Jump to content

Write off #61 (Asgaroth vs niceguy0973)


DinoHajiyorgi
 Share

  

7 members have voted

  1. 1. Ψηφίστε ένα από τα δύο διηγήματα

    • Asgaroth
      5
    • niceguy0973
      2

This poll is closed to new votes


Recommended Posts

Εισαγωγή: (164 λέξεις)

 

Έφτασε με την ψυχή στο στόμα στο καταφύγιο, με το έδαφος να σείεται στο κατόπι του, η ανάσα των διωκτών του καυτή στον σβέρκο. Με το που σφάλισε και αμπάρωσε την βαριά πόρτα πίσω του, τα απανωτά, βίαια χτυπήματα τράνταξαν συθέμελα το κτίριο. Τοίχοι και οροφή έτριζαν και δονούνταν, αιμορραγούσαν χαλίκια και κονίαμα στο κράνος του. Δεν θα ήταν ασφαλής για πολύ. Τίναξε την μπέρτα του σκορπίζοντας βίδες και ελάσματα στο μαρμάρινο πάτωμα. Έβρισε μέσα από τα δόντια του. Ο θώρακας του είχε υποστεί βαριά ζημιά. Όρμισε στο μπαούλο έκτακτης ανάγκης. Εκεί του είχε πει ότι θα έβρισκε το μεταλλικό κουτί, και του είχε υποσχεθεί ότι θα ήταν ξεκλείδωτο.

 

Ο βορεινός τοίχος του καταφυγίου είχε αρχίσει ήδη να ραγίζει. Δεν έπρεπε να χασομερά άλλο. Το κουτί ήταν όντως στο μπαούλο. Ήταν και ξεκλείδωτο. Θα έβρισκε όμως μέσα αυτό στο οποίο βάσιζε όλες του τις ελπίδες; Το άνοιξε και γούρλωσε τα μάτια του.

«Δεν το πιστεύω!» αναφώνησε, την στιγμή που κατέρρευσε ο τοίχος μπροστά του.

 

 

Διορία καταθέσεων διηγημάτων: Μεσάνυχτα Πέμπτης, 4 Αυγούστου

Όριο λέξεων: 1.000 με 3.500 λέξεις

Edited by DinoHajiyorgi
Link to comment
Share on other sites

έχω τελειώσει το βασικό κομμάτι.περνάω διορθώσεις και βρίσκομαι στο στάδιο που προσπαθώ να καταλάβω αν μου αρέσει ή όχι αυτό που έφτιαξα.

Link to comment
Share on other sites

Εγώ το τελείωσα και το διορθώνω... Που το στέλνουμε όταν τελειώσει; Πρέπει να περιμένω μέχρι την Πέμπτη τα μεσάνυχτα για να το στείλω;

 

 

Link to comment
Share on other sites

Εγώ το τελείωσα και το διορθώνω... Που το στέλνουμε όταν τελειώσει; Πρέπει να περιμένω μέχρι την Πέμπτη τα μεσάνυχτα για να το στείλω;

Θα ποστάρετε και οι δύο τις ιστορίες σας εδώ.

 

Όσο για το πότε, συνήθως οι δύο "συναγωνιστές" συνεννοούνται έτσι ώστε να ανεβάσουν ΄χρονικά μαζί τα διηγήματα τους, χωρίς όμως αυτό να είναι απαραίτητο. Είναι απλά ένα δείγμα ιπποτισμού. Τώρα αν ο ένας αργεί, μπορεί να δώσει στον άλλο την άδεια του να αναρτήσει πρώτος.

Edited by DinoHajiyorgi
Link to comment
Share on other sites

Εγώ το τελείωσα και το διορθώνω... Που το στέλνουμε όταν τελειώσει; Πρέπει να περιμένω μέχρι την Πέμπτη τα μεσάνυχτα για να το στείλω;

Θα ποστάρετε και οι δύο τις ιστορίες σας εδώ.

 

Όσο για το πότε, συνήθως οι δύο "συναγωνιστές" συνεννοούνται έτσι ώστε να ανεβάσουν ΄χρονικά μαζί τα διηγήματα τους, χωρίς όμως αυτό να είναι απαραίτητο. Είναι απλά ένα δείγμα ιπποτισμού. Τώρα αν ο ένας αργεί, μπορεί να δώσει στον άλλο την άδεια του να αναρτήσει πρώτος.

 

 

Δεν έχω κανένα πρόβλημα να περιμένω.... Θα τα αναρτήσουμε εδώ ή κάπου αλλού;

Link to comment
Share on other sites

Θα τα αναρτήσουμε εδώ ή κάπου αλλού;

Κατά παράδοση εδώ. Μετά το τέλος του διαγωνισμού, αν θέλετε, μπορείται να τις βάλετε στην ανάλογη βιβλιοθήκη του φόρουμ.

Link to comment
Share on other sites

οκ μάλλον αύριο (Δευτέρα...δηλαδή σήμερα) ή το πολύ την τρίτη θα είμαι έτοιμος.Θα έλθω σε συννενόηση με τον φίλτατο niceguy για να τις αναρτήσουμε μαζί.

Link to comment
Share on other sites

Όνομα Συγγραφέα: Σπύρος

Είδος: Ε.Φ. ίσως...

Βία; Ναι

Σεξ; Μια μικρή υπόνοια

Αριθμός Λέξεων: 3468 Σα σύκο το μυαλό σαπίζει.

 

 

 

Έφτασε με την ψυχή στο στόμα στο καταφύγιο, με το έδαφος να σείεται στο κατόπι του, η ανάσα των διωκτών του καυτή στον σβέρκο. Με το που σφάλισε και αμπάρωσε την βαριά πόρτα πίσω του, τα απανωτά, βίαια χτυπήματα τράνταξαν συθέμελα το κτίριο. Τοίχοι και οροφή έτριζαν και δονούνταν, αιμορραγούσαν χαλίκια και κονίαμα στο κράνος του. Δεν θα ήταν ασφαλής για πολύ. Τίναξε την μπέρτα του σκορπίζοντας βίδες και ελάσματα στο μαρμάρινο πάτωμα. Έβρισε μέσα από τα δόντια του. Ο θώρακας του είχε υποστεί βαριά ζημιά. Όρμισε στο μπαούλο έκτακτης ανάγκης. Εκεί του είχε πει ότι θα έβρισκε το μεταλλικό κουτί, και του είχε υποσχεθεί ότι θα ήταν ξεκλείδωτο.

 

 

 

Ο βορεινός τοίχος του καταφυγίου είχε αρχίσει ήδη να ραγίζει. Δεν έπρεπε να χασομερά άλλο. Το κουτί ήταν όντως στο μπαούλο. Ήταν και ξεκλείδωτο. Θα έβρισκε όμως μέσα αυτό στο οποίο βάσιζε όλες του τις ελπίδες; Το άνοιξε και γούρλωσε τα μάτια του.

 

«Δεν το πιστεύω!» αναφώνησε, την στιγμή που κατέρρευσε ο τοίχος μπροστά του.

 

 

 

Μια τεράστια πλάκα έσκασε κάνοντας έναν εκκωφαντικό ήχο λίγα μόλις βήματα μακριά. Έγινε κομμάτια, σηκώνοντας σκόνη, τινάζοντας πέτρες και χαλίκια, που κύλησαν μέχρι τα πόδια του. Ψηλόλιγνες σκιές εμφανίστηκαν μέσα από την πυκνή σκόνη στο άνοιγμα του τοίχου.

 

Αστραπιαία το χέρι του έφτασε στη δερμάτινη θήκη στο πλάι του ποδιού του, ξεκουμπώνοντάς την και τραβώντας το όπλο του. Σημάδεψε σταθερά προς τις σκιές και τη στιγμή που το πρώτο κεφάλι ξεπρόβαλε έριξε, ρίχνοντας έναν στρατιώτη του Ναού νεκρό με δύο καρφιά σφηνωμένα στο κρανίο του.

 

Σαν κύμα, μέσα από τον κονιορτό ξεχύθηκε ένα ερπετό και γραπώθηκε στον τοίχο απέναντί του κινούμενο αστραπιαία. Παρόλη την ταχύτητα του πλάσματος ο Σοκγάι το σημάδευε σταθερά. Το πλάσμα στάθηκε για στιγμές αντίκρυ του με τα νύχια του χωμένα στον τοίχο και το βλέμμα καρφωμένο πάνω του, μάζεψε δύναμη στα πίσω πόδια και πετάχτηκε προς το μέρος του.

 

Δύο καρφιά, στροβιλίστηκαν στον αέρα και διαπέρασαν τη μαλακή σάρκα στο εσωτερικό του στόματος του ερπετού. Ήταν ήδη νεκρό όταν έπεφτε πάνω στον Σοκγάι, πλακώνοντάς τον με το βάρος του.

 

Οι παλάμες του άγγιξαν τη φολιδωτή πλάτη του πλάσματος, και προσπάθησε μάταια να το σπρώξει από πάνω του. Συγκεντρώθηκε, μαζεύοντας τον αέρα γύρω του, όταν άκουσε κάτι να αναπηδά στο μαρμάρινο πάτωμα. Δίπλα του έφτασε μια μικρή βομβίδα, με ένα κόκκινο φωτάκι που αναβόσβηνε. Το κόκκινο φως έγινε σταθερό και τα πάντα πλημμύρισε η λευκή λάμψη ενός αναστολέα.

 

Όταν άνοιξε τα μάτια του, αντίκρισε ένα ζευγάρι δερμάτινες μπότες. Σήκωσε το βλέμμα του και είδε τριγύρω του, λευκοντυμένους στρατιώτες του ναού, με τις κάνες των όπλων τους να τον σημαδεύουν. Η πόρτα του καταφυγίου κατάρρευσε και με φιδίσιες κινήσεις μπήκαν μέσα τα γιγάντια ερπετά που τον καταδίωκαν. Από το άνοιγμα του τοίχου ξεπρόβαλλε μια ακόμη λευκοντυμένη φιγούρα, σκύβοντας για να περάσει. Τα σιδερένια τακούνια της μπότας αντήχησαν στο κρύο μάρμαρο , μέχρι που ο άνδρας έφτασε μπροστά του. Η μπέρτα του έφτανε μέχρι το πάτωμα χαϊδεύοντάς το απαλά, και ο θώρακάς του άστραφτε καλογυαλισμένος με το χρυσό κορδόνι του σώματος των αξιωματικών να είναι καρφιτσωμένο στις δύο άκρες του. Το χέρι του ακουμπούσε ανάλαφρα τη λαβή του σπαθιού του, που ήταν θηκαρωμένο στο πλάι του.

 

«Μη δοκιμάσεις τίποτα χαζό τώρα…» έκανε ο αξιωματικός, ανέκφραστα. Τέντωσε την παλάμη του προς το μέρος του, σα να ήθελε να τον ακινητοποιήσει.

 

Ο Σοκγάι έριξε το κεφάλι του πίσω και έκλεισε τα μάτια. Είχε προδοθεί. Δε θα μπορούσε να κάνει τίποτα…Ήταν πολύ περισσότεροι. Το ελάχιστο που θα έκανε ,πριν κάποιο καρφί του διαπεράσει το μυαλό, θα ήταν ίσως να στερήσει από το καθεστώς που κατέρρεε έναν αξιωματικό και μερικούς στρατιώτες. Αν δεν ήθελε να χάσει τα λογικά του, καταστρέφοντας τα πάντα...Τότε αποφάσισε να πράξει το αδιανόητο.

 

***

Τα μάτια του άνοιξαν και το βλέμμα του εστίασε στον κατακόκκινο ουρανό. Σηκώθηκε, τινάζοντας τη σκόνη από πάνω του και κοίταξε τριγύρω. Τα κτήρια της Σάρφεχ παραδομένα στις φλόγες, ξερνούσαν μαύρη πίσσα στον πορφυρό ουρανό.

 

Τριγύρω του η μάχη μαινόταν, στρατιώτες ούρλιαζαν καθώς τους τύλιγαν φλόγες, ή τα μυαλά τους πολτοποιούταν . Μάγοι έπεφταν νεκροί με αίμα να πετάγεται σε πίδακες από τις τρύπες των καρφιών που έσχιζαν το κορμί τους.

 

Περπάτησε ανάμεσα από όλα αυτά. Ήξερε που βρισκόταν. Μπροστά του ήταν το κτήριο που ζούσαν τότε…Με βαριά βήματα μπήκε μέσα και ανέβηκε το κλιμακοστάσιο προς το διαμέρισμά τους. Άκουγε ήδη τα ουρλιαχτά. Ήξερε τι θα δει, μα δε μπορούσε να σταματήσει…Χρόνια τώρα, η εικόνα αυτή φωλιασμένη στο μυαλό του, τον τάιζε με τους πιο φρικτούς εφιάλτες. Η πόρτα άνοιξε αργά χωρίς να την αγγίξει.

 

Την είδε πεσμένη στο πάτωμα, με σκισμένα ρούχα. Ένας λευκοντυμένος στρατιώτης πάνω της , σχεδόν ακουμπώντας το όπλο του στο κεφάλι της, της έδωσε τη χαριστική βολή. Καθώς έπεφτε νεκρή ο στρατιώτης έσβησε με τυπικότητα το όνομά της από τη λίστα που είχε στα χέρια του.

 

Τη συνέχεια τη θυμόταν πολύ καλά. Τα τζάμια να σπάνε και οι στρατιώτες να πέφτουν στα γόνατα με αίμα να τρέχει από τα αυτιά τους. Ελάχιστα λεπτά μονάχα…

 

Επιτέλους εδώ...

 

Γύρισε πίσω στο κλιμακοστάσιο και είδε τον εαυτό του ντυμένο στα λευκά να κοιτά το αιματοβαμμένο δωμάτιο με ένα πρόσωπο παραμορφωμένο από οργή. Τα κεφάλια των νεκρών φρουρών τον κοιτούσαν άψυχα.

 

Άργησες...

 

Σκοτάδι καταβρόχθισε τα πάντα και τώρα βρισκόταν στην αίθουσα του θρόνου. Στο θρόνο καθόταν ένας άντρας ντυμένος στα μαύρα. Το πρόσωπό του ήταν ίδιο με του Σοκγάι. Έσκυψε μπροστά και τον κοίταξε χλευαστικά. Στο χέρι του κρατούσε ένα σύκο, και το περιεργαζόταν κρατώντας το ψηλά. Ένα σκουλήκι ξεπρόβαλε από τη σάρκα του φρούτου και έπεσε κάτω. Το έδαφος γύρω τους τραντάχτηκε. Το σύκο έφυγε από το χέρι του μαυροντυμένου κυλώντας στα σκαλοπάτια.

 

“Για να είσαι μπροστά μου, φαντάζομαι πως ξέρεις πολύ καλά γιατί είσαι εδώ;” ρώτησε μειλίχια ο μαυροντυμένος εαυτός του.

 

Ο Σοκγάι ένευσε χωρίς να πει τίποτα.

 

“Ας μη χάνουμε χρόνο λοιπόν. Αν και...δεν υπάρχει χρόνος σωστά Σοκγάι;” ρώτησε ο μαυροντυμένος σηκώνοντας το φρύδι του.

 

“Ποια φορά είναι αυτή;”

 

Ένα πλατύ χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπο του σωσία του. Άπλωσε τα δάχτυλά του ανοίγοντάς τα ένα ένα.

 

“Είναι η δεύτερη; Η ίσως είναι η τέταρτη;” γέλασε “Τι σημασία έχει...πόσες φορές θα το αντέξεις ακόμα; Σύντομα τα πράγματα θα γίνουν με το δικό μου τρόπο...Ναι, ναι ξέρω. Ακόμα ελπίζεις. Μπορείς να κρατήσεις την ελπίδα σου λοιπόν, κάθε ανθρωπιστικό κομμάτι σου...Κάθε ίχνος ανθρωπιάς όσο αυτοί συνεχίζουν να χύνουν το αίμα σου, όσο γλεντάνε λουσμένοι σε αυτό. Θα τα πούμε σύντομα ξανά υποθέτω.”

 

Ο Σόκγαι συγκεντρώθηκε, επαναλαμβάνοντας στον εαυτό του πως πρέπει να τα συγκρατήσει όλα. Το ήξερε πως ήταν ανούσιο, πως μόλις θα γυρνούσε πίσω τη δίνη του χρόνου, όλα θα είχαν σβηστεί για αυτόν, όλα θα συνέβαιναν όπως πρώτα. Με ένα κόστος, φυσικά...Κάθε φορά ο μαυροντυμένος στο θρόνο θα κέρδιζε ένα κομμάτι του εαυτού του. Κι όμως ήλπιζε πως θα άλλαζαν όλα την επόμενη φορά...

 

Κάθε κομμάτι του κορμιού του χύθηκε στον αέρα τριγύρω, σα νερό από σπασμένο κανάτι, δημιουργώντας μια δίνη. Η φλεγόμενη Σάρφεχ χάθηκε και ο ίδιος βρέθηκε να αιωρείται πάνω από το κορμί του, μέσα στο καταφύγιο. Ο αξιωματικός τον σημάδευε με ένα όπλο. Όλα πάγωσαν. Όλα τελείωσαν...

 

***

 

 

Έπεσε στο πλάι της εξαντλημένος.

 

Για λίγες στιγμές έμειναν ακίνητοι βαριανασαίνοντας. Η γυναίκα γύρισε το κεφάλι της στο πλάι και χαμογέλασε κοιτώντας τον.

 

“Δε σε κάνει να νιώθεις ότι έτσι πρέπει να είναι;”

 

Δε της απάντησε αμέσως. Ένιωθε σαν να είχε σκορπιστεί η ίδια του η ύπαρξη τριγύρω, μαζί με το σπέρμα του.

 

“Χμμ..” έκανε αφηρημένα. “Ποιο πράμα;”

 

Η Εβιάν σούφρωσε τη μύτη της δυσαρεστημένη.

 

“Το σεξ.” είπε πικαρισμένη.

 

Ο Σοκγάι έκανε έναν αόριστο ήχο συμφωνίας.

 

Τράβηξε τα σκεπάσματα, δημιουργώντας μια τρικυμία υφάσματος και κάλυψε τον εαυτό της. Έπειτα γύρισε στο πλάι και στηριζόμενη στον αγκώνα της τον κοίταξε με μάτια, που στο φως του κεριού λαμπύριζαν σα σμαράγδια. Έφερε το χέρι της στο στήθος του που ανεβοκατέβαινε ρυθμικά.

 

“Είσαι καλά;” ρώτησε κοιτάζοντάς τον.

 

Ο Σοκγάι γύρισε και της χαμογέλασε. “Απλά λίγο κουρασμένος...”

 

“Σκέφτεσαι...την συνάντηση;”

 

“Ναι..”

 

“Είναι πραγματικά ανάγκη να πας;” τον κοίταξε και χωρίς να πάρει απάντηση συνέχισε. “Μπορεί να πάει κάποιος άλλος. Εννοώ...Μπορεί να είναι κάποια παγίδα.” Η παλάμη της στο στήθος του σφίχτηκε, και τα νύχια της μπήχτηκαν στο δέρμα του.

 

Ο άνδρας ανασηκώθηκε τελείως, την έπιασε από τους ώμους και την κοίταξε βαθιά στα μάτια.

 

“Έβιάν...Δε θες να τελειώσει όλο αυτό;” Έδειξε το υπόγειο τριγύρω του. Σκοτάδι, υγρασία και σωληνώσεις που έσταζαν. Συνέχισε λέγοντας:

 

“Ναι μπορώ να μη πάω. Και να συνεχίσουμε να κρυβόμαστε εδώ κάτω, βαθιά στα σπλάχνα της πόλης. Και τι θα συμβεί; Θα επιβιώσουμε μερικά χρόνια ακόμα...Είναι περισσότεροι. Μια μέρα, ίσως όχι σύντομα, αλλά κάποια στιγμή σίγουρα, θα μας εξοντώσουν όλους έναν έναν σα να είμαστε θήραμα. Και αν δε μας εξοντώσουν οι ίδιοι, έτσι όπως είμαστε εξαρτημένοι πλέον από τη μαγεία για την επιβίωσή μας, στην καλύτερη περίπτωση, τα έγκατα της πόλης θα στοιχειώνουν θεότρελοι παντοδύναμοι μάγοι...” Η Εβιάν γύρισε από την άλλη.

 

Ο Σοκγάι έστρεψε το πρόσωπό της ξανά προς αυτόν και τη ρώτησε:

 

“Αυτό θες;”

 

“Θέλω μονάχα, να μου υποσχεθείς πως θα γυρίσεις.” είπε ξέπνοα κοιτώντας χαμηλά.

 

“Το υπόσχομαι.” δήλωσε, κάνοντας στο πλάι τα μελένια της μαλλιά που έκρυβαν το πρόσωπό της.

 

“Πραγματικά, τι ελπίζεις να κερδίσουμε Σοκγάι;” Τα σμαράγδια έλαμψαν φλογισμένα.

 

“Μια ισάξια θέση στην κοινωνία.” στο άκουσμα τη λέξης , η Εβιάν έκανε μια απαξιωτική κίνηση απόρριψης με το χέρι.

 

“Να γυρίσουμε εκεί που ήμασταν. Όπως τότε...πριν την Αφύπνιση...”συνέχισε ο άνδρας

 

Η Εβιάν χαμογέλασε μελαγχολικά.

 

“Πριν την Αφύπνιση δεν υπήρχε αυτό...” άνοιξε την παλάμη της και μια γλώσσα φωτιάς ξεπετάχτηκε.

 

Ο Σοκγάι της έκλεισε γρήγορα την παλάμη σφίγγοντάς την στα χέρια του.

 

“Πόσες φορές πρέπει να πω ,να μη κάνετε ανούσια πράγματα;”

 

“Να μη κάνουμε; Μου φέρεσαι ακόμα σα να είμαι μαθήτριά σου...” Τυλίχτηκε με το σεντόνι και σηκώθηκε, μαζεύοντας ένα ένα τα πεταμένα της ρούχα.

 

Πριν βγει από το δωμάτιο γύρισε και τον κοίταξε.

 

“Το ξέρεις και εσύ ο ίδιος Σοκγάι. Ή αυτοί...ή εμείς. Μην έχεις αυταπάτες. Ποτέ δε θα περπατήσουμε σα χαρούμενο ζευγάρι στους βασιλικούς κήπους… δάσκαλε...”

 

***

 

 

“Θα φροντίσω ώστε να βρίσκεσαι εδώ” Ο λευκοντυμένος άνδρας του έδειξε στο χάρτη της πόλης ένα σημείο στον εσωτερικό περίβολο του παλατιού. Σήκωσε το βλέμμα του και κοίταξε τον Σοκγάι. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα στο πλάι. Το πρόσωπό του λεπτό , τα χαρακτηριστικά του αδρά και τραχιά. Ένας τυπικός αξιωματικός.

 

“Πόσο κοντά πρέπει να είσαι για να...ξέρεις;”

 

Ο Σοκγάι δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τον χάρτη. Τέτοια ευκαιρία. Κανένας τους δε θα μπορούσε να φτάσει ποτέ τόσο κοντά στον Αρχιερέα. Κανένας δε θα το περίμενε, θα ήταν ένα χτύπημα στην σπονδυλική στήλη.

 

“Γύρω στα πενήντα μέτρα από αυτόν.”

 

“Εδώ ακριβώς τότε.” Ο αξιωματικός έδειξε ξανά. “Θα είσαι ντυμένος με τη λευκή τελετουργική ενδυμασία και θώρακα. Γνωρίζεις πως να φοράς..” Ο Σοκγάι τον διέκοψε γνέφοντας καταφατικά.

 

“Θυμάμαι ακόμα.”

 

Ο Βίρλαμ Ζιγκάλ έσκυψε το βλέμμα χωρίς να σχολιάσει.

 

“Οπότε φτάνουμε στο κρίσιμο σημείο...τα παζαρέματα.” Ο Βίρλαμ τον κοίταξε σταθερά. “Τι θέλετε λοιπόν;”

 

“Ισονομία.”

 

Ο αξιωματικός περπάτησε μέχρι το παράθυρο και τράβηξε την κουρτίνα αποκαλύπτοντας τη γκρίζα Σάρφεχ. Πάνω από τα μισογκρεμισμένα κτήρια ανέμιζαν τα λευκά λάβαρα, με τον μαύρο ήλιο στο κέντρο.

 

“Όλα καταστράφηκαν εξ αιτίας του πολέμου... Θυμάσαι πως ήταν πριν;”

 

“Θυμάμαι την ακαδημία. Θυμάμαι να βγαίνουμε στην πόλη που λαμπύριζε κάτω από το φως του ήλιου .Να καθόμαστε με κοπέλες στο κάστρο του Τρίβακ μεθυσμένοι ,χαζεύοντας τη θάλασσα, τραγουδώντας.”

 

Το βλέμμα του Βίρλαμ πλανιόταν στο κενό πετώντας πάνω από την πόλη.

 

“Ήταν πραγματικά τόσο όμορφα” ψέλλισε χωρίς να κοιτάξει τον Σοκγάι.

 

“Το ίδιο θυμούνται και όλοι αυτοί.” Συνέχισε πιο δυνατά, σαρώνοντας με μια χειρονομία την Σάρφεχ. “Και ο Αρχιερέας τους έχει πείσει πως για όλα ευθύνεστε εσείς μονάχα. Για όλη την ομορφιά που χάθηκε.”

 

“Αν χαθεί αυτός τότε όλα μπορούν να διορθωθούν.” Τίποτα δε μπορεί να διορθωθεί. Άσε την συμφωνία και εξόντωσε τους έναν έναν...Εκδικήσου για κάθε ζωή. Ο μάγος έδιωξε βίαια τη σκέψη από το μυαλό του.

 

Ο Αξιωματικός τον κοίταξε στα μάτια και του είπε.

 

“Δε μπορώ να σου δώσω κάτι τέτοιο...Ναι, ο Αρχιερέας θα πέσει. Όλο το καθεστώς τρόμου που έχει εδραιώσει. Πολλά πράγματα θα αλλάξουν, μα ο φόβος για το είδος σας έχει ριζώσει βαθιά μέσα στη συνείδησή τους. Αυτός ήταν ο βασικός πυλώνας της εξουσίας του”

 

Έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό στο κυανοπράσινο φεγγάρι. “Αν σας επαναφέρουμε στην κοινωνία, ο κόσμος θα μας δει σαν ένα προδοτικό κίνημα. Θα υποθέσει πως εμείς ήμασταν πίσω από τη δολοφονία.…”

 

“…Μπορώ όμως να σας δώσω αυτό.” Είπε δείχνοντας προς το φεγγάρι.

 

Ο Σοκγάι κοίταξε και αυτός ψηλά. Το σκέφτηκε. Κανείς δεν έμενε εκεί μετά τον πόλεμο. Θα μπορούσαν να κάνουν μια νέα αρχή στον καταπράσινο Άλβαρχ.

 

“Πως θα περάσουμε εκεί; Έχει καταστραφεί κάθε πλοίο.” δήλωσε ξερά ο Σόκγάι.

 

“Στον πόλεμο δημιουργήθηκαν δύο κιβωτοί. Σε περίπτωση που τα πράγματα πήγαιναν πολύ στραβά θα φεύγαμε εμείς για τον Άλβαρχ. Ευτυχώς δεν πήγαν. Αυτά είναι τα μόνα πλοία που έχουμε πια. Είναι δικά σας αν γίνει ότι πρέπει.” ο Βίρλαμ κοίταξε ξανά προς τον χάρτη.

 

“Όταν θα τελειώσεις αυτό που πρέπει να γίνει, θα εκμεταλλευτείς την αναστάτωση για να αποτραβηχτείς από την τελετή.” Το δάχτυλο του Αξιωματικού έδειξε ένα τετράγωνο σχέδιο στο χάρτη. “Αυτό είναι ένα καταφύγιο που είχε χτιστεί πριν τον πόλεμο. Δε θα υπάρχει κανένας φρουρός και η πόρτα θα είναι απασφαλισμένη. Μέσα θα βρεις ένα μπαούλο έκτακτης ανάγκης, στη μέση του δωματίου. Εκεί θα έχω αφήσει για εσένα ένα ξεκλείδωτο κιβώτιο. Εκεί μέσα λοιπόν θα βρεις αυτό.” Ο Αξιωματικός έβγαλε από τη ζώνη του μια μικρή συσκευή που έμοιαζε με τηλεχειριστήριο. Ο Σοκγάι την αναγνώρισε. Ήταν ένας τηλεμεταφορέας. Ήταν ήδη ότι πιο πολύτιμο πριν τον πόλεμο...Η αξία του πλέον ήταν αμύθητη.

 

“Χρησιμοποίησέ το για να βγεις από την πόλη. Μόλις αναλάβουμε τη διακυβέρνηση θα έχετε ασφαλές πέρασμα για τον Άλβαρχ.”

 

“Πως ξέρω πως θα τηρήσετε τον λόγο σας;”

 

“Σοκγάι με ξέρεις...Θυμάσαι πως ποτέ δεν ασπάστηκα το δόγμα του Αρχιερέα. Ναι, η μαγεία είναι επικίνδυνη, και δε μπορείς να το αρνηθείς ούτε εσύ αυτό, μα δε παύεις να είσαι άνθρωπος. Να είσαστε όλοι σας άνθρωποι.” άπλωσε το χέρι του προς τον Σόκγαι.

 

Θα πεθάνετε όλοι σας. Είπε η φωνή στο κεφάλι του μάγου.

 

Ο Σοκγάι ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Έσφιξε το χέρι του παλιού του συμμαθητή.

 

 

 

***

 

 

Ο Αρχιερέας στεκόταν στη μέση μιας υπερυψωμένης πλατφόρμας, προστατευόμενος πίσω από αλεξίσφαιρο γυαλί.

 

“Όπως ο μεγάλος Τρίβακ τους σύνθλιψε στον πρώτο πόλεμο της Αφύπνισης έτσι οφείλουμε να κάνουμε και εμείς τώρα.” Ο Αρχιερέας τέντωσε το δείκτη του δείχνοντας την έφιππη μορφή που απεικόνιζε το άγαλμα στο κέντρο της πλατείας. Στην ασπίδα του βασιλιά δέσποζε ο ήλιος τον οποίο είχε υιοθετήσει και ο Αρχιερέας ως σύμβολό του. Ο βασιλιάς Τρίβακ που είχε κυνηγήσει και κάψει κάθε μάγο ή απλό άνθρωπο για τον οποίο υπήρχε η υποψία πως εξασκεί τις μαγικές τέχνες. Ο βασιλιάς που εξαφάνισε τη μαγεία στον πρώτο πόλεμο της Αφύπνισης, χιλιάδες χρόνια πριν και ταυτόχρονα ο άνθρωπος που κράτησε τον κόσμο στάσιμο για αιώνες εξ αιτίας των πράξεών του.

 

Δύο αόρατα χέρια ξεπετάχτηκαν από τον Σοκγάι σα δόρατα και σχίσανε τον αέρα, περνώντας ανάμεσα από τον λαό που παρατηρούσε τον Αρχιερέα με θρησκευτική θέρμη.

 

“Όταν αυτή η απειλή, η πληγή για το είδος μας χαθεί, τότε εμείς θα είμαστε οι κληρονόμοι όλων των καρπών αυτού του κόσμου. Η ευημερία που μας έχουν αρνηθεί αυτά τα εκτρώματα θα είναι δικιά μας.” Τα αόρατα χέρια διαπέρασαν το γυαλί και σφίχτηκαν γύρω από το λαιμό του Αρχιερέα. Ο τύραννος έβγαλε έναν πνιχτό ήχο και σάλια πετάχτηκαν από το στόμα του. Ο Σοκγάι περίμενε χρόνια αυτή τη στιγμή. Διέλυσε τον.

 

Τα αόρατα δάχτυλα ψηλάφισαν το πρόσωπο του, που άρχισε να παίρνει μια μοβ απόχρωση. Αδύναμοι να αντιδράσουν οι σωματοφύλακές του προσπαθούσαν να τραβήξουν πίσω τα χέρια του Αρχιερέα που είχαν σφίξει τον ίδιο του το λαιμό, προσπαθώντας μάταια να απελευθερωθούν από την αόρατη μέγγενη. Τα αόρατα δάχτυλα έφτασαν μέχρι τα αυτιά του, και ξεχύθηκαν στο εσωτερικό του εγκεφάλου του, συνθλίβοντας και συμπιέζοντας. Το κεφάλι του Αρχιερέα έπεσε άψυχο στο πλάι και το σώμα του κατέρρευσε τσακισμένο. Κόκκινα ρυάκια γέμισαν την εξέδρα και αιμάτινοι καταρράκτες δημιουργήθηκαν στην άκρη της.

 

Τα αόρατα χέρια μαζεύτηκαν απότομα πίσω και ο Σογκάι τραντάχτηκε στη θέση του σα να δέχτηκε χτύπημα. Πανικός επικρατούσε τριγύρω. Ποδοβολητά κραυγές και ασαφείς διαταγές. Κοίταξε γύρω του. Οι περισσότεροι στρατιώτες έτρεχαν προς την εξέδρα, άλλοι κοιτούσαν μουδιασμένοι τριγύρω. Ο Σοκγάι σπρώχνοντας, κάνοντας δρόμο ανάμεσα στο πλήθος κατευθύνθηκε προς την άλλη άκρη της πλατείας, για να στρίψει στο δρόμο που έφτανε στο καταφύγιο. Η γη σείστηκε πίσω του, σα να έπεσε κάτι βαρύ.

 

Γύρισε και είδε ένα από τα τεράστια ερπετά του ναού να βρυχάται προς το μέρος του και ένα ακόμα να πέφτει από το κτήριο που ήταν γραπωμένο μπροστά του. Από τις στοές στα πλαϊνά του διαδρόμου στρατιώτες έτρεχαν προς το μέρος του κλείνοντάς του το δρόμο.

 

Έσφιξε τα χέρια του σε γροθιές και στρέφοντάς τα προς αυτούς, έστειλε ένα φλόγινο μονοπάτι προς το μέρος τους, το οποίο έσχισε την άσφαλτο, πυρακτώνοντάς την και τους κατάπιε. Σκουλήκια να καταβροχθίσουν τις καρδιές τους...Να μείνουν μονάχα κουφάρια..

 

Συγκέντρωσε τον αέρα γύρω του και έστειλε έναν παλμό στο ερπετό που του έκλεινε το δρόμο. Το πλάσμα έπεσε κάτω ζαλισμένο. Χωρίς να χάσει στιγμή έτρεξε με όλη του τη δύναμη προς το καταφύγιο. Σκέφτηκε να πετάξει το θώρακα μα τα καρφιά που περάσαν ξυστά, σφυρίζοντας τον έκαναν να αλλάξει γνώμη. Σε ανακάλυψαν. Προδόθηκες. Βορά για σκουλήκια.

 

Έφτασε στον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στο καταφύγιο. Εκεί στεκόταν ένα μηχανοκίνητο ανδροειδές, κλείνοντάς τον. Είχε ήδη χρησιμοποιήσει τόση πολύ από την ενέργειά του. Οι φλέβες του παλλόταν διογκωμένες. Ένιωθε μια ναυτία να τον καταλαμβάνει. Του ήρθε στο μυαλό η εικόνα της νεκρής γυναίκας, σωριασμένης στη μέση του δωματίου.

 

Άφησε κάθε του αίσθηση να σκορπιστεί στον αέρα γύρω του και έγινε ένα με τον αιθέρα. Μπήκε από τις χαραμάδες του εξαερισμού στο τρίμετρο ανδροειδές και εισχώρησε βαθιά μέσα στις πλακέτες του, περνώντας από πάνω τους και σέρνοντας αόρατα νύχια.

 

Το ανδροειδές γύρισε το ένα του χέρι , το οποίο ήταν οπλισμένο προς το ίδιο και πυροβόλησε δημιουργώντας έναν φλογισμένο στρόβιλο από μέταλλα, βίδες και εξαρτήματα, μέσα από τα οποία πέρασε ο Σοκγάι σκυφτός. Τα γιγάντια ερπετά έτρεχαν πίσω του με πηδήματα από τα πίσω πόδια στα μπροστινά, τραντάζοντας το έδαφος. Σφήνες χώθηκαν στον θώρακά του, κάνοντας τον να παραπατήσει. Κοίταξε ιδρωμένος το καταφύγιο...Λίγο ακόμα...

 

***

"Δε το πιστεύω"αναφώνησε.

 

Μπροστά του έχασκε άδειο το κουτί...Είχε προδοθεί. Κάθε του ελπίδα χάθηκε. Δεν τον ένοιαζε πραγματικά η ζωή του αλλά αυτό σήμαινε πως είχαν προδοθεί όλοι τους. Χωρίς αυτόν θα κατέρρεαν σαν τραπουλόχαρτα. Ότι είχε χτίσει χρόνια τώρα. Τον πλημμύρισε η οργή. Κοίταξε στο άνοιγμα του τοίχου όπου φαινόντουσαν ψηλόλιγνες φιγούρες. Εκτόξευσε έναν φρουρό του ναού στον τοίχο και συμπίεσε το κράνος του, τσαλακώνοντάς το σα χαρτί, συνθλίβοντας του το μυαλό. Ένα ερπετό ξεπετάχτηκε, μα στιγμές αργότερα τα εντόσθιά του ξεχύθηκαν από την ανοιγμένη του κοιλιά, πέφτοντας βαριά στο μαρμάρινο πάτωμα.

 

Ένας αναστολέας έπεσε δίπλα του. Όλα θάμπωσαν. Όταν άνοιξε τα μάτια του βρέθηκε περικυκλωμένος από στρατιώτες. Ένας αξιωματικός τον πλησίασε. Σαν απόηχο άκουσε μια εντολή να μη κουνηθεί. Ένιωσε τον εαυτό του να αιωρείται πάνω από το κορμί του ακούγοντας τον αντίλαλο της φωνής της Εβιάν... “Υποσχέσου...Υποσχέσου...” Έπρεπε να γυρίσει...

 

***

 

 

Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον πορφυρό ουρανό πάνω του. Σηκώθηκε εν μέσω μιας μάχης που μαινόταν. Αναγνώρισε τη στιγμή. Ήταν ο πόλεμος της Αφύπνισης. Έτρεξε προς το σπίτι του, για να δει τη μητέρα του να πέφτει νεκρή από τις σφαίρες του στρατιώτη του ναού. Απέτυχε να συγκαλύψει την φύση τους. Απέτυχε να την προστατέψει. Είδε τους στρατιώτες να μπαίνουν στις κρύπτες τους και να τους σκοτώνουν όλους. Τους μαθητές του, τους φίλους του. Η Έβιαν ούρλιαζε φριχτά. “Υποσχέσου μου! Υποσχέσου μου!” καθώς καρφιά διαπερνούσαν το σώμα της.

 

Περπάτησε στην αίθουσα του θρόνου και ανέβηκε με σταθερά βήματα τα μαύρα σκαλοπάτια. Πάτησε κάτι και σκύβοντας είδε ένα λιωμένο σύκο κάτω από τις μπότες του. Σκουλήκια απλωνόντουσαν μέσα από τη σάρκα του. Κάθισε πάνω στο θρόνο και αναρωτήθηκε. “Ποια φορά είναι αυτή;”

 

Η τελευταία του απάντησε η φωνή μέσα στο κεφάλι του. Γιγάντια σκουλήκια ξεπρόβαλλαν από τη γη καταβροχθίζοντας τα κτήρια, το χώμα, τον ουρανό.

 

***

Ο Αξιωματικός πλησίασε το κουβούκλιο. Μέσα του ο Σοκγάι τρανταζόταν από σπασμούς σε παραλήρημα .

 

“Υποθέτω είμαστε τυχεροί που δε κατέστρεψε όλη την πόλη...”είπε στον άνδρα πίσω του.

 

“Τι θα κάνουμε με αυτούς;” ρώτησε ο υφιστάμενός του.

 

“Τα γνωστά...Θα τους ανοίξουμε, θα τους μελετήσουμε, θα τους εξαφανίσουμε...”

 

Ο Αξιωματικός Βιρλάμ Ζιγκάλ ακούμπησε το γυαλί και μόλις ο άνδρας πίσω του έφυγε είπε:

 

“Κρίμα παλιόφιλε Σοκγάι...Μα ή εσείς, ή εμείς.”

 

***

Ο Σοκγάι βρισκόταν στην μέση μιας πλακόστρωτης πλατείας. Στην κορυφή του λόφου μπροστά του δέσποζε ένα κάστρο. Ένα λάβαρο με μαύρο ήλιο ανέμιζε. Φλόγες ξεπετάχτηκαν από τα χέρια του και μαύρη άχλη συγκεντρώθηκε γύρω του διώχνοντας έντρομους τους χωρικούς . Οι φρουροί έπεσαν νεκροί στις πολεμίστρες με αίμα να τρέχει από τα αυτιά τους.

 

Η ξύλινη πόρτα διαλύθηκε σε σκλήθρες και ροκανίδια. Ο θρόνος βρισκόταν μπροστά του. Ο βασιλιάς είχε κολλήσει στην πλάτη του θρόνου. Αόρατα χέρια εξαπολύθηκαν προς το μέρος του βασιλιά. Κανείς μάγος του τότε είχε τη δύναμη που είχε αυτός τώρα. Όλα θα άλλαζαν. Επιτέλους…

 

Ένας απόηχος έσβηνε στα αυτιά του Σόκγαι.. “Υποσχέσου...” Κάθε ήχος χάθηκε και ο άνδρας γέλασε παρανοϊκά κατευθυνόμενος προς το θρόνο.

 

 

Link to comment
Share on other sites

Η ψυχή του άστρου

 

Έφτασε με την ψυχή στο στόμα στο καταφύγιο, με το έδαφος να σείεται στο κατόπι του, η ανάσα των διωκτών του καυτή στον σβέρκο. Με το που σφάλισε και αμπάρωσε την βαριά πόρτα πίσω του, τα απανωτά, βίαια χτυπήματα τράνταξαν συθέμελα το κτίριο.Τοίχοι και οροφή έτριζαν και δονούνταν, αιμορραγούσαν χαλίκια και κονίαμα στο κράνος του. Δεν θα ήταν ασφαλής για πολύ. Τίναξε την μπέρτα του σκορπίζοντας βίδες και ελάσματα στο μαρμάρινο πάτωμα. Έβρισε μέσα από τα δόντια του. Ο θώρακας του είχε υποστεί βαριά ζημιά. Όρμισε στο μπαούλο έκτακτης ανάγκης. Εκεί του είχε πει ότι θα έβρισκε το μεταλλικό κουτί, και του είχε υποσχεθεί ότι θα ήταν ξεκλείδωτο.

 

Ο βορεινός τοίχος του καταφυγίου είχε αρχίσει ήδη να ραγίζει. Δεν έπρεπε να χασομερά άλλο. Το κουτί ήταν όντως στο μπαούλο. Ήταν και ξεκλείδωτο. Θα έβρισκε όμως μέσα αυτό στο οποίο βάσιζε όλες του τις ελπίδες; Το άνοιξε και γούρλωσε τα μάτια του.

 

«Δεν το πιστεύω!» αναφώνησε, την στιγμή που κατέρρευσε ο τοίχος μπροστά του. Μέσα στο κουτί υπήρχε μοναχά το μισό άστρο, η μισή του ψυχή, ακριβώς όπως του είχε πει ο πατέρας του. Ο μύθος ήταν τελικά αληθινός. Είχε διαμελιστεί. Έπρεπε να βρει και το δεύτερο κομμάτι για να πάρει την φυσική του μορφή. Δεν υπήρχε, όμως, χρόνος για δεύτερη σκέψη. Ο εχθρός ήταν μπροστά του, πατούσε πάνω στα χαλάσματα του τοίχου και τον απειλούσε. Οι στρατιώτες της μαύρης βασίλισσας τον σημάδευαν με τα όπλα τους. Το μηχανικό σώμα του Έτριαν είχε κοκαλώσει. Καμία κίνηση. Όλα είχαν παγώσει. Ο ίδιος ο χρόνος είχε παγώσει. Είχε βάλει τελεία. Ξαφνικά τα όπλα κατέβηκαν, σημαδεύοντας πλέον το μαρμάρινο πάτωμα. Οι άντρες άρχισαν να μαζεύονται δεξιά κι αριστερά, δημιουργώντας έναν διάδρομο. Από το σκοτεινό βάθος του καταφυγίου φάνηκε μια φιγούρα να πλησιάζει. Σκοτεινή κι αυτή. Τα βήματά της ήταν αργά αλλά σταθερά, γεμάτα αυτοπεποίθηση και θράσος. Οι στρατιώτες στο διάβα της φιγούρας γονάτιζαν, υποδηλώνοντας έτσι τον σεβασμό τους. Μάλλον τον φόβο τους. Ο Έτριαν έφερε αργά το χέρι στην πληγή του θώρακά του. Αίμα δεν έτρεχε, αλλά ο πόνος ήταν εξίσου δυνατός. Η σκοτεινή φιγούρα άρχισε να παίρνει μορφή μπροστά στα μάτια του. Ήταν μια θηλυκή παρουσία. Για πρώτη φορά αντίκριζε τον εχθρό του. Ήταν η βασίλισσα Αντριάν. Ο θρύλος του σκοτεινού γειτονικού πλανήτη, που χρόνια πολεμούσαν. Ψηλή στην θωριά της, αγέρωχη. Η μαύρη ελαστική ολόσωμη φόρμα, που αγκάλιαζε το μυώδες κορμί της, έμοιαζε με δέρμα. Δέρμα που ανέπνεε πάνω της. Τα κατάμαυρα μάτια της τον κάρφωσαν.

 

«Έτριαν, γιε του αθάνατου Τρέβον, κληρονόμε του πλανήτη Σέξτους, σε χαιρετώ!». Η φωνή της είχε την δύναμη του ερέβους. Διαπεραστική, αποκρουστική και βαθιά, σαν το χάος.

 

«Βασίλισσα Αντριάν! Θα προτιμούσα η πρώτη μας συνάντηση να είχε γίνει κάτω από άλλες συνθήκες. Πιο φιλικές, θαρρώ…».

 

«Τις συνθήκες, φίλτατε, τις ορίζουμε εμείς. Κι όπως βλέπεις, η παρτίδα πάνω στην σκακιέρα του γαλαξία μας, γέρνει προς το μέρος μου. Το μέρος του νικητή». Το χαμόγελό της άστραψε μέσα στην σκοτεινιά.

 

«Μην είσαι τόσο σίγουρη γι’ αυτό!». Παρόλο που ο πόνος τον έπνιγε, στύλωσε το κορμί του και πρόταξε τον πληγωμένο του θώρακα μπροστά. Έμοιαζε με Θεό. Μηχανικό Θεό, όμως, κι αυτό πόναγε περισσότερο.

 

«Βλέπω ότι βρήκες αυτό που γύρευες! Το εξάκτινο αστέρι! Νιώθεις νικητής; Θαρρείς πως ήρθε η ώρα να ανακτήσεις την φυσική σου μορφή ή μήπως να χάσεις κι αυτό το προσωρινό κέλυφος που σε καλύπτει;». Οι ερωτήσεις της ήταν πλέον βροντερές. Σήκωσε το σκήπτρο που κρατούσε στα χέρια της και η άκρη του φωτίστηκε, εξαπολύοντας σπίθες και γαλαζωπούς κεραυνούς.

 

Ο Έτριαν συνειδητοποίησε πως το τέλος του ήταν κοντά. Η αθάνατη μορφή του είχε χαθεί πριν χρόνια και δεν μπορούσε πλέον να τον προστατεύσει από την επίθεση ενός τόσο ισχυρού εχθρού. Έκλεισε τα μάτια και η ζωή του πέρασε σε σκηνές, μπροστά από τα μάτια του.

 

Σαν αχνό όνειρο είδε την παιδική του ηλικία. Ευτυχισμένα χαμόγελα, αγάπη, θαλπωρή. Τα ζεστά χέρια του πατέρα του, τα γεμάτα αγάπη μάτια της μητέρας του. Μάτια που θόλωσαν μέσα σε μια στιγμή κι έγιναν δηλητηριώδη κεντριά. Μια αρχαία κατάρα που κυνηγούσε την οικογένεια της μητέρας του, εν αγνοία της. Μια κατάρα που στάθηκε αφορμή να κλέψει την ψυχή του ίδιου του παιδιού της και να του αφήσει μόνο την λογική μέσα σε ένα σώμα γεμάτο βίδες, ελάσματα και γρανάζια. Κι από τότε ξεκίνησε η Οδύσσειά του. Από μικρό παιδί πάλευε να βρει την ψυχή του, να κερδίσει με το σπαθί του την καρδιά και τα συναισθήματά του. Η ιστορία του έγινε μύθος στον πλανήτη του. Θρύλος, που έλεγε πως η ψυχή του Έτριαν έγινε αστέρι εξάκτινο στα χέρια της μάνας του, όπως εξάκτινη ήταν και η μορφή του αστερισμού που κατοικούσαν. Κι αυτό το αστέρι το χώρισε στα δύο και τα κομμάτια του τα σκόρπισε στο σύμπαν. Το ένα κομμάτι επέστρεψε στον κόσμο, όπου άνηκε. Το δεύτερο, όμως χάθηκε μακριά…

 

Όλες αυτές οι αναμνήσεις γίναν καταρράκτης που του έλουζε το, άδειο από ψυχή, κορμί του. Έγιναν δίνη που τον τύλιξαν και τον σήκωσαν ψηλά. Ο Έτριαν ένιωθε ανάλαφρος. Για μια στιγμή πίστεψε πως τον είχε βρει ο θάνατος. Ένας γλυκός κι ονειρικός θάνατος. Οι μετριασμένες αισθήσεις του αυξήθηκαν. Ένιωσε στα ρουθούνια της μύτης του ένα άρωμα που χρόνια είχε να μυρίσει. Η δίνη που τον είχε περικυκλώσει έγινε πιο φωτεινή κι αυτός συνέχισε να αιωρείται, να ανεβαίνει ψηλά. Κοίταξε προς τα κάτω και είδε αρσενικά κορμιά καμένα. Είδε την Βασίλισσα να τρέχει, προστατευμένη από τους άντρες της, να σωθεί από μια δίνη φωτιάς. Κατάρες και βρισιές έφτασαν στα αυτιά του. Τελικά δεν κατάφερε να τον σκοτώσει. Είχε σωθεί από ένα θαύμα. Στα χέρια του κρατούσε ακόμα το μισό αστέρι, την μισή του ψυχή. Το γνωστό άρωμα, που τον περιέλουζε, έγινε πιο έντονο και μια φωνή απαλή χύθηκε στον αγέρα και του χάιδεψε τ’ αυτιά.

 

«Έτριαν, γενναίε μου άντρα, κατάφερες να βρεις το ένα κομμάτι του εαυτού σου. Πάλεψες με θεριά, νίκησες ομοίους σου, και τώρα έτοιμο, μεστωμένο αρσενικό, κρατάς στα χέρια σου, μέρος της ψυχής σου. Αυτή η μεγάλη νίκη σου θα σου ανοίξει το μονοπάτι και θα σου δείξει που βρίσκεται το δεύτερο κομμάτι της ψυχικής σου υπόστασης. Κάπου μακριά. Σε ξένο γαλαξία. Το δεύτερο μισό του εξάκτινου αστεριού έχει αποκτήσει δική του λογική, δική του σάρκα. Όμως μέσα του διατηρεί την φλόγα της ψυχής σου που καρτερεί, αδημονεί να ενωθεί με σένα και να γίνει κυρίαρχος του κόσμου σου και του κόσμου του. Κλειδοκράτορας δύο γαλαξιών. Πρόδομος μιας νέας εποχής! Άνοιξε τα μάτια σου και δες το ταίρι της ψυχής σου…».

 

 

 

Ο Έντουαρντ πετάχτηκε απότομα, ξυπνώντας από τον βαθύ ύπνο που είχε πέσει. Στο μάγουλό του είχε αποτυπωθεί το πληκτρολόγιο, πάνω στο οποίο κοιμόταν και στην οθόνη υπήρχε μια ατελείωτη, συνεχόμενη ευθεία γραμμάτων. Με τις παλάμες του έτριψε τα μάτια του. Για μια ακόμα φορά είχε ονειρευτεί τον ήρωα του βιβλίου του. Ο χάρτινος πρωταγωνιστής του είχε πάρει σάρκα και οστά στον κόσμο των ονείρων του. Έσβησε τα ατελείωτα γράμματα που είχαν βγει στον κειμενογράφο του υπολογιστή του και κοίταξε το σημείο της ιστορίας του, όπου είχε σταματήσει πριν ώρες. Είχε μείνει εκεί, όπου ο ήρωας του προσπαθούσε να ξεφύγει από τους άντρες της μαύρης Βασίλισσας, μέσα στους διαδρόμους του καταφυγίου, στο οποίο κρυβόταν και ο θησαυρός που έψαχνε. Την συνέχεια της ιστορίας την είχε δει στον ύπνο του. Πρώτη φορά του συνέβαινε να ζει μέσα στα όνειρά του, την πλοκή του βιβλίου του. Ένιωθε άρρηκτα συνδεδεμένος με όλα όσα έγραφε. Δεν ήταν αποκύημα της λογικής του, αλλά της ίδιας του της ψυχής. Ο ήρωας του ήταν ολοζώντανος μπροστά του. Είχε την δική του την μορφή. Μόνο που ήταν μηχανική. Όμως, τα γαλαζοπράσινα μάτια του, τα κατάμαυρα μαλλιά του, οι εκφράσεις του προσώπου του, οι κινήσεις του κορμιού του, ήταν όμοιες με τις δικές του. Σαν να έγραφε για την ζωή που ζούσε σε έναν άλλο πολιτισμό, σε μιαν άλλη ζωή.

 

Έριξε μια ματιά στο ρολόι του τοίχου του. Η ώρα είχε περάσει. Σήμερα ήταν η μέρα, όπου έπρεπε να κάνει την συνηθισμένη του επίσκεψη. Να προσφέρει την βοήθειά του σε αυτούς που τον μεγάλωσαν, που του χάρισαν την ζωή. Πέταξε τα ρούχα του και χώθηκε στο ντους. Άφησε το νερό να πάρει μακριά σκέψεις και προβλήματα. Μέσα σε λίγη ώρα ήταν έτοιμος κι έκλεινε την πόρτα του διαμερίσματός του, πίσω του.

 

Μπορεί να είχαν περάσει δέκα χρόνια από την ημέρα που έφυγε από εκεί, αλλά η μορφή του κτηρίου είχε μείνει ίδια. Παγιωμένη στον χρόνο και στην καρδιά του. Εξωτερικά μπορεί να είχε μια κοινότυπη εικόνα, κλασσικού κτηρίου, αλλά το ορφανοτροφείο που αντίκριζε, γι’ αυτόν ήταν η πατρίδα του, και η καλόγρια που το διεύθυνε, η μητέρα του. Μπήκε μέσα και κατευθύνθηκε στο γραφείο της. Άνοιξε την πόρτα και την είδε να του χαμογελάει. Μια οικεία ζεστασιά τον πλημμύρισε. Έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του ένα αγριολούλουδο και το έβαλε στα χέρια της, αφού της χάρισε ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο.

 

«Ευγενικός όπως πάντα!», του είπε με την ήρεμη φωνή της. «Και πιστός στο ραντεβού σου. Ξέρεις, δεν είναι ανάγκη να σπαταλάς τον πολύτιμο χρόνο σου για μας. Τα καταφέρνουμε…».

 

«Ο πολύτιμος χρόνος μου σπαταλήθηκε με τον καλύτερο τρόπο εδώ μέσα, από την στιγμή που με βρήκατε μισοπεθαμένο μωρό σε εκείνο το ποτάμι. Σας χρωστάω την ζωή μου και πάντα θα είμαι δίπλα σας».

 

«Έντουαρντ είσαι πολύ περίεργο παιδί. Σαν από άλλον πλανήτη. Δεν μοιάζεις με τους ανθρώπους αυτής της γης. Είσαι δώρο Θεού…». Σηκώθηκε και με τα γέρικα χέρια της αγκάλιασε τον νεαρό άντρα. «Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα. Πέρασαν κιόλας είκοσι έξι χρόνια από την στιγμή που σε βρήκαμε. Για μας σήμερα είναι τα γενέθλιά σου. Γι αυτό σου έχω κι ένα ιδιαίτερο δώρο, που φύλαγα τόσα χρόνια μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Και ο Θεός μου πρόσταξε, πως σήμερα είναι αυτή η στιγμή. Ακολούθησέ με…».

 

Ο Έντουαρντ παραξενεμένος από τα λόγια της ηλικιωμένης καλόγριας την ακολούθησε. Κατέβηκαν στο υπόγειο του ορφανοτροφείου και έφτασαν μπροστά από την ξύλινη πόρτα ενός μικρού δωματίου. Η καλόγρια ξεκλείδωσε και μπήκαν μέσα. Τράβηξε ένα μικρό κορδόνι και ο χώρος φωτίστηκε από μια μικρή κιτρινωπή, αδύναμη λάμπα. Ο ιστός της αράχνης που την κάλυπτε, άφηνε την σκιά του στον πέτρινο τοίχο. Η γυναίκα πλησίασε σε ένα ξύλινο γραφείο και από το συρτάρι έβγαλε ένα μικρό σκαλιστό κουτάκι. Το έδωσε στον Έντουαρντ.

 

«Τι είναι αυτό;», ρώτησε έκπληκτος.

 

«Είναι κάτι που κουβαλούσες πάνω σου, κομμάτι από την άγνωστη ζωή σου. Το είχες κρεμασμένο στο λαιμό σου. Την νύχτα που σε βρήκα είχε κολλήσει πάνω στο δερματάκι σου. Από αυτό προέρχεται και το σημάδι στο στέρνο σου. Αυτό που μοιάζει με μισό αστέρι. Έλαμπε με έναν περίεργο τρόπο. Αυτό ήταν η αιτία που σε βρήκαμε. Δεν είχες τότε την δύναμη, ούτε να κλάψεις».

 

Ο Έντουαρντ ασυναίσθητα ακούμπησε τα ακροδάχτυλά του στο σημάδι, που νόμιζε πως είχε εκ γενετής, πάνω στο στέρνο του. Χάιδεψε απαλά το κουτάκι και μετά το άνοιξε. Μέσα υπήρχε ένα μενταγιόν. Τράβηξε την ασημένια αλυσίδα και το έβγαλε από το κουτί. Στην άκρη του κρεμόταν μισό αστέρι με τρεις ακτίνες. Φέρνοντάς το μπροστά στα μάτια του, το αστέρι άρχισε να λάμπει. Ο Έντουαρντ ταράχτηκε.

 

«Πως το κάνει αυτό;».

 

«Δεν ξέρω γιε μου. Μόνο με σένα συμβαίνει αυτό. Είναι κάτι που θα πρέπει να ανακαλύψεις μόνος σου…».

 

 

 

Η λευκή λάμψη που τον τύλιγε άρχισε να χάνει την δύναμή της. Να γίνεται διάφανη. Ο Έτριαν ένιωσε το σώμα του να κατεβαίνει με αργούς ρυθμούς. Μέσα σε λίγες στιγμές είχε ακουμπήσει στο έδαφος. Ένιωθε ζαλισμένος και ταυτόχρονα έκπληκτος με όσα είχε δει. Ένα ακόμα αρσενικό με την δική του την μορφή, φυσική μορφή, ζούσε σε κάποιον άλλο μακρινό γαλαξία. Σε έναν πλανήτη που τον ονόμαζαν Γη. Και κρατούσε στα χέρια του το ίδιο μενταγιόν, που είχε κι αυτός κρεμασμένο στο ατσάλινο λαιμό του. Έκανε την ίδια κίνηση με τον άντρα που είχε δει πριν λίγο. Ακούμπησε με τα ακροδάχτυλά του το μισό αστέρι. Έλαμψε κι αυτό το ίδιο. Ελάχιστα το ένιωθε στα χέρια του. Η αφή του ήταν ανεπαίσθητη. Ένα ρίγος διαπέρασε το μεταλλικό κορμί του. Μια αίσθηση που ένιωσε στα λογικά του.

 

Όση ώρα αυτές οι σκέψεις βασάνιζαν το μυαλό του, η φωτεινή αύρα, που τον είχε τυλίξει προηγουμένως, άρχισε να παίρνει μορφή. Σαν σύννεφο που συμπυκνώνεται. Η μορφή που πήρε ήταν θηλυκού. Ο Έτριαν την κοίταξε. Ήταν διάφανη, αέρινη, αλλά πανέμορφη. Τα μαλλιά της ήταν στο χρώμα του ερέβους, μαύρα και γυαλιστερά. Ξεπερνούσαν το ύψος της μέσης της. Η αλαβάστρινη επιδερμίδα της, διάφανη κι αυτή, έλαμπε. Δυο σμαραγδένια μάτια τον κοιτούσαν κι ένα χαμόγελο ζεστό έσπασε την παγωμένη άυλη μορφή της. Είχε κάτι οικείο, γνώριμο αυτή η θηλυκή μορφή, που ο Έτριαν δεν μπορούσε να συλλάβει.

 

«Εσύ είσαι που με έσωσες, θηλυκό;», ρώτησε με μια φωνή που έτρεμε από τον πόνο του λαβωμένου του κορμιού.

 

Για μια ακόμα φορά έφερε το χέρι του στον θώρακα. Δεν άντεξε. Λύγισε και γονάτισε στο έδαφος. Η γυναίκα τον πλησίασε και γονάτισε κι αυτή μπροστά του. Έφερε το χέρι της στον σακατεμένο θώρακα του Έτριαν και το ακούμπησε πάνω στην πληγή του. Ένα κάψιμο ένιωσε ο άντρας στο σημείο αυτό και μια έντονη λάμψη του τύφλωσε τα μάτια. Όταν το φως άρχισε να υποχωρεί και η όρασή του επανήλθε, η πληγή και ο πόνος είχαν εξαφανιστεί. Όλες οι βίδες, τα ελάσματα και τα εξαρτήματα του μηχανικού κορμιού του είχαν αποκατασταθεί. Σηκώθηκε όρθιος και την κοίταξε στα μάτια.

 

«Είσαι καλύτερα;», τον ρώτησε με την βελούδινή φωνή της.

 

«Ναι, τι ζητάς από μένα αέρινη νεράιδα; Ποια είσαι; Γιατί μου είσαι τόσο γνώριμη; Τι είναι όλα αυτά που μου έδειξες;». Στα λόγια του διακρινόταν η ανυπομονησία.

 

«Ένα, ένα Έτριαν. Δεν έχει σημασία ποια είμαι εγώ, αλλά ποιος είσαι εσύ! Αυτά που είδες είναι η λύση για το πρόβλημά σου. Για να αποκτήσεις αυτό που χρόνια λαχταράς. Αυτό το αρσενικό από τον πλανήτη Γη είναι το δεύτερο μισό σου. Πρέπει να τον βρεις και να ενωθείτε. Δεν θα είναι εύκολο. Θα πρέπει να τον πείσεις. Οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη είναι δύσπιστοι και καχύποπτοι. Μόνο ο αληθινός σου εαυτός θα μπορέσει να τον πείσει, κι αυτόν θα πρέπει να ανακαλύψεις πρώτα».

 

«Και πως θα τον βρω; Πως θα φτάσω εκεί, στην Γη που λες;».

 

«Κι αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να σκεφτείς μονάχος. Την δύναμη την έχεις μέσα σου Έτριαν. Δεν είναι τυχαίο που απέκτησες αυτό το ατσάλινο κορμί. Όλα είναι σχεδιασμένα, προμελετημένα. Μέσα από τις δυσκολίες και τους πόνους που αντιμετώπισες θα ανακαλύψεις την πραγματική σου δύναμη, τον αληθινό σου εαυτό. Σκέψου Έτριαν, σκέψου… σκέψου… σκέψου γιε μου μονάκριβε!». Την τελευταία φράση της την είπε πολύ σιγανά, πριν χαθεί από τα μάτια του Έτριαν, για να μην την ακούσει.

 

Έμεινε μονάχος. Είδε το θηλυκό να χάνεται μπροστά στα μάτια του κι ένιωσε ένα κενό, όπως τότε που εξαφανίστηκε η μάνα του, αφού τον είχε μεταμορφώσει και του είχε πάρει την ψυχή. Η σκέψη αυτή του έφερε πόνο. Αν μπορούσε θα είχε δακρύσει. Κοίταξε το μισό αστέρι που είχε βρει στο κουτί. Έμοιαζε άψυχο από την μοναξιά των χρόνων. Στο κέντρο του είχε σκαλισμένο άλλο ένα αστέρι πιο μικρό, μισό κι αυτό, με τρεις ακτίνες. Αμέσως στο μυαλό του ήρθε η εικόνα του μενταγιόν που είχε στο λαιμό. Το τράβηξε και το ξεχώρισε από την αλυσίδα. Τοποθέτησε το κομμάτι, που χρόνια του βάραινε τον λαιμό, πάνω στο μισό αστέρι. Ένιωσε το χέρι του να δονείται. Όλος ο κόσμος του έτρεμε, λες και είχε έρθει το τέλος. Μπροστά του φάνηκε ένας φωτεινός σωλήνας, που με μιας εκτινάχτηκε προς τα άστρα του ουρανού. Το χέρι του ακόμα έτρεμε. Το σήκωσε και το πλησίασε προς το μικρό αυτό τούνελ. Όσο το χέρι πλησίαζε, τόσο η δόνηση μετρίαζε. Τέντωσε το χέρι του και έφτασε στο στόμιο του τούνελ. Η δόνηση σταμάτησε. Με μια απίστευτη δύναμη τον τράβηξε μέσα του. Ο Έτριαν ένιωσε το σώμα του να στροβιλίζεται σε απίστευτους ρυθμούς. Άστρα, σκόνη και γαλαξίες γίναν ένα μπρος τα μάτια του. Μια μάζα φωτεινή, που στο διάβα της άφηνε λαμπερές κορδέλες. Ο στροβιλισμός του δεν είχε σταματημό…

 

 

 

Ο Έντουαρντ έγραφε το μυθιστόρημά του στον υπολογιστή του, όταν ένιωσε μια απίστευτη ζαλάδα. Όλα γύρω του γύριζαν σε ξέφρενους ρυθμούς. Σηκώθηκε και πήγε στο νεροχύτη της κουζίνας. Άνοιξε την βρύση και έριξε νερό στο πρόσωπό του. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Το μενταγιόν που του είχε δώσει η καλόγρια έκαιγε πάνω στο στέρνο του. Το έπιασε και ένιωσε την θέρμη του. Για μια ακόμα φορά είχε αυτή την απόκοσμη λάμψη. Ήταν, όμως, διαφορετική. Πιο δυνατή. Στον τοίχο απέναντί του άρχισε να ανοίγει μια μαύρη τρύπα. Η περίμετρός της έβγαζε φως. Κάτι σαν αυτές τις σκουληκότρυπες που αναφέρανε στη ΝΑΣΑ. Πύλες για άλλους κόσμους. Έτσι φαινόταν στα μάτια του. Και δεν είχε κι άδικο…

 

Από την τρύπα βγήκε ένα άντρας. Τον περνούσε τουλάχιστον δύο κεφάλια, αλλά στην όψη ήταν ίδιοι. Αντίγραφα. Ο Έντουαρντ έμεινε άναυδος με όσα εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια του. Ο γνωστός, άγνωστος αυτός άντρας σηκώθηκε όρθιος. Φορούσε κάτι σαν πανοπλία. Ο θώρακάς του ήταν ατσάλινος. Έμοιαζε άκαμπτος. Χρώμα δεν μπορούσε να διακρίνει. Όλα τα χρώματα της ίριδας περνούσαν μπροστά του. Μια τεράστια άλικη μπέρτα κάλυπτε την πλάτη του κι ένα κράνος από το ίδιο υλικό με την υπόλοιπη πανοπλία υπήρχε στο κεφάλι του. Στην κορφή του κράνους διαγραφόταν το σχήμα ενός εξάκτινου αστεριού. Ακριβώς από κάτω δυο τεράστια γαλαζοπράσιναμάτια, σαν τα δικά του, τον κοιτούσαν με απορία. Τον σκανάριζαν. Συνειδητοποίησε πως εμπρός του στεκόταν ο ήρωας του βιβλίου του. Αυτός που έβλεπε στα όνειρα του. Από το χαρτί και την φαντασία του είχε ξεπηδήσει πλέον στην πραγματικότητα κι έστεκε εκεί ολοζώντανος. Ήταν ασύλληπτη για το μυαλό του η ομοιότητά τους. Από τον τρόμο του, είχε κολλήσει στον τοίχο και παρατηρούσε όσα συνέβαιναν, λες μέσα από ταινία. Ή καλύτερα, σαν να διάβαζε ένα μυθιστόρημα. Με την δική του ιστορία…

 

«Ποίος είσαι εσύ;», ψέλλισε, σαν να είχαν πέτρες οι λέξεις ανάμεσά τους. «Τι ζητάς;».

 

«Για σένα ήρθα γήινε». Η γλώσσα του ήταν απροσδιόριστη, όμως ο Έντουαρντ, για έναν ανεξήγητο λόγο την καταλάβαινε απόλυτα. Μπορούσε να την μιλήσει κι αυτός.

 

«Δεν καταλαβαίνω, τι συμβαίνει; Τα έχω χαμένα… Πως μπορώ και συνεννοούμαι μαζί σου;». Η ταραχή του ήταν έκδηλη. Πότε μιλούσε στην γλώσσα του και πότε σε μια άγνωστη, αλλά τόσο γνωστή σε αυτόν.

 

«Για αρχή, ηρέμισε αρσενικέ! Η λογική σου βρίσκεται σε σύγχυση και πρέπει να έχεις καθαρό μυαλό για να κατανοήσεις όσα σου πω». Όση ώρα μιλούσε ο Έτριαν, ή τρύπα στον τοίχο έκλεινε. Λίγο πριν κλείσει, μια μαύρη σκιά εισήλθε στον χώρο και αστραπιαία εξαφανίστηκε από το παράθυρο. Με την άκρη του ματιού του την πρόλαβε ο Έντουαρντ, αλλά μέσα στον πανικό του δεν έδωσε μεγάλη σημασία.

 

Ο Έτριαν προσπάθησε με όσο πιο ήρεμο τρόπο να εξηγήσει πως έχουν τα πράγματα στον Έντουαρντ. Του αφηγήθηκε την ιστορία του και όσα του είχε πει εκείνη η νεραϊδίσια μορφή, που είχε δει πρωτύτερα. Ο Έντουαρντ παρόλο που κάποια λόγια ταίριαζαν με τα όνειρα που είχε δει, σαν κομμάτια από διαλυμένο πάζλ, που αργά, αλλά σταθερά στηνόταν μπροστά του, παρέμενε δύσπιστος.

 

«Κάποιος μου παίζει άσχημο παιχνίδι. Δεν μπορώ να πιστέψω όσα μου λες». Στάλες ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπο του Έντουαρντ.

 

«Όχι αδελφέ, πρέπει να με πιστέψεις. Εμείς οι δυο είμαστε ένα. Κι έτσι πρέπει να γίνουμε!».

 

«Δεν θέλω να γίνω τίποτα μαζί σου. Θέλω να φύγεις. Τώρα!». Ο φόβος και η αγωνία είχαν μετατραπεί σε θυμό.

 

Ο Έτριαν για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε αβοήθητος, αδύναμος. Το σωματικό και πνευματικό του σθένος δεν ήταν ικανό να πείσει τον άνθρωπο που είχε απέναντί του. Έπρεπε να αντιμετωπίσει τον ίδιον του τον εαυτό. Κι αυτό ήταν ό,τι πιο δύσκολο του είχε συμβεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Από το παράθυρο ξαναμπήκε εκείνη η μαύρη σκιά. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια και των δύο άρχισε να παίρνει μορφή. Την μορφή της μαύρης βασίλισσας Αντριάν. Ο Έντουαρντ είχε μείνει αποσβολωμένος. Ο Έτριαν έπεσε με δύναμη πάνω της, για να προστατεύσει τον γήινο άντρα. Η δύναμη της Βασίλισσας, όμως, ήταν μεγαλύτερη. Με το σκήπτρο της τον πέταξε απέναντι, δημιουργώντας μια τεράστια τρύπα στην δεξιά του πλευρά. Τα κατάμαυρα μάτια της κάρφωσαν τον Έντουαρντ. Αυτός ήταν ο πραγματικός της στόχος. Αν κατάφερνε να τον σκοτώσει θα αφανιζόταν μαζί του και ο Έτριαν. Ο Έντουαρντ κατάλαβε το τι θα επακολουθούσε, αλλά δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Ο Έτριαν με όσες δυνάμεις του είχαν μείνει πέταξε στα πόδια του Έντουαρντ το μισό αστέρι που κρατούσε. Αστραπιαία και αποφεύγοντας την ριπή από το σκήπτρο της Βασίλισσας, όρμησε πίσω από τον καναπέ, αρπάζοντας ταυτόχρονα το άστρο. Τα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν διαδραματίστηκαν με έναν περίεργο αργό ρυθμό. Ο Έντουαρντ κοιτώντας το άστρο κατάλαβε πως ταιριάζει απόλυτα με το μενταγιόν που τον έκαιγε στο στήθος. Το τράβηξε και το ένωσε με αυτό του Έτριαν. Η έκρηξη που ακολούθησε ήταν απερίγραπτη. Όσοι περνούσαν εκείνη την στιγμή κάτω από το διαμέρισμα της πολυκατοικίας, όπου έμενε ο Έντουαρντ, νόμισαν πως θα ήταν μάρτυρες μιας τρομοκρατικής επίθεσης.

 

Από τα χαλάσματα του διαμερίσματος πρόβαλε ένας άντρας. Ήταν ο Έτριαν με την φυσική του μορφή. Δυνατός και πανέμορφος. Ο Έτριαν και ο Έντουαρντ είχαν γίνει πλέον ένα. Μέσα στην καρδιά του έλαμπε ένα εξάκτινο αστέρι. Απέναντί του βρισκόταν το άψυχο σώμα της μαύρης Βασίλισσας. Η ένωσή τους ήταν τόσο ισχυρή, που την είχε εξολοθρεύσει. Χαμογέλασε και τα μάτια του έλαμψαν. Μόλις είχε γεννηθεί ένας ήρωας. Αυτός ήταν ο νέος ήρωας ανάμεσα σε δύο κόσμους. Έτοιμος να προστατέψει και τους δύο…

 

 

 

Edited by niceguy0973
Link to comment
Share on other sites

Αχά! Μεγαλούλες κι οι δυο... Θα διαβάσω, θα διαβάσω και θα σχολιάσω, θα διαβάσω και θα σχολιάσω και θα ψηφίσω, έχετε το λόγο μου :tease:

Link to comment
Share on other sites

Νεκτάριε, κάνε έναν κόπο στην ιστορία σου, επειδή την πέρασες copy-paste από το word, υπάρχουν λέξεις κολλημένες μεταξύ τους. Ένα edit θα τη διορθώσει.

Link to comment
Share on other sites

10 μέρες ψηφοφορίας σας φτάνουν;

 

Μεσάνυχτα Τετάρτης 10 Αυγούστου θα έχουμε τον νικητή.

Edited by DinoHajiyorgi
Link to comment
Share on other sites

Νεκτάριε, κάνε έναν κόπο στην ιστορία σου, επειδή την πέρασες copy-paste από το word, υπάρχουν λέξεις κολλημένες μεταξύ τους. Ένα edit θα τη διορθώσει.

 

 

Το έκανα ήδη... Thanx!!!! :)

Link to comment
Share on other sites

Το φάντασμα των write-off ξαναχτύπησε. Πρώτη ομοιότητα που διέκρινα είναι ότι αντί την εισαγωγή μου να την ακολουθήσει μια δράση που θα οδηγούσε σε απόδραση και περισσότερο κυνηγητό, ο ήρωας των ιστοριών βρίσκει τον εαυτό του νικημένο, παγιδευμένο, αιχμάλωτο. Ο ήρωας του Asgaroth αντιμετωπίζει την κάνη ενός αξιωματικού του Ναού, και ο ήρωας του niceguy το σκήπτρο της Βασίλισσας. Και η δεύτερη ομοιότητα, υπάρχει μια μαγική/υπερφυσική απόδραση και για τους δύο, αρκετή για να δώσει την ώθηση για την συνέχεια του διηγήματος.

 

Αυτά όμως είναι πασατέμπο. Η καραμπάμ, καραμπινάτη, μου-σηκώθηκε-η-τρίχα σύμπτωση ανήκει στην τρίτη ομοιότητα: Τα μάτια σαν σμαράγδια που ανήκουν στο θηλυκό που στοιχειώνει τον Σοκγάι της ιστορίας του Asgaroth, και τα σμαραγδένια μάτια που ανήκουν στο ένα θηλυκό που στοιχειώνει τον Έτριαν (την μητέρα του) της ιστορίας του niceguy. Μα, σε τηλεφωνική σύνδεση ήσασταν οι δύο όταν γράφατε;

 

Χάρηκα πολύ και για τις δύο ιστορίες, γιατί πρώτη φορά βλέπω τόσο καλό αποτέλεσμα σε τόσο βιαστικό γράψιμο σε write-off. Έξοχη περιπέτεια, φαντασία, κοσμοπλασία, τραγικότητα και πλοκή στο «Σα Σύκο το Μυαλό Σαπίζει». Πετυχημένη μίξη φάνταζυ και επιστημονικής φαντασίας, έξυπνο παραμύθι και κινηματογραφική δράση στο «Η Ψυχή του Άστρου».

 

Η ψήφος μου θα πάει στην ιστορία του Asgaroth. Τα δύο αρνητικά που θα μπορούσα να του αναφέρω είναι ο τίτλος του διηγήματος, και η τελευταία παράγραφος στην ιστορία, που και δεν την κατάλαβα, και δεν νομίζω ότι την χρειαζόμουν. Το διήγημα του όμως ήταν το πιο καλογραμμένο.

 

«Η Ψυχή του Άστρου» είναι το πρώτο δείγμα από niceguy0973 που διαβάζω και όλοι οι οιωνοί είναι θετικοί για την εξέλιξη του. Το πρόβλημα της ιστορίας του ήταν στους διαλόγους του που σε κάποιες σκηνές ήταν αφύσικοι καθώς σκοπός τους ήταν να μας προλάβουν πληροφορίες, και παρόμοια, ορισμένες σκηνές θέλανε άλλη έκταση από την τωρινή βιαστική τους εξέλιξη. Έχει δηλαδή ψωμί η συνάντηση των δύο εαυτών, και σίγουρα η τελική σύγκρουση με την Βασίλισσα θέλει ένα πιο έξυπνο στήσιμο. Τόσο απερίσκεπτα η Βασίλισσα βούτηξε σχεδόν ακάλυπτη (χωρίς συνοδεία) στην άλλη άκρη του σύμπαντος; Αυτό το λάθος το κάνουν πολλές κινηματογραφικές ταινίες: Χτίζουν δηλαδή ένα μαύρο δέος για τον κακό τους, και μετά στο φινάλε, στην τελική, ο κακός νικιέται τόσο εύκολα.

 

Η αδυναμία λοιπόν της ιστορίας σου Νεκτάριε είναι ότι για να ειπωθεί σωστά θέλει περισσότερες λέξεις και ίσως διάλεξες να μας δώσεις, εδώ στο write-off, λάθος παραμύθι. Να το δουλέψεις όμως αυτό που έχεις γιατί είναι καλό. Ειδικά η κατάρα της μητέρας, και πως κατορθώνει να το κάνει αυτό στο γιο της, χρειάζεται ένα-δύο κεφάλαια από μόνο του που θα ήθελα να διαβάσω.

Link to comment
Share on other sites

:crybaby: Μια ώρα έγραφα το σχόλιό μου και όταν πάτησα post κάτι έγινε με τη σύνδεση και πάει!!! Άντε πάλι από την αρχή... :loughbounce:

 

Asgaroth, μου άρεσε ο τίτλος. Εφευρετικός, εύηχος, πανέξυπνος και βγάζει μια ωραία σαπίλα πανάθεμά τον :p Η γραφή σου είναι πολύ καλή, ξεκούραστη, σωστή (αν και σε προτιμώ σε πιο ανθρώπινες ιστορίες, βλ. "Κάποιο Χρυσό Δαχτυλίδι"). Οι περιγραφές σου αρκετά ζωντανές και οι διάλογοι εξαιρετικά πειστικοί. Μου άρεσε και το "love story" της υπόθεσης, δίνει έναν πιο ανθρώπινο τόνο. Νομίζω όμως πως θα μπορούσες να αξιοποιήσεις καλύτερα την εισαγωγή.

 

Niceguy, και ο δικός σου τίτλος μου άρεσε - αν και κλισέ - είναι έτσι κάπως ευαισθητούλης :p Γράφεις στρωτά και διαβάζεσαι εύκολα. Μου άρεσαν ιδιαίτερα κάποιες πολύ όμορφες φράσεις (π.χ. "...ψέλλισε σαν να είχαν πέτρες οι λέξεις ανάμεσά τους") Μου άρεσε και σαν πλοκή, ιστορία κτλ αν και δεν είμαι διόλου του είδους :p Νομίζω μάλιστα πως αξιοποίησες την εισαγωγή καλύτερα από τον Asgaroth. Αυτό που με χάλασε ήταν οι διάλογοι που σε μερικά σημεία ήταν πολύ "μεγαλεπήβολοι" (ελαφρώς too much αν θέλεις).

 

 

Πολύ με δυσκολεύει το ποιον να ψηφίσω... Θα ξανακοιτάξω τις ιστορίες και θα επιστρέψω!!!

Link to comment
Share on other sites

Αυτό που μου τράβηξε περισσότερο την προσοχή είναι πως και οι δύο ιστορίες προσέγγισαν την εισαγωγή από μια Φαντασο-ΕΦ σκοπιά. Όπλα με καρφιά και τηλεμεταφορείς, μαζί με μάγους και τεράστια σκουλήκια, για τη μία. Γαλαξιακές μάχες και μεταλλικά ανδροειδή, μαζί με κατάρες και νεραϊδομάνες, για την άλλη. Πετυχημένος ο συνδυασμός και τις δύο φορές, κάτι που κράτησε το ενδιαφέρον μου.

Σα Σύκο το Μυαλό Σαπίζει. Μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίο ξεδιπλώνεται σιγά-σιγά η υπόθεση της ιστορίας. Αν και αρχικά αυτά τα μπρος-πίσω με μπέρδεψαν, η συνέχεια ήταν πολύ καλή.

 

Υπήρχαν μερικά λαθάκια γραμματικά και στίξης. Φαντάζομαι ότι μπορείς να τα βρεις και μόνος σου αν ρίξεις μια πιο προσεκτική ματιά.

 

Ο τίτλος δεν μου άρεσε.

 

Η ψυχή του άστρου. Ωραία κι αυτή η ιστορία, αλλά χρειαζόταν κάτι παραπάνω για να δέσουν λίγο καλύτερα τα επιμέρους κομμάτια της. Μου άφησε κάποια ερωτήματα, όπως γιατί η μαύρη βασίλισσα κυνηγούσε τον Έτριαν. Δηλαδή, βάζεις στην ιστορία σου μια ολόκληρη γαλαξιακή μάχη, αλλά δεν μας εξηγείς το λόγο. Επίσης, υπήρξαν μερικά σημεία που χρησιμοποίησες μερικές εύκολες λύσεις για να συνεχίσεις την πλοκή της ιστορίας.

 

Η γραφή σου είναι αρκετά απλή και ξεκούραστη, διαβάζεται εύκολα. Οι διάλογοι θέλουν λίγη δουλίτσα για να ακούγονται πιο φυσικοί. Και μερικές φορές βάζεις πιο πολλές επεξηγήσεις απ' όσες χρειάζονται, όπως εδώ “Το μηχανικό σώμα του Έτριαν είχε κοκαλώσει. Καμία κίνηση. Όλα είχαν παγώσει. Ο ίδιος ο χρόνος είχε παγώσει. Είχε βάλει τελεία.” κι εδώ “Στον τοίχο απέναντί του άρχισε να ανοίγει μια μαύρη τρύπα. Η περίμετρός της έβγαζε φως. Κάτι σαν αυτές τις σκουληκότρυπες που αναφέρανε στη ΝΑΣΑ. Πύλες για άλλους κόσμους. Έτσι φαινόταν στα μάτια του.”

 

Η ψήφος μου πάει στον Asgaroth.

Καλή επιτυχία και στους δύο.

Edited by Mesmer
Link to comment
Share on other sites

Ξανακοίταξα κι εγώ τις ιστορίες και θα ψηφίσω "Σα σύκο το μυαλό σαπίζει" κυρίως για το θέμα των διαλόγων που επεσήμανα και πιο πάνω.

 

Αυτά :chinese:

Link to comment
Share on other sites

Ενδιαφέρων διαγωνισμός. Οι ιστορίες είναι πράγματι αρκετά όμοιες, εδώ και στις δύο έχουμε δεύτερο εαυτό, να μην πούμε και για τα μάτια. Πραγματικά εντυπωσιακό, αν σκεφτούμε και ότι η εισαγωγή δεν προδιέθετε για κάποια ορισμένη και σαφή κατεύθυνση. Τώρα:

 

Σα σύκο το μυαλό σαπίζει: Χωρίς πλάκα, σήμερα έφαγα τα πρώτα μου σύκα για φέτος, αλλά θα προσπαθήσω να είμαι αμερόληπτος. Ελκυστικός ο τίτλος, ωστόσο θα τον χαρακτήριζα εκ των υστέρων όχι πετυχημένο, βάσει της ιστορίας. Ωραία γραφή και ενδιαφέρουσα δομή στην αφήγηση, ωστόσο κάπου έχασα ενδιαφέρον, αποστασιοποιήθηκα από τα γεγονότα. Η ιστορία είχε γερή βάση και όμορφη κοσμοπλασία, έκρυβε από πίσω της μεράκι, κι αυτό είναι θετικό.

 

Η ψυχή του άστρου: Επίσης καλογραμμένη ιστορία. Μαντεύω ότι έβαλες αρκετά πράγματα από τον εαυτό σου μέσα. Το όλο στήσιμο μου θύμισε κάπως το The Fountain του Αρονόφσκι, με αυτό το μπλέξιμο ενός αστρικού κόσμου με τον δικό μας τον γήινο και τις εκδοχές του εαυτού. Διάβασα με ενδιαφέρον την ιστορία και είχα προσμονή για τη συνέχεια, αν και προβλέψιμη. Οι διάλογοι δεν θα έλεγα ότι με χάλασαν (αν και στην αρχή με ξένισαν), γιατί το είδα σαν μια προσπάθεια να αποτυπωθεί η επουράνια ευγένεια των πλασμάτων. Το πρόβλημα που εγώ εντοπίζω είναι μια απλοϊκότητα και σχηματικότητα στις έννοιες που χειρίζεσαι: ο συγγραφέας που ταυτίζεται με το ρόλο του, η ένωση με τον εαυτό κλπ, είναι ωραία θέματα μεν, τα δίνεις όμως αρκετά εύκολα και straightforward, χωρίς να αφήνεις τον αναγνώστη να πλάσει στο μυαλό του τα δικά του σενάρια. Για παράδειγμα, στο τέλος λες "...είχαν γίνει πλέον ένα". Αυτό θα μπορούσες να το δηλώσεις με πολλούς άλλους τρόπους, π.χ απλώς περιγράφοντας μια και μόνο μορφή να αναδύεται κι ο αναγνώστης δεν θα είχε άλλο να υποθέσει, από το ότι "είχαν γίνει πλέον ένα", αλλά θα ένιωθε και ότι έβγαλε κάτι μόνος του.

 

Όντως, καλές συμμετοχές και οι δύο. Δυσκολεύτηκα να επιλέξω, αλλά τελικά θα ψηφίσω την Ψυχή του Άστρου, κυρίως λόγω υπόθεσης που με κέρδισε περισσότερο.

Link to comment
Share on other sites

Βλέπω στις δύο ιστορίες μια ανάγκη να φρενάρουν την έντονη δράση της εισαγωγής, κι ίσως αυτό είναι που τους έκανε και τους δύο να στέκουν ηττημένοι στην επόμενη παράγραφο. Πάμε ειδικά σχόλια:

 

Σα Σύκο Το Μυαλό Σαπίζει: Συγνώμη, εμένα ο τίτλος μου άρεσε πολύ. Κι αν δεν ήταν αυτός, τότε δύσκολα θα είχα καταλάβει την τελευταία παράγραφο. Δεν λέω ότι τα κατάλαβα όλα, ας πούμε με μπέρδεψε η αναφορά στα ερπετά και τι ρόλο είχαν γενικά στο όλο θέμα. Από την άλλη φαίνεται ότι υπάρχει ένα υπόβαθρο το οποίο ο συγγραφέας δε μου ζητάει απαραίτητα να το κατανοήσω, αλλά απλά να το αποδεχτώ. Κι αυτό μου αρέσει πολύ, μου θυμίζει τις ίνφο-bubble ατάκες στον Πόλεμο Των Άστρων. Επίσης διακρίνω μια "κουρασμένη" ενήλικη στάση απέναντι στους ήρωές σου. Δεν τους λυπάσαι κι αυτό είναι το σωστό. Έχουν κάνει τις επιλογές τους άλλωστε.

 

Η Ψυχή Του Άστρου: Κι εδώ υπάρχει ένα πολύ φιλόδοξο σχέδιο, μια ωραία κι έντονη ιδέα, όμως ήταν μια ιδέα που για να γίνει πιο πιστευτή απαιτούνται τουλάχιστον δέκα χιλιάδες λέξεις ακόμη. Για να μη σου ζητήσω ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. Δεν είναι κι η πιο πρωτότυπη, αλλά έχει το κατιτί της που την κάνει να φαίνεται φρέσκια. Θα συμφωνήσω με τους υπόλοιπους ότι στους διαλόγους πρέπει να δώσεις λίγη περισσότερη προσοχή, κυρίως γιατί κάνει το όλο κείμενο να φαντάζει παιδικό, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι. Με μπέρδεψε λιγάκι η σχέση μεταξύ στη μάνα, τον Έτριαν και τη βασίλισσα.

 

Η ψήφος μου πάει στον Άσγκαροθ, κυρίως γιατί χτύπησε τις ενήλικες χορδές μέσα μου.

Link to comment
Share on other sites

Διάβασα και τις δύο ιστορίες, από δύο φορές έκαστη. Μου άρεσαν πολύ και οι δυο. Πολύ παραμυθένιες και ευφάνταστες, γεμάτες εικόνες που σε παρέσυραν μέσα τους. Παρ'όλο που έχουν κάποια κοινά, όπως είπαν κι άλλοι, είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Η μία είναι μια sword and planet ιστορία, η άλλη μπορώ να πω πως είναι science fantasy. Και τα δύο είδη τα συμπαθώ ιδιαίτερα, οπότε θα δυσκολευτώ πολύ να ψηφίσω.

 

Κάνοντας λίγο nitpicking, έχω να παρατηρήσω πως στην ιστορία του Asgaroth υπήρχαν στιγμές-στιγμές οι ίδιες, ή πολύ όμοιες, περιγραφές για τους θανάτους που λάβαιναν χώρα, με ίδιες λέξεις, πράγμα που τις έκανε κάπως λιγότερο εντυπωσιακές από ένα σημείο και πέρα. Στην ιστορία του niceguy0973 υπάρχει η συνεχής επανάληψη της λέξης "του" πολλές φορές στην ίδια πρόταση, κάτι πολύ περιττό. Επίσης, με ακόμα περισσότερο nitpicking, νομίζω πως μπερδεύεται λίγο η έννοια πλανήτης/κόσμος και γαλαξίας. Δεν μου έδωσε να καταλάβω δηλαδή αν ό,τι συνέβαινε λάβαινε χώρα ανάμεσα σε δύο πλανήτες ή δύο διαφορετικούς γαλαξίες. Ξέρω πως ακούγεται πολύ "ψείρισμα" αυτό αλλά αφού πρόκειται για ιστορία ε.φ. αυτά τα προσέχω.

 

Ναι, θα δυσκολευτώ να ψηφίσω. Ίσως πρέπει να τις ξαναδιαβάσω και τρίτη φορά, αλλά ένα μεγάλο μπράβο και στους δυό σας. :)

Edited by Oberon
Link to comment
Share on other sites

Guest old#2065

Διάβασα και τις δύο ιστορίες και θέλω να συνχαρώ και τα δυο παιδιά για την προσπάθεια και το καλό αποτέλεσμα.

Να μην ξεχνάμε ότι η κατά παραγγελία δημιουργία έχει και κάποια στοιχεία "βιασμού" των διαθέσεων μας τη συγκεκριμένη στιγμή.

Αν και δεν είμαι καθόλου έμπειρος στο συγκεκριμένο χώρο, ενω ταξίδεψα και με τις δυο ιστορίες, είχα την αίσθηση ότι στο "σύκο" υπήρχε απο πίσω ένας ολόκληρος κόσμος, μια κοσμοθεωρία με δικούς της νομους ,ηθική κλπ που εγώ απλώς δεν ήμουν ενημερωμένος. Στο "Αστρο" αντίθετα η χρήση αρκετών φράσεων κλισέ και η αίσθηση του "κάτι μου θυμίζει| που καραδοκούσε, έκλεινε την πλάστιγκα τελικά προς τον Asgaroth.

Μπράβο και στους δύο.

Link to comment
Share on other sites

Niceguy η ιστορία σου είναι πολύ ωραία και καλογραμμένη, αλλά πιστεύω ότι ξανοίχτηκες πολύ. Τι εννοώ με αυτό; Θα ήθελα μέχρι το τέλος της ιστορίας να μάθω για την κατάρα περισσότερα. Γιατί η μητέρα του Έτριαν έκανε αυτό που έκανε; Γιατί η μάγισσα κυνηγούσε τον Έτριαν. Τι απέγινε η μητέρα του και για πως κατέληξε να έχει διαχωριστεί στα δύο ο ήρωας σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Ο Έντουαρτ αφού αυτός έγραφε την ιστορία του Έτριαν γιατί δεν είχε δει από πριν την σύνδεση με το μισό αστέρι; Πράγματα πολλά για να μπορέσεις να τα αναπτύξεις σε μια μικρή έκταση… Νομίζω ότι όσα είπαν οι παραπάνω με καλύπτουν. Μου αρέσει ο τρόπος που γράφεις, δεν με κούρασε καθόλου, το αντίθετο μάλιστα. Οι περιγραφές σου ήταν παραστατικές και η προσέγγισή σου στο εσωτερικό κόσμο τον ηρώων ήταν υπέροχος και προσεγμένος.

 

 

Του asgaroth η ιστορία μας οδηγούσε διαρκώς εκεί που ήθελε, είχε τον έλεγχο συνέχεια, αυτό είναι που αποπνέει ο τρόπος γραφής του. Επίσης πολύ παραστατικός. Χειρίστηκε επιδέξια την υπόθεση, τον ρυθμό και την κορύφωση της ιστορίας. Υπήρχε μια απολαυστική σιγουριά που μου περνούσε η ιστορία. Όταν την τελείωσα σκέφτηκα, πως κοιτώντας το κείμενο, αν μπορούσε να μιλήσει για τον συγγραφέα αυτό θα έλεγε: ασχολούμαστε με αυτή τη στιγμή της ιστορίας του ήρωα μου και σε πάω λίγο και εκεί και εκεί με αναδρομές γιατί αυτό εξυπηρετεί την ιστορία για την συγκεκριμένη στιγμή ώστε να καταλήξουμε εκεί που καταλήγουμε. Ήταν ξεκάθαρη και όμορφη δουλειά. Μου άρεσε ο τίτλος που σχετίζεται με τον ψυχισμό του ήρωα και το τέλος. Το παιχνίδι με τις αναδρομές και την σύνδεση τους με την υπόθεση ήταν πολύ ομαλό. Με ταξίδεψε η ιστορία και μου άρεσε.

 

Ψηφίζω asgaroth. Και οι δύο ιστορίες όμως ήταν καταπληκτικές και μπράβο και στους δύο σας. Μπράβο και στον dino για την εισαγωγή. Καλή επιτυχία.

 

 

Link to comment
Share on other sites

Το Write-Off #61 με τους αντιμαχόμενους Asgaroth και niceguy0973 ανακηρύσσεται λήξαν!

:sword: :2handed:

 

Νικητής ο Asgaroth. :winner_first_h4h:

 

All Hail Asgaroth! :king:

 

Η αρένα ανήκει στους επόμενους μονομάχους.

Link to comment
Share on other sites

Τα συγχαρητήρια και από μένα my friend Asgaroth. Όντως η ιστορία σου ήταν καλύτερη από την δική μου, πιο ολοκληρωμένη. Σας ευχαριστώ όλους για τα σχόλιά σας.... Πάμε για άλλα τώρα... North, ετοιμάσου!!!! :)

Link to comment
Share on other sites

Παιδιά σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τα σχόλιά σας και κυρίως για τον χρόνο σας. Τα σχόλια σας με χαροποίησαν πραγματικά, μιας και έκανα κάποιους να "ταξιδέψουν" με εισιτήριο μερικά λεπτά ανάγνωσης. Φίλε Νεκτάριε, σε ευχαριστώ που συμμετείχες μαζί μου και όπως προανέφερε ο Ντίνος, για το φάντασμα των write-off ,πραγματικά τρόμαξα όταν διάβαζα την ιστορία σου, με κοινά πράγματα που είχαμε σκεφθεί. Αυτά τα σμαραγδένια μάτια μας φάγανε!

Θαλασσίτσα, Μέσμερ, Στάνλευ, Ντίνο , Ναρουάλις, Διονύση, Νίκο , Ανυσία :drinks:

Link to comment
Share on other sites

  • Ghost changed the title to Write off #61 (Asgaroth vs niceguy0973)

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..