν το 1971 στην ανθολογία Moderan, συνδεδεμένες με έναν κοινό, πολύπλοκο μύθο. Η συλλογή δεν επανατυπώθηκε ποτέ και σήμερα αποτελεί συλλεκτικό είδος. Παρά την σπανιότητα του, είναι αναγνωρισμένο ως μη εκτιμημένο κλασσικό έργο, θεμέλια λίθος του cyberpunk.

 

Ο Bunch συνέχισε να γράφει και να εκδίδει ιστορίες του Μόντεραν σε όλη του τη συγγραφική ζωή. Ευχόταν να δει τυπωμένη μια πλήρη ανθολογία του Μόντεραν, που μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί. (Πέθανε από καρδιακή προσβολή τον Μάιο του 2000.)

 

Ο Μόντεραν είναι ένας κόσμος όπου κομπιούτερ καθοδηγούν πολέμους ως μέσω διασκέδασης, ως λόγο ύπαρξης, ως θρησκεία ή σπορ. Όταν ανθρώπινα συναισθήματα παραβιάζουν έναν τέτοιο κόσμο επικρατεί κατάπληξη και σύγχυση.

 

INCIDENT IN MODERAN

 

In Moderan truly we are not often between wars, but this was a truce time. A couple of Strongholds in the north had malfunctioned - some breakdown in their ammo-transport belts, I think - and we had all voted to hold up the war a day or so to give them a chance to get back in the blasting. Don't get me wrong - this was no lily-white flower-heart fair-play kind of thing or love-thy-neighbor-Stronghold sort of hypocrisy, like might have been in the Old Days. This was a hard-neck common-sense compromise with reality. The bigger and better the war, the bigger and better the chance to hate voluminously and win honors. It was as simple as that.

 

But at any rate, it was between wars that I was doing some odd-job things just outside the eleventh, outermost Wall of my Stronghold. To be right truthful, I was mostly just sitting out there in my hip-snuggle chair, enjoying the bleary summer-sun through the red-brown vapor shield of July and telling my head weapons man what to do. He was, so it chanced, polishing an honors plaque that proclaimed on Wall 11 how our fort, Stronghold 10, was FIRST IN WAR, FIRST IN HATE, AND FIRST IN THE FEARS OF THE ENEMY.

 

Things were getting tedious. What I mean is, it was getting dull, this sitting around between wars, directing the polishing of plaques and dozing in the filtered summer sun. Out of sheer boredom, and for the amusement of it all, I suppose, I was just about ready to get up and start beating my weapons man with my new-metal swagger stick loaded with lead. Not that he wasn't doing an excellent job, you understand, but just to have something to do. I was saved this rather stupid and perhaps pointless, though not altogether unpleasant, expedient by a movement on the ninth hill to my left. Quickly I adjusted my wide-range Moderan vision to pinpoint look, threw my little pocko-scope viewer up to my eyes and caught a shape.

 

When it got there, it was a shape, all right! I immediately saw it was one of those pieces of movement - man? animal? walking vegetable? - well, what are we going to say for most of these mutant forms that roam the homeless plastic in Moderan? When he stood before me, I felt disturbed. Strangely I felt somehow guilty, and ashamed, that he was so bent and twisted and mushy-looking with flesh. Oh, why can't they all be hard and shining with metal, and clean, like we Stronghold masters are, with a very minimum of flesh-strip holding them in shape? It makes for such a well-ordered and hate-happy life, the way we masters are in Moderan, so shiny and steellike in our glory, with our flesh-strips few and played down and new-metal alloy the bulk of our bodily splendor. But I suppose there must always be lower forms, insects for us to stride on... I decided to try speech, since I couldn't just sit there with him staring at me so with those flesh eyeballs. "We're between wars here," I said conversationally. "Two of the mighty Strongholds of the north broke down, so we decided to hold up."

 

He didn't say anything. He was looking now at the honors plaque on Wall 11 and at the weapons man polishing the proud words.

"It's just a kind of fill-in in-between job," I said. "Besides, it gives me a chance to doze out here in this filtered sumjmer sun while the weapons man does the work. But it gets tedious. Before you came, I was right on the point of getting up to start beating him with my new-metal swagger stick loaded with lead, even if he is all-metal new-metal alloy, and doing an excellent job, and probably wouldn't have felt the beating anyway. But just to have something to do, you know. As you perhaps realize, a Stronghold master mustn't do any real work in Moderan. It's against the code." I laughed a little, but strangely I felt nervous in my flesh-strips and vague along the rims of my joins. Why did he look at me that way? Even so, why should the stares of such an insignificant piece of life affect me at all?

 

Could he talk? He could. Blue soft lips parted and a yellow-pink piece of gristly meat jigged up and down in wet slop in his mouth that was raw-flesh red. When this somewhat vulgar performance of meat and air was through, I realize he had said, "We had a little funeral for Son a while ago. We hacked away at the plastic with our poor makeshift grave kits and put him under the crust on time. We hurried. We knew you couldn't guarantee much truce. I come to thank you for what you did."

 

I shook a little at this strange speech and turn, then recovered myself quickly and waved a steel hand airily.

"Consider that I'm thanked. If you wish a steel flower for a decoration, take one."

He shuddered in all his loose-flesh parts.

"I came to thank you," he told me in what I supposed passed for blunt speech in his tribe, "not to be ridiculed."

In his stare there was a look of puzzlement and doubt now. Suddenly I found the whole thing growing quite ludicrous. Here I was, a Moderan man between wars, minding my own business, sitting outside the eleventh outermost Wall of my Stronghold, waiting for the war to resume, and some strange walking lump of sentimentality that I didn't even know existed hurries across from the ninth hill to my left to thank me for a funeral.

"You had a good one?" I suggested.

Frantically I tried to remember things from the Old Days.

"The mourners stretched down for a mile? Music - a lot? Flowers - banked all about?"

"Just us," he said, "I and his mother. And Son. We hurried. We were sure you couldn't give much time from all the busy times. We thank you for what you did - for the decency."

 

Decency? Now, what an odd word? What could he mean by decency?

"Decency?" I said.

"The rites. You know! We had time for a little prayer. We asked that Son be allowed to live forever in a happy home."

"Listen," I said, a little fed up already with all this; "I don't more than half remember from the Old Days enough about this to discuss it. But you poor flesh mutants bury your dead and then ask that they be allowed to rise and live again about twenty-five times lighter than a dehumidifed air bubble. Isn't that about it? But isn't that taking quite a chance? Why don't you just get wise and do it like we Moderan masters do? Just have that operation while you're young and vigorous, throw away what flesh you don't need, 'replace' yourself with all-metal new-metal alloy 'replacements' and live forever. Feed yourself this pure honey-of-introven extract we've come up with and it's a cinch, you'll have it made. We know what we've got, and we know bow to live... And now, if you'll excuse me, according to that report arriving at this very moment over the Warner, those Strongholds that aborted the war seem to be fixed up again. We stopped the blasting because of them so we'll just have to really move now to make up hate-time. I would guess the firing may be a little heavier than you've ever seen it."

 

Through the last parts of this speech I watched what looked like puzzlement and doubt flicker strangely across his flesh-encumbered countenance.

"You stopped the war because - because those two Strongholds aborted in the north? You - you didn't really do it then so we could bury Son and have the decency?!"

A cold thought must have wrapped him round; he seemed to shrink and shrivel and go inches shorter right there on the plastic. I marveled anew at the great hard times these flesh things gave themselves with their emotions and their heart palpitations. I thumped my "replaced" chest in a kind of meditation and thanked the lucky iron stars in our splendid new-satellite heavens for my calm-cool condition.

"In a little while," I said, "we'll open up this blasting. We're clearing the lines now for first countdown and a general resumption. You see, we try to start even. After that it's every Stronghold for itself to just blast away and make the most expeditious use of the ammo."

 

He looked at me a long time for some sign of joking. After a while he said in a tone that I supposed with the flesh things passed for great sadness and great resignation, "No, I guess you really didn't stop it so we could bury Son and have the decency. I guess it truly was the aborted Strongholds in the north. I see now I read something true and fine into it and that true and fine something wasn't there at all. And so I – I came across to thank you for a decency - for nothing -"

 

I probably nodded ever such a little, or possibly I didn't, because I was hearing the Voice now, hearing the Warner say that all was about in readiness for Great Blast to go and for the masters again to take their positions at the switch panels of War Rooms.

"That's it!" I said to no one and nothing in particular.

"It'll be double firing now and around-the-day launching of war heads until we make up our time in hate units."

Just as, bidding my weapons man not to forget the hip-snuggie, I was about to turn and go, hustle off to my War Room and resume Great Blast, a cold sound struck through my steel. What was that high whimpering along the plastic? Then I saw. It was the little flesh-bum. He had lost control of his emotions, had fallen down and was now blubbering real tears.

"It's okay, don't be scared," I shouted at him as I turned to hurry. "Keep low in the draws, avoid even halfway up hills and travel swiftly. You'll make it. We fire only at peaks, first go."

 

But as I passed through the Wall and was bidding the weapons man make all secure, I noticed the little flesh-fellow remained prone, blubbering along the plastic. He was not making any effort to get clear and save himself! And suddenly old Neighboring Stronghold to the east let loose with such a cheating early burst that the little flesh-bum was quite pancaked down - indeed even far further than pancaked, as it got him with a deadly Zump bomb that I'm sure was capable of punching him to the center of the earth even as he was being vaporized to high sky and all winds, and I was ever so glad this had fallen just a little bit short of my complex. But as I glanced at the smoking havoc and a large patch of nothing now, where a moment before had been the good plastic earth-cover, I could not help but rejoice that the war was certainly again GO. For the flesh-bum I didn't even try for tears, and nothing in my mind could bring my heart rain as I raced on to the War Room to punch my launch knobs down.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

17ο και 18ο στη σειρά, είναι το Doll-House του James Cross και το Sex and/or Mr. Morrison της Carol Emshwiller.

 

Tο The Doll-House είναι μια αληθινά τρομακτική ιστορία, για την τελευταία, αθάνατη Σίβυλλα που ζει κλεισμένη μέσα σε ένα Ρωμαϊκό κουκλόσπιτο. Τάιζε τη καθημερινά με γάλα και μέλι, κι αν έχεις κάποια ερώτηση για το μέλλον, γράψε τη σε ένα χαρτάκι και άστο μπροστά στην μικρή είσοδο. Το άλλο πρωί θα σε περιμένει η απάντηση, στα λατινικά όμως. Φοβού τη σωστή ερμηνεία της προφητείας.

 

Όσον αφορά το Sex and/or Mr. Morrison, ο Harlan Ellison γράφει: «Η ιστορία που μας λέει εδώ η Carol είναι με απόλυτη επιτυχία, σίγουρα η πιο περίεργη σεξουαλική ιστορία που γράφτηκε ποτέ, και λειτουργικά είναι επίσης επιστημονική φαντασία. Πιο φευγάτη από το σύνολο της δουλειάς που εκδίδει η Carol στα περιοδικά του εμπορίου, και στα όρια της «νέας κατεύθυνσης» όσο κανένα άλλο διήγημα σε αυτό το βιβλίο. Το συστήνω στους νέους συγγραφείς που ψάχνουν παρθένα μονοπάτια.»

 

Η ίδια η συγγραφέας εξηγεί: «Ο Blake έγραψε “Το κεφάλι Θείο, η καρδιά Πάθος, τα γεννητικά όργανα Ομορφιά, τα χέρια και τα πόδια Μέγεθος.”

 

Θα ήταν ωραία να ζούσαμε σε μια κοινωνία όπου τα γεννητικά όργανα όντως θεωρούνταν Ομορφιά. Μου φαίνεται ότι οποιοσδήποτε άλλος τρόπος να το δει κανείς θα ήταν πρόστυχο. Αφού όπως και να το κάνουμε, είναι εκεί. Γιατί να μην μας αρέσουν; Δεν είναι δυνατό να υπάρχει όλο αυτό το κρυφτό και οι άνθρωποι να γερνούν χωρίς να αναλογίζονται ότι υπάρχει αιτία γι αυτό το κρυφτό. (Και αν σκεφτείτε ότι κάθε ζώο, ή σχεδόν κάθε ζώο, στον κόσμο γεννήθηκε σαν αποτέλεσμα μιας «βρόμικης» λέξης, μάλλον η κοινωνία μας δείχνει άρρωστη.)

 

Εμπνεύστηκα το διήγημα παρακολουθώντας το μπαλέτο του “Rites of Spring” στο Metropolitan Opera House. Οι χορευτές φορούσαν ‘κοστούμια γύμνιας’, κολάν σε χρώμα δέρματος με αποτυπώματα χεριών και ρίγες ως σωματικούς χρωματισμούς. Καθόμουν στο κοινό, μαζί με ώριμα, παντρεμένα ζευγάρια, (ο κάθε ένας από τα οποία ήταν του ενός φύλου, και είναι μόνο δύο … για το θεό, μόνο δύο!), και ξαφνικά θυμήθηκα ότι ως παιδί, πραγματικά αισθανόμουν ότι οι άνθρωποι κρύβουν τους εαυτούς τους τόσο προσεκτικά επειδή ήταν τελείως διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον. Σκεφτόμουν ότι θα υπάρχει μια γενική αρσενική-θηλυκή αντίθεση, αρσενικά προς τα έξω, θηλυκά προς τα μέσα (αν και σε εκείνη την ηλικία μάλλον σκεφτόμουν αρσενικά έξω, θηλυκά τίποτα), αλλά αυτή ήταν όλη η ομοιότητα που μπορούσε να υπάρξει. Και αν οι άνθρωποι δεν φορούσαν ρούχα, αναρωτιόμουν τι περίεργα και υπέροχα πράγματα θα βλέπαμε.

 

Μου ήρθαν όλα αυτά ενώ έβλεπα το μπαλέτο. Ξαφνικά ήταν τόσο περίεργο να βλέπουμε αυτά τα γυμνά κοστούμια στη σκηνή, θαρρείς και όλα όσα νόμιζα σαν παιδί, ήταν η μόνη πιθανή, λογική εξήγηση για όλο αυτό το κρυφτό. Για ποιον άλλο λόγο οι ενήλικες, και ειδικά αυτό το κοινό, μορφωμένο και ηλικιωμένο, ο κάθε ένας από ένα φύλο και παντρεμένο με το άλλο, γιατί θα έπρεπε να παρακολουθούν μια παράσταση με ψεύτικο δέρμα στους χορευτές; Τόσο γελοίο!»

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
Sign in to follow this  

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..