Jump to content

Write off #55 (DinoHajiyorgi vs nikosal)


Oberon
 Share

  

14 members have voted

  1. 1. Ποια ιστορία σας άρεσε περισσότερο;

    • DinoHajiyorgi
      6
    • nikosal
      8

This poll is closed to new votes


Recommended Posts

Ιδού και ο πρόλογός σας. 192 λέξεις. Καλή τύχη σε αμφότερους.

 

* * *

 

Θυμάμαι . . . φώτα. Φώτα να πλησιάζουν. Και θόρυβο. Από κάτι που ερχόταν όλο και πιο κοντά.

 

Ο συριστικός ήχος του μου τρυπούσε τ'αυτιά, όπως τώρα η άμμος και τα χαλίκια κάτω από τα πέλματά μου. Ο ρυθμός του επαναλαμβανόταν σαν μεταλλικά τύμπανα μιας πομπής που έφτανε στο αποκορύφωμα, οπότε και θα με . . . κατάπινε; . . . έπνιγε; . . . θανάτωνε;

Και μια φωνή. Γυναικεία φωνή - νομίζω - ελαφρά μεταλλική, να επαναλαμβάνει λέξεις. Μια προειδοποίηση.

 

«Προσοχή . . .»

 

«Προσοχή Στο Κενό . . . »

 

Φοβάμαι. Δε γνωρίζω που βρίσκομαι. Δε θυμάμαι τι συνέβη. Μόνο η φωνή έχει μείνει στη μνήμη μου, να επαναλαμβάνει το μήνυμα.

 

«Προσοχή Στο Κενό . . .»

 

Και ο θόρυβος και τα εκτυφλωτικά φώτα.

 

«Προσοχή Στο Κενό Μεταξύ . . .»

 

Α, ναι. Και πανικός. Αλλά ξέρω πως δεν είμαι νεκρός. Ο πόνος στα πέλματά μου είναι πολύ οξύς για να είμαι νεκρός. Αν μπορούσα, τουλάχιστον, να δω κάποιο φως σ΄αυτή τη σκοτεινή . . . σήραγγα; Τι;

 

Ή να θυμηθώ. Ποιο Κενό;

 

«Προσοχή Στο Κενό Μεταξύ Συρμού Και Αποβάθρας.»

 

Aλλά αυτό είναι το τελευταίο που θυμάμαι . . .

 

* * *

 

Edited by RObiN-HoOD
poll added
Link to comment
Share on other sites

  • 3 weeks later...

Το διήγημά μου (προσωρινά άτιτλο)

 

Θυμάμαι... φώτα. Φώτα να πλησιάζουν. Και θόρυβο. Από κάτι που ερχόταν όλο και πιο κοντά.

Ο συριστικός ήχος του μου τρυπούσε τα αυτιά, όπως τώρα η άμμος και τα χαλίκια κάτω από τα πέλματά μου. Ο ρυθμός του επαναλαμβανόταν σαν μεταλλικά τύμπανα μιας πομπής που έφτανε στο αποκορύφωμα, οπότε και θα με... κατάπινε;... έπνιγε;... θανάτωνε;

Και μια φωνή. Γυναικεία φωνή -νομίζω- ελαφρά μεταλλική, να επαναλαμβάνει λέξεις. Μια προειδοποίηση.

«Προσοχή....»

«Προσοχή Στο Κενό...»

Φοβάμαι. Δε γνωρίζω πού βρίσκομαι. Δε θυμάμαι τι συνέβη. Μόνο η φωνή έχει μείνει στη μνήμη μου, να επαναλαμβάνει το μήνυμα.

«Προσοχή Στο Κενό....»

Και ο θόρυβος και τα εκτυφλωτικά φώτα.

«Προσοχή Στο Κενό Μεταξύ...»[/font]

Α, ναι. Και πανικός. Αλλά ξέρω πως δεν είμαι νεκρός. Ο πόνος στα πέλματά μου είναι πολύ οξύς για να είμαι νεκρός. Αν μπορούσα, τουλάχιστον, να δω κάποιο φως σε αυτή τη σκοτεινή... σήραγγα; Τι; Ή να θυμηθώ. Ποιο Κενό;

«Προσοχή Στο Κενό Μεταξύ Συρμού Και Αποβάθρας.»

Α[/color]λλά αυτό είναι το τελευταίο που θυμάμαι... [/color]

***[/color]

Ούτε πώς βρέθηκα στο κελί μπορούσα να θυμηθώ. Ξύπνησα από τις κραυγές μου σε ένα εφιάλτη και ήμουν εκεί, [/color]ανάμεσα σε βρώμικες πετσέτες, μια ρυπαρή λεκάνη και ένα κιτρινισμένο νεροχύτη. Το μοναδικό φως έμπαινε από το στενό τετράγωνο φεγγίτη, που οι μικρές μύτες από σπασμένα γυαλιά μαρτυρούσαν πως κάποτε είχε τζάμι. [/color] Φώναξα να μου ανοίξουν μα δεν πήρα καμία απόκριση.

 

[/color] Δεν ήξερα ποιος με κρατούσε και τι είχα κάνει. Προσπάθησα να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου, μα έρχονταν μόνο σκόρπιες εικόνες που έκαναν το κεφάλι μου να πονά. Μια διαδήλωση. Μια γυναίκα να κλαίει μπροστά σε ένα φλιτζάνι καφέ. Πίεσα τις παλάμες στους κροτάφους και ένιωσα τα μαλλιά μου ξερά και κολλημένα, μια τραχιά τζίβα. Στο πρόσωπό μου μυτερά γένια που έμοιαζαν ξένα. Πόσες μέρες ήμουν έτσι; Μα δεν πεινούσα και δεν διψούσα, που σημαίνει με φρόντιζαν, ακόμα και όταν δεν είχα τις αισθήσεις μου.

 

[/color] Φώναξα ξανά και ξανά, απαίτησα, παρακάλεσα και έκλαψα. Δεν ξέρω τι από αυτά είχε αποτέλεσμα, αλλά κάποια στιγμή η πόρτα άνοιξε, ελάχιστα. Ίσα για να δω δυο μάτια -που μου φάνηκαν φοβισμένα και ας ήμουν εγώ ο κρατούμενος- πριν κλείσει ξανά. Όποιος ήταν, δεν είχε έρθει για να με απελευθερώσει ή να μου προσφέρει ανακούφιση. Οι φωνές μου και τα νέα παρακαλετά δεν τον έφεραν πίσω. Έμεινα πάλι μόνος, με το φως της μέρας να λιγοστεύει και τις διαστάσεις του μικρού κελιού να δίνουν στις φωνές μου μια αλλόκοτη χροιά. Ώσπου απογοητευμένος σιώπησα.

 

[/color] Το βράδυ το κελί τυλίχτηκε στο σκοτάδι. Κανένα φως από το φεγγίτη, ούτε το πιο αχνό. Νύχτα χωρίς φεγγάρι, σίγουρα. Και το κελί μου σε μια κακοφωτισμένη, ερημική φυλακή. Μόνο κάποια στιγμή άκουσα από μακριά ένα υπόκωφο ήχο από γυαλιά που έσπαζαν και μετά ξανά σιγή.

 

[/color] Μην μπορώντας να κοιμηθώ αποφάσισα να τραγουδήσω. Δεν ήξερα αν επιτρεπόταν από τον κανονισμό, αλλά θα καλοδεχόμουν το δεσμοφύλακα ακόμα και αν ερχόταν να με τιμωρήσει. Ο Μεσσίας βγήκε από το στόμα μου με φυσικότητα, σαν να τον τραγούδαγα χρόνια. Το ίδιο και οι στίχοι του Κοέν και τα νανουρητά του Γουάιατ. Με δάκρυα στα μάτια συνειδητοποίησα ότι είχα μουσική παιδεία και ωραία φωνή. Κάτι που με έκανε να υποφέρω περισσότερο μέσα στην πυκνή νύχτα.

 

[/color]Φαίνεται ότι δεν ήμουν ο μόνος που συγκινήθηκε. Με το πρώτο φως από το χάραμα δυο δεσμοφύλακες εμφανίστηκαν ξανά στην πόρτα. Με κοίταξαν λίγο και έφυγαν αμέσως. Δεν πρόλαβα να δω καλά τα πρόσωπά τους, μα αυτή τη φορά είχα την αίσθηση ότι είδα περιέργεια, παρά θυμό ή φόβο. Είναι παράξενο να τραγουδάει κανείς μόνος τη νύχτα;

 

[/color]Πέρασαν βασανιστικές ώρες χωρίς να συμβεί τίποτα άλλο. Τραγούδησα ξανά, με τα μάτια ανοιχτά ή κλειστά. Αναζήτησα σιωπηλός απαντήσεις στις σκέψεις μου, βρίσκοντας μόνο περισσότερες αταίριαστες εικόνες. Ζήτησα νερό χωρίς να διψάω, φώναξα ψέμματα ότι έχω πυρετό, χωρίς ανταπόκριση. Η αγωνία μου έγινε κούραση και αδιαφορία. Δοκίμασα να δω αν μπορώ να μην σκέφτομαι τίποτα απολύτως -μπορούσα. Δοκίμασα τη φωνή μου αυτή τη φορά στην υποκριτική, μονολογώντας «ποιος είμαι;» σε διάφορους τόνους. Για κάποιο λόγο αυτό μου έδωσε θάρρος και -ίσως- κάποιο ίχνος ευθυμίας, μα σύντομα βαρέθηκα και σταμάτησα.

 

[/color]Τότε η πόρτα άνοιξε ξανά και εμφανίστηκε ο ίδιος άνδρας. Με κοίταξε σταθερά και για πρώτη φορά από τότε που ξύπνησα σε αυτό το κελί άκουσα φωνή άλλου ανθρώπου.

 

[/color] -Δεν ξέρεις ποιος είσαι;

 

[/color]-Δεν ξέρω τίποτα! Απολύτως τίποτα! Γιατί με κρατάτε εδώ; Ποιοι είστε;

 

[/color] Με κοιτούσε χωρίς να απαντήσει.

 

[/color] -Έχω αμνησία; Τι μου έχει συμβεί; Γιατί δεν θυμάμαι τίποτα;

 

[/color] Δίστασε.

 

[/color] -Δεν ξέρω. Άκουσα ότι θα θυμηθείς σιγά σιγά. Έτσι συμβαίνει.

 

[/color] -Τι εννοείς; Έχει συμβεί και σε άλλους;

 

[/color] -Έχει συμβεί σε όλους. Από την Επίσκεψη και μετά.

Χαμογέλασε.

 

[/color] -Αλλά υποθέτω δεν θυμάσαι ούτε την Επίσκεψη.

 

Όχι, δεν τη θυμόμουν. Τον παρακάλεσα μαλακά.

 

-Μίλησέ μου.

 

Μια φωνή από το βάθος είπε χαμηλόφωνα κάτι ακαθόριστο. Κοίταξε προς το μέρος της και ετοιμάστηκε να με εγκαταλείψει ξανά.

 

-Μη φεύγεις! Δεν θα αντέξω άλλο μόνος χωρίς να ξέρω τι συμβαίνει. Μίλησέ μου!

 

Δίστασε.

 

-Είναι ανάγκη να φύγω. Αλλά θα γυρίσω.

 

Κόμπιασε.

 

-Στο... υπόσχομαι.

 

Έμεινα πάλι μόνος, μα αυτή τη φορά δέχτηκα τη μοναξιά χωρίς φωνές. Ούτως ή άλλως, δεν ωφελούσαν. Έπρεπε να βοηθήσω ο ίδιος τον εαυτό μου. Να θυμηθώ.

 

Η Επίσκεψη. «Μετά την Επίσκεψη όλα άλλαξαν», είπε μια φωνή μέσα μου. Ενθαρρυντικά, κάποιες εικόνες ήρθαν στο μυαλό μου. Όχι πια σκόρπιες, έβγαζαν νόημα. Ένα τεράστιο σκάφος κατεβαίνει αργά και κάθεται απαλά σε μια έκταση από μεσογειακούς αμπελώνες. Στην Ιταλία! Ναι, τώρα ξέρω πως ό,τι βλέπω συνέβη στην Ιταλία. Παρακολουθώ τη σκηνή μαζί με πολύ κόσμο μέσα από οθόνες υπολογιστών, τηλεφώνων και τηλεοράσεων. Και μια φράση μεταγενέστερη, που ανακεφαλαιώνει τα γεγονότα: «Ήρθαν και έφυγαν σε μια μέρα. Και άλλαξαν τα πάντα».

 

Για πρώτη φορά από τότε που ξύπνησα χαμογέλασα. Σαν να γινόμουν ξανά κύριος του εαυτού μου. Να κρατούσε λίγο παραπάνω! Αλλά το σκοτάδι στη μνήμη μου έπεσε ξανά και οι εικόνες σιγά σιγά χάθηκαν. Παιδεύτηκα να τις φέρω πίσω. Οι αμπελώνες, το διαστημόπλοιο, ο κόσμος που στέκεται και παρακολουθεί... μα τίποτα περισσότερο. Τέλος. Απελπισία.

 

Το επόμενο πρωί ο συνομιλητής μου γύρισε, ευτυχώς νωρίς.

 

-Θυμήθηκες;

 

-Κάποια πράγματα. Αλλά γιατί μου μιλάς πάντα από το διάδρομο; Γιατί δεν μπαίνεις μέσα; Είμαι άρρωστος;

 

Γέλασε.

 

-Άρρωστος; Δεν νομίζω!

 

-Γιατί δεν πλησιάζεις τότε, αν δεν φοβάσαι ότι θα κολλήσεις κάτι;

 

-Δεν πλησιάζω γιατί...

 

Τι μου έκρυβε;

 

-Δεν θα μου έκανε καλό να σε πλησιάσω.

 

Σκέφτηκε λίγο.

 

-Δεν θα άνοιγα καν την πόρτα, αν δεν άκουγα το τραγούδι σου. Λίγοι τραγουδάνε... «-τε», διόρθωσε. Λίγοι τραγουδάτε. Οι πιο πολλοί... χάνετε τα λογικά σας. Μαζί με όποιους σταθούν απρόσεκτοι. Ή, στην αρχή, εκείνους που δεν ήξεραν.

 

-Δεν ήξεραν τι;

 

-Ότι... Μα δεν έχει νόημα...

 

-Έχει για μένα! φώναξα. Δεν μπορείτε να με κρατάτε σε ένα κελί χωρίς απαντήσεις!

 

Είδα στο βλέμμα του έκπληξη.

 

-Σε ένα κελί; Τι κελί; Χα! Μια τουαλέτα είναι, δεν το βλέπεις;

 

Κοίταξα το ντεκόρ σαν να το έβλεπα πρώτη φορά. Φυσικά ήταν τουαλέτα! Μήπως δεν ήταν δεσμοφύλακες, αλλά απαγωγείς;

 

Μετάνιωσε που γέλασε.

 

-Λυπάμαι που... Πώς να το πω; Δεν καταλαβαίνεις... Δεν σε έχει - κλείσει - κανείς - μέσα...

 

Όχι, όχι, καταλάβαινα. Ξαφνικά καταλάβαινα τα πάντα. Δεν με κρατούσαν παρά τη θέλησή μου στους τέσσερις τοίχους μιας τουαλέτας. Σαν κύμα που χτυπά την ακτή με δύναμη, η γνώση επέστρεψε ορμητικά μέσα μου. Κοίταξα τα χέρια μου που έτρεμαν ιδρωμένα. Κοίταξα τη μέση μου. Το πάνω μέρος από τα πόδια μου. Ως εκεί.

 

Ένιωσα ζαλάδα και έκλεισα τα μάτια. Όταν ο κόσμος σταμάτησε να γυρίζει, ρώτησα:

 

-Ποιος είμαι;

 

-Είσαι... Ήσουν ο Μαξιμά Μπαρλ, πρώην συνάδελφος στο σχολείο. Καθηγητής μουσικής. Αυτός όμως πάει, τρελάθηκε, έχω να τον δω εβδομάδες.

 

-Τι του συνέβη;

 

-Ό,τι συνέβη σχεδόν σε όλους. Κανείς δεν ξέρει αν φταίει η ιδέα μόνο ή αν μαζί με το είδωλο χάνουμε στ' αλήθεια κάτι από τον εαυτό μας.

 

-Εσύ;

 

-Εγώ αγωνίζομαι να γλιτώσω. Ως τώρα τα έχω καταφέρει. Αλλά δεν είναι εύκολο να επιβιώσεις, ακόμα και μακριά από τους καθρέπτες. Δεν έχουμε μείνει πολλοί μέσα σε αυτή την τρέλα που ήταν κάποτε ο κόσμος μας.

 

Μια κραυγή ακούστηκε από κάπου κοντά. Ανήσυχος έκλεισε βιαστικά την πόρτα.

 

Αυτή τη φορά δεν με πείραξε που έμεινα μόνος. Χρειαζόμουν χρόνο για να σκεφτώ. Εξάλλου θα επέστρεφε, το ήξερα.

 

Τώρα οι εικόνες έρχονταν μόνες τους. Όταν το ξένο σκάφος έφυγε, όσο αναπάντεχα είχε έρθει, πίστεψαν ότι δεν θα υπήρχε καμία επίπτωση. Μα έκαναν λάθος. Τις επόμενες μέρες είδαν τα είδωλα στους καθρέπτες σιγά σιγά να αυτονομούνται. Στην αρχή νόμιζαν ότι ήταν η ιδέα τους. Μικροί και μεγάλοι προσπαθούσαν με αγωνία να καταλάβουν αν το κλείσιμο του ματιού ήταν ανεπαίσθητα ετεροχρονισμένο, αν μια γκριμάτσα βγήκε λίγο διαφορετική. Κοιτούσαν πίσω τους, καθώς απομακρύνονταν, με την άκρη του ματιού. Ήταν στη φαντασία τους το ατίθασο βλέμμα, το ειρωνικό μειδίαμα; Μα γρήγορα οι διαφορές έγιναν πιο φανερές, ώσπου τα είδωλα έγιναν ολότελα ανεξάρτητα. Γρήγορα άρχισαν οι καυγάδες. Άσχημο να μαλώνεις με τον εαυτό σου. Δεν βοηθάει στην ισορροπία σου, ιδιαίτερα όταν αυτός προβάλλει τρελές απαιτήσεις: «Απελευθέρωσέ με»! Τη Νύχτα των Κρυστάλλων ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους σπάζοντας και καταστρέφοντας. Νόμιζε ότι έτσι θα απαλλασσόταν από τα είδωλα. Οι κραυγές τους, όπως και των ανθρώπων ήταν σπαρακτικές. Μια τρέλα παντού.

 

Το χειρότερο όμως δεν ήταν οι καθρέπτες. Ήταν τα κουτάλια, τα κατσαρολικά, το καπό του αυτοκινήτου. Αν δεν θες ούτε να ξέρεις τον ταλαιπωρημένο εαυτό σου στον καθρέπτη της ντουλάπας, θα τα πας καλά με το παραμορφωμένο τέρας στο μπρίκι ή τη γεμάτη τρύπες ξύστρα του τυριού; Με τρόμο οι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι με την παραμόρφωση αλλοιώνονταν μαζί η φωνή, η προσωπικότητα, η μνήμη, τα συναισθήματα. Ο κόσμος εγκατέλειψε τρέχοντας τις πόλεις. Κυνηγημένος από τις σπαρακτικές κραυγές και τις κατάρες των ειδώλων αναζήτησε καταφύγιο στην εξοχή και τα βουνά. Για να διαπιστώσει ότι ούτε εκεί υπήρχε σωτηρία, αφού η λιμνούλα της βροχής και η μεταλλική ποτίστρα των ζώων στην εγκαταλειμμένη αγροικία καραδοκούσαν.

 

Τώρα θυμόμουν καλά τον Μαξ Μπαρλ. Δεν ήταν από τους πιο δυνατούς, σε κάθε τι στη ζωή του. Έτρεξε μακριά από τη δουλειά του, όταν πιέστηκε λίγο παραπάνω. Μακριά από την τελευταία σχέση του, όταν έπρεπε να προσφέρει κάτι περισσότερο. Έτσι, δεν δίστασε να τρέξει μακριά από τους ανθρώπους του όταν τους είδε να γλιστρούν σταδιακά στην τρέλα.

 

Θα χανόταν στους δρόμους αν δεν έπεφτε τυχαία πάνω στους συναδέλφους του, που το έσκαγαν από το κέντρο με ένα παρατημένο λεωφορείο, βαμμένο προσεκτικά μαύρο και με τα τζάμια του ένα ένα σπασμένα. Έφτασαν ως τη Βιλνέβ Σαιν Ζορζ, αδιαφορώντας για τους ανθρώπους με σκισμένα ρούχα που καλούσαν σε βοήθεια ή απλά περιπλανιόνταν χωρίς σκοπό και λιωμένο βλέμμα. Εκεί εντόπισαν τη μονοκατοικία σε καλή κατάσταση και την οχύρωσαν αφού πρώτα ξεφορτώθηκαν τα τζάμια και κάθε ανακλαστική επιφάνεια. Σχεδόν τα κατάφεραν: Η μόνη τους απώλεια ήταν η Μανού, που αντίκρισε το είδωλό της σε μια λίμνη από βρωμόνερα, στην πίσω αυλή. Έμεινε για ώρες αμίλητη από πάνω του και έχασε τα λογικά της όταν αυτό φώναζε σπαρακτικά, καθώς το νερό σιγά σιγά στράγγιζε και στέγνωνε. Δεν την ξαναείδαν.

 

Κάπως έτσι εξαφανίστηκε και ο Μαξ Μπαρλ, που μπήκε τόσο απρόσεκτα στη μικρή τουαλέτα του πάνω ορόφου, νομίζοντας ότι είχε ήδη «καθαριστεί». Όταν συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, άρχισε να γελά δυνατά, με δάκρυα στα μάτια. Στην αρχή έκλαψα μαζί του, μετά σταμάτησα. Σταμάτησε και αυτός και με κοίταξε με απόγνωση και ανακούφιση μαζί. Ποιος ξέρει, ίσως η φυγή τον είχε κουράσει. Με αποχαιρέτησε ευγενικά και βγήκε έξω. Αυτό ήταν το τελευταίο που -τώρα πια- θυμόμουν από αυτόν.

 

Σε λίγο ο συνομιλητής μου φάνηκε ξανά. Φαινόταν τσακισμένος -ακόμα ένας σύντροφός του έχασε το είδωλό του; Δεν τον ρώτησα. Είχα άλλα στο νου μου. Τον παρακάλεσα να με βγάλει από εκεί.

 

Με κοίταξε με εγκατάλειψη.

 

-Η ίδια ιστορία, ψέλλισε. Μην νομίζεις ότι είσαι ο πρώτος. Πολλά είδωλα ζητούν να απελευθερωθούν, λένε. Πώς; Με ποιο τρόπο;

 

-Ακούμπησέ με σε μια πλατεία. Ακόμα καλύτερα, σε ένα λόφο, στην εξοχή. Άσε με εκεί να βλέπω τη φύση, να με ξεπλένει η βροχή, να με καλύπτει το χιόνι. Δεν ζητώ τίποτα άλλο.

 

Αναστέναξε.

 

-Δεν καταλαβαίνεις. Δεν γίνεται για πολλούς λόγους. Ρωτούσες γιατί σου μιλώ πάντα από το διάδρομο. Έχεις σκεφτεί πόσο ριψοκίνδυνο είναι για μένα να ξεκαρφώσω τον καθρέπτη και να τον μεταφέρω;

 

-Θα το κάνεις νύχτα! Σου δίνω το λόγο μου, εδώ μέσα δεν φτάνει το παραμικρό φως. Θα ξεκαρφώσεις τον καθρέπτη στα τυφλά -δεν μπορεί να είναι δύσκολο- και θα τον τυλίξεις με ένα χοντρό πανί. Σκέψου το και αλλιώς: Δεν θέλετε να έχετε ένα καθρέπτη σπίτι σας. Και αν ακόμα εσείς είστε προσεκτικοί, αν δεν μπείτε ποτέ σε αυτή την τουαλέτα από σήμερα και μετά, πού ξέρεις ότι δεν θα γίνετε στόχος αυτών που ψάχνουν και σπάνε τους καθρέπτες σε κάθε γωνιά της Γης;

 

Τον είδα να το σκέφτεται.

 

-Δεν είναι όμως ούτε για σένα καλό, είπε. Θα τελειώσεις τη... τη «ζωή» σου από την πέτρα του πρώτου περαστικού. Εκτός αν, ακόμα χειρότερα, πέσει αυτός πρώτος στην παγίδα, καθώς βαδίζει αμέριμνος. Και πίστεψέ με, δεν θα το θέλεις. Έχω ακούσει ότι δεν είναι καθόλου ευχάριστο να βρεθούν δύο είδωλα μαζί, στον ίδιο χώρο...

 

-Αν το κάνεις για μένα... Άσε με να διαλέξω. Νομίζεις ότι θα άλλαζα έστω και ένα λεπτό στην κορυφή ενός λόφου, με χίλια χρόνια στους τέσσερις τοίχους μια τουαλέτας, μέχρι που αυτός ο καθρέπτης να γίνει σκόνη;

 

Είδα ότι τον είχα κλονίσει.

 

-Θα ήθελα να σε βοηθήσω... Δεν είναι τόσο εύκολο...

 

-Κάνε το... Σε εκλιπαρώ!

 

-Με εκλιπαρείς! Σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου!

 

Πρώτη φορά τον είδα θυμωμένο.

 

-Δεν μπορείς να μπεις στη δική μου -στη δική μας- θέση! μου φώναξε. Έχεις αναλογιστεί τι σημαίνει η ζωή χωρίς να μπορείς να αντικρίσεις ολόκληρο τον εαυτό σου; Τα παιδιά που θα γεννηθούν, αν η ανθρωπότητα επιβιώσει, τα σκέπτεσαι; Μια ζωή με το φόβο της τυχαίας αντανάκλασης των ειδώλων τους; Μια ζωή χωρίς να γνωρίσουν ποτέ πώς είναι το πρόσωπό τους;

 

-Ίσως είναι καλύτερα για αυτά, είπα ήρεμος. Οι άνθρωποι θα γίνουν πιο ταπεινοί αν χάσουν την -ψευδή- βεβαιότητα για το πώς τους βλέπουν οι άλλοι. Γιατί αυτό είναι για σας ο καθρέπτης. Σκέψου το.

 

Κούνησε το κεφάλι του. Η ένταση είχε σβήσει από τη φωνή του.

 

-Δεν... δεν ξέρω. Θα το ήθελα, ειλικρινά να σε βοηθήσω. Είναι όμως... δύσκολο, πολύ. Υπήρξαν κάποιοι ανάμεσά μας στην αρχή. «Απελευθερώστε τα είδωλα! Είναι ελεύθερες προσωπικότητες...» Έστησαν ένα κοινόβιο κάπου βόρεια... Μα μετά χάθηκαν. Δεν έχω ακούσει εδώ και βδομάδες για αυτούς. Αν ζουν ή...

 

-Ναι! φώναξα με ελπίδα. Ας τους ψάξουμε! Βοήθησέ με...

 

Το σκέφτηκε.

 

-Θα το ήθελα, στα αλήθεια. Για τον Μαξ... Για σένα... Ίσως και να έχουν δίκιο. Όμως δεν μπορείς να φανταστείς πόσο επικίνδυνο είναι αυτό που μου ζητάς. Να διασχίσω το Παρίσι με ένα καθρέπτη στη μασχάλη; Άνθρωποι που καταστρέφουν τα κρύσταλλα παντού, έχοντας χάσει οι περισσότεροι τα λογικά τους. Κτίρια που καπνίζουν από πυρκαγιές που σιγοκαίνε μέρες και κανείς δεν σβήνει. Τζαμαρίες κατεστραμμένες. Και ο κίνδυνος, σε κάθε βήμα... Σε κάθε κομμάτι σπασμένου γυαλιού.

 

Ένευσα «ναι». Με ποιο δικαίωμα μπορούσα να ζητήσω κάτι τόσο επικίνδυνο από έναν άνθρωπο; Τι μπορούσα να του προσφέρω σε αντάλλαγμα;

 

Εκείνο το βράδυ έμεινα ξανά σιωπηλός. Έβρεχε δυνατά και το σκοτάδι ήταν πυκνό, όπως και τα προηγούμενα. Με πλημμύρισε μελαγχολία. Αν μόνο γινόταν για μια φορά... Μια φορά μόνο να αντικρίσω τον ουρανό. Τη θάλασσα, τα κύματα... Ή την πόλη μας: τα σπίτια με τις όμορφες στέγες, το ποτάμι, τα δέντρα και τα παγκάκια στον κήπο του Λουξεμβούργου, εκεί που η μητέρα μου -η μητέρα του- πήγαινε το Μαξ σχεδόν κάθε απόγευμα.

 

Μες το σκοτάδι χαμογέλασα. Ω, μα γιατί γινόμουν έτσι λυρικός; Από μικρός ήταν -ήμουν ευσυγκίνητος. «Ώρα είναι να με πάρουν τα δάκρυα», σκέφτηκα και αμέσως σκούπισα το πρώτο ανάμεσα στα γένια μου.

 

Ξαφνικά θυμήθηκα ένα στιχάκι.

 

«...πάνε πια της σκλαβιάς τα χρόνια...» μουρμούρισα τη μελωδία.

 

Ήμασταν οι κολασμένοι, τα κολασμένα είδωλα. Για μια στιγμή ονειροπόλησα. Μια κοινότητα από είδωλα, όμορφα ή παραμορφωμένα, μαζί. Χωρίς υλικές ανάγκες, χωρίς διακρίσεις. Χωρίς ανθρώπους; Ο φίλος του Μαξ (περίεργο, δεν θυμόμουν το όνομά του... μα την ίδια στιγμή ήξερα το λόγο: το δισδιάστατο μυαλό μας είχε περιορισμούς, ξεχνούσαμε εύκολα...) είχε αναφέρει το κοινόβιο ανθρώπων και ειδώλων κάπου βόρεια. Αν μπορούσα να φτάσω εκεί...

 

Ο θόρυβος της πόρτας που άνοιξε διέκοψε τις σκέψεις μου και στο αχνό φως που τρεμόσβηνε (ένα κερί σίγουρα) φάνηκε ο καθημερινός συνομιλητής μου. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τίποτα, κατάλαβα ωστόσο ότι με πλησίασε από το πλάι, κολλητά στον τοίχο. Για μια στιγμή φοβήθηκα μήπως με καταστρέψει -άδικα όμως. Με μια απότομη κίνηση κατέβασε τον καθρέπτη από τη βάση του και τον ακούμπησε με το πρόσωπο σε ένα χαρτί περιτυλίγματος.

 

-Μη φοβάσαι, είπε ψιθυριστά. Θα σε πάω εκεί που θέλεις.

 

Έχασα το φως μου καθώς τύλιγε το χαρτί γύρω. Έπειτα άκουσα τον ήχο από την κολλητική ταινία.

 

Αχ, δεν φανταζόμουν ποτέ ότι το είδωλο ενός ανθρώπου στον καθρέπτη θα μπορούσε να ζαλιστεί. Μα μου συνέβη. Περπάτησε ώρες, χιλιόμετρα ολόκληρα κουνώντας με πέρα δώθε. Ανέβηκε και κατέβηκε σκαλιά ώσπου ξημέρωσε -το κατάλαβα από το φως που περνούσε το καφέ χαρτί περιτυλίγματος. Απέφυγε προσεκτικά τους άλλους διαβάτες: κάθε φορά που ακούγονταν φωνές ή θόρυβος, αυτός άλλαζε βηματισμό και κατεύθυνση.

 

Ένιωσα ευγνωμοσύνη. Αν σήμερα ένας άνθρωπος έβαζε τη ζωή του σε κίνδυνο για να με μεταφέρει στην ελευθερία μου, υπήρχε μέλλον για αυτό τον κόσμο... Θα ήταν δυνατή η συμβίωση ανθρώπων και ειδώλων!

 

Τα βήματα στις σκάλες έγιναν υπόκωφα. Ο χώρος που φτάσαμε ήταν κλειστός και σκοτεινός. Για μια στιγμή φοβήθηκα ότι ήμασταν πίσω στη φυλακή της τουαλέτας; Όχι, δεν μπορεί...

 

Άκουσα τα παπούτσια του να πατάνε σε γυαλιά...

 

Έπειτα σταμάτησε.

 

Όπως προσεκτικά με είχε τυλίξει, με ξετύλιξε. Με απόθεσε κάτω και απομακρύνθηκε.

 

Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τίποτα μέσα στο παχύ σκοτάδι. Τίποτα απολύτως.

 

Μου είχε υποσχεθεί τη σωτηρία, την απελευθέρωση. Πού με είχε φέρει; Είχε νυχτώσει ξανά;

 

Έμεινα μόνος, να περιμένω το φως της μέρας. Μα οι ώρες περνούσαν και αυτό δεν ερχόταν. Δεν ξημέρωνε. Και θα έλεγα... ότι έκανε κρύο... Ένιωσα το κρύο να με διαπερνά... Παράξενο που κρύωνα!

 

Παράξενο που βρέθηκα εδώ, σε ένα σκοτεινό μέρος, μόνος.

 

Παράξενο που δεν θυμάμαι πού είμαι... Ποιος με έφερε... Γιατί...

 

Θυμάμαι μόνο... φώτα. Φώτα να πλησιάζουν. Αλλά δεν ξημερώνει και δεν είναι ο ήλιος αυτός.

 

Και θόρυβος. Από κάτι που έρχεται όλο και πιο κοντά. Μου τρυπά τα αυτιά, όπως τα χαλίκια κάτω από το σώμα μου. Και τα γυαλιά. Ναι, είναι σπασμένα γυαλιά, ανάκατα με τα χαλίκια.

 

Και μια φωνή. Γυναικεία φωνή -νομίζω- ελαφρά μεταλλική, να επαναλαμβάνει την ίδια φράση. Μια προειδοποίηση.

 

«Προσοχή στο κενό....»

 

Φοβάμαι. Δε θυμάμαι πού βρίσκομαι και τι μου έχει συμβεί. Μόνο η γυναικεία φωνή και ο θόρυβος της μηχανής, τόσο δυνατός που πια σκεπάζει τα πάντα.

 

Και μαζί γυαλιά που σπάζουν.

 

Και πανικός, καθώς ο θόρυβος γίνεται συντριπτικός και το στρογγυλό φως με πλησιάζει με ορμή, εκτυφλωτικό.

 

Κραυγάζω.

 

Και μαζί μου κραυγάζουν πολλά είδωλα μαζί.

 

Δεν είμαι μόνος!

 

Ας μπορούσα τουλάχιστον να τα δω.

 

Να μιλήσω με τους συντρόφους μου, που ίσως τους υποσχέθηκαν -όπως και εμένα- την ελευθερία τους.

 

Μα δεν υπάρχει άλλο φως σε αυτή τη σκοτεινή σήραγγα, εκτός από το μεγάλο, το στρογγυλό φανάρι στο τρένο που πλησιάζει και αντί να με βοηθά να δω, με τυφλώνει.

 

«...μεταξύ συρμού και αποβάθρας» ξεχωρίζω τη γυναικεία φωνή να λέει, το τελευταίο που ακούω από άνθρωπο στη σύντομη ζωή μου.

 

Και έπειτα ο ανατριχιαστικός θόρυβος από τον καθρέπτη μου που κομματιάζεται.[/color]

Edited by Nihilio
Link to comment
Share on other sites

Ο Δέκατος Πέμπτος (2.828 λέξεις)

 

Θυμάμαι . . . φώτα. Φώτα να πλησιάζουν. Και θόρυβο. Από κάτι που ερχόταν όλο και πιο κοντά.

 

Ο συριστικός ήχος του μου τρυπούσε τ'αυτιά, όπως τώρα η άμμος και τα χαλίκια κάτω από τα πέλματά μου. Ο ρυθμός του επαναλαμβανόταν σαν μεταλλικά τύμπανα μιας πομπής που έφτανε στο αποκορύφωμα, οπότε και θα με . . . κατάπινε; . . . έπνιγε; . . . θανάτωνε;

 

Και μια φωνή. Γυναικεία φωνή - νομίζω - ελαφρά μεταλλική, να επαναλαμβάνει λέξεις. Μια προειδοποίηση.

 

«Προσοχή . . .»

 

«Προσοχή Στο Κενό . . . »

 

Φοβάμαι. Δε γνωρίζω που βρίσκομαι. Δε θυμάμαι τι συνέβη. Μόνο η φωνή έχει μείνει στη μνήμη μου, να επαναλαμβάνει το μήνυμα.

 

«Προσοχή Στο Κενό . . .»

 

Και ο θόρυβος και τα εκτυφλωτικά φώτα.

 

«Προσοχή Στο Κενό Μεταξύ . . .»

 

Α, ναι. Και πανικός. Αλλά ξέρω πως δεν είμαι νεκρός. Ο πόνος στα πέλματά μου είναι πολύ οξύς για να είμαι νεκρός. Αν μπορούσα, τουλάχιστον, να δω κάποιο φως σ΄αυτή τη σκοτεινή . . . σήραγγα; Τι;

 

Ή να θυμηθώ. Ποιο Κενό;

 

«Προσοχή στο Κενό Μεταξύ Συρμού και Αποβάθρας.»

 

Αλλά αυτό είναι το τελευταίο που θυμάμαι . . .

 

Νιώθω σα να έχουν περάσει αιώνες από τότε. Και μετά κάθομαι στα επείγοντα του νοσοκομείου, με το μέτωπο μου να στάζει αίμα. Σαστισμένος, αντικρίζω έναν διάδρομο από πανιασμένα πρόσωπα που με κοιτάζουν περίεργα. Θα περίμενα να ήμουν συνηθισμένο θέαμα σε ένα νοσοκομείο. Είμαι αρκετά ταραγμένος. Κοιτάζω τα χέρια μου. Βλέπω μελανιές, Δεν ξέρω πως έγιναν. Κάτι δεν πάει καλά με το μυαλό μου. Προσέχω τα παπούτσια μου. Δεν είμαι ξυπόλυτος. Θυμάμαι και την μέρα που τα αγόρασα. Δεν είναι σπουδαία παπούτσια. Ποτέ δεν με ενδιέφερε η μόδα. Ή αυτό που κάποιοι αποκαλούν στυλ. Αναγκαστικά δεν μπορούσα να αφήσω τα πόδια μου ακάλυπτα. Με ενδιέφερε απλώς να με χωρούν άνετα. Μια νοσοκόμα με παίρνει από το μπράτσο και με πάει στον γιατρό.

 

Μου κάνουν μόλις έξι ράμματα. Μικρό το κακό. Με ρωτούν τι συνέβη.

«Έπεσα» λέω και είμαι σίγουρος ότι αυτό συνέβη. «Ζαλίστηκα και έπεσα…»

«Ο κύριος που σας έφερε είπε ότι σκοντάψατε όταν κατεβαίνατε από το τρένο, στο Μοναστηράκι. Το χάσμα εκεί με την αποβάθρα είναι όντως επικίνδυνο. Είχαμε και σπασμένο πόδι εξαιτίας του.»

«Είμαι σίγουρος ότι ζαλίστηκα πρώτα» επιμένω, «μετά θα έπεσα…»

Προσπαθώ να θυμηθώ και ακούω πάλι εκείνη την ηλεκτρονική, γυναικεία φωνή. Βλέπω το χάσμα μεταξύ συρμού και αποβάθρας να με καταπίνει. Μου κόβεται η αναπνοή. Προσπαθώ να διώξω τη μνήμη από το κεφάλι μου.

«Θα πρέπει να σας βγάλουμε μια ακτινογραφία για να βεβαιωθούμε ότι δεν θα υπάρξουν επιπλοκές…» λέει ο γιατρός και αστράφτει ένα στυλό στο μάτι μου. Ελέγχει την αντίδραση μου στο φως.

 

Η μνήμη μού επιτίθεται. Είμαι ξανά μέσα στη σήραγγα. Είμαι ξυπόλητος. Μαύρα χαλίκια χαράζουν τα πέλματα μου. Ο συρμός έχει σταματήσει σε απόσταση. Τα φώτα του φτάνουν ασθενικά ως τη θέση μου. Οι ράγιες γυαλίζουν επικίνδυνα στο σκοτάδι. Ακούω τις φωνές από πίσω. Ανήκουν σε σκιές που με ψάχνουν. Με έχουν εντοπίσει. Βλέπω όμως τα σχήματα τους. Απόκοσμες, τερατώδης σιλουέτες. Που βρίσκομαι; Δεν είναι ο δικός μου κόσμος αυτός. Με συνθλίβει ο πανικός. Μπροστά μου ένα άνοιγμα, το φως της ημέρας απ’έξω. Είναι η μοναδική μου διέξοδος από εκεί μέσα. Τρέχω, σκοντάφτω, πληγώνομαι, συνεχίζω. Είναι μια είσοδος συντήρησης, οι σκάλες οδηγούν πάνω στον δρόμο. Ευτυχώς είναι ξεκλείδωτα. Αλλά εκεί πάνω, εκεί έξω, ο ουρανός, δεν είναι δικός μου αυτός ο ουρανός. Ουρλιάζω.

 

Αποτραβιέμαι σκιαγμένος από το φωτάκι του γιατρού. Με κοιτάζει περίεργα. Οι κουρτίνες στο ιατρείο του είναι τραβηγμένες κλειστές.

«Τι πάθατε;» με ρωτάει.

«Ανοίξτε τις κουρτίνες» του λέω.

Ο πανικός μου καλπάζει. Κρατιέμαι στα λογικά μου με νύχια και δόντια.

«Γιατί;» ρωτάει πάλι ο γιατρός.

Το βλέμμα του είναι ύποπτο. Νιώθω ότι μου κρύβει κάτι. Συγκρατούμαι.

«Θέλω να δω έξω. Σας παρακαλώ.»

Κοιτάζει την κουρτίνα σαν να μην είναι σίγουρος. Κατευθύνεται προς το παράθυρο και απλώνει το χέρι του. Οι κινήσεις του είναι βασανιστικά αργές. Ο χρόνος κινείται αφύσικα, εξοργιστικά σιγανά.

 

Και τότε κάνει την εμφάνιση της στην πόρτα η Κατερίνα. Η Κατερίνα μου. Ηρεμώ σχεδόν αυτόματα. Όλα τώρα είναι εντάξει. Ένα αγαπημένο, οικείο πρόσωπο που με κοιτάζει ανήσυχο. Οι κουρτίνες τραβιούνται, η ηλιόλουστη μέρα εισβάλλει στο στενόχωρο ιατρείο. Φωτίζει το πρόσωπο της. Η ανακούφιση ζεσταίνει τα εσώψυχα μου. Χωρίς εκείνη είμαι άλλο ένα άχρωμο, κινούμενο αυτόματο σε αυτή την άνοστη πόλη. Ένα αυτόματο όπως όλα τα άλλα.

 

Βγαίνουμε από το νοσοκομείο. Της ζητώ να πάρουμε ταξί. Δεν θέλω, δεν είμαι έτοιμος να κατέβω στο μετρό.

 

Τις νύχτες δεν κοιμάμαι καλά. Μου έχει κοπεί και η όρεξη. Η Κατερίνα με παρατηρεί. Καθόμαστε στο τραπέζι και νιώθω το βλέμμα της καθώς παίζω με τις πιρουνιές μου. Στριφογυρνώ στο κρεβάτι, έχει την πλάτη της γυρισμένη πάνω μου, αλλά ξέρω ότι δεν κοιμάται. Με ακούει. Νομίζει ότι φταίνε τα τραβήγματα που έχω με την εφορία, αλλά τελευταία έχει αρχίσει να αμφιβάλλει.

«Τι έχεις;» με ρωτάει.

Δεν ξέρω σε ποιον άλλο να μιλήσω. Δεν έχω οικογένεια. Εκείνη είναι ο άνθρωπος μου.

«Κάτι μου συνέβη στο ηλεκτρικό προχθές. Είδα κάτι…»

Κοιτάζω προς το παράθυρο. Ταράτσες, μπαλκόνια και ένας ουρανός ψεύτικος. Σαν ζωγραφιστό σκηνικό. Τίποτα δεν μοιάζει αληθινό.

«Τι είδες;» με ρωτάει.

Είναι αυτή όντως η Κατερίνα μου;

«Έπεσα στο κενό» της λέω…

Βλέπω τον εαυτό μου να πέφτει, να χάνετε σε μια δύνη, να πετάει στην σήραγγα σαν χαρτάκι στον άνεμο. Που βρίσκομαι; Δεν ξέρω τι να της πω.

 

Στον δρόμο προσέχω ματιές που πέφτουν πάνω μου. Άνθρωποι άγνωστοι με παρακολουθούν. Περαστικοί, κάποιοι περιπτεράδες, ένας μπαρμπέρης πίσω από την βιτρίνα του. Ανοίγω το βήμα μου. Σήμερα έχω τρεις πελάτες. Η κυρία Πάτρα είναι από τις συχνές περιπτώσεις μου. Πάλι ο φούρνος της έχει πρόβλημα. Της λέω ξανά να τον αλλάξει, είναι παλιό μοντέλο, αλλά δεν με ακούει. Κάθεται και με παρακολουθεί να αλλάζω τις τσουρουφλισμένες αντιστάσεις, ενώ μας ψήνει καφέ. Αυτή τη φορά φέρεται περίεργα. Με κοιτάζει καχύποπτα και δεν μοιράζεται κουτσομπολιά μαζί μου. Βγαίνοντας από το σπίτι της βλέπω την αντανάκλαση μου σε κάποιο τζάμι. Προς στιγμή δεν με αναγνωρίζω. Δείχνω παραμορφωμένος. Ένα τρικ του φωτός ίσως. Το πρόσωπο μου μοιάζει μελανιασμένο. Στην διπλανή βιτρίνα δείχνω μια χαρά. Νιώθω πεισμωμένος. Κατευθύνομαι προς τον πλησιέστερο σταθμό του μετρό.

 

Είναι ένα περίεργο συναίσθημα. Αυτή η κατάβαση με τις κυλιόμενες σκάλες στη σκιά του εδάφους. Το φως του ήλιου από πίσω χάνεται, οι τοίχοι γύρω μου αντηχούν κουβέντες και σουρσίματα. Ακούω την ανάσα του πλανήτη. Νιώθω εκείνη την φλέβα στον λαιμό μου να πάλλεται προειδοποιητικά. Όλο και γρηγορότερα. Παίρνω μια βαθιά εισπνοή. Ιδρώνω.

 

Δεν έχει πολύ κόσμο στην αποβάθρα. Η σελίδα μιας εφημερίδας αιωρείται ανάμεσα στις δύο πλατφόρμες. Στριφογυρίζει, τσαλακώνεται, ξεδιπλώνεται. Υπάρχουν αόρατες σπίθες στον αέρα. Ακούω τον υπόγειο άνεμο. Τα φώτα του τρένου αναδύονται στο βάθος της σήραγγας. Ένας βρυχηθμός. Παραπαίω. Ίσως δεν ήταν καλή ιδέα. Δεν κάνω πίσω. Ορμάω μέσα στο τρένο. Έχει κάποιο κόσμο από τις προηγούμενες στάσεις. Δεν βρίσκω παρηγοριά στο πλήθος. Μάτια με κοιτάζουν. Τι μου συμβαίνει; Νιώθω σαν ποντίκι σε λαβύρινθο. Έχω χαθεί. Με παρατηρούν, το ξέρω ότι είμαι αντικείμενο μελέτης. Δεν έχω άλλη εξήγηση.

 

Σπρώχνω προς την πόρτα. Η επόμενη στάση δεν είναι η δική μου. Τώρα όμως θέλω να κατέβω.

«Επόμενη στάση… Πανεπιστήμιο» λέει η φωνή από τα ηχεία και σχεδόν χάνω την ψυχραιμία μου. Αυτή η φωνή… Νιώθω μια ανατριχίλα στην πλάτη μου. Γυρνώ να κοιτάξω πάνω από τον ώμο μου.

 

Είναι εκεί. Ανάμεσα στα άλλα κεφάλια. Ο παρατηρητής μου. Μόνο που δεν είναι άνθρωπος. Τον παριστάνει. Μπορώ όμως να τον διακρίνω μέσα από την μεταμφίεση του. Νιώθει το βλέμμα μου και μου το επιστρέφει. Μοιάζει να ξαφνιάζεται, να χάνει την συνοχή του. Το κεφάλι ενός συνηθισμένου αξύριστου μεσήλικα με υγρά μάτια, αρχίζει να φουσκώνει, να κοκκινίζει, να γίνεται μοβ. Καταλήγει χωρίς χαρακτηριστικά, δύο γουρλωμένα μάτια και μια οπή που ανοιγοκλείνει σαν στόμα χρυσόψαρου. Απλώνει τα μακριά, μοβ μπράτσα του, με τα λεπτά, βεντουζοτά του δάχτυλα να επιμηκύνονται προς το μέρος μου. Μα κανείς άλλος δεν το βλέπει αυτό;

 

Ο συρμός φρενάρει και ανοίγουν σωστικά οι πόρτες. Γαντζώνομαι στην πλάτη του πλήθους και ακολουθώ την ροή του έξω. Φεύγω τρεχάτος προς τις σκάλες.

 

«Γιατί δεν μου μιλάς;»

Σηκώνω το βλέμμα από το πιάτο και την κοιτάζω. Είναι έτοιμη να κλάψει. Το κάτω χείλος της τρέμει ελαφρά.

«Φοβάμαι» απαντώ, και προς έκπληξη μου, τρέμει και η δική μου φωνή.

Μέρες τώρα τα κρατώ όλα μέσα μου. Είναι τόσα πολλά. Καημένη Κατερίνα. Αν είσαι όντως η Κατερίνα.

«Τι φοβάσαι;»

«Ότι τρελαίνομαι. Είμαι ξαφνικά μέσα σε ένα χάος και δεν ξέρω γιατί.»

«Είναι άγχος. Αυτά τα τρεχάματα με την εφορία…»

«Όχι, δεν είναι αυτό.»

«Τότε τι; Σε μένα μπορείς να πεις οτιδήποτε.»

Τι σημασία έχει πράγματι; Όλες μου οι επιλογές με βασανίζουν.

 

«Κάτι συνέβη εκείνη τη μέρα» της λέω, «Που σε φώναξαν στα επείγοντα. Δεν είμαι σίγουρος τι. Σα να μου έχουν βραχυκυκλώσει την μνήμη. Είχα πάρει το ηλεκτρικό για να κατέβω στο κέντρο και στον σταθμό… άκουσα μια φωνή…»

Με κοιτάζει τρομαγμένη.

«Τι εννοείς; Ακούς φωνές;»

«Ήταν η αναγγελία του σταθμού. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Έγινε κάτι και έπεσα… Αμέσως μετά σερνόμουν ξυπόλητος στη σήραγγα του μετρό, στις ράγιες, και με έψαχναν. Βρήκα μια έξοδο προς τον δρόμο και εκεί είδα κάτι που δεν έπρεπε…»

«Αγάπη μου, αυτό που λες… δεν στέκει. Μίλησα με τον κύριο που σε έτρεξε στο νοσοκομείο. Σκόνταψες στο κενό με την αποβάθρα και έπεσες. Χτύπησες το κεφάλι σου. Πως… πότε βρέθηκες στην σήραγγα;»

Το βλέμμα της με διαλύει. Δεν ξέρω τι να πω.

«Μπορεί να έχω πρόβλημα μνήμης… οι εικόνες όμως εμφανίζονται ολοζώντανες στο κεφάλι μου. Έχω αυτή την αίσθηση ότι μου λένε ψέματα. Ότι όλοι μου κρύβουν κάτι…»

«Κι εγώ;»

«Όχι, όχι εσύ.»

Ναι, ακόμα κι εσύ. Σε ακούω να αναπνέεις δίπλα μου όταν κοιμάσαι και οι ανάσες σου ακούγονται… λάθος.

 

Που είναι η γλυκιά φοιτήτρια που έκλαιγε στα σκαλοπάτια του σπιτιού της; Ένας ακόμα άχρωμος περαστικός ήμουν που έσερνε τα βήματα του. Είδα το λυπημένο πρόσωπο της και κάτι συνέβη μέσα μου. Κάτι πρωτόγνωρο. Τη ρώτησα αν μπορούσα να την βοηθήσω. Ήταν σίγουρη ότι είχε καεί ο υπολογιστής της, ότι είχε χάσει όλα της τα δεδομένα. Όταν η ζημιά ήταν στην οθόνη της και μόνο. Είχαμε βγει για παγωτό μετά. Εγώ, ο ήρωας της. Την μέρα εκείνη αποφάσισα να δώσω τέλος στην μοναξιά μου δοκιμάζοντας κάτι καινούργιο.

 

Ξαφνικά όμως, αυτή δεν μοιάζει με την κοπέλα μου. Το σπίτι μου, η γειτονιά μου, είναι ένα άκομψο, κακοστημένο αντίγραφο. Ο κόσμος στον δρόμο, κομπάρσοι. Και η αλήθεια ολοφάνερη είναι εκεί, ψηλά. Σαν λεπτομέρεια που τους διέφυγε. Δεν έχουν καταλάβει ότι το βλέπω. Αυτός δεν είναι ο δικός μου ουρανός, δεν είναι ο δικός μου ήλιος. Προσπαθώ να μείνω ψύχραιμος. Πρέπει να το αντιμετωπίσω αυτό. Κάπου βαθιά μέσα μου εύχομαι να είμαι τρελός. Το εναλλακτικό σενάριο φαντάζει ακόμα πιο τρομακτικό.

 

Ξυπνάω ξαφνικά και ο εφιάλτης είναι εκεί, ζωντανός, πάνω από το κεφάλι μου. Παραλύω. Δεν μπορώ καν να ψελλίσω το όνομα της Κατερίνας. Την ακούω που κοιμάται αμέριμνη δίπλα μου, ή προσποιείται ότι κοιμάται. Αναγνωρίζω τον άντρα από το μετρό, το μοβ τέρας. Σκύβει προς το μέρος μου. Καταφέρνω να κλαψουρίσω κάτι που δεν θυμάμαι. Απλώνει τα μακριά του χέρια και οι βεντούζες του κολλούν στο πρόσωπο μου.

 

«Αγαπημένη μου Κατερίνα. Το τελευταίο που ήθελα να κάνω ήταν να σε πληγώσω. Επιθυμία μου είναι να σε γλιτώσω από τα χειρότερα. Θα υπάρξουν καλύτερες ευκαιρίες για σένα. Συγχώρεσε με για την δειλία μου. Μην μπεις στον κόπο να με αναζητήσεις. Είχα φτάσει πλέον στα όρια μου. Τελικά δεν μου φταίει κανείς παρά μόνο ο εαυτός μου.»

Ίσως λίγες λέξεις ακόμα. Με την νύξη της αυτοχειρίας ευδιάκριτη, μια δόση παρηγοριάς, μια σταγόνα αλήθειας, κι ένα ρομαντικό κλείσιμο. Τώρα, όσο μπορώ ακόμα και σκέφτομαι ανθρώπινα. Αφήνω το γράμμα στο κομοδίνο. Δεν την ξυπνώ. Την κοιτάζω λίγο ακόμα πριν φύγω. Τώρα ξέρω ότι είναι όντως η δική μου Κατερίνα. Δεν έπαψε ποτέ να είναι.

 

Ο ήλιος δύει πάνω από τις ταράτσες. Αυτή η ζωή είναι γεμάτη με ένα σωρό αχρείαστα και επιπρόσθετα βάσανα. Είναι σκληρή η επιβίωση της, και τώρα που δεν με αφορά πλέον νιώθω συγκινημένος. Έχω ακόμα δάκρυα που μου καίνε τα μάτια. Κατεβαίνω τα σκαλιά του μετρό με κόπο. Η συνείδηση μου βιάζεται, επισπεύδει την αλλαγή. Είναι σα να μην έχει περάσει μία μέρα. Θα προλάβω. Τώρα το νιώθω και το καταλαβαίνω. Δεν φοβάμαι. Νιώθω χαρά και θλίψη ανάμικτα. Κοιτάζω τους ανθρώπους γύρω μου μια τελευταία φορά.

«Επόμενη στάση: Μοναστηράκι.»

Σηκώνομαι, πλησιάζω την πόρτα με τους λιγότερους επιβάτες.

«Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας.»

Με συνεπαίρνει μια αδημονία. Οι πόρτες ανοίγουν. Κοιτάζω στο κενό και χαμογελάω. Το χαμόγελο, το πρόσωπο μου, ρέουν. Πηδώ.

 

Ήμασταν είκοσι. Ήμουν ο δέκατος πέμπτος, ο πλοηγός. Είχαμε ενώσει τις υπάρξεις μας για να σχηματίσουμε ένα σκάφος. Ήταν ο μόνος τρόπος που το είδος μας μπορούσε να διασχίσει το κενό ανάμεσα στους κόσμους. Εισροή άλλων φυλών μας είχαν ωθήσει σε αναγκαστική μετανάστευση. Είχαμε την ιδιότητα να αλλάζουμε την μοριακή μας δομή, μπορούσαμε να υποκριθούμε οποιαδήποτε ζωική ή άψυχη μορφή. Αυτή η νέα ράτσα όμως είχε τον τρόπο να μας εντοπίζει και να μας εξοντώνει. Ήμασταν λοιπόν ένα από τα αμέτρητα σκάφη που διακινδύνεψε την ακεραιότητα του στο μεγάλο κενό.

 

Πέσαμε σε τρομερή δύνη. Ένας άτακτος χείμαρρος από σχισμές, με λάμψεις χιλίων ήλιων και μια βοή που όμοια της δεν είχαμε νιώσει ποτέ πριν. Είχαμε όμως ακουστά αυτές τις καταιγίδες. Μας ήταν αδύνατο να διατηρήσουμε την σύνδεση μας. Θα γινόμασταν κομμάτια. Την ύστατη στιγμή έδωσα την εντολή που μας έσωσε. Δεν ξέρω πως το σκέφτηκα. Στην απουσία επιλογών δημιούργησα μία. Διασπαστήκαμε στις αρχικές μας δομές και στοχεύσαμε όχι να απομακρυνθούμε από την δύνη, αλλά να κατευθυνθούμε προς αυτήν.

 

Αμέσως μετά το εκτυφλωτικό φως, ένιωσα να γεννιέμαι από την αρχή. Θυμάμαι να στριφογυρίζω βίαια, αιχμάλωτος σε πικρό άνεμο. Ο συρμός σφύριζε εκκωφαντικά καθώς με έσερνε και με τίναζε μέσα στη σκοτεινή σήραγγα. Δεν είχα ξανανιώσει τέτοιο πόνο. Με διαπέρασε σκληρή ύλη και σάρκινα όντα εγκλωβισμένα στο μεταλλικό τους όχημα. Ακολούθησε εκείνη την άψυχη φωνή.

«Επόμενη στάση: Μοναστηράκι. Προσοχή στο κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας.»

Στροβίλισα μπροστά στα φώτα του τρένου, μια άμορφη μάζα ακόμα που αποκτούσε υπόσταση, και άκουσα τα φρένα να στριγκλίζουν στις ράγιες. Μια φωνή από τα μεγάφωνα ειδοποιούσε για πιθανό παραβάτη στις γραμμές στο τούνελ. Υπάλληλοι φύλακες ξεχύθηκαν να με εντοπίσουν.

 

Δεν προλάβαινα να κάνω πολλά. Προσπαθούσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα να σχηματίσω το καινούργιο υλικό μου σώμα. Τα πέλματα μου ήταν γυμνά, κάθε κόκκος σκόνης, άμμου, ή χαλικιού με χαράκωνε επώδυνα. Μάθαινα με κόπο να τρέχω ενώ τα νέα μου μάτια προσπαθούσαν να συνηθίσουν το αλλόκοτο σκοτάδι. Είδα φως και διέφυγα εκεί. Με κύκλωσε ξαφνικά ένας τρομακτικός, άγνωστος κόσμος, με χρώματα που δεν είχα ξανασυναντήσει. Είχα όμως την δυνατότητα να τα αντιγράψω. Είχα πέτσα τώρα, και μπορούσε να μιμηθεί μέχρι και μορφές ενδυμασίας. Χρειάστηκαν τρεις μέρες για να μαζευτούμε πάλι όλοι σε εκείνη την αποβάθρα. Ήμασταν όλοι ζωντανοί, ράκη, ναυαγοί σε μια διάσταση που μας ήταν γρίφος. Η δύνη είχε εξαφανιστεί. Δεν ξέρουμε πολλά γι αυτές, πέραν του ότι εμφανίζονται σπάνια και ότι μπορούμε να νιώσουμε την παρουσία τους. Έπρεπε να είμαστε έτοιμοι για την επανεμφάνιση της.

 

Τρεκλίσαμε παρέα, προσπαθώντας να μάθουμε το νέο περιβάλλον, να φροντίσουμε ο ένας για τον άλλον, να μείνουμε ενωμένοι και ασφαλείς. Ήταν άγαρμπα στην αρχή, μέχρι να μάθουμε τους κανόνες του νέου κόσμου. Το ψέμα και η πλαστογραφία μας έβγαιναν φυσικά, ήταν το πλεονέκτημα μας στην επιβίωση. Σκουραίναμε το δέρμα μας, και ήταν αγώνας να κρατάμε την απόχρωση μας σταθερή. Σε στιγμές πανικού αλλάζαμε στο μοβ. Νοικιάσαμε μια τρώγλη, βρήκαμε δουλειές. Η ικανότητα μας να αλληλεπιδρούμε με τον υλικό κόσμο μας έδινε ικανότητες που ήταν χρήσιμες στους ανθρώπους.

 

Πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε. Κάποτε σταματήσαμε να αναμένουμε την φυγή. Βγάζαμε πολλά λεφτά. Αρχίσαμε να φορούμε αληθινά ρούχα. Να τρώμε φαγητό. Χωριστήκαμε. Ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Ξεχάσαμε. Κάποιοι από μας σβήσαμε το παρελθόν συνειδητά για να αντεπεξέλθουμε στην μελαγχολία. Σε περίπτωση όμως που υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να επιστρέψει η δύνη, αφήσαμε στο υποσυνείδητο μας ένα εγερτήριο κάλεσμα. Έναν φάρο στο σημείο ακριβώς που θα επανεμφανίζονταν η σχισμή. Η αυτόματη φωνή του συρμού στο σημείο εξόδου θα αποκτούσε νόημα μόνο την κατάλληλη ώρα. Αυτήν την ώρα. Και όσοι αφυπνίζονταν, θα βοηθούσαν και τους άλλους που είχαν πρόβλημα να θυμηθούν.

 

Τώρα είμαι ελεύθερος. Είμαι αυτό που ήμουν. Είμαι εκεί που ανήκω. Ο καινούργιος μας πλανήτης είναι όμορφος και άνετος. Αφήνομαι στον άνεμο του και πετάω. Κολλάω σε μια πέτρα και τη μιμούμαι. Μετά φουσκώνω, αποκολλούμαι και πετάω ξανά. Δεν ξέρω αν είμαι μοβ, τα γήινα χρώματα έχουν όλο και λιγότερη σημασία εδώ πέρα. Συγκρούομαι με άλλους του είδους μου, γινόμαστε ένα, πετάμε για λίγο ενωμένοι, σκεφτόμαστε μαζί, χωριζόμαστε ξανά και σκορπίζουμε.

 

Ονειρεύομαι πότε-πότε. Όπως και ο ύπνος, είναι ένα κατάλοιπο που μου έμεινε από την γήινη ζωή. Όμως σκέφτομαι και νιώθω όλο και λιγότερο ανθρώπινα. Βλέπω καμιά φορά ένα κορίτσι με δάκρυα στα μάτια. Δεν την θυμάμαι καλά, δεν έχει σημασία για μένα. Ξύπνησα μια μέρα σε ένα πλάτωμα και είχα πάλι στερεή μορφή. Ήμουν πάλι άντρας, και έκλαιγα απαρηγόρητος. Ψέλλισα ένα όνομα. Πέρασε καιρός από τότε. Έχω ξεχάσει το όνομα. Ευτυχώς δεν είχα άλλο τέτοιο επεισόδιο. Αφήνομαι στον άνεμο, ανυψώνομαι στον αέρα, ο ουρανός είναι πανέμορφος, σαν μοβ.

 

Τέλος

Link to comment
Share on other sites

παιδεύτηκα λίγο να μορφοποιήσω το διήγημα αφού το πόσταρα, κάτι έγινε στο copy-paste από τον επεξεργαστή κειμένου.

 

Αυτό το ποστ μπορεί να διαγραφεί, ευχαριστώ.

Edited by nikosal
Link to comment
Share on other sites

Συγχαρητήρια που τελειώσατε και ποστάρατε τις ιστορίες. Καλή τύχη και στους δύο σας. :)

 

 

Θα δω αν μπορώ να κάνω το πολλ τώρα. Παρακαλώ ας τσεκάρει το τόπικ κάποιος μοντ (αν υπάρχει διαθέσιμος) σε λίγα λεπτά.

 

Εδίτιον το αναγκαίον: Δεν μπορώ να κάνω edit στο αρχικό ποστ για να προσθέσω το πολλ μια που έχουν περάσει οι 15 μέρες προθεσμίας, οπότε ο μοντ του φόρουμ ας το κάνει εκείνος, s'il vous plait!

 

 

 

Edited by Oberon
Link to comment
Share on other sites

Ας κάνω εγώ την αρχή.

Δύσκολη επιλογή απο δύο καλές πένες Ε.Φ.

Σαν γραφή θεωρώ οτι υπερετερεί του Ντίνου. Ρέει πιο αβίαστα.

Απο την άλλη του Νίκου είναι πιο συμπαγής η ιστορία.Με αρχή, μέση και τέλος πεντακάθαρα, ενώ ο Ντίνος έχει άλματα, με μεγαλύτερο εκείνο απο το γράμμα και έπειτα, εως την συνειδητοποίηση του ποιος είναι. Η μετάβαση γίνεται κάπως απότομα.

 

Υποκειμενικά (πέρα απο τεχνικούρες) μου άρεσε πολύ η ιστορία του Ντίνου. Μου θύμισε λίγο Μπάρκερ εως ένα σημείο με φλασιές απο το the midnight meat train. Πατούσε ξεκάθαρα στον τρόμο στην αρχή και ομολογώ οτι χαλάστηκα που το γύρισες στην καθαρή Ε.Φ. ΘΑ μπορούσες να ισορροπήσεις στα δύο genre πολύ ευκολα. Βέβαια αυτό θα χαροποιούσε μια μικρή μερίδα μόνο αναγνωστών, οπότε καταλαβαίνω....laugh.gif

 

Υποκειμενικά (πέρα απο τεχνικούρες) μου άρεσε πολυ και η ιστορία του Νίκου. Αυτή η ψυχολογία που αποπνέει οτι "Σκέφτομαι, άρα υπάρχω" είναι πολύ ωραία δοσμένη και με φρέσκια ματιά. Κι εδώ ήταν το τέλος στο οποίο θα ήθελα κάτι περισσότερο. Αν πήγαινε προς το δραματικότερο θα με έβρισκες σύμφωνο, αν πήγαινες προς το τρομακτικότερο, επίσης. Δεν είναι οτι δεν έχει καλό τελείωμα, αλλά μια τέτοια ιστορία μπορεί αν βγάλει πολύ συναίσθημα τελειώνοντας.

 

...κι ακόμη δεν έχω αποφασίσει ποιόν θα ψηφίσω...

....

θα τις σκεφτώ κι άλλο, δεν ψηφίζω ακόμη. Είναι πολύ κοντά για εμένα.

Link to comment
Share on other sites

Μου άρεσαν πολύ και οι δύο ιστορίες. Ένα πραγματικά δυνατό write-off, που βάζει εμάς που πρέπει να ψηφίσουμε σε δύσκολη θέση.

 

Η κλειστοφοβική

δισδιάστατη

ατμόσφαιρα που δημιουργείται στην ιστορία του Νίκου με συνεπήρε. Το σημείο όπου ξεκινάνε να

να ζωντανεύουν τα είδωλα το βρήκα αρκετά τρομακτικό. Ανατριχιαστικές οι εικόνες μέσα από τις οποίες δίνεται το «ξύπνημά» τους.

Αυτό που μου έλειψε στην ιστορία ήταν το ΕΦ στοιχείο. Δηλαδή

η άφιξη και η αναχώρηση ενός σκάφους που προκάλεσε την έναρξη του συμβάντος, αν κι είναι γεμάτη μυστήριο, δεν μου ήταν αρκετή. Θα ήθελα λίγες λεπτομέρειες παραπάνω.

. Μου άρεσε η σύνδεση της αρχής με το τέλος. Επίσης μου άρεσε ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε η εισαγωγή. Αν δεν κάνω λάθος

αποτελεί μνήμη του Μαξ, ο οποίος τρελάθηκε και αυτοκτόνησε στις γραμμές του ΜΕΤΡΟ, η οποία αναδύθηκε στο μυαλό του ειδώλου του.

 

 

Για την ιστορία του Ντίνου θα πω ότι βρήκα εξαιρετική την ιδέα

των όντων που μπορούν να αλλάζουν την μοριακή τους δομή.

Θα συμφωνήσω με τον Απόστολο στο ότι ενώ υπήρχε άλλο κλίμα στην αρχή της ιστορίας, άλλαξε κάπως απότομα στο τέλος. Προσωπικά, θα ήθελα να υπήρχε περισσότερη ΕΦ και στο πρώτο της κομμάτι. Και η αλήθεια είναι ότι μπερδεύτηκα λιγάκι εκεί που προσπαθούσε να καταλάβει ποιος είναι, αν και οι απορίες μου λύθηκαν αργότερα.

 

Θα δώσω τημ ψήφο μου στην ιστορία του Νίκου.

Καλή επιτυχία και στους δύο!

Link to comment
Share on other sites

Μπράβο και στους δυο που καταφέρατε να γράψετε δυο τόσο γεμάτες φαντασία ιστορίες από μια τόσο καθημερινή σκηνή, όπως το πλησίασμα του τρένου στο σταθμό! :thmbup:

 

Η ιστορία του Νίκου μού άρεσε ως προς την ιδέα της με τα είδωλα. Είχε πράγματι μια ιδιαίτερη πρωτοτυπία και μερικές σκηνές

 

 

όπως η αντανάκλαση που ζητούσε βοήθεια στη λίμνη με το βροχόνερο ενώ η λίμνη στέγνωνε ήταν συγκλονιστική.

 

 

Θεωρώ ότι υπήρχε καλή προοικονομία για όσα μαθαίνουμε σιγά-σιγά.

 

ας πούμε τα σπασμένα γυαλιά που βλέπει στο παραθυράκι μόλις συνέρχεται και οι ήχοι από γυαλιά που σπάνε μέσα στη νύχτα

 

Ομολογώ ωστόσο ότι δυσκολεύτηκα να πειστώ.

Η απαιτούμενη αποδοχή ότι όλα αυτά οφείλονται σ' ένα διαστημόπλοιο που επισκέφτηκε τον πλανήτη και μετά σηκώθηκε κι έφυγε έτσι στα γρήγορα, δεν ήρθε. Αν υπήρχε έστω και μια εξήγηση, ακόμα και η πιο κουφή και τραβηγμένη για το τι όντα ήταν αυτά και ποια σχέση είχαν με τα είδωλα του καθρέφτη, θα με είχε κερδίσει.

 

 

Ομολογώ επίσης ότι δεν κατάλαβα αυτό που λέει ως εξήγηση ο Άγγελος για το τι συνέβη. Το πήρα τοις μετρητοίς και μου φάνηκε ότι ο κόσμος θα πρέπει να παραείχε γίνει μπάχαλο για να υπάρχουν ακόμα τρένα.

 

Πάντως, η ιδέα έχει πολύ ψωμί.

 

 

Ας πούμε, τι θα γινόταν υπήρχαν παραπάνω από ένα είδωλα στον καθρέφτη; Μια κανονική παρέα ειδώλων;

Επίσης, η ιστορία θα μπορούσε να γίνει εξαιρετικά τρομακτική αν τη βλέπαμε από την πλευρά ενός απ' αυτούς που τρελαίνονται.

 

 

Και μια χαζή ερώτηση γιατί θα σκάσω: Λένε και στο μετρό του Παρισιού "Προσοχή στο κενό...";:lol:

 

-----

 

Πάμε στο Ντίνο τώρα.

 

Εδώ θα πω ότι διακρίνω μια αίσθηση βιασύνης. Και χώρος υπήρχε και χρόνος -αφού είχες τελειώσει νωρίς- να δέσεις και να δώσεις ορισμένα πράγματα λίγο καλύτερα.

 

 

Ενώ εδώ με πείθει καλύτερα η κεντρική ιδέα, όσο παράδοξη και να είναι, με χαλάνε οι λεπτομέρειες.

Ας πούμε ενώ το εγερτήριο κάλεσμα (ο φάρος) είναι πολύ καλή ιδέα -θύμησέ μου κάποια στιγμή να σου πω και πού είχα ελπίσει ότι θα έπιανε τόπο κάτι τέτοιο (ο nikosal ελπίζω να ξέρει :bleh: )- το σημείο που είναι τοποθετημένο στο σταθμό του μετρό θα κινδύνευε να μην γίνει αντιληπή από κανέναν αν ήταν μόνο είκοσι οι ταξιδιώτες και αν είχαν φροντίσει να ξεχάσουν.

 

Μη με πεις ψείρα και υπερβολική, αλλά αυτή η τόσο καταστρεπτική δίνη πού εμφανιζόταν; Πάνω στη Γη; Και επηρέαζε μόνο αυτές τις υπάρξεις και όχι τους άλλους; Μπορώ να το δεχτώ αλλά πρέπει κάπως να μου το πεις.

 

 

 

 

Δεν έχω αποφασίσει τι θα ψηφίσω. Αυτές ήταν οι αρχικές αντιδράσεις με την πρώτη ανάγνωση. Θα επανέλθω, φυσικά.

 

Υ.Γ. Πάντως καλά λένε ότι τα μεγάλα πνεύματα συναντιούνται. Ποιος να το περίμενε, με μια εισαγωγή που δεν έχει σε τίποτα να κάνει με καθρέφτες, να έχουμε τύπους που βλέπουν κάτι "περίεργο" στην αντανάκλασή τους. :)

Εdit: Ένα χαζό συντακτικό

Edited by Tiessa
Link to comment
Share on other sites

Well Done Guys!

Και διάβασα και ψήφισα, τι άλλο να επιθυμήσει κανείς.

 

@ tiessa:

Σε μερικές διαδρομές του μετρό του Παρισιού θυμάμαι γραμμένη στην αποβάθρα την ένδειξη "Προσοχή στο Κενό" . Δεν θυμάμαι καθόλου όμως αν υπήρχε ηχητική αναγγελία. Όχι πως έχει μεγάλη σημασία...

Link to comment
Share on other sites

Ομοιότητες

Η τρομαχτική εισβολή μιας χαμένης μνήμης.

 

Τα χαλίκια κάτω από τα πέλματα και τα χαλίκια κάτω από σώμα.

 

Η άφιξη των εξωγήινων.:aufo:

 

Η μοναξιά

 

Τα ονόματα των συγγραφέων αρχίζουν από Ν!:awink:

 

 

 

Διαφορές

 

Η απώλεια στον Νίκο και η καταδίωξη στον Ντίνο

 

Το είδωλο δεν πεινάει, ενώ ο εξωγήινος έχει σωματικές ανάγκες.

 

Το είδωλο δεν έχει νέες αναμνήσεις δεν μπορεί να εξελιχτεί, ο 15Ος ανακαλύπτει ότι εκτός από την μοριακή δομή του μπορεί και να αλλάζει το χαρακτήρα του.

 

Η απελευθέρωση - η φυγή.

 

Ο 15ος είναι πραγματιστής (πληρώνει και εφορία:heat:), το είδωλο είναι ρομαντικό:rose:θέλει να πάει στην εξοχή.

 

Συμπεράσματα:

Συγχαρητήρια και στους δυο κάνετε την επιλογή πολύ δύσκολη.:balance: Μου φαίνεται λίγο πιο καλογραμμένη του Ντίνου και του Νίκου λίγο πιο δυνατή. Δεν τις διορθώνεται λιγάκι…θ α έλεγε κάποιος γνωστός :diablo:μου.

Edited by deadend
Link to comment
Share on other sites

Λοιπόν, αυτές οι δύο ιστορίες μοιάζουν τελικά.

Από μένα μπράβο για τον τρόπο που ενσωματώσατε και οι δύο την εισαγωγή, όχι απλά στην αφήγηση, αλλά μέσα στην ουσία της ιστορίας σας. Σε αυτό τον τομέα νομίζω ότι το στοίχημα το κερδίσατε και οι δύο.

 

Του Νίκου έχει μία αναπάντεχα πονηρή ιδέα, πειστική ατμόσφαιρα, αποκάλυψη που έρχεται σιγά αλλά σταθερά και προμελετημένα μέχρι την κορύφωση.

Κι εγώ δεν ψήθηκα καθόλου με

το εξωγήινο διαστημόπλοιο. Απλά το κατάπια. Και ήθελα ακόμα πιο ξεκάθαρη αφήγηση από τη στιγμή που μαθαίνουμε τη φύση του πρωταγωνιστή

. Το τέλος καλό και γίνεται ακόμα καλύτερο αν σκεφτώ πώς χρησιμοποιήθηκε η εισαγωγή του Oberon.

 

Το Ντίνου έχει μία επίσης πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα (και μόνο επιδερμικά γνώριμη) που νομίζω εγκαταλείφθηκε στην τύχη της. Οι πέρα για πέρα ανθρώπινες και καθημερινές αγωνίες του ήρωα δεν βοήθησαν όσο έπρεπε (ήταν και κάπως φλύαρο αυτό το κομμάτι) κυρίως εξαιτίας του τρομο-ύφους πριν την αποκάλυψη. Το βρήκα παραπλανητικό, με αποτέλεσμα η αποκάλυψη να σκάει από το πουθενά. Η αιτιολόγηση και επεξήγηση πολύ έξυπνη και κρύβει μία πολύ όμορφη ιδέα

-την εξωγήινη οντότητα που αλλάζει με τρόπο καθολικό και σχεδόν απόλυτο σε αυτό που μιμείται-

που όμως -το ξαναείπα- άξιζε περισσότερης δουλειάς. Θα 'θελα πάρα πολύ να δω αυτή την ιστορία δουλεμένη.

 

Τελικά, όπως παρουσιάστηκαν οι ιστορίες, του Νίκου ήταν πιο ολοκληρωμένη, μου είπε πιο καθαρά αυτό που είχε να μου πει. Του Ντίνου ήταν άνιση και με άφησε λίγο ξεκρέμαστο. Άποψή μου ότι δεν ολοκληρώθηκε.

 

Αυτά τα ολίγα και πάω να καταθέσω την ψήφο μου.

Link to comment
Share on other sites

Ψήφισα κι εγώ.

Παρά την ενδιαφέρουσα φύση των εξωγήινων του Ντίνου, τελικά με κέρδισε ο καθρέφτης. :rolleyes:

 

 

 

Link to comment
Share on other sites

Έριξα και εγώ την ψήφο μου.

Τελικά μετά απο πολύ σκέψη κατέληξα στην ιστορία του Ντίνου.

Να σημειώσω πάντως οτι ήταν η δυσκολότερη επιλογή που έχω κάνει για write off.

Link to comment
Share on other sites

Ψήφισα κι εγώ.

Ήταν πολύ καλές και οι δύο, καλογραμμένες και ατμοσφαιρικές. Στου nikosal μου άρεσε πάρα πολύ ο συμβολισμός με τους καθρέφτες, ότι δηλαδή

γίνεται χαμός αν οι άνθρωποι δουν τα είδωλά τους=τις κρυφές/υποσυνείδητες πλευρές του χαρακτήρα τους να αυτονομούνται, ότι όλοι κάποια εναλλακτική πραγματικότητα καταπιέζουμε για να είμαστε αυτό που είμαστε, πάντα υπάρχουν οι επιλογές που τελικά δεν κάναμε κλπ κλπ

Ίσως το πάω πολύ μακριά, δεν ξέρω αν τα είχε σκεφτεί αυτά ο συγγραφέας. Στα αρνητικά ο κάπως υπερβολικά πολύς διάλογος και οι όχι αρκετές περιγραφές. Μπορούσε να γίνει λίγο ακόμα πιο ατμοσφαιρικό. Μια οπωσδήποτε καλή ιδέα, αλλά λίγο βιαστικά γραμμένη.

 

Του Ντίνου είναι πιο ατμοσφαιρική, έχει περισσότερες περιγραφές καθημερινών αντικειμένων και καταστάσεων που την κάνουν πιο ζωντανή και προσγειωμένη. Τα τρεχάματα με την εφορία ειδικά!:lol:Και η κοπέλα που κλαίει, όχι για κανένα μελοδραματικό λόγο, καβγά με γκόμενο/γονείς κλπ, αλλά επειδή νομίζει ότι έχασε τα αρχεία του υπολογιστή της! Πολύ καλή ιδέα και πολύ "ζωντανευτική":thmbup:. Αλλά νομίζω ότι δε βγάζει κανένα συμπέρασμα, περίμενα να δω τι συμβαίνει και προς τι όλα αυτά και τελικά δε δίνεται καμιά ξεκάθαρη απάντηση. Απλώς "ζουν ανάμεσά μας", υποθέτω. Θέμα γούστου, αλλά μου αρέσουν πιο πολύ οι ιστορίες που μπορούν να ερμηνευτούν με πολλούς τρόπους.

Link to comment
Share on other sites

Εγώ δεν έχω ψηφίσει ακόμα γιατί δεν μπορώ να αποφασίσω. Γι’ αυτό θα κάνω μερικές ερωτήσεις;

 

Ντίνο,

 

Έχεις κάνει πολύ καλή χρήση της εισαγωγής, μας έχει δώσει μια επαρκή εξήγηση της άφιξης των εξωπλανητικών και της φύσης τους:lolipop:, αλλά γιατί βιάστηκες στο τέλος και αφαίρεσες το χρώμα από τον ήρωα σου:crazy:;

 

Νίκο,

 

Η άφιξη του διαστημοπλοίου είναι προσχηματική, η χρήση της εισαγωγής είναι ασύνδετη με το κείμενο και το τέλος παράλογο:bag:, δεν μπορούσαν να υπάρχουν τρένα. Πες μου είναι σωστό να σε ψηφίσω γιατί είσαι πιο ωραίος, πιο φιγουρατζής και πιο διασκεδαστικός;:bangin:

 

 

 

 

Link to comment
Share on other sites

όχι, όχι καλή μου... Δεν θα μας παρασύρεις σε σχόλια σε αυτό το τόπικ... ακόμα...

Link to comment
Share on other sites

Στην ιστορία του Νίκου, μου άρεσαν η γραφή, η ατμόσφαιρα και βρήκα καλή την ιδέα με τον αφηγητή-ειδωλο. Νομίζω, όμως, ότι η αποκάλυψη για το ποιος μιλάει έπρεπε να γίνει στο τέλος της ιστορίας και να είναι η κορύφωσή της πιθανόν μαζί με το σπάσιμο του καθρέφτη, αφού το τέλος που επέλεξες δεν είναι και το πιο δυνατό. Φαντάζομαι ότι το διαστημόπλοιο μπήκε για να «γινει» το διήγημα ΕΦ, αν και μάλλον θα παραδεχτείς ότι δεν αρκεί αυτό και αδυνατίζει πολύ την ιστορία, αφού ο αναγνώστης περιμένει στη συνέχεια πολύ περισσότερες εξηγήσεις.

 

 

 

Στην ιστορία του Ντίνου, βρήκα εξαιρετική την αρχή, την αγωνία για τον ψεύτικο ουρανό, τις σκηνές τους τέλους και το εύρημα με τον εξωγήινο ανθρωποειδές που ανησυχεί για την ανθρώπινη Κατερίνα. Δυστυχώς τα συστατικά χρειάζονται πολύ μεγαλύτερη επεξεργασία και δέσιμο για να δώσουν μια πειστική ιστορία. Ένας ναυαγός εξωγήινος με ικανότητες μορφοποίησης που χάνει προσωρινά τη μνήμη του και στη συνέχεια περισυλλέγεται από τους δικούς του θα έλυνε πολλά προβλήματα συγκριτικά με την σύνθετη επιλογή που έκανες με τους πολλούς εξωγήινους που ενώνονται, χωρίζουν, αφήνουν σήματα κινδύνου και ταξιδεύουν στο διάστημα.

 

 

 

Η ιστορία του Ντίνου είναι σαφώς πιο πολύ ΕΦ συγκριτικά με αυτή του Νίκου, η οποία, όμως, είναι πιο συμπαγής και ολοκληρωμένη. Με βαριά καρδιά θα επιλέξω τη λογοτεχνική πληρότητα έναντι των εντυπωσιακών ιδεών.

Link to comment
Share on other sites

Ψηφίζω τον δέκατο πέμπτο.

Οι ιστορίες κινήθηκαν κοντά, είχαν κι οι δυο γρήγορο ρυθμό, όχι πολλή ΕΦ, από μια ευφάνταστη ιδέα έκαστη

(το είδωλο/τη φύση του ήρωα)

, κι από ένα-δυο (μικρής διάρκειας) κολληματάκια κατανόησης.

Η επιλογή μου του δέκατου πέμπτου έχει να κάνει:

1) με το φινάλε της ιστορίας.

Ο ήρωας την παλεύει, όμως η λήθη, οι τελευταίες αναλαμπές των αναμνήσεων και το ύφος του κειμένου έβγαζαν μελαγχολία... έντονη.

 

2) με τη φράση:

''Συγκρούομαι με άλλους του είδους μου, γινόμαστε ένα, πετάμε για λίγο ενωμένοι, σκεφτόμαστε μαζί, χωριζόμαστε ξανά και σκορπίζουμε.'' thmbup.gif

 

 

 

ΥΓ: Έχω απορία:

Γιατί ο τύπος πάει τον καθρέφτη/είδωλο στο τρένο; Αν θέλει να το καταστρέψει γιατί δεν σπάει απλά τον καθρέφτη; Το ρωτάω γιατί ο χαρακτήρας έχει ζουμί (αν και το πρώτο πρόσωπο τον παραγκωνίζει αισθητά κατά τη γνώμη μου), η πράξη να μεταφέρει το είδωλο είναι ηρωϊκή... αλλά το αποτέλεσμα δεν μου κολλάει. Για όποιον λόγο και να θέλει να σπάσει τον καθρέφτη, δεν χρειάζεται να τον πάει στο τρένο. Εκτός αν υπάρχει κάτι που δεν έχω καταλάβει.

 

Link to comment
Share on other sites

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου, 20:00, νομίζω, τερματίζει επίσημα η ψηφοφορία του write-off. Όσοι επιθυμούν να διαβάσουν και να ψηφίσουν, αλλά δεν έχουν προλάβει, ας το δηλώσουν έγκαιρα.

Link to comment
Share on other sites

Nικοσαλ: Μια ενδιαφέρουσα και αρκετά συναρπαστική διήγηση, με φιλοσοφικές προεκτάσεις. Οι οποίες όμως δίνουν την εντύπωση ότι δεν αναπτύχθηκαν όσο θα μπορούσαν. Είχε πολύ περισσότερο ψωμί αυτή η υπόθεση: συνέπειες σε ατομικό επίπεδο (τόσο για τους ανθρώπους, όσο και για τα είδωλα), αλλά και σε κοινωνικό. Τα περνάς επί τροχάδην, θα ήθελα να εκβαθύνεις λί-ι-ι-ιγο περισσότερο (όχι να γράψεις δοκίμιο, ε!).

Καλό εκείνο το "Νύχτες των Κρυστάλλων", καθώς και το σημείο που το είδωλο μουρμουρίζει θλιμμένα τη Διεθνή!

Η αιτιολόγηση των συμβάντων (με την Επίσκεψη) με φαίνεται ανεπαρκής.

Έχω κι ένα θέμα με την εισαγωγή. Βάζεις τον ήρωα να ξυπνάει από όνειρο αμέσως μετά την εισαγωγή, αυτό με προδιέθεσε αρνητικά κατά τη διάρκεια της πρώτης ανάγνωσης.

Όμως καταφέρνεις να κάνεις τον ήρωα και την τύχη του τόσο ενδιαφέροντα για τον αναγνώστη, που κάτι τέτοιες λεπτομέρειες περνάνε σε δεύτερο πλάνο. Στο σημείο, εκεί προς το τέλος, που κατάλαβα πού βρισκόταν και τι θα συνέβαινε, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα "ΑΑΑ! Όχι!!!"

Η "ξύστρα του τυριού" με προβλημάτισε. Απ' όσο ξέρω λέγεται "τρίφτης". Η ξύστρα είναι για τα μολύβια. :dazzled:

 

Χατζηγιώργης: Δεν ξέρω... υπάρχουν δύο τρόποι που μπορώ να διαβάσω αυτήν την ιστορία:

Αν πρόκειται να τα πάρουμε όλα κυριολεκτικά και όντως είναι αυτό που λέει, τότε δε με κάθονται καλά οι τελευταίες παράγραφοι, όπου η εξήγηση δίνεται "διεκπεραιωτικά" ή πώς να το πω.

Αλλιώς, είναι μια τέλεια και αριστουργηματική περιγραφή ενός παρανοϊκού μυαλού, που γλιστράει όλο και περισσότερο, όλο και πιο βαθειά στην παραμορφωμένη πραγματικότητα που έχει δημιουργήσει. Τέλεια, πραγματικά. Αλλά, ρε γμτ, ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΦ!

Υπάρχει ένα στοιχείο που θα ξεκαθάριζε τι από τα δύο παίζει: οι πατούσες του. Είναι όντως πληγιασμένες από τα χαλίκια; έψαξα να βρω απάντηση αλλά δε βρήκα. Με διέφυγε, ή μήπως το αφήνεις φλου επίτηδες;

Edited by KELAINO
Link to comment
Share on other sites

Αλλιώς, είναι μια τέλεια και αριστουργηματική περιγραφή ενός παρανοϊκού μυαλού, που γλιστράει όλο και περισσότερο, όλο και πιο βαθειά στην παραμορφωμένη πραγματικότητα που έχει δημιουργήσει. Τέλεια, πραγματικά. Αλλά, ρε γμτ, ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΦ!

 

 

Δεν το είδα καθόλου ετσι, κι ομως τωρα που το λες θα μπορούσε να λειτουργήσει σιγουρα κατ’ αυτόν τον τρόπο!

...και θα ηταν ακόμη πιο καλη!

Εγω ας πουμε "ρυθμισα" το μυαλό μου οτι θα διαβασει μια ιστορία Ε.Φ.και το είδα τελείως μονόπλευρα.

Χμμμμ....

 

 

 

Link to comment
Share on other sites

Συγχαρητήρια στον Νίκο. :first:

 

Όταν το σύμπαν θέλει, χαρίζει την δίκαιη ισορροπία. Ο nikosal κέρδισε επάξια με την πένα του το 55ο write-off με ένα πράγματι ευφάνταστο παραμύθι επιστημονικής φαντασίας. Για όποιες απορίες δημιούργησε η ιστορία του ας απαντήσει ο ίδιος. Εγώ εύχομαι μόνο η διαδικασία να γλύκανε τον Νίκο αρκετά για να μας γράφει πιο συχνά (με την καλή έννοια φυσικά);).

 

Για το δικό μου έχω να πω ότι θα το έγραφα μόνο ως επιστημονική φαντασία και προς την Tiessa: Βάσω έχεις δίκιο, το ένιωθα τόσο έντονα στο μυαλό μου που δεν πρόσεξα να το επικοινωνήσω ως έπρεπε. Η τρομερή για τους εξωγήινους δύνη για τον δικό μας υλικό κόσμο είναι ένα σκέτο απαλό αεράκι.

Link to comment
Share on other sites

Ευχαριστούμε από κοινού τα μέλη που μας διάβασαν και μας σχολίασαν. Και εγώ -» εσένα Ντίνο, που με έσπρωξες για το write off. Θα επανέλθω με μερικές απαντήσεις σε ερωτήσεις που έγιναν.

Link to comment
Share on other sites

Ευχαριστούμε από κοινού τα μέλη που μας διάβασαν και μας σχολίασαν. Και εγώ -» εσένα Ντίνο, που με έσπρωξες για το write off. Θα επανέλθω με μερικές απαντήσεις σε ερωτήσεις που έγιναν.

 

 

Και μερικά μέλη, περιμένουν να δεσμευτείτε, κύριε nikosal, να γράψετε και για τον ερχόμενο διαγωνισμό ε.φ.

Όπως καταλαβαίνεις, τώρα που σε ξαναβάλαμε στο παιχνίδι, έπεσε και η δεύτερη δημόσια πρόσκληση.:whistling:

 

Α, και συγχαρητήρια. :)

Link to comment
Share on other sites

Σε βλέπω, άρα υπάρχω

 

Δεν είχα βρει τίτλο όσο έγραφα, μου έδωσε όμως την ιδέα ο Drake και τον ευχαριστώ.

Αυτή η ψυχολογία που αποπνέει ότι "Σκέφτομαι, άρα υπάρχω (...)"

 

Για το διήγημα: Ομολογώ ότι η εισαγωγή του Oberon με δυσκόλεψε, νομίζω και τον Ντίνο (το συζητήσαμε). Αν μπείτε στη θέση μας θα καταλάβετε γιατί: Ένα τρένο σε ένα τούνελ και ένας ήρωας που το βλέπει να έρχεται και «είναι το τελευταίο που θυμάται»... Πώς συνεχίζεις από εκεί, όταν μάλιστα αυτό είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάται; Και -επιπλέον- πώς δημιουργείς ένα εφ διήγημα μπροστά σε ένα τρένο; Για 3-4 μέρες ήμουν στο κενό και σκεφτόμουν αρκετές ιδέες που δεν κολλούσαν, μέχρι που αξιοποίησα τους «καθρέπτες», μια από τις πολλές που έχω backup σε ένα συρταράκι (τις φυλάω εκεί για τις μέρες που θα έχω περισσότερο χρόνο). Η δυσκολία μου έδωσε περισσότερη χαρά όσο έγραφα και αυτό το οφείλω στον oberon! (thanks)

 

Και δυο λόγια για τις ερωτήσεις, τα σχόλια και τις αντιρρήσεις σας.

Έξι (!) από εσάς παραπονεθήκατε για το διαστημόπλοιο!

Mesmer Αυτό που μου έλειψε στην ιστορία ήταν το ΕΦ στοιχείο. Δηλαδή η άφιξη και η αναχώρηση ενός σκάφους που προκάλεσε την έναρξη του συμβάντος, αν κι είναι γεμάτη μυστήριο, δεν μου ήταν αρκετή. Θα ήθελα λίγες λεπτομέρειες παραπάνω.

Tiessa Η απαιτούμενη αποδοχή ότι όλα αυτά οφείλονται σ' ένα διαστημόπλοιο που επισκέφτηκε τον πλανήτη και μετά σηκώθηκε κι έφυγε έτσι στα γρήγορα, δεν ήρθε.

Big Fat Pig Κι εγώ δεν ψήθηκα καθόλου με το εξωγήινο διαστημόπλοιο. Απλά το κατάπια.

Deadend Η άφιξη του διαστημοπλοίου είναι προσχηματική

khar Φαντάζομαι ότι το διαστημόπλοιο μπήκε για να «γινει» το διήγημα ΕΦ, αν και μάλλον θα παραδεχτείς ότι δεν αρκεί αυτό και αδυνατίζει πολύ την ιστορία, αφού ο αναγνώστης περιμένει στη συνέχεια πολύ περισσότερες εξηγήσεις.

KELAINO Η αιτιολόγηση των συμβάντων (με την Επίσκεψη) με φαίνεται ανεπαρκής.

Χαχα για να συμφωνείτε όλοι μαζί, κάτι σημαίνει αυτό. Ωστόσο έχω και εγώ τις αντιρρήσεις μου. Σκεφτείτε: Υπήρχε κανένας πραγματικά πειστικός τρόπος να αυτονομηθούν τα είδωλά μας; Η άφιξη του διαστημοπλοίου, που μέσα στην οικονομία του διηγήματος δίνεται στο background, ανέτρεψε με ένα τρόπο που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τους νόμους (ή έστω, ένα συγκεκριμένο νόμο) της φύσης. Το έχουμε ξαναδεί: στο Roadside Picnic εξωγήινοι επισκέπτονται για ελάχιστο χρόνο έξι περιοχές της Γης, αλλάζοντας εκεί τους νόμους της φύσης. Και στο picnic η επίσκεψη είναι στο background (δεν μαθαίνουμε τίποτα απολύτως για τους εξωγήινους, ούτε έχουν σημασία...) και όλο το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται σε μια από τις περιοχές, γύρω από τα παράδοξα που έχει φέρει η «επίσκεψη».

Φυσικά δεν απαιτώ από τον αναγνώστη να πειστεί, δεν απαιτεί κανείς από τον αναγνώστη του οτιδήποτε. Το «καθήκον» το επωμίζεται ο συγγραφέας: να πείσει. Η Tiessa λέει Αν υπήρχε έστω και μια εξήγηση, ακόμα και η πιο κουφή και τραβηγμένη για το τι όντα ήταν αυτά και ποια σχέση είχαν με τα είδωλα του καθρέφτη, θα με είχε κερδίσει. Τι σχέση να έχουν δηλαδή; Συγνώμη, δεν μπορώ να σκεφτώ καμία, λογική, κουφή ή τραβηγμένη... Από την άλλη, οι Strugatsky όχι μόνο με έπεισαν, αλλά με γοήτευσαν κιόλας (αξιολόγησα το βιβλίο τους με 10). Προφανώς δεν τα κατάφερα... εξίσου με αυτούς (χα!)

Επόμενο σημείο:

και το τέλος παράλογο, δεν μπορεί να υπάρχουν τρένα.
μου φάνηκε ότι ο κόσμος θα πρέπει να παραείχε γίνει μπάχαλο για να υπάρχουν ακόμα τρένα.

Ο κόσμος καίγεται κυριολεκτικά, και τα τρένα λειτουργούν ακόμα; Αυτό με απασχόλησε όσο έγραφα και ίσως ως αναγνώστης να είχα κάνει ακριβώς την ίδια παρατήρηση. Υπάρχουν 3 διαφορετικές εξηγήσεις. Δεχτείτε όποια σας αρέσει.

(α) Από τη φύση τους, τα σιδηροδρομικά δίκτυα είναι καλά οργανωμένα. Εξακολουθούν να λειτουργούν όταν άλλα πράγματα έχουν καταρρεύσει και τα ίδια «πέφτουν» τελευταία. Την ιδέα μου την είχε καρφώσει στο μυαλό πριν πολλά πολλά χρόνια μια βιογραφία του Στάλιν από το Ντμίτρι Βολγκογκόνοφ. Στο απόγειο του τρόμου, όλα τα ανώτατα, κατόπιν τα ανώτερα στελέχη του κόμματος, του στρατού και του κράτους είχαν εκτελεστεί ή εξοριστεί, σε βαθμό να αναλαμβάνουν αξιώματα διαρκώς νεότεροι που και αυτοί πολύ σύντομα οδηγούνταν στα στρατοδικεία. Ο λαϊκός επίτροπος Συγκοινωνιών Ι. Β. Κοβαλιόφ είχε αφηγηθεί στο συγγραφέα:

Με διόρισαν το 1937 στη θέση του διευθυντή των Δυτικών Σιδηροδρόμων. Πήγα στο Μινσκ. Μπαίνω στη διεύθυνση κίνησης. Άδεια! Δεν υπήρχε κανείς να μου παραδώσει τη δουλειά. Ο προκάτοχός μου, Ρουσακόφ, είχε συλληφθεί και τον είχαν τουφεκίσει. Καλώ τους αναπληρωτές. Δεν υπάρχει κανείς. Ψάχνω τον ένα, τον άλλο - παντού φοβερή ησυχία. Λες και πέρασε σίφουνας. Μου προκάλεσε μάλιστα έκπληξη πώς τρένα κινούνταν ακόμα, ποιος διηύθυνε αυτή την τεράστια υπηρεσία.

Έχω 20 χρόνια να ανοίξω αυτό το βιβλίο, αλλά τώρα που έψαξα και βρήκα το απόσπασμα είδα ότι το είχα υπογραμμίσει. Τόση εντύπωση μου είχαν κάνει τα τρένα που κινούνταν στον «αυτόματο»...

(β) Όλοι στο Παρίσι γνωρίζουν για το τρένο που λειτουργεί ακόμα πέρα δώθε σε κάποιο σταθμό, για να εναποτίθενται εκεί οι καθρέπτες που κανείς δεν μπορεί εύκολα να σπάσει μόνος του.

(γ) Αν τέλος, νιώσατε έκπληξη που ένα τρένο λειτουργούσε ακόμα εκεί που στο κάτω κάτω υπήρχε γραμμή, σκεφτείτε την έκπληξη του coyote στη σκηνή που ακολουθεί!

http://www.filefactory.com/file/b51f4h1/n/clip.avi

Ακριβώς, that's all folks!

 

Κάποια σημεία ακόμα:

KELAINO Έχω κι ένα θέμα με την εισαγωγή. Βάζεις τον ήρωα να ξυπνάει από όνειρο αμέσως μετά την εισαγωγή, αυτό με προδιέθεσε αρνητικά κατά τη διάρκεια της πρώτης ανάγνωσης.

Η ιστορία ξεκινά από το τέλος, μπροστά στο τρένο. Η αφήγηση μας γυρνάει 4 μέρες πριν, όταν το είδωλο βρίσκει τον εαυτό του «φυλακισμένο» σε ένα κελί και ακολουθεί την πορεία της ξανά ως το σταθμό του τρένου. Ήταν επιλογή μου, με βάση τις δυσκολίες της εισαγωγής. Αλλά όταν βρήκα τη λύση, μου άρεσε και θα έγραφα ξανά το διήγημα έτσι, με την ίδια αρχή και τέλος. Αυτό απαντά και στο

Mesmer Αν δεν κάνω λάθος αποτελεί μνήμη του Μαξ, ο οποίος τρελάθηκε και αυτοκτόνησε στις γραμμές του ΜΕΤΡΟ, η οποία αναδύθηκε στο μυαλό του ειδώλου του.

Δεν συνέβη αυτό, ο Μαξ δεν ξέρουμε πού χάθηκε, είναι το είδωλο που οδηγείται υπό μάλης από τον άντρα που έχει γλιτώσει στις ράγες, προκειμένου να καταστραφεί.

 

Ακόμα:

Αν θέλει να το καταστρέψει γιατί δεν σπάει απλά τον καθρέφτη; (...) δεν χρειάζεται να τον πάει στο τρένο.
Ε, δεν είναι τόσο απλό. Δεν θέλει να σπάσει (σκοτώσει) κάτι που νιώθει ζωντανό, απέναντί του. Έχει ακούσει ότι υπάρχει ένας σταθμός που οι άνθρωποι αφήνουν τα είδωλα και μπαίνει στον κόπο, με όλα τα ρίσκα, να φτάσει ως εκεί. Νιώθει ότι ο θάνατος, αν πράγματι τα τρένα λειτουργούν (όπως άκουσε) θα είναι πιο αξιοπρεπής. Σκέψου το σταθμό ως ένα μεταθανάτιο μνημείο των ειδώλων.

 

Και ξανά ακόμα:

Πάντως, η ιδέα έχει πολύ ψωμί. Ας πούμε, τι θα γινόταν αν υπήρχαν παραπάνω από ένα είδωλα στον καθρέφτη; Μια κανονική παρέα ειδώλων;

Τα σκεφτόμουν αυτά όσο έγραφα. Το τι γίνεται όταν δύο είδωλα βρεθούν μαζί, το γράφω κάπου: Δεν... τα βρίσκουν. Επίσης, φανταζόμουν άλλη μια εκδοχή, κάποιον που μπαίνει σε ένα μαγαζί με καθρέπτες, οπότε δημιουργούνται ταυτόχρονα πέντε-δέκα είδωλα του ίδιου ανθρώπου, που μετά έχουν να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους. Τρίτη εκδοχή: Τι γίνεται όταν βάλουμε καθρέπτη απέναντι από ένα είδωλο; Όλα αυτά είναι ιδέες για διερεύνηση...

 

Για το φίλο khar:

Με βαριά καρδιά θα επιλέξω τη λογοτεχνική πληρότητα έναντι των εντυπωσιακών ιδεών.

Καλά... Δεν θέλαμε να σε σκάσουμε κιόλας!

 

Τέλος η πιο σημαντική ερώτηση:

Πες μου είναι σωστό να σε ψηφίσω γιατί είσαι πιο ωραίος, πιο φιγουρατζής και πιο διασκεδαστικός;

Με συγχωρείς, υπήρξαν και άλλα κριτήρια στους 8 που με ψήφισαν;

Edited by nikosal
Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #55 (DinoHajiyorgi vs nikosal)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

  • Upcoming Events

    • 1
      10 September 2022 04:00 PM
      Until 06:00 PM

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..