Jump to content

Recommended Posts

Όνομα Συγγραφέα: Άρης Π
Είδος: Sword & Sorcery
Βία; Κάμποση
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: ~2.500
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Write off #77. Θα 'θελα να 'ναι μεγαλύτερο και με περισσότερη ανάλυση, αλλά υποτίμησα τη ροή του χρόνου...

ΑρχείοΦωτιά και Νερό.docx

 

Ο Άρτεσεν καρτερούσε, με όλη τη δύναμη της ψυχής του, μια βροχερή μέρα. Καρτερούσε μία μέρα ξεκούρασης, όπου θα ένιωθε ασφαλής έστω για λίγο από τη μαγεία του Ιξέρνυχου. Μια καταιγίδα, επιθετική, βαριά, με το νερό να πέφτει σαν καταρράκτης από τα μαύρα σύννεφα. Θα περπατούσε στη βροχή σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά, πανηγυρίζοντας για τη δύναμη του ουρανού ενάντια στις επίγειες κακίες και βρωμιές. Εκείνη τη μέρα δεν θα φοβόταν, δεν θα ζύγιαζε το κάθε του βήμα σαν αρπακτικό πίσω από θάμνους. Όχι, δεν ήταν αυτός το αρπακτικό. Αλλά έπρεπε να το πάρει απόφαση ότι ο ρόλος του θηράματος δεν τον είχε βγάλει πουθενά ως τώρα.

 

Χασμουρήθηκε. Είχε κοιμηθεί σχεδόν όλη τη νύχτα, αλλά ήταν ένας ύπνος ανήσυχος, γεμάτος όνειρα και φωνές. Τίναξε το κεφάλι αποφασιστικά. Τώρα ήταν ξύπνιος, οι φωνές έπρεπε να σωπάσουν. Χούφτωσε δυνατά το σπαθί του, ήταν καινούργιο και δεν το είχε οικειοποιηθεί ακόμα, σύρθηκε ως το άνοιγμα της σπηλιάς και κοίταξε έξω. Στο πρώτο φως της αυγής ο ασυννέφιαστος ουρανός δήλωνε ότι το κυνήγι συνεχιζόταν, ότι δεν είχε έρθει ακόμα η μέρα της ξεκούρασης. Ο Άρτεσεν άφησε το νυχτερινό του κατάλυμα μ' ένα σάλτο στον απέναντι βράχο, χωρίς σκέψη, χωρίς να κοιτάξει πίσω. Κοκάλωσε στη θέση του, όμως, γιατί ο ανατριχιαστικός αέρας, σαν να τον περίμενε, σύρθηκε στην πλάτη του και τον γράπωσε από τον αυχένα. Ένιωσε τα νύχια του Ιξέρνυχου να μπήγονται στο δέρμα του, να ανεβαίνουν από τον αυχένα στο κεφάλι, να σκαλίζουν το μυαλό του. “Δεν μπορείς να ξεφύγειςςς”, σφύριζε ο αέρας, κι ο Άρτεσεν παραλίγο να πέσει από τον βράχο.

 

Τίναξε το σώμα του μπροστά και στράφηκε προς τον άνεμο. «Φτάνει!» φώναξε, ξεγυμνώνοντας το σπαθί του.

 

Ο αέρας έφυγε πάλι, αφήνοντάς τον μόνο απέναντι στον ήλιο που ανέτειλε πίσω από το βουνό.

 

«Φτάνει», είπε ξανά, σιγανά, στον εαυτό του. Έτριζε τα δόντια. Είχε πραγματικά τελειώσει με τον ρόλο του θηράματος.

 

Πήδησε από το βράχο που στεκόταν. Κοίταξε γύρω του, την ερημιά. Κάποτε η κοιλάδα έσφυζε με ζωή… μέχρι να εμφανιστεί Αυτός. Μια μέρα κατέβηκε απ’ το βουνό και έσπειρε το χάος και το θάνατο. Ξεγύμνωσε τη γη και κατασπάραξε τα αδέλφια του. Οι γενναίοι της φυλής του έπεσαν πρώτοι, καθώς το μένος του τρομερού Ιξέρνυχου τους κατάπιε μονομιάς. Ο ίδιος είχε ξεφύγει κρυμμένος κάτω απ’ τα πτώματα των υπολοίπων. Ο Άρτεσεν κραύγασε, τόσο στην ανάμνηση του μακελειού, όσο και της δειλίας του.

 

Προσπάθησε να αδειάσει το μυαλό του, να ηρεμίσει την καρδιά του. Όπως του είχε μάθει ο Ώροκ, ο γέρο-πολεμιστής του χωριού, έκλεισε τα μάτια του και επικεντρώθηκε στην ανάσα του. Αλλά οι σκέψεις του έτρεχαν. Πρώτα στον Ώροκ, το σοφό. Μετά στους γονείς του, τους φίλους του… ένιωθε δάκρυα να μαζεύονται πίσω απ’ τα μάτια του. Τέλος, σκέφτηκε τον Ιξέρνυχο. Αυτό το απαίσιο πλάσμα, αρχαίο θεριό, που μπορούσε με ένα χτύπημα της σαύριας ουράς του να ισοπεδώσει τα χτίσματα των ανθρώπων σαν να είναι στοιβαγμένα κόκαλα. Θυμήθηκε τα κοφτερά, αιματοβαμμένα δόντια του, τις απόκοσμες κραυγές του… αλλά, καθαρότερα απ’ όλα, θυμήθηκε τα μάτια του. Κίτρινα, λαμπερά, με μία σχισμή σα του φιδιού, κτηνώδη και ξένα - αλλά με τη καθαρότητα και σοφία αμέτρητων χρόνων να καραδοκούν στο βάθος τους.

 

Τα δάκρυα εξατμίστηκαν μες’ τη ζέση του ξαφνικού του θυμού. Άλλαξε χέρι στο ξίφος του μερικές φορές, το ζύγισε. Άρχισε να περπατά με γοργό ρυθμό προς το παλιό του χωριό, μια σειρά σπηλαίων σμιλευμένα στον τοίχο ενός γκρεμού. Ο Ιξέρνυχος είχε κάνει φωλιά το ναό τους – ένα τεράστιο εσωτερικό θόλο, σκαμμένο στην πλαγιά του βουνού, κειμήλιο της Παλιάς Εποχής.

 

Γνώριζε πως θα ερχόταν αντιμέτωπος με το θάνατο. Παρ’ όλα αυτά, ένιωθε ήρεμος, σα να είχε στερέψει από φόβο. Ο σκοπός του τον γέμιζε με θέληση. Άρχισε να τρέχει.

 

Σταμάτησε. Βρισκόταν στην είσοδο του ναού. Έσκισε τον αέρα μερικές φορές με το σπαθί του. Πλησίασε τις πύλες… ξαφνικά, κοντοστάθηκε. Καθισμένη στο χώμα, με την πλάτη σε έναν  πέτρινο πυλώνα, ήταν μια γριά. Φαινόταν να κοιμάται. Παραξενεύτηκε, αλλά το μυαλό του βρισκόταν αλλού. Έσπρωξε τις ξύλινες πόρτες και μπήκε στο εσωτερικό.

 

Αντίκρισε τον εχθρό του. Ο Άρτεσεν ευχαρίστησε τα’ αστέρια του: ο Ιξέρνυχος κοιμόταν πάνω σ’ ένα σωρό στοιβαγμένα υφάσματα και μαξιλάρια.  Ήταν περίεργο θέαμα, να βλέπεις το κτήνος που έχει κατασπαράξει το χωριό σου να κοιμάται ειρηνικά σαν ένας μεσήλικος άνδρας, ντυμένος σε χρυσά μετάξια και στολισμένος με πετράδια και χρυσαφικά. Ο Άρτεσεν τον είχε ξαναδεί μ’ αυτή τη μορφή. Δεν ήξερε ποιά ήταν η πραγματική του εμφάνιση… το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρος, ήταν πως το θηρίο δεν ήταν οφθαλμαπάτη.

 

Ετοίμασε το όπλο του. Πλησίασε, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε.

 

Βρέθηκε από πάνω του. Τις αισθήσεις του έπνιγε μια αφόρητη μυρωδιά από θειάφι.

 

Τα κατάφερα, σκέφτηκε. Οι θεοί με δικαίωσαν.

 

Σήκωσε το σπαθί του. Σημάδεψε το κεφάλι.

 

Μερικά πράγματα συνέβησαν ταυτόχρονα:

 

Τα μάτια του Ιξέρνυχου ήταν ορθάνοιχτα. Τη στιγμή που ο Άρτεσεν άρχισε να κατεβάζει το ξίφος του, κατάλαβε πως ποτέ δεν ήταν κλειστά.

 

Μια νεαρή κοπέλα εμφανίστηκε δίπλα του και έπιασε το χέρι του.

 

Ο ναός μετατράπηκε στο εσωτερικό μίας άγνωστης παράγκας.

 

Η εν κινήσει λεπίδα βρήκε αέρα και τράβηξε τον Άρτεσεν μαζί της στο πάτωμα.

 

«Ανόητε ξιφομάχε,» άκουσε μια γυναικεία φωνή, «τί ήλπιζες να πετύχεις;»

 

----

 

Αμέσως, εκείνος σηκώθηκε και γύρισε να αντικρύσει τη μυστηριώδη κοπέλα. Είδε μία νέα γυναίκα, σίγουρα όχι μεγαλύτερη απ’ αυτόν, με καθαρό πρόσωπο και ένα ζευγάρι διαπεραστικά, γαλάζια μάτια. Το μαλλί της, ίσιο, μαύρο και μεταξένιο, ήταν μαζεμένο σε μία μακριά αλογοουρά που έφτανε ως τους μηρούς της.  Ήταν ντυμένη με ένα σφιχτό, γαλανόλευκο ύφασμα και στολισμένη με διάφορα χρυσαφικά στο λαιμό και τους καρπούς της. Κροτάλισαν καθώς σταύρωσε τα χέρια της.

 

Απ’ έξω ακουγόταν ο ήχος της βροχής.

 

Ο Άρτεσεν ένιωθε ανήμπορα μπερδεμένος. Το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να συνεχίσει να κοιτάει αυτό το πανέμορφο πλάσμα που βρισκόταν μπροστά του.

 

Εκείνη τον πλησίασε. Άγγιξε το ξίφος του.

 

«Ένα απλό σπαθί…» είπε. «Καλοφτιαγμένο, σίγουρα. Αλλά δε μπορεί να σχίσει το δέρμα ενός Αρχαίου.»

 

Ένα ίχνος εκνευρισμού τον διαπέρασε. «Αυτό το ξίφος είναι το αποκορύφωμα της Τέχνης του λαού μου. Χάρη στον τρόπο με τον οποίο είναι φτιαγμένο, περασμένο από γενιά σε γενιά, κατακτήσαμε ολόκληρη την κοιλάδα, πολλά χρόνια πριν. Αμφιβάλλω πως εσύ -- »

 

«Και την κοιλάδα σας κατέκτησε ένας Αρχαίος. Τί έκανε η Τέχνη σας για εσάς τότε;»

 

Σιωπή. Αυτή η παράξενη γυναίκα φαινόταν να ξέρει τι είχε πάθει το χωριό του και ο λαός του. «Όταν λες ‘Αρχαίος’…» είπε, «εννοείς τον Ιξέρνυχο;»

 

«Ιξέρνυχο;» έριξε το κεφάλι της πίσω και γέλασε. «Έτσι, λοιπόν, τον φωνάζετε σ’ αυτά τα μέρη… ναι, αυτόν εννοώ.»

 

«Σου φαίνεται αστείο;»

 

«Απλά… διαφορετικό. Σε μένα είναι γνωστός σαν Ράλο.»

 

«Έχεις δώσει ανθρώπινο όνομα σ’ αυτό το κτήνος;»

 

«Στα μάτια μου εσύ είσαι περισσότερο κτήνος απ’ ότι είναι αυτός.»

 

Με μία γρήγορη κίνηση, ο νέος έφερε το σπαθί του στο λαιμό της.

 

«Τον είδα να κατασπαράζει την οικογένειά μου. Τους φίλους μου, το λαό μου…»

 

«Κατέβασε το όπλο σου, Άρτεσεν.»

 

«Πώς ξέρεις τ’ όνομά μου; Ποια είσαι; Είσαι κι εσύ…»

 

«Εσύ μου είπες το όνομά σου, Άρτεσεν. Τη στιγμή που με κοίταξες στα μάτια. Μου τα είπες όλα: ποιος είσαι, από πού έρχεσαι, προς τα που οδεύεις.»

 

Εκείνος τη μελέτησε. Μπορούσε, πράγματι, να διακρίνει κάτι στο βλέμμα της, ένα βάθος… αλλά όχι όπως του Ιξέρνυχου. Ήταν μια δροσιά, μία λίμνη, στον πυθμένα της οποίας καραδοκούσε κάτι μυστικό.

 

«Με λένε Ίλια.»

 

Εκείνος κατέβασε το ξίφος του.

 

«Καλύτερα έτσι. Μη ξεχνάς πως έχεις εμένα να ευχαριστείς για τη ζωή σου. Αν δε σ’ έσωζα τελευταία στιγμή, τώρα θα ήσουν με τους υπόλοιπους του λαού σου.»

 

Ο Άρτεσεν κοίταξε το πάτωμα. «Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι.»

 

Η Ίλια δε μίλησε.

 

Αυτός αναστέναξε. «Νόμιζα πως στάθηκα τυχερός. Πως τον έπιασα στον ύπνο. Αλλά εκείνος έπαιζε μαζί μου.» Πήγε να σταθεί μπροστά από ένα παράθυρο. «Βρέχει καταρρακτωδώς… πού βρισκόμαστε;»

 

«Όχι μακριά απ’ το Ναό της Ίριθ. Είμαστε στα συντρίμμια ενός διπλανού οικισμού.»

 

«Αποκλείεται. Ο ουρανός της κοιλάδας ήταν πεντακάθαρος πριν από λίγο.»

 

Εκείνη χαμογέλασε. «Έχεις παρατηρήσει πως ο Αρχαίος δε βγαίνει ποτέ από τη φωλιά του όσο βρέχει;»

 

Ο Άρτεσεν έγνεψε.

 

«Στις φλέβες του κυλάει το αίμα όντων από άλλες εποχές. Εποχές φωτιάς και σιδήρου. Για να επιζήσει μέχρι τώρα, πρέπει να θυσίασε μέρος της ψυχής του… ακόμα και μια στιγμιαία νεροποντή πρέπει να είναι ενοχλητική γι’ αυτόν.»

 

«Απομεινάρι της Παλιάς Εποχής…» έκανε αυτός. «Γιατί δεν ακολουθεί τους προγόνους του; Τι δουλειά έχει στην κοιλάδα μας;»

 

«Προσπαθεί απλά να επιζήσει, Άρτεσεν. Με το μόνο τρόπο που ξέρει. Δε μπορώ να σου ζητήσω να μην τον μισείς... όπως δε μπορείς να ζητήσεις το ίδιο από τα άγρια ζώα, που κυνηγάς για να τραφείς.»

 

Εκείνος δεν είπε τίποτα. Κοιτούσε, μόνο, τη βροχή.

 

«Θες να πεις, πως εσύ το κάνεις αυτό;»

 

«Ο Ράλο είναι μαγικό ον. Κι εγώ, δεν είμαι τόσο διαφορετική απ’ αυτόν…»

 

«Κάνεις λάθος. Στα μάτια του Ιξέρνυχου έχω δει το θάνατο. Στα δικά σου, βλέπω ζωή.»

 

Η Ίλια χαμογέλασε. Για άνθρωπος, σκέφτηκε, είναι αρκετά παρατηρητικός.

 

«Αν αυτός είναι ο ήλιος, εγώ είμαι η σελήνη.»  Έβγαλε έναν κρίκο από τα χέρια της και άρχισε να τον παίζει στα δάχτυλα. «Όταν εμφανίστηκες, αποφάσισα να περιμένω, να δω τί θα έκανες.  Έκανα λάθος. Ακόμα περισσότερο, όταν σε έσωσα. Τώρα ο Αρχαίος γνωρίζει την παρουσία μου. Έχασα το στοιχείο του αιφνιδιασμού.»

 

«Θες να πεις πως κι εσύ -- »

 

«Σιωπή. Εξαιτίας σου, η δουλειά μου έγινε δυσκολότερη. Σχεδίαζα να τον τραβήξω έξω και να τον παγιδεύσω στη βροχή μου. Τώρα θα είναι πιο προσεκτικός.»

 

Πλησίασε τον Άρτεσεν. Σήκωσε το σπαθί του και πέρασε τον κρίκο στη λεπίδα του.

 

«Για να δικαιολογήσεις τη ζωή σου, πρέπει να μου φανείς χρήσιμος.»

 

----

 

Η Ίλια στεκόταν μπροστά απ’ το ναό-φωλιά του Ιξέρνυχου. Με μια περίεργη, βαριά προφορά, φώναξε:

 

«Ρα-Λο! Ρα-Λο!»

 

Οι πύλες του ναού άνοιξαν. Πίσω τους, ακίνητος, καθόταν ο Αρχαίος, στην ανθρώπινη μορφή του. Είχε το φιδίσιο βλέμμα του καρφωμένο πάνω στην κοπέλα. Μίλησε, και η φωνή του ήταν βαθιά και δυνατή. Τα λόγια του ήταν σε κάποια αρχαία γλώσσα. Η Ίλια απάντησε αντίστοιχα.

 

Ο Άρτεσεν τα άκουγε όλα αυτά κρυμμένος πίσω από ένα μισογκρεμισμένο τοίχο, κάμποσα μέτρα πιο πέρα. Αναρωτήθηκε τί μπορεί να έλεγαν.

 

Ζύγισε το σπαθί του. Πλέον, ήταν σίγουρος: από τότε που η Ίλια πέρασε πάνω του τον κρίκο, ήταν πιο ελαφρύ. Μπορούσε να το χειριστεί με μεγαλύτερη ευκολία. Σκέφτηκε μήπως ξεπροβάλλει, μήπως τρέξει κατευθείαν πάνω στον Ιξέρνυχο και του τρυπήσει την καρδιά πριν έχει το χρόνο ν’ αντιδράσει. Διακινδύνευσε ένα βλέμμα.

 

Αντίκρισε την πλάτη της Ίλια, καθώς αυτή έμπαινε στο ναό. Οι πύλες έκλεισαν πίσω της. Μένουμε στο σχέδιο, λοιπόν, σκέφτηκε.

 

Έβγαλε από τη ζώνη του ένα κομμάτι γαλάζιο ύφασμα, που είχε εκεί δεμένο. Το άπλωσε στο έδαφος. Έβαλε το κεφάλι του κοντά… μπορούσε να ακούσει τη συζήτηση στο εσωτερικό του ναού. Μιλούσαν στην ίδια αλλόκοτη, τραγουδιστή γλώσσα. Σταύρωσε τα πόδια του και βάλθηκε ν’ ακούει.

 

----

 

«Αρκετά με τις τυπικότητες.» Ο αρχαίος Ράλο χαμογέλασε. «Είναι αρκετά αστείο, δε νομίζεις; Δύο κειμήλια σαν εμάς, αντιμέτωποι.»

 

«Οι καιροί έχουν αλλάξει.» απάντησε η Ίλια. «Κάνεις ό,τι μπορείς για να επιζήσεις… κι’ εγώ το ίδιο.»

 

«Τί έχεις να κερδίσεις πολεμώντας με;»

 

«Έχεις αποκτήσει αρκετούς εχθρούς στο νέο κόσμο, Ράλο. Θα πληρωθώ αδρά για την εξόντωσή σου.»

 

Εκείνος γέλασε. «Ώστε έχεις ξεπέσει τόσο… σε ενδιαφέρει να αποκτήσεις την εύνοια αυτών των ανόητων, αδύναμων πλασμάτων;»

 

«Όσο ανόητα και αδύναμα και να είναι, αυτή είναι η δικιά τους εποχή. Είσαι προσκολλημένος στο παρελθόν, Ράλο. Προσπαθείς να αγνοήσεις το σκιά που απλώνεται πάνω απ’ τη Γαία, αλλά δε μπορείς.» Του γύρισε την πλάτη και κοίταξε ψηλά. «Έχω δει το μέλλον τους. Μπορεί ακόμα να μη σου γεμίζουν το μάτι, αλλά μια μέρα θα επιτελούν θαύματα που δε μπορούμε να διανοηθούμε εσύ κι’ εγώ.»

 

«Όσο πιο ψηλός είναι ένας πύργος από κούφιες πέτρες, τόσο πιο εύκολα πέφτει στη δύναμη του αέρα.»

 

«Ράλο!» αναφώνησε η Ίλια, «Δεν ήξερα πως ήσουν ποιητής!»

 

Ο Αρχαίος χίμηξε πάνω της. Τα λεπτά του χαρακτηριστικά και το στολισμένο του κορμί είχαν αντικατασταθεί από δόντια και λέπια.

 

Η Ίλια πήδησε από πάνω του, περπάτησε στην πλάτη του και προσγειώθηκε ανάλαφρα πίσω του. Έβγαλε έναν κρίκο απ’ το χέρι της και τον πέταξε προς αυτόν.

 

Ο κρίκος έξυσε το μάγουλο του Αρχαίου, καθώς εκείνος γυρνούσε. Στην επαφή με τα λέπια του, το χρυσό του κοσμήματος μετατράπηκε σε νερό. Άφησε ένα σημάδι πάνω του, σαν ουλή από λεπίδα.

 

«Ανόητη νύμφη!» βρυχήθηκε το κτήνος. «Είσαι στο καζάνι μου, τώρα.» Από τα βάθη του στομαχιού του, το θηρίο ανέδωσε φωτιά και λιωμένο μέταλλο, πλημυρίζοντας το ναό.

 

Εκείνη κατέφυγε στην κορυφή ενός κυκλώπειου αγάλματος. Δε θα άντεχε πολύ σ’ αυτή την κόλαση. Έπρεπε να κάνει την κίνησή της, γρήγορα.

 

 «Ξέρεις,» του φώναξε, «δεν είσαι ο πρώτος του είδους σου που συναντάω. Αλλά είσαι σίγουρα ο πιο δυνατός. Το είδος σου, άλλωστε, αποκτά τις δυνάμεις του μετά την ενηλικίωση…»

 

Το θηρίο όρμησε. Με μία γρήγορη κίνηση, η Ίλια ξετύλιξε από πάνω της τον χιτώνα που φορούσε. Αυτή τη φορά, αντί να πηδήσει πάνω απ’ τον εχθρό της, γλίστρησε από κάτω. Άπλωσε το ύφασμα στο στήθος του.

 

Φώναξε με όλη της τη δύναμη: «Άρτεσεν!»

 

Την ίδια στιγμή, από τις δίπλες του υφάσματος ξεπρόβαλε η άκρη μιας λεπίδας. Διαπέρασε τη χοντρή σάρκα του Ιξέρνυχου. Το τέρας κραύγασε από πόνο, ταρακουνήθηκε βίαια. Η Ίλια τινάχτηκε μακριά του και προσγειώθηκε πάνω σ’ ένα πέτρινο τραπέζι.

 

Καθώς ο χιτώνας έπεφτε, το ξίφος του Άρτεσεν συνέχισε να αναδύεται, να χώνεται μεσ’ την καρδιά του Αρχαίου μέχρι που έφτασε στη λαβή με τον κρίκο. Κρατώντας τη γερά, ξεπρόβαλε πρώτα το χέρι, μετά το κεφάλι και, τέλος, η ολοκληρωμένη φιγούρα του νεαρού μαχητή.

 

Η Ίλια χαμογέλασε. Έκλεισε τα μάτια και είπε κάποια λόγια. Αμέσως μετά απ’ αυτό, πήδησε προς τις πύλες και βγήκε από το ναό.

 

Ο Άρτεσεν ένιωσε το βάρος του σπαθιού του να εξαφανίζεται. Η λεπίδα του ξίφους του είχε μετατραπεί σε νερό και είχε εισχωρήσει στα έγκατα του τέρατος. Ο Ιξέρνυχος σφάδασε απ’ τον πόνο και κραύγασε κάποια ακατανόητα πράγματα.

 

«Κανείς δε σε καταλαβαίνει, πλέον, Αρχαίε.»

 

Το μάγμα είχε λιώσει μεγάλο μέρος των θεμελίων του εσωτερικού θόλου. Ο ναός γύρω τους κατέρρεε. Ο Άρτεσεν έκλεισε τα μάτια και, για μια στιγμή, θυμήθηκε τις μέρες ξεγνοιασιάς στην καταπράσινη και ηλιόλουστη κοιλάδα του. «Έρχομαι…» ψιθύρισε.

 

Ξαφνικά δύο χέρια τον τράβηξαν προς τα πίσω. Έπεσε πάνω στο κορμί της Ίλια. Έμειναν και οι δύο ξαπλωμένοι, ακουμπισμένοι στον γκρεμισμένο τοίχο έξω απ’ το Ναό της Ίριθ.

 

Πέρασαν μερικές στιγμές, οπότε και οι δύο ανακτούσαν τις δυνάμεις τους, βαριανασαίνοντας.

 

Τέλος, η κοπέλα σηκώθηκε. Τυλίχτηκε με το ύφασμα που ήταν αφημένο στο έδαφος. Μίλησε στον Άρτεσεν χωρίς να γυρίσει.

 

«Συγγνώμη για το σπαθί σου. Ξέρω πως σήμαινε πολλά για σένα.»

 

Ο πολεμιστής γέλασε. Συνέχισε να γελά, όλο και πιο δυνατά. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Στο τέλος ο ήχος που έβγαζε δεν ήταν ούτε γέλιο, ούτε κλάμα, παρά μία άναρθρη κραυγή, γεμάτη από τον πόνο των ημερών που φοβόταν για τη ζωή του.

 

«Δεν έπρεπε να με τραβήξεις. Δεν έχω κάτι παραπάνω να κάνω σ’ αυτόν τον κόσμο.»

 

«Μη μιλάς έτσι. Όσο ζεις, μπορείς να κάνεις κάτι για την κατάστασή σου.»

 

«Δεν μπορώ να φέρω ζωή στους νεκρούς.»

 

Εκείνη γύρισε να τον αντικρύσει. Ο νέος είδε ένα γνώριμο ζευγάρι διαπεραστικών, γαλάζιων ματιών να τον κοιτάνε μέσα από ένα γέρικο πρόσωπο.

 

«Μπορείς, πλέον, να επαναπαυτείς, μικρέ μου Άρτεσεν. Το ξόρκι του Αρχαίου έχει σηκωθεί από πάνω σου. Δεν είσαι πλέον καθηλωμένος στην κοιλάδα του, αιώνια κυνηγημένος από τα φαντάσματα της φυλής σου.»

 

Κοίταξε τον ουρανό. Ο ήλιος βρισκόταν στο ζενίθ. «Είσαι απολύτως σίγουρος… πως το κτήνος κατασπάραξε όλους σου τους φίλους…;»

 

Εκείνος ήταν σιωπηλός, ενώ επεξεργαζόταν τα όσα του έλεγε. Ξαφνικά, πετάχτηκε στα πόδια του.

 

«Τί θες να πεις;»

 

«Ποιος νομίζεις πως με πλήρωσε για αυτή τη δουλειά;»

Edited by arjunk
  • Like 5
Link to post
Share on other sites
elgalla

Κι έλεγα, κανείς δεν σκέφτηκε δράκο όταν διάβασε το όνομα Ιξέρνυχος;  :D

Η πλοκή σου είναι καλή, όμως θέλει οπωσδήποτε άπλωμα. Περιγράφεις ουσιαστικά μια σειρά από ξεχωριστά στιγμιότυπα που συνδέονται μεταξύ τους, δίνοντας περισσότερη βάση στο διάλογο και λιγότερη στην περιγραφή. Αυτό μας αφήνει με την απορία σχετικά με το πώς μοιάζουν οι χώροι που κινούνται οι ήρωες -είναι απλά ένας "ναός". Οι χαρακτήρες αρκετά αρχετυπικοί -ο ήρωας που θέλει εκδίκηση, το λείψανο-δράκος του αρχαίου κόσμου και η femme fatale, αλλά λειτουργικοί στα πλαίσια της ιστορίας. Μια παραπάνω ανάπτυξη τη σήκωναν (το άπλωμα, που λέγαμε πιο πάνω). Το πιο ουσιαστικό πρόβλημα που εντόπισα, όμως, έχει να κάνει με τα πλαίσια του παιχνιδιού. Η υπόλοιπη ιστορία μοιάζει εντελώς ξεκομμένη από την εισαγωγή. Γιατί να τον κυνηγάει ο Ιξέρνυχος αφού του σκότωσε τους πάντες; Γιατί να τον απειλεί πως δεν θα ξεφύγει; Πού ήξερε ο Άρτεσεν και παρακαλούσε για μια βροχερή μέρα; Μπορείς να κρατήσεις την ιστορία ως έχει και να βγάλεις εντελώς την εισαγωγή της Άννας, δηλαδή, και η ιστορία να μη χάσει απολύτως τίποτα σε νόημα, καταλαβαίνεις τι εννοώ; Μου άρεσε πολύ το τέλος, πάντως. Αφήνει ανοιχτό το πεδίο και για πιθανές μελλοντικές περιπέτειες των δύο χαρακτήρων, αλλά κλείνει και καλά την όλη ιστορία. 

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
MadnJim

Νομίζω πως έχουμε ένα emoticon που ταιριάζει κάπως στην ιστορία σου Άρη:  :balance:

 

Όπως συνηθίζω, θα χρησιμοποιήσω την τυποποιημένη φόρμα σχολιασμού. Όλα όσα γράφω είναι απολύτως φιλικά... :)

 

 

Τι κατάλαβα:

Σε μία κοιλάδα στους πρόποδες ενός βουνού υπάρχει ένα ειρηνικό χωριό, ένας λαός που κατοικεί σε έναν οικισμό σπηλαίων. Κάποια μέρα δέχεται την επίθεση ενός Δράκου, ενός πανάρχαιου πλάσματος φωτιάς κατάλοιπο κάποιας άλλης εποχής. Ο λαός εξοντώνεται, κι ένας από τους πολεμιστές που επέζησε καταφεύγει στο βουνό όπου κρύβεται και ονειρεύεται την ημέρα που θα πάρει την εκδίκησή του. Η μέρα αυτή έφτασε, μην αντέχοντας πια άλλο αποφασίζει να κατέβει από το βουνό για να αναμετρηθεί με το θηρίο. Ο Δράκος έχει φωλιάσει στον ναό του χωριού του, ένα πιο μεγάλο σπήλαιο δίπλα στις υπόλοιπες σπηλιές. Φτάνοντας απ' έξω βλέπει μια γρια λίγο παραπέρα, αλλά είναι απόλυτα προσηλωμένος στον στόχο του και δεν δίνει σημασία. Μέσα στον ναό το θηρίο αναπαύεται με ανθρώπινη μορφή, ένας μεσήλικας άντρας. Την στιγμή που χτυπάει η γρια εμφανίζεται αλλά πια είναι μια πανέμορφη γυναίκα, τον σταματάει, και τον παίρνει μαγικά μαζί της μακρυά από το θηρίο. Του εξηγεί πως είναι κι αυτή ένα πανάρχαιο πλάσμα, μια Νύμφη του νερού, και πως είναι το αντίθετο του Δράκου. Επίσης του εξηγεί πως σκοπεύει να τον εξοντώσει, και μπορούν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο. Καταστρώνουν το σχέδιο, ο Δράκος έχει μία μεγάλη αδυναμία, το νερό. Ο πολεμιστής με το σπαθί του να έχει πάνω του έναν κρίκο από το χέρι της Νύμφης κρύβεται έξω από τον ναό, ενώ η Νύμφη προκαλεί τον Δράκο. Στο εσωτερικό του ναού ξεσπάει η αναμέτρηση των δύο πανάρχαιων πλασμάτων, ενώ την ίδια στιγμή ο πολεμιστής παρακολουθεί τα πάντα μέσα από ένα κομμάτι από το ρούχο της Νύμφης που του έχει αφήσει. Την κατάλληλη στιγμή που η Νύμφη ρίχνει το υπόλοιπο ρούχο της στον Δράκο και ουσιαστικά ανοίγει έτσι μια πύλη προς τον πολεμιστή, αυτός ορμάει και καρφώνει το σπαθί του στο θηρίο. Ο κρίκος της Νύμφης μετατρέπει το ατσάλι σε νερό μέσα στο κορμί του Δράκου, κι έτσι το χτύπημα είναι μοιραίο. Η νύμφη τραβάει τον πολεμιστή έξω από τον ναό που καταρρέει και τον σώζει, για να του αποκαλύψει τελικά πως όχι μόνο έχει τελειώσει με την κατάρα της εκδίκησης που τον τυρρανούσε, αλλά και δεν είναι ο μόνος επιζήσαντας από τον λαό του, παρά υπάρχει κι άλλος/οι που αυτοί μάλιστα την προσέλαβαν να εξοντώσει τον Δράκο.

 

Τι μου άρεσε:

Οπωσδήποτε ότι επέλεξες δράκο και όχι μάγο όπως οι υπόλοιποι από μας. Επίσης μου άρεσε που το πρόβλημα της βροχής το έκανες όπλο. Η ροή που αν και κάπως τραχιά ήταν απλή και εύπεπτη. Το τέλος μου άρεσε κι αυτό, άφηνε μια νότα κάπως ανάλαφρη και γεμάτη ελπίδα. Μου άρεσε που ο οικισμός ήταν σπήλαια κι όχι κλασικές παράγκες, ή καλύβες με αχυρένιες στέγες κλπ, με πήγε σε μια πολύ παλιότερη εποχή, κι αυτό με τη σειρά του έδωσε άλλο νόημα στην ηλικία των "Αρχαίων". Και το contrast φωτιά και νερό το βρήκα πολύ καλό σαν ιδέα και πολύ ενδιαφέρον.

 

Οι ενστάσεις μου:

-Θα προτιμούσα περισσότερη αφήγηση και λιγότερο διάλογο. Θα ήθελα δηλαδή το background να δινόταν με εικόνες, κι όχι μέσω εξηγήσεων της Νύμφης στον πολεμιστή. Όχι ότι δεν κατάλαβα τι γινόταν, αλλά θα είχε άλλο ειδικό βάρος η ιστορία για μένα.

-Ενώ υπάρχει κάποιο στοιχειώδες έστω background για τον Δράκο, σχεδόν τίποτα δεν μαθαίνουμε για την Νύμφη. Όμως είναι κι αυτή ένα πλάσμα άλλων εποχών, προφανώς ανάλογης δύναμης αφού δεν ήταν η πρώτη φορά που τα έβαζε με Δράκους. Στο τώρα τι έκανε; Μελετούσε τους ανθρώπους όπως φάνηκε κάποια στιγμή όταν έλεγε στον Δράκο ότι είναι πιο ικανοί απ' ότι τους θεωρούσε αυτός; Αναλάμβανε εξοντώσεις Δράκων επί πληρωμή; Γενικά τεράτων; Ακόμα πιο γενικά, αναλάμβανε εκτελέσεις σαν άλλος Agent 47 για όποιον είχε να πληρώσει το ανάλογο αντίτιμο; Καταλαβαίνεις φαντάζομαι τι προσπαθώ να πω, απλά εμφανίστηκε στην ιστορία και, κυριολεκτικά, έβγαλε το φίδι από την τρύπα.

-Η βροχή, και γενικότερα το νερό, αποκτάει νόημα αφού εμφανίζεται η Νύμφη. Τότε γιατί ο πολεμιστής αποζητάει στην εισαγωγή τη βροχή για να ηρεμήσει έστω και προσωρινά;

-Το σπαθί με το οποίο δεν ήταν εξοικειωμένος είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της εισαγωγής. Αναφέρεις πως ήταν κατά κάποιον τρόπο ιερό γι' αυτόν, αλλά πως βρέθηκε στα χέρια του;

-Η πρώτη χρονική αλλαγή της αφήγησης, οι τρεις παύλες, νομίζω δεν είχε λόγο ύπαρξης, η ιστορία συνεχίζει ακριβώς από κει που σταμάτησε πριν την αλλαγή.

 

Γενικά:

Σαν σύνολο μου άρεσε, την ευχαριστήθηκα όσο την διάβαζα, δεν με ζόρισε πουθενά ούτε με μπέρδεψε, ενώ ανά πάσα στιγμή είχα επαφή με το τι γινόταν. Όταν θα την δεις πάλι μετά το πέρας του παιχνιδιού φαντάζομαι πως θα την λειάνεις και θα την απλώσεις όσο της χρειάζεται για να δείξει την δυναμική της, και έχει πραγματικά πολλή. Μπράβο φίλε μου, κι ευχαριστώ για τον χρόνο που πέρασα όμορφα διαβάζοντας... :)

 

Τα συγχαρητήριά μου και καλή επιτυχία εύχομαι!... :)

Edited by MadnJim
  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Morfeas

Άρη, αυτό είναι το 2ο σου κείμενο που διαβάζω και μου άρεσε περισσότερο από το προηγούμενο. Πάλι προϊόν write off, μόνο που αυτή τη φορά αξιοποίησες πολύ καλύτερα την εισαγωγή, τόσο ως προς τα στοιχεία που δίνονται, όσο και ως προς το ύφος.

 

Η ιστορία μου άρεσε, αν και κατά τη γνώμη μου όντως χρειάζεται λίγο άπλωμα (όπως αναφέρεις κι εσύ). Εγώ δεν είχα πρόβλημα με την έκταση του διαλόγου σε σύγκριση με την αφήγηση ή τις περιγραφές, όσα δεν αναφέρεις για κάποιον λόγο κατάφερα να τα φανταστώ χωρίς πρόβλημα. Αλλά λίγες ενέσεις περιγραφών (με προσοχή πάντα μην πάμε στο άλλο άκρο) καλό φαντάζομαι θα του κάνουν.

 

Τα ερωτήματα που αναφέρουν τα παιδιά καλό είναι να απαντηθούν (αν και το ζήτημα με το νερό εγώ κατάλαβα ότι ο Άρτεσεν το αντιλήφθηκε μέσω παρατήρησης: τις μέρες με καταιγίδα ο δράκος δεν τον κυνηγούσε). Τα κίνητρα του δράκου κάνε τα πιο καθαρά, γιατί το "απλώς θέλω να ξεκληρίζω έναν λαό, μέχρι και τον τελευταίο του σπόρο" είναι καπώς κλισέ χωρίς εξήγηση. Επίσης, το σημείο που τηλεμεταφέρεται με τη γυναίκα μού είναι κάπως ασαφές κι οι διάλογοί τους αρχικά μου φαίνονται περίεργοι.

 

 

Τέλος, ένα πιο τεχνικό ζήτημα (κι ίσως το σημαντικότερο για να κρατήσεις): η απόφαση για το τι είδους αφηγητή έχεις να είναι πιο ξεκάθαρη στο μυαλό σου. Ενώ στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου βλέπουμε την πλοκή μέσα από την οπτική του Άρτεσεν, σε διάφορα σημεία πετάγονται και σκέψεις άλλων, χωρίς να έχει αλλάξει η ενότητα.

π.χ. Για άνθρωπος, σκέφτηκε, είναι αρκετά παρατηρητικός.

Η παραπάνω σκέψη είναι της Ίλια, ενώ μέχρι εκείνο το σημείο μόνο μέσα από τον Άρτεσεν βλέπαμε την ιστορία (δεν μας παρουσίαζες αλλουνού σκέψεις). Καλό είναι κάθε ενότητα (που π.χ. εσύ οριοθετείς με 4 παύλες) να έχει είτε την οπτική ενος συγκεκριμένου χαρακτήρα (κι ας αλλάζει στην επόμενη ενότητα) είτε την "οπτική όλων μαζί" (βασικά παντογνώστη αφηγητή εννοώ εδώ).

 

Και για να κλείσω με κάτι καλό μου άρεσε το τέλος!

 

Καλή επιτυχία!

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Άρη αυτή θα μπορούσε να είναι μία υπέροχη ιστορία.

Νομίζω το έχασες στη σύνδεση με την παράγραφο της Άννας και στο πώς στήνεις την πλοκή από κει και μετά. Ωραία ιδέα η Νύμφη και το στοιχείο του νερού, ωραίο που ο δράκος είναι πλάσμα αρχαίο και γίνεται και άνθρωπος, ωραίο και που η Νύμφη φαίνεται άλλοτε ως γριά. Και η συμπαθητική μαγεία, αν λέγεται κιόλας έτσι, με την οποία τον πολέμησαν, επίσης πολύ καλή, και το τέλος που έδωσες. (Τελικά μήπως εκείνες τις πεντακόσιες λέξεις που είχαμε πει για παραπάνω στην αρχή, μήπως θα ήταν χρήσιμο να τις είχαμε πάρει;) Το διήγημά σου δίνει την εντύπωση ότι του λείπουν παραγραφάκια από τη μέση. Από περιγραφές κυρίως. Να χτιστεί όλο το σενάριό σου πιο σωστά. Και η Νύμφη είναι και σε έναν άλλο κόσμο παράλληλλα, όπου ο Ιξέρνυχος είναι ο Ράλο. Πολύ καλό.

Κάπου λες επίσης ότι από εκεί που βρισκόντουσαν στο εσωτερικό του ναού βρέθηκαν σε εσωτερικό παράγκας. Αυτό απλώς συνέβη, αλλά θα ήθελα νομίζω να δικαιολογηθεί το γιατί. Μήπως τα μάτια της Ίλια έβλεπαν το ναό παράγκα; Και με το που τον άγγιξε ο Άρτεσεν είδε τον κόσμο με τρόπο ανάλογο; (για παράδειγμα. Αν είναι αυτό, δεν το κατάλαβα καλά.)

Δυνητικά από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες που έχω διαβάσει (εννοώ και εκτός παιχνιδιού) αλλά εντός παιχνιδιού η παράγραφος της Άννας δείχνει εντελώς ξεκάρφωτη.

Καλή επιτυχία!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
alkinem

 

Μου άρεσε αρκετά η ιδέα σου, αυτή τού ήρωα που είναι παγιδευμένος μέσα σε ένα ονειρόκοσμο, όχι φαντασιακό αλλά παράλληλο με τον πραγματικό, ενοχών. Ήταν ένα σκηνικό που πραγματικά θα ήθελα να το είχα φτιάξει εγώ.

Καλογραμμένο, αν και σε μερικά σημεία η γραφή σου ήταν κάπως βιαστική, και, στα πλαίσια τού διαγωνισμού, σε παρόμοιο ύφος με την δοθείσα εισαγωγή.

Δεν με ικανοποίησε αρκετά το ξετύλιγμα τής πλοκής που σκέφτηκες. Οι σκηνές δράσης παρουσιάστηκαν ικανοποιητικά, αλλά μου έλειψαν περισσότερες πληροφορίες για το παρελθόν, όπως επίσης και το ποιος τελικά έστειλε την Ίλια(πολλά στοιχεία αποκρύπτονται ή δίνονται υπαινικτικά, θα μπορούσες να τα αναπτύξεις σε ένα μεγαλύτερο κείμενο).

Καλή σου επιτυχία.

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Αυτή η ιστορία είναι η αγαπημένη μου. Όταν τη διάβασα, χάρηκα σαν μικρό παιδί. Χάρηκα με τον τρόπο που χειρίστηκες την εισαγωγή, συνέχισες την αφήγηση άμεσα, χρησιμοποίησες όλα τα στοιχεία ικανοποιητικά και έγραψες μια διασκεδαστική περιπέτεια. Τόσο άνετα, που σε θαύμασα (ομολογώ ότι τα βρήκα κι εγώ σκούρα με την εισαγωγή μου, όταν κάθισα να γράψω τη δική μου εκδοχή).

 

Μου άρεσε που ο Ιξέρνυχος είναι ένα μαγικό, αρχαίο πλάσμα, και όχι άνθρωπος. Μου άρεσαν κάτι λεπτομέρειες στην αφήγηση (όπως η κίνηση του Άρτεσεν όταν ζύγιζε το σπαθί του). Μου άρεσε η Ίλια. Ξετρελάθηκα με τον τρόπο που σκότωσαν τον Ιξέρνυχο! Φανταστική η σκηνή με το μαντήλι της Ίλιας. Μου άρεσε και το τέλος πάρα πολύ, αν και έρχεται κάπως απότομα ο λόγος που η Ίλια έκανε ό,τι έκανε.

 

Γενικά, ένα πολύ ωραίο διήγημα, που απλά χρειάζεται κάποιες παραγράφους ακόμα για να μπουν ένα-δυο πράγματα στη θέση τους (οι λόγοι του Ιξέρνυχου και της Ίλιας, οι γνώσεις των ανθρώπων εκείνης της εποχής και ως πού έφταναν).

 

:good: :dancing4dh: :winner_first_h4h:

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Παιδιά σας ευχαριστώ για τα σχόλια. Να διευκρινίσω μερικά πράγματα, όπως τα είχα στο μυαλό μου όταν τα έγραφα:

 

- ο Άρτεσεν είχε παρατηρήσει εξ' αρχής πως ο Ιξέρνυχος δε βγαίνει στη βροχή (όπως νομίζω κάπου αναφέρω, τον είχε ακολουθήσει μερικές φορές και είχε καταλάβει κάποια μοτίβα, πχ ενίοτε είναι άνθρωπος).

- ο δράκος, από τη φύση του, θέλει να φτιάξει τη φωλιά του σ' ένα μέρος όπου είναι ο κορυφαίος θηρευτής, οπότε και πρέπει να σκοτώσει όποιον άνθρωπο υπάρχει εκεί

- για την Ίλια δεν έχω σκεφτεί κάτι παραπάνω απ' ότι έγραψα, αλλά έχω κάποιες ιδέες για την επόμενη εκδοχή.

- όταν ο ναός γίνεται παράγκα, στην ουσία τηλεμεταφέρονται.

- το σπαθί ο Άρτεσεν το τσίμπησε από το εγκαταλελειμμένο του χωριό μετά την καταστροφή, λίγο πριν την εισαγωγή.

- αυτοί που έδωσαν τη δουλειά στην Ίλια είναι επιζώντες από την κοιλάδα του Άρτεσεν.

 

Παίρνω τη κριτική εν καρδία και τα καλά σας λόγια μου δίνουν δύναμη! Από Δευτέρα θα αρχίσω το 2ο ντραφτ, και περιμένω τις Ιστορίες του Άρτεσεν και του Ιξέρνυχου σε πολυβραβευμένο τόμο μέχρι το καλοκαίρι. Peace

 

Edit: ομιτζι στίξη

Edited by arjunk
  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..