Jump to content
Sign in to follow this  
Nienor

Για ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα

Recommended Posts

Nienor

Όνομα Συγγραφέα: Κιάρα
Είδος: (Μάλλον είναι λίγο καταχρηστικά σε αυτή τη βιβλιοθήκη αλλά δεν πάει και πουθενά αλλού)
Βία; Εμ... Όχι με την κλασική έννοια
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 2.539
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Για το Διαγωνισμό "Εικόνα κι επί τόπου" #11 DinMcXanthi Vs Morfeas Vs Nienor", με αφορμή εικόνα του Adicto (και ο λόγος του edit, το έκλεψα από τον Μορφέα γιατί είμαι απαράδεκτη που το ξέχασα)

Αρχείο: Για ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα.docx

 

 

Για ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα

 

Το μαγαζί ήτανε βρώμικο, αν και ειλικρινά πιστεύω πως αυτό θα ήτανε το τελευταίο πράγμα που θα πρόσεχε ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Όχι ότι εγώ είμαι, φυσιολογικός εννοώ, αλλά δεν την αντέχω τη βρωμιά. Κι ακόμα χειρότερα, το πάτωμα ήταν στρωμένο με πλακάκι σε σχήμα ρόμβου. Μικρό. Δεν υπήρχε κανένας τρόπος να μην πατήσω τους αρμούς. Μα αυτό που τράβηξε την προσοχή μου ήταν ένας πίνακας, καμβάς χωρίς κορνίζα, χρώματα σκούρα, σχεδόν γκρίζα. Έπιανε όλο τον τοίχο που βρισκόταν απέναντι από την πόρτα και ήταν γεμάτος με γελαστά πρόσωπα. Τα παγωμένα στον χρόνο χαμόγελα έμοιαζαν μειλίχια. Μάλλον απειλητικά. Βέβαια, για μένα, όλα τα χαμόγελα στα ανθρώπινα πρόσωπα έκρυβαν την απειλή. Είτε πίσω από χείλη που μόλις αγγίζονταν, είτε πίσω ακόμα κι από τα λευκότερα δόντια. Πάντοτε υπήρχε εκεί ένα στόμα γεμάτο μικρόβια, πάντοτε υπήρχε ο φόβος να απευθύνονται σε μένα.

Την ώρα που ετοιμαζόμουνα να χώσω το μαντιλάκι με το οποίο είχα πιάσει το χερούλι της πόρτας στην τσέπη μου, εμφανίστηκε αυτός ο ανεκδιήγητος άντρας με την κελεμπία και το σαρίκι. Ο Ζαρακινά; Ο Ζαρακινά. Σίγουρα ο Ζαρακίνα. Η εμφάνισή του με ανησύχησε τόσο που δεν αντιλήφθηκα ότι το μπατζάκι του παντελονιού μου είχε ακουμπήσει στο βρώμικο σκαλοπάτι από όπου μόλις είχα κατέβει. Χαμογελούσε.

Το πρόσωπό του ήταν το πιο καθαρό λευκό που υπήρχε στον χώρο και τα μπιχλιμπίδια που φορούσε επάνω του, ήμουν σχεδόν σίγουρος, ήταν περισσότερα και πιο ετερόκλητα από τα αντικείμενα που είχε μέσα το μαγαζί. Το μυαλό μου γέμισε από τις εικόνες των αντικειμένων, ατάκτως εριγμένα παντού γύρω μου. Για μια μικρή στιγμή αισθάνθηκα πως θα λιποθυμούσα. Η επερχόμενη κρίση άγχους ήταν δυνατή, μα δεν την άφησα να εκδηλωθεί. Έφερα νοερά τα χέρια μου κάτω από το νερό της βρύσης και συγκράτησα τον εαυτό μου. Χρόνια και χρόνια ψυχοθεραπείας και ήταν το μόνο που είχα κερδίσει. Εάν σωριαζόμουνα σε αυτό το πάτωμα μετά θα έπρεπε να κάψω το κουστούμι μου.

Ο άντρας είχε τα χέρια του δεμένα στο ύψος της κοιλιάς του κι απλά με κοιτούσε χαμογελαστός. Είχα ήδη προετοιμάσει τον εαυτό μου και είχα απαντήσει νοερά – είμαι μια χαρά εδώ που βρίσκομαι, σας ευχαριστώ – στην προτροπή που δεν έμελε να έρθει. Αυτός ο Ζαρακινά θα με ανάγκαζε να μιλήσω πρώτος.

«Μανικετόκουμπα» του είπα χωρίς να τον χαιρετίσω, «έχασα το ένα και θα ήθελα να το… να το…» όχι σίγουρα δεν ήθελα να το αντικαταστήσω, αλλά πάλι αν δεν το ήθελα τότε τι έκανα εκεί; «Θα ήθελα να ξαναγίνουν ζευγάρι, παρακαλώ» κατάφερα να ολοκληρώσω τη φράση μου και έβγαλα το μανικετόκουμπο από την τσέπη μου.

«Να πλησιάσω;» με ρώτησε τότε ο άντρας διατηρώντας εκείνο το μειλίχιο χαμόγελο. Λες και με γνώριζε, λες και ήξερε ότι δεν ήθελα να πλησιάσει.

Μάζεψα το μυαλό μου, συγκεντρώθηκα στο τρεχούμενο νερό, μάζεψα και το μπατζάκι μου φέρνοντας το πόδι μου λίγο πιο μπροστά –σημειώνοντας νοερά το σημείο όπου είχε ακουμπήσει το βρώμικο σκαλοπάτι– και άκουσα τον εαυτό μου να του λέει: «Όχι, θα έρθω εγώ».

Έμεινε στη θέση του κι απλά συνέχισε να μου χαμογελά. Τίποτα δεν είχε αλλάξει στο πρόσωπό του. Όμως εγώ την ώρα εκείνη έβλεπα το παπούτσι μου να σηκώνεται από το σκαλοπάτι και με μια σταθερή δρασκελιά να προσγειώνεται επάνω στους ρόμβους των πλακακίων, πατώντας έξι αρμούς την ίδια στιγμή. Και το χειρότερο: το μυαλό μου δεν επαναστάτησε, δεν ταράχτηκε, δε σταμάτησε να λειτουργεί, δεν ανατινάχτηκε. Με το δεύτερο βήμα, πιο αβέβαιο από το πρώτο, βρέθηκα περικυκλωμένος από τους πάγκους και τα ράφια με τα αντικείμενα. Καμία συμμετρία, σκόνη που την έβλεπα από μακριά, λοξές στοίβες που οριακά στέκονταν όρθιες. Το μυαλό μου ακόμα στη θέση του. Λες και οι φοβίες μου δεν ήταν ποτέ εκεί. Λες και η γυναίκα μου ήταν ακόμα ζωντανή.

Ταυτόχρονα σκέφτηκα αναμμένους θερμοσίφωνες, ξεκλείδωτες πόρτες, κουρτίνες ανοιχτές τόσο που αφήνουν το τζάμι να φαίνεται ελάχιστα πίσω τους, ανοιχτά ντουλάπια, πιρούνια με άλατα επάνω τους, εφημερίδα στα χέρια μου χωρίς γάντια. Και απάντησα στον εαυτό μου ότι τίποτα από όλα αυτά δεν ήτανε και τόσο φοβερό.

Ξάφνου το χαμόγελο του άντρα μου φάνηκε εγκάρδιο. Τα μπιχλιμπίδια επάνω του τον έκαναν να λάμπει. Μετά από πάρα πολλά –ατελείωτα πολλά– χρόνια αισθάνθηκα τα χείλια μου να αποκτούν θετική κλίση.

Έβγαλα απ’ την τσέπη μου το μανικετόκουμπο και κάνοντας ακόμα δύο βήματα του το πρότεινα. Δηλαδή, θα τον άφηνα να το πιάσει, έτσι; Και μετά θα το έπαιρνα πίσω, από τα γεμάτα ποιος ξέρει πόσα εκατομμύρια βακτήρια και μικρόβια χέρια του. Κι όμως, η σκέψη αυτή δε με αποδιοργάνωσε διόλου. Μια μικρή ενόχληση με έκανε μόνο να αισθανθώ.

Όμως, ο άντρας απλά έσκυψε και το κοίταξε. Δεν άπλωσε το χέρι του να το πιάσει. Εκείνη τη στιγμή τον αγάπησα. Αισθάνθηκα σαν να τον ήξερα από πάντα, σαν να ήταν ο προστάτης μου, ο αδερφός και ο πατέρας μου. Η γυναίκα μου, που τόσα χρόνια πριν, όταν ακόμα ήμουνα ένας –ας πούμε– φυσιολογικός άνθρωπος την έχασα, νωρίς και άδικα.

«Βεβαίως, κύριε. Συγχωρήστε με για ένα μόνο λεπτό» μου είπε χωρίς να χάσει το γλυκό και ευχάριστο χαμόγελό του και, περνώντας μπροστά από τον πάγκο του, εξαφανίστηκε πίσω από μια χάντρινη κουρτίνα.

***

Η ζωή μου μόλις είχε ξαναπάρει το δρόμο της. Τα τελετουργικά μου είχαν επανέλθει στο φυσιολογικό τους και με πολύ μεγάλη δυσκολία είχα καταφέρει να πείσω τον εαυτό μου πως θα κατάφερνα να ζήσω φορώντας πουκάμισα με κουμπιά στα μανίκια. Αυτό που ακόμα με στεναχωρούσε ήταν ότι αυτά τα μανικετόκουμπα ήτανε το πρώτο δώρο που μου είχε κάνει ποτέ η γυναίκα μου, όταν νεαρός ακόμα το μόνο πράγμα που φοβόμουν ήταν τα πλήθη και ο συνωστισμός. Και τώρα είχε αχρηστευτεί, αφού βέβαια είχα δύο χέρια κι άρα τα πουκάμισά μου είχαν δύο μανίκια, οπότε χρειαζόμουνα δύο μανικετόκουμπα. Και είχα χάσει το ένα.

Εκείνη την καταραμένη μέρα το καφέ της γωνίας από όπου πάντα έπαιρνα τον πρωινό καφέ μου ήτανε κλειστό λόγω ανακαίνισης και για να πάω στο απέναντι έπρεπε φυσικά να πατήσω την άσφαλτο. Αποφάσισα να πάω σε ένα που ήτανε πολύ πιο μακριά, αλλά μπορούσα να πάω από το πεζοδρόμιο. Κάπου στη μεγάλη αυτή διαδρομή μου έπεσε το δεξί μου μανικετόκουμπο. Έψαξα απεγνωσμένα για μέρες. Είχα χάσει τον ύπνο μου, την όρεξή μου, την ησυχία μου, σχεδόν είχα ξεχάσει τα τελετουργικά μου. Μα δεν τα κατάφερα να το βρω. Και σιγά-σιγά, με μεγάλη δυσκολία, αποδέχτηκα πως θα ζήσω χωρίς αυτό. Μέχρι εκείνη την ημέρα, που διαβάζοντας την πρωινή εφημερίδα διάβασα αυτό το όνομα και τις τρεις λέξεις που το συνόδευαν: «Έχουμε οτιδήποτε χρειάζεστε.»

Ζαρακινά, Ανικαράζ, Καραζινά, Ρακαζινά, Αραζικάν... Οχτώ γράμματα, οχτώ παραγοντικό συνδυασμοί; Όχι βέβαια. Γιατί φυσικά δεν υπήρχε η λέξη ιαααζρκν. Ή μήπως υπήρχε; Όχι, δεν ήταν καθαρή, ούτε και τακτοποιημένη. Δύο φωνήεντα και τέσσερα σύμφωνα. Οι μόνες λέξεις που μπορούσαν να υπάρχουνε ήταν σαράντα οχτώ που άρχιζαν από φωνήεν και άλλες τόσες από σύμφωνο. Αν άρχιζαν από φωνήεν ξεκινούσαμε με μεταθέσεις των δύο και κάθε δεύτερη θέση ήταν δεσμευμένη. Αν άρχιζε από σύμφωνο με μεταθέσεις των τεσσάρων σε τέσσερις θέσεις αντίστοιχα. Οι λέξεις που είχαν αι ή ια ή κρ δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Ενενήντα έξι λέξεις. Τις βρήκα όλες την πρώτη μέρα, τις επαναλάμβανα δυνατά όλο τον επόμενο μήνα καθώς έλεγχα την κλειδαριά του σπιτιού, τον θερμοσίφωνα, την κουζίνα, τις πρίζες μία-μία, τακτοποιούσα τις κουρτίνες και έλεγχα τα ράφια με τα βιβλία αν είναι στοιχισμένα. Μέσα σε ένα μήνα μου έγινε δεύτερη φύση, ενενήντα έξι λέξεις που τις συνόδευε η εικόνα του μανικετόκουμπού μου –και πίσω του, σταθερά πάντοτε, το χέρι με τα παχουλά σαν παιδιού δάχτυλα της γυναίκας μου, στην παλάμη της μέσα το αδερφάκι του. Έναν μήνα μετά ήταν πια ξεκάθαρο, θα πήγαινα στο μαγαζί.

Μου πήρε άλλες δύο εβδομάδες να οργανώσω τη μέχρι εκεί διαδρομή μου, είχα θεωρήσει μάλιστα πως θα έφτανα αρκετές φορές μέχρι την πόρτα του Ζαρακινά έως ότου καταφέρω να μπω μέσα, μα διαψεύστηκα, όπως και για πολλά άλλα πράγματα.

***

Πλακάκι-πλακάκι. Πλακάκι-πλακάκι. Με το που βγήκα από το μαγαζί κι ο ήχος από το καμπανάκι έσβησε πίσω μου, τα πλακάκια διογκώθηκαν ξανά στο κεφάλι μου, τα αυτιά μου γέμισαν από τους ήχους του δρόμου, αμάξια, μηχανές, λεωφορεία και, το χειρότερο, άνθρωποι που μιλούσαν και γελούσαν γεμίζονταν τον αέρα με μικρόβια. Όλα επέστρεψαν στο φυσιολογικό τους. Εκτός από τη σκέψη μου που πλημμυρισμένη ακόμη από την εκκωφαντική σιγή που επικρατούσε μέσα στο μαγαζί –τι υπέροχη μόνωση θα πρέπει να είχε!– έμοιαζε να προσπαθεί να συντηρήσει με νύχια και με δόντια τον απόηχο εκείνης της σιωπηρής γαλήνης. Αν υποθέσουμε πως υπήρχε κάποιος απόηχος. Από τη στιγμή που είχε σταματήσει το υπέροχο εκείνο καμπανάκι εκεί μέσα δεν υπήρχε κανένας ήχος.

Το βράδυ, στο απόλυτο σκοτάδι, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι μου κι αφού σχολαστικά είχα κάνει όλα όσα έπρεπε να γίνουν δε μπορούσα να βγάλω τον Ζαρακινά και το μαγαζί του από το μυαλό μου. Έφερνα τα χέρια μου κάτω από το νερό της βρύσης, μα δεν έπιανε. Δεν είχα να πολεμήσω πανικό. Είχα να πολεμήσω με γαλήνη, μεγαλύτερη, δυνατότερη, πιο στιβαρή και πολλές φορές πιο στέρεα από το τρεχούμενο καθαρό νερό. Τα μανικετόκουμπα βρίσκονταν και πάλι ζευγαράκι στη θήκη τους, όπως ήμασταν άλλοτε με τη σύζυγο και προστάτιδα του μυαλού μου ξαπλωμένοι σε τούτο δω το ίδιο κρεβάτι, και ο Ζαρακινά μου είχε πει όταν θελήσω οτιδήποτε, ό,τι και αν ήταν αυτό, υλικό ή άυλο, θα κινούσε γη και ουρανό για να μου το βρει. Εγώ όμως το μόνο που ήθελα από τη μέρα εκείνη κι έπειτα ήταν η γαλήνη και η απόλυτη συντροφική ηρεμία που κυριαρχούσε στο βρώμικο και άτακτο μαγαζί του. Η συντροφιά και το χαμόγελό του.

Ονειρεύτηκα τον πίνακα την πρώτη εκείνη νύχτα. Τα πρόσωπα χαμογελούσαν με μια μεταδοτική ευδαιμονία, τα μάτια είχαν μικρές όμορφες ρυτίδες γέλιου στις άκριές τους, χέρια σηκώνονταν και χάιδευαν τα διπλανά μάγουλα που ριγούσαν από ευτυχία στα τρυφερά αγγίγματα. Ήμουνα μέρος ενός συνόλου, υπήρχαν εκεί άνθρωποι για μένα. Δεν ήμουνα μόνος, η ερημιά μου είχε πεθάνει μέσα σε μια στιγμή. Το γουργούρισμα του ψυγείου μου ούτε που το είχα σκεφτεί, ο ήλιος που τρύπωσε το πρωί από τι γρίλιες στο πατζούρι που πάντοτε έλεγα πως θα άλλαζα μου φάνηκε λαμπερός κι ευχάριστος. Κοιμήθηκα εφτά ολόκληρα παραπανίσια λεπτά. Έπειτα, όταν το όνειρο ξεθώριασε και η μέρα άρχισε να προχωρά, τα πράγματα επέστρεψαν στην πραγματικότητα, αυτήν που ζούσα τόσα χρόνια, την τακτοποιημένη και πανικόβλητη, με τα μειλίχια χαμόγελα των ανθρώπων γύρω μου να με απειλούν και να μοιάζουν με την έκφραση της ύαινας όταν περιμένει υπομονετικά το φαγητό της να πεθάνει.

***

Μου πήρε καιρό, αλλά επέστρεψα. Η ξεθωριασμένη ξύλινη πόρτα με τον αριθμό εφτά επάνω της, το σκουριασμένο πόμολο. Κάνω να βγάλω το μαντιλάκι, αλλά όπως κι εκείνη την πρώτη φορά το σώμα μου υπακούει ένα μυαλό καθάριο. Σηκώνω το χέρι μου και αγγίζω το πόμολο της πόρτας. Σπρώχνω, ακούγεται ο ήχος από το καμπανάκι που αμέσως με κάνει να χαμογελώ.

Ο Ζαρακινά είναι εκεί. Όρθιος, με τα χέρια του δεμένα στ ύψος της κοιλιάς.

«Γεια σου,» του λέω και το εννοώ. Θέλω να είναι πάντα υγιής, πάντα χαμογελαστός.

«Καλημέρα, αγαπητέ μου κύριε» ακούω τη γλυκιά του φωνή.

Το παπούτσι μου πατάει – ω! απλά κάμποσους – αρμούς. Το άλλο μου παπούτσι δεν το κοιτάζω καν. Τα μάτια μου χωράνε μόνο το χαμόγελό του και πίσω του εκείνα τα άλλα, εκείνα τα πανέμορφα χαμόγελα στον πίνακα, τη ζεστασιά των χεριών που αγγίζουν το μάγουλο των διπλανών τους, τις ρυτίδες του γέλιου δίπλα στα μάτια.

«Ό,τι θελήσω μου είπες». Του δίνω και το χέρι μου, απλώνει το δικό του και το σφίγγει εγκάρδια. Ταιριάζει η υφή της παλάμης του με το χαμόγελό του.

«Φυσικά, αγαπητέ μου. Πώς μπορώ να φανώ χρήσιμος τούτη τη φορά;»

Διστάζω. Μα για μια μόνο στιγμή, στον Ζαρακινά μπορώ να ζητήσω τα πάντα. Μπορώ να δεχτώ την άρνησή του, μα δε μπορώ να ζήσω αν δεν του το ζητήσω: «Θέλω να μείνω εδώ, μαζί σου, συντροφιά με σένα, με το χαμόγελό σου». Η ματιά μου θολώνει για μια στιγμή καθώς τον κοιτάζω γιατί εστίασα στον πίνακα. Αφήνω το χέρι του και πιάνω το δικό μου με το άλλο, λες για να μη φύγει από πάνω του η θέρμη του –χωρίς να σιχαθώ.

«Μα αυτό είναι το ευκολότερο από όλα» τον ακούω να μου λέει και η φωνή του μοιάζει με τραγούδι. Αν ήξερα πώς θα τον αγκάλιαζα τούτη τη στιγμή. «Ξέρεις, στην πραγματικότητα είμαι συλλέκτης».

«Αυτό το είχα φανταστεί» αποκρίθηκα ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στον χώρο γύρω μου. Πραγματικά, ό,τι μπορούσα να σκεφτώ βρισκόταν εκεί.

«Το μόνο που θα ήθελα…» έδεσε τα χέρια του πίσω από την πλάτη τώρα κι εγώ τον έκοψα: «ό,τι θέλεις. Θα καθαρίζω, θα σου κρατάω το μαγαζί όσο θα λείπεις, θα κάνω παζάρια, θα σου κρατάω τα λογιστικά. Ξέρεις, είμαι πολύ καλός με τους αριθμούς».

Είχε αρχίσει να γελά πριν να τελειώσω. «Όχι, όχι αγαπητέ μου. Το μόνο που θα ήθελα είναι να μου υποσχεθείς πως δε θα φύγεις από κοντά μου».

Νιώθω στα μάτια μου να μαζεύονται δάκρυα, νιώθω τον κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό μου και να μου κόβει την ανάσα. Είμαι τόσο συγκινημένος που φοβάμαι πως αν μιλήσω θα ξεσπάσω σε λυγμούς. Με θέλει κοντά του. Με καταλαβαίνει. Έχω αξία για αυτόν. Είμαι εδώ για κάποιον.

«Λοιπόν;» μου προτείνει ξανά το χέρι του «το υπόσχεσαι;»

Το πιάνω με μιας και καταφέρνω να ψελλίσω: «Ναι, το υπόσχομαι. Δε θα φύγω από κοντά σου ποτέ, εκτός κι αν με διώξεις εσύ».

Γελάει πάλι, προτού να τελειώσω. Και ξάφνου ένα πλήθος εμφανίζεται στον χώρο. Όπου ήτανε προηγουμένως πράματα τώρα είναι άνθρωποι. Δεν υπάρχουν πια αντικείμενα ούτε πάγκοι και ράφια, μόνο άνθρωποι: άντρες και γυναίκες, μεσήλικοι και νεαροί, ηλικιωμένοι και παιδιά. Άλλοι χαμογελούν, άλλοι κλαίνε, άλλοι κοιτάζουν αδιάφορα. Όμως είναι πολύ κοντά μου. Πάρα πολύ κοντά μου. Δεν έχουν χώρο να πάνε πάρα κει. Εγώ δεν έχω χώρο να πάω παρακεί. Γυρίζω το κεφάλι μου εδώ κι εκεί. Χέρια, μύτες, αυτιά, χείλια, παπούτσια και γυμνά πόδια, χέρια, αγκώνες, γόνατα, μαλλιά, μαλλιά, μαλλιά… είμαι κολλημένος ανάμεσα στους ανθρώπους. Αν απλώσω το χέρι μου θα αγγίξω κάποιον. Αν κάνω ένα βήμα θα πατήσω κάποιο πόδι. Αν πάρω ανάσα –Χριστέ μου, αν πάρω ανάσα κάποιος άλλος δε θα έχει αέρα για να αναπνεύσει. Δεν έχω αέρα. Δεν μπορώ να ανασάνω. Δεν μπορώ να φύγω, δεν μπορώ να ανασάνω. Ο Ζαρακίνα δεν είναι πουθενά. Δεν μπορώ να ανασάνω, ο αέρας δεν είναι αρκετός. Ο λίγος που μου αναλογεί είναι γεμάτος με μικρόβια. Σώσε με, φίλε μου, πού είσαι; Δεν μπορώ να ανασάνω. Ραμμένα χείλια γύρω μου σε θετική κλήση, ένα χέρι με μακριά νύχια υψώνεται στο πρόσωπό μου. Σε παρακαλώ, μη με αγγίξεις. Δεν μπορώ να ανασάνω. Βογκητά. Ακούγονται βογγητά που βγαίνουν από χείλια γελαστά. Μην αναστενάζετε, δεν υπάρχει αρκετός αέρας.

Ανάμεσα στα βογγητά και τους αναστεναγμούς ακούγεται ένας καμπανιστός ήχος από κάπου προς τα πάνω. Κοιτάζω. Ο Ζαρακίνα είναι εκεί, μπροστά μου. Βλέπω την πλάτη του, το μαγαζί, την πόρτα που ανοίγει. Το καμπανάκι ακούγεται ξανά κι εγώ χαμογελώ γιατί ο ήχος από το καμπανάκι είναι καθάριος και κουδουνιστός. Καθάριος και κουδουνιστός. Στην πόρτα στέκεται ένας πιτσιρίκος με μια σπασμένη κούκλα στα χέρια του και δάκρυα στα μάτια. «Είναι της αδερφής μου» του λέει. «Την έσπασα και τώρα πια δε με αγαπάει κανείς. Σε παρακαλώ, δώσε μου μια ίδια!»

«Φυσικά, αγαπητέ μου» του απαντάει ο Ζαρακινά κι όπως περνάει δίπλα από τον πάγκο του για να περάσει την χάντρινη κουρτίνα το χαμογελαστό μου παγωμένο βλέμμα αντικρίζει ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα. Ο πιτσιρικάς, όρθιος μπροστά στον πάγκο, σκουπίζει ένα δάκρυ και χαμογελά κοιτάζοντάς μας.

Edited by Nienor
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Μου δημιούργησες μία τέλεια εικόνα υποχόνδριου ανθρώπου που πνίγεται στις φοβίες του. Αυτό με τους αρμούς το είχα κάποτε και ξέρω πόσο ισχυρό μπορεί να γίνει αν δεν αποβληθεί άμεσα. Καλογραμμένη η ιστορία, με ρίζες -μπορεί και υποσυνείδητα- στα "Χρήσιμα Αντικείμενα" του S.King. Δεν μου κάθισε καλά η σκηνή που πηγαίνει και τον παρακαλά να μείνει εκεί μαζί του, θα προτιμούσα κάπως αλλιώς να γινόταν γιατί έτσι με έβγαλε από την ατμόσφαιρα που μου είχες δημιουργήσει.

 

Σε γενικές γραμμές ήταν μια ωραία ιδέα όμορφα δοσμένη.:)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

Φυσικά και είναι τρόμου! Μάλιστα πολύ τρομακτικό. Παρόλο που έγραψες κάτι έξω από τα νερά σου (δηλαδή απ' αυτά που έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε από σένα) φάνηκε σαν να γράφεις πάντα τέτοιες ιστορίες. Νομίζω ότι καλύτερα δεν θα μπορούσες να περιγράψεις τον υποχόνδριο άνθρωπο. Οι σκέψεις ήταν αρκετές ώστε να μου φανεί φυσιολογική η παράδοση του ήρωα στον μαγαζάτορα. Ποια θα είναι η επόμενη ιστορία σου τρόμου ε;ε;ε;

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Natasha

Όντως θυμίζει "Χρήσιμα αντικείμενα" (το οποίο με τη σειρά του θυμίζει άλλες ιστορίες) αλλά το δικό σου "μαγαζί" με τη χάντρινη κουρτίνα και το εξωτικό όνομα του ιδιοκτήτη παίρνει μια νέα ανατολίτικη γεύση (την οποία αν θες μπορείς να εμπλουτίσεις).Η περιγραφή σου του κεντρικού χαρακτήρα είναι πετυχημένη, ο λόγος που οι φοβίες του ενισχύθηκαν και τον έπνιξαν είναι δυνατός, ενώ η αιτία που τον κάνει να πάει στο μαγαζί είναι αρκετή. Θα ήθελα να δουλέψεις λίγο ακόμη τον διάλογό του με τον Ζαρακινά στο τέλος. Το "συντροφιά με το χαμόγελό σου" δεν είμαι σίγουρη αν είναι κάτι που θα το έλεγε ο πρωταγωνιστής σου, ενώ το "ξέρεις πραγματικά είμαι συλλέκτης" δεν μας πολυχρειάζεται γιατί έρχεται ελάχιστα πριν την αποκάλυψη και την αποδυναμώνει. Μου άρεσε το τι λέει ο πιτσιρίκος στο τέλος. Γενικώς το χάρηκα :victory:

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Αρχικά να πω ότι μου άρεσε πολύ ο τρόπος που χρησιμοποίησες την εικόνα του παιχνιδιού.

 

 

Όταν,όμως, πλησίαζα προς το τέλος, κατάλαβα το ρόλο που θα έπαιζε, κι αποκαλύπτεται έμμεσα το τι θέλει ο μαγαζάτορας. Εδώ ίσως να χρειάζεσαι ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης ώστε να γίνει ο ήρωας «κτήμα» του Ζαρακινά. Πχ, θα μπορούσε να το παίζει δύσκολος, ότι δεν τον έχει ανάγκη για κάποια δουλειά, κι εκείνος να του υποσχόταν ότι θα έκανε τα πάντα για κείνον, αρκεί να του έδινε κάποια θέση στο μαγαζί του.

 

 

 

Πολύ πετυχημένη η παρουσίαση του ήρωα, με τις φοβίες και τις εμμονές του να καραδοκούν σε κάθε στιγμή της ζωής του. Σε κάποια σημεία ένιωθα κι εγώ να με ενοχλούν οι λεπτομέρειες που ανάφερε. Δεν είναι και πολύ αληθοφανές το πώς εμφανίστηκε αυτή η διαταραχή με το θάνατο της γυναίκας του. Ίσως θα μπορούσες να πεις ότι εκείνη ήταν που την κρατούσε περιορισμένη, κι όταν χάθηκε, εκδηλώθηκε για τα καλά. Βέβαια, αυτά τα λέω χωρίς καμιά ψυχιατρική γνώση. Πιθανόν να μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Απλά είναι και το θέμα τού πώς θα το παρουσιάσεις.

 

 

 

Μου φάνηκε κάπως εύκολη η παράδοση του ήρωα στον καταστηματάρχη. Δηλαδή, όλες αυτές οι εμμονές από μόνες τους δεν αποτελούν και το λόγο για να το κάνει αυτό. Θα ήθελα να δω κάτι τέτοιο, πώς μέσα από τη μανία του έπεισε τον εαυτό του για κάτι τέτοιο. Θα ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ήταν κάτι που επιθυμεί, κάτι το οποίο ήταν πιο δυνατό από τις εμμονές του, άλλωστε, ο Ζαρακινά μπορεί να του προσφέρει τα πάντα. 

 

 

Edited by Mesmer
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Tiessa

Χμμ. Μου αρέσουν πολύ οι ιστορίες με τους αινιγματικούς ανθρώπους που ελκύουν έτσι ξαφνικά και παράλογα τους άλλους -και μάλιστα τόσο περίεργα άτομα όσο φαίνεται να είναι ο (αντι)ήρωάς σου.

Μου άρεσε ο τρόπος που αξιοποίησες τη θολή εναρκτήρια εικόνα, η περιγραφή του μαγαζιού, οι φοβίες και η πρώτη επαφή στο μαγαζί.

 

Λίγο βιαστική μου φάνηκε η συναλλαγή και το τέλος. Νομίζω ότι θα ήθελα κάτι παραπάνω εκεί. Δεν είμαι ωστόσο σίγουρη τι θα ήταν αυτό.

 

 

Έτσι όπως αναφέρεις τη γυναίκα του και τη φοβία για τα μικρόβια μού δίνεις την εντύπωση ότι πρέπει να πέθανε από κάποια μεταδοτική αρρώστια και γι' αυτό φοβάτι τόσο πολύ την επαφή και τον αέρα. Αλλά μάλλον δεν είναι έτσι, ε; Κατά βάθος όλοι ξέρουμε ότι οι φοβίες δεν έχουν λογική.

 

 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
mman

Με κάλυψαν τα παιδιά σχεδόν σε όλα. Μένω κυρίως στην "εύκολη" παράδοσή του στον Ζ. Θα έπρεπε να έρθει πιο ομαλά και δικαιολογημένα, αλλά ξέρω, δεν είχες χρόνο. Επίσης, πάντα με χαλάει λίγο που οι ήρωες-θύματα σε τέτοιες ιστορίες δεν βλέπουν τη λούμπα στο να υπόσχονται / ορκίζονται πράγματα "για πάντα". Θα μου άρεσε πολύ να δω μια συνειδητή (και φυσικά αποτυχημένη) προσπάθεια να ξεφύγουν απ' αυτό.

Καλή γλώσσα και ενδιαφέρουσα η ανατροπή στο τέλος, παρά το ότι ο αναγνώστης μάλλον τη βλέπει να 'ρχεται.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Rainboy

Μου άρεσε ο τρόπος που παρουσιάζεις έναν υποχόνδριο άνθρωπο. Η εικόνες μέσα στο μαγαζί ήταν πολύ ζωντανές. Πολύ ωραία γραφή και το κατάλληλο ύφος για την ιστορία. Δεν κατάλαβα το πέρασμα σε καναδυό σημεία αλλά δεν με εμπόδισε να διαβάσω την ιστορία. Το μόνο που με χάλασε λίγο και αυτό είναι καθαρά προσωπικό, είναι οτι ο άνθρωπος ήταν υποχόνδριος... οκ, ήταν και ψυχαναγκαστική προσωπικότητα... μμμ εντάξει, και κάποτε ήταν και αγοραφοβικός, νομίζω οτι είναι λίγο υπερβολικό. 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Το κείμενο ήταν ωραίο και όσο κι αν ακούγεται παράξενο, αρκετά ευχάριστο

(αν και το τέλος ανατριχιαστικό, μου άφησε καλή γεύση)!

 

 

Νομίζω ότι μπήκες καλά μες στο μυαλό ενός ψυχωτικού-υποχόνδριου ανθρώπου (και για να σχολιάσω το σχόλιο του αγοριού της βροχής εμένα μου φαίνεται φυσιολογική η αγοραφοβία, ιδίως αν τη σκεφτεί κανείς στην προκειμένη ως σύμπτωμα της μικροβιοφοβίας)

 

Για μένα λοιπόν το ότι μπήκες τόσο καλά (υποθέτω πάντα) μες στο ρόλο ήταν ένα ατού του διηγήματος.

Σε συνδυασμό με τη γλώσσα, που αν και απλή, είχε καλή ροή και σε βοηθούσε να φανταστείς αυτόν τον άνθρωπο, να ακούσεις τη φωνή του. Μου άρεσαν οι εικόνες σου, οι «εμμονές» σου… Πολύ ωραία η γραφή, συνολικά!!

 

Τώρα θέματα προς βελτίωση(;)- κοινώς ξεψείρισμα, καθώς μου άρεσε αρκετά:

 

 

 

1. Η σκηνή με τον αναγραμματισμό. Ήταν φοβερή – από τα αγαπημένα μου σημεία του διηγήματος, γέλασα με τις σκέψεις του. Το πρόβλημά μου είναι γιατί μπήκε σ’ αυτό το τριπάκι. Δηλαδή είναι κάτι που κάνουν γενικά οι ψυχωτικοί, ψάχνουν να βρουν περίεργες συνδέσεις μεταξύ πραγμάτων, εννοιών, κλπ. Γιατί εκεί με έχασες αρχικά (να ψάχνω αν το όνομα δόθηκε κανονικά ή σε αναγραμματισμό εξαρχής στην εφημερίδα, ώστε να τον βρουν μόνο οι ικανότεροι. Ή αν αυτός ξέχασε τη λέξη και θυμόταν μόνο τα γράμματα που την απαρτίζουν(;). Γενικά παραλογισμοί, αλλά ίσως μια πρόταση πριν τους αναγραμματισμούς που να υπονοούσε γιατί το έκανε να με βοηθούσε). Βέβαια ίσως να είμαι και ο μόνος, οπότε να μην υπάρχει και λόγος να το αλλάξεις.

 


2. Το σημείο που έχουν θέμα οι περισσότεροι, με την εύκολη παράδοση του ήρωα. Εμένα δε με πείραξε τόσο εκείνο το σημείο, αν και σίγουρα μπορείς να το βελτιώσεις. Γιατί από πιο νωρίς είχα παραξενευτεί με τις σκέψεις του. Από το σημείο:

 

Εκείνη τη στιγμή τον αγάπησα. Αισθάνθηκα σαν να τον ήξερα από πάντα, σαν να ήταν ο προστάτης μου, ο αδερφός και ο πατέρας μου.

Αυτό το σημείο, δεν κάνει εντύπωση γιατί φαίνεται υπερβολικό, μεταξύ αστείου και σοβαρού. Αλλά τελικά το εννοούσε. Επομένως για μένα θα ήταν καλύτερο να δικαιολογούταν περισσότερο το συγκεκριμένο σημείο, κι από εκεί κι ύστερα ίσως να έπειθε και η παράδοση του ήρωα. Εκτός αν είχε κάτι το μεταφυσικό η έλξη που του ασκούσε, το οποίο δεν το αντιλήφθηκα.

 

 

Βέβαια, με καλή χρήση της γλώσσας, νομίζω κατάφερες να καμουφλάρεις κάπως το παραπάνω

 

Γενικά, μου άρεσε πολύ! Κι ειδικά η γραφή σου δείχνει μια άνεση που δεν έχει ανάγκη από επίδειξη.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinMacXanthi

Kιάρα, νομίζω ότι ξέρεις τι χρειάζεται αυτό το κείμενο, έτσι; Παραπάνω χρόνο για να δουλευτεί. Ο χαρακτήρας είναι φυσικά η δύναμη του διηγήματος, και μου θύμισε εκείνον του Book of Irrational Numbers του Michael Marshall Smith, ένα από τα αγαπημένα μου διηγήματά του. Αν η παράδοση γίνει λίγο πιο σταδιακά, και δώσεις μερικά στοιχεία που θα προοικονομούν το τι συμβαίνει εκεί, θα κερδίσει αυτό που της λείπει, δηλαδή το pacing. Κι επειδή έτρεχα κι εγώ σαν τον Βέγγο για να την τελειώσω, φαίνονται τα σημεία, άρα αυτό που θέλει η ιστορία είναι editing κι εσύ δεν έχεις ζήτημα :friends: 
 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Trison

Η κεντρική ιδέα του διηγήματος και οι δύο χαρακτήρες είναι ΄χρυσάφι'.  Κατά τα άλλα μου άρεσε πολύ.  Ευχαριστώ.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Σε ευχαριστώ πολύ για την ανάγνωση και το σχόλιο.

 

Χρωστάω δυο τρία πραγματάκια εδώ, εδώ και καιρό. Θα επανέλθω. Συγνώμη για την καθυστέρηση.

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Η ιστορία μου άρεσε. Δηλαδή, αυτό που θέλει πιο πολύ ο κεντρικός χαρακτήρας, είναι η λύτρωση από την ψύχωσή του, ή, έστω, ένα περιβάλλον όπου θα μπορεί να είναι χαλαρός.

Μου αρέσει που τον πλησίασες τόσο ανθρώπινα, δεν τον είδαμε από απόσταση, δεν χαμογελάσαμε σκληρά με την εμμονή του να αποφεύγει αρμούς στις πλάκες των πεζοδρομίων ή να σκέφτεται τον θερμοσίφωνα.

Μου άρεσε πάλι ο μοναδικός σου τρόπος να συντάσεις προτάσεις. Δεν ξέρω αν σου το έχω ξαναπεί, δεν ξέρω αν σου το έχει πει κανείς άλλος, αν το ξέρεις, τέλος πάντων, αλλά έχεις έναν μοναδικό τρόπο να εκφράζεσαι. Δεν είναι κάτι μεγάλο, κάτι που να μπορώ να το δείξω λέγοντας να, αυτό είναι, αλλά να, είναι μαγικό, ξέρω 'γω; λέω πάντα "Κιάρα" όταν διαβάζω κάτι δικό σου, κι ας μην είναι για την Αλμυρή. (Εμ, ναι, τώρα καταλαβαίνω ότι δεν περιμένεις εμένα να στο πω. )

Απλά είναι περίεργο. Στην αρχή-αρχή που διάβασα κείμενά σου, με δυσκόλεψε -κι ακόμη, καμιά φορά- αλλά δεν έχει κανένα πρόβλημα η γραφή σου. Δεν είναι ότι σκοντάφτει ο λόγος σου, όχι ακριβώς. Γίνεσαι χειμαρρώδης, με έναν διακριτικό τρόπο. (  :sweatdrop:  πώς να τα εξηγήσω τ' ανεξήγητα).  Πάντως, ό,τι κι αν είναι, το χάρηκα που το βρήκα κι εδώ, το απολαμβάνω, τελικά.

 

Δεν έχω να σου πω πολλά πράγματα, το κείμενο θέλει λίγη δουλειά ακόμα.

Τα δυο πραγματάκια που έχω να σου πω, κι αν είναι καθόλου χρήσιμα, θα τα βρεις στο αρχείο.

Για ένα ζευγάρι μανικετόκουμπα, σχόλια Άννας.doc

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Ευχαριστώ πολύ, Άννα, για την ανάγνωση και τα σχόλια :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Το λοιπόν, τα χρωστούμενα (γιατί "Κάλλιο αργά παρά αργότερα" ή ποτέ, ε?)

 

Καταρχάς τρία πραγματάκια που θέλω να μοιραστώ:

 

1. Εγώ δεν είχα σκεφτεί τα χρήσιμα αντικείμενα (πριν να μου τα πείτε) αλλά πάντα μου άρεσε ο μαγαζάτορας αυτός παρόλο που δεν είναι από τα αγαπημένα μου βιβλία του Κινγκ. Με εντυπωσιάζει όταν συμβαίνει αυτό, όταν βγαίνουνε πράγματα από μόνα τους δηλαδή και σου τα λένε οι άλλοι :) Ο χαρακτήρας μου σε αυτή την ιστορία βασικά είναι ο Τζακ Νίκολσον στο "Καλύτερα δε γίνεται" (το ξαναματαείδα χτες και θυμήθηκα να έρθω να απαντήσω :p). Οκ, χαίρομαι που κατάφερα να τον κάνω αρκετά διαφορετικό οπότε δε σας τον θύμησε, αλλά αυτός ήταν η αρχή του διηγήματος και η αγοραφοβία σε σχέση με τον πίνακα (προφανώς).

 

2. Η ασθένεια που έχει λέγεται obsessive compulsive disorder (πιο γνωστή ως O.C.D). Στο ελληνικό της: ΙΨΔ (Ιδεοψυχαναγκαστική διαταρραχή) και μπορείτε να διαβάσετε όλα αυτά που δε θα πω εδώ στη βίκυ. Συνδυάζει ιδεοληψία με ψυχαναγκασμό και βασικά όλα αυτά που έχω βάλει μέσα (και πολλά άλλα ακόμα που δεν έβαλα, όχι μόνο επειδή δεν τα χρειαζόμουνα για την ιστορία, αλλά κι επειδή πολλά από αυτά δεν είχα τρόπο να τα διαχειριστώ) είναι μέρος του τι συμβαίνει στο μυαλό ενός ανθρώπου που την έχει. Όλα! Και δε σας το λέω καν σαν απάντηση σε αυτό που μου λέτε πως ίσως όλα αυτά που τον ταλανίζουν να είναι λίγο υπερβολικά, γιατί το ένα πράγμα είναι ιστορία και μπορεί και να έχετε δίκιο που θα το αποφασίσω όταν κάποια στιγμή θα τη διορθώσω, σας το λέω γιατί κι εγώ όσο διάβαζα κι έψαχνα για το O.C.D είχα πραγματικά εντυπωσιαστεί από το πόσο δυσλειτουργικό παίζει να κάνουνε έναν άνθρωπο.

 

3. Την αγοραφοβία την ξέρω, σε πολύ πολύ μικρότερο βαθμό βέβαια από ό,τι την ρίχνω εδώ, αλλά την ξέρω. Ανακάλυψα λοιπόν πόσο δυσκολότερο είναι να περιγράψεις μια δικιά σου φοβία, από ό,τι να φανταστείς μία και τον τρόπο που θα δούλευε και να την περιγράψεις. Μου έκανε εντύπωση και το μοιράζομαι.

 

Τώρα, το μόνο που θέλω να σας πω παραπάνω είναι για την παράδοση στο τέλος:

Δεν ήταν το θέμα μου ότι δεν είχα χρόνο, ούτε ότι δεν με έφταναν οι λέξεις, ούτε και τίποτα από όλα αυτά τα εύκολα που μπορώ να τα διαχειριστώ. Το θέμα μου είναι πως ο μόνος λογικός τρόπος που σκέφτηκα για να παραδωθεί στον Ζαρακινά ήτανε να τον ερωτευτεί και να θέλει να γίνει καλύτερος για αυτόν και να αρχίσει να παίρνει χάπια για να τακτοποιήσει λίγο τα θέματά του, και τελικά να παραδωθεί. Και πάρα πολλές λέξεις, και ένα αχρείαστο love story που δε βγάζει και νόημα γιατί αυτός ο ήρωας ήτανε παντρεμένος με γυναίκα και απόλυτα ίδιο με το "Καλύτερα δε γίνεται". Δεν έχω καταφέρει να σκεφτώ κανέναν πιο ομαλό τρόπο ακόμα και μέχρι σήμερα βασικά, οπότε αν κάποιος έχει κάτι καλό είναι παραπάνω από ευπρόσδεκτο να το ρίξει εδώ.

 

Εγώ αυτή την ιστορία όταν την έγραψα δεν την είχα συμπαθήσει καθόλου. Νομίζω πως όταν κάτσω και διαβάσω για μια ιστορία πολύ, μετά δεν την πάω μία. Ή μου αλλάξατε γνώμη, ή απλά έπρεπε να περάσει καιρός και να την ξαναδώ. Σας ευχαριστώ και για αυτό, εκτός από την ανάγνωση και τα σχόλια :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Oceanborn

Εξαιρετική ιστορία! Νομίζω καταφέρνεις από την πρώτη κιόλας πρόταση να δημιουργήσεις μία ιδιαίτερα ρεαλιστική εικόνα ψυχαναγκασμού και παράλληλα να τη διατηρήσεις καθ' όλη τη διάρκεια του κειμένου. Είναι όμορφος ο τρόπος που ο λόγος σου κινείται στα διαφορετικά επίπεδα ψύχωση-στιγμιαία λύτρωση-χάος/απελπισία. Στα θετικά θα εντάξω αυτό που αναφέρθηκε και παραπάνω, ότι παρότι ο κεντρικός ήρωας υπό φυσιολογικές συνθήκες, Όχι ότι εγώ είμαι, φυσιολογικός εννοώ, θα ήταν αντιπαθητικός, έχουμε μία τόσο ανθρώπινη και ζεστή προσέγγισή του που μας κερδίζει απευθείας. 

Θα σου προτείνω να διαβάσεις το "Needful Things" του S. King : https://www.goodreads.com/book/show/10493548-needful-things 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Σε ευχαριστώ πολύ, χαίρομαι που τον συμπάθησες :)

 

Το έχω διαβάσει και ήτανε κι από τα αγαπημένα μου βιβλία, το λέω κι από πάνω στο "ποστ απολογία" :p Πάντα μου αρέσανε βέβαια αυτά τα μαγαζιά, χε

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Πολύ ωραία ιστορία, πολύ πετυχημένη σκιαγράφηση του βασικού χαρακτήρα και των φοβιών του, όπως και του μαγαζάτορα- συλλέκτη. Και εμένα μου θύμισε "Χρήσιμα Αντικείμενα" αλλά επίσης και το "False Memory" του Dean R. Koontz, που σχετίζεται με φοβίες.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nienor

Ευχαριστώ πολύ για την ανάγνωση, χαίρομαι που πέρασες όμορφα :)

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..