Jump to content
Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

Οι Άντρες Επιστρέφουν στα Μεθυσμένα Φεγγάρια

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης
Είδος: Επιστημονική Φαντασία
Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 3.358
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Τον Μάιο του 2006, στο 2ο Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας Ερμούπολης, ο διοργανωτής του φεστιβάλ Νίκος Αλμπανόπουλος και ο Γιώργος Μιχαλάκης, έδωσαν μια μοναδική και ανεπανάληπτη παράσταση-ανάγνωση, στο καφέ Αγορά (που δεν υπάρχει πια) του διηγήματος του πρώτου «Οι Άντρες Συχνάζουν στο Μεθυσμένο Φεγγάρι». Το διήγημα είχε γραφτεί αποκλειστικά στα πλαίσια της διοργάνωσης. Το πόνημα που ακολουθεί είναι μια επιστροφή, το κατά δύναμη, στον κόσμο και το πνεύμα εκείνου του διηγήματος, χωρίς να είναι ακριβώς ένα sequel, καθώς δεν θυμάμαι λεπτομέρειες. Ο κ. Αλμπανόπουλος, έκτοτε, κατόπιν δηλαδή της παρθενικής του ανάγνωσης, μας κρύβει το έργο του επιμελώς. Αν και, για να είμαι ειλικρινής, είναι μια ιστορία που δεν νοείται ως εμπειρία σε σόλο ανάγνωση. Θέλει παράσταση, κοινό, φεστιβαλικό τζέρτζελο και κεφάλι «φτιαγμένο» από ποτάκια. Γι αυτό, το διήγημα που ακολουθεί ίσως διαβάζεται πιο σωστά με συνοδεία από σφηνάκια δοντίχ(ΤΜ Nikos Albanopoulos). Αλλά είπαμε, προσοχή, για κάθε ένα δοντίχ… ε, τέλος πάντων θα καταλάβετε παρακάτω.

 

 

Το μπαρ ήταν στη θέση του.

«Ας μείνει στη θέση του» ευχήθηκε ο Κ’ντιν και τρέκλισε προς την είσοδο του ξεφυσώντας.

Ο οικισμός γύρω από το καταγώγιο είχε αλλάξει κάπως. Τα χαμόσπιτα της εποχής του είχαν απλωθεί έως και τους γύρω λόφους, και ο πύργος του παλιού αστρολιμένα ήταν ακόμα εκεί, πίσω από το ύψωμα, αλλά η βελόνα του ήταν σβηστή. Το νέο αστροδρόμιο έλαμπε φωτεινό μακρύτερα, στον δυτικό ορίζοντα, πέρα από τη πράσινη λιμνοθάλασσα, πίσω από τους γυάλινους πύργους της Κεντρόπολης. Εκεί μακριά ανεβοκατέβαιναν οι γαλέρες και οι πύραυλοι του γαλαξία σήμερα. Ο αστρολιμένας εδώ είχε καταντήσει μια μάντρα από αποσυρμένα, με καμιά μαούνα να αράζει πότε-πότε και να πνίγει στη κάθοδο της τα στενά σοκάκια με στρόβιλους σκόνης. Πιλότοι τρίτης και τέταρτης διαλογής περνούσαν για κανένα σπάνιο ανταλλακτικό για τα σκάφη τους. Τα μωβ κατσιβελάκια Πίθπε, με τις ριγωτές τους ουρίτσες, βουτούσαν μέσα στους σωρούς από μεταλλικά κελύφη για να βρουν κάποιο ποζιτρονικό μπουζί ή μια ράβδο σύντηξης χωρίς ψεγάδι. Τα πουλούσαν στους τυχοδιώκτες για ένα μικρό μπαχτσίσι. Θυμόταν από πάντα το μέρος ως παρακμιακό, το έβλεπε όμως τώρα κάπως… χειρότερα. Ίσως έφταιγε η επιλεκτικά νοσταλγική του μνήμη. Η πινακίδα πάνω στην αψίδα της εισόδου ήταν ίδια και απαράλλαχτη. Έλεγε με κόκκινα γράμματα «Τα Μεθυσμένα Φεγγάρια».

«Μεθυσμένα Φεγγάρια;» αναρωτήθηκε. Ήταν σίγουρος ότι το όνομα του μπαρ ήταν “Το Μεθυσμένο Φεγγάρι”. Λάθος το θυμόταν τόσα χρόνια; Πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε μέσα.

 

Όπως το θυμόταν ήταν απ’έξω, όπως το θυμόταν και μέσα. Και είχε κόσμο. Ξένοι στην πλειοψηφία τους, έμποροι και πιλότοι, κυνηγοί θησαυρών και ηδονιστές, νοσταλγοί ίσως οι περισσότεροι. Το βλέμμα του σκάναρε πρώτα τον διάκοσμο, διόρθωσε την εικόνα που είχε στη φαντασία του. Μικρολεπτομέρειες. Πρώτα κόλλησε στις τρεις Μπότιρας σερβιτόρες, τις φαρδοκάπουλες με τα έξι μαστάρια και την εφαρμοστή, διχτυωτή στολή τους. Σε κάθε τους πέρασμα οι γλουτοί τους χάιδευαν τους καθισμένους πελάτες προκλητικά. Θα πρέπει όμως να ήταν νωρίς ακόμα, καθώς η βαβούρα και το κέφι ήταν κάπως πεσμένα. Μετά άρχισε να μελετάει τις φάτσες στα τραπέζια. Έψαχνε με αδημονία κάποιο γνώριμο πρόσωπο, και όχι ένα οποιοδήποτε γνώριμο πρόσωπο. Ο μπάρμαν του ήταν τελείως άγνωστος. Θηλυκός πελάτης ούτε ένας. Τρία ανδροειδή τιτίβιζαν σε μια γωνία ρουφώντας καλώδια. Ένα κυβόργιο σε ένα σκαμπό δεν έκανε καμία προσπάθεια να κρύψει αυτό που ήταν. Με έναν φωτοπλάστη γυάλιζε επιδεικτικά τον εκτεθειμένο του εξωσκελετό. Ο Κ’ντιν έψαχνε για άνθρωπο, όχι εξωγήινο. Όχι ντόπιο, και άρα οι πιθανότητες να βρισκόταν και εκείνος σε αυτό το μπαρ, τη μέρα και ώρα που είχε διαλέξει ο Κ’ντιν να έρθει, θα πρέπει να ήταν μία στις…

«Π’νικ!» αναφώνησε. Εδώ ήταν το ραμολί ρεμάλι.

Το τραπέζι ήταν σε μια μικρή εσοχή του διάκοσμου. Ο Π’νικ φορούσε αυτούς τους καινούργιους εμφυτευμένους φακούς, που όπως διαφημίζονται, όχι μόνο βελτιώνουν την όραση, επιτρέπουν στον φορέα να διαβάζει τον αριθμό κρουαζιερόπλοιου σε τροχιά του πλανήτη, ή να μετρούν τις κεραίες μιας ψείρας ψιτ στα γένια ενός ναύτη. Σαν αποτέλεσμα οι κόρες των ματιών δείχνουν αφύσικα μεγεθυσμένες, και ο Π’νικ, όπως τον κοίταζε τώρα σαστισμένος, παρά τις αβυσσαλέες του ρυτίδες, έμοιαζε με χαριτωμένο, χαμένο κουταβάκι.

«Π’νικ! Γερο-μπαγάσα, με ξέχασες βρε;!» φώναξε ανοίγοντας ο Κ’ντιν τα μπράτσα του.

Τα μάτια του Π’νικ άρχισαν να γουρλώνουν και να ξεγουρλώνουν, με τον ίδιο να βαράει το κεφάλι του για να εστιάσει το βλέμμα του.

«Όπα! Τι’ναι αυτό;! Ένα λεπτό…» ούρλιαξε.

Ο Κ’ντιν κοκκάλωσε.

«Έ…;»

«Μπλιάχ, αηδιαστικά ροζ πλοκαμάκια γύρω-γύρω!» Άλλο ένα χαστούκι στον εαυτό του και τα μάτια του Π’νικ μαζεύτηκαν κάπως. «Τα ρουθούνια σου θέλουν φροντίδα φίλε μου…»

Ο Κ’ντιν έκανε να σκαλίσει το ρουθούνι του αλλά πάγωσε σκιαγμένος. Ο άλλος του χαμογέλασε ξαφνικά πλατιά.

«Ξέχασε το, δεν ήταν τίποτα» είπε, και έσκυψε μπροστά, σα να ετοιμαζόταν να φιλήσει το τραπέζι του. Μετά, με τις κλειδώσεις του να γυρνούν ροκάνες, σηκώθηκε από την καρέκλα πριν ισιώσει πάλι το σώμα του.

«Κ’ντιν-Κ΄ντιν! Πώς να σε ξεχάσω, που ίδιος και απαράλλαχτος έμεινες» είπε βραχνά με τη σειρά του, ανοίγοντας κι εκείνος τα μπράτσα του. Χρειάστηκαν λίγο χρόνο να πάνε γύρω από το μικρό, στρογγυλό τραπέζι μέχρι να συναντηθούν και να αγκαλιαστούν.

«Ω τι κομπλιμάν» είπε ο Κ’ντιν.

«Τι κομπλιμάν βρε μπισμπίκι, που εγώ ξέρω ότι πλησιάζεις τα διακόσια; Για ανταλλακτικά ήρθες από τα μέρη μας;»

Κουτούλισαν τα κεφάλια τους και έμειναν έτσι κολλημένοι. Άρχισαν να σπρώχνονται αλλά δεν ήταν εύκολο να διαχωρίσουν τα κούτελα τους.

«Τι έγινε;» έκανε ο Κ’ντιν αλληθωρίζοντας.

«Έχω μεταλλική πλάκα στο μέτωπο. Εσύ τι έχεις;»

«Εμφύτευμα τζι-πι-ες με μαγνητική πυξίδα διαγαλαξιακής εφαρμογής.»

«Πυξίδα;»

«Στην ηλικία μου χάνεται κανείς εύκολα, ή ξεχνά που πάρκαρε το διαστημόπλοιο…»

«Βρε γέρο ξούρα…»

«Άντε μωρέ τζόβενο…»

Κατάφεραν με άλλο ένα σπρώξιμο να χωρίσουν. Έκαναν πίσω και κοιτάχτηκαν.

«Απ’ότι βλέπω όμως» ανταπέδωσε ο Κ’ντιν, «εσύ πρέπει να είσαι ο μόνιμος εδώ. Δεν υπήρχε καμία πιθανότητα στο εκατομμύριο να σε πετύχω έτσι τυχαία.»

Γέλασαν και οι δύο, επέστρεψαν στο τραπέζι και με νέα τριξίματα προσγειώθηκαν κάνοντας επίπονες γκριμάτσες σε αντικριστές καρέκλες.

 

Ο Π’νικ φορούσε τις λευκές εργατοφόρμες με το κρεμ γιλέκο από πάνω, που ήταν, για κάποιο λόγο, το αγαπημένο ντύσιμο στον Πράιμ 4. Δεν ξεχώριζε από τους ντόπιους, που όλοι είχαν να επιδείξουν την ίδια μαυρίλα και μουτζούρα στα ρούχα τους. Μυστήρια επιλογή χρωμάτων σε έναν τόπο που κατέβαζε συνεχόμενα σκόνη από τους λόφους και καπνιά που έφερνε ο άνεμος από τις φλεγόμενες χωματερές. Με έκπληξη τώρα ο Κ’ντιν κοίταζε τον παλιό του φίλο, με ένα τεράστιο πιατάκι στάχτες και αποτσίγαρα μπροστά του, και με μόλις τρία άδεια ποτήρια σιροπιαστού καφέ δίπλα.

«Μα, καπνίζεις; Εσύ;» ρώτησε έκπληκτος ο Κ’ντιν.

Ο άλλος χτύπησε το στήθος του δύο φορές, προκαλώντας μια υπόκωφη μεταλλική ηχώ.

«Ερ-Τεκ, μονάδα φίλτρου και ανακύκλωσης, μοντέλο βιξ-πι-πι. Δεν έχω δικά μου πνευμόνια. Πήγαν πουφ χωρίς να πάρω μία τζούρα όλη μου τη ζωή. Άσε, πονεμένη ιστορία. Σκύβεις να κοιτάξεις μια μέρα γιατί δεν δουλεύει η τοστιέρα και πριν πεις “μυρίζει καμένο” σε τρέχουν σηκωτό στα βιονικά κουβούκλια. Κατάλαβες; Πουφ, τα πλεμονάκια μου! Πήρα κι εγώ κάτι ανάποδες. Τώρα του δίνω και καταλαβαίνει.»

Σαν επιβεβαίωση άναψε άλλο ένα πουράκι, στραβό, καφετί και με μια απίστευτη ξινή μυρωδιά. Ρούφηξε ηδονικά την άκρη του.

«Λυπάμαι,» είπε ο Κ’ντιν, καλύπτοντας τη μύτη του. «Έχεις κάνει κι εσύ τις επεμβασούλες σου βλέπω.»

«Πνευμόνια, μάτια, γόνατα, στομάχι, άντερο. Σπουδαίο πράγμα το άντερο, στην ηλικία μας. Εκκενώσεις άλφα-άλφα. Φλας-Πλας Ωμέγα. Με Ούλτρα-Τάιτ Σφίχτερ Μπακ-Απ. Τέρμα τα “έχετε τουαλέτα;” ή “αμάν δεν θα προλάβω”, ή το “πρέπει ν’αλλάξω βρακί.”»

«Καλά ακούγονται όλα αυτά αλλά ξέχασες κάτι ρυτίδες εκεί πέρα φίλε μου. Πως αφέθηκες έτσι;»

«Φροντίζω μόνο την υγεία μου. Εγώ που βλέπεις σέβομαι τα γηρατειά μου.»

«Μια ζωή παράξενος. Δεν άλλαξες καθόλου.»

«Ούτε κι εσύ άλλαξες. Κυριολεκτικά δηλαδή, νάρκισσος φορέβερ.»

Πάνω στη στιγμή πέρασε μια σερβιτόρα, ρίχνοντας ένα μικρό σπρώξιμο στον Κ’ντιν με την αφράτη της περιφέρεια. Δεν μπορούσε να μην στρέψει το βλέμμα του στα αβυσσαλέα εκείνα οπίσθια όπως απομακρύνονταν από το τραπέζι τους. Άρχισε κάτι νοήματα με λαιμό, φρίδια, στραβά βλέμματα, δείχνοντας προς τη σερβιτόρα. Ο Π’νικ τον κοίταζε με τα τεράστια του μάτια χωρίς να καταλαβαίνει.

«Όλα καλά;» ρώτησε.

«Λέω: το μπαρ διαθέτει ακόμα τα πίσω δωμάτια με τις γαλαζοδέρματες χορεύτριες;»

«Ακόμα εκεί έχεις τα μυαλά σου;»

«Γιατί, εσύ δεν; Ε όχι κι έτσι! Σεβασμός στα γηρατειά, αλλά δεν μας βγήκε ακόμα η ψυχή!»

«Άσε να μαντέψω, έχεις αναβαθμιστεί και σε αυτόν τον τομέα.»

«Εσύ όχι;»

«Ε, κάτι κάναμε κι εμείς. Αλλά φίφτυ περ-σεντ. Πρώτο μας μέλημα ήταν να μην κατουράμε τα ίδια μας τα παπούτσια. Και να πετυχαίνουμε τη λεκάνη.»

«Μα είναι δυνατόν να κοιτάζεις αυτές τις σερβιτόρες και να μην φουντώνεις;»

«Καλύτερα έτσι. Έχω απαλλαγεί από τον ένα μεγάλο μπελά της ζωής μου.»

Το βλέμμα του Κ’ντιν σκοτείνιασε ξαφνικά.

«Ωχ…»

«Τι ωχ… Φούντωσες;»

«Κάτι άλλο πρέπει να είναι. Στάσου λίγο, θα μου περάσει…»

«Είσαι σίγουρος; Να καλέσουμε καμιά χορεύτρια; Σου φτάνει μία;»

«Άσε μην έχουμε καμιά ζημιά.»

«Ζημιά; Έλα πια, κόψε κάτι.»

«Όχι-όχι, σοβαρά. Είναι που λες και ο λόγος της επίσκεψης μου εδώ.»

«Οι χορεύτριες;»

«Όχι βρε…»

Ο Κ’ντιν έδειχνε ανήσυχος. Έβγαλε ένα μαντήλι και σκούπισε το μέτωπο του.

«Είσαι καλά;» ρώτησε ο Π’νικ.

«Ναι μια χαρά, αλλά…»

Ο Π’νικ έδωσε μια παλαμιά στο κούτελο του.

«Μα είμαι γάιδαρος. Δεν σε ρώτησα αν θέλεις κάτι. Να σε φιλέψω.»

«Μα ναι, ευχαριστώ. Σερβίρουν ακόμα το δοντίχ;»

Ο Π’νικ χαμογέλασε.

«Τι Μεθυσμένο Φεγγάρι θα ήταν αν δεν είχε δοντίχ;»

Γύρισε προς τον μπάρμαν και φώναξε την παραγγελία τους.

«Δύο δοντίχ!»

«Μα καλά» είπε ο Κ’ντιν, «είναι ένα τελικά ή πολλά τα μεθυσμένα φεγγάρια;»

Ο Π’νικ ανασήκωσε τους ώμους του.

«Ένα ήταν. Αλλά όπως άκουσα πολλοί το θυμούνταν πάντα λάθος. Ίσως έφταιγαν και τα πολλά δοντίχ που τους έκαναν να τα βλέπουν όλα διπλά και πολλαπλά. Έτσι το αλλάξαμε.»

«Μιλάς σαν να είσαι μόνιμος εδώ.»

«Όπως τα λες. Νοικιάζω ένα χαμόσπιτο εδώ πίσω. Που αλλού να πάω στην ηλικία μου; Δεν μού’μεινε και κανείς. Καλά είναι. Με τη συνταξούλα, και όσα περισσεύουν μετά από τις δόσεις για τα εμφυτεύματα, τα βγάζω πέρα.»

«Ακούς κάτι;»

«Σαν τι;»

«Ακούς κάποιον ήχο;»

«Όχι.»

«Περίμενε…»

Ο Κ’ντιν είχε χλομιάσει και αφουγκραζόταν πανικόβλητος.

«Δεν δείχνεις καλά. Να φωνάξουμε κανένα γιατρό;»

«Αν συμβεί κάτι, ειλικρινά δεν θα φταίω…»

«Σαν τι να συμβεί;»

Για μια στιγμή ήταν σα να είχε σταματήσει ο χρόνος. Στο μπαρ μέσα για ένα μακρύ δευτερόλεπτο δεν υπήρχε καν ήχος. Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα βροντερό ρέψιμο του Κ’ντιν που έκανε κεφάλια να γυρίσουν προς το μέρος τους.

«Δόξα τω θεώ, ήμαστε ακόμα όρθιοι» είπε.

«Θα μου πεις τι σ’έχει πιάσει;»

«Μάλλον η πίτσα με τα λουκάνικα που έφαγα στη πτήση φταίει.»

 

Μια Μπότιρας εναπόθεσε στο τραπέζι τους δύο ψηλά ποτήρια με το ποτό δοντίχ. Ο Κ’ντιν, ανήμπορος να αποφύγει τη θέα του τριπλού ντεκολτέ της σερβιτόρας βόγκηξε. Πήρε αμέσως μια γουλιά από το ποτήρι του.

«Από πού να αρχίσω και που να καταλήξω. Έχω που λες μπελάδες. Την έχω βάψη άγρια. Με καταζητούν.»

«Σε καταζητούν; Τι εννοείς;»

«Νομίζουν ότι είμαι τρομοκράτης.»

«Εσύ;»

Ο Π’νικ άρχισε να γελάει. Κατέληξε να βήχει και ήπιε το δοντίχ του να συνέλθει.

«Κοίτα έναν τρομοκράτη» είπε πνιχτά, «Τι έκανες, τους εκσφενδόνισες τις βιονικές πάνες ακράτειας σου;»

«Κοντά έπεσες.»

«Δηλαδή-δηλαδή;»

«Με αποκαλούν “βομβιστή.” Είμαι “ο τρελός βομβιστής του Πέμπτου του Κενταύρου”. Με έχετε ακουστά σε αυτά τα μέρη φίλε μου;»

Τα μάτια του Π’νικ είχαν κολλήσει μόνιμα γουρλωμένα. Αν άλλαξε έκφραση δεν ήταν εύκολο να φανεί.

«Ακουστά. Εσύ ο βομβιστής του Κενταύρου; Δεν το πιστεύω.»

«Σε ευχαριστώ. Αλλά εγώ είμαι.»

«Μα πως; Τι έγινε;»

 

«Ξεκίνησε χρόνια πριν. Φιλάρεσκος ήμουν πάντα. Το ξέρεις. Από τη μία μου άρεσε να φωτογραφίζομαι. Και από την άλλη να βγάζω ακτινογραφίες. Ήθελα να δείχνω υπέροχος και στα δύο. Τι τα θες, ήμουν απλά υποχόνδριος. Το παραδέχομαι. Το θέμα της υγείας ήταν μεγάλο ζήτημα για μένα. Δεν ήταν μόνο οι διαπλαστικοί χειρούργοι που με γνώριζαν δηλαδή. Και μετά ήρθε η νοσηλευτική νανοτεχνολογία. Στρατιές λιλιπούτειων ρομπότ στο αίμα που σου ρύθμιζαν χοληστερίνη, ουρικό οξύ, ζάχαρο, τριγλυκερίδια, αιματοκρίτες, ενώ αργότερα, με την αναβάθμιση της τεχνολογίας μπορούσαν να εξοντώσουν κάθε βλαβερό σώμα, ιούς ή καρκινώματα. Είχαμε αγγίξει την αθανασία φίλε μου. Θυμάσαι τους “νανανίτες”; Με εγγύηση μακρύτερης διάρκειας συντήρησης; Ήταν ένας τρόπος για να διαφημίσεις ότι δεν αποβαλλόντουσαν με το πρώτο χέσιμο. Είχες στην άνεση του σπιτιού σου ένα μίνι-κέντρο ελέγχου για να επικοινωνείς μαζί τους, και να τους προγραμματίζεις σε νέα καθήκοντα. Μέσα σε περιορισμένα πλαίσια φυσικά. Μπορούσαν να κάνουν πέντε ή έξι διαφορετικές επεμβάσεις, τίποτα παραπάνω. Κι αυτό το μοντέλο το απόκτησα. Μετά ήρθαν τα νανοζούμ, αυτοματοποιημένα ιατρονιντζάκια, που δεν είχαν ανάγκη κέντρο ελέγχου. Γενικώς, ό,τι υπήρξε από αυτή τη νανοτεχνολογία την τρόμπαρα σε αυτό το κορμί που βλέπεις. Το βλέπεις;»

Ο Π’νικ έδωσε μια στον κρόταφο του και στροβιλίστηκαν οι φακοί του.

«Αμ βλέπω.»

«Κι όλα αυτά πριν την νανοεξέγερση, τους πολέμους, τα σκάνδαλα και την απαγόρευση φυσικά. Δεν ξέρω αν έμειναν άλλοι σαν κι εμένα αλλά…»

Ο Κ’ντιν κοίταξε καχύποπτα στο μπαρ γύρω τους να δει μήπως τους άκουγε κανείς. Άδειασε το δοντίχ στο λαρύγγι του και έσκυψε προς τον Π’νικ.

«Έχω δύο συκώτια» ψιθύρισε.

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω. Ίσως αντιπαλότητες, διαφορές σε τακτική περίθαλψης, ζήλιες… πιθανό να έχω κι άλλα όργανα εις διπλούν… δεν έχω ιδέα πλέον τι γίνεται εκεί μέσα…»

«Μα τι εννοείς; Έχεις ακόμα μέσα σου…!»

«Σσσς! Πιο σιγά. Δε λένε να με αφήσουν με τίποτα. Νομίζω ότι παρά την εκκαθάριση που μας πέρασαν όλους, με εκείνη τη διαολεμένη τρόμπα που μας έχωσαν εκεί που καταλαβαίνεις, δεν τα έβγαλαν όλα.»

«Αν είναι σαν την τρόμπα με την οποία μου αφαίρεσαν κάτι μετεωρίτες, αχ ουριθρίτσα μου, σε καταλαβαίνω.»

«Οι δικοί μου νανομπαγάσες ήξεραν και είχαν βρει τον τρόπο να κρύβονται. Είναι πανούργοι. Όταν έρθει η ώρα για το χέσιμο, αποφεύγουν τον κώλο σαν το διάβολο. Δοκίμασα ό,τι μπορείς να φανταστείς από καθαρτικά, και αιματοκαθαρτικά, δεν – βγαίνουν. Πήγα σε γιατρούς, δεν τους βρίσκουν. Κανείς δεν με πιστεύει πια. Αν επιμείνω στο τέλος θα με χώσουν σε κάποιο τρελάδικο. Τους ακούω όμως στη σιγαλιά της νύχτας όταν πέφτω για ύπνο. Τσάγκα-τσούγκα, τσάγκα-τσούγκα, μάτι δεν μπορώ να κλείσω από το πατιρντί. Πήγα σε έναν κομπογιαννίτη που είχε εφεύρει νανοκομάντο που ήταν προγραμματισμένα να ξετρυπώσουν προηγούμενα σαν και δαύτα και τα κατάπια και εκείνα. Δεν ξανάκουσα νέα τους. Έχω όμως καταλάβει ότι αυτά τα αναθεματισμένα έχουν χωριστεί σε παρατάξεις μέσα μου. Νομίζω ότι είναι τουλάχιστο τρεις ομάδες που μάχονται η μία την άλλη, για το ποια θα κυριαρχήσει στο σώμα. Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνουν εκεί, πέρα από το να χτίζει ο καθένας το συκώτι ή τη σπλήνα που θέλει… αλλά ευθύνονται για την υποτιθέμενη βομβιστική μου δράση. Φοβάμαι να φταρνιστώ, να βήξω, να…»

«Εννοείς ότι…»

«Την πρώτη φορά ήταν μια κλανιά σε εστιατόριο που πήρε τον πίσω τοίχο του μαγαζιού. Πίστεψε με, εμένα με πόνεσε περισσότερο. Το ίδιο και η πτώση εκείνου του Ερ-Μπας, στο οποίο επέβαινα παρακαλώ και που εκείνη τη στιγμή έτυχε να κάθομαι σε μία από τις τουαλέτες του. Μια τόση δα πορδούλα ήταν, τόση δα, που διαπέρασε όλο το κύτος του αεροθούμενου.»

«Και στη Μεγάπολη; Εκείνο πως το εξηγείς;»

«Μπορώ μόνο να εικάσω, γιατί δεν ήμουν καν κοντά στο σημείο. Είμαι αθώος σου λέω. Πως να προβλέψω κάτι τέτοιο; Επιχείρησα στα μουλωχτά κάτι ιατρικές εξετάσεις και είχα παραδώσει στο ιατρικό κέντρο ένα μπουκαλάκι με τα ούρα μου.»

«Έφυγε λένε όλο το τετράγωνο.»

«Πάρκο ήταν το περισσότερο, ευτυχώς.»

Ο Π’νικ σκούπισε το μέτωπο του με ένα παλιό μαντήλι.

«Δεν ξέρω για σένα, καημένε μου φίλε, αλλά είμαι έτοιμος τώρα να παραγγείλω εκείνα τα ξεδοντίχ.»

«Περίμενε.»

«Τι να περιμένω;»

«Ήρθα εδώ απελπισμένος. Αυτό που θέλω τώρα είναι… ένα δοντίχ ακόμα.»

«Ξέρεις ότι αυτό δεν γίνεται. Για κάθε δοντίχ πρέπει πρώτα να πιείς τρία ξεδοντίχ.»

«Ναι το ξέρω. Αλλά αν δεν το κάνω έτσι;»

«Άντε πάλι. Πρωτάρης είσαι; Δεκαετίες το αναρωτιούνται οι έξυπνοι, δεν έχει γίνει ποτέ.»

«Γιατί;»

«Γιατί δεν-γίνεται. Και φίλος μου να ήταν ο μπάρμαν, θα μας σάπιζε στο ξύλο έτσι και αστειευόμασταν καν να κάνουμε τέτοια παραγγελία.»

Ο Π’νικ σήκωσε το χέρι του προς το μπαρ και σε λίγο η σερβιτόρα είχε αφήσει στο τραπέζι έξι σφηνάκια ξεδοντίχ. Ο Κ’ντιν βόγκηξε στη καμπυλωτή θέα της και κόλλησε το ένα μπούτι του πάνω στο άλλο. Έσκυψε προς τον φίλο του και ψιθύρισε.

«Πιες τα εσύ και τα έξι.»

«Α μα ούτε αυτό γίνεται.»

«Γιατί…»

«Γιατί δεν επιτρέπεται. Οι προμηθευτές του ποτού δεν θα μπορούσαν να είναι πιο ξεκάθαροι, τρία ξεδοντίχ για κάθε δοντίχ, ένα δοντίχ πριν τρία ξεδοντίχ.»

«Είναι ξεκάθαρα ένα εμπορικό τέχνασμα.»

«Μα τι νομίζεις εσύ ότι θα πετύχεις με αυτό;»

«Δεν ξέρω. Αλλά ποτέ πριν δεν υπήρξε άνθρωπος πιο έτοιμος από μένα για να μάθει. Νιώθω πολύ περίεργα τελευταία. Και όποιες και να είναι οι συνέπειες, έχω δύο συκώτια είπαμε. Αυτό πρέπει να μετράει σε κάτι.»

«Α πα-πα.»

«Τα νανάκια δεν θα με αφήσουν να πάθω κακό.»

«Κι εμείς οι υπόλοιποι; Δεν νομίζω ότι τα ελέγχεις ακριβώς.»

«Πιες τα ξεδοντίχ.»

«Κι εσύ.»

«Όχι.»

«Θα μας πιάσουν.»

«Δεν βλέπω να μετράει κανείς. Εσύ βλέπεις;»

«Βρε τρομοκράτη, γιατί μου το κάνεις αυτό; Άσε με να ζήσω τα χρονάκια που μου έμειναν. Πήγαινε να ξεχαρμανιάσεις με καμιά χορεύτρια…»

«Είμαι απελπισμένος. Έχω κάνει τον γύρο του ήλιου με ψευδοπροστατευτική στολή. Έφαγα την ραδιενέργεια του σύμπαντος και έλαμπα σαν γλόμπος για έναν χρόνο. Με βλέπεις να λάμπω σήμερα; Και μου λες ότι θα με ξεκάνει ένα δοντίχ;!»

«Κι εγώ; Πως θα πιώ έξι ξεδοντίχ, μετά από ένα δοντίχ;»

«Προσποιήσου τότε, χύσ’τα κάτω.»

«Εσύ προσποιήσου, δικά σου είναι» έκανε εκνευρισμένος ο Π’νικ.

Οι σόλες που διέθεταν οι μπότες των πιλότων, μαθημένες στις μεταλλικές γρίλιες των διαδρόμων των πλοίων τους, στα Μεθυσμένα Φεγγάρια έτριζαν πάνω στο κολλώδες πάτωμα του μπαρ. Είχε απ’όλα το μάρμαρο του, ούρα, αίμα, σάλια, σπέρμα, λοιπές σωματικές εκκρίσεις και χυμένα ποτά. Το πριονίδι με το οποίο είχαν πασπαλίσει το πάτωμα ήταν αρκετών ημερών και ληγμένο. Ξεκίνησαν τα σφηνάκια, με τον Π’νικ να καταπίνει τα δικά του, τον Κ’ντιν περίτεχνα να τα αδειάζει κάτω από το τραπέζι.

 

Όταν τέλειωσαν ήταν σα να είχε περάσει ένας αιώνας από πάνω τους. Ο μπάρμαν ήταν απασχολημένος με μια παρέα πιλότων που μόλις είχαν μπει και είχαν φέρει την πρώτη βαβούρα της βραδιάς. Οι σερβιτόρες συνέχιζαν να φλερτάρουν με την πελατεία, και ο ρεσεψιονίστ των πίσω δωματίων είχε αρχίσει να δέχεται επισκέψεις. Οι δύο φίλοι κοιτάχτηκαν.

«Απ’ό,τι βλέπω, δεν ήρθε το τέλος του κόσμου» σχολίασε ο Κ’ντιν.

«Εγώ πάντως τα χρειάστηκα. Νόμισα ότι θα τα έκανα πάνω μου.»

«Αν πρέπει να πας…»

«Α πήγα.»

«Πότε;»

«Τώρα μόλις. Εσωστρεφής στρόφιγγα άντλησης ούρων. Με υποδόριο μπιτονάκι άμεσης καύσης. Που να ψάχνεις για τουαλέτα την τελευταία στιγμή, ή να σηκώνεσαι από το κρεβατάκι σου στα μισά της νύχτας.»

«Δηλαδή τα έκανες τελικά πάνω σου.»

«Άσε τις εξυπνάδες. Δεν είναι το ίδιο.»

 

Αυτή τη φορά ο Κ’ντιν σήκωσε το χέρι του προς το μπαρ.

«Δύο δοντίχ» φώναξε.

«Μας κοίταξε περίεργα ή μου φάνηκε;» τραύλισε ο Π’νικ.

«Σου φάνηκε.»

Τα δοντίχ ήρθαν στο τραπέζι. Αυτή τη φορά ο Κ’ντιν δεν αναστέναξε στα οπίσθια της σερβιτόρας. Κοίταζαν και οι δύο σαν μαρμαρωμένοι τα ποτήρια.

«Και τώρα;» ρώτησε ο Π’νικ.

«Τι τώρα;»

«Τι κάνουμε;»

«Πίνουμε τα δοντίχ μας.»

«Εγώ το δικό μου μπορώ.»

Ο Π’νικ το κατέβασε όλο, ηδονικά. Ο Κ’ντιν συνέχισε να κοιτά το δικό του. Ο Κ’ντιν έκανε να απλώσει το χέρι του.

«Μη!» φώναξε ο Π’νικ πανικόβλητος.

Ο Κ’ντιν τράβηξε το χέρι του σα να τον χτύπησε ρεύμα.

«Σκάσε!»

«Συγνώμη, αλλά φοβάμαι» απολογήθηκε ο Π’νικ.

Ξαφνικά ο Κ’ντιν έκλεισε τα μάτια του, έγειρε το κεφάλι του και άρχισε να ροχαλίζει. Ο Π’νικ τον κοίταξε σαστισμένος.

«Ε, ψιτ! Κ’ντιν;»

Άνοιξε το ένα βλέφαρο του Κ’ντιν.

«Έχω φως» είπε.

«Ναι; Και θα το μοιραστείς μαζί μας;»

Άνοιξε και το άλλο βλέφαρο.

«Έχουμε πλήρη εικόνα!» είπε ισιώνοντας την πλάτη του. «Βλέπουμε έξω. Δεν έχω όμως ήχο. Δώσε ήχο. Ναι, ναι, ακούω… Βλέπουμε και ακούμε τον έξω κόσμο. Αφή. Έχουμε αφή;»

Μια σερβιτόρα πέρασε δίπλα από τον Κ’ντιν. Άπλωσε το χέρι του και χούφτωσε το δεξί ημισφαίριο των θεσπέσιων γλουτών της. Κάνοντας μια ελαφριά στροφή η Μπότιρας του άστραψε ένα χαστούκι πριν συνεχίσει στο επόμενο τραπέζι.

«Το νιώσαμε αυτό» είπε ο Κ’ντιν.

«Είσαι καλά;» ρώτησε ο Π’νικ.

Ο Κ’ντιν κοίταξε τον Π’νικ σα να τον έβλεπε για πρώτη φορά.

«Τι είσαι εσύ;»

«Σε ξεκουρδίσανε για τα καλά φουκαρά μου…»

«Έχω επαφή με άλλη μια μονάδα. Ο κόσμος έξω είναι τεράστιος. Έχει πολλές μονάδες σαν και τη δική μας. Δεν είμαστε ένας. Δεν είμαστε μοναδικοί.»

Ο Κ’ντιν κρέμασε τους ώμους του και βυθίστηκε στην καρέκλα του.

«Είναι όπως το φοβόντουσαν κάποιοι από μας. Είναι άσκοπο. Η ύπαρξη μας δεν έχει νόημα.»

«Μην απελπίζεστε βρε» είπε ο Π’νικ. «Δεν γνωρίσατε ακόμα τις γαλάζιες μας χορεύτριες. Η ζωή πάντα έχει και τη γλυκιά της πλευρά.»

«Μας μένει μόνο μια διέξοδος. Εναλλακτική στροφή Ωμέγα.»

«Δηλαδή;»

«Τελικός αφανισμός δια νουκλεϊκού ολοκαυτόματος. Αρχίσατε την αντίστροφη μέτρηση.»

Ο Π’νικ πάσχισε να πεταχτεί μακριά από το τραπέζι αλλά δυσκολευόταν και να σηκωθεί.

«Όλοι έξω» είπε ξέπνοα χωρίς να τον ακούσει κανένας.

Τα μάτια του Κ’ντιν άρχισαν να κλείνουν πριν ξανανοίξουν ξαφνικά. Ο Π’νικ πάγωσε, έμοινε με τα μάτια του να κοιτάζουν γουρλωμένα.

«Tι έγινε; Με πήρε ο ύπνος; Μου τρέξαν σάλια;»

Ο Κ’ντιν ψηλάφισε το πηγούνι του.

«Πω… πως νιώθεις;» τραύλισε ο Π’νικ.

«Περίεργα. Νιώθω ένα…»

«Φούντωμα;»

«Φούσκωμα θα το έλεγα. Ποιος ξέρει τι ετοιμάζουν οι μπαγάσες…»

Ο Π’νικ έπεσε βαρύς πίσω στη θέση του. Έσπρωξε το ποτήρι προς τον Κ’ντιν.

«Πιες. Πιες το δοντίχ σου να παν τα φαρμάκια κάτω.»

«Τι λες να συμβεί αν πιώ;»

«Δεν έχει σημασία, πιες, κι αν προλάβουμε θα σε κεράσω μια γαλαζοδέρματη χορεύτρια.»

 

Ντίνος Χατζηγιώργης

 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

 

Συγνώμη, αλλά πως ξύπνησε; Πήγε να γίνει το ολοκαύτωμα και ξύπνησε κι έτσι σώθηκαν όλοι;
 Ελπίζω το δοντιχ να ξετινάξει όλους τους νανίτες. Κρίμα που δεν μαθαίνουμε

 

Έβαλε καινούρια ιστορία ο Ντίνος; Δεν μπορούσα να μη τη διαβάσω. Ευρηματικά τα καινούρια ονόματα, οι καινούριες λέξεις τα καινούρια επίθετα. Όλα τα κάνεις τόσα φυσιολογικά σαν να υπήρχε η γλώσσα πάντα. Όπως έκανες πάντα.. Ευρηματικό και πάρα πολύ αστείο το τι μπορεί να γίνει με τα νανορομπότ...  Γράψε κι άλλο Ντίνο...

Edited by Διγέλαδος

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

 

Συγνώμη, αλλά πως ξύπνησε; Πήγε να γίνει το ολοκαύτωμα και ξύπνησε κι έτσι σώθηκαν όλοι;

 Ελπίζω το δοντιχ να ξετινάξει όλους τους νανίτες. Κρίμα που δεν μαθαίνουμε

 

Έβαλε καινούρια ιστορία ο Ντίνος; Δεν μπορούσα να μη τη διαβάσω. Ευρηματικά τα καινούρια ονόματα, οι καινούριες λέξεις τα καινούρια επίθετα. Όλα τα κάνεις τόσα φυσιολογικά σαν να υπήρχε η γλώσσα πάντα. Όπως έκανες πάντα.. Ευρηματικό και πάρα πολύ αστείο το τι μπορεί να γίνει με τα νανορομπότ...  Γράψε κι άλλο Ντίνο...

 

Σε ευχαριστώ Διγέλαδε για την ανταπόκρηση και τα σχόλια σου.

 

 

Πρώτον, ξύπνησε γιατί ξανακρύφτηκαν τα νανορομπότ. Δεύτερον, δεν σώθηκαν, η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει. Εξού και γιατί πλέον του λέει "Πιες το δοντίχ σου". Λίγο πριν το τέλος, δεν έχει πια σημασία.

 

Edited by DinoHajiyorgi

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Ωραία ιστορία, διασκεδαστική. Αν τα αέρια κάνουν τέτοιες ζημιές σκέψου τι θα κάνει το φούντωμα!

Και εγώ αυτό συμπέρανα ότι η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε ή τουλάχιστον αυτό υποθέτει ο Π' νικ.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..