Jump to content

Write off #59 (Tattoman vs Deus Misereatur)


Cassandra Gotha
 Share

  

9 members have voted

  1. 1. Ποια ιστορία σας άρεσε περισσότερο;

    • Η Μελωδία
      5
    • Πτώση σε Γυάλινο Κουτί
      4

This poll is closed to new votes


Recommended Posts

Δύο κύριοι, ο Tattoman και ο Deus Misereatur, μου έκαναν την τιμή να δεχτούν εισαγωγή μου για έναν αγώνα write-off. Ελπίζω να μην τους απογοητεύσω, προσπάθησα να την κρατήσω απλή και ανοιχτή για όσο μυστήριο τραβάει η όρεξή τους.

 

Ανεβάστε τις ιστορίες σας μέχρι τα μεσάνυχτα της επόμενης Δευτέρας, και την Τρίτη 20 Ιουνίου θα προστεθεί το poll, που θα παραμείνει ανοιχτό μέχρι ... θα δούμε. :)

Έχετε όρια 2000 έως 3500 λέξεις μαζί με την εισαγωγή. Καλή έμπνευση!

______________________________________________

 

Το όραμα που μόλις τον είχε ρίξει στα γόνατα τελείωσε, και ο μάγος έκλεισε τα μάτια του εξουθενωμένος. Το μαχαίρι του ήταν ακόμα ζεστό. Οι μορφές ήταν ακόμη ανιχνεύσιμες στις σκιές, στα τοιχώματα γύρω του, αλλά δεν τους έδινε σημασία. Αερικά, τα ήξερε καλά. Έφευγαν όταν τα πράγματα δυσκόλευαν. Ήταν μόνος του.

 

Κάθισε λίγο έτσι, μέχρι να ανακτήσει την αναπνοή του, και όσο προσπαθούσε τόσο καταλάβαινε πως ο αέρας δεν του αρκούσε. Επιχείρησε να σηκωθεί, αλλά το αίμα απομακρύνθηκε γρήγορα απ' το κεφάλι του προειδοποιώντας τον να το ξανασκεφτεί. Έβαλε το μαχαίρι πίσω στην μπότα του και ξεκίνησε να σέρνεται προς τον πύργο, αλλά το να ανηφορίζει στα τέσσερα αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο απ' ό,τι περίμενε. Το παντελόνι του είχε σκιστεί και το τραχύ πάτωμα του διαδρόμου τού έτρωγε τα γόνατα. Σε λίγο το αίμα του σημάδευε τη διαδρομή, αλλά δεν καταλάβαινε πια και πολλά. Ένα είχε στο μυαλό του, ασθμαίνοντας για φρέσκο αέρα: ουρανός. Έπρεπε να δει πάλι τον ουρανό, έπρεπε να δει...

 

 

 

 

Λίγο πριν λιποθυμήσει, μια βαριά σκέψη τον χτύπησε.

 

“Ο Λέριαν, ο Λέριαν είναι Αυτός. Ο Λέριαν θα μας οδηγήσει στην Άρμα!”

 

Το τίποτα ήρθε σπλαχνικά να τον σκεπάσει, κι έτσι δεν πρόλαβε να ανησυχήσει με την ανακάλυψή του.

 

**

 

edit: Αλλαγή της ημερομηνίας υποβολής διηγημάτων

Edited by Cassandra Gotha
Link to comment
Share on other sites

Δεν μπορούσες να μην βάλεις και λίγο ε.φ έ??:hmm:. Ωραία είναι η εισαγωγή και έχει αρκετά καλά στοιχεία που μπορούν να χρησημοποιηθούν. Αυτό το Λεριάν θα μας οδηγήσει στην Άρμα τι ήθελες και το έβαλες....

Ξεκεινάω το γράψημο για την πρώτη ιστορία μου αυτού του είδους.

Link to comment
Share on other sites

Μου ήρθε μια ιδέα. Αρχίζω να γράφω! biggrin.gif

 

Edit: Επίσης λέω σε αυτό το διαγωνισμό, να ανεβάσουμε τις ιστορίες μας στις βιβλιοθήκες, όπου θα βάλουν link από εδώ για εκεί, αλλά και από εκεί για εδώ...

Edited by Deus Misereatur
Link to comment
Share on other sites

Κοίτα τελικά που θα το χρησημοποιήσω για καλό το στοιχείο της ε.φ. Μου ήρθε και εμένα μια καλή ιδέα η οποία όμως θέλει δουλειά...στρώνωμαι...

Edited by Tattoman
Link to comment
Share on other sites

Γκλουπ! :dazzled: Πού το είδες το ΕΦ στοιχείο;

Η Άρμα μπορεί να είναι χίλια δυο πράγματα εκτός από... πλανήτη, έλεος βρε Τάτο! :lol:

 

Αλλά βλέπω ότι και οι δύο έχετε ιδέες, οπότε όλα καλά!

Link to comment
Share on other sites

Το τελείωσα κι όλας! Αλλά έχει πολλά κενά και σηκώνει πάρα πολλές διορθώσεις...

 

Για να δούμε...

Link to comment
Share on other sites

Γκλουπ! :dazzled: Πού το είδες το ΕΦ στοιχείο;

Η Άρμα μπορεί να είναι χίλια δυο πράγματα εκτός από... πλανήτη, έλεος βρε Τάτο! :lol:

Και στη Βίβλο φλεγόμενα άρματα βλέπανε στον ουρανό. Μετά ήρθε ο Ντένκεν και είδες τι έγινε. :p

Link to comment
Share on other sites

Θα παρακολουθήσω το Write-Off γιατί μού άρεσε η εισαγωγή της Άννας, και περιμένω να δω πως θα το εκμεταλλευτείτε.

ΑΛΛΑ:

Ο Λέριαν θα μας οδηγήσει στην Άρμα!

Γι αυτό και μόνο Άννα, έτσι και ήμουν στη θέση των διαγωνιζομένων, θα σου είχα σύρει χίλιους αγίους. Τι τον θες, και τον Λέριαν και την Άρμα βρε; Περιπλέκεις τα πράγματα όσο δεν πάει :p

Aυτό βέβαια δεν είναι απαραιτήτως κακό. Ίσως να λειτουργήσει και προς όφελος των συγγραφέων! Σου δίνει μια άλφα ιδέα, απ' το να κάθεσαι να ψάχνεσαι.

Now, waitin'...

Link to comment
Share on other sites

Ωραία εισαγωγή, φτάνει να την εκμεταλλευτείτε σωστά!

Link to comment
Share on other sites

Γκλουπ! :dazzled: Πού το είδες το ΕΦ στοιχείο;

Η Άρμα μπορεί να είναι χίλια δυο πράγματα εκτός από... πλανήτη, έλεος βρε Τάτο! :lol:

 

Αλλά βλέπω ότι και οι δύο έχετε ιδέες, οπότε όλα καλά!

 

εεε....ξέρεις τα μπερδεύω λίγο αυτά!! :blush: Ενοούσα πως τελικά έβαλες επικό στοιχείο...στηλ άρχοντα...αλλά anyway μου βγήκε σε καλό

Link to comment
Share on other sites

Τι γίνεται σε αυτό το ερημονήσι.... Μέχρι αύριο παραδήδουμε ιστορίες....Deus είσαι οκ με τον χρόνο?

Link to comment
Share on other sites

Έτσι, να βλέπω κίνηση. :good: (Μην νομίζετε ότι σας ξέχασα).

Link to comment
Share on other sites

Τελικά ίσως χρειαστώ μία μικρή παράταση ως αύριο (Δευτέρα) τα μεσάνυχτα... Νόμιζα ότι θα το τελείωνα σήμερα, αλλά έχω να πάω σε βαφτίσια. Αν δεν γίνεται θα το ανεβάσω ως έχει.

Link to comment
Share on other sites

Εγώ δεν έχω πρόβλημα γιατί και εγώ θα το ανεβαζα τελευταια στηγμή σήμερα.....άμα γίνεται από τους κανονισμούς και άμα συμφωνεί και η cassandra....

Edited by Tattoman
Link to comment
Share on other sites

Η Cassandra έκανε edit στο πρώτο post. ;-) Μέχρι αύριο τα μεσάνυχτα ανεβάζετε τις ιστορίες σας.

Link to comment
Share on other sites

Ωραία εισαγωγή όχι μόνο για διήγημα αλλά και για ολόκληρο μυθιστόρημα και φυσικά για φαντασίας. Το όνομα Άρμα εγώ το πήρα για πρόσωπο, μια και έλεγε "στην" .

Καλή επιτυχία στους δυο μονομάχους.

Link to comment
Share on other sites

Ορίστε η ιστορία μου.....2.500 λέξεις περίπου.

 

Η Μελωδία

 

 

post-2440-0-62817000-1308588905_thumb.jpeg

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το όραμα που μόλις τον είχε ρίξει στα γόνατα τελείωσε, και ο μάγος έκλεισε τα μάτια του εξουθενωμένος. Το μαχαίρι του ήταν ακόμα ζεστό. Οι μορφές ήταν ακόμη ανιχνεύσιμες στις σκιές, στα τοιχώματα γύρω του, αλλά δεν τους έδινε σημασία. Αερικά, τα ήξερε καλά. Έφευγαν όταν τα πράγματα δυσκόλευαν. Ήταν μόνος του.

 

Κάθισε λίγο έτσι, μέχρι να ανακτήσει την αναπνοή του, και όσο προσπαθούσε τόσο καταλάβαινε πως ο αέρας δεν του αρκούσε. Επιχείρησε να σηκωθεί, αλλά το αίμα απομακρύνθηκε γρήγορα απ' το κεφάλι του προειδοποιώντας τον να το ξανασκεφτεί. Έβαλε το μαχαίρι πίσω στην μπότα του και ξεκίνησε να σέρνεται προς τον πύργο, αλλά το να ανηφορίζει στα τέσσερα αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο απ' ό,τι περίμενε. Το παντελόνι του είχε σκιστεί και το τραχύ πάτωμα του διαδρόμου τού έτρωγε τα γόνατα. Σε λίγο το αίμα του σημάδευε τη διαδρομή, αλλά δεν καταλάβαινε πια και πολλά. Ένα είχε στο μυαλό του, ασθμαίνοντας για φρέσκο αέρα: ουρανός. Έπρεπε να δει πάλι τον ουρανό, έπρεπε να δει...

 

 

 

 

Λίγο πριν λιποθυμήσει, μια βαριά σκέψη τον χτύπησε.

 

“Ο Λέριαν, ο Λέριαν είναι Αυτός. Ο Λέριαν θα μας οδηγήσει στην Άρμα!”

 

Το τίποτα ήρθε σπλαχνικά να τον σκεπάσει, κι έτσι δεν πρόλαβε να ανησυχήσει με την ανακάλυψή του.

 

 

 

 

 

***

 

 

 

 

 

Το πνιχτό σκοτάδι είχε φωλιάσει στην Ισπανική πόλη Αλμπατέρα. Η απωθητική οσμή των πτωμάτων αιωρούνταν ακόμα στην ατμόσφαιρα, κλέβοντας τον ύπνο από τα γεράκια. Η μυρωδιά της σαπίλας τύλιγε τα πετρόχτιστα σπίτια. Τίποτα δεν σάλευε στους δρόμους. Τα σφραγισμένα πατζούρια έτριζαν από τις ριπές του ανέμου που μετέφεραν τις σταγόνες της βροχής. Τα νεκρά δέντρα σάλευαν νωχελικά σαν σκελετωμένες σιλουέτες. Κάποια απομεινάρια της χθεσινής σύγκρουσης σχημάτιζαν έναν σωρό από δυσδιάκριτες φιγούρες. Εκείνη την νύχτα η πόλη της Αλμπατέρα έμοιαζε καταραμένη.

 

Σε ένα σημείο της πόλης, εκεί που ήταν στημένο το αρχηγείο των Δημοκρατικών, μια σκηνή φώτιζε μέσα στο σκοτάδι σαν πυγολαμπίδα. Στο εσωτερικό της ο αρχηγός του τάγματος βημάτιζε πάνω κάτω έχοντας προσηλωμένο το βλέμμα του στην κομμένη σελίδα που κρατούσε. Παραπεταμένο επάνω στο κρεβάτι ένα ημερολόγιο φωτίζονταν από το ασθενικό φως του φαναριού. Η βροχή που μαστίγωνε το πανί της σκηνής δημιουργούσε έναν ενοχλητικό ήχο. Όμως εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν ήταν αρκετό για να αποσπάσει την προσοχή του Λέριαν. Οι θαρρείς μαγεμένες κόρες των ματιών του σάρωναν ξανά και ξανά τις αράδες του κιτρινισμένου χαρτιού αδυνατώντας να βγάλουν νόημα.

 

 

«Θαρρείς κουβαλώντας τις μνήμες και τους πόθους των ανθρώπων μας

 

Θαρρείς λυτρώνοντας τις ψυχές μας, η μελωδία αυτή δίνει σάρκα και οστά στον κόσμο της επιθυμίας μας. Εγκλωβισμένη μέσα στα ξύλινα παραθύρια της,

 

Καρτερεί ένα και μόνο άγγιγμα για να πλάσει την ομοίωση του πόθου μας

 

Τον λαβύρινθο της τσακισμένης μας ψυχής.»

 

 

 

 

Οι χαρακτήρες του μηνύματος περιστρέφονταν στο μυαλό του αδυνατώντας να αποκτήσουν μια συνολική μορφή. Αναμφίβολα ο μάγος κάτι ήθελε να του πει. Είχε αφήσει την σκισμένη αυτή σελίδα μαζί με το ημερολόγιο επάνω στο γραφείο του και έπειτα εξαφανίστηκε από την κοινωνία τους. Ο μάγος δεν έδειχνε αλλόκοτο άτομο. Ήταν ένας απλός πολίτης της Αλμπατέρα που καρτερούσε την ελευθερία. Συλλογίστηκε αν θα μπορούσε να του έχει εμπιστοσύνη. Η προσωπικότητα του δεν χαρακτηρίζονταν από σοβαρές ιδιομορφίες και δεισιδαιμονίες. Αντιθέτως κρύβονταν μέσα στους φυσιολογικούς κατοίκους σαν να ήταν όμοιος τους. Μόνο ο Λέριαν γνώριζε τις ικανότητες που του χάριζαν τον τίτλο του μάγου. Η δυνατότητα να οραματίζεται είχε απέβη καθοριστική στον πόλεμο εναντίον του Φράνκο.

 

Ο νεαρός επαναστάτης κατευθύνθηκε μέχρι το κρεβάτι και αφού πήρε στα χέρια του το ημερολόγιο άρχισε να το ξεφυλλίζει. Στις κιτρινισμένες σελίδες του ήταν αποτυπωμένα διάφορα πράγματα, ανάμεσα τους σκέψεις, αναμνήσεις και σκίτσα του μάγου. Μια σελίδα τράβηξε την προσοχή του Λέριαν.

 

 

 

 

 

 

Αrma Οι κάτοικοι της πλέον έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητας μου. Οι σιωπηλές μορφές τους μου κρατούν συντροφιά σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς. Φαίνονται αλλόκοτα πλάσματα, σκοτεινές προσωπικότητες που δημιουργήθηκαν στα έγκατα της γης. Την φρικιαστική μορφή τους συνοδεύει μια αφέλεια. Κάτι το οποίο αδυνατώ να εξηγήσω. Ένα αίσθημα ευγένειας με έλκει κάθε φορά που με συντροφεύουν. Πρόσφατα είδα έναν από αυτούς να μου γνέφει χαμογελώντας. Ελπίζω να μην φύγουν ποτέ. Είναι το μόνο πράγμα που έχω τώρα πια.

 

 

 

Έκλεισε το βιβλίο προσεκτικά. Αισθάνονταν πολύ κουρασμένος για να σκεφτεί. Η επιρροή της χθεσινής σύγκρουσης άρχισε να αναδεικνύεται στο σώμα του. Τα ταλαιπωρημένα μέλη του βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Οι μυς έφλεγαν την σάρκα του. Ο πόνος παρέλυε την σκέψη του. Χρειάζονταν ανάπαυση. Πήρε την σκισμένη σελίδα και την τοποθέτησε μέσα στην κρυφή τσέπη που είχε ράψει στο δέρμα του. Δεν άλλαξε ρούχα, απλά έσβησε το σκουριασμένο φαναράκι με ένα φύσημα και έπεσε στο κρεβάτι. Αποκοιμήθηκε μέσα σε δυο λεπτά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι φρικιαστικές κραυγές τρύπωναν μέσα στα αφτιά του. Το τρεμάμενο φως από τις φλόγες τσουρούφλιζε τα μάτια του. Το κορμί του σπάραζε στο άκουσμα των πολύβουων τσιρίδων. Ο Λέριαν ανακάθισε τρομαγμένος στο κρεβάτι του. Το ζωηρό φως της φωτιάς έπαιζε στο καραβόπανο της σκηνής. Σηκώθηκε ταραγμένος και έτρεξε προς την έξοδο της σκηνής. Ένα φευγαλέο βλέμμα ήταν αρκετό για να του προκαλέσει πανικό.

 

Απελπισμένοι άνθρωποι έτρεχαν στους λιθόστρωτους δρόμους της πόλης. Παραμορφωμένα πρόσωπα γυάλιζαν στην θέα της πύρινης λαίλαπας. Ο στρατός του Φράνκο είχε εισχωρήσει σε κάθε σημείο της πόλης. Οι σκουρόχρωμες στολές είχανε πνίξει κάθε διέξοδο. Ολόκληρη η Αλμπατέρα είχε τυλιχτεί στις φλόγες.

 

Ο Λέριαν έτρεξε και πάλι μέσα στην σκηνή. Κοίταξε πάνω στο κρεβάτι. Το ημερολόγιο έλειπε. Δεν μπορεί! Κάποιος είχε μπει μέσα. Έσκυψε και άνοιξε το συρτάρι. Έπειτα ψαχούλεψε στην εσοχή. Για ένα διάστημα άγγιζε την τραχιά επιφάνεια του ξύλου, όταν το χέρι του ήρθε σε επαφή με κάτι ανώμαλο. Δεν ήταν τα όπλα που είχε τοποθετήσει εχθές. Έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στην είσοδο και τράβηξε το αντικείμενο. Το μετέφερε μέχρι το τραπέζι και το ακούμπησε επάνω. Έμεινε να το κοιτάζει με σμιγμένα τα φρύδια γεμάτα απορία.

 

Ένα ξύλινο μουσικό κουτί, τυλιγμένο με δερμάτινα φύλλα και στραγγισμένο με μια μικρή ασημένια αλυσίδα. Οι ραφές του το τύλιγαν και τέσσερα μπρούτζινα κουμπιά το σφράγιζαν στις άκρες. Ο Λέριαν θαρρείς μαγεμένος από την εκθαμβωτική ομορφιά του δεν σάλεψε. Άκουγε τον όχλο του πολέμου έχοντας γυρισμένη την πλάτη στην είσοδο της σκηνής. Αν είχε αυτή την επιλογή θα έμενε για πάντα εκεί να το κοιτάζει. Η μαγική αυτή στιγμή δεν κράτησε για πολύ.

 

Άκουσε βήματα πίσω του. Άρπαξε το μικρό κουτί και το έκρυψε μέσα στο παντελόνι του. Την επόμενη στιγμή κάτι μαύρο κάλυψε το πρόσωπό του και έπεσε στα γόνατα ζαλισμένος. Τον έδεσαν και τον χτύπησαν στο κεφάλι κάνοντας τον να πέσει κάτω λιπόθυμο. Αργά και βασανιστικά οι αισθήσεις του τον εγκατέλειψαν, έχοντας στην ματωμένη μύτη του την μυρωδιά του υφάσματος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μια ακτίνα φωτός εισέρχονταν μέσα στο δώμα και διαχέονταν στο πάτωμα του κελιού. Η οσμή του ιδρώτα κατέκλυζε το δώμα καθώς αρκετοί δημοκρατικοί ήταν κλεισμένοι μέσα από τα κάγκελα. Οι φωνές είχαν πάψει εδώ και αρκετή ώρα, το μόνο που ακούγονταν τώρα ήταν το σύρσιμο των ποντικών. Οι περισσότεροι αιχμάλωτοι ήταν ξαπλωμένοι και συνομιλούσαν σιγανά ή κοιμόντουσαν. Το κελί φρουρούνταν από δυο ένστολους που χασκογελούσαν κοροϊδεύοντας μπροστά από τα σίδερα.

 

Ο Λέριαν ακόμα δεν είχε συνέλθει τελείως από το χτύπημα. Το κεφάλι του βούιζε και αίμα ανάβλυζε από μια βαθιά ουλή δίπλα από το μάτι. Είχε την πλάτη του ακουμπισμένη στον τοίχο και χάζευε την ακτίνα φωτός στο πάτωμα. Τα πράγματα είχαν πάρει μια τελείως απρόσμενη τροπή. Η ξαφνική επίθεση του Φράνκο τους είχε βρει απροετοίμαστους. Οι περισσότεροι κάτοικοι της Αλμπατέρα είχαν φυλακιστεί μερικοί εκ των οποίων είχαν σκοτωθεί. Ο ίδιος δεν ενοχλούνταν τόσο στην ιδέα πως μπορεί να πέθαινε, όσο στην όψη των ταλαιπωρημένων συμπολιτών του. Τον έτρωγε η ιδέα ότι η πόλη παραδόθηκε ενώ αυτός κοιμόταν βυθισμένος στην απάθεια. Ολόκληρες οικογένειες είχαν διαλυθεί εξαιτίας του.

 

Βλαστήμησε νευριασμένος και έκανε να σηκωθεί. Σταμάτησε όταν αισθάνθηκε βάρος στο ένα του πόδι. Έσμιξε γεμάτος περιέργεια τα φρύδια του και έχωσε το χέρι βαθιά μέσα στο παντελόνι του. Η μυστική τσέπη. Η ιδιοτροπία αυτή στα παντελόνια του αποτελούσε δικιά του μέριμνα, σε περίπτωση που πιάνονταν αιχμάλωτος. Για καλή του τύχη δεν τον είχαν ψάξει ακόμα. Πιθανώς μέσα στην αναμπουμπούλα να μην είχαν προσέξει το ελαφρώς εξογκωμένο σημείο στο πόδι του. Έβγαλε το χέρι του και το βλέμμα του φωτίστηκε από την έκπληξη. Προχώρησε βιαστικά σε μια γωνία του δωματίου και κάθισε οκλαδόν έχοντας το πρόσωπο στον γκρίζο τοίχο.

 

Το μουσικό κουτί! Έτσι όπως φαίνονταν μέσα στο σκοτάδι, εξέπεμπε μια γαλάζια αύρα. Κύματα περιστρέφονταν ανέμελα τυλίγοντας το ξύλο του κουτιού. Αστραφτερές σκόνες γυάλιζαν σαν ασημένιοι κόκκοι άμμου. Οι κόρες των ματιών εστίαζαν θαρρείς μαγεμένες. Έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στους συγκρατούμενους του. Κανείς δεν είχε προσέξει το στιλπνό φως, όλοι ήταν βυθισμένοι στην απελπισία.

 

Ξαφνικά θυμήθηκε την κομμένη σελίδα που είχε τοποθετήσει στην εσωτερική τσέπη του παντελονιού του. Βύθισε το χέρι μέσα του και τράβηξε την σελίδα του ημερολογίου. Διάβασε ξανά τον γρίφο.

 

 

 

«Θαρρείς κουβαλώντας τις μνήμες και τους πόθους των ανθρώπων μας

 

Θαρρείς λυτρώνοντας τις ψυχές μας, η μελωδία αυτή δίνει σάρκα και οστά στον κόσμο της επιθυμίας μας. Εγκλωβισμένη μέσα στα ξύλινα παραθύρια της,

 

Καρτερεί ένα και μόνο άγγιγμα για να πλάσει την ομοίωση του πόθου μας

 

Τον λαβύρινθο της τσακισμένης μας ψυχής.»

 

 

Ήταν προφανές πως ο μάγος ήθελε να τον οδηγήσει κάπου. Μιλούσε για έναν τόπο σωτηρίας, που θα ελευθέρωνε τις ψυχές τους και θα ταξίδευε το μυαλό τους. Ξαφνικά οι λέξεις άρχισαν να αποκτούν νόημα μπροστά του. «Μελωδία», «Ξύλινα παραθύρια». Πάγωσε όταν συνειδητοποίησε της κρυφή τους σημασία. Η απάντηση έστεκε ακριβώς μπροστά του. Έστρεψε το βλέμμα του στο μουσικό κουτί. Χάιδεψε την αλυσίδα που το σφράγιζε. Στο επάνω μέρος του κουτιού άρχισε να σχηματίζεται με χρυσόσκονη η λέξη «Arma». Ο Λέριαν τράβηξε την αλυσίδα και αμέσως περίτεχνα σχέδια άρχισαν να σκαλίζονται στην επιφάνεια του κουτιού. Απλώνονταν σαν τα φύλλα του κισσού τυλίγοντας το. Άνοιξε προσεχτικά το πάνω μέρος του.

 

Δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια του, δίχως να ξέρει το γιατί. Η μελωδία ήχησε γαλήνια, θαρρείς πως θα μπορούσε να έλξει κάθε τι μέσα στο δωμάτιο. Ένας κρυστάλλινος ήχος που εξέφραζε όλη την ομορφιά του κόσμου. Στην μέση του κουτιού ένα αλλόκοτο ξωτικό στριφογύριζε έχοντας παρατεταμένο το χέρι του. Μια μικρή μινιατούρα σκαλισμένη με πάρα πολλές λεπτομέρειες.

 

Την ίδια στιγμή, οι αλλόκοτες φιγούρες έκαναν και πάλι την εμφάνιση τους. Πύκνωναν διαρκώς σαν την ομίχλη και κρύβονταν πίσω από ένα στρώμα καπνού και σκόνης. Οι σιλουέτες του ήταν δυσδιάκριτες και σχημάτιζαν ένα κύκλο γύρω του. Μέσα στην θολούρα, ο Λέριαν μπόρεσε να παρατηρήσει κάποια από τα ιδιόμορφα χαρακτηριστικά τους. Χοντρά καμπυλωτά κέρα όμοια με κριαριού. Θολά μάτια στραμμένα στο άπειρο και ταυτόχρονα καρφωμένα επάνω σου. Ψαλιδωτά δάχτυλα και σάπιο δέρμα γεμάτο χαρακιές. Με μια πρώτη ματιά, αυτά τα πλάσματα έμοιαζαν με σατανικά όντα. Παρόλα αυτά δεν έκαναν οποιαδήποτε εχθρική κίνηση, απλά παρακολουθούσαν, παραμονεύοντας υπομονετικά.

 

Ο Λέριαν είχε στυλώσει στην ίδια στάση και βίγλιζε σαγηνεμένος. Διαφανή δάκρυα είχαν υγράνει την ταλαιπωρημένη επιδερμίδα του προσώπου του. Για αυτόν πλέον δεν υπήρχαν κρατούμενοι, ούτε κάγκελα ούτε γκρίζοι τοίχοι. Μονάχα το χαγιάτι της φαντασίας.

 

Ξαφνικά ένας από τα σκιερά ξωτικά βημάτισε αργά προς το μέρος του. Έμοιαζε να είναι ο αρχηγός τους καθώς η μεγαλοπρέπεια του ανάβλυζε από κάθε πτυχή του σώματος του. Όταν έφτασε λίγα μόλις μέτρα μακριά του ο Λέριαν σάστισε. Το φαινομενικά μοχθηρό πρόσωπο του ξωτικού κατέκλυζε μια εμφανής ευγένεια. Κούνησε αργά το χέρι του και έγνεψε με τον γαμψό του δείκτη. Μια φράση βγαλμένη από τα ξεβαμμένα χείλη του ξωτικού, έκανε ολόκληρο το σώμα του να ανατριχιάσει.

 

«Έλα… θα σου δείξω»

 

Ο Λέριαν άρχισε να περπατάει διστακτικά στην αρχή και έπειτα με μεγάλες δρασκελιές, γεμάτος προσμονή. Πορεύονταν πίσω από τον άρχοντα των ξωτικών και κατευθύνονταν σε μια μεγάλη σφραγισμένη πύλη.

 

Η μελωδία ηχούσε σιγανά σαν να προέρχονταν από ένα μεγάφωνο στο βάθος ενός διαδρόμου. Τόσο απαλά, μόνο και μόνο για να υπενθυμίζει την ύπαρξη της. Στην κορυφή της πόρτας ήταν χαραγμένη η λέξη Arma .

 

Ο άρχοντας των ξωτικών στάθηκε μπροστά από την πόρτα και ψιθύρισε κάτι. Έπειτα έκανε μια κίνηση με το χέρι του κουνώντας διαδοχικά τα μυτερά δάχτυλά του, και οι στύλοι που την στράγγιζαν, μετακινήθηκαν αφήνοντας τις ακτίνες του φωτός να εισέλθουν στον χώρο.

 

Το πρόσωπο του Λέριαν άστραψε και χιλιάδες μικρές λάμψεις κάλυψαν την μια πλευρά του. Το φως πλέον έλουζε κάθε πτυχή του σώματος του. Όταν το λευκό υποχώρησε, αυτό που αντίκρισε έκανε την ψυχή του να αγαλλιάσει. Μια πόλη ντυμένη με κάθε ομορφιά του κόσμου αυτού. Γάργαρα νερά και γιγάντιοι καταρράχτες. Καταπράσινοι θάμνοι και λιθόστρωτα μονοπάτια. Σπίτια χτισμένα ομοιόμορφα και κρεμαστοί κήποι. Όλα εκπέμποντας ένα ζεστό φως και μια ζεστασιά. Αλλόκοτα ξωτικά περιφέρονταν απασχολημένα. Μερικά σταματούσαν για λίγο, τον κοιτούσαν περίεργα και έπειτα συνέχιζαν τις δουλειές τους.

 

Ο άρχοντας των ξωτικό τον έπιασε από τον ώμο και τον χτύπησε απαλά στην πλάτη.

 

«Καλώς ήρθες στην Arma, την πόλη του φωτός.»

 

Έπειτα άρχισαν να περπατάνε μαζί με την συνοδεία των άλλων κατοίκων.

 

 

 

 

 

 

 

Κάτι δεν πήγαινε καλά. Γύρισε και κοίταξε πάνω από τον ώμο του. Ένας στρατιώτης τον έσερνε στο πάτωμα κρατώντας τον από την μπλούζα. Πηχτές σταγόνες αίματος κυλούσαν από την ουλή του και στιγμάτιζαν το πάτωμα. Τους οδηγούσαν κάπου. Από τις τρομαχτικές κραυγές των υπόλοιπων δημοκρατικών ήταν εύκολο να συμπεράνεις πως αυτό το κάπου δεν ήταν καλό.

 

Ένιωθε πως για ένα διάστημα είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου.

 

Έτσι όπως σείονταν καθώς τον έσερναν, μπορούσε να ακούσει τον ήχο ενός αντικειμένου στην κρυφή τσέπη του παντελονιού του.

 

Ξαφνικά βρέθηκαν έξω. Πρέπει να ήταν γύρω στις έξι το απόγευμα και ο ήλιος έδυε. Μια σειρά από καρέκλες ήταν γεμάτη με επίσημους που περίμεναν με προσμονή το θέαμα μπροστά τους. Δώδεκα κρεμάλες ήταν στημένες σε μια ξύλινη πλατφόρμα, καρτερώντας τρυφερά σβέρκα. Οι φωνές έγιναν ουρλιαχτά, και οι κρατούμενοι σπάραξαν σαν ψάρια πιασμένα σε απόχη. Ένας στρατιώτης ανάγγειλε με δυνατή φωνή τα ονόματα των κατηγορούμενων από ένα μεγάφωνο.

 

Τους τοποθέτησαν στις κρεμάλες με την σειρά. Ο Λέριαν ήταν τελευταίος. Μπορούσε να ακούσει τα πνιχτά ανφιλιτά δίπλα του. Έστρεψε το πρόσωπο και τους κοίταξε στα μάτια έναν έναν. Μάτια πρησμένα, κόκκινα από το κλάμα, αναζητώντας συγχώρεση ψηλά στα σύννεφα.

 

Έπειτα από λίγο έφτασε η σειρά του. Έσκυψε το κεφάλι, και την στιγμή που πήγαν να περάσουν του περάσουν την θηλιά, όρμησε μπροστά και πήδηξε από την πλατφόρμα.

 

Ένα κύμα ανησυχίας και έκπληξης διαπέρασε το κοινό. Ο σκληροτράχηλος άντρας έτρεχε με όλη την δύναμη του.

 

Έπρεπε να τους λυτρώσει. Τώρα ήταν η στιγμή. Αυτή ήταν η αποστολή του. Αυτό ήταν το κρυπτογραφημένο μήνυμα που ήθελε να του δώσει ο μάγος. Το μυστικό που θα άνοιγε την πόρτα για την πόλη του φωτός.

 

Έδωσε μια γροθιά στον στρατιώτη που μιλούσε στο μεγάφωνο και τον έριξε κάτω. Δεκάδες άντρες έτρεχαν προς τα πάνω του την ίδια στιγμή. Είχε μόλις πέντε δευτερόλεπτα στην διάθεση του. Ήταν αρκετά. Έβγαλε από την τσέπη του το μουσικό κουτί και το άνοιξε μπροστά στο μεγάφωνο.

 

Η μελωδία που αντήχησε σον χώρο προκάλεσε ενόχληση στο κοινό, που γκρίνιαζε παραπονεμένο. Η ξύλινη πλατφόρμα μούσκεψε από δάκρυα. Χιλιάδες ξωτικά έκαναν την εμφάνιση τους και οι δώδεκα αγνές ψυχές διάβηκαν το κατώφλι της φαντασίας.

 

Είχανε όλοι τους πλέον μπει μέσα στην πόλη. Τα ξωτικά σχημάτιζαν έναν μακρύ διάδρομο και υποκλίνονταν χαμογελώντας εγκάρδια σε ένδειξη σεβασμού. Έτειναν τα περίεργα χέρια τους για να τους καλωσορίσουν. Το φως πλημμύρισε τις ψυχές τους.

 

 

 

 

 

…Την ίδια στιγμή, το ξύλινο δάπεδο της πλατφόρμας ταρακουνήθηκε από την πρόσκρουση των πτωμάτων. Τα διαφανή δάκρυα έπαψαν να κυλάνε. Μα η γλυκιά μελωδία ίσα που ακούγονταν. Μόνο και μόνο για να υπενθυμίζει την ύπαρξη της…

Edited by Tattoman
Link to comment
Share on other sites

Και η δική μου 2365 λέξεις (με την εισαγωγή):

 

 

s1i3j5.jpg

 

 

 

Πτώση σε Γυάλινο Κουτί

 

Το όραμα που μόλις τον είχε ρίξει στα γόνατα τελείωσε, και ο μάγος έκλεισε τα μάτια του εξουθενωμένος. Το μαχαίρι του ήταν ακόμα ζεστό. Οι μορφές ήταν ακόμη ανιχνεύσιμες στις σκιές, στα τοιχώματα γύρω του, αλλά δεν τους έδινε σημασία. Αερικά, τα ήξερε καλά. Έφευγαν όταν τα πράγματα δυσκόλευαν. Ήταν μόνος του.

 

Κάθισε λίγο έτσι, μέχρι να ανακτήσει την αναπνοή του, και όσο προσπαθούσε τόσο καταλάβαινε πως ο αέρας δεν του αρκούσε. Επιχείρησε να σηκωθεί, αλλά το αίμα απομακρύνθηκε γρήγορα απ' το κεφάλι του προειδοποιώντας τον να το ξανασκεφτεί. Έβαλε το μαχαίρι πίσω στην μπότα του και ξεκίνησε να σέρνεται προς τον πύργο, αλλά το να ανηφορίζει στα τέσσερα αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο απ' ό,τι περίμενε. Το παντελόνι του είχε σκιστεί και το τραχύ πάτωμα του διαδρόμου τού έτρωγε τα γόνατα. Σε λίγο το αίμα του σημάδευε τη διαδρομή, αλλά δεν καταλάβαινε πια και πολλά. Ένα είχε στο μυαλό του, ασθμαίνοντας για φρέσκο αέρα: ουρανός. Έπρεπε να δει πάλι τον ουρανό, έπρεπε να δει...

 

 

 

 

Λίγο πριν λιποθυμήσει, μια βαριά σκέψη τον χτύπησε.

 

“Ο Λέριαν, ο Λέριαν είναι Αυτός. Ο Λέριαν θα μας οδηγήσει στην Άρμα!”

 

Το τίποτα ήρθε σπλαχνικά να τον σκεπάσει, κι έτσι δεν πρόλαβε να ανησυχήσει με την ανακάλυψή του.

 

**

 

Ξύπνησε πολλές ώρες αργότερα. Το πρόσωπό του ήταν μέσα σε μία λίμνη από αίμα και σάλια. Σηκώθηκε αργά, μορφάζοντας από τον πόνο. Υπήρχε πολύ φως στον διάδρομο, σημάδι ότι είχε ξημερώσει. Χρησιμοποίησε την κάπα του για να σκουπίσει το πρόσωπό του. Ευχόταν να είχε νερό για να πλυθεί, όμως ήταν σχεδόν απίθανο να βρεθεί σε ένα τέτοιο μέρος.

 

Σηκώθηκε αργά και προχώρησε προς τον πύργο. Έβλεπε στον ουρανό καθαρά την Άρμα. Η πόλη στεκόταν ακίνητη και περίμενε τον Μπέρναρντ να επιστρέψει. Πλησίασε τους φρουρούς της πύλης. Τους ζήτησε να ανοίξουν για να περάσει. Ο φρουροί τον κοίταξαν απορημένοι. Φορούσαν ασημένιες πανοπλίες, ενός άλλοτε ένδοξου έθνους, αλλά πλέον φαίνονταν σκουριασμένες και ταλαιπωρημένες. Δεν του είπαν τίποτα, απλά άνοιξαν. Μόνο την στιγμή που πέρασε ο Μπέρναρντ, μίλησε ο ψηλότερος από τους δύο φρουρούς.

"Βρες τον Λέριαν" του είπε "αυτός θα σου δώσει ότι πληροφορίες θέλεις". Ο Μπέρναρντ έγνεψε θετικά και χαιρέτισε τους φρουρούς. Ο Λέριαν ήταν το δεξί χέρι του άρχοντα του Άρκανταν. Αυτός έπαιρνε τις περισσότερες αποφάσεις, αφήνοντας στον άρχοντα τις σημαντικότερες.

 

Η αίθουσα υποδοχής φαινόταν εγκαταλελειμμένη. Άλλοτε αρχοντική, πλέον είχε παραδοθεί στο σκοτάδι και στην υγρασία. Οι τοίχοι είχαν μούχλα, ενώ από διάφορα σημεία της αίθουσας ακούγονταν στάλες να στάζουν στο έδαφος ρυθμικά, σαν χορωδία. Ο Μπέρναρντ άρχισε να κρυώνει. Πρώτα πάγωσαν τα πέλματά του, στην συνέχεια το κρύο έφτασε μέχρι τα γόνατά του και τέλος μέχρι τους μηρούς του.

 

Αφού πέρασε τη πρώτη αίθουσα, βρέθηκε σε έναν το ίδιο σκοτεινό και μουχλιασμένο διάδρομο. Στο τέλος της υπήρχε μία δίφυλλη ανοιχτή πόρτα, ενώ μία παρόμοια βρισκόταν στη μέση του. Καθώς κατευθυνόταν προς την πρώτη πόρτα, εμφανίστηκε από αυτήν μία γυναίκα. Φορούσε ένα μεταξωτό, σχεδόν διάφανο εφαρμοστό φόρεμα, αποκαλύπτοντας ακόμα και τα πιο απόκρυφα σημεία. Είχε καρφωμένο πάνω του το βλέμμα της και τον περίμενε έξω από την κλειστή δίφυλλη πόρτα, της οποίας το ένα φύλλο άνοιξε αυτόματα. Ο μάγος έφτασε κοντά της. Αυτή του έγνεψε προς το δωμάτιο. Ο Μπέρναρντ ακολούθησε το βλέμμα της και είδε ένα διπλό κρεβάτι στρωμένο με υπέροχα βελούδινα σεντόνια. Κατάλαβε τις προθέσεις της και υπό διαφορετικές συνθήκες θα είχε υποκύψει αμέσως. Όμως τώρα βιαζόταν.

 

Χωρίς να της μιλήσει, της έγνεψε αρνητικά. Αυτή τον κοίταξε με λάγνο ύφος και τον πλησίασε. Τον έπιασε από τον ώμο και κόλλησε το πρόσωπό της στο δικό του. Έβγαλε τη γλώσσα της και έγλυψε το πηγούνι του μάγου. Ήταν η πιο μακριά γλώσσα που είχε δει ο Μπέρναρντ στη ζωή του και παράλληλα η πιο παγωμένη. Η γυναίκα κατέβασε αργά το χέρι της μέχρι που συνάντησε το δικό του.

"Είσαι σίγουρος για αυτό που πας να κάνεις;" του είπε με μία πολύ αισθησιακή φωνή. Αυτός έγνεψε θετικά αυτή τη φορά. Η γυναίκα τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, αυτός όμως κοιτούσε αφηρημένα ψηλά, προσπαθώντας να ελέγξει τις αδυναμίες του. Έμειναν έτσι για μερικές στιγμές.

"Ηλίθιε" είπε τελικά η γυναίκα και τράβηξε για το δωμάτιό της. Μόλις πέρασε την πόρτα, αυτή έκλεισε με δύναμη πίσω της.

 

Με το χτύπημα ο Μπέρναρντ ξαφνιάστηκε. Κοίταξε την πόρτα της γυναίκας για μερικές στιγμές και στην συνέχεια προχώρησε προς την δεύτερη πόρτα, που ήταν ακριβώς απέναντί του. Τον υποδέχτηκε ένας υπηρέτης. Του έκανε νόημα να περάσει στην αίθουσα. Εκεί βρίσκονταν πολλοί άνθρωποι, καθισμένοι σε τραπέζια και έτρωγαν. Σε αντίθεση με τον υπηρέτη, ο οποίος ήταν πολύ προσεχτικά ντυμένος, φρεσκοξυρισμένος και με περιποιημένα μαλλιά - αν και του έλλειπαν πολλές τρίχες από το κεφάλι του - οι άνθρωποι που έτρωγαν φορούσαν παλιά ρούχα, σκισμένα σε πολλά σημεία. Ο υπηρέτης έκανε ξανά νόημα στον μάγο να περάσει, ενώ του υπόδειξε και μία θέση για να καθίσει.

"Δεν έχω χρόνο, πρέπει να βρω τον Λέριαν" είπε ο Μπέρναρντ. Οι άνθρωποι διέκοψαν το δείπνο τους και κοίταξαν τον ξένο. Ο Μπέρναρντ είδε απέναντί του μία έξοδο. Άρχισε να κατευθύνεται προσεχτικά προς αυτήν, περνώντας ανάμεσα από τα τραπέζια. Παρατηρούσε τα πιάτα. Ήταν βαθιά και είχαν μία κατακόκκινη σούπα, με ελάχιστο κρέας μέσα.

"Έχει φρέσκο αίμα Βάροους;" Ρώτησε κάποιος τον υπηρέτη. Αυτός γέλασε πονηρά. Ο μάγος ένιωσε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, καθώς ήδη από τα ακρινά τραπέζια είχαν αρχίσει να σηκώνονται οι περίεργοι αυτοί άνθρωποι, παρατώντας το συσσίτιό τους.

 

Αντιλήφθηκε τον κίνδυνο και άρχισε να τρέχει ενώ τον ακολουθούσαν οι διώκτες του. Έφτασε σε έναν διάδρομο, όπου δύσκολα χωρούσαν δύο άτομα δίπλα-δίπλα. Γύρισε και τράβηξε το σπαθί και το μαχαίρι του.

"Τι είναι αυτοί;" Αναρωτήθηκε λαχανιασμένος περιμένοντάς τους, ενώ παρατηρούσε σκιές στους τοίχους του διαδρόμου.

"Είναι βρικόλακες. Οι φύλακες του κάστρου" απάντησαν πολλές φωνές μαζί, που ακούγονταν βαθιές αλλά και λυρικές παράλληλα. Ο Μπέρναρντ σήκωσε τα φρύδια του, ενώ τα μάτια του πήγαιναν γρήγορα από τους διώχτες του, στους τοίχους. Οι σκιές φάνηκαν να χορεύουν δείχνοντας απειλητικά τα νύχια τους. "Αερικά" σκέφτηκε. Μετά από μερικές στιγμές οι βρικόλακες άρχισαν να επιτίθενται ανά δύο προς τον μάγο. Αυτός άρχισε να χτυπάει τους βρικόλακες. Ήταν αρκετά ικανός με τα όπλα του και σκότωνε τον έναν μετά τον άλλον, χωρίς να τον νοιάζουν οι όποιοι μικροτραυματισμοί. Χρησιμοποιούσε και μαγεία. Μικροί γαλάζιοι κεραυνοί έφευγαν από το χέρι του, αυτό με το οποίο κρατούσε το μαχαίρι, και χτυπούσε τους βρικόλακες στο κεφάλι, διαλύοντάς το. Μετά από αρκετή ώρα, είχε δημιουργήσει ένα τοίχος από πτώματα μπροστά του. Ήταν η ευκαιρία του να ξεφύγει. Το τοίχος θα καθυστερούσε πολύ τους υπόλοιπους βρικόλακες. Έπρεπε να ανέβει πάνω, στην κορυφή του κάστρου.

**

 

Εντόπισε την σκάλα η οποία οδηγούσε στην οροφή στην αμέσως επόμενη στροφή του διαδρόμου. Η αναρρίχηση ήταν δύσκολη. Σε πολλές περιπτώσεις ο Μπέρναρντ σερνόταν στις σκάλες, αλλά δεν σταματούσε. Έπρεπε να καταφέρει να ανέβει, να φτάσει στον Λέριαν.

 

Πέρασαν ώρες, όπου κατάκοπα ο μάγος ανέβαινε με δυσκολία και με πολλά διαλλείματα για να παίρνει ανάσες. Σε κάθε σταμάτημα κάποιο αερικό εμφανιζόταν και προσπαθούσε να τον αποθαρρύνει. Του έλεγαν λόγια άλλοτε λογικά και άλλοτε παράλογα. Διάφορες δικαιολογίες που πίστευαν ότι θα έκαναν τον μάγο να σταματήσει την προσπάθειά του. Όμως ο μάγος δεν τους έδινε σημασία.

Τελικά έφτασε το ψηλότερο σημείο του πύργου. Εκεί ήταν τρεις φρουροί και ένας καλοντυμένος άνθρωπος, κοντός σε σχέση με τους φρουρούς και με ένα περιποιημένο μούσι. Ο Λέριαν.

Ο Μπέρναρντ μάζεψε όλες του τις δυνάμεις για να εμφανιστεί όσο πιο αξιοπρεπής γινόταν μπροστά του. Τον πλησίασε και υποκλίθηκε.

- "Ονομάζομαι Μπέρναρντ, κύριέ μου".

- "Ο μάγος;" Ρώτησε ο Λέριαν

- "Μάλιστα κύριε. Έτσι με γνωρίζουν οι περισσότεροι" αποκρίθηκε ο Μπέρναρντ.

- "Και γιατί θέλησες να μας επισκεφτείς μάγε;" Ρώτησε ο Λέριαν, αν και φαινόταν ότι γνώριζε την απάντηση.

- "Επιθυμώ να γυρίσω στην Άρμα, κύριε Λέριαν" είπε ο μάγος.

Ο Λέριαν σκεφτικός και σιωπηλός, άρχισε να κάνει βόλτες στον ανοιχτό χώρο στον οποίο βρισκόταν. Κοιτούσε τον ουρανό, μετά την Άρμα και τέλος το κενό, κάτω από τον πύργο του.

- "Ξέρεις τι έκανες με την επιλογή σου να έρθεις να με βρεις;" Ρώτησε τελικά.

- "Το μόνο που επιθυμώ είναι να γυρίσω στην Άρμα, εκεί όπου ανήκω" απάντησε ο μάγος.

- "Και πως ξέρεις ότι ανήκεις εκεί;" Είπε ο Λέριαν, σηκώνοντας τα φρύδια του.

- "Η θέση μου είναι δίπλα στον βασιλιά μου" απάντησε ο μάγος χωρίς καθυστέρηση.

Ο Λέριαν γέλασε δυνατά.

- "Μπέρναρντ, δεν έχεις καταλάβει… Δεν έχεις καταλάβει τίποτα μέχρι τώρα, σωστά;" Είπε κοιτάζοντας τον μάγο.

- "Τι εννοείς, κύριε;" Ρώτησε απορημένος ο Μπέρναρντ.

- "Μπέρναρντ, δεν γίνεται να γυρίσεις πίσω. Δεν ανήκεις εκεί πλέον".

- "Γιατί κύριέ μου; Τι έκανα και δεν ανήκω εκεί; Ποιο αμάρτημα πληρώνω;" Ο Μπέρναρντ σχεδόν δάκρυσε με τα τελευταία λόγια του Λέριαν.

- "Το αμάρτημα της απιστίας πρώτο από όλα είναι αυτό που σε έφερε εδώ κάτω, Μπέρναρντ" είπε ο Λέριαν, κουνώντας το κεφάλι του.

- "Απιστία; Για πιο πράγμα; Εγώ ήμουν πάντα πιστός στον βασιλιά μου. Πάντα, σε ότι μου ζητούσε" απάντησε ο Μπέρναρντ με αγωνία.

- "Μπέρναρντ, δεν υπάρχει κανένας βασιλιάς" είπε ο Λέριαν κουνώντας το χέρι του κοφτά.

- "Ε; Πως δεν υπάρχει…" ο μάγος έδειχνε το έμβλημα του υποτιθέμενου βασιλιά του στην καρφίτσα που κρατούσε την κάπα του στον ώμο του.

- "Δεν υπάρχει, Μπέρναρντ. Αλλά πρώτα να σου εξηγήσω τι έκανες με την επιλογή σου να έρθεις εδώ να με βρεις. Αυτός ο κόσμος που έζησες αυτές τις ημέρες, δεν υπάρχει αληθινά. Είναι ένας ολοκληρωτικά δικός σου κόσμος. Είναι ένας τόπος που ήθελες εσύ, στο υποσυνείδητό σου να ζήσεις. Ερχόμενος εδώ όμως, τα κατάστρεψες όλα. Από τη στιγμή που σου αποκαλύφθηκε αυτό το μυστικό, δεν θα τα ξαναδείς ποια".

Ο Μπέρναρντ κοιτούσε σαστισμένος τον Λέριαν, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι του έλεγε.

- "Δηλαδή κύριε, τίποτα από όσα βλέπω δεν υπάρχει; Ούτε εσύ;" Ρώτησε με τα μάτια γουρλωμένα ο μάγος.

- "Όχι, Μπέρναρντ, εγώ υπάρχω. Και το κάστρο αυτό υπάρχει. Εμείς υπάρχουμε σε όλους τους κόσμους που "χτίζονται". Όπως και ο ουρανός που βλέπεις, αλλά και το κάτω μέρος της Άρμα" απάντησε ο Λέριαν.

- "Και πως "χτίζονται" οι κόσμοι κύριε;" Ρώτησε μη θέλοντας να πιστέψει αυτά που ακούει ο μάγος.

- "Κάθε άνθρωπος που πεθαίνει, Μπέρναρντ, κερδίζει από τον άρχοντά μας, τον άρχοντα του κάτω κόσμου, μία δεύτερη ευκαιρία να ζήσει την ζωή του σε έναν κόσμο που πλάθεται όπως αυτός θέλει. Η μεγαλοψυχία του άρχοντά μας, είναι μεγάλη. Έτσι υπάρχουν πολλοί κόσμοι, παράλληλοι στους οποίους υπάρχει ένας κοινός παρανομαστής. Το κάστρο του άρχοντα".

Ο Μπέρναρντ τρέκλισε από τα λόγια του Λέριαν.

- "Δηλαδή, κύριε, είμαι… νεκρός;"

Ο Λέριαν δεν απάντησε, απλά έγνεψε καταφατικά, κουνώντας αργά το κεφάλι του.

- "Και πως; Τι μπορεί να γίνει γι αυτό; Γιατί μου είπαν ότι μπορείς να βοηθήσεις;"

- "Μπέρναρντ, η φήμη που κυκλοφορεί ότι μπορώ να βοηθήσω, είναι κάπως ανόητη. Πολλοί πιστεύουν ότι μπορούν να επιστρέψουν στην Άρμα. Αλλά δεν είναι δυνατόν να επιστρέψεις στους ζωντανούς. Το καταλαβαίνεις αυτό πιστεύω".

- "Και τότε, γιατί έχεις τόσους φρουρούς στο κάστρο σου; Γιατί τόσοι πολλοί φύλακες;"

- "Τελικά, είσαι αρκετά έξυπνος, μάγε".

- "Πες μου τι μπορείς να κάνεις. Θέλω να μάθω!"

- "Αυτό που μπορώ να κάνω, είναι να σε στείλω για λίγη ώρα πίσω στην γη. Σαν φάντασμα. Αλλά αυτό έχει ένα μεγάλο τίμημα το οποίο δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να σηκώσεις το βάρος του".

- "Και τι θα γίνει εάν πάω πίσω; Τι θα καταφέρω με αυτό;"

- "Αρχικά, θα δεις τι έκανες λάθος και κατέληξες εδώ. Επίσης, θα δεις και θα θυμηθείς κάποια κομμάτια από τη πραγματική ζωή σου".

- "Και το τίμημα που έλεγες ποιο είναι;"

- "Το τίμημα θα είναι να πας κάτω".

- "Κάτω; Που κάτω;"

- "Να, εκεί" είπε ο Λέριαν δείχνοντας το κενό, κάτω από το κάστρο του.

Ο Μπέρναρντ κατευθύνθηκε προς την άκρη του κάστρου και κοίταξε το κενό. Δεν φαινόταν τίποτα εκεί, μόνο ένα ατελείωτο κενό που προσπαθούσε να κρυφτεί μέσα στην ομίχλη.

- "Και αν δεν συμφωνήσω;"

- "Πλέον δεν έχεις άλλη επιλογή… Την έκανες με τον ερχομό σου εδώ. Γι αυτό το λόγο έχω τόσους φρουρούς στο κάστρο μου. Αλλά εσύ δεν σταματούσες με τίποτα…"

- "Δηλαδή ή πηγαίνω πάνω ως φάντασμα για λίγη ώρα και μετά κάτω, ή πηγαίνω κατευθείαν κάτω; Σαν κάτι να μην ακούγεται σωστό κύριε" ρώτησε πολύ σωστά ο Μπέρναρντ.

- "Δεν μπορώ να σου αποκαλύψω άλλα μάγε. Πες μου τώρα τι θέλεις να κάνεις" είπε σχεδόν απειλητικά ο Λέριαν.

- "Εντάξει, λοιπόν. Στείλε με πάνω" είπε αποφασισμένος ο Μπέρναρντ.

**

 

Ο μάγος βρέθηκε στο σπίτι που είχε ζήσει την ζωή του μέχρι να πεθάνει. Ήταν άδειο, σκοτεινό. Άρχισε να περιφέρεται στα δωμάτια. Βρήκε μία φωτογραφία του, αγκαλιασμένος με μία γυναίκα. Πρέπει να ήταν η γυναίκα του, η σύντροφός του στην ζωή του. Το κατάλαβε αυτό από το νυφικό που φορούσε η γυναίκα. Δίπλα από την φωτογραφία είχε ακόμα μία, πιο μικρή με δύο παιδιά. Ο μάγος κατάλαβε ότι αυτά πρέπει να ήταν τα παιδιά του. Που είναι όμως τώρα; Που βρίσκονται;

 

Εκείνη την στιγμή άνοιξε η μπροστινή πόρτα. Μπήκε μέσα μία μαυροφορεμένη γυναίκα. Κατευθύνθηκε στο δωμάτιο που βρισκόταν ο Μπέρναρντ. Άνοιξε το συρτάρι κάτω από τις φωτογραφίες και πήρε κάποια χαρτιά. Ο Μπέρναρντ κράτησε την αναπνοή του για να μην τον δει η γυναίκα, αλλά φυσικά αυτό δεν ήταν δυνατό. Η γυναίκα πήρε μερικά ακόμα αντικείμενα και έφυγε. Ο μάγος την ακολούθησε.

 

Η μαυροφορεμένη γυναίκα πήγε στο γραφείο εξεύρεσης εργασίας. Είχε έρθει ο καιρός να βρει μία δουλειά. Αρκετά είχε θρηνήσει, αν και τελικά δεν του άξιζε και τόσο του άνδρα της. Την είχε απατήσει πολλές φορές στο κοντινό παρελθόν. Αλλά αυτή έμενε πιστή, εκεί δίπλα του. Όμως πλέον έπρεπε να βρει δουλειά για να μεγαλώσει τα παιδιά της.

"Κυρία Ράσελ, πως πέθανε ο άντρα σας;" Ρώτησε ο υπάλληλος του γραφείου, ενώ συμπλήρωνε την αίτηση με τα στοιχεία της γυναίκας.

"Ήταν ο μάγος Ιμποσίμπλ κύριε. Τον γνωρίζετε;" Απάντησε η γυναίκα.

Ο υπάλληλος έγνεψε καταφατικά. Φυσικά τον γνώριζε. Η ιστορία του είχε ακουστεί σε όλο το Βέλγιο και όχι μόνο. Ο μάγος Ιμποσίμπλ είχε κερδίσει στο τηλεπαιχνίδι του Γιούρι Γκέλερ στην τηλεόραση του Βελγίου. Σε μία από τις μετά-νικητήριες παρουσιάσεις του, είχε πέσει από ένα αεροπλάνο, δεμένος με αλυσίδες, μέσα σε ένα γυάλινο κουτί, υποστηρίζοντας ότι θα ελευθερωθεί από τα δεσμά του και θα προλάβαινε να ανοίξει το αλεξίπτωτό του. Κάτι που όμως δεν έγινε ποτέ και ο Ιμποσίμπλ έγινε κομμάτια μπροστά στις κάμερες που είχαν έρθει για να καταγράψουν την προσπάθειά του…

 

 

Αντώνης Κατσαρός

 

Λευκωσία, 20/6/2011

Link to comment
Share on other sites

Έτοιμες οι ιστορίες, έτοιμο και το poll.

Ελπίζω να ευχαριστηθήκατε την εισαγωγή μου.

 

 

Ε, παιδιά;

:lolipop:

Link to comment
Share on other sites

Η Μελωδία – Η ιστορία μού άρεσε. Είχε μυστήριο, δράση και αγωνία. Πολύ καλή η ατμόσφαιρα και το μπλέξιμο των δύο κόσμων. Ειδικά το σημείο που ο Λέριαν περνάει στον άλλο κόσμο το βρήκα πολύ ωραία δοσμένο. Διάβασα την ιστορία εύκολα και θα έλεγα ότι είναι από τις πιο καλογραμμένες ιστορίες σου που έχω διαβάσει.

Στα αρνητικά θα έβαζα ότι δεν είναι πολύ καλά συνδεμένη με την εισαγωγή. Θα ήθελα να μάθω κι άλλα για το μάγο, για το πώς έφτασε στην κατάσταση στην οποία τον βρίσκουμε αρχικά. Τι απέγινε εκείνο το μαχαίρι που κρατούσε; Με ποιο τρόπο δυσκόλεψαν τα πράγματα κι εξαφανίστηκαν τα αερικά; Επίσης, γιατί έπρεπε ο Λέριαν να τους οδηγήσει στην Άρμα, τι το ιδιαίτερο είχε; Κι αυτό ίσχυε μόνο για τους κατοίκους της Αλμπατέρα;

Υπάρχουν αρκετά γραμματικά λαθάκια στο κείμενο. Είναι κρίμα να σκοντάφτει η ανάγνωση πάνω σ' αυτά, ενώ η γραφή είναι πολύ καλή.

 

Πτώση σε Γυάλινο Κουτί – Πολύ καλή η ιδέα της ιστορίας. Μ' άρεσαν οι τρεις κόσμοι, τα ξεχωριστά επίπεδα της «ζωής» κάθε ανθρώπου, ο τρόπος που συνδέονται μεταξύ τους. Δεν θα με πείραζε αν ο Μπέρναρντ πήγαινε πιο συνειδητοποιημένος στον Λέριαν, δηλαδή να είχε μια μικρή επίγνωση της κατάστασης, να γνώριζε ότι κάτι θα έπρεπε να αντιμετωπίσει και να θυσιάσει. Ίσως έτσι να μην έπεφταν και τόσο μαζεμένες οι πληροφορίες στο τέλος.

Ωραίο και το κλείσιμο της ιστορίας. Στην αρχή το όνομα Μπέρναρντ μού φάνηκε παράξενη επιλογή, αλλά μετά ξεκαθαρίστηκε.

 

Μου άρεσαν εξίσου και οι δύο ιστορίες. Η επιλογή είναι πραγματικά δύσκολη. Θα ψηφίσω την ιστορία του Deus, επειδή, κατά τη γνώμη μου, χρησιμοποίησε καλύτερα την εισαγωγή.

 

Καλή επιτυχία και στους δύο!

Link to comment
Share on other sites

Η Μελωδία:

 

Ωραία ιστορία, ολοφάνερα επηρεασμένη από την ταινία Λαβύρινθος του Πάννα (σε σημείο λιγάκι ενοχλητικό). Έχει μερικά σημεία που σηκώνουν ένα "αλλά", όπως το γιατί κανείς δικός του δεν τον ξύπνησε την ώρα της επίθεσης. Επίσης, γιατί ο μάγος τού άφησε το βιβλίο και έφυγε χωρίς να μιλήσουν; Γιατί ο μάγος είχε επιστρέψει από εκεί που ήθελε να στείλει και τους άλλους;

 

(-)Υπάρχουν πολλά λάθη, όχι μόνο γραμματικά αλλά και εκφραστικά, που με δυσκόλεψαν στην ανάγνωση.

(-)Ο μάγος της εισαγωγής πετάχτηκε στο καλάθι των αχρήστων. Κανονικά όμως.

(-) Ολόιδιο τέλος με τον Λαβύρινθο του Πάννα. Αυτό από μόνο του δεν είναι και πολύ καλό, αν προσθέσουμε και το ότι δεν μου άρεσε το τέλος της ταινίας... :(

(+)Ωραία ατμόσφαιρα και καλός ρυθμός.

(+)Έλλειψη υπερβολικών συναισθηματισμών που θα βάραιναν το κείμενο. Η ιστορία μιλάει από μόνη της.

 

Πτώση Σε Γυάλινο κουτί:

 

Αυτή ξεκίνησε πολύ καλά και μου τα χάλασε στη συνέχεια. "Επιτέλους, ο μάγος μου!" σκέφτηκα. Ενώ διάβαζα όμως, κάτι δεν πήγαινε καλά. Αν και αυτό το ονειρικό, εφιαλτικό σχεδόν σκηνικό μου κέντριζε το ενδιαφέρον και συνέχιζα να διαβάζω αναπόσπαστη, κάτι που "έτρωγε" τους εχθρούς πανεύκολα, κάτι που ανέκτησε για πλάκα τη δύναμή του μετά τη λιποθυμία, ψιλοέξυνα το κεφάλι μου. (Αφελείς καταστάσεις που δεν ταίριαζαν με το κείμενό σου). Όταν έφτασα στο τέλος και "εξηγήθηκαν" όλα, ομολογώ ότι δεν το περίμενα. Και όχι, δεν ήταν ευχάριστη έκπληξη. Σαν να μην είχες τι να κάνεις με τις πληροφορίες που συγκέντρωσες και είπες να τις ακυρώσεις με αυτό το τέχνασμα. Γιατί εμένα δεν μου φάνηκε για λύση αλλά για ακύρωση. Το χιουμοριστικό του τέλους αντί να ελαφρύνει τη γνώμη μου με ξενέρωσε χειρότερα (αμάν αυτή η τηλεόραση, ούτε σε ένα διήγημα φαντασίας δεν μας αφήνει; )

 

(+) Ο ρυθμός και η ατμόσφαιρα.

(+) Ο μάγος και ο Λέριαν είναι το ίδιο σημαντικά πρόσωπα στην ιστορία.

(+) Η χρησιμοποίηση σχεδόν όλων των στοιχείων της εισαγωγής.

(+) Ο λόγος δεν έχει σκαλώματα, το διάβασα άνετα.

 

 

Κάτι και για τις δύο ιστορίες:

 

Κάτι που κανείς σας δεν έπιασε είναι το τι ήταν αυτή η Άρμα. Δεν εννοώ αν ήταν πόλη, βουνό, χώρα, πλανήτης, μάγισσα, βασίλισσα, θεά...

Αυτό που λέω είναι το εξής:

Λίγο πριν λιποθυμήσει, μια βαριά σκέψη τον χτύπησε.

 

“Ο Λέριαν, ο Λέριαν είναι Αυτός. Ο Λέριαν θα μας οδηγήσει στην Άρμα!”

 

Το τίποτα ήρθε σπλαχνικά να τον σκεπάσει, κι έτσι δεν πρόλαβε να ανησυχήσει με την ανακάλυψή του.

Η Άρμα, ότι ή όποια κι αν ήταν, δεν ήταν κάτι θετικό για αυτούς. :)

Συνηθισμένοι όπως είμαστε όλοι στην θετική πλευρά του θέματος "Οδηγητής", δεν είναι εύκολο να δούμε την άλλη πλευρά του. "Αυτός που οδηγεί στην καταστροφή", ή σε κάτι κακό τέλος πάντων.

Ή, μια άλλη περίπτωση, δεν ήταν θετικό που ο Λέριαν θα τους οδηγούσε στην Άρμα.

 

Επίσης μου έλειψε μια μικρή αναφορά στο γιατί και πώς τον χτύπησε αυτή η βαριά σκέψη. Τι είδε σ' εκείνο το όραμα; Του είπαν κάτι τα Αερικά; Θυμήθηκε κάτι;

 

Αυτά. Ψηφίζω τη Μελωδία, γιατί μου φαίνεται πιο ολοκληρωμένη σαν ιστορία.

Edited by Cassandra Gotha
Link to comment
Share on other sites

Λοιπόν....σας ευχαριστώ και τους δυο για τα σχόλια και τις κριτικές. Μου υπενθυμίζετε λάθη που έκανα και στο πρηγούμενο writte off που είχα κάνει. Κυρίως όσον αφορά την εισαγωγή και τα ορθογραφικά-γραμματικά. Η αλήθεια είναι πως επιρεάζομαι συν΄θηθως από κάποια πράγματα και πως επίσης όταν ξεκεινάω να γράφω την ιστορία μου με βάση την αρχική ιδέα, δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξω την πλοκή ξεχνώντας οτι δεν χρησιμοποίησα κάποιο στοιχείο. Συνίθως μετά φτιάχνω την ιστορία με βάη τα δικά μου ερεθήσματα και αφήνω στην άκρη την εισαγωγή. Μεγάλο λάθος.

 

 

Ευχαριστώ επίσης και την Cassandra για την εισαγωγή της!!! (που την έθαψα λίγο στην αρχή αλλά έκανα λάθος τελικά)

Edited by Tattoman
Link to comment
Share on other sites

Εντάξει, σιγά το μεγάλο λάθος. Παιχνίδι είναι, ΟΚ, έγραψες μια ολόκληρη ιστορία, αυτό είναι το σημαντικό. Που δεν θα την είχες γράψει αν δεν έπαιρνες μέρος στο write-off.

Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #59 (Tattoman vs Deus Misereatur)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

  • Upcoming Events

    • 1
      10 September 2022 04:00 PM
      Until 06:00 PM

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..