Jump to content

Write off #60 (Atrelegis vs Nienor)


Atrelegis
 Share

  

7 members have voted

  1. 1. Μου άρεσε περισσότερο η ιστορία

    • του Atrelegis
      2
    • της Nienor
      5

This poll is closed to new votes


Recommended Posts

Sonya! Sonya! Sonya! Sonya! Sonya! Sonya! Sonya! Sonya! Sonya! Sonya! Sonya! Sonya! Sonya! Sonya!

 

Γράψε εισαγωγή

Edited by Mesmer
Link to comment
Share on other sites

Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι τα φεγγάρια είναι στην πραγματικότητα δεκατέσσερα κι ακόμα λιγότεροι αυτοί που ξέρουν τα μυστικά τους.

 

«Σσσς! Κοίτα!» ψιθύρισε έντονα η Ζύραν και τράβηξε τον Σερίνενταλ κάτω δίπλα της, ενώ με το άλλο χέρι του έδειχνε τον μακρινό ορίζοντα.

 

Ο Σερίνενταλ έκανε να διαμαρτυρηθεί για πολλοστή φορά απ’ την ώρα που οι εμμονές της τους είχαν κουβαλήσει στο Δάσος των Σκιών και μάλιστα μια νύχτα που το σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό, σχεδόν συμπαγές κι οι Σκιές, πραγματικές και φανταστικές, έμοιαζαν τόσο ανήσυχες που ηλέκτριζαν την ατμόσφαιρα.

 

Όμως, πριν προλάβει η φωνή του να φτάσει στον προορισμό της, σκάλωσε στον λαιμό του και το στόμα του έμεινε να χάσκει. Στην άκρη του ορίζοντα, πέρα απ’ την θάλασσα, το δάχτυλο της Ζύραν έδειχνε σε απόλυτη ευθεία να ανατέλλει το φεγγάρι των θρύλων, ο φύλακας των μυστικών, η μητέρα των Σκιών. Η Μαύρη Σελήνη.

 

 

 

Μέχρι την Δευτέρα 18 Ιουλίου μεσάνυχτα παίδες. Επειδή είμαι λαρτζ, σας δίνω και 5000 λέξεις. Έτσι, να γιορτάσουμε την επιστροφή του Ατερλέγκα.

Link to comment
Share on other sites

Μας δουλεύετε; Πότε προλάβατε;

 

Εγώ πρόλαβα. Η Κιάρα έχει εξεταστική, αλλά θα είναι εντός προθεσμίας

Link to comment
Share on other sites

Ενώ ο Ατερλέγκας κωλοβαρεί. :Ρ

 

(Κι ό,τι έλεγα ότι είναι αδικία η εισαγωγή, αυτή είναι ταμάμ για την Κιάρα, ο Άτερ θέλει μπουνίδια και Κονανίδια, αλλά φευ... :Ρ)

 

 

Link to comment
Share on other sites

Ενώ ο Ατερλέγκας κωλοβαρεί. :Ρ

 

(Κι ό,τι έλεγα ότι είναι αδικία η εισαγωγή, αυτή είναι ταμάμ για την Κιάρα, ο Άτερ θέλει μπουνίδια και Κονανίδια, αλλά φευ... :Ρ)

 

 

 

O Ατερλέγκας ζει μέσα στο μαγαζί του, οπότε μπορεί αν γράφει όποτε θέλει, πληβεία.

 

Αλλά ναι, η εισαγωγή είναι ταμάμ για την Κιάρα

Link to comment
Share on other sites

Α χαθείς ρε μπουρζουαζία που θα με πεις και προλετάρια! :Ρ

Link to comment
Share on other sites

Όχι όχι παιδιά, έχω τελειώσει εξεταστική, αλλά ούτε το φαντάστηκα ότι παίζει να σηκώσεις σήμερα :p Γιατί με τρέχεις ρεεεε? Aχ, θα κάνω ό,τι μπόρω για γρήγορα, αλλά να μην την ανεβάσω πάλι λειψή :p

Link to comment
Share on other sites

Α χαθείς ρε μπουρζουαζία που θα με πεις και προλετάρια! :Ρ

 

 

Πληβείοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια Οι ελεύθεροι πολίτες της Αρχαίας Ρώμης χωρίζονταν σε πατρικίους και πληβείους. Οι πρώτοι αποτελούσαν την άρχουσα τάξη και καταλάμβαναν τις περισσότερες θέσεις της Συγκλήτου, ενώ οι δεύτεροι αποτελούσαν το μεγάλο όγκο του πληθυσμού και συμμετείχαν στην πολιτική ζωή κυρίως μέσω του Συμβουλίου των Πληβείων και των δέκα Δημάρχων ή τριβούνων.

 

Η αρχή της διάκρισης μεταξύ πατρικίων και πληβείων μας είναι άγνωστη. Στην εποχή των πρώτων βασιλέων της Ρώμης, όλοι οι κάτοικοί της αποκαλούνταν πατρίκιοι. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Άνκου Μάρκιου (640-616 π.Χ.) εισήχθησαν στη Ρώμη οι πληβείοι ύστερα από διπλωματικές συμμαχίες ως πολίτες β' κατηγορίας.

 

Την εποχή της ίδρυσης της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, οι πληβείοι εξαιρούνταν από τις θρησκευτικές ακαδημίες και αξιώματα, αλλά εγγράφονταν στα "γένη" και στις "φυλές", υπηρετούσαν στο στρατό και μπορούσαν να καταλάβουν κατώτερα στρατιωτικά αξιώματα. Επίσης, αρχικά απαγορεύονταν οι γάμοι μεταξύ πληβείων και πατρικίων. Ο αγώνας για διεύρυνση των δικαιωμάτων τους διήρκεσε σχεδόν δύο αιώνες, κατά τους οποίους κέρδιζαν προοδευτικά παραχωρήσεις εκ μέρους των πατρικίων. Το 367 π.Χ. απέκτησαν το δικαίωμα να είναι επιλέξιμοι για το αξίωμα του υπάτου και το 278 π.Χ. πέτυχαν την οριστική αναγνώρισή τους ως ισότιμων πολιτών, εκβιάζοντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα εγκατέλειπαν μαζικά την πόλη.

 

Αργότερα και μέχρι τις μέρες μας, με τον όρο πληβείοι ή πλέμπα αποκαλούνταν τα φτωχότερα μέλη της κοινωνίας γενικά.

 

 

 

Όχι όχι παιδιά, έχω τελειώσει εξεταστική, αλλά ούτε το φαντάστηκα ότι παίζει να σηκώσεις σήμερα :p Γιατί με τρέχεις ρεεεε? Aχ, θα κάνω ό,τι μπόρω για γρήγορα, αλλά να μην την ανεβάσω πάλι λειψή :p

 

Ρε, σοβαρά, ανέβασέ τη όταν την έχεις έτοιμη.

Link to comment
Share on other sites

Συγνώμη για την καθυστέρηση, και πάλι... Μέχρι το βράδυ θα την έχω σηκώσει αν δεν παίζει θέμα με τη μία μέρα που παίρνω παράταση -από τη σημαία. Μου φαίνεται όσο πάω χειροτερεύω, δε μπορώ να προλάβω προθεσμία με τίποτα :(

Link to comment
Share on other sites

No worries! :) Η σημαία επίσης δεν έχει καταφέρει ποτέ προθεσμία. :Ρ

Link to comment
Share on other sites

Όνομα Συγγραφέα: Κιάρα

Είδος: Παραμύθι

Βία; μπα

Σεξ; όχι

Αριθμός Λέξεων:4.148

Αυτοτελής; ναι

Σχόλια: Ευχαριστούμε θερμά τη σημαία! Και για τον υπέροχο πρόλογό της και, προσωπικά, και για την παράτασή της.

 

 

 

Το φεγγάρι των μυστικών

 

Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι τα φεγγάρια είναι στην πραγματικότητα δεκατέσσερα κι ακόμα λιγότεροι αυτοί που ξέρουν τα μυστικά τους.

 

«Σσσς! Κοίτα!» ψιθύρισε έντονα η Ζύραν και τράβηξε τον Σερίνενταλ κάτω δίπλα της, ενώ με το άλλο χέρι του έδειχνε τον μακρινό ορίζοντα.

 

 

Ο Σερίνενταλ έκανε να διαμαρτυρηθεί για πολλοστή φορά απ’ την ώρα που οι εμμονές της τους είχαν κουβαλήσει στο Δάσος των Σκιών και μάλιστα μια νύχτα που το σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό, σχεδόν συμπαγές κι οι Σκιές, πραγματικές και φανταστικές, έμοιαζαν τόσο ανήσυχες που ηλέκτριζαν την ατμόσφαιρα.

 

Όμως, πριν προλάβει η φωνή του να φτάσει στον προορισμό της, σκάλωσε στον λαιμό του και το στόμα του έμεινε να χάσκει. Στην άκρη του ορίζοντα, πέρα απ’ την θάλασσα, το δάχτυλο της Ζύραν έδειχνε σε απόλυτη ευθεία να ανατέλλει το φεγγάρι των θρύλων, ο φύλακας των μυστικών, η μητέρα των Σκιών. Η Μαύρη Σελήνη.

 

 

 

Ο Σερίνενταλ κατάφερε να απλώσει το μικρό του χέρι και να γαντζωθεί από τη φούστα της αδερφής του. Είχε ξεχάσει το σκοτεινό δάσος και τις σκιές που σάλευαν πίσω του, λες αγριεμένες, είχε ξεχάσει και τις ανησυχίες του, κι απλά προσπαθούσε απεγνωσμένα να πάρει ανάσα καθώς το μεγαλύτερο φεγγάρι του ουρανού υψωνόταν μπροστά του. Πελώριο, σκοτεινιάζοντας σχεδόν το λαμπερό νυχτερινό ορίζοντα με τον όγκο του, ανέτειλε σα μαύρος ήλιος και σκίαζε τη θάλασσα μπροστά τους, αντί να αντανακλάται επάνω της όπως τα άλλα δεκατρία φεγγάρια. Ο μικρούλης δεν τα είχε δει όλα, μα ήξερε –ο πατέρας του τού το είχε πει προτού φύγει για αυτόν τον ατελείωτο πόλεμο- πως όλα τους τα έβλεπαν στη γη επειδή τα φώτιζε το φως του ήλιου. Τούτο δω όμως, που είχε μπροστά του, δεν έμοιαζε με κανένα άλλο και ακόμα χειρότερα ήταν σχεδόν σίγουρος πως κατάπινε το φως, πως το ρουφούσε από όπου έπεφτε η θεόρατη σκιά του κι άφηνε πίσω του τον κόσμο λυπημένο και γκρίζο.

 

 

 

Τη φοβήθηκε αυτή τη σκιά που υψωνόταν προς το μέρος του τρώγοντας το λιγοστό φως της θάλασσας και ξερνώντας σκιές. Ξαφνικά αισθανόταν τρόμο σκεφτόμενος πως θα τον φτάσει, θα τον καλύψει και θα πιει και το δικό του φως.

 

 

 

Κοίταξε την αδερφή του που παρακολουθούσε τη σελήνη να βγαίνει εκστατική και της τράβηξε τη φούστα με δύναμη για να του δώσει σημασία.

 

 

 

«Ζύραν! Πάμε να φύγουμε.»

 

Η Ζύραν δεν έδειξε να σκοτίζεται. Το πρόσωπό της έλαμπε με ένα σχεδόν απόκοσμο φως κοιτάζοντας το θέαμα που ποθούσε να ανατέλλει.

 

«Έλα,» του είπε «σε λίγο θα τη ρωτήσουμε. Έλα» και τον τράβηξε προς το μέρος της.

 

«Όχι,» έκανε ο μικρός αντιστεκόμενος «όχι, πάμε να φύγουμε Ζύραν, φοβάμαι!»

 

«Έλα» τον ξανατράβηξε εκείνη «πρέπει να είμαστε στο βράχο όταν φτάσει η σκιά της εδώ, σήκω»

 

«Όχι, Ζύραν, έλα σε παρακαλώ, πάμε σπίτι. Δε θέλω να μάθω τίποτα, φοβάμαι!»

 

Η Ζύραν στράφηκε ολόκληρη προς το μέρος του και πήρε το ύφος της μεγάλης αδερφής με το οποίο πάντα τον έπειθε:

 

«Νταλ, η μαμά θα πεθάνει από τη στεναχώρια της άμα δε γυρίσει πίσω ο μπαμπάς.»

 

Ο Σερίνενταλ έκλεισε τα μάτια του σφικτά.

 

«Αν μας έχει παρατήσει, αν είναι με άλλη γυναίκα, δε θα γυρίσει σε μας ποτέ. Πρέπει να ξέρουμε! Αλλιώς η μαμά θα πεθάνει!»

 

«Δεν είναι με άλλη γυναίκα!» Φώναξε τώρα ο Σερίνενταλ. «Είναι στον πόλεμο και πολεμάει! Ο μπαμπάς μας αγαπάει, Ζύραν.»

 

«Ναι» συνέχισε εκείνη με το ίδιο προσποιητά ψύχραιμο ύφος «αλλά όλοι οι συμπολεμιστές του έχουν μήνες που γύρισαν κι αυτός ήταν ζωντανός όταν έφυγαν. Που είναι λοιπόν, Νταλ; Τι πολεμάει;»

 

«Τους κακούς… αφού μας έγραψε…» της απάντησε τώρα παραδομένος σχεδόν.

 

«Νταλ, τα έχουμε πει αυτά. Δεν υπάρχουν κακοί και καλοί. Και οι άλλοι άνθρωποι είναι σαν το μπαμπά και τη μαμά, απλά θέλουν να έχουν όλοι πιο πολλά πράγματα για τους εαυτούς τους. Βλακεία είναι ο πόλεμος και δε θα του συγχωρήσω ποτέ του μπαμπά που πήγε! Αλλά τώρα, μα τα φεγγάρια, πρέπει να τον βρούμε και να τον γυρίσουμε πίσω. Πρέπει να ξέρουμε που είναι! Πρέπει να κάνουμε κάτι και δεν υπάρχει τίποτα άλλο.»

 

Ο Σερίνενταλ κρατώντας τα μάτια του σφικτά κλειστά και σουφρώνοντας τα χείλη του έγνεψε καταφατικά, αν και δεν ήταν σίγουρος για τίποτα.

 

 

 

***

 

 

 

 

 

«Λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν ότι τα φεγγάρια είναι στην πραγματικότητα δεκατέσσερα, κι ακόμα λιγότεροι αυτοί που ξέρουν τα μυστικά τους.»

 

Η μάνα μπάλωνε τα παπούτσια τους στο παραγώνι κι η γιαγιά τους καθισμένη σε μια μπαγκέτα μπροστά στο τζάκι τους απαντούσε σε ό,τι τη ρωτούσαν. Τα μάτια της δεν την βοηθούσαν πια όσο παλιά και δε μπορούσε να βοηθήσει και πολύ την κόρη της στις δουλειές. Όμως, μπορούσε να κρατά τα παιδιά ήσυχα για να την ξεκουράζει πότε πότε.

 

«Κάθε ένα από αυτά έχει δυο πρόσωπα, δύο φύσεις. Τη χρήσιμη, την καλή και σωστή και την ανάποδη, εκείνη που φέρνει τις αναποδιές και τις καταστροφές. Όλα τους είναι μέσα στη ζωή, όλα χρειάζονται, γιατί χωρίς τις αναποδιές δε θα μπορούσαμε να εκτιμήσουμε την ομορφιά. Έτσι είναι και έτσι θα είναι πάντα.»

 

«Πες, γιαγιά, για τον Μπελάζαρ, πες για αυτόν που ρώτησε το δεκατοτέταρτο φεγγάρι για την αγαπημένη του.» Την παρακάλεσε η Ζύραν.

 

«Όχι πάλι!» Απηύδησε ο Σερίνανταλ «Πες μας για εκείνον το μεγάλο πολεμιστή που-»

 

«Πρώτα θα πει τη δικιά μου» του είπε η Ζύραν και του έδωσε μια στο χέρι.

 

«Άου, βαρέθηκα να ακούω για τους έρωτες!» είπε ο Σερίνενταλ ταυτόχρονα με τη μαμά του: «Παιδιά, σταματήστε, είναι αργά και η γιαγιά-»

 

«Η γιαγιά θα σας τις πει όλες τις ιστορίες» είπε η γιαγιά χαμογελώντας «Μα με τη σειρά, δε μπορώ όλες μαζί, και μόνο άμα κάτσετε φρόνιμα, εντάξει;»

 

«Εντάξει» της είπαν και τα δυο μαζί.

 

«Θα μας πεις μετά και για το μέγα Ντρομιβόν που ρώτησε τη Μαύρη για να σώσει το χωριό, γιαγιά; Και για εκείνον το άλλο που έψαχνε το νεκρό αδερφό του;»

 

Η γιαγιά γέλασε κι άρχισε να τους λέει για πολλοστή φορά για το Μπελάζαρ και την αγαπημένη του, χαζεύοντας την εγγόνα της που σημείωνε διάφορα πράγματα από τις ιστορίες της στο τετράδιο όπου ζωγράφιζε.

 

 

 

***

 

 

 

Η Ζύραν κρατούσε σφικτά στο χέρι της το ασημένιο μαχαίρι. Ήταν η πρώτη φορά που είχε πάρει κάτι που δεν της ανήκε και δε θα το έκανε ποτέ ξανά, ποτέ ξανά. Το επαναλάμβανε στον εαυτό της καθώς προχωρούσε κι αισθανόταν ντροπή. Μια φορά την εβδομάδα ξενοδούλευε για να βοηθάει τη μάνα της να τους ζήσει. Γυάλιζε τα ασημικά της γυναίκας του στρατηγού, στο μόνο πλούσιο σπίτι της περιοχής. Γέμιζαν ένα κιούπι με σόδα και λεμόνι και τα έτριβαν μαζί με την υπηρέτρια του στρατηγού ένα ένα σχολαστικά. Κανονικά δεν έμενε μόνη της εκεί, μόνο που σήμερα, την ώρα που τα γυάλιζαν, η γυναίκα του στρατηγού είχε κόψει λίγο το δάχτυλό της και η υπηρέτρια είχε τρέξει να τη βοηθήσει να το δέσει. Κι έτσι η Ζύραν είχε μείνει μόνη της με όλο αυτό το ασήμι για ελάχιστα λεπτά. Δεν το σκέφτηκε πολύ. Έψαχνε καιρό να βρει με τι θα πλήρωνε τη μάγισσα. Δε μπορούσε να πάρει από αυτήν χωρίς να δώσει, όλοι το ήξεραν. Κι αν δεν έδινε εκείνη η μάγισσα θα έπαιρνε μόνη της και τούτο ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Είχε γλιστρήσει ένα από τα αγυάλιστα μαχαίρια του κρέατος στη μπότα της. Αγυάλιστο για να φαίνεται όσο πιο λίγο γινότανε. Και για λίγο, πολύ λίγο, είχε αισθανθεί περήφανη για τον εαυτό της που είχε σκεφτεί έτσι σωστά.

 

Όμως, τώρα που περπατούσε σφίγγοντάς το στη χούφτα της τυλιγμένο σε ένα βρωμόπανο αισθανόταν ντροπή και τύψεις. Παρόλο που δεν είχε άλλο τρόπο να μάθει, δε μπορούσε να σκεφτεί κανέναν άλλο τρόπο για να βοηθήσει τη μάνα της που δούλευε όλη μέρα και όλη νύχτα πολλές φορές, και μαράζωνε στο κλάμα στο κρεβάτι της σαν έπεφτε να ξεκουραστεί. Και η Ζύραν ήξερε πως δεν έκλαιγε επειδή πονούσαν τα κουρασμένα της κόκαλα, έκλεγε για αυτόν, που ο πόλεμος όπου είχε πάει να πολεμήσει είχε τελειώσει, κι αυτός δεν είχε γυρίσει ακόμα. Έκλαιγε γιατί ήξερε πως τους είχε παρατήσει, έκλαιγε γιατί την είχε αφήσει μόνη να τη χλευάζουν όλοι στο χωριό. Κι η Ζύραν ήταν σίγουρη για όλα τούτα και δε μπορούσε να βλέπει τη μάνα της να σβήνει χωρίς τίποτα να κάνει. Θα μάθαινε που ήταν ο πατέρας της, θα μάθαινε με όποιο τρόπο μπορούσε.

 

Όμως, για να ρωτήσει έπρεπε να πληρώσει τη μάγισσα, γιατί σε αυτό τον κόσμο τα πάντα έχουν ένα τίμημα.

 

 

 

Η γριά σοφή ήταν έξω από το καλύβι της, στις παρυφές του δάσους των Σκιών, λίγο έξω από το χωριό τους. Άλλοι την έλεγαν σοφή, άλλοι μάγισσα κι άλλοι δε μιλούσαν καν για αυτήν από το φόβο πως αν την ανέφεραν εκείνη μπορεί να ερχόταν. Πάντως η Ζύραν δεν είχε ακούσει ποτέ το σωστό της όνομα. Καθόταν σε μια μπαγκέτα, είχε ένα ξύλινο γουδί κι έλειωνε εκεί βοτάνια, σταματώντας κάθε τόσο για να προσθέσει κάτι κι ύστερα να το λιώσει κι αυτό μαζί με το μείγμα της. Όταν η Ζύραν την είδε ανατρίχιασε και κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Τα μαλλιά της ήταν λευκά κι αχτένιστα και πετούσαν γύρω στη μαύρη μαντίλα της σαν αφροί της θάλασσας. Η μύτη και τα αυτιά της ήταν πολύ μεγάλα, όπως και τα ξέθωρα μάτια της, σχεδόν λιλά στο χρώμα, που έλεγαν πως όποιον κοίταζε με αυτά τον έκανε σκλάβο της. Η Ζύραν χρειάστηκε να επιστρατεύσει όλο το κουράγιο της για να πάει κοντά της, μονάχα που το έκανε σχεδόν ασυναίσθητα. Είπε στον εαυτό της ότι η γυναίκα δεν ήταν τρομερή, στην πραγματικότητα ίσως και να έμοιαζε λιγάκι με τη γιαγιά της, άρα δεν ήταν και τόσο επικίνδυνη, έτσι δεν είναι; Κι εξάλλου είχε να την πληρώσει, δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Έσφιξε το μαχαίρι στο χέρι της, όρθωσε το ανάστημά της –ήταν αρκετά ψηλή για τα δεκαπέντε χρόνια της- και παίρνοντας μια κοφτή ανάσα περπάτησε να καλύψει τα λίγα μέτρα που τη χώριζαν από τη μάγισσα. Η γυναίκα δεν αντέδρασε όσο την πλησίαζε. Δεν αντέδρασε ούτε καν όταν έφτασε και σταμάτησε πίσω της, παρά συνέχισε να λιώνει τα μαντζούνια της.

 

«Γεια» της είπε η Ζύραν ύστερα από λίγο. Η μάγισσα δε γύρισε να την κοιτάξει.

 

Η Ζύραν καταπολέμησε μια παρόρμηση να γυρίσει την πλάτη της και να φύγει τρέχοντας και ξαναείπε: «Γεια, είμαι η Ζύραν κι έχω έρθει για να μάθω. Έχω να σε πληρώσω.»

 

Όταν και πάλι καμία απόκριση δεν ήρθε από το μέρος της γριάς η Ζύραν, έχοντας ξεπεράσει το φόβο της, άρχισε να πιστεύει πως ήταν κουφή. Μα καθώς φλέρταρε με την ιδέα να τη σκουντήξει στον ώμο η γριά επιτέλους της μίλησε:

 

«Φεύγα!» Και σαν να μην έφτανε αυτό, στράφηκε και να την κοιτάξει. Η Ζύραν πάγωσε. Ό,τι κι αν είχε ακούσει από παιδί για τα μάτια της μάγισσας ήταν ψέμα. Δεν ήταν λιλά, δεν ήταν λευκά, δεν ήταν ξέθωρα, οι λέξεις δεν είχαν νόημα για να τα περιγράψουν. Την έκαναν να αισθάνεται πως κοιτούσε μέσα στο πηγάδι του χρόνου κι από στιγμή σε στιγμή θα έβγαινε φως από μέσα τους και θα ήταν τόσο δυνατό που θα την τύφλωνε.

 

«Φεύγα!» Η φωνή της ήταν στριγκή, παλιά. Ναι, καταλάβαινε γιατί φοβόντουσαν αυτή τη γυναίκα, όσο κι αν την είχαν ανάγκη κάποιες φορές. Τη φοβόταν κι εκείνη. Όμως, φοβόταν περισσότερο να μην πάρει τις απαντήσεις της.

 

«Θέλω να μάθω» της είπε ξανά «κι έχω να σε πληρώσω.»

 

«Λάθος άνθρωπο ήρθες να ρωτήσεις κι η πληρωμή είναι ξένη. Φεύγα!»

 

«Όχι κοίτα, να» είπε ξετυλίγοντας το μαχαίρι της, «να! Θα στο δώσω άμα μου πεις!»

 

«Φεύγα από μπροστά μου!» Της ξανάπε η γριά λίγο πιο έντονα αυτή τη φορά κι η Ζύραν παραλίγο να την υπακούσει.

 

«Μα γιατί; Σε παρακαλώ, πρέπει να μάθω!»

 

«Δε θες τις απαντήσεις μου, ρώτα αλλού.»

 

«Μα τις θέλω, τις θέλω όσο τίποτα άλλο, σε παρακαλώ! Αφού δεν ξέρεις τι θα ρωτ-»

 

«Φεύγα» της είπε και πάλι και της γύρισε ξανά την πλάτη γυρνώντας στη δουλειά της.

 

Η Ζύραν δε φοβόταν πια. Ένιωθε οργή να την πλημμυρίζει. Είχε γίνει κλέφτρα για να πάρει αυτή την απάντηση, είχε κοπιάσει για να έρθει μέχρι εδώ, δε μπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο για να βοηθήσει τη μάνα της, την παρακαλούσε κι αυτή δεν τη βοηθούσε.

 

«Δεν ξέρεις τίποτα, τίποτα» της φώναξε «είσαι απλά μια τρελή γριά που ζει μόνη της γιατί βρωμάει» από τα μάτια της έτρεχαν λιγνά καυτά ρυάκια από δάκρια στα λεπτεπίλεπτα μάγουλά της «είσαι ξεμωραμένη και κακιά, ούτε σοφή ούτε και μάγισσα. Δεν ξέρεις τίποτα, τίποτ-» Οι τελευταίες της λέξεις πνίγηκαν από ένα λυγμό που τη συντάραξε. Πέταξε το κουρελάκι με το μαχαίρι στο χώμα κι έφυγε τρέχοντας από το δάσος.

 

 

 

Η γριά την παρακολούθησε να τρέχει και να χάνεται στη στροφή του μονοπατιού. Ύστερα κοίταξε το μαχαίρι δίπλα στο κουρελάκι, είπε δυο λέξεις, χτύπησε ένα κοφτό παλαμάκι και τούτο χάθηκε, σα να μην ήταν ποτέ εκεί και γύρισε στην κασετίνα του, παρέα με τα γυαλισμένα αδερφάκια του.

 

 

 

***

 

 

Ένας στρατιώτης είχε έρθει σπίτι τους πριν από τρεις μήνες. Είχε μιλήσει για λίγο με τη μαμά τους στην αυλή και της είχε δώσει ένα γράμμα. Η μαμά του τον είχε κεράσει λεμονάδα και είχε κάτσει λίγο μαζί του. Όταν είχε γυρίσει μέσα στο σπίτι, ο Σερίνενταλ και η αδερφή του την είχαν περικυκλώσει αμέσως ρωτώντας την να τους πει. Που ήταν ο μπαμπάς και πότε θα γυρνούσε; Αυτός ο άλλος τον ήξερε και είχαν πολεμήσει μαζί; Ποιος κέρδισε τις μάχες και πότε θα τελείωνε ο πόλεμος;

 

«Είναι καλά» είχε απαντήσει εκείνη με ένα θλιμμένο χαμόγελο «θα γυρίσει σύντομα. Ναι, τον ήξερε, ναι, πολέμησαν μαζί, ναι ναι, θα γυρίσει σύντομα.» Μα οι άκρες των χειλιών της στρέφονταν περίεργα προς τα επάνω, σαν να τις ανάγκαζε, κι εκεί στην άκρη των ματιών της τρεμόπαιζε μια στάλα ζουμί. Η Ζύραν τα έλεγε αυτά, το βράδυ πριν να κοιμηθούν, στο πατάρι τους. Η μαμά δεν τους είχε διαβάσει το γράμμα του εκείνο το βράδυ γιατί ήταν πολύ κουρασμένη όταν γύρισε από τις δουλειές της και είχε ξαπλώσει νωρίς. Η γιαγιά τους το είχε πει και τα είχε βάλει για ύπνο.

 

Βέβαια, τον Σερίνενταλ δεν τον ένοιαζε τι έλεγε η αδερφή του γιατί μπορεί να ήταν πιο μεγάλη από εκείνον και πιο σοφή, αλλά η μαμά ήταν πιο μεγάλη κι από τους δυο τους κι άρα πιο σοφή από την αδερφή του. Ε, κι άμα η μαμά έλεγε πως όλα ήταν εντάξει, τότε έτσι ήταν. Ο μπαμπάς θα γυρνούσε σπίτι σύντομα!

 

Ο Σερίνενταλ κοιμήθηκε χαμογελαστός το βράδυ εκείνο.

 

 

 

Το άλλο πρωί, καθώς έπιναν γάλα κι έτρωγαν παξιμάδι, η μαμά τους είχε καθίσει δίπλα τους και τους είχε διαβάσει το γράμμα:

 

Αγαπημένοι μου,

 

Μας απόστρα.. κάτι -ο Σερίνενταλ δε θυμόταν τη λέξη- μα εγώ δεν μπορώ να φύγω ακόμα γιατί μου έχουν αναθέσει σοβαρές δουλειές του στρατού μας. Ελπίζω να είστε όλοι σας καλά και να ξέρετε πως σας αγαπώ και κάθε σκέψη μου είναι στο πλάι σας –ή στο πλευρό σας ή κάτι τέτοιο-

 

Με όλη μου την αγάπη.

 

 

 

Ο Σερίνενταλ είχε σηκωθεί και πηδούσε πάνω στο τραπέζι από τη χαρά του. Η μαμά τον μάλωσε λίγο, αλλά η γιαγιά τον είχε πάρει στην αγκαλιά της. Η γιαγιά έκλαιγε όσο τον κρατούσε. «Γιαγιά γιατί κλαις;» Την είχε ρωτήσει «Καμιά φορά, αγόρι μου, κλαίμε από χαρά και γελάμε από λύπη.» Του είχε πει εκείνη. Κι εκείνος το θυμόταν κάθε βράδυ που άκουγε τους λυγμούς της μητέρας του στο κρεβάτι της κι έλεγε ότι ήταν πολύ χαρούμενη.

 

Η Ζύραν πίστευε πως η μαμά κάτι τους έκρυβε. Ναι, ο μπαμπάς τους ήταν καλά, αλλά θα γυρνούσε; Δεν έλεγε τίποτα το γράμμα του για αυτό. Ναι, είχε σοβαρές δουλειές μα είχε και γυναίκα και παιδιά και χωράφι. Άλλος ήταν ο λόγος, έλεγε, που δε γυρνά πίσω. Άλλος. Μπορεί και να έχει βρει άλλη γυναίκα, έλεγε, και γι’ αυτό να μη γυρνά. Και πες πες πες, είχε αρχίσει με τον καιρό να έχει κι εκείνος κάποιες αμφιβολίες.

 

Έτσι, όταν άρχισε να του λέει πως μπορούσαν μαζί να ρωτήσουν τη Μαύρη Σελήνη να τους πει που είναι και τι κάνει, συμφώνησε κι εκείνος.

 

«Πώς να τη ρωτήσουμε;» είχε την απορία.

 

«Υπάρχει τρόπος και θα τον μάθω!» του είχε απαντήσει εκείνη.

 

Κι ο Σερινένταλ είχε μείνει ήσυχος, η μαμά έλεγε ότι ο μπαμπάς θα γυρνούσε σύντομα κι η αδερφή του θα μάθαινε πόσο σύντομα. Εξάλλου, είχε δει σχεδόν όλα τα άλλα φεγγάρια να ανατέλλουν από τουλάχιστον μια φορά το καθένα –κι ας μην τα θυμόταν όλα- κι ήθελε να δει και το δεκατοτέταρτο. Δε θα την έχανε αυτή την ευκαιρία, η Μαύρη Σελήνη ανέτειλε κάθε δεκατέσσερα χρόνια, του το είχε πει η γιαγιά του, κι εκείνος ήθελε να δει πώς έμοιαζε ένα φεγγάρι που ήταν πιο μαύρο από την ίδια τη νύχτα.

 

 

 

***

 

Η Ζύραν είχε σκεφτεί πολύ αυτά που της είχε πει η γριά. Είχε χρειαστεί μέρες για να μπορέσει να σκεφτεί ξανά, ένιωθε πως κανείς δε μπορούσε να τη βοηθήσει και πως ήταν μόνη της, μόνη σε όλα. Πως έπρεπε να τα κάνει όλα μόνη της.

 

Είχε θυμηθεί τους παλιούς θρύλους για εκείνα που φανέρωναν τα φεγγάρια σε αυτούς που γνώριζαν τα μυστικά τους κι επεξεργαζόταν συνεχώς το ότι η γριά της είχε πει ότι ρωτάει λάθος, ότι άλλον πρέπει να ρωτήσει για να πάρει τις απαντήσεις της κι όχι εκείνη. Πριν από αυτά βέβαια, τα είχε στριφογυρίσει στο μυαλό της μήνες, είχε σκεφτεί το ενδεχόμενο να πάει μέχρι την πρωτεύουσα και να τον ψάξει εκεί ρωτώντας τον κόσμο, είχε σκεφτεί κάθε μικρό και μεγάλο ενδεχόμενο του τι θα μπορούσε να κάνει. Και τίποτα δεν της φαινόταν πως θα δούλευε.

 

Μέχρι που διαβάζοντας ένα βιβλίο στης αρχόντισσας τη βιβλιοθήκη είχε κάνει τους υπολογισμούς της και είχε βρει πως η Μαύρη Σελήνη θα ανέτειλε τον άλλο μήνα. Η φύλακας των μυστικών. Αυτή που οι θρύλοι έλεγαν πως ξέρει όλα τα κρυφά, όλα τα χαμένα. Όλα τα μυστικά είναι κρυμμένα στις σκιές της. Κι αυτό για το οποίο ήτανε σίγουρη ήταν το ότι αν όντως οι σκιές της κρατούν όλα τα μυστικά, τότε και το μυστικό του μπαμπά της θα ήταν κρυμμένο εκεί, σε κάποια από τις σκιές. Κι αυτό που έμενε να μάθει ήταν το πώς ένα μυστικό θα το πάρει από τις σκιές της Μαύρης Σελήνης, πώς θα το κλέψει ή πώς θα το ζητήσει. Γιατί δε μπορεί, όλοι οι παλιοί θρύλοι βασίζονται κάπου, όλα τα παραμύθια της γιαγιάς της ήταν παλιές ιστορίες στην πραγματικότητα. Φουσκωμένες σίγουρα, αλλά ιστορίες που είχαν με κάποιο τρόπο γίνει. Και μαζεύοντας τα κομματάκια τους προσεκτικά είχε καταλήξει σε έναν τρόπο, που τώρα, που κρατούσε τον αδερφό της από το χέρι και προχωρούσαν όσο καλύτερα μπορούσαν μέσα στο θεοσκότεινο δάσος των Σκιών, ήλπιζε με όλη τη δύναμη της ψυχής της να δουλέψει.

 

Ο μικρός γκρίνιαζε που και που δίπλα της, πράγμα λογικό. Τον είχε σηκώσει από τα ζεστά του σκεπάσματα, είχαν φύγει κρυφά από το σπίτι και τον είχε σύρει μες τα σκοτάδια στο δάσος. Ένιωθε τύψεις για τον αδερφούλη της που φοβόταν, όμως τον είχε ανάγκη κι ήταν ο μόνος που μπορούσε να του πει την αλήθεια. Δε μπορούσε να φτιάξει κύκλο αίματος μόνη της, ήθελε τουλάχιστον άλλον έναν κι ο δεσμός του αίματος έπρεπε να είναι εξαιρετικά δυνατός αν ήθελε να έχει πιθανότητες να δουλέψει το ξόρκι που θα δοκίμαζε.

 

Βέβαια, δεν του είχε πει πως αυτό που θα έκαναν θα ήταν μάλλον μαγικό, του είχε πει μονάχα πως θα πήγαιναν να ρωτήσουν τη σελήνη για το μπαμπά, για να σιγουρευτούν. Και με τις ερωτήσεις ο Σερίνενταλ δεν είχε ποτέ ιδιαίτερο πρόβλημα. Έσκασε ένα μικρό νευρικό γελάκι στη σκέψη αυτή κι ένιωσε τα μάτια του μικρού να καρφώνονται πάνω της.

 

«Τι;» τη ρώτησε.

 

«Τίποτα, προχώρα»

 

 

 

Η σκιές μέσα στο δάσος ανακάτευαν και το δικό της στομάχι, αλλά πρώτα δεν ήθελε κι ύστερα δε μπορούσε να το παραδεχτεί ούτε και να το αφήσει να την επηρεάσει. Έμοιαζαν να ξεπετάγονται παντού πίσω και γύρω από τα δέντρα, σε σημεία σωστά και λάθος, έμοιαζαν να κινούνται με δική τους βούληση και κάποιες ήταν πιο παγερές από το δάσος. Έλεγε στον εαυτό της πως τις ώρες εκείνες που το κρύο δυνάμωνε περνούσαν δίπλα από κάποια ρεματιά γι’ αυτό κι ήταν πιο δροσερά, μα αγκάλιαζε σφικτά το αδερφάκι της να το νιώθει κοντά της. Και κάποτε, μια ζωή μετά της φάνηκε, είδαν τα δέντρα του δάσους να αραιώνουν κι ο αέρας μύρισε πελαγίσια αλμύρα κι ύστερα από λίγο, μονάχα λίγο, ακόμη βγήκαν από τα πυκνά δέντρα και έφτασαν στον γκρεμό, αρκετά μέτρα πάνω από την ακτή. Πίσω τους το δάσος μαύρο σιωπηλό και μπροστά τους η απλωσιά της απέραντης θάλασσας και το μουρμουρητό των κυμάτων της. Ο ουρανός πάνωθέ τους κατάμεστος από αστέρια και η νύχτα τόσο φωτεινή πλέον που σχεδόν της πονούσε τα μάτια μετά από όλο εκείνο το σκοτάδι.

 

Ο Σερινένταλ γελούσε. Είχε αφήσει το χέρι της και πετούσε μικρές πετρούλες κάτω στο γκρεμό. Εκείνη κούρνιασε πίσω από ένα βράχο και έψαξε με τα μάτια της για ένα σημείο που να είναι ταυτόχρονα πολύ κοντά, μα κι έξω από το δάσος. Το βρήκε κι έμεινε καθισμένη εκεί να χαζεύει τον ορίζοντα περιμένοντας.

 

 

 

***

 

Τα δύο παιδιά στέκονταν σε ένα μικρό πλάτωμα πάνω από τον γκρεμό. Η σκιά της Μαύρης Σελήνης είχε απλωθεί σχεδόν σε όλη τη θάλασσα και κόντευε να καλύψει και την απόσταση της ακτής και να σκαρφαλώσει στο γκρεμό να τα φτάσει. Οι σκιές του δάσους έμοιαζαν σχεδόν να χορεύουν έναν ηλεκτρισμένο χορό. Μετακινούνταν σχεδόν με δική τους απόφαση και λες πάσχιζαν να ενωθούν με τη σκιά της μάνας σελήνης τους.

 

Η Ζύραν είχε δαγκώσει τα χείλη της μέχρι να ματώσουν κι ύστερα είχε φτύσει επάνω σε ένα κομματάκι έβενο. Είχε βάλει και το Σερίνενταλ να κάνει το ίδιο και τώρα κρατούσαν τα χέρια τους σχηματίζοντας κύκλο με τις πέτρες ανάμεσά τους. Η σκιές έπρεπε να τους βρουν ταυτόχρονα, κι αν είχε υπολογίσει καλά τις αποστάσεις θα τα κατάφερνε, έπρεπε να αγγίξουν τον κύκλο μαζί. Και εκείνοι έπρεπε να σκέφτονται τον πατέρα τους, τόσο δυνατά που να ακούνε σχεδόν ο ένας τη σκέψη του άλλου. Για τον μικρό ήταν πιο εύκολο, όλο εκείνον σκεφτόταν έτσι κι αλλιώς, η Ζύραν όμως πάσχιζε να συγκεντρωθεί κι ήλπιζε την ώρα που οι σκιές θα τους εύρισκαν να το είχε καταφέρει.

 

 

 

Ξάφνου, η εικόνα του πατέρα της πρόβαλλε ολοκάθαρη μπροστά της. Σχεδόν ολοκάθαρη, γιατί χαμηλά, κάτω στα πόδια του υπήρχε πάχνη, χοντρή και φουντωτή τόσο που δεν έβλεπε το έδαφος κάτω από το γόνατό της.

 

Άκουσε τη χαρούμενη κραυγή του αδερφού της και συνειδητοποίησε πως δεν κρατιόντουσαν πια από τα χέρια και δεν ήταν πια στο γκρεμό. Βρίσκονταν σε ένα λιβάδι, όπου υπήρχαν αντικείμενα σπαρμένα, χωμένα όμως μέσα στην πάχνη τόσο που δε μπορούσε να τα ξεχωρίσει με την πρώτη ματιά.

 

Ο Σερίνενταλ έτρεχε προς το μέρος του πατέρα τους σχεδόν ουρλιάζοντας από τη χαρά του, ενώ εκείνος είχε στραφεί και τους κοιτούσε. Υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα που δεν της άρεσε. Για την ακρίβεια υπήρχε κάτι, που δεν το είχε εντοπίσει ακόμα, κάτι που ήταν λάθος.

 

«Νταλ! Έλα δω» φώναξε στον αδερφό της σχεδόν τρέμοντας. «Νταλ!»

 

Μα εκείνος απορροφημένος από την εικόνα του πατέρα τους δεν την άκουσε, σχεδόν τον είχε φτάσει, σχεδόν τον άγγιζε, όταν η πάχνη ακριβώς μπροστά στη Ζύραν ξεθώριασε για λίγο κι εκείνη είδε δυο νεκρά μάτια να την κοιτούν. Ύστερα μια λόγχη, ύστερα το νεκρό κορμί ενός αλόγου και παραδίπλα ένα άλλο ανθρώπινο σώμα σε μια φρικτή στάση σχεδόν σχισμένο στα δύο.

 

«ΝΤΑΑΑΑΛ!» Ούρλιαξε καθώς ο μικρός αγκάλιαζε τον πατέρα του.

 

Και ύστερα ο κόσμος αυτός χάθηκε, το στομάχι της δέθηκε κόμπος και μια παγωμένη ζάλη την τύλιξε. Το τελευταίο πράγμα που αισθάνθηκε ήταν το σώμα της να σωριάζεται στην κρύα πέτρα. Το τελευταίο πράγμα που είδε ήταν το δίχως όνομα χρώμα που είχαν τα μάτια της μάγισσας.

 

 

 

***

 

Ήταν μέρα. Το ήξερε γιατί αισθανόταν τον ήλιο να της χαϊδεύει το πρόσωπο. Όμως τα μάτια της δεν άνοιγαν ακόμα. Δε μπορούσε να τα αναγκάσει. Σιγά σιγά συνειδητοποιούσε το περιβάλλον γύρω της. Ήταν στα ζεστά κι άκουγε τον ψίθυρο του αδερφού της και της μαμάς τους.

 

«Ήθελα να μείνω μαζί του, μαμά.»

 

«Αγόρι μου, αγόρι μου!»

 

Κι ύστερα μια άλλη φωνή, γνωστή κι αυτή, παλιά: «Και παραλίγο να το κάνει, χάρη στην προκομμένη σου!»

 

«Πάμε έξω, κυρά Σέρβντα, είναι καλά» απαντούσε η γιαγιά της «πάμε να σε φιλέψω κάτι. Πώς να σε ευχαριστήσουμε;!»

 

Άνοιξε τα μάτια της κι η μάνα της αμέσως τη βούτηξε και την έσφιξε στην αγκαλιά της.

 

«Κοπέλα μου, κοριτσάκι μου, κοπέλα μου!» Της έλεγε ξανά και ξανά, κουνώντας τα και τα δυο στην αγκαλιά της κλαίγοντας. Η Ζύραν κοίταξε πάνω από τον ώμο της μητέρας της και η ματιά της διασταυρώθηκε με της μάγισσας. «Ευχαριστώ» της είπε χωρίς να βγάλει ήχο. Η μάγισσα της γύρισε την πλάτη κι απομακρύνθηκε με κουρασμένα βήματα.

 

 

 

Αργότερα το απόγευμα η μητέρα τους είχε δώσει τα δύο γράμματα. Το ένα από το στρατιωτικό ταχυδρομείο με την αναγγελία του θανάτου του πατέρα τους και το άλλο που είχε γράψει η ίδια και τους είχε διαβάσει πριν από τόσο καιρό. «Αν δε σας εύρισκε η μάγισσα!» Έλεγε συγκλονισμένη. «Αν δε σας εύρισκε..» μα η φράση της αυτή ποτέ δεν τελείωνε.

 

Η Ζύραν κρατούσε στην αγκαλιά της σφικτά τον αδερφό της που έκλαιγε γοερά. Τον κρατούσε και τον έσφιγγε, ίσως τον πονούσε, μα ο μικρός δεν παραπονιόταν μονάχα έκλαιγε που δε θα ξαναβλεπε το μπαμπά του. Τα δικά της μάτια όμως ήταν στεγνά αυτή τη φορά.

 

«Μαμά» της είπε κάποτε σοβαρά «μη μας ξαναπείς ποτέ ψέματα!»

Link to comment
Share on other sites

Ω, μα! Ω, μα! Αυτά τα μυστήρια τερτίπια των write-off! Είναι σχεδόν του διαβόλου πράγματα! Και οι δύο είδατε τον Σερίνενταλ και την Ζύραν ως αδέλφια. Και οι δύο είχατε την Ζύραν έτοιμη να χύσει το αίμα του αδελφού της για σημαντικό, αναγκαίο καλό. Και για ισορροπία, η μία Ζύραν αποκαλεί τον Σερίνενταλ "Σερί", η άλλη "Νταλ". Ω, μα, επιτέλους!

 

Και οι δύο ιστορίες, άσχετα της διαφοράς μεγέθους, είναι καλογραμμένα, δυνατά διηγήματα. Το ένα σε ύφος εσχατολογικού ινδικού παραμυθιού, και το άλλο σε κλασσικό, κομψό δημιούργημα της Κιάρας. Του Atrelegis είναι τραγικό, σκληρό και θα έλεγα μονόδρομος προς την κατάληξη του. Της Nienor, μας έχει δέσμιους στα δίχτυα της συγγραφέως του, και είμαστε στο έλεος της διάθεσης της. Παρά την σκοτεινιά της σελήνης, την πετύχαμε στα καλά της, και έχουμε ένα αναπάντεχα γλυκό φινάλε. Ήθελα όμως ένα πιο δυνατό μυστικό, μια πιο συγκλονιστική αποκάλυψη για την τύχη του πατέρα. Ίσως η πίεση χρόνου δεν επέτρεψε να βράσουν τελείως τα δημιουργικά ζουμιά σε αυτή την περίπτωση.

 

Δεν έχω όμως συν και πλην, υπέρ και κατά, που να κάνουν την πλάστιγγ να γέρνει προς τα εδώ ή προς τα εκεί. Πάω με το συναίσθημα και ψηφίζω Nienor.

Link to comment
Share on other sites

Αργκ... μόλις το τελείωσα...

Άτρε, μου είχες λείψει πάαααρα πολύ ρε μπαγάσα. Είναι σαν κόσμημα, είχα σχεδόν ξεχάσει την αίσθηση που αφήνουν οι ιστορίες σου.

Link to comment
Share on other sites

Όντως, αυτή ομοιότητα στη συγγένεια και στα υποκοριστικά παραείναι χτυπητή για να είναι συμπτωματική... Περίεργες δυνάμεις πλανώνται πάνω από το sff...:lol:

 

Λοιπόν...

 

Atrelegis, ωραία ιστορία, που είχε τη δυναμική να γίνει καλύτερη. Αυτό οφείλεται κυρίως στη σκληρότητα που δείχνει η Ζύραν για να ωφελήσει το ευρύτερο σύνολο, παρά την εσωτερική πάλη με τα συναισθήματά της. Ίσως θα ήθελα να δω αν υπήρχαν και κάποιες άλλες επιλογές που θα μπορούσε να ακολουθήσει η Ζύραν και τις επιπτώσεις αυτών, πχ τι θα γινόταν αν έπαιρνε τον αδερφό και το έσκαγαν; Αλλά ακόμη κι έτσι, τα διλήμματα που θέτονται κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Βρήκα την εισαγωγή κάπως μεγάλη για το μέγεθος της ιστορίας. Ωραίες και εντυπωσιακές εικόνες, ενδιαφέρουσα κοσμοπλασία, αλλά όλα αυτά, σε συνδυασμό με τα ονόματα, που δεν χρησίμευσαν πουθενά, με μπέρδεψαν στην αρχή. Από τη στιγμή, όμως, που μπαίνουμε στο ζουμί, αποκτά μεγάλο ενδιαφέρον.

 

Nienor, ακόμη μια πολύ καλή ιστορία, με επίσης πολύ καλή χρήση της γλώσσας, όπως πάντα. Ωραίος ο τρόπος με τον οποίο δίνεται η εξέλιξη της ιστορίας, αυτά τα μπρος-πίσω κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο. Μου άρεσε πολύ η σκηνή της συνάντησης της Ζύραν με τη γριά μάγισσα, πολύ δυνατή. Πολύ καλό και συγκινητικό το τέλος, αλλά κι εγώ θα ήθελα κάτι πιο δυνατό και αποκαλυπτικό, κάτι πιο αντάξιο σ' αυτά που πέρασαν τα παιδιά.

Η μόνη παρατήρηση που έχω να κάνω είναι πως η εμφάνιση της Μαύρης Σελήνης γίνεται σε πολύ σύντομα και τακτά χρονικά διαστήματα για να θεωρηθεί ως θρύλος. Δηλαδή, εφόσον γίνεται κάθε δεκατέσσερα χρόνια, θα περίμενα κοπάδια ανθρώπων να κυνηγούν τις σκιές της για να πάρουν τις απαντήσεις που επιθυμούν. Άλλο να πεις ότι συμβαίνει κάθε χίλια χρόνια, που θα της έδινε ένα άλλο μυστήριο κι οι άνθρωποι θα έλεγαν ιστορίες γι' αυτήν, όπως λέμε εμείς για το 2012 :p. Βέβαια, η δεύτερη περίπτωση θα δημιουργούσε άλλα προβλήματα στη συγκεκριμένη ιστορία.

Γενικά, μου άρεσε πολύ.

 

Τελικά, η ψήφος μου θα πάει στη Nienor.

Edited by Mesmer
Link to comment
Share on other sites

Κιάρα, θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω μια ειλικρινή απάντηση:

 

Γιατί δεν έχεις ακόμη γράψει μια ανθολογία παιδικών παραμυθιών; Σοβαρά τώρα. Πολλά από όσα έχεις γράψει θα τα διάβαζα στα παιδιά μου.

 

Συμπεριλαμβανομένης και αυτής της ιστορίας.

Link to comment
Share on other sites

Κιάρα, θα σε ρωτήσω κάτι και θέλω μια ειλικρινή απάντηση:

 

Γιατί δεν έχεις ακόμη γράψει μια ανθολογία παιδικών παραμυθιών;

Γιατί είναι τεμπέεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεελαααααααααααααααααααααααααααααααα... :p

Link to comment
Share on other sites

Γιατί είναι τεμπέεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεελαααααααααααααααααααααααααααααααα... :p

 

Artist's proper response

Link to comment
Share on other sites

Χεχε, χαίρομαι που το εντοπίζεται στην τεμπελιά μου το πρόβλημα κι αλλιώς βεβαίως και φυσικά θα μπορούσα να το κάνω αυτό, χεχε :p Οπότε είναι κοπλιμάν, χεχε :p

Ρεεε, τα παιδιά είναι πιο δύσκολα από μας! Αλήθεια σας το λέω. :)

 

 

Ευχαριστούμε πολύ που διαβάζετε, σχολιάζετε και ψηφίζετε :)

Link to comment
Share on other sites

Χε χε! Δεν είμαι η μόνη που κουφάθηκε με τη σύμπτωση των δυο αδελφών.

Όταν διάβασα τις ιστορίες νόμισα ότι το έδινε στην εισαγωγή, μέχρι που συνειδητοποίησα οτι δεν ήταν έτσι!

 

Λοιπόν, και οι δυο ιστορίες μού άρεσαν. Και μάλιστα πολύ. Εκμεταλλευτήκατε καλά το μυστήριο της εισαγωγής και δώσατε πολύ ωραία ατμόσφαιρα, πλέκοντας ταυτόχρονα τους μύθους σας.

 

Πάμε στα επιμέρους

Του Atrelegis: Πολύ ενδιαφέρουσα κοσμοπλασία, σκληρή και δυνατή η ιστορία, γρήγορος ρυθμός, πολλές πληροφορίες.

Μου άφησε ωστόσο αρκετά κενά και what if και γιατί αυτό τώρα. Πάντως για τη δύναμή της και τη φαντασία της, θα μπορούσα να την ψηφίσω αν δεν ήταν τόσο ολοκληρωμένη και επίσης όμορφη, με τους θρύλους, τη μαγεία και την ατμόσφαιρά της, η ιστορία της Nienor.

 

Ψήφισα λοιπόν Nienor τελικά γιατί με κέρδισε στο στήσιμο και στις λεπτομέρειες.

Link to comment
Share on other sites

Η ιστορία του atreklegis εχει έντονο το μυστικιστικό στοιχείο, κάτι που συνδέεται με την θρησκεία και την ζωή του κόσμου που έχει πλάσει και είναι ενδιαφέρον και μυστήριο. Μας βάζεις μέσα σε αυτό το τελετουργικό που είναι σκληρό και συγχρόνως σημαντικό για την ηρωίδα σου και σε αυτό βοηθάει η απίστευτη περιγραφή που μας δίνεις. (Ειδικά η αρχή με τις πεταλούδες που ξεχύνονται με φόντο το φεγγάρι είναι καταπληκτική εικόνα!)

ΚΑταλαβαίνοντας τη σημασία του τελετουργικού και της μοίρας του αδερφού της βιώνουμε το δισταγμό και την ηθική υποχρέωση της αδερφής του. Πρέπει όμως να πώ ότι πιστεύω ότι ήθελες κάμποσες λέξεις παραπάνω γιατί σε κάποια σημεία έδινες πολλές πληροφορίες σε λίγο χώρο και με δυσκόλεψε λίγο.

Η ιστορία της Νιένορ ήταν πιο απλή σε έβαζε απο την αρχή μέσα στην υπόθεση και ήταν λίγο πιο αθώα και νοσταλγική ως προς την ανεμελιά και την τυφλή εμπιστοσύνη που βλέπουμε να έχουν τα παιδιά μέχρι το τέλος. Είχε ωραίες σκηνές και διαλόγους ρεαλιστικούς. Μου άρεσαν οι εικόνες με την γιαγιά είναι εύκολο να ταυτιστείς με αυτό. Το τέλος ήταν πολύ καλό και μου άρεσε και δεν το περίμενα.

Ψηφίζω Νιένορ γιατί το βρήκα σφιχτοδεμένο. Συγχαρητήρια και στους δύο όμως και στη Σόνυα για την δυνατή εισαγωγή. Καλή επιτυχία και στους δύο.

Link to comment
Share on other sites

@Atrelegis

Τι να σου πω τώρα, κάτσε να φύγει λίγο το μούδιασμα. Θα έπρεπε να δεις την έκφραση που νιώθω ότι έχω τώρα, τι λέω, ούτε που ξέρω τι έκφραση έχω.

Η ιστορία σου με πήρε και με σήκωσε, και όταν αυτό συμβαίνει είναι για μένα το παν. Δεν θέλω να το ψάξω άλλο, μου άρεσε και τη θεωρώ μία από τις λίγες. Να είσαι καλά, καλώς μας ήρθες (εγώ είμαι καινούργια, γι' αυτό δεν βάζω το "ξανά" :) ), και ανέβαζε πού και πού κάτι να διαβάζουμε.

@Nienor

Τεμπέλα. :p

Μου άρεσε το παραμύθι σου. Με τύλιξε με τον αέρα του, όπως πετυχαίνεις πάντα. Ίσως σε μερικά σημεία να βρήκα λίγο μπλα-μπλα παραπάνω για τα γούστα μου, (καμιά φορά παρασύρεσαι νομίζω, και αν το χαλιναγωγήσεις θα κερδίσεις πολλά), αλλά το ευχαριστήθηκα. Αυτή η απλότητα με τη μαγεία που έρχεται και χτυπάει δυνατά, είναι πολύ πετυχημένος συνδυασμός. Για την τελευταία φράση, :D δίκιο είχε το κοριτσάκι, έλεος!

 

 

 

 

Ψηφίζω την ιστορία του Ατρελέγκα.

 

edit: διόρθωση τυπογραφικής γελοιότητας

Edited by Cassandra Gotha
Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #60 (Atrelegis vs Nienor)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..