Jump to content

Ο διαμεσολαβητής


Electroscribe

Recommended Posts

Electroscribe

Kόσμος(Σύμπαν): Θλίβια (από το βιβλίο "Πέρα από τη Γη των Θεών" του Αντώνη Πάσχου, κατά φόρουμ Solonor)

Copyright: Αντώνης Πάσχος

Είδος: φάνταζυ

Βία; Όχι σωματική

Σεξ; Παραδόξως όχι

Αριθμός Λέξεων: 1395

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Αυτό το φλασάκι γράφτηκε για σχετικό διαγωνισμό πάνω στο βιβλίο του φίλου Αντώνη (τον οποίο δεν κέρδισα). Ανεβαίνει στο sff αποκλειστικά σαν ανερυθρίαστη διαφήμιση του "Πέρα από τη γη των θεών", ανήμερα της γιορτής του συγγραφέα.

Αρχείο: Ο διαμεσολαβητής.pdf

 

 

 

Ο διαμεσολαβητής

Τα δυο μεγαθήρια σφυροκοπούσαν το ένα το άλλο. Είχαν τις γροθιές τους σφιγμένες και χτυπούσαν ξανά και ξανά αδιακρίτως. Εκμεταλλεύονταν κάθε άνοιγμα και ευκαιρία, πετύχαιναν πότε κεφάλι, πότε κορμό, πότε χέρια ή πόδια. Καθώς ορμούσαν μπρος ή πισωπατούσαν για να ξαναβρούν την ισορροπία που είχαν χάσει προς στιγμήν, τα κολοσσιαία πόδια τους δονούσαν το έδαφος. Όπως μοχθούσαν, οι σφιχτοί μυς τους τεντώνονταν σαν σχοινιά. Σε κάθε απότομη κίνηση, ο αλμυρός ιδρώτας τιναζόταν από το δέρμα τους σε κύματα που διέσχιζαν τον αιθέρα.

 

Η ιπτάμενη εξέδρα άλλαζε συνεχώς θέση ώστε να προσφέρει την καλύτερη οπτική στους μάγους που επέβαιναν συνοδευόμενοι από τα πιο σημαντικά δημιουργήματά τους. Λάμβανε υπόψη τα τεκταινόμενα στη μάχη και φρόντιζε να μη βρεθεί στην πορεία κάποιου χτυπήματος ή κάποιου σώματος που εκτοξευόταν γρονθοκοπημένο. Μερικές φορές, η εξέδρα έκανε απότομους ελιγμούς και προκαλούσε ναυτία, όμως παρά το ελάττωμα αυτό δεν υπήρχε αμφιβολία πως αποτελούσε την πιο εντυπωσιακή καινοτομία που είχε παρουσιαστεί για αιώνες στο θέμα της παρακολούθησης συγκρούσεων μεταξύ μάγων.

 

Οι θεατές είχαν σχηματίσει πηγαδάκια και σχολίαζαν όχι τον αγώνα, μα τις πιθανές βελτιώσεις της εξέδρας. Ήταν δυνατόν να ομαλοποιηθεί η κίνησή της; Μπορούσε να φανεί το ίδιο χρήσιμη σε μια μάχη στην οποία συμμετείχαν δεκάδες χιλιάδες πλάσματα φυσιολογικού μεγέθους κι όχι μόνο δυο τεράστιοι αντίπαλοι; Μήπως έπρεπε να υιοθετηθεί η χρήση της σε κάθε πόλεμο και να ασχοληθούν όλοι με την τελειοποίηση της κατασκευής της; Μήπως να μισθωνόταν η χρήση της για πάντα, εκ μέρους ολόκληρης της κοινωνίας των μάγων; Ή μήπως ήταν ακόμη νωρίς για τέτοιες συζητήσεις, πριν δοκιμαστεί περισσότερο στην πράξη;

 

Υπήρχε περιθώριο για συζητήσεις· ο ίδιος ο αγώνας δεν παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πέρα απ’ το ότι φάνταζε φτωχός σε σχέση με τις μεγάλες συγκρούσεις στις οποίες ήταν συνηθισμένοι οι μάγοι, ήταν και μονόπλευρος. Το ένα δημιούργημα, καλυμμένο από την κουρφή του κεφαλιού ως τους ώμους με πολύχρωμα πούπουλα, σμαραγδένια και άλικα και χρυσά, έκανε ό,τι μπορούσε και αρνιόταν να πέσει, μα ήταν ολοφάνερο πως απλώς καθυστερούσε το αναπόφευκτο. Το ράμφος του είχε ραγίσει, το ένα φρύδι του είχε σκιστεί και το αίμα που έτρεχε είχε μουσκέψει το βλέφαρο, βάφοντάς το μαυροκόκκινο. Το άλλο πλάσμα, αιλουροειδές με τρίχωμα κυανό και λευκό σε αλλεπάλληλες ραβδώσεις, είχε το πάνω χέρι. Έβρισκε πλέον χρόνο για να παίρνει ανάσες ανάμεσα στα χτυπήματα και να σαλεύει νευρικά τα γατομούστακά του.

 

Ακόμη κι ο ιδιοκτήτης του ηττημένου δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Ήταν επίσης ιδιοκτήτης της εξέδρας και έριχνε μόνο κλεφτές ματιές στο θέαμα, σημειώνοντας συνεχώς σε μια περγαμηνή. Στο πλάι του έστεκε ένα δημιούργημά του με σταυρωμένα τα χέρια. Πολλοί το είχαν κοιτάξει στραβά, άλλοι το είχαν περάσει αρχικά για μάγο που δεν είχε τύχει να γνωρίσουν και είχαν προσπαθήσει να του ανοίξουν κουβέντα. Τόσο πολύ τους έμοιαζε σε εμφάνιση και ένδυση, ακόμη και στη στάση, στο ύφος και την κίνηση.

 

***

Ο Μαμιάν Μιροακάν, που είχε κερδίσει με την ιπτάμενη κατασκευή του περισσότερο σεβασμό απ’ όσο μπορούσε να χάσει με την ήττα που θα ερχόταν σύντομα και τις εκτάσεις που θα του αποσπούσε ο αντίπαλός του εξαιτίας της, ένιωσε ξαφνικά στριμωγμένος. Στράφηκε ενστικτωδώς και αντίκρισε τρεις άντρες που έμοιαζαν μεταξύ τους. Έναν γέρο, έναν μεσήλικα κι έναν νέο. Παππού, πατέρα, γιο. Ιερέα του Παρελθόντος, ιερέα του Παρόντος, ιερέα του Μέλλοντος. Στη Θλίβια υπήρχαν αρκετοί ακόμη κληρικοί των θεών του χρόνου, μα κανείς άλλος δεν ενσάρκωνε τόσο τέλεια την έννοια του αέναου θείου όσο εκείνοι οι τρεις που ήταν αχώριστοι, κανείς άλλος δεν προξενούσε τέτοιο δέος στους μάγους.

 

«Ό,τι κι αν συνέβη, στιγμή δεν εγκατέλειψες τις μελέτες σου» είπε ο μεγαλύτερος.

 

«Ναι» παραδέχτηκε ο Μαμιάν, με τον λαιμό του άξαφνα ξεραμένο.

 

«Ελάχιστες ημέρες πέρασαν από την προηγούμενη μονομαχία που έλαβες μέρος» συνέχισε ακάθεκτος ο γηραιός ιερέας. «Κέρδισες τότε – περισσότερο από τύχη – μα σήμερα ξεκίνησες με πλήρη επίγνωση της ήττας. Και τις δυο φορές, οι αντίπαλοί σου συμφώνησαν να χρησιμοποιήσετε μόνο ένα πλάσμα ο καθένας, αντί για τον συνηθισμένο στρατό. Αν τους ρωτούσε κανείς γιατί συμβιβάστηκαν με την πρόταση που τους είχες κάνει, θα έλεγαν πως δε βρήκαν στο σύνολο των δημιουργημάτων ενός μάγου καλύτερο μέτρο για τις ικανότητές του, απ’ ότι στο μεγαλύτερο δημιούργημά του».

 

«Έτσι είναι και σωστά σκέφτηκαν» επιβεβαίωσε ο Μαμιάν, σκουπίζοντας με το μανίκι του τον κρύο ιδρώτα που είχε μουσκέψει το μέτωπό του, σχηματίζοντας ρυάκια ανάμεσα στις ρίζες των μαλλιών του.

 

Το λόγο ύστερα τον πήρε ο μεσαίος ιερέας, που η φωνή του ηχούσε σαν νεότερη εκδοχή εκείνης του πατέρα του.

 

«Πολλοί ακόμη περιμένουν να πάρουν σειρά για να σε πολεμήσουν» δήλωσε. «Έχοντας απομονωθεί για πολλά χρόνια εξαιτίας των ερευνών σου, έχεις δώσει την εικόνα του αδύναμου. Πολλοί πιστεύουν πως είναι ικανοί να αποσπάσουν ένα μέρος από την περιουσία σου με μονομαχία. Αλλά δεν τους φοβάσαι αυτούς».

 

Ο μάγος συμφώνησε μ’ ένα νεύμα και χαμήλωσε το βλέμμα του προς τις λακαρισμένες σανίδες που πατούσε.

 

«Η εξέδρα αποτελεί καλό αντιπερισπασμό, είναι αρκετά εντυπωσιακή για να σου εξασφαλίσει λίγο χρόνο δίχως προκλήσεις» είπε ο ιερέας, λες να διάβαζε τις σκέψεις του. «Όμως το πραγματικό σου πλεονέκτημα κρύβεται στο πλάσμα στο πλευρό σου. Ο σκοπός της ύπαρξής του είναι η διαμεσολάβηση. Όπως έχει καταφέρει ήδη δυο ανταγωνιστές να συμφωνήσουν σε μια ανέξοδη για σένα μέθοδο αναμέτρησης, όπως τους έχει καταφέρει να απαιτήσουν μικρές μόνο εκτάσεις από τη γη σου, έτσι είναι ικανό να καταφέρει και οποιονδήποτε άλλον, για οποιοδήποτε θέμα».

 

Ο Μαμιάν κοίταξε τρομαγμένος το πλάσμα του, ένευσε, μα εκείνο δεν ήξερε τι να κάνει· ήταν όπως όλα τα άλλα άβουλο, ανίκανο για πρωτοβουλίες.

 

Τελευταίος μίλησε ο μικρότερος σε ηλικία ιερέας κι ήταν κι η δική του φωνή καθρέφτισμα της πρώτης σε χροιά, μα είχε σαφώς τόνο βαριάς κατηγορίας.

 

«Στο τέλος» είπε «το πλάσμα σου, αφού θα έχει μάθει και θα έχει βελτιωθεί με δικές σου παρεμβάσεις ή θα έχει αντικατασταθεί από έναν τελειοποιημένο διάδοχο, θα μπορέσει να επιτύχει τον πραγματικό σου σκοπό για τους μάγους. Μέσω αυτού και άλλων τέτοιων θα γίνετε ικανοί να συνεννοηθείτε και να συνεργαστείτε ακόμη. Η εξέδρα σου δε θα έχει ούτε ένα ψεγάδι κάποια μέρα σύντομα, μα πιο πολύ θα σε ικανοποιήσει ο τρόπος που θα επιτευχθεί αυτό. Περιμένεις να θελήσει κάποιος να δοκιμάσει πάνω της τις διορθώσεις που σκέφτηκε, αρκεί να μην είναι αναγκασμένος να ταπεινωθεί προτείνοντάς το ο ίδιος κι αν δε χρειαστεί να σε συναναστραφεί. Αυτό θα είναι μόνο η αρχή, μια δοκιμή…»

 

Ο δημιουργός στράφηκε τρομοκρατημένος προς το δημιούργημά του.

 

«Πες τους!» πρόσταξε. «Κάνε τους να…»

 

Όμως οι τρεις ιερείς το έδειξαν με τις ράβδους που κρατούσαν – χρυσή ο πρώτος, εβένινη ο δεύτερος και ασημένια ο τρίτος – και κανένας ήχος δε βγήκε από το στόμα του που ανοιγόκλεινε μάταια.

 

«Κι αν είναι να δουλέψετε όλοι μαζί με κοινούς στόχους και σκοπούς» συνέχισε ο νεαρός ιερέας «και να μη σας εμποδίσουν οι ποταποί ανταγωνισμοί σας, οι εγωισμοί σας που δε σας επιτρέπουν να ανεχθείτε ο ένας τον άλλο, τι θα απογίνει ο Χρόνος; Δε θα είναι πια εμπόδιο, δε θα αποτελεί πια απειλή, δε θα προξενεί δέος. Θα είστε ικανοί για τα πάντα πια, να γεμίσετε τον κόσμο με όλο και μεγαλύτερα θαύματα δίχως όριο πέρα από τη φαντασία. Ο Χρόνος θα καταντήσει απλά ένα μέτρο για να σημειώνετε τις ημέρες που θα περνούν από το κάθε επίτευγμά σας ως το επόμενο, μέσα στην αθανασία σας».

 

Ο Μαμιάν κοίταξε γύρω του, αποφασισμένος να φωνάξει για βοήθεια όσο προλάβαινε. Μα κανείς από τους μάγους ή τα πλάσματά τους δεν κοιτούσε προς το μέρος του, κανείς δεν παρακολουθούσε τη συζήτηση, σαν εκείνη η γωνιά της εξέδρας να είχε γίνει αόρατη.

 

«Γι’ αυτή σου τη βλασφημία, δεν είχες θέση στο Παρελθόν».

 

«Γι’ αυτή σου τη βλασφημία, δεν έχεις θέση στο Παρόν».

 

«Γι’ αυτή σου τη βλασφημία, δεν θα έχεις θέση στο Μέλλον».

 

Κι αφού είχαν μιλήσει και οι τρεις, οι ιερείς τού γύρισαν την πλάτη κι απομακρύνθηκαν. Και μαζί τους απομακρύνθηκαν ο Χώρος και ο Χρόνος. Ο Μαμιάν βρέθηκε στο Πουθενά και στο Ποτέ, ξεχασμένος, μετέωρος και παράλυτος. Εγκλωβισμένος ανάμεσα σε μια στιγμή που δεν έφευγε και σε μια που δεν ερχόταν. Δεν υπήρχε εξέδρα, δεν υπήρχαν μάγοι ή πλάσματα εκτός από το δικό του, ουρανός ή γη, πάνω ή κάτω, δεν ήταν καν στο κενό και δεν έπεφτε. Δεν μπορούσε να κινηθεί γιατί δεν υπήρχε κάπου να πάει, δεν είχε καμιά σωματική ανάγκη κι η φθορά έπαψε να τον αγγίζει. Τίποτε δεν έμελλε να αλλάξει πάνω του, θα έμενε εσαεί μόνος με τις σκέψεις του και με τον καρπό των κόπων του. Το δημιούργημα που θα άλλαζε τη Θλίβια με τη φωνή του μόνο, μα φωνή δεν είχε πια.

Link to post
Share on other sites
  • 2 weeks later...

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..