Jump to content

Write off #56 (Sonya vs Stanley)


Drake Ramore
 Share

  

20 members have voted

  1. 1. Μου άρεσε περισσότερο η ιστορία του/της:

    • Sonya
      10
    • Stanley
      10

This poll is closed to new votes


Recommended Posts

Ο αέρας φύσαγε ορφανός. Δεν μπορούσες να μυρίσεις το χώμα που συνήθως κουβαλούσε, ούτε τις μυρωδιές που κατέβαζε όταν ερχόταν απο το βουνό. Άρωμα φρούτων και πεύκων και καμιά φορά βροχής που τον συνόδευε στο ταξίδι του. Μυρωδιές ζωής. Τις σκόρπαγε στα στενά της πόλης και συνέχιζε τον δρόμο του.Η πόλη ντυμένη στα μαύρα περίμενε. Το γκρίζο σεντόνι απο σύννεφα που κάλυπτε τον ήλιο όλο και σκούραινε. Σύντομα θα είχε καλύψει όλη την πόλη βυθίζοντας την σε τρία μερόνυκτα σκότους. Η νύχτα της βεγγέρας ήταν κοντά. Η ώρα πλησίαζε.

 

Το μεγάλο σαλόνι του Αλέξη φωτιζόταν απο τα κούτσουρα που έγλυφαν οι κοκκινοκίτρινες φλόγες στο τζάκι. Έπαιζαν, χορεύοντας σαν μικρά παιδιά γύρω απο τα ξύλα, τυλίγοντας τα με την ζέστη τους πριν τα καταβροχθίσουν.

 

“Είναι η πρώτη σου φορά;” ρώτησε τον Αλέξη την στιγμή που έφερνε το τσάι. Οι κούπες κροτάλισαν στα πιατάκια τους, φάνηκε να ταλαντεύονται για λίγο, μα τελικά έμειναν στην θέση τους.

 

 

 

 

 

 

 

_______________________________________________

 

Υποβάλετε τα διηγήματα σας μέχρι το Σάββατο βράδυ 11:59:59

 

Το όριο λέξεων είναι εως και τις 3500 αλλά σαν καλός διοργανωτής μπορώ να δεχτώ κάποιες παραπάνω αρκεί να μην το παρακάνετε.

 

May the best writer win!

Link to comment
Share on other sites

  • Replies 66
  • Created
  • Last Reply

Top Posters In This Topic

  • Sonya

    6

  • Drake Ramore

    13

  • Stanley

    18

  • Big Fat Pig

    5

Όμορφη μα δύσκολη -για μένα, τουλάχιστον- εισαγωγή,με άρωμα από ελληνικό χωριό. Κάτι θα βρεθεί, δεν μπορεί. Αφήνει περιθώρια,όντως. Ευχαριστούμε,γιατρέ!

Link to comment
Share on other sites

Μια χαρά είναι η εισαγωγή, σε αντίθεση με τα νεύρα μου. Θα αρχίσω από αύριο...

Link to comment
Share on other sites

Ξεμπλόκαρα και η ιστορία προχωράει. Τίτλος;

 

 

Η Διαθήκη ενός Λιμασμένου

 

 

laugh.gif

Link to comment
Share on other sites

Ξεμπλόκαρα και η ιστορία προχωράει. Τίτλος;

 

 

Η Διαθήκη ενός Λιμασμένου

 

 

laugh.gif

 

Τέλεια!

 

 

Τρώγε Γράφε!

 

 

:tease:

Link to comment
Share on other sites

Ξεμπλόκαρα και η ιστορία προχωράει. Τίτλος;

 

 

Η Διαθήκη ενός Λιμασμένου

 

 

laugh.gif

 

Να υποθέσω ότι στη συνέχεια περιμένουμε την Άνοδο & Την Πτώση, Το Βίο Και Πολιτεία, Το Πορτρέτο, κλπ, έτσι; laugh.gif

Link to comment
Share on other sites

laugh.giflaugh.gif

 

Μην φάτε! (που λέει ο λόγος...). Πολύ ξενέρωτα πράγματα αυτήν τη φορά. Τα write off βγάζουν έξω τον

ρομαντικό

εαυτό μου, ρε γαμώτοchinese.gif

Link to comment
Share on other sites

Ε κακό είναι αυτό;

 

Ε,όταν γράφω ίσως είναι,γιατί παρασέρνομαι.Όπως και να έχει, προϋποθέτει ένα πιο λυρικό και φορτωμένο ύφος που θέλω να αποβάλω.

Link to comment
Share on other sites

Μόλις τρία εικοσιτετράωρα έμειναν για να μάθουμε...

Τι συμβαίνει στην πόλη;

Τι φέρνει το σκοτάδι;

Είναι η πρώτη φορά του Αλέξη;

3002416.jpg

Κρύβει η πόλη μυστικά...ή μηπως οι άνθρωποι;

Link to comment
Share on other sites

Εγώ την τέλειωσα την ιστορία και θα την ανεβάσω μάλλον Παρασκευή. Δυσκολεύτηκα πολύ και βγήκε ένα κράμα από τα πάντα. Τελικά, σαν ιστορία είμαι ικανοποιημένος, μένει να δω πώς θα είναι στα πλαίσια της εισαγωγής αυτή τη φορά.

Link to comment
Share on other sites

Κι εγώ μάλλον την Παρασκευή το βράδυ ή Σάββατο απόγευμα, θα εξαρτηθεί απ' την δουλειά (και την τσικνοπέμπτη και το αυριανό θέατρο και το demo του Dragon Age και και και... :Ρ)

 

 

Link to comment
Share on other sites

Να κάνουμε κι ένα πρόμο;

 

 

Η Επίθεση της Γιγαντιαίας Παντσέτας.

 

 

Σύντομα κοντά σας. Συνονόματη, σε περιμένω.

Link to comment
Share on other sites

Είμαι έτοιμος. Βασική απορία μου: σε αυτόν τον διαγωνισμό απαντάμε σε σχόλια πριν τελειώσει ή περιμένουμε; devil2.gif

Link to comment
Share on other sites

Πιστός στο ραντεβού μου, ορίστε η ιστορία. Είναι η μικρότερη συμμετοχή μου σε διαγωνισμό στο φόρουμ,καθώς δεν εξάντλησα τον αριθμό λέξεων(!!), για την ακρίβεια χρησιμοποίησα μόνο 3356. Η εισαγωγή του Γιατρού μας με δυσκόλεψε αλλά τελικά έβγαλε ένα περίεργο, για μένα, κράμα.

 

 

bonus, ένα

.

 

Ένας γέρος θεός στα μέσα του Μαρτίου

Ένας γέρος θεός.pdf

Edited by Stanley
Link to comment
Share on other sites

Υπενθυμίζω οτι ο σχολιασμός μπορεί να ξεκινήσει αφου ανέβουν και οι δύο ιστορίες.

Οι βιαστικοι (όπως εγώ) κρατήστε σημειώσεις σε ένα έγγραφο word.wink.gif

Link to comment
Share on other sites

Άντε, καμάρι μου, θέλουμε και να βγούμε! Να δώσουμε καμία παράταση, μήπως;fishing1.gif

Link to comment
Share on other sites

Όνομα συγγραφέα: Σόνια

Είδος: Φολκορικός Τρόμος

Σεξ: ναι

Βία: ναι

Λέξεις: 2261

Αυτοτελής: ναι

Σχόλια: Με κάθε επιφύλαξη, Τιέσσα... :Ρ

 

 

Φωτεινή

 

Ο αέρας φύσαγε ορφανός. Δεν μπορούσες να μυρίσεις το χώμα που συνήθως κουβαλούσε, ούτε τις μυρωδιές που κατέβαζε όταν ερχόταν από το βουνό. Άρωμα φρούτων και πεύκων και καμιά φορά βροχής που τον συνόδευε στο ταξίδι του. Μυρωδιές ζωής. Τις σκόρπαγε στα στενά της πόλης και συνέχιζε τον δρόμο του. Η πόλη ντυμένη στα μαύρα περίμενε. Το γκρίζο σεντόνι από σύννεφα που κάλυπτε τον ήλιο όλο και σκούραινε. Σύντομα θα είχε καλύψει όλη την πόλη βυθίζοντας την σε τρία μερόνυχτα σκότους. Η νύχτα της βεγγέρας ήταν κοντά. Η ώρα πλησίαζε.

Το μεγάλο σαλόνι του Αλέξη φωτιζόταν από τα κούτσουρα που έγλυφαν οι κοκκινοκίτρινες φλόγες στο τζάκι. Έπαιζαν, χορεύοντας σαν μικρά παιδιά γύρω από τα ξύλα, τυλίγοντας τα με την ζέστη τους πριν τα καταβροχθίσουν.

 

“Είναι η πρώτη σου φορά;” ρώτησε τον Αλέξη την στιγμή που έφερνε το τσάι. Οι κούπες κροτάλισαν στα πιατάκια τους, φάνηκε να ταλαντεύονται για λίγο, μα τελικά έμειναν στην θέση τους. Χαμογέλασε με σχεδόν ντροπαλά τα μελιά της μάτια, μάζεψε την φούστα της στα γόνατά της και κάθισε απέναντί του.

 

«Ναι, η πρώτη,» ψέλλισε ο Αλέξης κοκκινίζοντας. Δεν άντεξε το βλέμμα της για πολύ και χαμήλωσε το δικό του στα χέρια του που έσφιγγαν το ένα το άλλο.

 

«Πιες λίγο τσάι, θα σε χαλαρώσει,» γέλασε απαλά η Φωτεινή κι έφερε το φλιτζάνι της στα χείλη της.

Για μια στιγμή μόνο, τα μάτια της τον άφησαν κι επικεντρώθηκαν στην αχνιστή ευωδιά που έβγαινε απ’ την κούπα κι ο Αλέξης βρήκε ευκαιρία να λοξοκοιτάξει τον αυστηρό κότσο που ήταν πιασμένα τα καστανά της μαλλιά, τα μικρά μαργαριταρένια σκουλαρίκια στους λοβούς των αυτιών της, την άσπρη ζακετούλα με τον δαντελένιο γιακά που έκρυβε επιμελώς ένα πληθωρικό στήθος, την πράσινη φούστα που κάλυπτε ίσα ίσα τα γόνατα, τις λεπτές γάμπες που διασταυρώνονταν στους αστραγάλους και τα λευκά γοβάκια. Μια ανεπαίσθητη κίνηση του ποδιού της τον έκανε να αναψοκοκκινίσει ολόκληρος και το αίμα του συγκεντρώθηκε κάπου μακριά απ’ το μυαλό του. Έβρισε τον εαυτό του από μέσα του και βιάστηκε να πάρει κι εκείνος την κούπα με το τσάι του στα χέρια.

 

«Λοιπόν;» τον ρώτησε μετά από λίγο κι ένα πονηρό χαμόγελο παιχνίδισε στα μάτια της.

 

«Νομίζω ότι θα χρειαστώ πολύ περισσότερα από ένα τσάι για να χαλαρώσω απόψε,» μουρμούρισε εκείνος και το κελαρυστό της γέλιο δεν βοήθησε καθόλου τα τεντωμένα του νεύρα.

 

«Δυστυχώς δεν μπορώ να σε βοηθήσω σ’ αυτό,» είπε μετά από λίγο η Φωτεινή. Το βλέμμα της σοβάρεψε κι άφησε την κούπα με το τσάι στο πιατάκι της. Σηκώθηκε και σκάλισε την φωτιά με την ίδια άνεση που είχε φέρει το τσάι, λες και το σπίτι ήταν δικό της.

Δεν είναι δυνατόν αυτό το κοριτσόπουλο να έχει τη λύση στο σκοτάδι, σκέφτηκε για πολλοστή φορά ο Αλέξης. Όμως η Φωτεινή είχε μια ηρεμία κι αποφασιστικότητα στις κινήσεις της που τον αφόπλιζε. Δεν είναι δυνατόν να έχω εγώ τη λύση στο σκοτάδι, σκέφτηκε μετά κι αυτή η σκέψη τον έπεισε περισσότερο.

«Γιατί ήρθες;» δεν κράτησε άλλο την ερώτηση μέσα του, τώρα που το έντονο βλέμμα της ήταν απασχολημένο με τις φλόγες. Απ’ την στιγμή που είχε μπει μέσα, συμπεριφερόταν λες κι ήξερε τα πάντα, λες και τα πάντα ήταν φυσιολογικά κι εκείνος την είχε αφήσει να τον υπνωτίσει με την αυτοπεποίθησή της.

«Ξέρεις γιατί ήρθα, Αλέξη,» απάντησε κι η φωνή της ακούστηκε πιο βαριά, σα να μην ανήκε πια στο ντελικάτο πλάσμα με το παιχνιδιάρικο βλέμμα. Του φάνηκε πως, παρά το ζωήρεμα της φωτιάς, το δωμάτιο είχε κι αυτό σκοτεινιάσει. Ίσως να ήταν η ιδέα του. Ίσως να έφταιγε το...

«Ναι, ξέρω,» έδιωξε την σκέψη απ' το μυαλό του. «Ξέρω γιατί ήρθες γενικά, ξέρω τι ήρθες να πάρεις, αλλά δεν ξέρω γιατί νομίζεις πως εγώ μπορώ να σου το δώσω. Υπάρχουν άλλοι, πιο έμπειροι από εμένα. Οι σέκτες προσεύχονται σκίζοντας τα πρόσωπά τους με μαχαίρια κι επικαλούμενοι αίμα. Τουλάχιστον δύο γέροντες παινεύονται πως έχουν δώσει το αίμα, το σπέρμα και την ψυχή τους. Γιατί όχι σ' έναν απ' αυτούς; Γιατί εμένα;»

Η Φωτεινή γέλασε, λες κι είχε ακούσει το πιο αστείο πράγμα στον κόσμο. Έφερε ένα κομψό χεράκι μπροστά στο στόμα της και γέλασε με την ψυχή της. Άφησε την φωτιά που είχε ζωηρέψει για τα καλά και ξαναβολεύτηκε στον καναπέ, χωρίς να σταματήσει ούτε για μια στιγμή να γελάει.

«Είναι αξιοθαύμαστο το τι είναι ικανοί να πιστέψουν οι άνθρωποι. Σέρβιρέ τους ένα παραμύθι, κάν'το όσο πιο απίστευτο γίνεται, όσο πιο ακραίο μπορείς να φανταστείς και τους έχεις δικούς σου για πάντα. Θα σε πιστεύουν για θεό. Σέρβιρέ τους την αλήθεια και τους έχασες. Αυτή είναι η πραγματική βάση οποιασδήποτε θρησκείας, ξέρεις,» του έκλεισε συνωμοτικά το μάτι κι ήπιε μια γουλιά τσάι.

Ο Αλέξης σκέφτηκε λίγο τα όσα είχε ακούσει στην εκκλησία και ένιωσε κάτι να μην του κάθεται καλά, ωστόσο μουρμούρισε ένα πατερημών από μέσα του, για παν ενδεχόμενο.

«Δεν ήρθες να μιλήσουμε για την θρησκεία, ε;» της έκανε διστακτικά.

«Όχι. Η αφέλεια του καθενός είναι δικαίωμά του. Εγώ δεν ασχολούμαι με μύθους και θρύλους, αλλά με αλήθειες. Κι αυτά που... παινεύονται οι γέροντες δεν πλησιάζουν καν το φάσμα της αλήθειας. Κανείς ποτέ ούτε ζήτησε ούτε πήρε αίμα, σπέρμα ή ψυχή από αυτούς.»

«Τότε;» ρώτησε με σιγανή φωνή ο Αλέξης και τόλμησε να την ξανακοιτάξει ευθεία στα μάτια. «Γιατί ήρθες; Τι θέλεις; Αν όλα αυτά που ξέρουμε για το σκοτάδι είναι θρύλοι, τότε κι εσύ θρύλος δεν είσαι;»

«Θρύλος; Εγώ; Ξέρεις κανένα θρύλο με σάρκα και οστά να πίνει τσάι;» χαμογέλασε και, για του λόγου το αληθές, τίμησε την κούπα της με ακόμα μια γουλιά. «Είτε το πιστεύεις, είτε όχι, είτε σ’ αρέσει, είτε όχι, εσύ είσαι αυτός που μπορεί να μου δώσει αυτό που χρειάζομαι. Όχι εγώ, για να είμαστε ακριβείς, αλλά εσύ. Η πόλη σου, ο κόσμος σου. Εγώ το μόνο που θα κάνω, είναι να βοηθήσω, όπως βοηθάω πάντα.»

«Και τι θέλεις; Τίποτα δεν έρχεται χωρίς αντάλλαγμα,» προσπάθησε να κάνει την φωνή του σκληρή, αντρίκια, αλλά αυτό που βγήκε στο τέλος ήταν ένα σκούξιμο. Χρόνια είχε να νιώσει τόσο φόβο. Από τότε που ‘ταν μικρός κι η νόνα του τού ‘λεγε τις ιστορίες για τον βρυκόλακα και τον καλικάντζαρο για να φάει το φαγητό του. «Ο καλικάντζαρος, άμανες βρει φαγί στο πιάτο, θα ῤθει να το φάει. Γι αυτό να το τρώγεις όλο!»

«Δεν θέλω τίποτα που να μην είσαι πρόθυμος να μου δώσεις,» χαμογέλασε ξανά η Φωτεινή. «Είναι η πρώτη σου φορά, όπως μου είπες, γι αυτό και επιλέχθηκες. Είσαι αγνός απ’ όλες τις απόψεις. Δεν έχεις συναντήσει νύχτα, δεν έχεις συμμετάσχει ποτέ σε βεγγέρα. Δεν έχεις αγγίξει γυναίκα. Ούτε άντρα ή ζωντανό,» του ξανάκλεισε το μάτι, κάνοντάς τον να κοκκινίσει ακόμα περισσότερο. «Δεν έχεις ασχοληθεί με τα ψέματα της σέκτας και δεν έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου. Δεν είσαι ξερόλας. Αυτές είναι οι κάποιες απ’ τις αρετές που χρειάζονται για να επιλεγεί κάποιος.»

«Τι σόι αρετές είναι αυτές;» αγανάκτησε ο Αλέξης. «Τα παλικάρια τα σωστά πρέπει να έχουν τ’ αντίθετα. Έτσι λένε...»

«Οι θρύλοι;» τον διέκοψε γελώντας. «Ακόμα κι αυτή σου η αφέλεια, αρετή είναι.»

Για λίγη ώρα έμειναν κι οι δύο σιωπηλοί. Οι μόνοι ήχοι που κοσμούσαν το σαλονάκι ήταν το τρίξιμο του αέρα στα τζάμια και το τρίξιμο των ξύλων στην φωτιά. Η Φωτεινή είχε καθίσει αναπαυτικά στον καναπέ και περίμενε, όσο ο Αλέξης απασχολούσε το ένα του χέρι σφίγγοντάς το με το άλλο και κοιτούσε μεθοδικά τα παπούτσια του, μέχρι ν’ αποτυπώσει κάθε ίχνος σκόνης, βρώμας και φθοράς.

«Τι πρέπει να κάνω;» μουρμούρισε παραιτημένος μετά από λίγο.

Η Φωτεινή σηκώθηκε απ’ τον καναπέ και γονάτισε μπροστά στον Αλέξη, παίρνοντας τα απρόθυμα χέρια του στα δικά της.

«Σε λίγο θα ξεκινήσει η Βεγγέρα,» του είπε απαλά. «Απ’ το πιο βορινό σπίτι θα ξεκινήσουν οι φαμίλιες και θ’ αρχίσουν να κατεβαίνουν, μέχρι να συναντήσουν το σπίτι που θα γιάνει το φως και θα ξορκίσει το σκοτάδι. Αν το βρουν, θα στήσουν γλέντι τρικούβερτο μέχρι να ‘ρθει το πρωί, να βεβαιωθούν πως θα βγει ο ήλιος και μετά θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Αν δεν το βρουν, θα γυρίσουν άπραγοι και σε λίγες ώρες θα σφάζουν τα ζωντανά τους σαν θυσίες. Λες και το σκοτάδι θέλει τέτοιο αίμα για να φύγει.»

«Θέλει αίμα, όμως, δεν θέλει;» έκανε δειλά ο Αλέξης, προσπαθώντας να ελέγξει το δικό του αίμα που, στην επαφή με τα χέρια της Φωτεινής, είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα.

«Ναι,» του απάντησε απλά. «Αίμα για το αίμα που έχασε.»

«Πες μου,» της ζήτησε ικετεύοντάς την με το βλέμμα του, αλλά εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της.

«Θα μάθεις, αλλά η γνώση θα έρθει με άλλο τρόπο. Με ρώτησες τι πρέπει να κάνεις. Αυτό θα σου πω.»

Του είπε. Κοιτώντας τον σταθερά στα μάτια, του εξήγησε τι χρειαζόταν από εκείνον να κάνει. Εκείνη θα έκανε τα υπόλοιπα. Τι ήταν αυτά, δεν του είπε.

Ο Αλέξης δεν μπορούσε να το πιστέψει, δεν τολμούσε να το πιστέψει. Απ’ την στιγμή που η Φωτεινή είχε λύσει τον κότσο της κι είχε αφήσει τα χρυσοκάστανα μαλλιά να ξετυλιχτούν μέχρι ν’ αναπαυθούν στην μέση της σε παχιές μπούκλες, είχε χάσει κάθε έλεγχο. Δεν ήξερε τι να πρωτοκάνει, πού να την πρωταγγίξει. Πρόσωπο, στήθος, γλουτούς; Να την φιλήσει, να την δαγκώσει, να την χαϊδέψει; Την πασπάτευε με μανία, ευχόμενος να είχε δύο, τρία, τέσσερα ζευγάρια χέρια, στόματα και γλώσσες για να την χαρεί. Κι όταν εκείνη ξάπλωσε μ’ ορθάνοιχτα πόδια στο πάτωμα και τον οδήγησε στον κόλπο της, ο Αλέξης έχασε και την λίγη συνείδηση που του είχε απομείνει. Κουνιόταν με ταχύτητα, λες κι εξαρτιόταν όλη του η ύπαρξη απ’ αυτό. Η Φωτεινή μουρμούριζε στο αυτί του, αλλά δεν άκουγε τι. Σε κάθε ερώτηση που αντιλαμβανόταν, ‘ναι’ έλεγε. Ό,τι ήθελε εκείνη. Ό,τι ήθελε η μάγισσα, η πλανεύτρα, η νύφη του σκότους, η πόρνη του διαβόλου, όπως αλλιώς την έλεγαν, δεν τον ένοιαζε. Ας τον έτρωγε το σκοτάδι ζωντανό, ας έπαιρνε την ψυχή του κι ας την έκανε χίλια κομμάτια, του αρκούσε που ήταν μέσα της και γευόταν την σάρκα της.

Δεν άκουσε το χτύπημα στην πόρτα, ούτε τις φωνές. Είχε σταματήσει ν’ ακούει τον αέρα, την φωτιά, μέχρι και την ίδια του την καρδιά. Τ’ αυτιά του είχαν γεμίσει με το σάλιο της κι ένα απόκοσμο βουητό. Ήθελε να τελειώσει, κάθε στιγμή ένιωθε να φτάνει στην κορύφωση, όμως εκείνη δεν ερχόταν. Νόμιζε πως θα εκραγεί. Κι όλο μουρμούριζε η Φωτεινή από κάτω του κι αυτός έλεγε ‘ναι, ναι, ναι’.

Τα μάτια του ήταν κλειστά. Όλο και περισσότερο έμπαινε μέσα της. Τα κόκκαλά του έσπαζαν, καθώς τον ρουφούσε λίγο λίγο στο εσωτερικό της, όμως δεν ένιωθε τίποτα. Τα πόδια του είχαν εξαφανιστεί μέσα της και τα εσωτερικά του όργανα πολτοποιούνταν και γέμιζαν τα πάντα με μια κοκκινωπή γλίτσα, καθώς τα σπασμένα κόκκαλα τρυπούσαν το δέρμα του κι άνοιγαν διόδους για το εσωτερικό του. Ένιωθε μόνο να γλιστρά και καταριόταν που δεν ένιωθε πια τα χέρια του. Αλλά, ναι, είχε κατέβει πια και με το κεφάλι του «εκεί κάτω» που έλεγαν οι έμπειροι ότι αρέσει στις γυναίκες κι εκείνος κοκκίνιζε. Ω, ήταν μέσα της κι εκείνη βογγούσε και σπαρταρούσε κι έφτανε πια η στιγμή και για κείνον. Καθώς το κρανίο του έσκαζε με τις συσπάσεις του οργασμού της και το μυαλό του σκορπιζόταν σε μια γκριζωπή μάζα, ο Αλέξης έφτανε στην κορύφωση, μέσα της, μέσα της, πάντα και μόνο μέσα της.

Η πομπή έφτασε μέχρι το σπίτι του. Θορυβημένοι απ’ τους ήχους που ακούγονταν, οι συμπολίτες του Αλέξη έσπασαν την πόρτα κι άρχισαν να συνωστίζονται στο σαλόνι. Οι πρώτοι έκαναν αμέσως εμετό στο θέαμα που αντίκρυσαν κι αυτοί που ακολουθούσαν απέστρεψαν το βλέμμα απ’ την εικόνα και σκέπασαν τις μύτες με τα μαντίλια τους. Σιγά σιγά άρχισαν να παρατηρούν την φρίκη.

Στη μέση του πατώματος, μια μαύρη, κατάμαυρη μάζα σε σχήμα ανθρώπου, συσπώταν με μανία. Η κοιλιά της ήταν αφύσικα πρησμένη και ανάμεσα στα πόδια της, αίμα και σάρκες, εντόσθια και μυαλά τινάζονταν πέρα δώθε με κάθε σπασμό του κορμιού της, ραντίζοντας τα έπιπλα κι όσους στέκονταν πολύ κοντά. Η μάζα ούρλιαζε, μα έμοιαζε ν’απορροφά κάθε ήχο μέσα της, τόσο βίαια όσο ανάδινε μυρωδιές. Οι άνθρωποι είχαν μείνει ακίνητοι, τόσο σαγηνεμένοι κι αηδιασμένοι μαζί απ’ το θέαμα που ούτε την προσευχή τους δεν σκέφτονταν να κάνουν.

Η μάζα τεντώθηκε και τινάχτηκε μια τελευταία φορά και μετά έμεινε ακίνητη. Οι άνθρωποι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κι άρχισαν να ψιθυρίζουν φοβισμένα, μέχρι που ένας παρατήρησε πως η μάζα είχε αρχίσει να κινείται και πάλι και την έδειξε με το δάχτυλο, γουρλώνοντας τα μάτια. Η πρησμένη κοιλιά σάλευε. Κάτι βρισκόταν εκεί μέσα και πάλευε να ελευθερωθεί. Ένα χέρι καλυμμένο με αίμα και βλέννα πρόβαλε ανάμεσα απ’ τα πόδια της μάζας και μετά άλλο ένα. Τα δύο χέρια σύρθηκαν στο πάτωμα, ανάμεσα απ’ τα σκορπισμένα εντόσθια. Σιγά σιγά, ξεπρόβαλαν τα μπράτσα και μετά το κεφάλι. Ένας ήχος υγρού σκισίματος ακούστηκε κι η κοιλιά της μάζας εξερράγη, τινάζοντας ανθρώπινα υγρά παντού. Ακούστηκαν ουρλιαχτά κι ήχοι από ακόμα περισσότερους που άδειαζαν βίαια το περιεχόμενο του στομαχιού τους.

Η μορφή στεκόταν γυμνή και γεμάτη αίματα στο κέντρο του σαλονιού. Στην θέα της, ακόμα κι οι πιο αηδιασμένοι έβγαλαν ένα επιφώνημα λατρείας κι έπεσαν στα γόνατα. Στολισμένη με το αίμα της θυσίας, η Φωτεινή έλαμπε κατακόκκινη.

«Έδωσε;» φώναξαν οι πιστοί καθώς σέρνονταν στο πάτωμα, μἐσα στο αίμα.

«Έδωσε. Αίμα, ψυχή και σπέρμα να πάρει το κρίμα σας. Αίμα για το αίμα που χάθηκε, θυσία για τον φόνο κι ένα καινούργιο τέκνο για το σκοτάδι.»

«Έλαβες;» ξαναφώναξαν.

«Έλαβα. Αποδοχή, επιθυμία, λατρεία,» απάντησε εκείνη.

«Έφερες;»

«Έφερα δικαιοσύνη. Έφερα λύτρωση. Έφερα το Φως.»

Ανάμεσα στους γονατισμένους ανθρώπους, η Φωτεινή περπάτησε λικνιστικά, ενώ η σκιά της γλίστρισε απ’ το πάτωμα και την ακολούθησε σερνάμενη. Κανείς δεν σήκωσε το βλέμμα να την δει να φεύγει, μα όλοι γνώριζαν πως το σκοτάδι είχε πάρει αυτό που επιθυμούσε και το πρωί ο ήλιος θ’ανέτειλε ξανά.

 

Edited by Sonya
Link to comment
Share on other sites

Παρακαλώ έναν μοδεράτορα να ανοίξει το Poll.

 

Οι αναγνώστες μπορούν να σχολιάζουν και να ψηφίζουν εως και το βράδυ (11:59:59) του επόμενου Σαββάτου.

 

Καλή ανάγνωση στα μέλη και καλή επιτυχία στους διαγωνιζόμενους!

Edited by Drake Ramore
Link to comment
Share on other sites

Μπορώ να εγκαινιάσω; Ένα πρώτο μικρό, και πιθανόν περιττό, σχόλιο είναι το πώς "διάβασαν", τελείως διαφορετικά ο καθένας, την σκηνή του Drake οι ξιφομονομάχοι. mf_sherlock.gif

 

Θα επανέλθω φυσικά.

Link to comment
Share on other sites

Μπορώ να εγκαινιάσω; Ένα πρώτο μικρό, και πιθανόν περιττό, σχόλιο είναι το πώς "διάβασαν", τελείως διαφορετικά ο καθένας, την σκηνή του Drake οι ξιφομονομάχοι. mf_sherlock.gif

Εγώ κόλλησα σε αυτό:

“Είναι η πρώτη σου φορά;” ρώτησε τον Αλέξη την στιγμή που έφερνε το τσάι.

 

Ποιος φέρνει το τσάι; Αυτός που κάνει την ερώτηση, ή ο Αλέξης; Οι δύο συγγραφείς έχουν διαφορετική άποψη.

 

Όσο για την ερώτηση την ίδια... χαλάει την ιστορία που σκέφτηκε ο Stanley, και μας κάνει ένα "στρίβειν κλέφτικα" το οποίο πετυχαίνει άραγε; Χμμμ...

Link to comment
Share on other sites

 

Εγώ κόλλησα σε αυτό:

“Είναι η πρώτη σου φορά;” ρώτησε τον Αλέξη την στιγμή που έφερνε το τσάι.

 

Ποιος φέρνει το τσάι; Αυτός που κάνει την ερώτηση, ή ο Αλέξης; Οι δύο συγγραφείς έχουν διαφορετική άποψη.

 

Όσο για την ερώτηση την ίδια... χαλάει την ιστορία που σκέφτηκε ο Stanley, και μας κάνει ένα "στρίβειν κλέφτικα" το οποίο πετυχαίνει άραγε; Χμμμ...

 

Νομίζω οτι αυτό το ερώτημα απαντιέται εύκολα απο την επόμενη πρόταση που ακολουθεί:

 

 

 

“Είναι η πρώτη σου φορά;” ρώτησε τον Αλέξη την στιγμή που έφερνε το τσάι.Οι κούπες κροτάλισαν στα πιατάκια τους, φάνηκε να ταλαντεύονται για λίγο, μα τελικά έμειναν στην θέση τους.

Αυτός που έκανε την ερώτηση προξένησε εκνευρισμό σε αυτόν που μετέφερε το τσάι με αποτέλεσμα να χοροπηδήσουν οι κουπες στα πιατάκια τους.

τουλάχιστον αυτό είχα στο μυαλό μου όταν έδινα την εισαγωγή...

Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #56 (Sonya vs Stanley)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share


  • Upcoming Events

    • 1
      10 September 2022 04:00 PM
      Until 06:00 PM

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..