Jump to content

Τρέξε, αλλά δεν μπορείς να ξεφύγεις


Recommended Posts

MadnJim

Όνομα Συγγραφέα: MadnJim

Είδος: Sword and Sorcery

Βία; Σχετική

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων: 2.956 με εισαγωγή, τίτλο, και υπογραφή. 2.637 χωρίς τα προαναφερθέντα...

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Είναι η συμμετοχή μου στο Write-Off #77... :)

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


 

ΤΡΕΞΕ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΞΕΦΥΓΕΙΣ...

 

          Ο Άρτεσεν καρτερούσε, με όλη τη δύναμη της ψυχής του, μια βροχερή μέρα. Καρτερούσε μία μέρα ξεκούρασης, όπου θα ένιωθε ασφαλής έστω για λίγο από τη μαγεία του Ιξέρνυχου. Μια καταιγίδα, επιθετική, βαριά, με το νερό να πέφτει σαν καταρράκτης από τα μαύρα σύννεφα. Θα περπατούσε στη βροχή σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, πανηγυρίζοντας για τη δύναμη του ουρανού ενάντια στις επίγειες κακίες και βρωμιές. Εκείνη τη μέρα δεν θα φοβόταν, δεν θα ζύγιαζε το κάθε του βήμα σαν αρπακτικό πίσω από θάμνους. Όχι, δεν ήταν αυτός το αρπακτικό. Αλλά έπρεπε να το πάρει απόφαση ότι ο ρόλος του θηράματος δεν τον είχε βγάλει πουθενά ως τώρα.

          Χασμουρήθηκε. Είχε κοιμηθεί σχεδόν όλη τη νύχτα, αλλά ήταν ένας ύπνος ανήσυχος, γεμάτος όνειρα και φωνές. Τίναξε το κεφάλι αποφασιστικά. Τώρα ήταν ξύπνιος, οι φωνές έπρεπε να σωπάσουν. Χούφτωσε δυνατά το σπαθί του, ήταν καινούργιο και δεν το είχε οικειοποιηθεί ακόμα, σύρθηκε ως το άνοιγμα της σπηλιάς και κοίταξε έξω. Στο πρώτο φως της αυγής ο ασυννέφιαστος ουρανός δήλωνε ότι το κυνήγι συνεχιζόταν, ότι δεν είχε έρθει ακόμα η μέρα της ξεκούρασης. Ο Άρτεσεν άφησε το νυχτερινό του κατάλυμα μ' ένα σάλτο στον απέναντι βράχο, χωρίς σκέψη, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Κοκάλωσε στη θέση του, όμως, γιατί ο ανατριχιαστικός αέρας, σαν να τον περίμενε, σύρθηκε στην πλάτη του και τον γράπωσε από τον αυχένα. Ένιωσε τα νύχια του Ιξέρνυχου να μπήγονται στο δέρμα του, να ανεβαίνουν από τον αυχένα στο κεφάλι, να σκαλίζουν το μυαλό του. “Δεν μπορείς να ξεφύγειςςς”, σφύριζε ο άερας, κι ο Άρτεσεν παραλίγο να πέσει από τον βράχο.

          Τίναξε το σώμα του μπροστά και στράφηκε προς τον άνεμο. «Φτάνει!» φώναξε, ξεγυμνώνοντας το σπαθί του.

          Ο αέρας έφυγε πάλι, αφήνοντάς τον μόνο απέναντι στον ήλιο που ανέτειλε πίσω από το βουνό.

          «Φτάνει», είπε ξανά, σιγανά, στον εαυτό του. Έτριζε τα δόντια. Είχε πραγματικά τελειώσει με τον ρόλο του θηράματος.

 

 

          Ο Αρχιερέας σήκωσε ψηλά το περίτεχνο αρχαίο μαχαίρι και το σπήλαιο αντήχησε απ' άκρη σ' άκρη από το βαθύ μουρμουρητό που άφησαν οι γονατισμένοι πιστοί. Οι φλόγες των πυρσών έκαναν τις σκιές να κινούνται σαν σκοτεινά φαντάσματα στα πέτρινα τοιχώματα, και το πελώριο αλαβάστρινο άγαλμα του θεού της Δύναμης των Νεκρών, του Νεκρού Θεού όπως τον ήξεραν και τον φοβόταν οι περισσότεροι, έμοιαζε σαν ζωντανό, σαν να περίμενε κι αυτό με την ίδια ανυπομονησία το αίμα να τρέξει από το λαιμό της παρθένας πάνω στον βωμό μπροστά στα πόδια του. «Δέξου τη θυσία, δώσε μας τη Δύναμη...» φώναξε ο Ιξέρνυχος στριγκά, παρανοϊκά σχεδόν, χαμένος μέσα στην ίδια του την έκσταση, και κατέβασε το μαχαίρι κατευθείαν στον λαιμό της. Οι πιστοί άρχισαν να παραληρούν και οι προσευχές τους έγιναν πιο δυνατές.

          Ο Άρτεσεν παρακολουθούσε την τελετή από έναν φυσικό εξώστη ψηλά στο σπήλαιο, μια εξοχή της πέτρας κοντά στην οροφή του. Δεν τον ενδιέφεραν καθόλου όλα αυτά, του φαινόταν μάλιστα και κάπως γελοίοι με τις ρόμπες και τις κουκούλες τους. Το πετράδι όμως στο μέτωπο του αγάλματος, ναι, αυτό τον ενδιέφερε και πολύ μάλιστα. Ήταν πολύ ικανός κλέφτης ο Άρτεσεν, από τους ικανότερους σε όλο το βασίλειο, κι απόδειξη γι' αυτό ήταν ότι κανείς δεν τον ήξερε, δεν είχε καμία απολύτως φήμη να τον ακολουθεί. Γλίστρησε αθόρυβα στις σκιές και σκαρφάλωσε τα απόκρημνα τοιχώματα προσεκτικά, αλλά σβέλτα. Έφτασε πάνω από το άγαλμα του θεού ακριβώς στην ώρα που έπρεπε.

          Το ιερό μαχαίρι έκοψε τον λαιμό της άμοιρης νεαρής κοπέλας και το αίμα πετάχτηκε σαν πίδακας και έβαψε σκούρο κόκκινο το γυμνό κορμί της και το μάρμαρο του βωμού. Με έμπειρες κινήσεις ο Ιξέρνυχος έσκισε το στήθος της πριν ακόμα ξεψυχήσει και τράβηξε την παλλόμενη καρδιά της. Την σήκωσε ψηλά και την έδειξε θριαμβευτικά στους πιστούς, και μετά την έφερε στο στόμα του και την έφαγε με λίγες μεγάλες μπουκιές. Τα μάτια του θεού άστραψαν, γέμισαν φως, που πετάχτηκε και τύλιξε τον Αρχιερέα πριν συγκεντρωθεί και απορροφηθεί από το μενταγιόν στο στήθος του. Ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο διαπέρασε το πελώριο άγαλμα, και τα αλαβάστρινα δάχτυλα στα τέσσερα χέρια του κινήθηκαν σαν να δοκίμαζαν αν μπορούν να το κάνουν.

          Ο Άρτεσεν πήδησε στην πλάτη του αγάλματος και αρπάχτηκε από τις πτυχές του σκαλιστού μανδύα του. Ήταν εντελώς σκοτάδι εκεί πίσω και δεν ανησυχούσε μήπως φανερωθεί άθελά του. Χωρίς να χάσει χρόνο έφτασε στον αυχένα, κι από κει πίσω από το τεράστιο μυτερό αυτί του θεού. Ένιωσε το τρέμουλο και πάγωσε για μερικές στιγμές στη θέση του. Άκουγε το πλήθος των πιστών να ψέλνει ύμνους στον Νεκρό Θεό  και ανατρίχιασε. Αλλά ήταν πια πολύ κοντά, δεν θα άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Το σπήλαιο ήταν προσβάσιμο μόνο μία βραδυά κάθε τέσσερα χρόνια, για την σκοτεινή τελετή και τη θυσία. Έβγαλε ένα λεπτό σκοινί από το σακίδιό του και έφτιαξε γρήγορα μια θηλιά στην άκρη του. Πέταξε τη θηλιά σε μια γυριστή εξοχή στα αλαβάστρινα μαλλιά του αγάλματος πάνω από το μέτωπο και την τράβηξε απότομα να σφίξει γερά. «Όλα για όλα...» μουρμούρισε, και με ένα σάλτο βρέθηκε να αιωρείται σε μια ημικυκλική τροχιά που θα τον πέρναγε ακριβώς μπροστά από τον στόχο του.

          Ο Αρχιερέας ένιωσε περισσότερο παρά είδε τη σκιά του Άρτεσεν πίσω από τη δυνατή λάμψη των ματιών του θεού. Σήκωσε το βλέμμα του ψηλά και πρόλαβε να τον δει να ξεκολλάει το μεγάλο πετράδι, και μετά να πηδάει σαν αίλουρος και να χάνεται στα σκοτάδια του σπηλαίου. Ούρλιαξε δυνατά «Κλέφτηηης!...» και οι ψαλμωδίες σταμάτησαν μεμιάς. Οι πιστοί άνοιξαν ξαφνιασμένοι τα μάτια τους και κοίταξαν προς το μέρος του, ενώ αυτός φώναζε ξέφρενα να πιάσουν τον κλέφτη. Το άγαλμα του θεού κινήθηκε, έτριξε δυνατά καθώς σήκωνε αργά ένα από τα χέρια του και γυρνούσε το κεφάλι του προς την κατεύθυνση που είχε εξαφανιστεί ο Άρτεσεν, για να μείνει πάλι ακίνητο καθώς το φως της Δύναμης στα μάτια του έσβηνε γοργά. Μια ομάδα ένοπλων όρμησε τρέχοντας να ακολουθήσει τον κλέφτη που κανείς άλλος δεν είδε εκτός από τον Ιξέρνυχο.

          Ο Άρτεσεν κούρνιασε σε μια σχισμή ψηλά στο τοίχωμα του σπηλαίου και κοίταξε τον όχλο να βράζει κάτω χαμηλά. Χαμογέλασε. ΄Εβαλε το χέρι του στο σακίδιο και ψηλάφισε το μεγάλο πετράδι ικανοποιημένος. Είδε τους φρουρούς να τρέχουν προς την έξοδο και βολεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε σίγουρος πως τα είχε καταφέρει να τον χάσουν. Θα πίστευαν σίγουρα πως θα έτρεχε να βγει από το σπήλαιο για να χαθεί στα δάση απ' έξω. Θα τους άφηνε να ψάχνουν μέχρι να το πάρουν απόφαση πως τον έχασαν, δεν βιαζόταν. Όταν είδε το άγαλμα να κινήται τα χρειάστηκε για λίγο, αλλά μετά κατάλαβε πως χωρίς το πετράδι αυτή ήταν και η μόνη κίνηση που μπορούσε να κάνει, και ησύχασε. Παρακολούθησε με ενδιαφέρον τον αναβρασμό που είχε προκαλέσει, άκουγε τον Αρχιερέα να ουρλιάζει διαταγές σαν τρελός, να δίνει οδηγίες που δεν θα έφερναν κανένα αποτέλεσμα. Ώσπου ξαφνικά όλα σταμάτησαν!

          Ο Ιξέρνυχος συνειδητοποίησε ότι ο κλέφτης είχε καταφέρει να ξεφύγει. Δεν ήξερε πως τα κατάφερε, αλλά το έκανε. Ένα απότομο νεύμα του και μια κοφτή εντολή του έκανε τους πιστούς να σιωπήσουν αμέσως. Το σπήλαιο μετέφερε για μερικές στιγμές ακόμα την ηχώ από τον σαματά και μετά βυθίστηκε στην ησυχία. «Κλέφτηηη...» φώναξε δυνατά ο Αρχιερέας ξεσπώντας τον θυμό του, «αυτό που μας πήρες είναι πολύ πιο ακριβό απ' όσο νομίζεις. Εσύ έκλεψες ένα πετράδι, εμείς χάσαμε την ευκαιρία να ευλογηθούμε από τον θεό μας...»

          Το πλήθος μουρμούρισε και ανασάλεψε νευρικά.

          «Δεν θα το χαρείς κλέφτη...» συνέχισε ο Ιξέρνυχος, «θα σε κυνηγήσω μέχρι την άκρη του Κόσμου, κι αν πέσεις από κει στο χάος θα σε ακολουθήσω ώσπου να πάρω πίσω αυτό που μας έκλεψες...»

          Σήκωσε ψηλά τα χέρια του και μίλησε στην αρχαία γλώσσα. Φως βγήκε από μέσα του, μια πορτοκαλί λάμψη που αιωρήθηκε για λίγα δευτερόλεπτα γύρω του και μετά υψώθηκε από πάνω του και χάθηκε. Ο Αρχιερέας έστειλε την αύρα του στο κατόπι του κλέφτη, και μετά κατέρρευσε εξαντλημένος. «Όσο υπάρχει ο ήλιος στον ουρανό δεν θα βρεις ξεκούραση ποτέ, και για σένα κλέφτη στο εξής θα είναι πάντα καλοκαίρι...» ψιθύρισε πριν κλείσει τα μάτια και πέσει αναίσθητος στο κρύο πέτρινο πάτωμα του σπηλαίου.

 

 

          Δεν πέρασε ούτε μια μέρα που να μην μετανιώσει ο Άρτεσεν για εκείνη τη βραδυά στο σπήλαιο του Νεκρού Θεού. Τώρα όμως δεν άντεχε πια άλλο. Αυτό το κυνήγι θα σταματούσε, δεν μπορούσε, δεν δεχόταν να είναι πλέον το θήραμα. Λυπόταν που είχε αναγκαστεί να πετάξει το πετράδι στα βαθιά νερά της Μεγάλης Λίμνης στην απέλπιδα προσπάθειά του να ξεφορτωθεί τη φωνή από το κεφάλι του, τα νύχια από τον σβέρκο του, αλλά είχε συνειδητοποιήσει ότι αν το κρατούσε αυτό θα οδηγούσε τον Αρχιερέα κοντά του. Χωρίς αυτό δεν θα μπορούσε να τον εντοπίσει, δεν θα μπορούσε να τον νιώθει, κι έτσι ίσως είχε μια ελπίδα να του ξεφύγει. Μόνο να τον κυνηγάει μπορούσε πλέον και να τον ψάχνει στα τυφλά, και να του μιλάει μέσα στο μυαλό του. Κοίταξε πάλι τον πρωινό ουρανό και τον λαμπρό ήλιο και αναστέναξε. Ούτε ένα σύννεφο δεν φαινόταν πουθενά, ούτε μία τόση δα ελπίδα για ξεκούραση. Δεν πήγαινε άλλο. «Φτάνει...» μουρμούρισε πάλι και ξεκίνησε αποφασισμένος να δώσει τέλος.

          Ήξερε που θα βρει τον Αρχιερέα, κάθε μέρα τα σκυλιά του και οι κυνηγοί του χτένιζαν το βουνό για να τον βρουν, και κάθε μέρα κατάφερνε να τους ξεφύγει χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνάσματα που έμαθε σαν κλέφτης. Κατάλαβε πολύ γρήγορα πως έπρεπε να αποφεύγει τις πόλεις και τις κατοικημένες περιοχές, ο Ιξέρνυχος ήταν πολύ ισχυρός και μπορούσε να δει μέσα από τα μάτια κάθε ανθρώπου, να ακούσει μέσα από όποια αυτιά επέλεγε. Εδώ έξω όμως ήταν αναγκασμένος να έρθει ο ίδιος, κι ο Άρτεσεν είχε δει το μικρό στρατόπεδό του χαμηλά στους πρόποδες του αρχαίου βουνού, είχε δει από ψηλά τις φωτιές να καίνε τη νύχτα σαν μικρά άστρα που έπεσαν στη γη. «Δεν θα ξεφύγειςςςς...» επέστρεψε η φωνή στο κεφάλι του καθώς κατηφόριζε παίρνοντας κάθε δυνατή προφύλαξη. Άκουσε τα γαβγίσματα και τις κοφτές εντολές των κυνηγών μακρυά στα δυτικά. Εκεί που έψαχναν δεν θα έβρισκαν τίποτα περισσότερο από δέντρα και σκίουρους, ίσως και κανένα λύκο που πείναγε αρκετά ώστε να τολμήσει να βγει από το λαγούμι του μπροστά τους. Είχε δοκιμάσει να το σκάσει μακρυά από αυτό το μέρος, να κρυφτεί σε κάποιον άλλον τόπο, αλλά η μαγεία του Ιξέρνυχου ήταν πολύ δυνατή και όσο μακρυά κι αν κατάφερνε να φτάσει, σαν έπεφτε για ύπνο εξαντλημένος το βράδυ ξυπνούσε το πρωί πάντα εδώ, στο ίδιο δάσος, στις ίδιες σπηλιές. Μπορεί να μην τον έβρισκε πια ο μάγος, αλλά είχε φροντίσει να τον περιορίσει σε έναν μόνο τόπο.

          Έφτασε στους πρόποδες αργά το μεσημέρι, όταν ο ήλιος βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο του ουρανού και το βουνό ψηνόταν στις δυνατές ακτίνες του. «Σκάσε πια...» μούγκρισε στην αόρατη φωνή και τίναξε το κεφάλι του για να τη διώξει. «Θα σε κάνω εγώ να σκάσεις...» συνέχισε μουρμουρίζοντας μόνος του, ενώ παρακολουθούσε από μικρή απόσταση το στρατόπεδο του Ιξέρνυχου.

          Είχαν κατασκηνώσει σε ένα ξέφωτο, δίπλα σε ένα ρηχό ρέμα που κελάρυζε αδιάφορο για τα προβλήματά τους. Καμιά δεκαριά σκηνές όλες κι όλες, με αυτή του Αρχιερέα να είναι η μεγαλύτερη στη μέση ακριβώς της κατασκήνωσης. Είδε τον Ιξέρνυχο να στέκει ακίνητος και βλοσυρός μπροστά στην είσοδό της, και να ατενίζει το βουνό σαν να το σάρωνε με το βλέμμα του για να τον βρει. Στο ένα χέρι του κρατούσε το μεγάλο ραβδί του, αυτό με το χρυσό κεφάλι δράκου στην κορυφή του που λένε πως αν ήθελε μπορούσε να πετάξει φωτιά. Με το άλλο χέρι έσφιγγε δυνατά το μαύρο στρογγυλό μενταγιόν στο στήθος του. Ο Άρτεσεν το είδε να λάμπει, και την ίδια στιγμή άκουσε πάλι στο μυαλό του να τρυπώνει η τόσο γνωστή πια φωνή του Αρχιερέα. «Δεν θα ξεφύγειςςς, θα σσσε βρωωω...» σύρθηκε μέχρι την ψυχή του σαν κρύο χέρι και την έσφιξε. Κατάλαβε πως αυτό ήταν η πηγή της δύναμής του, αυτό του έδινε την επαφή που χρειαζόταν με τον Νεκρό Θεό για να κάνει τις βρωμερές μαγείες του. Αυτό έπρεπε να αποκτήσει αν ήθελε να ξεφορτωθεί επιτέλους τη φωνή, τη βρωμερή παγωμένη ανάσα στον σβέρκο του, αν ήθελε να πάψει να είναι το κυνηγημένο θήραμα.

          Μπήκε στον περίβολο του μικρού στρατοπέδου αθόρυβα, σαν αγριόγατα του βουνού που πλησιάζει από πίσω τον ανυποψίαστο σκίουρο. Σκυφτός κι αθέατος έφτασε μέχρι τη μεγάλη σκηνή και με το σπαθί που είχε κλέψει από το τελευταίο χωριό που πέρασε έσχισε ένα άνοιγμα στο πίσω μέρος της απ' όπου γλίστρησε στο εσωτερικό της. Λιτή κι απέριττη όπως κι ο Ιξέρνυχος, είχε μόνο τα απαραίτητα. Ένα ξύλινο πτυσσόμενο κρεβάτι με αχυρένιο στρώμα, ένα μαγκάλι στο κέντρο, ένα χαμηλό τραπέζι και μια κοντή καρέκλα, ένα κηροπήγιο με το κερί του μισολιωμένο, και μια λάμπα λαδιού. Μύριζε κανέλα, αλλά κάτω από το άρωμα ο Άρτεσεν ένιωσε την μυρωδιά του ιδρώτα στον κλειστό χώρο. 

          Στάθηκε όρθιος δίπλα στην είσοδο ακουμπώντας την πλάτη του στο άγριο δέρμα της σκηνής, και πέταξε ένα πετραδάκι στο τραπέζι για να κάνει θόρυβο ξέροντας πως ο Αρχιερέας θα τον άκουγε. Έσφιξε τα δόντια του και τα άκουσε να τρίζουν. Ο Ιξέρνυχος παραμέρισε το κάλυμμα της εισόδου και μπήκε στη σκηνή τραβηγμένος από τον ήχο. Ο Άρτεσεν τον άρπαξε αμέσως από πίσω και τύλιξε το μπράτσο του στον λαιμό του τραβώντας τον με δύναμη πάνω του. «Με έψαχνες;...» ψιθύρισε ειρωνικά στο αυτί του σαστισμένου Αρχιερέα, ενώ την ίδια στιγμή με το άλλο χέρι του άρπαζε βίαια το μενταγιόν από το στήθος του.

          Τον έσπρωξε μπροστά του κι ο Αρχιερέας έχασε την ισορροπία του κι έπεσε στο πάτωμα της σκηνής παρασέρνοντας την κοντή καρέκλα που έσπασε κάτω από το βάρος του. Γύρισε αμέσως και κοίταξε τον απροσδόκητο εισβολέα με γουρλωμένα μάτια από τη έκπληξη, ενώ την ίδια στιγμή συνειδητοποιούσε ότι του είχε πάρει το φυλαχτό του. «Εσύ,...» μούγκρισε με τον θυμό του να αντικαθιστά γρήγορα το σάστισμα, «τόλμησες να έρθεις εδώ; Και να μου κλέψεις πάλι κάτι δικό μου;...» κατέληξε σχεδόν σφυρίζοντας σαν φίδι. Σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε απέναντι στον Άρτεσεν κοιτώντας τον με τα μάτια του να πετούν φωτιές. «Ώστε αυτό στέλνει τη φωνή, ε;...» είπε ήρεμα ο κλέφτης και περιεργάστηκε το μενταγιόν.

          Ο Ιξέρνυχος έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, αλλά ο κλέφτης τράβηξε το σπαθί του αστραπιαία και ακούμπησε την κοφτερή μύτη του στο λαιμό του Αρχιερέα σταματώντας τον. «Μέχρι εκεί μάγε, ένα βήμα ακόμα και θα σε σφάξω όπως έσφαξες εσύ εκείνη την κοπελίτσα τότε στο σπήλαιο...» του είπε απειλητικά. «Οι φρουροί...» ξεκίνησε να λέει ο Αρχιερέας, αλλά ο Άρτεσεν τον έκοψε με ένα ανυπόμονο νεύμα. «Οι φρουροί; Ποιοι φρουροί μάγε; Αυτοί που χαζεύουν τα πουλιά στο δάσος γύρω από την κατασκήνωσή σου; Χα! Είμαι πολύ καλός κλέφτης για να μπορέσουν οι φρουροί σου να με πάρουν είδηση...» είπε σχεδόν γελώντας ειρωνικά.

          Ο Αρχιερέας έμοιαζε έτοιμος να βγάλει φλόγες έτσι που είχε κοκκινίσει από τον θυμό του. «Εκείνο το βράδυ πήρες...» ξεκίνησε πάλι να λέει, για να τον διακόψει ξανά ο Άρτεσεν. «Εκείνο το βράδυ, ε; Μάλλον σας χάλασα τη γιορτή εκείνο το βράδυ μάγε, σωστά;...»

          Έδειξε το μενταγιόν στον Ιξέρνυχο. «Αυτό σου δίνει τη Δύναμη, έτσι δεν είναι; Το είδα νωρίτερα να λάμπει, όταν μίλαγες μέσα στο κεφάλι μου. Πώς έλεγες; “Θα σε βρωωω”! Χα! Μάλλον εγώ σε βρήκα, ε;...» γέλασε. «Χωρίς αυτό δεν είσαι παρά ένας άκακος γέρος, ένας αδύναμος άκακος γέρος...» τόνισε.

          Σήκωσε ψηλά το μενταγιόν κι αυτό έλαμψε τυλίγοντας το χέρι του με φως. «Τι σκοπεύεις να κάνεις κλέφτη;...» μουρμούρισε ο Ιξέρνυχος, και για πρώτη φορά στα μάτια του φάνηκε φόβος. «Τι σκοπεύω να κάνω; Μμμ, για να δούμε. Λέω να ξεφορτωθώ εσένα μάγε, πως σου φαίνεται αυτό; Με κυνηγάς, πόσο καιρό τώρα; Πάρα πολύ, σωστά; Κι όλον αυτό τον καιρό ήμουν αναγκασμένος να ανέχομαι τη φωνή σου στο κεφάλι μου να με απειλεί, έπρεπε να κρύβομαι σαν λαγός που τον κυνηγάει λύκος, να κοιμάμαι σε σπηλιές και να κοιτάζω πίσω από την πλάτη μου συνέχεια μην και μου καρφώσεις στ' αλήθεια τα νύχια σου στον λαιμό μου...» ξέσπασε ο Άρτεσεν. «Λέω να σε αφήσω να γευτείς λίγο από αυτό που με κέρασες μάγε, αυτό λέω να κάνω...»

          Ο Αρχιερέας τραβήχτηκε προς τα πίσω με τον φόβο να έχει πια παραμορφώσει ολόκληρο το πρόσωπό του. «Δεν ξέρεις τι πας να κάνεις κλέφτη...» είπε σχεδόν τρέμοντας, «δεν ξέρεις τη Δύναμη που κρατάς στο χέρι σου...»

          Ο Άρτεσεν γέλασε. «Την νιώθω μάγε, δεν χρειάζεται να ξέρω. Την νιώθω να πάλλεται μέσα μου, και αν ξέρω κάτι αυτό είναι ότι μπορώ τώρα να κάνω ότι θελήσω. Μπορώ να κάνω αυτό που φοβάσαι...» 

          Το φως πετάχτηκε από το μενταγιόν και τύλιξε τον Ιξέρνυχο καλύπτοντάς τον με την λάμψη του. Ο Αρχιερέας ούρλιαξε με όλη του τη δύναμη όταν είδε τον κλέφτη μπροστά του να παίρνει τη μορφή του, όταν κατάλαβε ποια εκδίκηση είχε κατά νου ο Άρτεσεν. Προσπάθησε με τα χέρια του να σχίσει το πρόσωπό του, αλλά αυτό ήταν ρευστό και χανόταν ανάμεσα στα δάχτυλά του σαν μέλι που ρέει αν χώσεις το χέρι σου στο βάζο. Πετάχτηκε έξω ουρλιάζοντας σαν τρελός, και ήταν πια τρελός, γιατί ήξερε τι τον περίμενε. Τον συνόδεψε το γέλιο του Άρτεσεν, μια φωνή μέσα στο κεφάλι του, ενώ χωνόταν στους θάμνους κι έτρεχε προς το βουνό. «Σειρά σουουου...» γέλαγε ο κλέφτης μέσα στο μυαλό του, ενώ έβγαινε από τη σκηνή με την μορφή του Ιξέρνυχου και διέταζε τους φρουρούς να τον κυνηγήσουν.

          «Θα σε βρωωω» τον άκουγε να τον απειλεί ασταμάτητα όταν προσπάθησε να πηδήξει πάνω από το ρέμα και είδε φευγαλέα για μια στιγμή την αντανάκλασή του στο νερό. Κι αυτό που είδε τον έκανε να τρέξει πιο γρήγορα, πιο τρελός από ποτέ. Γιατί το πρόσωπο που είδε στην αντανάκλασή του ήταν αυτό του Άρτεσεν, και ήξερε πια πως είχε αρχίσει το δικό του κυνήγι. Πως αυτός θα ήταν πια το θήραμα, κι ο κλέφτης θα απολάμβανε την νέα του ελευθερία.

          Κι ήλιος έκαιγε καθώς κατέβαινε αργά προς την δύση, κι ούτε ένα συννεφάκι δεν φαινόταν πουθενά στον ουρανό. Και η φωνή του κλέφτη του φώναζε γελώντας ασταμάτητα μέσα στο κεφάλι του. «Τρέξεεε, τρέξεεεεε, αλλά δεν μπορείςςςς να ξεφύγειςςςςς»...-

                                                                                                By MadnJim

 

  • Like 5
Link to post
Share on other sites
elgalla

Εντάξει, μετά το FFL, οι περίεργες συμπτώσεις ξαναχτυπούν, όταν διαβάσεις την ιστορία μου θα καταλάβεις. 

Η πλοκή σου είναι καλή και σφιχτή και το κείμενο είναι αρκετά καλογραμμένο, με κάποια λαθάκια εδώ κι εκεί που θα διορθωθούν μ' ένα πέρασμα. Χρησιμοποιείς σωστά τα στοιχεία της εισαγωγής, πέρα απ' αυτό της βροχερής μέρας, κατά τη γνώμη μου. Τα "όσο ο ήλιος θα είναι στον ουρανό" και "για σένα θα είναι πάντα καλοκαίρι" είναι αρκετά ανοιχτά σε ερμηνείες και, επιπλέον, δεν μοιάζουν να ταιριάζουν με τη μαγεία ενός ιερέα του θεού των νεκρών πάρα πολύ, σωστά; Δεν θα ήταν λογικό ο Άρτεσεν, με αυτά τα δεδομένα, να κοιμάται σε κάποια σπηλιά τη μέρα και να ταξιδεύει τη νύχτα που δεν έχει ήλιο; Αυτό το σημείο, νομίζω, χρειάζεται αναθεώρηση. Από την άλλη, ήταν καλό που έβαλες τον χαρακτήρα να είναι παγιδευμένος σ' αυτό το ένα μέρος και να μη μπορεί να ξεφύγει, αυτό ήταν πολύ ρεαλιστικό. Το επόμενο σημείο που μου χτύπησε άσχημα ήταν ότι ο υπέρτατος κλέφτης πήγε και βούτηξε το πετράδι κατά τη διάρκεια μιας τελετής γεμάτης κόσμο. Το αναμενόμενο θα ήταν να μπει μαζί με τους πιστούς στο ναό, να δει πού είναι η είσοδος και πώς ανοιγοκλείνει και, μετά την τελετή, να μείνει πίσω και τότε να κλέψει το πετράδι ανενόχλητος. Ο ιερέας θα μπορούσε να έχει μείνει κι αυτός πίσω ή για κάποιο λόγο να επιστρέψει κι έτσι να μάθει για τον Άρτεσεν και την κλοπή του πετραδιού και να έχουν το πρώτο τους face-off. Σαν τελευταίο μειονέκτημα σε επίπεδο πλοκής, θα πω ότι, στο τέλος, δεν βγάζει κανένα νόημα ο κλέφτης να ξέρει πως το φυλαχτό θα του δώσει τη μορφή του Ιξέρνυχου και στον Ιξέρνυχο τη δική του. Αυτό θέλει λίγη εξήγηση από πλευράς σου για να πείσει διότι το "μπορώ να κάνω ό,τι θελήσω" δεν λειτουργεί πολύ καλά. Πέρα απ' αυτά, όμως, σαν ιστορία μου άρεσε και τη διάβασα μονορούφι. Αν ένα πράγμα ειλικρινά πιστεύω πως πρέπει να δουλέψεις, όμως, αυτό είναι ο διάλογός σου, ο οποίος φαίνεται αφύσικος και στημένος στα περισσότερα σημεία. Καλή επιτυχία στο παιχνίδι! 

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Morfeas

Η ιστορία σου, Σπύρο, διαβάζεται άνετα. Γενικά, έχεις μια ικανότητα με τη γραφή και δεδομένων και των χρόνων σου είναι εντυπωσιακή. Ωραίες εικόνες και σε αρκετά σημεία, με τη βοήθεια πετυχημένων παρομοιώσεων.

Έχω 2 παρατηρήσεις:

 

 

1. Δεν με πολυέπεισαν οι χαρακτήρες και τα κίνητρά τους. Είχα συνεχώς την αίσθηση ότι οι χαρακτήρες ήταν πιόνια της πλοκής που έκαναν απλώς ό,τι χρειαζόταν για να προχωρήσει η ιστορία. Δεν μου είναι απολύτως καθαρό γιατί έγιναν όλα αυτά που έγιναν με το πετράδι, η κατάρα, η εκδίκηση μετά. Σαν να έγιναν επειδή έπρεπε να γίνουν (κι επειδή ίσως έτσι συνηθίζονται να γίνονται σε παρόμοιες ιστορίες) κι όχι επειδή οι χαρακτήρες σου όντως το επεδίωκαν.

2. Στο κομμάτι του κόσμου, αν και το "Όσο υπάρχει ο ήλιος στον ουρανό δεν θα βρεις ξεκούραση ποτέ, και για σένα κλέφτη στο εξής θα είναι πάντα καλοκαίρι" μου φάνηκε αρχικά ενδιαφέρον στοιχείο, εν τέλει δεν αξιοποιήθηκε και φάνηκε να μπήκε σφήνα για να δικαιολογήσεις την εισαγωγή (ίσως δηλαδή να χρειαζόταν είτε μεγαλύτερη χρήση του στοιχείου αυτού και των επιπτώσεών του μες στην ιστορία είτε διαφορετική εξήγηση του γιατί προτιμούσε την καταιγίδα).

Τέλος, δεν μου ήταν καθαρό πώς έγινε η κατάρα; Χωρίς τη βοήθεια του θεού; Γιατί εκεί μπερδεύτηκα, υποθέτοντας ότι ο ιερέας αντλεί τις δυνάμεις του από τον θεό, άρα γι’ αυτό και χρειάζεται και το πετράδι (ώστε ο θεός να τον ευλογήσει), όμως χωρίς το πετράδι θα περίμενα να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει και τις υπόλοιπες δυνάμεις του. Φαντάζομαι ότι το μενταγιόν του δίνει δυνάμεις, αλλά και πάλι μου φαίνεται παράξενο, εφόσον δεν εξηγείται καθαρά. Εκτός αν χάνω κάτι είτε από την ιστορία είτε από «γνωστή» σύμβαση σε σχέση με το πώς λειτουργεί η μαγεία των θεών.

 

 

 

Νομίζω ότι, πάντως, βελτιώνεσαι (συγκρίνοντας τα 2 τελευταία κείμενά σου που έχω διαβάσει με τα 2 πρώτα), τουλάχιστον στα πιο τεχνικά ζητήματα! Keep up the good work! :)

 

Καλή επιτυχία!

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
MadnJim

Να δώσω κι εγώ με τη σειρά μου μερικές μικρές διευκρινήσεις για την διευκόλυνση της ανάγνωσης της συμμετοχής μου, ουσιαστικά να "δείξω" κάποια πράγματα που υπάρχουν στο κείμενο και είμαι βέβαιος πως με μια πιο προσεκτική ανάγνωση όλα θα δέσουν.

 

Ο Ιξέρνυχος καταρχήν δεν είναι μάγος, αλλά Αρχιερέας. Μάγο τον προσφωνεί ειρωνικά ο Άρτεσεν. Οι ιδιαίτερες ικανότητές του πηγάζουν από το μενταγιόν το οποίο είναι λινκ με τον Νεκρό Θεό. Αυτό έχει τη Δύναμη και την δίνει σε όποιον το φοράει, αυτό φορτίστηκε-κουβαλά την υπόσταση του Νεκρού Θεού (το φως που ξεχύθηκε από τα μάτια του αγάλματος και μπήκε στο μενταγιόν) κατά τη διάρκεια της τελετής-θυσίας όταν "ζωντάνεψε" ο θεός πριν διακόψει ο κλέφτης την τελετουργία. Το πετράδι το ξεφορτώνεται μετά γιατί φοβάται μήπως γίνει στίγμα GPS για τον Αρχιερέα, κάτι που θα συνέβαινε αν δεν το έκανε αφού πρόλαβε να τον εντοπίσει σε ένα ευρύ μέρος και τον περιόρισε, αλλά δεν πρόλαβε να τον εντοπίσει ακριβώς που είναι και αναγκάζεται να τον ψάχνει. Παίρνοντας ο Άρτεσεν το μενταγιόν παίρνει ουσιαστικά την Δύναμη (τον θεό), και αυτή δεν ξεχωρίζει κάτοχο παρά δίνει "μαγικές" ικανότητες σ' όποιον το κρατά. Το δε σπήλαιο είναι προσβάσιμο μόνο μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια και για περιορισμένο χρόνο, όσο διαρκεί η τελετή-θυσία, οπότε είναι και το μόνο "παράθυρο" για να μπει ο κλέφτης και να αρπάξει το πετράδι. Το πετράδι με τη σειρά του είναι η άλλη άκρη της "γραμμής", αυτό που αλληλεπιδρά με το μενταγιόν και δίνει ζωή στο άγαλμα του Νεκρού Θεού, κάτι που ο κλέφτης είτε αγνοεί πραγματικά ή απλώς αδιαφορεί, το βλέπει μόνο σαν κάτι πολύτιμο, μια ακόμα λεία. Όσο για το θέμα της βροχής, η χρήση του "ήλιου" σε συνδυασμό με το "καλοκαίρι" ήθελα να παραπέμπει σε καλοκαιρία κι όχι σε μέρα νύχτα. Πρόκειται για την κατάρα του Αρχιερέα, στην ουσία του λέει πως δεν θα βρει ησυχία και ξεκούραση ποτέ. Να πω εδώ πως το θέμα της βροχής με ταλαιπώρησε πολύ γιατί ήθελα τελικά το κείμενό μου να είναι όσο το δυνατόν ανεξάρτητο από την εισαγωγή χωρίς όμως να την αγνοεί, προκειμένου και να σταθεί στο παιχνίδι, και να μπορώ να βγάλω μετά την εισαγωγή και να στέκεται άνετα χωρίς αυτήν. Οπότε αναγκαστικά συμβιβάστηκα λιγάκι. :)

 

Ελπίζω τώρα να είναι πιο ευκολονόητη η ιστορία μου. Περισσότερες και πιο λεπτομερείς εξηγήσεις θα δώσω πάλι αν χρειαστεί μετά το πέρας της ψηφοφορίας, όπου και θα αναλύσω ακριβώς το πώς είδα εγώ την εισαγωγή, τι κατάλαβα από αυτήν, που με δυσκόλεψε, ποια στοιχεία "είδα" να μου δίνει, και πώς τα χειρίστηκα και γιατί... :)

 

Υ.Γ.: Κι ένα γενικό τιπ. Η τυποποιημένη φόρμα σχολιασμού βοηθάει πραγματικά πάρα πάρα πολύ και τον αναγνώστη και τον συγγραφέα. Αυτό το "Τι κατάλαβα" βάζει τον αναγνώστη να προσέξει καλά την ιστορία για να πει μετά τι διάβασε, έτσι τελικά αναπτύσσει μια πιο εξεζητημένη, πιο βαθιά σχέση με το κείμενο και "βλέπει" λεπτομέρειες που αλλιώς ίσως και να του ξέφευγαν. Δίνει παράλληλα την ευκαιρία στον συγγραφέα να δει αν και κατά πόσο πέτυχε να μεταδώσει αυτά που φαντάστηκε, κι έτσι οι παρατηρήσεις αποκτούν αμέσως άλλη, πιο ουσιαστική βαρύτητα. ;-)

Edited by MadnJim
  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Το καλό και παράλληλα κακό με την Αταλάντη είναι ότι κάνει πολύ ακριβείς και σωστές παρατηρήσεις. Μετά ό,τι και να πούμε, στην ουσία επαναλαμβανόμαστε.

Η ιστορία σου αγαπητέ Σπύρο μου άρεσε και πάσχει από τα ίδια συμπτώματα, κάποια ασάφεια, κάποια βιασύνη. Κυρίως δεν είδα σύνδεση με το θέμα της βροχής. Ότι δεν είδα, πέρα από την απειλή ότι θα είναι πάντα καλοκαίρι, κάτι πιο ουσιαστικό. με κέρδισε ιδιαίτερα η αρχική σκηνή με το άγαλμακαι πώς πιάστηκε το σκοινί από τα μαλλιά του, (σαν να ήμουν εκεί) και φράσεις όπως, τον όχλο να βράζει.

Πρέπει επίσης να παρατηρήσω ότι έχει βελτιωθει πολύ το ύφος σου και η γραφή από κάποια άλλα διηγήματά σου, σε παρόμοιο κλίμα. Μπράβο για αυτό.

Λοιπόν άμα τελειώσει αυτό το παιχνίδι να διορθώσουμε τις ιστορίες μας, να γράψουμε και καμιά δυο ακόμη (και η Άννα εννοείται) και να κυκλοφορήσουμε τις Ιστορίες του Άρτεσεν....

Edited by Ιρμάντα
  • Like 4
Link to post
Share on other sites
alkinem

 

Αυτό που μου άρεσε αρκετά ήταν η κατάληξη τής ιστορίας.

Αυτή η εναλλαγή ταυτότητας, το ότι ο Άρτεσεν τελικά πληρώνει τον Ιξέρνυχο με το ίδιο νόμισμα. Δίνει δύναμη σε μια ιστορία με προβλέψιμο χαρακτήρα και επίπεδη πλοκή.

Έδωσες ωραίες και εν δυνάμει υποβλητικές εικόνες, ειδικά εκείνες μέσα στο σπήλαιο. Όμως η γλώσσα σου δεν δικαιώνει αυτά που είχες φανταστεί· είναι χαμηλών τόνων, αφαιρεί τον δυναμισμό από τις σκηνές – μοιάζει σαν να βρίσκεται κάποιος μέσα σε ένα αυτοκίνητο που τρέχει υπερβολικά κι έτσι αυτός βλέπει στρεβλωμένα κάποια πολύ όμορφα τοπία.

Επίσης μου κακοφάνηκε το πόσο εύκολα έγιναν όλα για τον Άρτεσεν. Η κλοπή τού πετραδιού, η άνεση με την οποία εισχώρησε στην σκηνή τού Ιξέρνυχου, το πώς κατάλαβε την πηγή τής δύναμης τού εχθρού του. Όλα τού ήρθαν πολύ ευνοϊκά.

Καλή σου επιτυχία.

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
elgalla

 

Λοιπόν άμα τελειώσει αυτό το παιχνίδι να διορθώσουμε τις ιστορίες μας, να γράψουμε και καμιά δυο ακόμη (και η Άννα εννοείται) και να κυκλοφορήσουμε τις Ιστορίες του Άρτεσεν....

 

ΣΟΥΠΕΡ ιδέα! 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Στην αρχή μου άρεσε, κλέφτης που κάνει το μεγαλύτερο (υποθέτω) τόλμημα της ζωής του (αλλά το παρακάνει, δεν τα σκέφτηκε καλά τα πράγματα) : κλέβει το

πετράδι που είναι η καρδιά της πίστης, ουσιαστικά. Χωρίς αυτό, ο ιερέας δεν έχει λόγο ύπαρξης, οι πιστοί θα σκορπίσουν λίγο-λίγο και αυτός θα μείνει χωρίς εξουσία. Ο ιερέας είναι συνδεδεμένος με το άγαλμα του θεού, και όταν κάνει την τελετή, ζωντανεύει και το άγαλμα.

Μιλάμε, ο Άρτεσεν έχει μπλέξει για τα καλά. ( :good: )

Καλό το αεροπλανικό στυλ Ιντιάνα Τζόουνς, καλή η σπηλιά, καλός ο κακός ιερέας. Με έβαλαν στο κλίμα με τη μία.

 

Μετά, το μαγικό του ιερέα που κρατάει τον Άρτεσεν σε μια περιοχή, πολύ ωραίο.

Αλλά στο τέλος πραγματικά το χάλασες. Και σε κάποιοες ιστορίες (όπως αυτή) το τέλος είναι τα πάντα. Ήθελε λίγη παραπάνω σκέψη, λίγη υπομονή, και θα είχες μια ιστορία έτοιμη για συλλογή διηγημάτων, ειλικρινά.

1) Πώς δεν τον μύρισαν τα σκυλιά που τον έψαχναν; Μπήκε στην κατασκήνωση και δεν τον μύρισαν; Αν έγραφες ότι ο Άρτεσεν πρόσεξε την κατεύθυνση του ανέμου για να μην φτάσει η μυρωδιά του στα σκυλιά, θα ήταν εντάξει (ή βγάλε τα σκυλιά).

2) Άργησε πολύ με κουβέντες στη σκηνή του Ιξέρνυχου. Ο ιερέας θα μπορούσε να φωνάξει και θα έτρεχαν οι φρουροί. Μέχρι να του πάρει το μενταγιόν και να το φορέσει, θα τους είχε φωνάξει δέκα φορές.

3) Πού ήξερε τι θα κάνει το μενταγιόν;

4) Και πάλι, ποιος θα έπαιρνε τέτοια απόφαση; Πόσο απελπισμένος έπρεπε να είναι; Ο Άρτεσεν δείχνει χαλαρός, απλά ότι κουράστηκε. Δεν θα άφηνε το σώμα του, τη ζωή του, έτσι εύκολα, μόνο επειδή είχε κουραστεί.

Γενικά, πολύ εύκολη λύση, η οποία δεν λειτουργεί γιατί δεν έχει στηριχτεί πουθενά.

 

 

Edited by Cassandra Gotha
  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Η αρχή, αν και κάπως απότομη μετά την εισαγωγή, μου ζωγράφισε μια ωραία εικόνα, που με έβαλε στο κλίμα. Μπόρεσα εύκολα να φανταστώ τον Άρτεσεν σαν τον πονηρό κλέφτη και τον Ιξέρνυχο σαν τον αρχιεραία μιας πρωτόγονης μυστικιστικής σέχτας. Συνεχίζοντας, πρεπει να πω πως με ξένισε λίγο η ευχέρεια με την οποία χειριζόταν ο Άρτεσεν το κυνήγι του, πάλι σε αντίθεση με την εισαγωγή, όπου είναι κάτι που τον "τρώει" περισσότερο. Αυτό συνεχίζεται με την ευκολία με την οποία αντιμετωπίζει άμεσα τον Ιξέρνυχο, όπου επίσης μου φάνηκε απότομη η μετατροπή του δεύτερου σε θήραμα. Εχω την εικόνα ενός επικίνδυνου μάγου, που ξερίζωσε μια καρδιά και την έφαγε ζωντανή. Καταλαβαίνω ότι η δύναμη βρίσκεται στο μενταγιόν και από την στιγμή που το χάνει ο Άρτεσεν έχει το πάνω χέρι, αλλά θα προτιμούσα να έχει υπάρξει ένα πάρε-δώσε, μία πάλη για να φτάσει μέχρι εκεί. Απο 'κει και πέρα μου άρεσε η μηχανισμός με τον οποίο ο Άρτεσεν εκδικείται τον Ιξέρνυχο, μου φάνηκε έξυπνο.

 

Μια ευχάριστη ιστορία που τη διασκέδασα, παρ' όλο που μου ήχησε κάπως βαστική στον δρόμο της να μου πει όσα ήθελε. Καλή δουλειά  :good:

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..