Jump to content

Κατά πόσο έχει διαφοροποιηθεί η γραφή σας μέσα στα χρόνια;


NIKANTHI
 Share

Recommended Posts

Κατά πόσο έχει διαφοροποιηθεί η γραφή σας μέσα στα χρόνια; Το ίδιο ερώτημα το έχω ξανά επαναλάβει μέσα από κάποιες ιστορίες μου, αλλά σκέφτηκα να το κάνω συγκεκριμένο θέμα, για να είναι ορατό προς όλους.

 

 

 

Έχετε παρατηρήσει αλλαγές στον τρόπο γραφής σας και αν ναι είναι ως προς το θετικό ή προς το αρνητικό; Δηλαδή σας αρέσει τώρα πιο πολύ όπως γράφετε ή θα θέλατε να γράφατε όπως και τότε;

 

Και ένα ερώτημα που αφορά επί το πλείστον τον Nikanthi, εύχομαι όχι μόνο τον Nikanthi :)

 

Αν για κάποιο μεγάλο χρονικό διάστημα γράφατε κάποιο μυθιστόρημα που χρειάστηκε ένα ή δυο ή τρία χρόνια για να το τελειώσετε, παρατηρήσατε αλλαγές στον τρόπο γραφής του. Δηλαδή να είναι αλλιώς γραμμένο στην αρχή και αλλιώς στο τέλος τις ιστορίας.

 

Και αν ναι τί κάνετε για αυτό; Το πετάτε στα σκουπίδια; Σίγουρα όχι αλλά μήπως είναι για τα σκουπίδια :) Πώς το διορθώνετε; Εφόσον εάν το διορθώσετε, τώρα που έχει αλλάξει ο τρόπος γραφής σας από τον παρελθών, θα αλλοιωθεί και το ύφος του “τότε κειμένου”. Δεν αναφέρομαι σε λέξεις που πιθανόν να θέλουν διόρθωμα, αλλά για ολόκληρες παραγράφους που πιθανόν να θέλεις να προσθέσεις στο κείμενο σου. Οι οποίες εάν της προσθέσεις τώρα, θα είναι λογικά γραμμένες διαφορετικά, σε σχέση με το πως έγραφες τότε.

 

Ένα παράδειγμα για να γίνω κατανοητός.

 

Εγώ έγραφα ένα μυθιστόρημα για δυο χρόνια. Όσο περνούσε ο καιρός άλλαζε και η γραφή μου, μέχρι εδώ όλα καλά (περίπου:)). Τώρα εάν θέλω να διορθώσω ας πούμε την αρχή της ιστορίας μου, θέλοντας και μη θα αναμείξω το στιλ εκείνης της γραφής, με το τωρινό μου στιλ. Αυτό είναι καλό ή θα μπερδέψει περισσότερο την όλη κατάσταση; Και τί μπορείς να κάνεις πάνω σε αυτό ;

 

Εύχομαι να γίνομαι κατανοητός… :)

 

 

Link to comment
Share on other sites

Η γραφή μου έχει αλλάξει φρικαλέα πολύ. σε σημείο να μου σηκώνεται η τρίχα όταν διαβάζω κάτι "σοβαρό" από παλιότερες περιόδους. Και το κακό είναι ότι εκείνες τις παλαιότερες περιόδους της ζωής μου (βλέπε όταν ήμουν 18 έως 25) έγραφα σχεδόν αποκλειστικά μεγάλα κείμενα, που τα ψιλοβαριόμουν στην πορεία, οπότε έκανα και τρία και τέσσερα χρόνια να τα τελειώσω. Αν άλλαζε η γραφή μου κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος; Ω , ναι...

 

Για το πώς μπορεί να διορθωθεί ένα τέτοιο κείμενο, να πω την αμαρτία μου ακόμα το ψάχνω. Προσπαθώ εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια να διορθώσω ένα κείμενο που θεωρώ ότι έχει προοπτικές να γίνει κάτι καλό, ένα "φάνταζι αραμπέσκ" που το είχα ξεκινήσει όταν τελείωσα το σχολείο. Τώρα μου φαίνεται τραγικά παιδιάστικο, με κάτι τρύπες, στην πλοκή, τη γλώσσα και τους χαρακτήρες, ΝΑ με το συμπάθειο. Η αρχική προσέγγιση ήταν να βελτιώσω κάπως τη γλώσσα. Απέτυχε, και τα αποτελέσματά της φαίνονται εδώ. Μια δεύτερη προσπάθεια ήταν να αλλάξει εντελώς το ύφος. Δηλαδή από αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο (με όλη τη μελοδραματικούρα που με έδερνε τότε) το γύρισα σε παντογνώστη αφηγητή και σε εντελώς διαφορετική οπτική γωνία. Προσπάθησα να "δω" την κάθε σκηνή από εντελώς άλλη θέση στο χώρο. Κι αυτό προς αποτυχία πάει, αν και το έχω παρατήσει και δεν ξέρω αν τελικά θα κατέληγε σε αποτυχία.

 

Παράδειγμα, μιας και το ανέφερα. Αυτή η σκηνή έγινε κάπως έτσι:

 

 

 

 

Η θλιμμένη ιστορία της Βοχέντα Μίνους…

Κάποιοι την έλεγαν σιγανά, κουνώντας το κεφάλι. Άλλοι την έλεγαν με υπονοούμενα, μην τολμώντας ν’ αναφέρουν ονόματα. Κι άλλοι την έλεγαν παραλλαγμένη τόσο από τα στόματα που είχε περάσει, που καταντούσε αγνώριστη. Μόνο τ’ ότι ήταν θλιβερή έμενε πάντα σταθερό κι ίσως και τ’ όνομα, Βοχέντα Μίνους, γλυκειά Βοχέντα Μίνους.

 

Ο Νουρ Φατάγια άκουσε τη συγκεκριμένη ιστορία για πρώτη φορά, ένα βράδυ της εποχής της ξηρασίας, το όγδοο έτος της προεδρίας του Άσντι Μίνους. Είχε κάμποσο καιρό ξεμείνει στην πρωτεύουσα Ομός κι όπως οι λάσπες στο πρόσωπό του τον χαρακτήριζαν αμέσως ως νόθο, μόνο σε κάποιες από τις χειρότερες τρώγλες της μπορούσε να μένει. Σε κάθε πόλη της χώρας που λέγεται Ζήμα, όσο μεγάλη ή μικρή κι αν είναι, υπάρχουν πάντα τέτοια καταγώγια, όπου για ελάχιστα νομίσματα ή για κάποιες σκοτεινές υπηρεσίες, σκοτεινοί ιδιοκτήτες έδιναν στέγη και κρασί σε σκοτεινούς ενοίκους. Αλλά τον Νουρ δεν τον ένοιαζαν και πολύ αυτά.

 

Η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ, αλλά τέτοια μέρη δεν είχαν ωράρια. Θαμώνες υπήρχαν, οι περισσότεροι καθισμένοι σε χαμηλούς σωφάδες, με μακριές πίπες να καπνίζουν το δαιμονόχορτο και μυξιασμένα παιδόπουλα να τους κάνουν αέρα. Κρασί υπήρχε, αλλά όχι το εκλεκτό κρασί των σταφυλιών που γεύονταν οι έμποροι κι οι ιερείς των Βασιλέων. Σε τέτοια μέρη ταίριαζε το δυνατό χουρμαδόκρασο των χωριών και των καταυλισμών στις παρυφές της ερήμου, εκείνο που μπορούσε να κάνει έναν τίμιο άντρα να κλάψει κι ένα νόθο να γελάσει. Κι ο Νουρ το χρειαζόταν το γέλιο εκείνες τις εποχές.

 

Ως εκείνη την ώρα, η πελατεία του καπηλειού συνήθως είχε παγιωθεί στους μόνιμους. Γι’ αυτό κι η είσοδος ενός καινούργιου προσώπου αντιμετωπίστηκε με μια μικρή αναταραχή. Ένας-δυο έφεραν τα χέρια στις ζώνες τους, σημάδι ότι περίμεναν ίσως κάποια νέμεση. Ο ιδιοκτήτης, που κάπνιζε χαϊδολογώντας τα πισινά του αγοριού που του έκανε αέρα, έμεινε ακίνητος, όπως οι γάτες όταν ακούν κάποιον ύποπτο θόρυβο. Κάποιοι πελάτες τον μιμήθηκαν, στενεύοντας τα μάτια. Κι ήταν και μερικοί που δεν αντέδρασαν καθόλου, καθώς το δαιμονόχορτο τους είχε τυλίξει σε κάτι που λίγοι μπορούσαν να περιγράψουν με σαφήνεια.

 

Ο άντρας -γιατί μόνο άντρας θα τολμούσε ποτέ να μπει σε τέτοιο μέρος τέτοια ώρα- ήταν μέτριος στο ύψος και φορούσε την παραδοσιακή βαθυκύανη φορεσιά των νομάδων. Το κεφάλι και το πρόσωπό του ήταν τυλιγμένα στο σαρίκι που συνήθιζαν οι νομάδες, αφήνοντας μόνο τα μάτια του να φαίνονται, σκούρα και διαπεραστικά. Ακόμη και τα πασούμια του ήταν νομαδικά, από δέρμα γουρουνιού, χωρίς τις γυριστές μύτες των πασουμιών των πόλεων. Κι όμως κάτι επάνω του, ίσως η στάση του σώματός του, ίσως ο τρόπος που φορούσε το σαρίκι του, ίσως, στο τέλος-τέλος, εκείνο το διαπεραστικό του βλέμμα, έλεγε ότι δεν ήταν παιδί των ανοιχτών εκτάσεων.

 

Ο νεοφερμένος έριξε ένα γύρω το βλέμμα του και τελικά έκανε νόημα σ’ ένα από τα παιδόπουλα του μαγαζιού να του φέρουν πιοτό. Και πάλι, παρ’ όλο που το νόημά του άνηκε στη γλώσσα των νοημάτων των νομάδων, η κίνησή του είχε αστική ποιότητα. Κι αυτό ήταν που έκανε τους θαμώνες του μαγαζιού να ξαναγυρίσουν στις ασχολίες τους. Ένας άνθρωπος της πόλης που προσπαθεί να περάσει σε τέτοιο μέρος για νομάδας, δε μπορούσε παρά να σημαίνει ότι είχε έρθει για να βρει κάποια μικρή απαγορευμένη απόλαυση.

 

Ο Νουρ ξαφνιάστηκε όταν είδε ότι ο νεοφερμένος τράβηξε μια μαξιλάρα κι έκατσε δίπλα του, γέρνοντας το πάνω μέρος του σώματός του προς το μέρος του. Συνήθως ούτε εκείνοι που έψαχναν για τη συντροφιά των αντρών δεν ήθελαν πάρε-δώσε με νόθους. Κι ακόμη περισσότερο ξαφνιάστηκε όταν ο άντρας τράβηξε την άκρη του σαρικιού και φανέρωσε το πρόσωπό του, με τέτοιον τρόπο που να μην το δουν άλλοι. Αλλά και να έβλεπαν, δε θα μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν. Τα πρόσωπα των ανθρώπων σαν το νεοφερμένο σπάνια είναι αναγνωρίσιμα σε αυτές τις συνοικίες της Ομός. Αλλά ο Νουρ ήξερε, γιατί είχε πολεμήσει κι είχε ορκιστεί -ξέχωρα από τους υπόλοιπους τιμημένους πολεμιστές της Ζήμα- κάτω από το ίδιο διαπεραστικό βλέμμα, πριν από -πόσα χρόνια είχαν περάσει, αλήθεια;

 

Ήταν ο Άσντι Μίνους. Αιρετός πρόεδρος του Μεγάλου Συμβουλίου της Ζήμα, εκλεγμένος από τους Συμβούλους να προεδρεύει για δεκαπέντε χρόνια, όποια κι αν ήταν η σύσταση του Μεγάλου Συμβουλίου. Τα χρόνια μετρούνταν πλέον με το όνομά του, η όγδοη χρονιά της προεδρίας του. Παμπόνηρος πολιτικός, πιστός στην πατρίδα του όσο κανείς, με μια αίσθηση της πολιτικής που κανείς δεν είχε τα τελευταία εκατό χρόνια σε τούτη τη μεριά της ηπείρου. Κι οι ικανότητές του αυτές δε θα εξαφανίζονταν όταν θα πέθαινε. Και οι δύο γιοι του ήταν δημόσια πρόσωπα, ο μεγάλος ο Λάνι είχε εκλεγεί πέρσι δήμαρχος σε ένα από τα προάστια της πρωτεύουσας κι ο μικρός ο Όγκεμ είχε πολλές φορές αναλάβει καθήκοντα γραμματέα στις συνελεύσεις του Μεγάλου Συμβουλίου. Η εξυπνάδα και η ικανότητα ήταν κληρονομικά στην οικογένεια των Μίνους.

 

Και τους χρειάζονται και οι δύο αυτές ιδιότητες γιατί εκτός από πολιτική είχαν και θρησκευτική εξουσία στα χέρια τους. Από κάποια αρχαία ιστορία που ακόμη κι η ίδια η οικογένεια δυσκολεύεται να τη θυμηθεί και τη διηγηθεί σωστά, οι Βασιλείες έχουν χαρίσει στους Μίνους την προστασία της μαγικής λέξης Ορ, εκείνης που όταν χαραχτεί στο μέτωπο ενός ανθρώπου μπορεί να σηκώσει από πάνω του όλες τις κατάρες και τις συμφορές, ακόμη κι εκείνες που οι ίδιοι οι Βασιλείς έχουν επιβάλει. Πολλοί από τους πολιτικούς τους αντιπάλους είχαν διαμαρτυρηθεί για τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια των Μίνους. Αλλά εφόσον οι ψήφοι του Μεγάλου Συμβουλίου έβγαιναν έτσι, κανείς δε μπορούσε να τους αρνηθεί αυτήν την εξουσία.

 

Το παιδόπουλο έφερε μια κανάτα χουρμαδόκρασο και τους σέρβιρε νωχελικά. Ο Μίνους πήρε το ποτήρι χωρίς να μιλήσει και βάλθηκε να το γυρνάει στα χέρια του νευρικά.

 

-Δεν είναι ασφαλές μέρος αυτό για σένα, κύριέ μου, είπε ο νόθος σιγανά, όταν το παιδόπουλο απομακρύνθηκε.

 

-Ξέρω πράγματα που με προστατεύουν, Νουρ Φατάγια, απάντησε ο Άσντι Μίνους, ξαφνιάζοντας τον άλλον ακόμη περισσότερο αναφέροντας το όνομά του. Αλλιώς τι τύχη νομίζεις θα είχα, αν με έβλεπαν οι πολιτικοί μου αντίπαλοι να κάθομαι δίπλα σε ένα νόθο;

 

Ο Νουρ σιώπησε. Είχε ένα σωρό ερωτήσεις στην άκρη της γλώσσας του, όμως οι επιταγές των Βασιλέων απαγορεύουν σ’ ένα νόθο να κάνει ερωτήσεις.

 

-Έχω να σε δω δυο χρόνια, συνέχισε ο Μίνους. Από τότε που ο προηγούμενος βασιλιάς του Αρίν έχασε τον εναντίον μας πόλεμο, στα σύνορα, στη ζούγκλα του Νταρφ. Είχες πολεμήσει γενναία τότε.

 

-Παράξενο που η ευγένειά σου με θυμάται, κύριέ μου. Είχα πολεμήσει όπως κάθε καταραμένος: ζητώντας το θάνατό μου. Ήταν η τύχη που με κράτησε ζωντανό.

 

-Όχι. Ήταν το χέρι των Βασιλέων. Γιατί ως γνώστες των μοιρών ήξεραν ότι…

 

Χαμήλωσε το κεφάλι. Ο Νουρ εξακολούθησε να σωπαίνει, όμως ένιωθε τη θλίψη του άλλου να τον κόβει σα λεπίδα, σαν το απόλυτο κενό. Πόσο εύκολο είναι για έναν πιστό των Βασιλέων να ζητάει τη βοήθεια ενός νόθου;

 

-Έχεις ακούσει για τις κόρες μου; είπε τελικά ο Μίνους, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Έχω δύο: την Ανκίς, που το άγγιγμα της ζωντανεύει τα λουλούδια και τη Βοχέντα, που τα μαλλιά της μεγαλώνουν χίλιες φορές πιο γρήγορα από των άλλων ανθρώπων. Είναι και οι δύο εξαιρετικά ευσεβείς και οι Βασιλείς είναι γι’ αυτές μεγάλη παρηγοριά από τότε που έχασαν τη μητέρα τους. Πριν από ενάμιση μήνα, η Βοχέντα πήρε την απόφαση να αφιερωθεί στο Βασιλέα Ντιρ. Έμεινε δώδεκα μέρες σε ένα ναό του θεού-Άνδρα κι ύστερα έκανε όλες τις τελετές καθαρμού για να μπει στο Μικρό Οίκο των Βασιλέων και να γίνει Μικρή Σύζυγος. Τίποτε, ό,τι κι αν της είπα, δεν της άλλαξε γνώμη.

 

-Ο τίτλος της Μικρής Συζύγου είναι μεγάλη τιμή για ένα κορίτσι, κύριέ μου, παραξενεύτηκε ο Νουρ.

 

-Το να είσαι γιος του Ρουν Φατάγια, Μεγάλου Συζύγου της θεάς-Γυναίκας, είναι επίσης τιμή, αλλά όπως όλα τα άλλα, έχει κι αυτό το τίμημά του.

 

Ο άντρας με τη λάσπη στο πρόσωπο δάγκωσε τα χείλη του, γιατί κι οι νόθοι έχουν καρδιά που κλαίει.

 

-Πήρα ένα μήνυμα πριν τέσσερις μέρες, συνέχισε ο προστάτης του Ορ με χαμηλή φωνή. Από τον Κολμ Αντόρα, τον τωρινό βασιλιά του Αρίν. Θέλει τη Βοχέντα γυναίκα του. Αν δε γίνει ο γάμος σε εκατό μέρες, θα μας επιτεθεί με τα τρεις χιλιάδες πλοία του αέρα που του χάρισαν οι μάγοι του Πάντον. Του εξήγησα ότι η εκλεκτή του είναι ταγμένη στη θρησκεία, αλλά είπε πως, για το καλό της πατρίδας μου, δεν πρέπει να έχω τέτοιου είδους αναστολές. Νουρ Φατάγια, οι μικρές χερσαίες μας δυνάμεις δεν θα τα βγάλουν πέρα ούτε με τη μαγεία των αλλόπιστων, ούτε με τις μεγάλες επίγειες δυνάμεις που λένε ότι μαζεύει κάτω από τις προστατευτικές του φτερούγες ο Αντόρα. Και όσο κι αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να πίσω τον Ηγούμενο, τον επικεφαλή των Προσκυνητών να με αφήσει ναδω τη Βοχέντα έστω μια φορά, ώστε να την πείσω να αφήσει το Μικρό Οίκο για χάρη του Κολμ Αντόρα.

 

-Και να ήθελε, όμως, δε μπορεί να φύγει από το Μικρό Οίκο, είπε ο Νουρ. Μόνο όσοι είναι γεννημένοι σ’ αυτόν μπορούν, και πάλι μόνο για να περπατήσουν ανάμεσα στους ανθρώπους περιφρονημένοι και καταραμένοι.

 

Η αναφορά στο εθιμοτυπικό του Μικρού Οίκου βοήθησε το νόθο να κρύψει την ταραχή που ένιωθε. Έξω από τη επικράτεια της Ζήμα, μακριά από τα θρησκόληπτα βλέμματα των Μεγάλων και Μικρών Συζύγων των Βασιλέων και των ιερέων του, οι άνθρωποι δεν ξεχώριζαν νόθους και νόμιμους γιους, τουλάχιστον όχι με τόσο απόλυτο τρόπο. Στο γειτονικό Αρίν, ο ίδιος ο αρχιστράτηγος και κατοπινός βασιλιάς δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να χαρίσει τη φιλία του σε ένα νόθο. Ο Κολμ Αντόρα είχε ορκιστεί στο σπαθί του φιλία στο Νουρ, πράγμα που μόνο ένας άνθρωπος στη γη είχε τολμήσει να το κάνει. Για το νόθο αυτό ήταν ανέλπιστη τύχη κι απέραντη ευτυχία, μιας και η εκτίμηση του για τον Αρίνο ήταν το ίδιο υψηλή. Κι ο Νουρ δε μπορούσε να φανταστεί τι είχε αλλάξει τόσο πολύ τον χαρακτήρα του ανθρώπου εκείνου, που να επιδίδεται σε πράξεις μικροπρέπειας και πολεμικής λαγνείας.

 

Όπως εντελώς έξω από το χαρακτήρα του Κολμ Αντόρα ήταν η σχέση του με τους αρχιμάγους του Πάντον. Ακόμη κι η προοπτική να αποκτήσει τα πλοία του αέρα, τα ιπτάμενα άρματα που διέσχιζαν απέραντες εκτάσεις πετώντας, οδηγημένα από σκοτεινά ξόρκια, δε θα μπορούσε ποτέ να τον συμφιλιώσει με τους αρχιμάγους. Μέρος των συστατικών για τα ξόρκια εκείνα είχε διαρρεύσει κι η φύση τους έκανε το νέο βασιλιά του Αρίν να φρίττει. Πώς ήταν δυνατόν μέσασε λίγους μόνο μήνες ν’ αλλάξει έτσι ένας άνθρωπος; Μπορούσε ποτέ η εξουσία να διαφθείρει με τέτοιον τρόπο;

 

-Ακόμη κι έτσι, μου φάνηκε πολύ ύποπτη η άρνηση του Ηγούμενου να μη με αφήσει να δω τη Βοχέντα, συνέχισε ο Άσντι Μίνους. Και κατόπιν συζητήσεως με τους γιους μου αποφάσισα να κινηθώ υπογείως. Χρειαζόμουν κάποιον που να ξέρει τα κατατόπια, αλλά να μην τον αναγνωρίζουν οι Μικροί Σύζυγοι. Γι’ αυτό ήρθα σε σένα Νουρ Φατάγια, Ξέρεις τον Μικρό Οίκο όσο κανένας, αφού ήσουν δέκα χρονών όταν σε πήραν από κει. Αλλά κανένας μέσα στο Μικρό Οίκο δε σε ξέρει, αφού το πρόσωπό σου ήταν πάντα καλυμμένο με τη λάσπη του νόθου. Θασε καθάρω. Θα χαράξω το Ορ στο μέτωπό σου και θα σου δώσω καινούριο όνομα, όπωςορίζει η τελετή. Ύστερα θα μπεις στο Μικρό Οίκο, θα βρεις την κόρη μου και θα της εξηγήσεις την κατάσταση. Θα σε ακολουθήσει το δίχως άλλο. Τότε το μόνο που θα έχεις να κάνεις είναι να βρεις τρόπο να τη βγάλεις από κει και να την οδηγήσεις στο νυφικό της κρεβάτι. Δε θα ‘ναι δύσκολο για έναν πολεμιστή σαν κι εσένα.

 

Ο Νουρ ένιωθε τα μάγουλά του ξαναμμένα, από κάποιο κοκκίνισμα ντροπής, αλλά ο πυλός στο πρόσωπό του δεν άφηνε να φανεί η αμηχανία του.

 

-Σ’ ευχαριστώ που δε με περιφρονείς και που θες να μου χαρίσεις ένα τόσο εξαίσιο δώρο, κύριέ μου, είπε. Όμως με την ευσέβειά της, η κόρη σου δε θα δεχτεί ποτέ να συμπορευτεί με έναν νόθο, ακόμα κι αν αυτός είναι καθαρός από την αμαρτία των γονιών του να τον γεννήσουν ανύπαντροι. Θα είμαι πάντα ένας άτιμος.

 

-Η κόρη μου είναι παιδί του καθήκοντος. Το μυαλό της κρίνει σωστά ανάμεσα στην πατρίδα και τη θρησκεία. Άλλωστε -κι η φωνή του Μίνους άλλαξε σ’ έναν ανεπάισθητο ψίθυρο- δε θα είσαι για πολύ ακόμα άτιμος. Όταν η αποστολή σου τελειώσει, κι αυτή θα είναι η αμοιβή σου, θα σου δώσω την άλλη μου κόρη την Ανκίς για γυναίκα σου.

 

Ο νόθος τινάχτηκε σαν να τον είχε τσιμπήσει φίδι. Τα πράγματα που του έταζε ο πρόεδρος του Μεγάλου Συμβουλίου ήταν απραγματοποίητα, ακόμη κι αν ο κόσμος γύριζε ανάποδα, κανείς δε θα ευλογούσε μια τέτοια ανίερη ένωση, τόσο ατιμωτική για την κοπέλα.

 

-Κράτα την Ανκίς για τους τιμημένους σου πολεμιστές, κύριέ μου, έκανε ξερά. Καμιά γυναίκα, όσο κι αν την είχα ανάγκη, δεν θα υπέβαλα σ’ αυτό το μαρτύριο που περνάω τώρα εγώ. Καμιά, όσο μισητή κι αν μου ήταν, δε θα ανάγκαζα να υποφέρει, διωγμένη από την κοινωνία μας εξαιτίας του γάμου της μαζί μου. Θα το κάνω για την πατρίδα μου και γιατί δεν έχω σκοπό κι ελπίδα άλλη από το θάνατο.

 

Ο προστάτης του Ορ χαμογέλασε κι ήπιε την πρώτη γουλιά από το ποτήρι το χουρμαδόκρασο που γυρνούσε στα χέρια του. Το χαμόγελό του φάνηκε να υπόσχεται στο Νουρ μια άλλη ζωή. Κι ο νόθος τον ακολούθησε έξω από το καταγώγιο, στη σκοτεινή, ξηρή νύχτα της πρωτεύουσας προς ένα απίθανο μέλλον που έγνεφε από το βάθος των πιο τρελών ονείρων ενός απόβλητου της κοινωνίας.

 

 

 

 

 

ΤΓ: Συγνώμη που ποστάρω εδώ κείμενο, αλλά νομίζω ότι θα ήταν ενδιαφέρον να δει κανείς τη διαφορά ανάμεσα στο ένα κείμενο και άλλο.

Edited by Naroualis
Link to comment
Share on other sites

Ναι, πάρα πολύ. Από απλή περιγραφή όσων σκεφτόμουν και παράθεση των όποιων ιδεών είχα, το πώς γράφω τώρα έχει γίνει πολύ πιο ελεγχόμενο με πιο συχνή αποφυγή τυπικών συγγραφικών λαθών, και πολύ πιο ξεκάθαρη αντίληψη των διαφόρων patterns που χρησιμοποιώ όταν ξαναδιαβάζω τι έχω γράψει. Εννοείται πως κάθε κείμενό μου περνά από διάφορες διορθώσεις. Από τα πιο απλά (όπως οι "Ομπεράνθες") μέχρι πιο σοβαρές και περίπλοκες ιστορίες.

 

Πιο μεγάλα κείμενα, όπως novelettes και novels, όταν τα διορθώσω θα γίνει εκ βάσεως rewriting. Αυτό μπορεί να σημαίνει τόσο σύμπτηξη κεφαλαίων όσο και πρόσθεση ή αφαίρεση παραγράφων.

Edited by Oberon
Link to comment
Share on other sites

Κοιτάζω το πρώτο μου νανόριμο, που δεν είναι, να πει κανείς, και χαμένο στα βάθη του χρόνου, πριν από 5 χρόνια το έγραψα, και κοκκινίζω από ντροπή σε κάποια σημεία. Αυτά τα μελόσκατα, εγώ τα έγραψα; Αυτές τις ρομαντικές κλισεδούρες του κερατά; Αλήθεια, δεν τολμώ να το διαβάσω ολόκληρο και ξεκίνησε να το διαβάζει ο Άλεξ για ένα φεγγάρι (ευτυχώς για λίγο) κι έλιωσε στα γέλια. Η μαλακία είναι ότι το αγαπώ παρά τις άπειρες ατέλειες και θέλω να το ξαναπιάσω, γιατί ξέρω ότι καλές ιδέες και καλά σημεία μέσα, αλλά από πού να το πιάσω και πού να τ' αφήσω...

 

Το καλό είναι ότι και τα δύο ολοκληρωμένα βιβλία που έχω, τα έγραψα σε περιόδους νανόριμο, οπότε πραγματικά δεν πρόλαβε ν' αλλάξει η γραφή μέσα σ' ένα μήνα. :Ρ

 

Νουβέλες (δύο) που τις έχω μισοτελειωμένες και παρατημένες εδώ και κάτι χρόνια (8-9 ξέρω 'γω), θα κρατηθούν σημεία-κλειδιά της πλοκής και θα φάνε σουτ, για να ξαναγραφτούν απ' την αρχή. Δεν τις έχω γράψει εγώ. ΣΙΓΟΥΡΑ δεν τις έχω γράψει εγώ. :Ρ

Link to comment
Share on other sites

Νουβέλες (δύο) που τις έχω μισοτελειωμένες και παρατημένες εδώ και κάτι χρόνια (8-9 ξέρω 'γω), θα κρατηθούν σημεία-κλειδιά της πλοκής και θα φάνε σουτ, για να ξαναγραφτούν απ' την αρχή. Δεν τις έχω γράψει εγώ. ΣΙΓΟΥΡΑ δεν τις έχω γράψει εγώ. :Ρ

 

Εσύ τις έχεις γράψει. Αλλά ένα εσύ που βρίσκεται λίγο πιο πίσω στο χωροχρονικό συνεχές. Εκείνο το εσύ τις άφησε για το εσύ που είσαι τώρα ώστε να τις διορθώσει ή να τις γράψει από την αρχή. Don't fight it, Χριστίνα. Τα μυστήρια του temporal causality continuum είναι μεγάλα. Just go with the flow και διόρθωσέ τα όπως αποφάσισε το προηγούμενο εσύ σου. Εξ άλλου υπάρχει ένα ακόμα εσύ που είναι πιο μακριά στο μέλλον και κρατά στα χέρια της την εκδομένη νουβέλα σου! Σας! Whatever! :yinyang: :selfcentered:

 

 

Edited by Oberon
Link to comment
Share on other sites

Εγώ βλέπω μεγάλη αλλαγή στην γραφή μου και γράφω μόλις δύο χρόνια.

Ανυπομονώ να με διαβασω πέντε χρόνια μετά και να κάνω τις απαραίτητες συγκρίσεις.

 

Πάντως μια συμβουλή που μπορώ να δώσω είναι: ότι γράφετε κάθε δεδομένη στιγμή, φροντίστε να το τελειώνετε σε μια περίοδο 3-4 μηνών. Αν μεσολαβήσουν χρόνια μεταξύ της εισαγωγης και του επιλόγου, το έργο κατα 99% θα είναι άνισο (και μάλλον καθόλου καλό).

Link to comment
Share on other sites

Και εγώ αν και με 2 περίπου χρόνια γραφής, ακόμα και αν θέλω έναν τόνο βελτίωση, η γραφή μου εχει αλλάξει απότ α γελία κείμενα που έγραφα παλιότερα

Link to comment
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
 Share

×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..