Jump to content
mman

Το Κακό στ' αλήθεια

Recommended Posts

mman

post-1396-126765143354_thumb.jpg post-1396-126765146729_thumb.jpg

 

Το Κακό στ' αλήθεια

Όνομα Συγγραφέα: Μιχάλης Μανωλιός

Είδος: Τρόμος

Βία; Νόχι

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων: 3494 (μαζί με αυτές του σχεδιαγράμματος)

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια:

1) Το ακόλουθο διήγημα αποτελεί προϊόν φαντασίας και μόνο. Οποιαδήποτε σχέση με πραγματικά πρόσωπα εν ζωή ή όχι, ονόματα, παρατσούκλια, τοπονύμια ή περιστατικά είναι καθαρά συμπτωματική.

2) Αν και το σχεδιάγραμμα του σπιτιού περιέχεται στο συνημμένο αρχείο Word (από το οποίο είναι καλύτερα να διαβάσετε το διήγημα) και αν και δεν είναι απαραίτητο, καλό θα ήταν, for more pleasure, να έχετε μια πρόχειρη εκτύπωσή του, είτε το διαβάσετε σε χαρτί είτε από την οθόνη.

 

Το Κακό στ\' αλήθεια.doc

 

Το Κακό στ' αλήθεια

Δυο νύχτες πριν το κακό χτυπήσει την πόρτα μας, έπαιζα με το καινούριο μου χριστουγεννιάτικο τανκ στο κρύο μωσαϊκό της κουζίνας.

«Καλή σας εσπέρα».

Η εξώπορτα άνοιξε αργά προς τα μέσα.

«Πού ήσουν άνθρωπε του Θεού;»

«Ώχου κι εσύ, χριστιανιά μου», ο παππούς έβγαλε και ακούμπησε κουρασμένα το καλυμμαύχι του στον πάγκο της κουζίνας. «Είχα πάει να δω δυο ανθρώπους», πρόσθεσε δύσθυμα καθώς έβγαζε το πανώρασό του και καθόταν βαρύς στο τραπέζι. Ήταν ένας πρόσχαρος άνθρωπος, όμως καθώς η γιαγιά ακουμπούσε μπροστά του ένα πιάτο σούπα κριθαράκι, ήταν παραπάνω από σαφές, ακόμα και στα δικά μου εφτάχρονα μάτια, ότι κάτι πολύ σοβαρό και δυσάρεστο τον βασάνιζε.

«Ο Καφούκιος…» ξεκίνησε, αλλά τότε μπήκε ο ξάδελφός μου ο Στράτος.

«Ο Καφούκιος τι;» ρώτησε περίεργος. Ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Ήταν εννιά, δηλαδή απείχε τέσσερα ή πέντε χρόνια από την πρώτη εκδήλωση της ηβηφρένειας. Όμως αυτό δεν το ξέραμε τότε.

«Σύρετε αμέσως για ύπνο», είπε ο παππούς πολύ αυστηρά. «Έχει πάει δέκα η ώρα!»

Μπορούσε να γίνει σχεδόν τρομακτικός αν ήθελε, και σίγουρα το κατάφερε εκείνη τη στιγμή. Βγήκαμε χωρίς κουβέντα απ’ την κουζίνα, αλλά ίσα που πρόλαβα ν’ ακουμπήσω το τανκ μου πάνω στο ντιβάνι μου.

«Ψτ!»

Ο Στράτος με καλούσε από τα δυο σκαλιά που ένωναν τον μικρό διάδρομο με την τραπεζαρία. Επέστρεψα ένοχα και στήσαμε μαζί αυτί έξω απ’ την πόρτα της κουζίνας.

«…την έσυρε με το στανιό στο αγροτικό. Τσου είδε ο Τζαβίδας, ο Κάτσενος κι η Μαριολένη. Ήτανε μέρα μεσημέρι κι ακούσανε τσι φωνές της. Όλο το χωριό τον είδε να πετάει τη γυναίκα του στ’ αμάξι. Τήνε πήγε στο βουνό».

«Στο βουνό;» έκανε ανήσυχη η γιαγιά. «Μα τότε…»

«Σιωπή παπαδιά! Ξέρω τι σημαίνει αυτό!» Χαμήλωσε τη φωνή του αλλά δεν φανταζόταν ότι ήμασταν τόσο κοντά. «Περάσαν εδεπάθενε».

Ξαφνικά θυμήθηκα ένα άσπρο ταλαιπωρημένο αγροτικό να σηκώνει σκόνη ανεβαίνοντας τον στενό χωματόδρομο προς το βουνό.

«Ε, καλά», μουρμούρισε η γιαγιά, «και τι μ’ αυτό;»

«Δεν τζου ‘βρηκαν. Μόνο τ’ αγροτικό. Μούσκεμα στο αίμα».

Ο Στράτος κι εγώ κοιταχτήκαμε με γουρλωμένα μάτια, τα χέρια μας στο στόμα.

«Παναγιά μου!» ακούστηκε η γιαγιά, οι τελευταίες συλλαβές πνιγμένες απ’ την ευθύνη μας. «Παπά, ξέρεις τι λες;»

«Σου λέω ότ’ ανέβηκε ξωπίσω τσ’ έν’ αγροτικό μ’ εξ χωριανούς από Σκάλα και Ρατζακλί στην καρότσα. Ήσαντε σίγουρα ο Γουργούρης, ο Άγριος κι ο Γιώργης της Αντριανής. Σκιάχτηκαν έτσι π’ τηνέ τραβολοούσε κι εκείν’ έσκουζε, και φύγαν αμέσως μόλις μπορέσαν να μαζωχτούνε».

Παύση.

«Έβρηκαν μόνο τ’ αμάξι, ο Θεός να τον σχωρέσει».

«Άγιε Γεράσιμε!» η γιαγιά χτύπησε δυνατά τα χέρια της. «Τι θα κάνουμι τώρα;»

«Ο Τζαραούλιας ήτανε μαζί του στο χοιροστάσιο. Ο αστυνόμος απ’ τα Μαυράτα λέει ότ’ ευκειός τονέ φυγάδεψε».

«Παπά, να με κουρλάνεις βάλθηκες; Πούθενε τονέ φυγάδευσε απ’ τα γουρούνια, αν ο Καφούκιος ήταν στο βουνό; Το χοιροστάσιο είν’ όξω απ’ τη Σκάλα».

Μια στιγμιαία, άσχημη σιωπή.

«Ο Τζαραούλιας λέει ότ’ ο Καφούκιος δε μάκρυνε απ’ το χοιροστάσιο όλη μέρα».

Και τότε ο Στράτος με κοίταξε χτυπώντας δυνατά τον κρόταφό του με τον δείκτη του. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου. Γιατί ο Τζαραούλιας ήταν ο τρελός του χωριού.

 

Παγωμένος στο ντιβάνι μου, μες στο σκοτάδι, δεν υπάρχει τίποτα που να μη με φοβίζει. Γιατί ο Τζαραούλιας είναι ο τρελός του χωριού μόνο και μόνο επειδή οι υπόλοιποι Τζαραουλαίοι δεν κατεβαίνουν ποτέ στο χωρίο. Είναι ο πιο γνωστικός όλων τους.

Αιμομιξία.

Αλλά ο Στράτος δεν μου το εξήγησε περισσότερο. Όλοι οι Τζαραουλαίοι το κάνουν μεταξύ τους, λέει, γι’ αυτό είναι τρελοί, αλλά δεν μου είπε τι. Κάτι με τα αίματά τους που τ’ ανακατεύουν, σίγουρα κάτι φρικτό, κι έτσι ο Τζαραούλιας δεν το ‘χει σε τίποτα να πει ένα ψέμα για να σώσει τον Καφούκιο που τον έχει στο χοιροστάσιο.

Ο Καφούκιος έσφαζε γουρούνια για την Πρωτοχρονιά. Το πολύ αίμα τον μέθυσε, σκέφτομαι, και πήρε το αγροτικό να συνεχίσει με τη γυναίκα του. Και τώρα κυκλοφορεί ελεύθερος και τρελαμένος κι αυτός, ο χασάπης του χωριού. Θυμάμαι το Πάσχα που είχαμε πάει στο χασάπικο για το αρνί, όταν ο Καφούκιος μπήκε στο ψυγείο, ο παππούς βούτηξε ένα τεράστιο βαρελότο –δεν έχω δει μεγαλύτερο– που κρεμόταν από ένα τσιγκέλι και το ‘κρυψε στα ράσα του, ρίχνοντάς μου ένα συνωμοτικό χαμόγελο κάτω απ’ τα γένια του. Έμεινα ξερός. Ο παππούς, ο παππούς μου ο παπάς είχε κλέψει κάτι. Κι όταν στην Ανάσταση κόπασε κάπως ο χαμός των βαρελότων, ο παππούς άφησε το «Χριστός Ανέστη» στους ψάλτες και φώναξε «Σας σωθήκανε; Ε, πάρτε τώρα αυτό!» κι έβγαλε το βαρελότο-τέρας και τους μπουμπούνησε όλους, κι ο Καφούκιος χτυπιόταν στο βάθος, κι έτσι ξέρω ότι έχω τον πιο φοβερό και τρομερό παππού του κόσμου που, άμα χρειαστεί, πετάει κι ένα «γαμώ το στανιό μου» και παίζει και μαξιλαριές με τον μπαμπά, που όμως απόψε…

Είμαι μόνος στο ντιβάνι της σκοτεινής τραπεζαρίας.

Αν ήταν ο μπαμπάς ή η μαμά εδώ θα φοβόμουν πολύ λιγότερο. Κι αν ήταν κι οι δύο δεν θα φοβόμουν καθόλου. Ακόμα κι η Βίλη να ήταν, θα ‘ταν καλύτερα, γιατί η Βίλη φοβάται πολύ εύκολα και τότε θα ήμουν εγώ αυτός που θα έπρεπε να την καθησυχάσει, και δεν θα ‘τρεμα σαν το ψάρι όπως τώρα. Νομίζω ότι έρχονται απ’ την Αθήνα σε τρεις μέρες. Αχ, Χριστούλη μου, που γεννήθηκες προχθές, απόψε φοβάμαι για όλα!

Αλλά ο σκύλος μου, ο Φοίβος, είναι δεμένος έξω, κάτω απ’ την ελιά. Δίπλα στον χωματόδρομο για το βουνό, και πασχίζω να πάρω θάρρος απ’ αυτό. Αν ο Φοίβος δει κάτι άσχημο να κατεβαίνει απ’ το βουνό θα γαυγίσει, κι εγώ θα το ακούσω ακόμα και στον ύπνο μου, γιατί τα μπόξερ γαυγίζουν σπάνια και μόνο αν υπάρχει σοβαρός λόγος, και πρέπει πάντα να κοιτάς ένα μπόξερ που γαυγίζει, αλλά το σπίτι μας είναι το τελευταίο πριν το βουνό κι εγώ ο τελευταίος που είδε το άσπρο αγροτικό ν’ ανεβαίνει κι έτσι παίζω με το καινούριο μου χριστουγεννιάτικο τανκ στο κρύο μωσαϊκό της κουζίνας όταν ακούω τον Φοίβο και σηκώνομαι και κοιτάω απ’ το παράθυρο της κουζίνας που βρίσκεται ακριβώς απέναντι απ’ το τραπέζι κοιτάω προς την ελιά και βλέπω τον Φοίβο δεμένο από κάτω της να γαυγίζει θυμωμένα στην αρχή προς τη νύχτα και το βουνό αλλά αμέσως μετά να πισωπατεί φοβισμένα και ξέρω ότι κάτι έρχεται προς τα δω και ρίχνω μόνος μου τρομαγμένες ματιές προς την εξώπορτα της κουζίνας γιατί ο Στράτος είναι κάπου στο σαλόνι ο παππούς έχει πάει να δει δυο ανθρώπους κι η γιαγιά δεν ξέρει ότι πρέπει πάντα να κοιτάς γιατί γαυγίζει ένα μπόξερ που τώρα αλυχτά με την κομμένη του ουρά στα σκέλια και προσπαθεί να κρυφτεί πίσω απ’ την ελιά τα παράθυρα! φωνάζω και η γιαγιά κάπως καταλαβαίνει ότι πρέπει να τα μανταλώσουμε τώρα κι αρχίζει εκείνη με την κουζίνα κι εγώ ορμάω στην τραπεζαρία και προλαβαίνω την ώρα που μια κατάμαυρη σκιά πλησιάζει κι ο Στράτος σφαλίζει το σαλόνι καθώς η σκιά μες στη νύχτα κάνει το γύρο του σπιτιού και μόνο όταν έχουμε κλειδώσει και τα δωμάτια πηγαίνω στο μπάνιο αν και σίγουρα δεν χωράει απ’ το μικρό παραθυράκι και το βλέπω να με κοιτάει μέσα απ’ αυτό αλλά δεν μπορώ να ξεχωρίσω τίποτα απ’ τη σκιά και μόνο τότε σκέφτομαι ότι δεν έχουμε δει τι είναι αυτό που έχουμε αφήσει τον δεμένο Φοίβο έξω μόνο μαζί του.

 

Χριστούλη μου-σε παρακαλώ

βοή-θησέ με

Χριστούλη μου-σε παρακαλώ

βοή-θησέ με

Κάποιος προσεύχεται μέσα στην κρύα, σκοτεινή τραπεζαρία. Εγώ προσεύχομαι μέσα στην κρύα, σκοτεινή τραπεζαρία. Είναι ένας παγωμένος ψίθυρος, δυο γρήγορες εισπνοές με το «Χριστούλη μου-σε παρακαλώ», δυο κοφτές εκπνοές με το «βοή-θησέ με». Απ’ τον τρόμο μου δεν τολμώ ούτε ν’ ανασάνω χωρίς να προσεύχομαι.

Κουλουριασμένος στο λάθος πλευρό, προς την τραπεζαρία και το ακόμα πιο ψυχρό σαλόνι που τόσο σπάνια παίζουμε. Θέλω όσο τίποτα ν’ αλλάξω πλευρό, να γυρίσω προς τον τοίχο. Ξέρω ότι τα σεντόνια θα είναι κρύα στην αρχή όταν θα κουνηθώ, αλλά αυτό από μόνο του δεν θα με σταμάταγε. Είναι ο φόβος ότι αν κουνηθώ, αυτό που έχει μπει στο παγερό σαλόνι απ’ τα παράθυρα που ποτέ δεν μανταλώθηκαν θα καταλάβει ότι είμαι εδώ. Κι έτσι σκεπάζω το στόμα και τη μύτη μου και σταματώ να ψιθυρίζω κρατώντας όμως τον ίδιο ξέφρενο ρυθμό αναπνοής καθώς σκέφτομαι από μέσα μου την προσευχή που με σώζει. Χριστούλη μου, η γιαγιά δεν ξέρει ότι κρυφακούσαμε. Έπρεπε να της πω ότι φοβάμαι. Θα μ’ έπαιρνε στο κρεβάτι της, αφού στο δωμάτιο του παππού το ξύλινο πάτωμα δεν κρατάει καλά και γι’ αυτό δεν κοιμάμαι εκεί παρόλο που έχει κρεβάτι. Ή θα ήμουν τώρα χωμένος δίπλα στον Στράτο –οτιδήποτε θα ήταν καλύτερο απ’ αυτό.

Για μια στιγμή σκέφτομαι να πεταχτώ απ’ το ντιβάνι και να τρέξω στο δωμάτιο της γιαγιάς. Είναι δεν είναι δέκα βήματα μακριά. Αλλά υπάρχει κάτι χειρότερο κι απ’ το παγερό σαλόνι. Ακριβώς έξω απ’ την πόρτα της γιαγιάς παραμονεύει η τυφλή αποθήκη με τα παλιά ρούχα. Ποτέ δεν μπαίνουμε εκεί, όσο κι αν είναι η τέλεια κρυψώνα στο κρυφτό. Κι αν ήμουν αυτό το κάτι και είχα μπει απ’ τα παράθυρα που ποτέ δεν μανταλώθηκαν, η τυφλή αποθήκη θα ήταν το καλύτερο μέρος για να κρυφτώ και να παραφυλάξω.

 

Χριστούλη μου-σε παρακαλώ

βοή-θησέ με!

 

Ξύπνησα αργά το πρωί απ’ τις φωνές τις γιαγιάς. Φόρεσα βιαστικά τις παντόφλες μου και πετάχτηκα έξω απ’ την πίσω πόρτα αψηφώντας το κρύο που με δάγκωνε κάτω απ’ τις πιτζάμες μου.

Η γιαγιά στεκόταν κάτω απ’ την ελιά, με τα χέρια μπροστά στο στόμα, στραμμένη προς το αγροτικό με τους άντρες που είχε σταματήσει κάτω απ’ τον πλαϊνό τοίχο μας. Όταν έφτασα εκεί, είδα στην καρότσα δυο χωροφύλακες και τρεις χωριανούς. Το μόνο που πρόσεξα πριν ο πιο μεγάλος χωροφύλακας με δείξει μ’ ένα γεμάτο νόημα «κυρά παπαδιά» με το κεφάλι του, ήταν ένα σακί για πατάτες με σκούρους λεκέδες και σχεδόν σφαιρικό σχήμα ανάμεσα στα πόδια των χωροφυλάκων.

«Ο Θεός να μας φυλάει!» έκανε η γιαγιά καθώς με τραβολογούσε απ’ το μανίκι πάλι μέσα. «Του λόγου σου τι γυρεύεις όξω γυμνός; Σύρε να ντυθείς!»

Ο Στράτος κοιμόταν ακόμα τον ύπνο του δικαίου. Ντυνόμουν στο ντιβάνι, όταν άκουσα τη γιαγιά να γυρίζει τη μανιβέλα του τηλεφώνου. Το σπίτι του παπά ήταν ένα από τα λίγα στο Ρατζακλί που είχαν αποκτήσει τη βαριά, μαύρη, χωρίς καντράν συσκευή που σε συνέδεε με το παντοπωλείο του Γύρουλα που εκτελούσε και χρέη τηλεφωνείου. Η γιαγιά πήρε τη μαμά και δεν χρειαζόταν καν να κάνω ησυχία. Μας χώριζε μόνο ένας τοίχος με όλες τις πόρτες ανοιχτές και τα υπεραστικά τηλεφωνήματα είχαν τόσο προβληματικό ήχο που έπρεπε σχεδόν να φωνάζει κανείς. «Μόνο το κεφάλι», ήταν οι λίγες λέξεις που μου έλειπαν για να συμπληρώσω το παζλ.

«Μίλα τσι μάνας σου», είπε η γιαγιά όταν μπήκα στην κουζίνα και πρέπει να ήμουν τόσο πανιασμένος που δεν σταμάτησε να με φιλάει και να με χαϊδεύει όση ώρα έκλαιγα στη μαμά ότι ήθελα να έρθουν σήμερα κιόλας. Αλλά τα υπεραστικά ήταν πανάκριβα και σύντομα έπρεπε να κλείσουμε.

«Γιαγιά; Θα πεθάνουμε όλοι;»

«Όχι αφέντη μ’, μη λες μαύρες κουβέντες!»

«Αλλά ο Καφούκιος είναι κάποιο τέρας, ε; Βρυκόλακας; Τι είναι;»

«Η Εκκλησία δε γνωρίζει τέτοια στοιχειά», με μάλωσε απαλά η γιαγιά. «Άνθρωπος του Θεού είναι κι ευκειός ψυχή μ’, μα ξεστράτισε. Θα τόνε πιάσουνε, δεν είδες τσου χωροφυλάκους;»

Προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν έτσι, ξύπνησα τον Στράτο και του είπα τα φρικιαστικά νέα. Λύσαμε τον Φοίβο και παίξαμε μπάλα στις ασβεστωμένες αυλές, αλλά περιορίσαμε τις εξερευνήσεις μας στον περίβολο του σπιτιού και δεν βγήκαμε στο χέρσο χωράφι που μας χώριζε απ’ το κοντινότερο σπίτι, όπως σχεδιάζαμε όταν μαστορεύαμε τα ξύλινα όπλα μας. Τρέξαμε γύρω-γύρω μέχρι να σκάσουμε, αλλά φροντίζαμε να περνάμε γρήγορα από την είσοδο του γκαράζ που ο παππούς έτσι κι αλλιώς δεν χρησιμοποιούσε συχνά για το γαλάζιο κατσαριδάκι του, και δεν κάναμε τη σκάφη της γιαγιάς διαστημόπλοιο. Σκαρφαλώσαμε στην ελιά, όπως κάθε μέρα, αλλά κοιτούσαμε πιο πολύ προς το βουνό παρά προς τη Ζάκυνθο.

Φυσικά, μετά τα πρωινά νέα, δεν περιμέναμε τον παππού για το μεσημεριανό. Ήρθε αργά το βράδυ, όταν έπαιζα με το καινούριο μου χριστουγεννιάτικο τανκ στο κρύο μωσαϊκό της κουζίνας. Όταν η γιαγιά τού εξήγησε ότι ξέραμε, μίλησε ανοιχτά μπροστά μας. Τόσο η Σκάλα, όπου έμενε ο Καφούκιος, όσο και το Ρατζακλί πάνω απ’ το οποίο χάθηκε μαζί με τη γυναίκα του, ήταν ανάστατα. Το απόγευμα ο παππούς είχε κάνει ευχέλαιο στη Σκάλα.

«Κι ο Τζαραούλιας;» ρώτησε η γιαγιά.

Ο παππούς σήκωσε το κεφάλι του από το πιάτο. «Ανακρίνεται».

Δεν έδεσα τον Φοίβο.

 

«Θα μας φάει όλους».

Στο δωμάτιο της γιαγιάς έχω ξαπλώσει μαζί με τον Στράτο, τα κεφάλια μας στις αντίθετες πλευρές του κρεβατιού με τα στριφτά σίδερα στο κεφαλάρι, επειδή είναι κάπως στενό. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι βαριές κουβέρτες σκεπάζουν καλά τα πόδια μας. Δεν είναι νύχτα για να βγαίνουν τα πόδια σου έξω απ’ τα σκεπάσματα, κι έχω βάλει τη γιαγιά να μανταλώσει όλα τα παράθυρα και να διπλοκλειδώσει την μπροστινή είσοδο, εκείνη που δεν χρησιμοποιούσαμε σχεδόν ποτέ.

«Γιατί νομίζεις ότι βρήκαν το κεφάλι;»

Προσπαθώ να τραβήξω την κουβέρτα πιο ψηλά, αλλά είναι πολύ βαριά, κι έτσι χώνομαι πιο βαθιά στο κρεβάτι, το μαλακό, παμπάλαιο στρώμα του να με αγκαλιάζει απολαυστικά, ενώ περιμένω να ζεσταθούν τα κρύα σεντόνια.

«Γιατί;» ρωτάω τον Στράτο, χωρίς να είμαι σίγουρος ότι θέλω να ακούσω την απάντηση.

«Γιατί το κεφάλι δεν τρώγεται», εξηγεί, χαμογελώντας ψεύτικα αυτή τη φορά.

«Σταμάτα», διαμαρτύρομαι γιατί έχω κάνει τα πάντα για να προετοιμάσω μια ασφαλή και ήρεμη νύχτα. «Φοβάμαι!»

«Εγώ καθόλου», συνεχίζει εκείνος. «Και ξέρεις γιατί;» δείχνει με το κεφάλι του πίσω μου. «Γιατί κοιμάσαι εσύ προς την πόρτα. Και ακόμα κι όταν η γιαγιά θα την κλείσει, ξέρεις τι θα είναι πάντα εκεί, ακριβώς απέξω, ε;»

Και τον μισώ γι’ αυτό. Γιατί κι οι δύο ξέρουμε καλά ότι, όλη τη νύχτα, η τυφλή αποθήκη με τα παλιά ρούχα θα παραμονεύει.

Η γιαγιά δεν αργεί να πέσει. Έχω ζεστάνει τα σεντόνια μέχρι τότε, αλλά δεν έχω καταφέρει να κοιμηθώ, ίσως επειδή το κόκκινο φωτάκι για τη νύχτα μου θυμίζει τους λεκέδες στο σακί, αν κι εκείνοι ήταν πολύ πιο σκούροι. Επιτέλους σκέφτομαι την προσευχή που με σώζει και ανασαίνω ένα Χριστούλη μου-σε παρακαλώ κι αμέσως παίζω με το καινούριο μου χριστουγεννιάτικο τανκ στο κρύο μωσαϊκό της κουζίνας Φοίβος ελιά κάτι έρχεται παππούς δυο ανθρώπους τα παράθυρα! κατάμαυρη σκιά μαντάλωμα αλλά είναι μέσα! έχει μπει! απ’ την κλειδωμένη εξώπορτα της κουζίνας που άνοιξε αργά προς τα μέσα και τρέχουμε ουρλιάζοντας σιωπηλά και η γιαγιά στέκεται ολόρθη στην πόρτα της κουζίνας για να προλάβουμε να βγούμε και βλέπω τον Στράτο να χώνεται κάτω απ’ τον καναπέ στο σαλόνι δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο και ορμάω στον διάδρομο αλλά η μπροστινή εξώπορτα είναι διπλοκλειδωμένη και δεν θα προλάβω δεν γυρνάω να κοιτάξω τον Καφούκιο ή ό,τι έρχεται πίσω μου θα μας φάει όλους και αν μπορούσα να κρυφτώ στην αποθήκη δεν θα περίμενε ποτέ να με βρει εκεί αλλά τρέχω στο δωμάτιο του παππού και κρύβομαι στη ντουλάπα όμως δεν μπορώ να την κλείσω τελείως από μέσα και απ’ την ανοιχτή πόρτα της κάμαρας βλέπω τον διάδρομο θα βρει τον Στράτο πρώτα και θα σωθώ φωνές γυναικείες κραυγές η γιαγιά! έπιασε τη γιαγιά και μέσα απ’ τους τοίχους βλέπω τον Στράτο να τρέμει κάτω απ’ τον καναπέ αίμα! αίμα τρέχει στο μωσαϊκό του διαδρόμου και οι κραυγές σταματούν μαύρο αίμα απλώνεται σαν καραμέλα σε γλυκό και βγαίνω απ’ την ντουλάπα και η αποθήκη η κλειστή πόρτα της τυφλής αποθήκης έχει ξεχειλίσει και φτάνει μέχρι εμένα ένα αργό μαύρο ποτάμι και η γιαγιά διάλεξε τη λάθος κρυψώνα.

 

Χριστούλη μου-σε παρακαλώ

βοή-θησέ με

Χριστούλη μου-σε παρακαλώ

βοή-θησέ με

 

Μας ξύπνησε το τηλεφώνημα της θειας-Παρασκευής του Γύρουλα από το παντοπωλείο. Τον είχαν πιάσει! Κρυβόταν στα ερείπια της προσεισμικής Σκάλας. Όταν, γεμάτοι έξαψη, ντυθήκαμε, πλυθήκαμε και καθίσαμε στο τραπέζι για το πρωινό κατσικίσιο γάλα, η γιαγιά μάς κοίταξε ευχαριστημένη.

«Τι σου ‘πα;» έκανε προς εμένα από τον νεροχύτη. «Τόνε πιάσανε το χάραμα. Δόξα σοι ο Θεός, ησυχάσαμι», σταυροκοπήθηκε.

Με την έντονη μυρωδιά απ’ το γάλα ακόμα στα ρουθούνια μου, την κοίταξα καθώς πάλευε με τα κατσαρολικά της. Η γιαγιά ήταν ζωντανή και, για μια στιγμή, αναρωτήθηκα πώς να πέθαινε τώρα που δεν θα την έτρωγε ο Καφούκιος. Μπορεί να τη σκότωνε ο παππούς, σκέφτηκα επηρεασμένος απ’ τα γεγονότα. Ή να έπεφτε ανήμπορη στο κρεβάτι, χωρίς λουλούδια στις αρτάνες και ασβέστη στις αυλές. Ή να έφτανε μέχρι τα εκατό και να έβλεπε και δισέγγονα –από τα μεγάλα μας ξαδέλφια όμως, γιατί η Βίλη, και κυρίως εγώ, δεν θα παντρευόμασταν ποτέ.

Δεν είχα κανέναν τρόπο να ξέρω ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα συνέβαινε. Όχι σ’ αυτή τη ζωή.

Βγήκαμε έξω για παιχνίδι, κι όταν ο Στράτος σκαρφάλωσε στην ελιά, κοίταξε προς το βουνό και μετά προς εμένα και είπε:

«Θα μας φάει όλους».

Και νομίζω ότι για μια στιγμή είδα στο βάθος των ματιών του την κίτρινη σπίθα της τρέλας να έρχεται καλπάζοντας –αλλά θα είναι μόνο η ιδέα μου, τριάντα τόσα χρόνια μετά. Το σίγουρο είναι ότι του πέταξα το ξύλινο μαχαίρι μου.

Ο παππούς ήρθε κανονικά για φαγητό το μεσημέρι.

«Ο κουρλός τέλεψε τα καμώματα ψες τη νύχτα στην ανάκριση», είπε τσιμπώντας το αγαπημένο του κεφαλοτύρι. «Παραδέχτηκε ότ’ ο Καφούκιος έλειψε όσο να την ξεκάνει και ότ’ ευκειός τον έδιωξ’ ύστερις με τη γαϊδούρα του».

«Ο φονιάς τι μολογάει, χριστιανέ μου;» έκανε η γιαγιά, μόνιμα αγανακτισμένη με την συνήθη αρνητική βιασύνη του παππού.

«Κλαίει τη γυναίκα του», είπε εκείνος με τα μάτια στο πιάτο του, «κι ορκίζεται στον Άι Γεράσιμο ότι δεν έγγιαξε ούτε τρίχα της».

Κανείς δεν είπε τίποτα.

«Ο Θεός να τον σχωρέσει, γιατ’ οι ανθρώποι δεν σχωρνάνε πάντα», πρόσθεσε.

Μετά τον καφέ του, πήρε την πιο πρόσφατη –προχθεσινή– εφημερίδα και ξάπλωσε στο ντιβάνι της κουζίνας. Όπως πάντα, δύο λεπτά και δέκα γραμμές αργότερα, είχε κοιμηθεί. Ευτυχισμένος άνθρωπος.

Παίξαμε με τον Στράτο και τον Φοίβο. Βγήκαμε στο χέρσο χωράφι και φτάσαμε σχεδόν μέχρι τους γειτόνους. Η σκάφη της γιαγιάς ξανάγινε διαστημόπλοιο και ο χωματόδρομος προς το βουνό ελάχιστα μας απασχόλησε. Αύριο έρχονταν οι γονείς μου.

«Πού πας άνθρωπε του Θεού;» ακούστηκε η γιαγιά με το πρώτο σκοτάδι.

«Πάω να δω δυο ανθρώπους, χριστιανιά μου», έκανε εκείνος στο δρόμο προς το πορτόνι της σκάλας. «Κι ο αστυνόμος μου ‘πε πως μπορώ να δω τον Τζαραούλια. Θαρρώ πως τονέ βαρέσανε ψες βράδυ».

Έδεσα τον Φοίβο.

 

Παίζω με το καινούριο μου χριστουγεννιάτικο τανκ στο κρύο μωσαϊκό της κουζίνας. Είναι σιδερένιο, κι έχω γρατσουνιστεί ήδη δύο φορές στις γωνίες του από τα Χριστούγεννα που το άνοιξα –δώρο του μπαμπά και της μαμάς που ήρθε μαζί μου απ’ την Αθήνα.

«Ψτ!»

Στην αρχή δεν πάει ο νους μου –ο Στράτος δίπλα στο παράθυρο της κουζίνας που βλέπει στην πίσω αυλή. Καθώς πλησιάζω, θυμάμαι ότι στο όνειρό μου μπορούσα να δω τον Φοίβο ακριβώς απέναντι απ’ το τραπέζι. Αλλά δεν υπάρχει παράθυρο προς την πίσω αυλή απέναντι απ’ το τραπέζι, κι αυτό ξυπνάει μέσα μου κάτι πιο πραγματικό απ’ όσο αντέχω.

Το πρώτο γαύγισμα έρχεται όταν έχω φτάσει στο παράθυρο, δίπλα στον Στράτο. Σκιάζουμε τα μάτια μας πάνω στο τζάμι –γιατί στην πραγματικότητα δεν μπορείς να δεις έξω στο σκοτάδι μέσα από ένα φωτισμένο δωμάτιο– και βλέπουμε στο χλωμό φως της Σελήνης τον Φοίβο να δείχνει τα δόντια του γρυλλίζοντας.

Προς τη νύχτα και το βουνό.

«Όχι…» ψελλίζω, ενώ ο σκύλος τινάζεται μπροστά.

Όμως τον έχω δέσει.

Γυρνώ να κοιτάξω τη γιαγιά που στρώνει αμέριμνη το τραπέζι, αλλά ξαναστρέφομαι στο παράθυρο γιατί το γαύγισμα αλλάζει τόνο.

«Τ-τι βλέπει;» τραυλίζει ο Στράτος, αλλά εκείνη τη στιγμή ο Φοίβος, κοιτώντας τώρα προς το γκαράζ με τ’ αυτιά πεσμένα, παίρνει ξαφνικά πίσω ένα βήμα σαν κάτι να έκανε ακριβώς ένα βήμα προς αυτόν.

Τώρα βάζει την κομμένη του ουρά στα σκέλια και υποχωρεί προς την ελιά, αλυχτώντας αδύναμα και στρίβοντας αργά το κεφάλι προς το μέρος μας, σαν να ακολουθεί μια κίνηση.

Ρίχνω τρομαγμένες ματιές στην εξώπορτα της κουζίνας και στη γιαγιά που δεν ξέρει ότι πρέπει πάντα να κοιτάς γιατί γαυγίζει ένα μπόξερ. Κάτι έρχεται προς τα δω και δεν μπορεί να είναι ο παππούς, γιατί δεν ακούσαμε το κατσαριδάκι κι ο Φοίβος δεν θα γαύγιζε, και ξαφνικά όλα ταιριάζουν -πολύ αργά- στο μυαλό μου, γιατί κάτι πήρε το αγροτικό του Καφούκιου απ’ το χοιροστάσιο.

«Τρέξτε!» προσπαθώ να φωνάξω, αλλά βγαίνει μόνο ένας άναρθρος ψίθυρος που δεν φτάνει πέρα απ’ τον Στράτο. Τον τραβάω απ’ το πουλόβερ και υποχωρούμε προς την πίσω πόρτα της κουζίνας, γιατί ο Τζαραούλιας δεν θα μπορούσε να φυγαδεύσει άλλον Καφούκιο παρά μόνο αυτόν που ήταν στο χοιροστάσιο, και ο Φοίβος κλαίει σαν να τον δέρνουν, και τα δόντια μου τώρα χτυπάνε απ’ τον τρόμο, γιατί γνωρίζω τι έρχεται, αλλά το κακό δεν χτυπάει την πόρτα μας παρά την ανοίγει αργά προς τα μέσα και, Χριστούλη μου-σε παρακαλώ, είναι τόσο… τέλειο, που η γιαγιά δεν καταλαβαίνει και ρωτάει

«Πού ήσουν άνθρωπε του Θεού;»

κι αυτό απαντάει χαμογελώντας:

«Καλή σας εσπέρα».

Share this post


Link to post
Share on other sites
Drake Ramore

Αδιαμφισβήτητα πρόκειται για μια καλή και πολύ προσεγμένη ιστορία. Βγάζει την σωστή ατμόσφαιρα τρόμου που χρειάζεται σε αυτές τις ιστορίες, και ο τρόμος δίνεται στα σημεία που πρέπει να δοθεί. Μου αρέσει επίσης ο σεβασμός που δείχνεις στον αναγνώστη σου, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη ιστορία, ψάχνοντας μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια σε τοπικά ιδιώματα, και σχεδιάζοντας γραφήματα. Ακόμη και αν υπάρχουν λάθη σε αυτά δεν με απασχολεί.

 

Δύο πράγματα δεν μου άρεσαν μόνο. Το ένα είναι το παιδί ώρες-ώρες σκέφτεται σαν να είναι μεγαλύτερο από την ηλικία του. Αν ο ξάδερφος του ο Στράτος είναι εννέα, και τον περνάει δύο χρόνια, μιλάμε για ένα επτάχρονο παιδί.

 

Το δεύτερο σημείο είναι, ότι με κούρασε η ιστορία στην ανάγνωση. Δεν κατάφερα να την διαβάσω με μια ανάσα. Σκάλωνα σε κάποια σημεία. Ίσως να φταίνε τα τοπικά ιδιώματα, ίσως τα πολλά ονόματα. Δεν μπορώ να σου απαντήσω με σιγουριά μια και πρόκειται περισσότερο για την αίσθηση που αποκόμισα.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Αναρωτιέμαι μήπως οι προηγούμενες κριτικές μου σε έργα του Μιχάλη Μανωλιού του δημιούργησαν κάποιο υποσυνείδητο τραύμα. Ξαφνικά ο mman γράφει διηγήματα με οπτικά βοηθήματα, χάρτες και σχεδιαγράμματα, για… γιατί αλήθεια; Για να μην χαθούμε; Για δε το τελευταίο αυτό του πόνημα, είναι τελείως μυστήριο.

 

Θεωρώ το παρόν διήγημα έξοχο δείγμα υποβόσκοντα τρόμου, που μόνο ένας μετρ του είδους θα τολμούσε, και όχι ένας της επιστημονικής φαντασίας. Ο Μιχάλης όμως είναι πρωτίστως συγγραφέας (μάλλον το έχω ξαναπεί) κι ας παριστάνει τον έκπληκτο σε παρόμοια μου συμπεράσματα. Ίσως να μην τα κατάλαβα όλα στο τέλος (ποιος μπήκε στο σπίτι; ) αλλά όντως ανατρίχιασα. Βοήθησαν και οι ζωντανοί, πιστευτοί χαρακτήρες του.

Share this post


Link to post
Share on other sites
deadend

Τώρα που δεν κοιτάει ο Μιχάλης θα σας τα πω όλα! Η ιστορία είναι πραγματική μέχρι το τελευταίο λιθαράκι του σχεδιαγράμματος. Οι χαρακτήρες μου είναι γνωστότατοι. :chinese:

Ο Δάσκαλος μας ο Τσακνιάς μας είχε πει ότι η εμπειρία είναι αυτή που δίνει ζωντάνια στο κείμενο. Ο Μιχάλης την χρησιμοποίησε αριστοτεχνικά. Πολύ καλό το σημείο που παίζει με τους παιδικούς τρόμους.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Το σημείο που επικεντρώθηκε όλη η προσοχή μου όταν διάβαζα αυτή την ιστορία, δεν είχε σχέση με την πλοκή, που ήταν εξάλλου σωστά δοσμένη και ζυγισμένη για να προχωράει καλά η ιστορία, αλλά με το φόβο του παιδιού.

 

Λοιπόν, ο φόβος του εφτάχρονου ήταν συγκλονιστικός.

Ο αληθινός τρόμος εδώ δεν ήταν το κακό που παραμόνευε αλλά το κακό που ένιωθε το παιδί.

 

Ο τρόπος που μιλάει για την αποθήκη και για τη ντουλάπα, οι παιδικοί φόβοι που έχουμε ζήσει όλοι και πάνω απ' όλα αυτά και ο υπερφυσικός φόβος που τον κατακλύζει, μου δημιούργησαν ένα εξαιρετικά ισχυρό αίσθημα ταύτισης από τη μιά του παλιού μου (και όχι μόνο) εαυτού με τους παιδικούς φόβους, αλλά ταυτόχρονα έβγαλαν μια έντονη αίσθηση προστατευτικότητας του πιο ενήλικου εαυτού από την άλλη.

Συνήθως όταν διαβάζω ιστορίες τρόμου, μπαίνω σ' ένα κλίμα αποστασιοποίησης από τον ήρωα για να μην εμπλακώ πολύ. Αυτή η διήγηση, όχι μόνο δε με άφησε να το κάνω, αλλά πραγματικά ήταν στιγμές που μπήκα τόσο πολύ μέσα στην ιστορία ώστε αισθάνθηκα ότι αυτό δεν έπρεπε να το αφήσω να συμβαίνει, ότι έπρεπε να κάνω κάτι να προστατέψω το αγοράκι, ότι δεν επιτρεπόταν να διαβάζω αμέτοχη. Συνήθως από κάτι που σε φοβίζει θέλεις να φύγεις τρέχοντας. Εδώ αυτό που ήθελα ήταν να βουτήξω μέσα, ν' αρπάξω το παιδί και να το μεταφέρω κάπου που να μη φοβάται εκείνο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Α ρε Μιχάλη... θα προτιμούσα να στα λεγα από κοντά αυτά, παρά να τα γράφω (θα άκουγες περισσότερο χώσιμο, να ξέρεις) Τέσπα, πάμε στην κλινική ανάλυση της ιστορίας, ότι θα άκουγες πάνω κάτω στο workshop αν ήσουν εκεί.

 

Κάποια σημεία της ιστορίας με έβγαλαν εντελώς από το κλίμα και δεν μου επέτρεψαν να την ευχαριστηθώ ως τρόμου. Καταρχήν, θεωρώ έγκλημα να χρησιμοποιήσεις ένα εφτάχρονο παιδί για αφηγητή ιστορίας, όχι σε τέτοια ιστορία. Το μυαλό γυρίζει συνέχεια στο "πως είναι δυνατόν να τα λέει ένα εφτάχρονο;"

Κι αν δεν τα λέει; Κι αν τα θυμάται; Εδώ είναι η χαριστική βολή που δένει με το παραπάνω.

Πάλι σκοτώνει την ιστορία, μιας και αν ο αφηγητής τα έχει ζήσει παλαιότερα, σημαίνει ότι βγήκε από αυτή την ιστορία αλώβητος. Και γι'αυτό υπάρχουν στοιχεία στην ιστορία που το υποδεικνύουν (Ήταν εννιά, δηλαδή απείχε τέσσερα ή πέντε χρόνια από την πρώτη εκδήλωση της ηβηφρένειας. Όμως αυτό δεν το ξέραμε τότε.) Μόνο που το λες αυτό, σε εισαγωγή ιστορίας τρόμου, λες στον αναγνώστη "επέζησαν".

Επίσης, στα σημεία καταιγιστικών προτάσεων, χωρισμένων μόνο με κόμματα, προσπαθείς να δείξεις ένταση μέσω του μηχανισμού , αλλά νομίζω πως το σημείο θέλει ξαναγράψιμο. Μπερδεύει, κολλάει το μάτι αντί να το σπρώξει. Δεν λειτούργησε όπως πιστεύω θα το ήθελες (καλύτερα, όπως θα το ήθελα εγώ ως αναγνώστης) και τώρα μοιάζει περισσότερο με gimmick.

Στα καλά του, το setting - το πλαίσιο όπου λαμβάνει τόπο η ιστορία, η ατμόσφαιρα (που θα την ευχαριστιόμουν πολύ περισσότερο αν δεν στεκόμουν στην αρχική μου θέση) και τα στοιχεία τρόμου που βγάζει η ύπαιθρος (αιμομιξίες,φόνοι κλπ)

Η χρήση της διαλέκτου... Καλογραμμένη σίγουρα αλλά είμαι κατά κανόνα αντίθετος στη χρήση της ούτε την ευχαριστιέμαι σαν αναγνώστης. Χάνει πολλά το μάτι, σκαλώνει και πάει λέγοντας. Είναι κάτι πολύ επικίνδυνο για αρχάριους συγγραφείς αλλά εσύ αυτό το στάδιο το 'χεις ξεπεράσει προ ετών. Οπότε ούτε συν ούτε πλην εδώ.

Οι ρεαλιστικοί και καθόλου επιφανειακοί χαρακτήρες, ειδικά όταν μιλάμε για 3500 λέξεις και με μεγάλο καστ (που όμως τρώει μεγάλο πέναλτυ για μένα από το ζήτημα του 7χρονου) και φυσικά η γραφή, ξεκάθαρη και στρωτή όπως ξέρουμε.

Το τέλος δεν μου άρεσε, μου ζήτησες να τρομάξω περισσότερο απ'ότι έδειχνε το κείμενο, σε σημείο να αναρωτιέμαι γιατί. Ο τρόμος είναι το είδος που πληγώνεται περισσότερο όταν ο συγγραφέας λέει αντί να δείξει.

Επειδή έχω διαβάσει άψογο horror από σένα (π.χ. Εξεταστική Περίοδος, χωράει άνετα σε ανθολογία τρόμου ακόμα και μέσα στο ΣΦ περιτύλιγμα της) μάλλον απογοητεύτηκα. Οταν η ταμπέλα λέει "Τρόμος, Δια χειρός (και στη Λαδόκολλα, ά ρε να χαμε κανα σουβλάκι εδώ πάνω.... εμ τι έλεγα; ) Μανωλιού", περιμένω να με τρομάξεις, να με ανησυχήσεις, και άλλα τέτοια.

Edited by DinMacXanthi

Share this post


Link to post
Share on other sites
SpirosK

Εμένα προσωπικά με κούρασε. Αρκετά ώστε να μην το ευχαριστηθώ και να χάσω το ενδιαφέρον μου κάπου στα 3/4. Για αυτό και δεν είδα πού έπαιζε η μάσκα ή η μεταμφίεση ως κύριος άξονας του κειμένου (και όχι ως κάτι που πετάχθηκε στο τέλος για να δέσει με το διαγωνισμό). Επίσης, δεν είδα το χάρτη όσο το διάβαζα. Αν χρειάζομαι χάρτη για να διαβάσω ένα διηγηματάκι, κάτι δεν πάει καλά, είτε με μένα είτε με το διήγημα.

 

EDIT: δεν έγραψα κάτι καλό ε;;; Χμμμμ... πολύ ωραία η χρήση της διαλέκτου!! Εξαιρετική βασικά.

Edited by SpirosK

Share this post


Link to post
Share on other sites
dagoncult

Αν και δεν έπιασα τελείως το τέλος, σίγουρα ευχαριστήθηκα σε πολλά σημεία της ιστορίας. Ο χάρτης για μένα κάποιες φορές λειτούργησε

(όπως για να δω που είναι η ελιά και που η κουζίνα και η τραπεζαρία)

και κάποιες όχι (όπως τις φορές που χρειάστηκε να διακόψω την ανάγνωση για να δω σημεία που ίσως τελικά να μην είχαν να δώσουν κάποια ιδιαίτερη πληροφορία). Αν ήταν λιγότερο αναλυτικός ίσως να ήταν πιο λειτουργικός.

 

Τα σημεία που ο μικρός μιλάει σερί

(και ειδικά εκεί μα τα αμπαρώματα)

είναι τρομακτικά. Μπράβο γι’ αυτά.

 

Έμεινα με κάποιες απορίες στο τέλος, σχετικά με το τι συμβαίνει τελικά και

τι είναι το κακό

. Θα το ήθελα κάπως πιο ξεκάθαρο.

 

Καλή ιστορία.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Sonya

Το κλίμα του τρόμου, υπέροχο. Οι παιδικές φοβίες δεν εγκαταλείπουν ποτέ το υποσυνείδητο και είναι απ' τα πιο εύκολα πράγματα να ταυτιστείς μαζί τους. Εμένα μου άρεσε και η χρήση τοπικής διαλέκτου, μ' εγκλιμάτισε. Αυτό που ήταν οφφσάιντ, ήταν η γλώσσα. Ένα εφτάχρονο παιδί δεν μιλάει έτσι, δεν πα να 'ναι η μετενσάρκωση του Μπαμπινιώτη. Μιλάει πολύ πιο απλά και, κυρίως, σκέφτεται πολύ πιο απλά.

 

Αν εξαιρέσεις αυτό, ομολογώ πως το κείμενό σου ήταν απ' τα πιο τρομαχτικά του διαγωνισμού.

Share this post


Link to post
Share on other sites
deadend

... δεν πα να 'ναι η μετενσάρκωση του Μπαμπινιώτη.

 

Νομίζω ότι τώρα έχουμε νικητή! Τρόμος με πέταλα :tease:

Share this post


Link to post
Share on other sites
djagil

την ιστορία την διάβασα 2 φορές και πρέπει να πω ότι την δεύτερη φορά τρόμαξα πιο πολύ...:tease: WOW :thmbup: αυτό έχω να πω... μόνο το δεύτερο όνειρο θες να το κάνεις πιο αγχωτικό αλλά το κάνεις πιο συγκεχιμένο... και αυτό μόνο και μόνο για να πω κάτι... το ότι μιλάει ο αφηγητής δεν με χάλασε επειδή ξέρω ότι σώθηκε και ο Λαβκραφτ το κάνει συχνά δεν τον κατηγορεί κανεις για αυτό... μια απορία μόνο λόγο του οτι είμαι αγεωγράφητος σε ότι αφορά κάτι μικρότερο από χώρα σε ποιο μέρος αναφέρεται η ιστορία???

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

[...] μια απορία μόνο λόγο του οτι είμαι αγεωγράφητος σε ότι αφορά κάτι μικρότερο από χώρα σε ποιο μέρος αναφέρεται η ιστορία???

OK, αυτό νομίζω δεν πειράζει να το απαντήσω τώρα. Έτσι κι αλλιώς δεν παίζει κανέναν ιδιαίτερο ρόλο. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο χωριό Ρατζακλί, δίπλα στο χωριό Σκάλα, στο νότιο άκρο της Κεφαλονιάς.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Adinol Doy

Θὰ συμφωνήσω πὼς πρόκειται γιὰ μιὰ ἔξοχη ἱστορία ὑπαινικτικοῦ τρόμου - τὸ εἶδος, δηλαδή, ποὺ λατρεύω περισσότερο ἀπ' ὅλα. Δὲν ἔχω νὰ κάνω καμμία οὐσιαστικὴ παρατήρηση. Θαρρῶ πὼς τὸ διήγημα στέκει μιὰ χαρὰ χωρὶς διορθώσεις. Εἶδα ὁλοζώντανα τὸν ἀφηγητή, καθὼς καὶ τοὺς χώρους, χωρὶς νὰ χρειαστεῖ νὰ καταφύγω στὴν βοήθεια τοῦ χάρτη. Μπράβο, κύριε, καὶ ξανὰ μανὰ μπράβο.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Adicto

Eίναι η πρώτη ιστορία Τρόμου που διαβάζω απο τα χεράκια σας κ. Μμαν, δεν γνωρίζω αν έχετε γράψει ποτέ τίποτα άλλο σε αυτό το genre.

Μπράβο σας! Να το ξανακάνετε!thmbup.gif

 

Η ιστορία είναι καλή! Είναι καλογραμμένη, έχει μεράκι και φροντίδα μέσα της και πολύ καλή ατμόσφαιρα, απόλαυσα την σκηνή που μιλουν τα 2 παιδια μεταξύ τους για κάτι που δεν τρώγεται :p, πολύ καλοστημένη. Και θα προσυπογράψω σε αυτό που λέει η Σόνια (εσύ να χαίρεσαι τον Σούπερ Γκούφη Μάριο btw :p) : Οι παιδικές φοβίες είναι θέμα πανίσχυρο και η βιώση του κόσμου και του Κακού απο τα μάτια ενός παιδιού τσιγκλάει τα νεύρα μας επώδυνα, θυμίζοντας μας τους δικούς μας φόβους. Και αυτό βοηθάει την τάυτιση του αναγνώστη με τον ήρωα.

Όμως αν και η αφήγηση απο τα μάτια του παιδιού δεν στερείται δυναμικής, δεν καταφέρνει να τραβήξει όλα τα νεύρα που θα μπορούσε. Και ο λόγος είναι αυτό που προαναφέρθηκε απο τα άλλα παιδιά. Ενα 7χρονο δεν μιλάει έτσι. Θα πρότεινα σε αυτό το κομμάτι να βάλεις το παιδί να μιλάει πιο απλά, πιο αποσπασματικά ίσως και δίνοντας έναν αφελή τόνο σε κάποια απο τα πράγματα που αντιλαμβάνεται γύρω του. Δεν ξέρω πως να το πω καλύτερα για να σε βοηθήσω πιο πολύ, έχω στο μυαλό μου τον τρόπο που ο Μάχεν βάζει την 12χρονη ηρωίδα του να μιλάει στο (κορυφαίο διήγημα τρόμου όλων των εποχών κατα πολλούς) "Ο Λευκός Λαός".

 

Η χρήση ιδιωματισμών εμένα πάλι δεν με πολυχαλάει, σε βοηθάει να μπέις στο κλίμα, αρκεί να είναι κατανοητοί και με μέτρο (στο μυαλό μου έρχεται ως πετυχημένο παράδειγμα το "Σχολείο" του SpyrosK). Eδώ, σε κάποια -λίγα- σημεία κόλλαγαν και με ανάγκαζαν να ξαναδιαβάζω την πρόταση αλλά γενικά δεν είχα πρόβλημα.

 

Ένα άλλο σημείο που με μπέρδεψε ήταν το τέλος. Ένοιωθα την ατμόσφαιρα και την ένταση να κορυφώνεται αλλά στο τέλος δεν πολυκατάλαβα τι έγινε. Ήταν σαν κάποιος να μου έλεγε "κρατήσου, τωρα θα τρομάξεις!" αλλά να έμενα στο τέλος με την απορία "γιατί θα έπρεπε να τρομάξω τώρα;". Βεβαια, υπάρχει πάντα και το ενδεχόμενο να μην κατάλαβα οπότε όλα αυτά που έγραψα να είναι μπούρδες...

 

Αυτά τα ολίγα! Αν και μπορεί να μην πολυφαίνεται απο αυτά που έγραψα, ναι, η ιστορία μου άρεσε! Απλά, έχει μπόλικο περιθώριο βελτίωσης (λαμβάνοντας υπ οψην και το ταλέντο του συγγραφεα) ακόμα!

 

Περιμένω την επόμενη Τρόμου τωρα κ.Μμαν!devil2.gif

Share this post


Link to post
Share on other sites
northerain

Να μην επαναλάβω το θέμα με το 7χρονο που μιλάει σαν να είναι επιστήμονας, απλά να αναφέρω ότι με ενόχλησε πολύ και δεν μπόρεσα να απολαύσω την ιστορία. Πακέτο με αυτό, με εξέπληξε το Μποξερ. Υποθέτω ότι η ιστορία λαμβάνει χώρα κάποια στιγμή στην δεκαετία του 60-70. Κουλό μου φαίνεται ο εφτάχρονος να ξέρει την ράτσα του σκύλου και να το αποκαλεί και με την ράτσα του.

 

Οι εφιάλτες αν και ενδιαφέρον μηχανισμός διαβάζονται δύσκολα και κουράζουν. Μπερδεύουν και λίγο στην ροή της ιστορίας νομίζω.

 

Στα καλά έχουμε την γραφή, την γενική ιδέα και μερικές πολύ ατμοσφαιρικές σκηνές. Η ιστορία είναι καλή, απλά είναι λίγο μεγάλη και όλα είναι μια διήγηση και έτσι χάνει από άποψη impact.

Share this post


Link to post
Share on other sites
KELAINO

Συμφωνώ με Ντινοξάνθη και Νορθ για το μπόξερ. Το μπόξερ μ' έβγαλε πολύ από την ιστορία, γιατί μ' έκανε να σκέφτομαι άλλα πράγματα, ότι η οικογένεια πρέπει να είναι μεγαλοαστική για να έχουν σκύλο ράτσας εκείνη την εποχή κι όχι κοπρίτη όπως όλος ο κόσμος κλπ.

Επίσης, που ακριβώς είχαμε τη μάσκα/μεταμφίεση;

 

Αλλά η διάλεκτος ήταν καταπληκτική!

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
ZeLiGa

Πολύ καλή ιστορία, ωραία δομή και κατάφερε να με τρομάξει σε αρκετά σημεία(π.χ. εκεί που αντικρίζει κάτι από το παράθυρο του μπάνιου). Βρήκα εκπληκτική την ιδέα σου να μεταφέρεις επακριβώς τις σκέψεις ενός μικρού παιδιού. Οι ιδιωματισμοί στη γλώσσα, αν και προσθέτουν αληθοφάνεια στο κείμενο, στην τελική με κούρασαν αρκετά και με δυσκολία τους διάβαζα - παιδί της πόλης βλέπεις. Επιπλέον, σε κάποια σημεία χάθηκα και δεν κατάλαβα τι ακριβώς έγινε στο τέλος. Ίσως χρειάζεται και μια δεύτερη ανάγνωση. Πάντως, σε γενικές γραμμές, πολύ καλή ιστορία.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

ΠΡΟΣΟΧΗ! ΕΠΕΤΑΙ ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΑΠΟ SPOILER!

 

Ήμουν από καιρό (δυόμισι χρόνια όπως φαίνεται από αυτό το καραspoiler link) έτοιμος να γράψω αυτή την ιστορία, οπότε το θέμα του διαγωνισμού λειτούργησε (και εδώ) καταλυτικά (ευχαριστώ κύριε διοργανωτά!). Το όνειρο που είδα μικρός και το οποίο ενέπνευσε αυτό το διήγημα ήταν βέβαια πολύ πιο απλό: Ήμουν μόνος μου με τη γιαγιά μου στο σπίτι -δεν υπήρχε ξάδελφος. Ξέραμε ότι στο χωριό κυκλοφορούσε ένας βρυκόλακας. Είδα τον Φοίβο να γαυγίζει προς το «βουνό» κλπ. και ήξερα ότι όταν θα άνοιγε η πόρτα θα ήταν είτε ο παππούς μου είτε ο βρυκόλακας. Η πόρτα άνοιξε και αυτό που μπήκε είχε την όψη του παππού μου αλλά κάπως γνώριζα ότι ήταν ο βρυκόλακας με τη μορφή του. Δεν έχω ονειρευτεί κάτι πιο τρομακτικό στη ζωή μου. Ξύπνησα μουρμουρίζοντας τη δίστιχη προσευχή και συνέχισα να αναπνέω μ’ αυτήν μέχρι να εξαντληθώ και να ξανακοιμηθώ πολύ ώρα μετά. (Προφανώς τότε πίστευα.)

 

Ώρα για λίγη απομυθοποίηση.

Λοιπόν, στην πραγματικότητα:

Δεν έγινε κανένα φονικό ή κάποιο άλλο έγκλημα. (Η γιαγιά μου πέθανε στα 85 της, είκοσι χρόνια μετά από το 1977 που υποτίθεται ότι εκτυλίσσεται η ιστορία, έχοντας περάσει πολλά από αυτά στο κρεβάτι μετά από τέσσερα εγκεφαλικά και έχοντας γνωρίσει έξι δισέγγονα, ένα εκ των οποίων ο γιος της αδελφής μου Βίλης.)

Δεν φοβόμασταν την τυφλή αποθήκη.

Τα μοναδικά μου Χριστούγεννα τα πέρασα στην Κεφαλονιά όταν ήμουν 12 και όχι 7. Δεν θυμάμαι πού ήταν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Ο κεντρικός διάδρομος έχει σχεδιαστεί πολύ φαρδύς.

Ο ξάδελφός μου με περνάει έξι χρόνια και όχι δύο.

Ο στενός χωματόδρομος δίπλα στο σπίτι δεν ήταν η μόνη πρόσβαση προς το «βουνό».

Το «βουνό» είναι ένας λόφος με χωράφια, αμπέλια και ελιές, που έχει πια αρχίσει να χτίζεται εκτός από ντόπιους και από Γερμανούς και Άγγλους.

Τόσο η αδελφή μου όσο κι εγώ παντρευτήκαμε.

 

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι όσα δεν αναφέρονται εδώ ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Όχι απαραίτητα.

 

Στις παρατηρήσεις σας τώρα:

 

@ dagoncult & ZeLiGa

 

Σχετικά με το τι έγινε στο τέλος: Ο μικρός καταλαβαίνει ότι κάτι είχε πάρει τη μορφή του Καφούκιου και σκότωσε τη γυναίκα του ενώ εκείνος ήταν πάντα στο χοιροστάσιο. (Φάουλ εδώ το ότι το κατάλαβε ένα εφτάχρονο, αλλά αλλιώς καταστρέφεται το διήγημα.) Έτσι, συνειδητοποιεί ότι αυτό που έρχεται στο σπίτι από το βουνό είναι το ίδιο κάτι επειδή το γαυγίζει ο σκύλος κλπ. Και επιβεβαιώνεται όταν αυτό το κάτι μπαίνει έχοντας τη μορφή του παππού του.

 

@ ένα κάρο κόσμο

 

Σχετικά με τον εφτάχρονο που σκέφτεται σαν μεγάλος, θα συμφωνήσω αλλά μόνο εν μέρει. Πιστεύω ότι ήταν αρκετά σαφές ότι οι αφηγητές είναι δύο: ο ενήλικας (37+) που έχει επιβιώσει και αφηγείται σε αόριστο και ο εφτάχρονος που το ζει και αφηγείται σε ενεστώτα. Το πρόβλημα λοιπόν εντοπίζεται μόνο στα κομμάτια με τον ενεστώτα. Παραδέχομαι ότι δεν είναι ατόφιο παιδικό ύφος, αλλά το έκανα συνειδητά γιατί πιστεύω ότι μια τόσο μεγάλη αλλαγή στο ύφος θα ξενέρωνε την ατμόσφαιρα και θα δυσκόλευε την κατανόηση μιας έτσι κι αλλιώς δύσκολης ιστορίας.

Οι εξεζητημένες λέξεις που χρησιμοποιεί ο εφτάχρονος αφηγητής (στα κομμάτια με χρόνο ενεστώτα) είναι οι εξής:

γνωστικός, συνωμοτικό, κόπασε, πασχίζω, πισωπατεί, ψίθυρος, εισπνοές, εκπνοές, ασφαλή, ολόρθη, νους, πραγματικότητα, αλυχτώντας, υποχωρούμε, φυγαδεύσει.

Η κάθε μια τους θα μπορούσε να είναι στο λεξιλόγιο ενός παιδιού, αλλά μάλλον όχι όλες μαζί. (Κρατήστε αυτό το «μάλλον» –είναι απίστευτο τι ξέρουν μερικά εφτάχρονα.) Σίγουρα μπορεί να διορθωθεί αυτό, αλλά χρειάζεται πολύ προσοχή να μην θιγεί η ατμόσφαιρα που είναι ο κύριος στόχος της ιστορίας.

Αν ο εφτάχρονος αφηγητής δεν δούλεψε καλά για αρκετούς ευθύνομαι φυσικά μόνο εγώ, αλλά βεβαιωθείτε πρώτα ότι δεν συγχέετε τους δύο αφηγητές.

[Από τεχνικής άποψης, η ανάγκη για δύο αφηγητές προέκυψε από το ότι ήθελα να μην είναι όλο το διήγημα σε ενεστώτα ώστε να ξεχωρίζουν οι «δυνατές» σκηνές, οπότε ο αόριστος χρειαζόταν έναν ενήλικα αφηγητή.]

 

@ καμπόσους

 

Σχετικά με το γλωσσικό ιδίωμα, καταλαβαίνω ότι ίσως να κουράζει κάπως, αλλά με τίποτα δεν μου έβγαινε να τους βάλω να μιλάνε σε άψογα ελληνικά δελτίου ειδήσεων κρατικής τηλεόρασης. Η αληθοφάνεια θα πήγαινε έναν μεγάλο περίπατο. Ελπίζω να μην έγινε πολύ βαρύ έτσι, καθώς αφορά μόνο τον παππού και τη γιαγιά του παιδιού.

 

@ DinMcXanthi

 

Σχετικά με την προοικονομία. Από τον ενήλικα αφηγητή μαθαίνουμε ότι τόσο αυτός όσο και ο ξάδελφός του επέζησαν. Άρα όταν έρχεται το τέλος, καταλαβαίνουμε ότι αυτή που δεν επέζησε ήταν η γιαγιά. Συμφωνώ ότι αυτό μπορεί να λειτουργεί ξεφουσκωτικά όσον αφορά τον τρόμο, αλλά νομίζω ότι στο τέλος έχω ρίξει το βάρος όχι τόσο στο ποιος φαγώθηκε αλλά στο τι μορφή είχε το κακό. Βρίσκω τρομακτικό ο θάνατος να μεταμφιέζεται σε τόσο οικεία μορφή. Αν δεν έπιασε σε αρκετούς, πάσο.

Σχετικά με την έλλειψη στίξης στις περιγραφές των ονείρων: Η τεχνική είναι ή ίδια που χρησιμοποιώ στην «Άμυνα» (Σάρκινο Φρούτο). Φυσικά, τυχόν επιτυχία της εκεί δεν εγγυάται το ίδιο και εδώ. Σεβαστό το ότι δεν δούλεψε για σένα.

 

@ SpirosK

 

Νομίζω ότι αφού έχει τελειώσει κανείς το διήγημα γίνεται αρκετά σαφές ότι το θέμα της μεταμφίεσης δεν εισάγεται ξαφνικά στο τέλος, αλλά είναι ο βασικός άξονάς του από την πρώτη σκηνή, όπου ήδη αμφισβητείται η ενοχή του Καφούκιου, παρά το ότι υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες.

Σχετικά με το διάγραμμα: Στα σχόλια αναφέρω ότι το διάγραμμα δεν είναι απαραίτητο.

 

@ northerain & KELAINO

 

Το μπόξερ είναι μια ιδιαίτερη εμφανισιακά ράτσα και όταν ένα εφτάχρονο αποκτήσει σκύλο το λιγότερο που μπορεί να μάθει γι’ αυτόν είναι το όνομα της ράτσας του. Το διήγημα υποτίθεται ότι διαδραματίζεται τα Χριστούγεννα του 1977 (αν και αυτή την πληροφορία την έφαγε το σφάξιμο) και επειδή έτυχε στην πραγματικότητα η οικογένειά μου να αγοράσει ένα μπόξερ εκείνη τη χρονιά, δεν θυμάμαι η κατοχή ενός σκύλου αυτής της ράτσας να ήταν δείγμα μεγαλοαστισμού –εκτός αν οι αναμνήσεις μου έρχονται μέσα από το παραμορφωτικό ταξικό πρίσμα.:D

 

Σας ευχαριστώ πολύ όλους και όλες για τα χρήσιμα σχόλιά σας. Η πρώτη μου συγγραφική εμπειρία τρόμου έχει πολύ ενδιαφέρον αν και δεν ξέρω πόσος καιρός θα περάσει μέχρι τη δεύτερη.

Share this post


Link to post
Share on other sites
KELAINO

ΟΚ, είχα καταλάβει ότι διαδραματίζονταν πιο παλιά, τη δεκαετία του 60, και δεν ήξερα καν αν κυκλοφορούσαν σκύλοι ράτσας ευραίως τω καιρώ εκείνω εν Ελλάδι...

Share this post


Link to post
Share on other sites
northerain

Το τηλέφωνο με την μανιβέλα και η σύνδεση που γίνεται μέσω του παντοπωλείου υποδεικνύει πολύ παλαιότερη εποχή. Δεν ξέρω στα χωριά πως ήταν τα πράγματα αλλά μιλάμε για μια εποχή χωρίς δίκτυο τηλεφώνων, δηλαδή κάπου στα 50s. Γι' αυτό και το μποξερ χτυπάει περίεργα. Έπειτα μιλάμε για παιδιά, αν και δεν θα επιμείνω, εγώ ως παιδί ήξερα 2 ράτσες: λυκόσκυλα και ντοπερμαν.

 

Αυτό με τον αφηγητή δεν ήταν αρκετά καθαρό πιστεύω.

 

 

edit: Τελικά δεν έχει να κάνει με το όνομα της ράτσας, αλλά με τη χρήση του. Αυτό με παραξένεψε. Ένα παιδί δεν θα αποκαλούσε τον σκύλο του ''το μποξερ'', θα το αποκαλούσε με το όνομά του ή απλά ''σκύλο''.

Edited by northerain

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Για να πω την αλήθεια, περίμενα μια ιστορία τρόμου από τον κύριο mman μόνο και μόνο από περιέργεια: θα έφτανε τα σκληρά σκηνικά στα οποία μας έχει συνηθίσει στις ιστορίες ΕΦ ή αν θα την πατούσε σαν πρωτάρης. Τείνω να πιστέψω ότι εδώ συνέβη το δεύτερο.

 

Δε θα παραπονεθώ για τη γραφή ή την ατμόσφαιρα. Τα είχες πιάσει εξαιρετικά, ενώ τα ιδιώματα δουλεύουν πολύ καλά και, εντάξει, οι σκέψεις του παιδιού χτυπάνε λίγο άσχημα, αλλά δεν καταστρέφουν την ιστορία.

Έχω όμως δύο σοβαρές αντιρρήσεις.

Η πρώτη αφορά το χάρτη: δεν τον χρειάστηκα ούτε στιγμή διαβάζοντας την ιστορία. Αν υπάρχει χάρτης τότε καλό είναι να είναι απαραίτητο βοήθημα, εδώ απλά μας λέει αυτό που ήδη ξέρουμε, ότι η ελιά είναι μακριά.

Η δεύτερη (που κατά τη γνώμη μου αφαιρεί πολύ από το διήγημα) είναι η φράση

Ήταν εννιά, δηλαδή απείχε τέσσερα ή πέντε χρόνια από την πρώτη εκδήλωση της ηβηφρένειας. Όμως αυτό δεν το ξέραμε τότε.
που, για εμένα σκότωσε όλη την ιστορία. Με άλλα λόγια, ξέρουμε από την αρχή ότι ο αφηγητής και ο ξάδερφός του θα ζήσουν στο τέλος. Και ότι, μάλλον, δε θα έχουν κάποια τραυματική εμπειρία στο υπόλοιπο διήγημα (γιατί αν πχ τους είχε επιτεθεί ο μανιακός με το τσεκούρι θα ήταν λογικό να τρελαθούν ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ασθένεια). Και, σε συνδυασμό με το ανοιχτό τέλος, μπορώ άνετα να φανταστώ ότι κανένας δεν παθαίνει τίποτα και όλα είναι στο μυαλό του παιδιού. Αν ποτέ την ξαναδουλέψεις φρόντισε να αλλάξεις το σημείο αυτό.

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

1) Το τηλέφωνο με την μανιβέλα και η σύνδεση που γίνεται μέσω του παντοπωλείου υποδεικνύει πολύ παλαιότερη εποχή. Δεν ξέρω στα χωριά πως ήταν τα πράγματα αλλά μιλάμε για μια εποχή χωρίς δίκτυο τηλεφώνων, δηλαδή κάπου στα 50s.

 

2) Αυτό με τον αφηγητή δεν ήταν αρκετά καθαρό πιστεύω.

 

3) Έπειτα μιλάμε για παιδιά, αν και δεν θα επιμείνω, εγώ ως παιδί ήξερα 2 ράτσες: λυκόσκυλα και ντοπερμαν.

[...]

edit: Τελικά δεν έχει να κάνει με το όνομα της ράτσας, αλλά με τη χρήση του. Αυτό με παραξένεψε. Ένα παιδί δεν θα αποκαλούσε τον σκύλο του ''το μποξερ'', θα το αποκαλούσε με το όνομά του ή απλά ''σκύλο''.

 

1) Αρκεί να πω ότι τα συγκεκριμένα χωριά ηλεκτροδοτήθηκαν μόλις το 1973! Σε μερικά πράγματα η επαρχία ήταν πολύ πίσω από τις πόλεις τότε.

 

2) Σεβαστό. Το σίγουρο είναι ότι δεν πρόκειται για διήγημα που μεταφέρει εύκολα την πληροφορία του με μία ανάγνωση.

 

3) Μα κι εγώ. Αλλά όταν απέκτησα μπόξερ, τότε προφανώς έμαθα και αυτή τη ράτσα. Και όπου υπάρχει η λέξη "μπόξερ" αναφέρεται στη ράτσα γενικά ("ένα μπόξερ" ή "τα μπόξερ"). Τον ίδιο τον σκύλο του τον αναφέρει πάντα με τον όνομά του.

 

4) Η δεύτερη (που κατά τη γνώμη μου αφαιρεί πολύ από το διήγημα) είναι η φράση που, για εμένα σκότωσε όλη την ιστορία. Με άλλα λόγια, ξέρουμε από την αρχή ότι ο αφηγητής και ο ξάδερφός του θα ζήσουν στο τέλος. Και ότι, μάλλον, δε θα έχουν κάποια τραυματική εμπειρία στο υπόλοιπο διήγημα (γιατί αν πχ τους είχε επιτεθεί ο μανιακός με το τσεκούρι θα ήταν λογικό να τρελαθούν ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ασθένεια).

 

5) Και, σε συνδυασμό με το ανοιχτό τέλος, μπορώ άνετα να φανταστώ ότι κανένας δεν παθαίνει τίποτα και όλα είναι στο μυαλό του παιδιού.

 

4) Δεκτό, αλλά...

 

5) Παρά το ότι ακόμα και το ανοιχτό τέλος έχει αρκετούς θιασώτες (π.χ. adinol), νομίζω ότι το τέλος αυτού του διηγήματος δεν είναι ανοιχτό αλλά πολύ συγκεκριμένο. Σε κάποιο σημείο αναφέρεται από τον ενήλικα αφηγητή:

 

"Η γιαγιά ήταν ζωντανή και, για μια στιγμή, αναρωτήθηκα πώς να πέθαινε τώρα που δεν θα την έτρωγε ο Καφούκιος. Μπορεί να τη σκότωνε ο παππούς, σκέφτηκα επηρεασμένος απ’ τα γεγονότα. Ή να έπεφτε ανήμπορη στο κρεβάτι, χωρίς λουλούδια στις αρτάνες και ασβέστη στις αυλές. Ή να έφτανε μέχρι τα εκατό και να έβλεπε και δισέγγονα –από τα μεγάλα μας ξαδέλφια όμως, γιατί η Βίλη, και κυρίως εγώ, δεν θα παντρευόμασταν ποτέ.

Δεν είχα κανέναν τρόπο να ξέρω ότι τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα συνέβαινε. Όχι σ’ αυτή τη ζωή."

Αν συνδυαστεί αυτή η προοικονομία (Προσοχή! Το ότι "δεν θα την έτρωγε ο Καφούκιος" ή ότι δεν θα την σκότωνε ο παππούς, δεν σημαίνει ότι τελικά δεν την έφαγε/σκότωσε κάτι που δεν ήταν ούτε ο Καφούκιος ούτε ο παππούς!) με το τέλος, νομίζω ότι γίνεται σαφές ότι αυτό που μπήκε στο σπίτι σκότωσε τη γιαγιά του αφηγητή. Άρα η άφιξη του Κακού στο τέλος είναι πραγματική και καθόλου στο μυαλό του παιδιού -εξ ου και ο τίτλος του διηγήματος.

 

Γενικά, δέχομαι ότι κάποιες πληροφορίες ίσως είναι δύσκολα ανιχνεύσιμες, αλλά νομίζω ότι παρόλ' αυτά είναι εκεί.

Share this post


Link to post
Share on other sites
djagil

Και εγώ στο τέλος μπερδέυτηκα αν αυτό που μπήκε είχε την μορφή του κακού αλλά σε μια δευτερη ανάγνωση είδα ότι ο παππούς χαιρέτησε με τον ίδιο τρόπο στην αρχή του διηγήματος.:mf_sherlock:

Το όνομα μπόξερ δεν είναι το πρόβλημα, ότι ήξερε το παιδάκι ότι ο σκύλος του ήταν μπόξερ, αλλά ότι είχε πληροφορίες οτι γαυγίζει μόνο σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης. Ίσως έπρεπε να το κάνεις συγκερκιμένο στον σκύλο, δηλαδή ο Φοίβος δεν γαυγιζε συχνά, και μετά να ανέφερες γενικ'α για τα μπόξερ ως μια διαπίστωση που έκανε ο αφηγητής πιο μεγάλος και έτσι να ξεκαθάριζες τους 2 αφηγητές πιο καθαρά.

Όλα φαίνονται στο διήγημα και τα έχεις πολύ προσεχτικά διατυπώσει απλά μάλλον πρέπει να τα τονίσεις ώστε και ο πιο απρόσεχτος αναγνώστης να τα βλέπει... α και το σχεδιάγραμμα δεν χρειαζόταν...

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Γενικά: Πέραν το αξιοπρεπούς και τείνουσα εις το αξιολογότατο, η πρώτησ προσπάθειά σας, φίλτατε. Τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

 

 

 

Μου άρεσε: Οι ιδιωματισμοί, η ατμόσφαιρα, η εισαγωγή στο θέμα από τη μέση του κακού (η γυναίκα του Καφούκιου έχει ήδη πεθάνει). Μη γελάσετε, μ' άρεσε κι ο Τζαραούλιας σαν ιδέα και σαν εφαρμογή.

 

 

Δε μου άρεσε: Το θέμα της προοικονομίας, όπως είπαν κι οι υπόλοιποι, καθώς και το σχεδιάγραμμα όχι για κανέναν άλλον λόγο, αλλά γιατί μου αποκάλυψε ότι είχες άγχος και αμφιβολία για τις ικανότητές σου να διηγηθείς σωστά μια ιστορία. Όποιο κι αν είναι το θέμα ή το είδος της ιστορίας, ακόμη κι αν δεν το κατέχεις, θα ήθελα να έκρυβες την προσωπική σου ανασφάλεια και να με άφηνες να το απολαύσω και να κρίνω από μόνη μου αν είχες δίκιο ν' ανησυχείς ή όχι.

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
KELAINO

εγώ ως παιδί ήξερα 2 ράτσες: λυκόσκυλα και ντοπερμαν.

 

 

 

 

"Λάση" και "κανίς"

Share this post


Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..