Jump to content

η Σπηλιά του Αυτοκράτορα


Recommended Posts

Όνομα Συγγραφέα: Γεωργία
Είδος: φάνταζι
Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 2996
Αυτοτελής; Ναι. Αν και οι δύο πρωταγωνιστές είναι παλιοί γνώριμοι.
Σχόλια: Για τον επετειακό  http://community.sff.gr/topic/15263-34%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CF%83%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B7%CF%82-%CF%83%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%86%CE%AF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF/
Αρχείο: Η Σπηλιά του Αυτοκράτορα.docx

 

 

 

 

 

 

η Σπηλιά του Αυτοκράτορα

 

Η Γιόνα μισάνοιξε το ένα μάτι. Κάτι της φαινότανε αλλιώτικο και πήρε μερικές στιγμές να καταλάβει τι ήταν. Ίσως ότι αυτό που έμπαινε από τις γρίλιες του παράθυρου έμοιαζε με λιακάδα και το συνεχές κουδούνισμα στην τσίγκινη στέγη του πανδοχείου δεν ακουγόταν πια; Απίστευτο, αλλά φαίνεται πως η βροχή που εδώ και μέρες τους έκαμνε τα νεύρα κρόσια, είχε επιτέλους σταματήσει.

   Πήρε φόρα για να πεταχτεί όλο σβελτάδα από το τσουρούτικο κρεβάτι που μοιραζόταν με τον Έγκριν, αλλά η θήκη του στιλέτου στη γάμπα της είχε μπλεχτεί με κάποιον τρόπο στα μαλλιά του, με αποτέλεσμα ο ήδη ζοχαδιασμένος Βαργνέζιος να ξυπνήσει απότομα και επώδυνα και η ίδια να κουτρουβαλιαστεί στα σανίδια.

   Ο Έγκριν της έριξε ένα ιδιαίτερα χολωμένο βρισίδι και μετά κάτσανε να φάνε το κουρκούτι από σίκαλη που τους έφερε η ξενοδόχα. Η Γιόνα άδειασε μέσα στη γαβάθα της τη μισή κανάτα με την κρέμα γάλακτος και ολόκληρο το βαζάκι με τη μαρμελάδα βατόμουρο, αλλά ο Έγκριν ήταν τόσο απασχολημένος με το να κατσουφιάζει που δεν σχολίασε καν.

«Τι θα γίνει;» είπε η Γιόνα σκουντώντας τον με το πόδι. «Αυτά τα μούτρα θα έχεις όλο το χειμώνα;»

Εκείνος δεν απάντησε.

«Ούτε καν η λιακάδα δεν σε συγκινεί ρε;» συνέχισε η Γιόνα, δείχνοντας με το κουτάλι το παράθυρο.

«Αφού ξέρεις» είπε ο Έγκριν με το σφιγμένο σαγόνι αυτού που έχει καυγαδίσει για το ίδιο ακριβώς πράγμα άπειρες φορές στο πρόσφατο παρελθόν. «Επιμένεις να μη γυρίσω στη Βάργνη-»

Η Γιόνα τον έκοψε.

«Όχι ξανά τα ίδια.»

Έχωσε μια κουταλιά κουρκούτι στο στόμα της και συνέχισε μπουκωμένη.

«Δε γίνεται να πάμε βόρεια ρε μανάρι μου, ο δρόμος είναι-»

«Τίγκα στο στρατό, ξέρω.»

Η Γιόνα άπλωσε το χέρι και τον έκανε πατ-πατ στον ώμο.

«Μόνο μέχρι να ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα.»

Ο Έγκριν έσκυψε πάνω στην πήλινη γαβάθα και ανακάτεψε με μίσος το κουρκούτι. Η Γιόνα στέναξε και σηκώθηκε. Πήγε στάθηκε πίσω του και τον αγκάλιασε από τους ώμους.

«Βρε χαλάρωσε.»

Εκείνος προσπάθησε να την τινάξει από πάνω του αλλά μάταια.

«Κοίτα» συνέχισε εκείνη «ναι, σύμφωνοι, τα πράγματα δεν πάνε όπως θα θέλαμε, αλλά αυτός δεν είναι λόγος να μας παίρνει από κάτω. Τίποτα δεν μας εμποδίζει να περάσουμε τον καιρό μας εποικοδομητικά. Να κάνουμε, ξέρω ’γω, καμιά εκδρομή. Για παράδειγμα, τυχαίνει να γνωρίζω πως εδώ κοντά βρίσκεται η σπηλιά όπου ο Σάκμης ο Τυχερός, ο τελευταίος αυτοκράτορας της Ουενδίς, άφησε την τελευταία του πνοή, περικυκλωμένος από τους συνωμότες.»

Έβγαλε ένα κουρελιασμένο, κιτρινισμένο χαρτί από την τσέπη της και το κούνησε στον αέρα.

«Τον είπανε ''τυχερό'' επειδή όλες οι απόπειρες εναντίον του, λέει, αποτύχαιναν. Άλλοι πάλι λένε πως δεν ήταν ακριβώς τύχη, πως ανακατευόταν με σκοτεινές τέχνες και τέτοια. Πως, όταν η Βάργνη ξεσηκώθηκε για ανεξαρτησία, κάλεσε ένα στρατό από μη-ανθρώπινους πολεμιστές να βγουν από το βράχο. Επίσης λέει ότι δε χάθηκε, αλλά περιμένει την ευκαιρία να γυρίσει και να οδηγήσει ξανα την Ουενδίς στη δόξα. Η σπηλιά είναι ένα σημείο τεραστίου ιστορικού ενδιαφέροντος, έχει κι ένα άγαλμα του αυτοκράτορα σε φυσικό μέγεθος, με ένα ρουμπίνι στο κούτελο. Να, κοίτα.»

Έχωσε το χαρτί μπροστά στη μύτη του.

«Δες αυτό το μυστηριώδες χειρόγραφο, που έφτασε στα χέρια μου ποιός ξέρει με ποιόν τρόπο...»

«''Η Σπηλιά του Αυτοκράτορα''» συλλάβισε το ξεθωριασμένο κείμενο ο Έγκριν. «''Στις πλαγιές της κατάφυτης Μελκίνας, ακριβώς δίπλα στον ιλιγκιώδη γκρεμό του Τουκαμάτου, με ανεπανάληπτα συγκλονιστική θέα...'' με δουλεύεις; Αυτή είναι η τουριστική μπροσούρα, είδα μια στοίβα τέτοιες στη ρεσεψιόν. Η πατρίδα με χρειάζεται κι εσύ θες να με πας στα αξιοθέατα;»

Η Γιόνα ανασήκωσε τους ώμους και ξανάχωσε το χαρτί στην τσέπη της. Μετά φόρεσε τις αρβύλες της και άρχισε να δένει τα κορδόνια.

«Πότε ρε θα ξαναβρείς την ευκαιρία να δεις τη συγκλονιστική θέα και το άγαλμα του τελευταίου τέτοιου; Αλλά, να ξέρεις, δεν πρόκειται να σε σύρω με το ζόρι.»

Τελείωσε με τις αρβύλες και έπιασε τη ζώνη από όπου κρεμόταν η θήκη με το κοντό σπαθί.

«Αν και… έχεις βουτήξει ποτέ ρουμπίνι από κούτελο αγάλματος σε αρχαίο ναό; Χάσιμο.»

«Έχεις ξεφύγει τελείως» είπε ο Έγκριν ενώ έριχνε ανέμελα τα κουταλοπήρουνα της ξενοδόχας στο σακίδιό του.

 

***

 

   Ο καιρός κατέβαλλε φιλότιμες προσπάθειες να εξιλεωθεί για όλη εκείνη τη μούχλα των προηγούμενων ημερών. Έβγαλε ό,τι είχε σε φθινοπωρινή τελειότητα, χαρούμενες ζεστές ηλιακτίδες, κελαηδιστά πουλάκια, μεστές μυρουδιές από φυλλόχωμα και μανιτάρια, και τους τα έτριβε στη μούρη με επιτηδευμένη αφέλεια.

Από τον γκρεμό του Τουκαμάτου ορμούσαν ριπές αέρα να τους ανακατέψουν τα μαλλιά. Η Γιόνα έστειλε μια χλέπα στο χάος και την είδε να χάνεται μέσα στην ελαφριά αχλή που σκέπαζε τον οργωμένο κάμπο.

«Ειλικρινά, δεν μπορώ να καταλάβω, πώς γίνεται και πάντα κάνουμε αυτό που θέλεις εσύ» είπε ο Έγκριν. Η φωνή του είχε εγκαταλείψει πια τη γκρίνια και αγκάλιαζε την παραίτηση.

Η Γιόνα ανασήκωσε τους ώμους και απομακρύνθηκε από το χείλος του γκρεμού.

 

   Βρισκόντουσαν σε ένα πλάτωμα μεγαλούτσικο, όσο ένα αλώνι. Τριγύρω υψώνονταν οι πλαγιές του βουνού, όλο ασπρουδερές κοτρώνες και χαμηλούς, αγκαθωτούς θάμνους. Στα αριστερά κατηφόριζε νωχελικά ο χωματόδρομος που τους είχε οδηγήσει ως εδώ. Σκαμμένος από χειμάρρους και κατολισθήσεις τώρα, αλλά κάποια πέτρινα παγκάκια και γερτοί στύλοι με ξεθωριασμένες πινακίδες φανέρωναν ότι είχε δει καλύτερες μέρες.

  Όπως και το πλάτωμα. Ανάμεσα στα αγριόχορτα διακρίνονταν ίχνη από βραγιές και μονοπατάκια, και στην άκρη κάποια περίπτερα με λαμαρινένια στέγαστρα, φαγωμένα από τη σκουριά. Στην πλαγιά του βουνού, το άνοιγμα της περίφημης σπηλιάς, κλεισμένο με σανίδες καρφωμένες οριζόντια.

«Νέκρα» είπε ο Έγκριν. «Σπουδαία ατραξιόν.»

Η Γιόνα κοίταξε ένα γύρω την εγκατάλειψη και σκούντηξε με το πόδι της μια ζαρντινιέρα, που θρυμματίστηκε πρόθυμα.

«Ο πόλεμος ρήμαξε και την Ουενδίς, Έγκριν, όχι μόνο τη Βάργνη. Έτσι γίνεται συνήθως, όταν πολεμάνε οι λαοί μεταξύ τους.»

Ο Έγκριν πήγε στην είσοδο της σπηλιάς και έριξε μια κλωτσιά στις σανίδες. Ήταν σάπιες και διαλύθηκαν εύκολα.

«Ας δούμε τουλάχιστον το άγαλμα του τέτοιου» είπε.

 

   Η σπηλιά ήταν περίπου καμιά εικοσαριά βήματα σε διάμετρο. Από το θολωτό ταβάνι και τους τοίχους κρέμονταν σπασμένοι σταλακτίτες και ιστοί από αράχνες. Φάτσα στην είσοδο, κολλητά στον τοίχο, στεκόταν το άγαλμα του αυτοκράτορα, σκεπασμένο από σκόνη. Ο Έγκριν το πλησίασε και μούγκρισε μια βρισιά.

Η Γιόνα κοίταξε κι εκείνη το άγαλμα και διεπίστωσε ότι το κούτελο του μεγαλειότατου στερούταν κάθε ίχνος πολίτιμου λίθου.

«Ρε τους κλέφτες» είπε ο Έγκριν, ξύνοντας με το νύχι του την οβάλ εσοχή στο μέτωπο του αγάλματος.

 

   Μπροστά στα πόδια του μονάρχη, υπήρχε μια λιμνούλα, όχι μεγαλύτερη από μια αγκαλιά. Η Γιόνα άναψε ένα δαδί και στο τρεμουλιαστό φως του είδαν πως ήταν γεμάτη νομίσματα. νομίσματα. Ο Έγκριν γονάτισε και σήκωσε το μανίκι του.

«Ρε συ, είναι άπειρα!» είπε και ανέσυρε μια χούφτα μουσκεμένα κέρματα.

Για να διαπιστώσει ότι όλα ήταν φαγωμένα από τη σκουριά.

«Εμ» είπε ο Έγκριν, πετώντας τα πίσω στο νερό. «Ποιος ρίχνει νομίσματα αξίας σε πηγάδι ευχών;»

Σηκώθηκε και κατέβασε το μανίκι του.

«Ωραία, το είδαμε κι αυτό. Πάμε;»

Γύρισαν την πλάτη τους στον αυτοκράτορα, αλλά ο Έγκριν κοντοστάθηκε, ψάρεψε ένα μικρό ντενεκεδένιο τρίφυλλο από την τσέπη του και το έριξε στο νερό. Στο ανασηκωμένο φρύδι της Γιόνας απάντησε:

«Γούρι.»

 

   Κινήθηκαν προς την έξοδο, αλλά μια φιγούρα έσκασε μύτη στο άνοιγμα της σπηλιάς και μια αλάδωτη φωνή έτριξε:

«Τι είστε εσείς;»

Ο Έγκριν έκανε να τραβήξει το σπαθί του μα, σαν είδε ότι η φιγούρα ανήκε σε ένα αιωνόβιο σκυφτό γερόντιο που στηριζόταν σε μια μαγκούρα, είπε μόνο:

«Καλημέρα παππού.»

Στάθηκαν για λίγο αναποφάσιστοι. Τελικά ο Έγκριν προχώρησε προς το μέρος του, σκοπεύοντας να τον παραμερίσει, αλλά σταμάτησε όταν ο γέρος έτεινε την μαγκούρα προς το μέρος του.

«Εισιτήρια;» είπε.

«Το γκισέ ήταν κλειστό» είπε η Γιόνα. Ένα παγωμένο ρεύμα αέρα της έγλυψε την πλάτη, κάνοντας τις τρίχες της να σηκωθούνε κάγκελο. Έριξε μια ματιά πάνω από τον ώμο της, αλλά δεν είδε κάτι περίεργο.

«Έχει πολλά χρόνια να πατήσει άνθρωπος εδώ. Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται πια για την ιστορία των παππούδων του, προτιμάνε να-»

Ένα κροτάλισμα χαλικιών από το βάθος τον διέκοψε. Ο γέρος αφουγκράστηκε και μετά κούνησε απειλητικά τη μαγκούρα του.

«Τι κάνατε; Κάτι κάνατε!»

«Εμείς; Τίποτα!»

«Του λόγου σου, Βαργνέζιος μοιάζεις» συνέχισε το γερόντιο, χώνοντάς του τη μαγκούρα στη μούρη του Έγκριν.

«Συγνώμη, αν δεν σας πειράζει, μπορείτε να μεριάσετε;» είπε η Γιόνα.

«Ήρθες να μαγαρίσεις το ιερό μας μνημείο.»

«Όχι, περνούσαμε τυχαία» επέμενε η Γιόνα. «Να, κοιτάξτε, φεύγουμε.»

Ο γέρος έστρεψε την τρεμάμενη μαγκούρα προς το μέρος της.

«Εδώ είναι ιερός χώρος, εδώ ο Σάκμης άφησε την αχαριστία του κόσμου τούτου και πέρασε στην αιωνιότητα, δεν είναι το σαλόνι της μαμάς σας.»

Έδειξε το κέντρο της σπηλιάς και συνέχισε:

«Να, ακριβώς εκεί τον περικύκλωσαν οι προδότες, τη στιγμή που χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις του για να καλέσει-»

Ο Έγκριν πήγε κάτι να πει αλλά τον έκοψε ένα υποχθόνιο γουργούρισμα, ένα γαργαλητό στις σόλες των παπουτσιών τους, που κράτησε για λίγες ανάσες και μετά έσβησε.

«Οκέι, φεύγουμε» είπε η Γιόνα.

Πήγε να ορμήσει προς στην έξοδο, μα την πρόλαβε μια έκρηξη μπλε φωτός στο πίσω μέρος της σπηλιάς. Ο αέρας δονήθηκε, μια μυρουδιά τηγανίλας της γέμισε τα ρουθούνια και μικροσκοπικές μαύρες λάμψεις γέμισαν το οπτικό της πεδίο. Τράβηξε το σπαθί της, αλλά μπλε σπίθες άρχισαν να τρέχουν πάνω στην κόψη του και να σκαρφαλώνουν στο βραχίονά της, περονιάζοντάς τον. Το σπαθί της έφυγε από το χέρι, ενώ το έδαφος σείστηκε ελαφρά.

Ένιωσε έναν ελαφρύ βόμβο από το κέντρο της σπηλιάς και γύρισε να κοιτάξει. Στην αρχή δεν φαινόταν τίποτα, αλλά σε λίγο είδε παρδαλές κουκίδες φωτός να περιστρέφονται αργά, σχηματίζοντας μια σφαίρα στο κέντρο της σπηλιάς. Μέσα στη σφαίρα στεκόταν ένας ψηλός, χρυσοντυμένος τύπος με ξανθά μαλλιά, τυλιγμένα σε τεράστιο χρυσοποίκιλτο κότσο. Η Γιόνα αντιλήφθηκε αόριστα τον γέρο να πέφτει μπρούμυτα χάμω ενώ η ίδια και ο Έγκριν είχαν μείνει με τα γουρλωμένα μάτια τους καρφωμένα στην παρουσία.

Η οποία βγήκε από τη σφαίρα με μια δρασκελιά και δήλωσε κάπως έρρινα:

«Επέστρεψα!»

«Εχμ, καλώς τον…;» είπε η Γιόνα.

«Ήρθα όταν με καλέσατε, όπως είχα υποσχεθεί. Σε μια στιγμή ανάγκης, για να αποκαταστήσω την έννομη τάξη, για να λάμψει ξανά η αυτοκρατορία σε όλη την πρότερή της δόξα.»

«Η αυτοκρατορία δεν υπάρχει πια εδώ και κάτι αιώνες» είπε η Γιόνα, αγνοώντας τα γόνατά της που έτρεμαν ανεξέλεγκτα. «Η Βάργνη και η Ουενδίς είναι δύο ξεχωριστά κράτη πλέον. Που πολεμάνε μονίμως μεταξύ τους, θα μου πεις, άλλο αυτό. Τώρα έχουμε υπογράψει ειρήνη, οπότε συγνώμη για την αναστάτωση και καλό θα ήταν να ξαναχωθείτε από κει που βγήκατε, κύριε Σάκμη μου, ναι; Κανείς δεν σας κάλεσε.»

«Λάθος» είπε η παρουσία. «Άφησα σαφείς οδηγίες. Πέντε χιλιάδες δέκα επτά πιστοί υπήκοοί μου να κάνουν μια προσφορά στο όνομά μου, και η πύλη ανάμεσα στους κόσμους θα ανοίξει για να επιστρέψω στο καθήκον.»

«Ορίστε, πρόκειται για παρεξήγηση» είπε η Γιόνα. «Κανείς δεν προσέφερε τίποτα».

Ο Σάκμης έδειξε τη λιμνούλα με τα νομίσματα.

«Μόλις συντελέστηκε η πεντακισχιλιοστή δέκατη έβδομη προσφορά» είπε.

«Απάτη!» φώναξε η Γιόνα, ενώ ο Έγκριν έλεγε ταυτόχρονα:

«Επ! Εγώ δεν είμαι πιστός σου υπήκοος.»

«Βαργνέζιος δεν είσαι, νεαρέ; Άρα υπήκοός μου» είπε ο Σάκμης κι ο Έγκριν άφρισε , μη βρίσκοντας κατάλληλη απάντηση.

«Δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούμε άλλο» είπε ο αυτοκράτωρ τρίβοντας τα χέρια του. «Το μέλλον αδημονεί.»

Στράφηκε προς την παρδαλή κουκιδόσφαιρα και άρχισε να ψέλνει κάτι μονότονο, ενώ ταυτόχρονα στριφογύριζε το δείχτη του δεξιού του χεριού. Η Γιόνα έριξε μια ματιά στην έξοδο και πλησίασε με τρόπο τον Έγκριν, έτοιμη να τον αρπάξει από το μανίκι για να φύγουν τρέχοντας, όταν εκείνος είπε:

«Κοίτα.»

Μερικές κουκίδες είχαν σχηματίσει έναν λεπτό σωλήνα που ταλαντευόταν και μάκραινε, μέχρι που ήρθε και κάθισε στο χέρι του αυτοκράτορα, σαν εκπαιδευμένο περιστέρι. Εκείνος απευθύνθηκε στον μπρούμητο γέρο:

«Έφτασε η ώρα να εκπληρώσεις το σκοπό της ύπαρξής σου, καλέ μου φύλακα.»

Ο γέρος σήκωσε ένα άσπρο, πανιασμένο πρόσωπο. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και έκανε να συρθεί προς τα έξω, αλλά ο αυτοκράτορας έριξε απότομα το σωλήνα κατά πάνω του. Το στόμιο κόλλησε στην κοιλιά του φύλακα κι εκείνος τρεμούλιασε ολόκληρος και κατέρρευσε με μια ραγισμένη κραυγή.

Ο Σάκμης στράφηκε ξανά στη φωτεινή σφαίρα και άρχισε να απαγγέλει κάτι ακατάληπτα με φωνή όλο και πιο τσιριχτή, όλο και πιο έρρινη, μέχρι που μια ακόμα ανθρώπινη μορφή, εμφανίστηκε ανάμεσα στις περιστρεφόμενες κουκίδες. Στη θέα της ένα κύμα παχύρρευστου μίσους κατέκλυσε τα σωθικά του Έγκριν, ανέβηκε μέχρι την κορυφή του κρανίου του και κατέληξε κόμπος γύρω στο λαρύγγι του. Αυτός ο μαύρος αλυσιδωτός θώρακας, το μαύρο κράνος με την προσωπίδα και η δίμετρη λόγχη στο γαντοφορεμένο χέρι: ένας Ουενδίσιος εισβολέας.

 Άφησε ένα κοφτό γρύλισμα και τράβηξε το σπαθί του, μα η Γιόνα τον γράπωσε από το μπράτσο, συγκρατώντας τον.  

Ένας δεύτερος πολεμιστής εμφανίστηκε, πανομοιότυπος με τον πρώτο, και μετά ένας τρίτος και ένας τέταρτος. Ο αυτοκράτορας σταμάτησε τις τσιρίδες, ενώ συνέχισαν να εμφανίζονται κι άλλοι.

  

  Στεκόταν και κοίταζε τη σφαίρα να γεμίζει κόσμο, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και ελαφρύ μειδίαμα. Σύντομα όμως το μειδίαμά του άρχισε να χάνεται και το μέτωπό του να ζαρώνει.

«Γιατί δεν ανοίγει;» είπε.

Έλεγξε το σωλήνα από φωτεινές κουκίδες σε όλο του το μήκος, από τη σφαίρα μέχρι το σώμα του φύλακα. Τον κούνησε ελαφρά, πλησίασε το αυτί του, τον μύρισε. Κάτι πήγαινε στραβά και δεν μπορούσε να καταλάβει τι.

Σκούντησε με το πόδι τον γέρο που έτρεμε κουλουριασμένος, μουρμουρίζοντας:

«Δεν έχει ενέργεια ο φύλακας; Τι στο καλό!»

Το βλέμμα του έπεσε πάνω στους δύο νεότερους παρευρισκόμενους. Έσκυψε, ξεκόλλησε το σωλήνα με ένα τίναγμα του χεριού του και τον πέταξε καταπάνω τους.

Το αφύσικο μαραφέτι πέτυχε τη Γιόνα κατάστηθα και γαντζώθηκε εκεί. Ο Έγκριν κατέβασε με όλη του τη δύναμη το σπαθί του πάνω του, αλλά δεν έκανε την παραμικρή ζημιά. Η Γιόνα σωριάστηκε χάμω κι Έγκριν άρπαξε το σωλήνα και άρχισε να τον τραβάει, ξανά χωρίς αποτέλεσμα. Τέλος, στράφηκε στον αυτοκράτορα με το σπαθί προτεταμένο.

«Βγάλ’ αυτό το πράμα από ’κεί.» είπε.

Ο αυτοκράτορας κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Όχι, χρειάζεται μια θυσία για να ανοίξει η πύλη, βλέπεις. Αλλιώς δεν μπορούν να περάσουν οι μπασθ. Δεν είναι εύκολη η διαμετάβαση γι’ αυτούς, καθώς δεν προέρχονται από το δικό μας κοσμικό συνεχές, πράγμα που, όπως καταλαβαίνεις, επιβαρύνει το ενεργειακό ισοζύγιο-»

«Βγάλε αυτό το πράγμα από εκεί» ξανάπε ο Έγκριν με σφιγμένα δόντια.

Έκανε άλλη μια προσπάθεια να κόψει το σωλήνα, αυτή τη φορά πριονίζοντας, αλλά του κάκου. Έχωσε τα δάχτυλά του στο λιγοστό κενό ανάμεσα στα χείλη του σωλήνα και το θώρακα της Γιόνας, αδιαφορώντας για το ρεύμα του παγωμένου τίποτα που ξαφνικά ήθελε να ρουφήξει τη σάρκα του, και τράβηξε με όλη του τη δύναμη. Αλλά ήταν αδύνατο, δεν κουνιόταν ούτε χιλιοστό. Τελικά τα παράτησε και γύρισε στο Σάκμη.

«Σταμάτησέ το, τώρα» είπε, βάζοντας στη φωνή του όση απειλή μπορούσε, αλλά ο αυτοκράτορας είχε όλη του την προσοχή στραμμένη στη σφαίρα.

«Δεν καταλαβαίνω» είπε. «Μήπως δεν κάνει επαφή ο ερυθρός ημισφαιρικός συμπυκνωτής;»

 

   Η σφαίρα είχε γίνει μια τεράστια χοάνη που περίμενε να καταπιεί το σύμπαν της Γιόνας με μια χαψιά. Την έβλεπε να περιδινείται αργά κι ένιωθε πώς κάθε στροφή τη στράγγιζε όλο και περισσότερο. Συμμάζεψε απεγνωσμένα κάτι δυνάμεις που της είχαν απομείνει και προσπάθησε να ξαναβρεί το διασκορπισμένο της σώμα. Η πλάτη της ήταν εκεί, κολλημένη στο τραχύ πέτρινο δάπεδο της σπηλιάς. Τα πόδια της επέπλεαν κάπου εκεί γύρω και αποφάσισε να μην ασχοληθεί μαζί τους προς το παρόν. Τα χέρια της είχαν γίνει δύο παγωμένα τούβλα. Συγκεντρώθηκε πάνω τους, ήταν κλεισμένα γύρω από κείνο τον κωλοσωλήνα. Αργά τα ξεκόλλησε, οδυνηρά αργά. Το δεξί της χέρι σύρθηκε προς τη θήκη του σπαθιού της, αλλά όταν έφτασε εκεί τη βρήκε άδεια. Ένα κύμα πανικού την έπνιξε για λίγο, κάνοντας τη φωτεινή ρουφήχτρα να ακτινοβολήσει χαρωπά, αλλά το παραμέρισε. Μπορούσε να αισθανθεί κάθε σταγόνα κρύου ιδρώτα στο μέτωπό της να τρυπάει το δέρμα της σα βελόνα. Αργά το χέρι της άφησε την άδεια θήκη και συνέχισε το απεγνωσμένο του ψαχούλεμα. Πέρασε πάνω από τη ζώνη, κατηφόρισε στο γοφό της και χώθηκε μέσα σε μια τσέπη, όπου σφίχτηκε γύρω από ένα κομμάτι κουρελιασμένο χαρτί.

   Η επαφή του χεριού της με το χαρτί την ξάφνιασε, η φωτεινή ρουφήχτρα έχασε λίγο το ρυθμό της και η Γιόνα τράβηξε το χέρι της από την τσέπη και χωρίς να το πολυσκεφτεί στούμπηξε το χάρτινο μπαλάκι στο στόμιο του σωλήνα, ο οποίος άφησε ένα βήξιμο, ένα ρουθούνισμα και μετά ξεκόλλησε, τεντώθηκε και άρχισε να σφυρίζει σαν μπαλόνι που του φεύγει ο αέρας.

 

   Στο μεταξύ ο Έγκριν είχε σβερκιάσει τον αυτοκράτορα, ο οποίος έλεγε διάφορα του στιλ ‘μα σας παρακαλώ, δεν είναι τρόπος αυτός’. Οι καινούργιοι θόρυβοι τους έκαναν να γυρίσουν το βλέμμα στο σωλήνα, που είχε πάρει να χτυπιέται και να σφαδάζει. Ο αυτοκράτορας όρμησε να τον πιάσει, αλλά δεν τον πρόλαβε. Με ένα τελευταίο τσαλίμι, ο σωλήνας διαλύθηκε σε άπειρους πράσινους κόκκους. Η σφαίρα τρεμούλιασε και μετά έγινε νιφάδες αστραφτερής σκόνης που κατακάθισαν σιγά-σιγά, αφήνοντας τη σπηλιά σκοτεινή και άδεια, όπως πριν. Από τους πολεμιστές που στεκόντουσαν μέσα της δεν φαινόταν ούτε ίχνος.

Το βλέμμα του αυτοκράτορα πλανήθηκε στο χώρο και έπεσε πάνω στο άγαλμά του, που μέχρι τότε έκρυβε η σφαίρα. Τα μάτια του γούρλωσαν, το δάχτυλό του τεντώθηκε και το στόμα του ανοιγόκλεισε μερικές φορές χωρίς ήχο.

«Πού είναι ο ερυθρός ημισφαιρικός συμπυκνωτής;» είπε τέλος.

Περισσότερα δεν πρόλαβε, επειδή ο Έγκριν τον ξάπλωσε κάτω με μια γροθιά.

   Μετά γονάτισε δίπλα στη Γιόνα και της άπλωσε το χέρι. Εκείνη το έκανε πέρα ανακάθισε, προσπαθώντας να θυμηθεί αν από πάντα είχε δύο πόδια ή αν επρόκειτο περί κάποιας αλλόκοτης καινοτομίας.

  Ένα αδύναμο χαρχάλεμα κάπου στα δεξιά τους τράβηξε την προσοχή. Έσπευσαν και οι δύο κοντά στο γέρο φύλακα, που πάσχιζε να πει κάτι.

«Το ρουμπίνι. Είναι κάτω από-»

Άφησε έναν ξέπνοο ρόγχο, έγειρε το κεφάλι του και πέθανε.

«Έχω δει χαραμισμένες ζωές, αλλά αυτό τα ξεπερνάει όλα» είπε η Γιόνα. «Πού πας;»

Ο Έγκριν πήγε στη λιμνούλα των ευχών, έχωσε αποφασιστικά το χέρι του στο νερό και ψάρεψε το πενιχρό του νόμισμα. Μετά στάθηκε μπροστά στον λιπόθυμο αυτοκράτορα.

«Κι αυτός;» είπε, ρίχνοντάς του μια ανόρεχτη κλωτσιά.

Η Γιόνα είχε σηκωθεί και τραβούσε τρικλίζοντας προς την έξοδο.

«Χέσ’ τον μωρέ. Άσ’ τον να προσπαθήσει να πείσει μια αυτοκρατορία που δεν υπάρχει πια ότι είναι ο ηγέτης της.»

 

     Βγήκαν έξω στη χρυσαφιά φθινοπωρινή λιακάδα και διέσχισαν το πλάτωμα.

 «Το ξέρεις ότι δεν πρόκειται να σε ξανακούσω ποτέ, έτσι; Που να χτυπιέσαι;» είπε ο Έγκριν.

«Πφφ» απάντησε η Γιόνα, παίρνοντας κούτσα-κούτσα τον κατήφορο.

  • Like 4
Link to post
Share on other sites
Mindtwisted

Χαχαχαχα, Μπάμπης φορέβερ.

Πολύ ωραία γραφή, στρωτή και άμεση κύλησε νεράκι.

Επίσης η ιστορία είχε πολλή πλάκα όμως, ειδικά σε μερικά σημεία έπρεπε να διακόψω το διάβασμα για να λυθώ στα γέλια. Μ'αρέσανε πολύ οι χαρακτήρες, είναι αστείοι αλλά δεν μοιάζουν με καρικατούρες.

Δεν είμαι εντελώς σίγουρος οτι η πύλη είχε τον απόλυτα κεντρικό ρόλο στην ιστορία, αλλά έμεινα ικανοποιημένος από την ενσωμάτωση του θέματος, και αιώνες πριν είχε και ξανάνοιγμα.

 

Μπράβο!

Link to post
Share on other sites
Πυθαρίων

 

Επιχείρησα στην αρχή να αξιολογήσω ως ιστορία αυτό το διήγημα με το ιδιαίτερο χιουμοριστικό επίχρισμα. Ώσπου αντιλήφθηκα ότι μάλλον έτσι αδικώ στο σύνολό του αυτό το κείμενο. Γιατί το χιουμοριστικό επίχρισμα, ίσως, δεν είναι τελικά “επίχρισμα”. Δεν είναι ο τρόπος να ειπωθεί μια ιστορία. Ο τρόπος είναι η ουσία του συγκεκριμένου διηγήματος, κατά την άποψή μου. Ο τρόπος είναι που δημιουργεί μια ιστορία για να αναδειχτεί ο ίδιος. Η διάθεση οδηγεί την πλοκή, υφαίνει τις σκηνές, οι χιουμοριστικές συλλήψεις, φραστικές και περιγραφικές, έχουν το κέντρο βάρους. Η ιστορία είναι μάλλον δευτερεύουσα.

 

Η εκφραστική δυνατότητα κέρδισε τις πρώτες εντυπώσεις μου, και η διάθεση του χιούμορ τις επόμενες.

Αναρωτήθηκα μόνο ποια θα ήταν η μορφή του, αν κάποιες εκφράσεις, στους διαλόγους των ηρώων, στην αφήγηση και τις περιγραφές, δεν ήταν τόσο σύγχρονες, που να δείχνουν κάπως αταίριαστες με την εποχή και το περιβάλλον που φαντάστηκα καθώς διάβαζα. Ύστερα σκέφτηκα πως ένας κόσμος φαντασίας μπορεί να δικαιούται να παντρεύει ετερόκλητα στοιχεία, ν’ ανακατεύει το χρόνο, να επιβάλλει υπερβολές και φαινομενικές ασυμβατότητες. Σωστά;

Ή, απλά, ότι όλα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ιδιάζοντος χιουμοριστικού στυλ, ορίζουν την ταυτότητά του. Χωρίς αυτά δηλαδή, δεν βγαίνει το ίδιο αποτέλεσμα .

 

Σ’ ευχαριστώ, Κελαινώ.

 

Υ. Γ. : Θα ήθελα να είμαι σε θέση να συλλάβω αυτό:

“μικροσκοπικές μαύρες λάμψεις γέμισαν το οπτικό της πεδίο”  :victory:

 

Edited by Πυθαρίων
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
wordsmith

Υποκλίνομαι στην Υμετέρα Πρατσετική Μεγαλοφυία, μανδάμ. Πολλή πλάκα και καλογραμμένο.

Κι εμένα με ξένισαν λίγο οι πολύ σημερινές φράσεις, μέχρι να συνηθίσω ότι αυτό είναι το στιλ του διηγήματος γενικά. Το περίμενα, από αυτό το χιουμοριστικό ύφος, ότι κάτι τόσο απειλητικό όσο μια πύλη που ανοίγει μετά από αιώνες σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα μπορούσε να συμβαίνει μόνο κατά τύχη, από κάποια απροσεξία των πρωταγωνιστών, όπερ και εγένετο. 

Λαθάκι: λέγοντας "χλέπα" υποθέτω ότι εννοείς φτύσιμο, αλλά έχω διαβάσει ότι είναι το ψωμί στα βουλγάρικα. Ελληνοβουλγαρικό κατάλοιπο, φαντάζομαι.

Εκεί που ο αυτοκράτορας προσπαθεί να εξηγήσει πώς λειτουργεί αυτό το πράγμα, νομίζω ότι ακούγεται πολύ επιστημονικός και φοβήθηκα μήπως τελικά είναι εφ η ιστορία. Ρίχ' του μια δόση φάντασυ από λεξιλόγιο στις εξηγήσεις, μαγεία, επικλήσεις, ξόρκια και τα σχετικά, να είσαι λίγο πιο σίγουρα μέσα στο είδος.

Είναι επίσης προφανές ότι το στρίμωξες από λέξεις, αλλά στέκεται μια χαρά.

Touches of genius τόσο η αρχή (το στιλέτο στη γάμπα μπλέκεται με τα μαλλιά=εξωτικό/μεσαιωνικό στοιχείο και οι καθημερινές του προεκτάσεις=πολλή πλάκα) και το τέλος, που είναι απλώς οι τελευταίες καθημερινές ατάκες αυτών των δύο και δεν είναι, πχ, a poor lonesome cowboy να χάνεται στο ηλιοβασίλεμα/περιγραφές τοπίων, κτιρίων κλπ.

Κανόνι και μπράβο, καλή επιτυχία.

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Μου άρεσε η σπιρτάδα και κέφι του διηγήματος. Διαβάζεται πολύ ευχάριστα, μ’ ένα συνεχές χαμόγελο στα χείλη, ανυπομονώντας για την επόμενη ατάκα.

 

Δεν μπορώ να πω ότι κάτι με ενόχλησε. Ίσως επειδή είναι ο τύπος του διηγήματος που σε κάνει να περνάς καλά, χωρίς να ψάχνεις για ψεγάδια. Εντάξει, ίσως χρειαζόταν μια καλύτερη μορφοποίηση του κειμένου για να διαβάζεται πιο εύκολα και να είναι πιο ωραίο στο μάτι, έτσι για να γκρινιάξω λίγο.

 

Κατά τα άλλα, μου άρεσε η ίδια η ιστορία: ένα σάιτ-σίινγκ με απρόσμενα αποτελέσματα. Μ’ άρεσαν και οι μικρές πινελιές ΕΦ, που στόλιζαν το διήγημα από δω κι από κει. Απόλαυσα τους ήρωές σου, που ήταν αρκετά κουλ γι’ αυτό που έκαναν. Επίσης, η γλώσσα ήταν ένα από τα ατού της ιστορίας. Ίσως να έκανε λίγο περισσότερο tell απ’ όσο έπρεπε, αλλά ο συνδυασμός φάντασυ κόσμου και σύγχρονων εκφράσεων/λέξεων, ήταν πολύ πετυχημένος.

 

Καλή επιτυχία!

Link to post
Share on other sites

Εντάξει πάρα πολύ καλό. Το διάβασα πολύ εύκολα και το ευχαριστήθηκα πολύ. Η σπιρτάδα και το χιούμορ που λέει ο Mesmer από πάνω δίνουν πολλούς πόντους στην ιστορία. Πολλά μπράβο και καλή επιτυχία!  

Link to post
Share on other sites

OK. Τι να πω εδώ; Και Πύλη έχουμε και αιώνες έχουμε κι ένας κακός χαμός γίνεται και το ευχαριστήθηκα πάρα πολύ. :)

Τις ατάκες και τις σκηνές μέσα στη σπηλιά θα τις θυμάμαι πολύ καιρό!

 

Σοβαρά σχόλια δεν έχω ούτε για πλην ούτε για συν του διηγήματος -δεν το επιτρέπει η φύση του.

Να πω ωστόσο ότι χαίρομαι πάρα πολύ που πρόλαβες και τελείωσες την ιστορία αυτή και μπορέσαμε να την απολαύσουμε.

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
niceguy0973

Τι μου άρεσε…

Χαχαχαχα… Εντάξει, δεν υπάρχεις! Φρέσκια γραφή, κωμική, σε γαντζώνει από τ’ αυτιά (ας είμαι κόσμιος) και σου φωνάζει “Δεν έχεις να πας πουθενά”, ζωντανότατοι χαρακτήρες, έξυπνοι διάλογοι. Νομίζω πως τα έχει όλα. Στις πρωτιές μου!

 

Τι δεν μου άρεσε…

Θα μπορούσα να πω πως δεν είδα πουθενά να λες πως η πύλη άνοιξε ξανά μετά από αιώνες ή δεν το κατάλαβα εγώ παρασυρμένος από την ιστορία σου, αλλά… ποιος χέστηκε; (sorry!!!). Μου άρεσε!

 

Καλή επιτυχία…

Link to post
Share on other sites

Χιουμοριστικό, σπιρτόζικο, γουστόζικο και χαβαλετζίδικο. Ωραία γραμμένο, ευκολοδιάβαστο, και με ατάκες που σπάνε κόκκαλα. Με αποσυντόνισαν λίγο οι διάλογοι. Ναι μεν είναι ρεαλιστικοί αλλά πολλοί σημερινοί και πολύ ελληνικοί. Επίσης όταν αντίκρυσαν τον αυτοκράτορα οι αντιδράσεις ήταν πολύ ψεύτικες. Εντάξει είναι χιουμοριστικό αλλά κανονικά σε τέτοιες καταστάσεις υποτίθεται ότι σαστίζεις, όχι να ειρωνεύεσαι και να κοροιδεύεις ατάραχος το πνεύμα. Γενικά πολύ ευχάριστο και διασκεδαστικό. Καλή επιτυχία.

Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Ήθελα να μείνω σεμνή, αλλά τούτο 'δω είναι ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ (και όταν ξεστομίζω αυτή τη λέξη, που δεν την έχω καθόλου ψωμοτύρι, την εννοώ. Δηλαδή, δεν είναι απλά καλό, ούτε απλά πολύ καλό, ούτε απλά γαμάτο. Είναι κάτι πέραν κριτικής-σχολιασμού-κατάταξης-διαγωνισμού κλπ).

 

Για τι να πρωτομιλήσω; Για το βάθος της κάθε γραμμής διαλόγου; Για τη διαχρονικότητα της πολιτικής του; Για την αίσθηση που δίνει τόσο απλά, ότι "καθόμαστε μετά εμείς και λέμε ιστορίες, πφφ"...

 

Γράφε, γράφε, γράφε. Πρέπει να σε διαβάσει πολύς κόσμος (δηλαδή να εκδοθείς).

 

 

@Πυθαρίων

Υ. Γ. : Θα ήθελα να είμαι σε θέση να συλλάβω αυτό:
“μικροσκοπικές μαύρες λάμψεις γέμισαν το οπτικό της πεδίο”

 

 

Έλα, δεν έχεις δει ποτέ αστεράκια; Αυτό ακριβώς είναι η αίσθηση: μικροσκοπικές μαύρες λάμψεις. Λάμψεις, δηλαδή, του "χάνομαι, σβήνω". Μετά από μία καλή μπαλιά στο ανυποψίαστο πρόσωπο, τις βλέπεις συνήθως.

Edited by Cassandra Gotha
  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Εγώ ο κακός, παρά τον χιουμοριστικό χαρακτήρα του διηγήματος, θα κάνω σοβαρά σχόλια, σαν να μην κατάλαβα τίποτα. :-)

 

Η εμφάνιση γενικά είναι καλή, αλλά έχει μερικά ζητηματάκια εύκολα διορθώσιμα.

Νομίζω ότι έχεις πολλά επιρρήματα -κάπου μάλιστα πέφτουν και μαζεμένα και χτυπάνε πολύ. Υπάρχει ένας καλός και εύκολος μπούσουλας για τα επιρρήματα. Τα κρατάμε αν μεταφέρουν απολύτως αναγκαία πληροφορία που δεν γίνεται (ή είναι πολύ αντιπρακτικό / αντιατμοσφαιρικό) να δοθεί αλλιώς, ή αν είναι ανατρεπτικά και/ή αναπάντεχα (π.χ. φέρουν χιούμορ, ειρωνεία κλπ.). 

Ένα καλό παράδειγμα από αυτή την τελευταία κατηγορία το βλέπουμε μέσα στο ίδιο το διήγημα:

 

Η Γιόνα κοίταξε ένα γύρω την εγκατάλειψη και σκούντηξε με το πόδι της μια ζαρντινιέρα, που θρυμματίστηκε πρόθυμα.

 

Αυτό είναι ένα επίρρημα που πραγματικά κερδίζει το ψωμί του.

 

Όσον αφορά την έκφραση, υπάρχουν κάποια σημεία που μπερδεύουν λίγο, ποιος μιλάει, σε ποιον κλπ. και μερικά θεματάκια χωροταξίας, απλά πράγματα που θα διορθώνονταν εύκολα με μια επιμέλεια.

Όταν αναφέρεις για πρώτη φορά 

το άγαλμα σκέφτηκα "Θα ζωντανέψει το άγαλμα! Κλισέ!" κάτι που δεν έγινε (καλό), αλλά δεν το είπες. Ο αυτοκράτορας δρα για αρκετή ώρα πριν δούμε ότι δεν είναι το άγαλμα.

 Κι αυτό διορθώνεται εύκολα.

Μου άρεσαν τα σύγχρονα στοιχεία στη γλώσσα. Δεν είμαι της γνώμης ότι το είδος πρέπει να υπαγορεύει τη γλώσσα ή το ύφος, ούτε ότι εξαρτάται από αυτά.

Εννοείται ότι μου άρεσε και το χιούμορ. Υπήρχαν στιγμές που σταμάτησα για να γελάσω.

 

Συμφωνώ με τον Πυθαρίωνα ότι το ύφος είναι η ιστορία. Δίνει τον παλμό και όλα τα άλλα (πλοκή, ιδέα) ακολουθούν. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ιστορία είναι αέρας. Σε μια βδομάδα δεν θα τη θυμάμαι, δεν μου είπε σχεδόν τίποτα. Διασκέδασα, φυσικά, πέρασα καλά την ώρα της ανάγνωσης, αλλά μέχρι εκεί. Εννοείται ότι της αναγνωρίζω ότι είναι μια τίμια και συνεπής με τον εαυτό της ιστορία. Δεν καμώνεται ότι είναι κάτι βαθύτερο, ούτε σε κανένα σημείο υπόσχεται πράγματα που δεν παραδίδει στο τέλος. Απλώς θα ήθελα το κάτι παραπάνω και δεν το είδα.

 

Υ.Γ.: Δεν έχει καμία σημασία τι σημαίνει "χλέπα" (η οποιαδήποτε άλλη λέξη) σε άλλες γλώσσες. Στα ελληνικά σημαίνει αυτό που εννοούσε ο Μπάμπης, αυτό που καταλάβαμε όλοι. Οπότε δεν το θεωρώ λάθος. (Το αντίθετο μάλιστα, ήταν μια πολύ αντικομφορμιστική πινελιά χαρακτήρα.)

 

Link to post
Share on other sites

Το διήγημα που μου δημιούργησε τα πιο περίεργα και αντιφατικά συναισθήματα.

Διαβάζοντάς το δεν μπορούσα να καταλάβω αν μου άρεσε ή όχι.

Τελικά με κέρδισε το χιούμορ και οι πραγματικά cool χαρακτήρες του.

Το πρόσημο είναι σίγουρα θετικό!

 

Καλή επιτυχία Γεωργία (άλλως Μπάμπη) J

Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

Θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν κωμικό σκετσάκι που θα παιζόταν έξω από τα πανδοχεία. Όμως ένιωσα μια υπερβολή με τις συνεχές "αστείες" λέξεις στην αφήγηση. Αυτό που μου έμεινε είναι η σχέση αυτών των δυο ανθρώπων. Αυτή η δυναμική είναι πολύ αληθινή και διαχρονική γι' αυτό και δεν θα με χαλούσε αν της δινόταν περισσότερο χώρο στην αφήγηση/διάλογο.

 

Καλή τύχη Μπάμπη!

Link to post
Share on other sites

Αυτή η ιστορια σιγουρα εχει κατι το ξεχωριστο. Αρκετο χιουμορ και καυτηριαζει καποια θεματα με αρκετα ευστοχο τροπο. Δε μ’ αρεσε ιδιαιτερα το χυμα υφος που ειχε, αν και αυτό είναι καθαρα προσωπικο γουστο. Βεβαια, ακομα και αν αυτό το στυλ λειτουργει στους διαλογους, θεωρω πως σε καποια σημεια θα μπορουσε το κειμενο να είναι λιγο πιο προσεγμενο, όπως: τον έκανε πατ-πατ στον ώμο. Δηλαδη δε θα εχανε στο στοχο του, αν ειχε καποιες πιο δοκιμες εκφρασεις. Πετυχαινει το στοχο του παντως και ειναι αρκετα καλογραμμενο. 

Link to post
Share on other sites
dagoncult

Ωραία ήταν η περιπέτεια της Γιόνα και του Έγκριν. Οι διάλογοι βέβαια ήταν κάπως γειωμένοι, περισσότερο έμοιαζαν σαν να μιλούσαν δυο ήρωες της δικής μας καθημερινότητας. Για να πω την αλήθεια μου (παρότι ο ψαγμένος φαντασάς μπορεί να διαφωνήσει) αυτό το στοιχείο δεν με πείραξε καθόλου, ίσα-ίσα ανέδειξε για μένα καλύτερα την χιουμοριστική πλευρά της ιστορίας.

Από 'κεί και πέρα, αν υπήρξε κάτι που θα προτιμούσα να είναι διαφορετικό, αυτό είναι το τέλος, το οποίο ήταν κατά τη γνώμη μου λίγο απότομο. Έμοιαζε είτε σαν να μην ήσουν σίγουρη πως να κλείσεις, είτε σαν να μην σου έφταναν οι λέξεις. Υποθέτω ότι συνέβη το δεύτερο, γιατί δυσκολεύομαι να υποθέσω ότι δεν εντόπισες το ζήτημα του αδύναμου φινάλε. Πάντως, πραγματικά η ιστορία έφυγε νεράκι κι όταν έφτασα στο τέλος ήθελα οπωσδήποτε κι άλλο.

Link to post
Share on other sites

Ονειρική γλώσσα, πανέμορφοι διαλόγοι, εκπληκτικές περιγραφές, πολυεπίπεδοι χαρακτήρες, βαθυστόχαστη πλοκή... Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Καλή αίσθηση του χιούμορ ίσως; Ε, "η σπηλιά του Αυτοκράτορα" έχει ένα κλικ κι απ' αυτήν. Δεν παραπονιέμαι.  :lol:

 

(Σημείωση στο αναγνωστικό μου ημερολόγιο: να ανακαλύψω τα άπαντα της Γιόνας και του Έγκριν στα άδυτα του sff.gr)  :D

Edited by Myyst
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Nienor

Άραγε σου έχω πει ποτέ ότι τρελαίνομαι για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείς τις λέξεις; Καλά και να το έχω πει δεν πειράζει, ξανα: Τρελαίνομαι για τις λέξεις σου! Την επιλογή τους κυρίως. Και επειδή θέλω να γίνει πολύ σαφές αυτό, να θα πάρω ένα ας πούμε αδιάφορο σημείο του κειμένου (αν ποτέ μπορούμε να πούμε ότι υπάρχουνε τέτοια εκεί μέσα :P): «Βρισκόντουσαν σε ένα πλάτωμα μεγαλούτσικο, όσο ένα αλώνι. Τριγύρω υψώνονταν οι πλαγιές του βουνού, όλο ασπρουδερές κοτρώνες και χαμηλούς, αγκαθωτούς θάμνους.»

Με ξετρελαίνει που οι πέτρες είναι ασπρουδερές κι όχι λευκές ή άσπρες ή έστω ακόμα και ξασπρισμένες. Είναι μια φανταστική επιλογή λέξης, ακόμα και σε ένα σημείο που φαντάζομαι ότι δεν το σκέφτηκες καν, γιατί αυτό ακριβώς είναι οι πέτρες όταν τις λέμες άσπρες, ασπρουδερές, δε μπορούνε να είναι άσπρες!

 

Και τώρα που έχω κάνει αυτό σαφές, οκ, μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η ιστορία. Δε γέλασα (δηλαδή, όχι δυνατά όπως γελάω στον Αστερίξ πχ) αλλά τη διάβασα όλη με ένα κλιμακούμενο χαμόγελο και φυσικά μου έφτιαξε τη διάθεση. Ήτανε απολαυστικό!

 

Εκτός όμως από την ευχαρίστηση που παίρνει κανείς από τις ιστορίες σου, θέλω να εκθειάσω και αυτές τις φοβερές και πάρα πολύ σωστές περιγραφές που κάνεις (όπως για παράδειγμα τις σκέψεις της Γιόνα –τα πόδια μου επιπλέουν κάπου εκεί παραδίπλα κτλ- που σε βάζουν πραγματικά στη θέση του άλλου και ζεις (όχι, εσύ, εγώ ο αναγνώστης, καταλαβαίνεις) αυτό ακριβώς που ζει ο ήρωας.

 

Ευχαριστούμε πολύ, Μπάμπη :)

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Loch Moors

:chef: Το πρωινό γεύμα της Γιόνα στην αρχή μπορεί να μου στέρησε κάθε όρεξη για γλυκό, αλλά η αρχή του κειμένου σίγουρα άνοιγε την αναγωνστική όρεξη! Γρήγορο, ξεκάθαρο, ανάλαφρο αλλά και αξιοπρόσεκτο. Ξεφεύγει απ' το σύνηθες και, ίσως, λίγο πιο βαρύ ύφος των ιστοριών των διαγωνισμών και μας δίνει μια δροσερή ιστορία στη φθινοπωρινή λιακάδα. Ο τόπος, ο χρόνος και το τοπίο στήνονται χωρίς πολλά, πολλά, αλλά μένουν καθώς κι ο αναγνώστης νιώθει ότι κάνει τη βόλτα του στο σκηνικό του παλιού αξιοθέατου. Και το ωραίο είναι ότι η είσοδος στη σπηλιά και η μέσα περιπέτεια δεν αλλάζει τίποτα δραματικά, το ύφος σου και η αίσθησή μας διατηρούν την παρεΐστικη ατμόσφαιρα, και έτσι πρέπει να γίνεται :) Γι' αυτό λοιπόν δε θα σταθώ στην υπόθεση και στο τι σήμαινε αυτή, αλλά στο κείμενό σου σαν ένα πολύ ωραίο σύνολο, που, εγώ τουλάχιστον (μην έχοντας διαβάσει άλλα διηγήματα απ' τη συγκεκριμένη κοσμοπλασία), το έζησα σαν ένα περίπατο (ή βόλτα όπως είπα και πριν), κατά τη διάρκεια του οποίου μια απρόβλεπτη εξέλιξη κάνει την καθημερινότητα να μοιάζει πιο περιπετειώδης (η Γιόνα π.χ. προσωποποιεί σίγουρα τον ανήσυχο χαρακτήρα που μοιάζει να μαγνητίζει τους μπελάδες), πιο υπερβατική και πιο ενδιαφέρουσα, αν θες, απ' τον πόλεμο και τις δυσάρεστες καταστάσεις που αυτός δημιουργεί. 

 

Βγάζοντας ίσως υπερβολική πραξενιά (καθώς όπως σου είπα το κείμενό σου σα σύνολο μου άρεσε μια χαρά και το διασκέδασα), θα πω μονάχα πως υπήρχαν μερικές φράσεις που, με καθαρά προσωπικά κριτίρια/κολλήματα/κόμπλεξ ίσως!, κάπου, κάπως μου έβγαλαν μια προσπάθεια χιουμοριστικής διάθεσης όχι με το πηγιαίο τρόπο όμως του υπόλοιπου κειμένου. 

Π.χ.

[«Έχεις ξεφύγει τελείως» είπε ο Έγκριν ενώ έριχνε ανέμελα τα κουταλοπήρουνα της ξενοδόχας στο σακίδιό του.]

Το λίγο "χολυγουντιανό" του κλέφτη-αλητάκου δε μου 'κατσε πολύ καλά εδώ. 

 

[ο οποίος έλεγε διάφορα του στιλ ‘μα σας παρακαλώ, δεν είναι τρόπος αυτός’]

Χμμμ, αυτό με κλώτσησε αρκετά. Η προηγούμενη φράση μόνη της  [Στο μεταξύ ο Έγκριν είχε σβερκιάσει τον αυτοκράτορα] νομίζω μπορεί να εξυπηρετήσει μια χαρά εικονικούς και διηγηματικούς σκοπούς.

 

[προσπαθώντας να θυμηθεί αν από πάντα είχε δύο πόδια ή αν επρόκειτο περί κάποιας αλλόκοτης καινοτομίας.]

Μου φαίνονται κάπως πολλές οι λέξεις για κάτι απλό.

 

Ξέρω, πολύ λεπτομέρεια και, μάλλον, θέμα επιλογής σου, οπότε δε τα επισημαίνω γιατί πρέπει ντε και καλά να αλλάξουν. Δεν είναι καν παρατηρήσεις, απλά τα σκέφτηκα την ώρα που το διάβαζα, και είπα να τα αναφέρω.

Για να τελειώνω, σίγουρα γράφεις πολύ καλά αυτό που θέλεις να γράψεις κα. Μπάμπη :) Ευχαριστώ που το μοιράζεσαι δημόσια! Καλή σου συνέχεια.

Edited by Σουσαμένια Άνοιξη
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Τι να πω τώρα εγώ... Ένα εξαιρετικό διήγημα/δείγμα του genre του Μπαμπικού φάντασυ.

Περίμενα να διαβάσω κάτι ποιοτικό, έγινε.

Περίμενα κάτι αστείο, έγινε. Χαμόγελα, ρουθουνίσματα και γρουξίματα κατ'εξοχήν, μιας και είχε και κάτι αστεράτους τριγύρω.

Περίμενα να διαβάσω το στυλ "Λουζιτανοί του Αστερίξ" κι αυτό έγινε. Ασπρουδερές κοτρώνες που λέει κι η Κιάρα.

Α, και χλέπα σημαίνει χλέπα, προφανώς. Δεν νομίζω να σκέφτηκε κανείς ότι πέταξε κανένα κουλούρι στο γκρεμό η τύπισσα.

  

Εύγε Σουηδία, το διάβασα πριν τελειώσει καν η κούπα του καφέ -feat, όχι αστεία- και φεύγω πολύ ευχαριστημένος :friends:

 

Καλή επιτυχία, λέμενες!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Πολύ διασκεδαστικό, με γρήγορη δράση και πετυχημένο χιούμορ. Οι διάλογοι πολύ ζωντανοί, να ρέουν σα νερό, με τράβηξαν στη διήγηση απο την αρχή μέχρι το τέλος. Ούτε στιγμή βαρεμάρας!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Airbourne

Άφησα αυτή την ιστορία για το τέλος και νομίζω ότι πήρα μια πολύ σοφή απόφαση. Ομολογώ ότι δεν έχω ξαναδιαβάσει τέτοιο είδος ιστοριών και πραγματικά μου άρεσε. Βασικά είναι και το γεγονός ότι η γραφή "τα σπάει" πραγματικά και δεν σε αφήνει να σηκώσεις κεφάλι. Η πλοκή είναι πολύ καλή και όλα συμβαίνουν ακριβώς όταν πρέπει να συμβούν! Δεν έχω άλλα λόγια γιατί θα λέω συνέχεια τα ίδια με διαφορετικό τρόπο. Μπράβο, πέρασα τέλεια. Καλή συνέχεια και επιτυχία....και... κάνε μου την χάρη να γράψεις και άλλες ιστορίες με τα παιδιά... a fan... :) 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Naroualis

Γενικά: Πφ, που λέει κι η Γιόνα.

 

Μου άρεσε: Η Γιόνα, ο Έγκριν, η καημένη η ξενοδόχα, η ατραξιόν. Το κλειστό γκισέ. Ο χαράμι φύλακας. Το τσίγκινο τρίφυλλο. Η γλώσσα!

 

Δε μου άρεσε: Ήταν λιγάκι, πώς να το πω, κλισέ; Όχι ακριβώς. Ίσως κλασσικό. Ήθελα λίγη πρωτοπορία εκ μέρους σου και στην πλοκή.

Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Να πω κάτι που ήθελα από μέρες να πω : Αυτή η φράση "τον έκανε πατ-πατ στην πλάτη" με ξετρέλανε!

Link to post
Share on other sites
KELAINO

Να πω ότι δεν ξέρω άλλον τρόπο να πω «τον έκανε πατ-πατ στην πλάτη»; :secret:

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..