Jump to content
Sign in to follow this  
SymphonyX13

Mια τέλεια μέρα

Recommended Posts

SymphonyX13

Όνομα Συγγραφέα:SymphonyX13
Είδος: Funny
Βία;Όχι
Σεξ; Όχι...εε...χμμ...ίσως μια σκηνή στο τέλος! :rofl2:
Αριθμός Λέξεων:2155
Αυτοτελής;  Ναι....αν και έχει μια, κατά κάποιο τρόπο, συνέχεια, με παρεμφερή τίτλο, που θα ακολουθήσει στις Ιστορίες Τρόμου.
Σχόλια: Άλλο ένα επεισόδιο της σειράς "Ταλαιπώρησε τον φίλο σου, βάζοντάς τον, πρωταγωνιστή στις ιστορίες σου, όπου θα περνάει τα μύρια όσα!" Ελπίζω να σας διασκεδάσει.. :)
Αρχείο:Μια τέλεια μέρα.doc

 

 

Μια τέλεια μέρα

 

Ο Σπύρος ακούμπησε στο τραπεζάκι με το λάπτοπ, την φραπεδιά με το λίγο νερό και τα πάρα πολλά παγάκια και μια αίσθηση ότι αυτή την στιγμή την έχει ξαναζήσει τον πλυμμήρησε, αλλά την αγνόησε γρήγορα. Κάθησε αναπαυτικά και ετοιμάστηκε να αρχίσει να γράφει την νέα περιπέτεια του φίλου του, του Δημήτρη. Είχε γράψει πρόσφατα άλλη μία με τον ίδιο πρωταγωνιστή, αλλά απάντηση σε αυτό το ιδιότυπο παιχνίδι που είχαν, δεν είχε διαβάσει ακόμα. Δεν τον παρεξηγούσε, ήξερε τους αργούς ρυθμούς με τους οποίους έγραφε ο φίλος του και την δυσκολία που είχε να κατεβάσει ιδέες. Γι΄αυτό θα φρόντιζε να του δώσει ένα ερέθισμα παραπάνω με αυτήν την ιστορία.

 

Η ιδέα του είχε έρθει ενώ έβλεπε ένα θρίλερ επιστημονικής φαντασίας και ήταν τέλεια. Ο Δημήτρης θα έπεφτε θύμα απαγωγής από εξωγήινους, που θα του έκαναν όλα τα ευφάνταστα που συνέβαιναν στις ταινίες, από την συνηθισμένη εξωγήινη εκδοχή της κολονοσκόπησης, έως μια ξεγυρισμένη εγχείρηση αλλαγής φύλλου, ευγενική χορηγία του MadnJim. Χαμογέλασε σαρδόνια στην σκέψη, έμπλεξε τα δάχτυλα του, τα τέντωσε μπροστά του και μετά τα ακούμπησε στο πληκτρολόγιο του αγαπημένου του λάπτοπ. Πριν προλάβει όμως να γράψει έστω και μια λέξη, άκουσε την γυναίκα του την Γιώτα να τον φωνάζει.

 

«Σπύρο, μπορείς να έρθεις λίγο σε παρακαλώ;»

 

Σηκώθηκε βαριεστημένα αφού δεν του άρεσε να τον διακόπτουν όταν έγραφε, ευτυχώς που δεν είχε αρχίσει ακόμα και πήγε στην κουζίνα.

 

«Ορίστε, τι θέλεις;»

 

«Μας τελείωσε το τυρί, μπορείς μωρό μου να πεταχτείς μια στιγμούλα στο σούπερ μάρκετ να πάρεις ένα κιλό φέτα, χμμ κάν 'τα δύο καλύτερα, τι να σου κάνει εσένα το ένα» του είπε ναζιάρικα.

 

«Μα τώρα σού'ρθε βρε Γιώτα; Ήμουν έτοιμος να αρχίσω να γράφω μια νέα ιστορία με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη. Χαχα, θα πάθει την πλάκα του, θα...»

 

«Ωχ, τι τον περιμένει τον καημένο πάλι;» τον διέκοψε η Γιώτα. «Εσύ είσαι ικανός να τον βάλεις να τον απαγάγουν εξωγήινοι και να του κάνουν εγχείρηση αλλαγής φύλλου...μα γιατί με κοιτάς έτσι;»

 

«Εεε; ...τίποτα, τίποτα, κάτι σκεφτόμουν, καλά εντάξει θα πάω, μήπως και με αφήσεις ήσυχο μετά!»

 

«Σε ευχαριστώ Σπυράκο μου, είσαι γλύκας!» του είπε η Γιώτα, ενώ ο Σπύρος πήγαινε να πάρει τα κλειδιά του αμαξιού. «Α ναι, πάρε και ένα κιλό ζάχαρη και ένα πακέτο φασόλια μέτρια, όχι από τα χοντρά, α ναι, μας έχει τελειώσει και το μαλακτικό, θέλουμε και καφέ..περίμενε μισό λεπτάκι να σου γράψω μια λίστα.»

 

Μετά από λίγη ώρα ο Σπύρος οδηγούσε για να πάει στο σούπερ μάρκετ εντελώς ζοχαδιασμένος. "Εσύ είσαι ικανός να τον βάλεις να τον απαγάγουν εξωγήινοι και να του κάνουν εγχείρηση αλλαγής φύλλου"...νια νια νια...γαμώτο, τόσο ωραία ιδέα να πάει χαμένη. Πού να την εμφανίσω τώρα; Καλά λένε ότι μετά από τόσα χρόνια γάμου το ζευγάρι αποκτά ένα είδος τηλεπάθειας, αλλά αυτό πια παραπάει " σκεφτόταν τσαντισμένος "σε ποιον να το πω και να με πιστέψει."

 

Ένα κόκκινο φανάρι τον έπιασε και σταμάτησε όπως πάντα πριν την διάβαση πεζών, όχι σαν κάποιους ανεγκέφαλους που την καβάλαγαν τελείως και οι πεζοί ας έκοβαν τον σβέρκο τους.

 

«Μα πως την πάτησα έτσι; "...μπορείς μωρό μου να πεταχτείς μια στιγμούλα στο σούπερ μάρκετ να πάρεις ένα κιλό φέτα...", την φέτα μου μέσα! Πάρε και την λίστα μετά, να μάθεις να το παίζεις καλός Σπυράκο!» μονολογούσε όταν ένα χτύπημα από πίσω έκανε το αμάξι να ταρακουνηθεί και τον Σπύρο να προλάβει στο τσακ να κρατηθεί και να μην κοπανήσει το κεφάλι του στο παρμπρίζ.

 

«Όχι..όχι.. δεν είναι δυνατόν, γαμώτο...» άρχισε να βρίζει ενώ κατέβηκε και πήγε μπροστά από την πόρτα του οδηγού, του αμαξιού που τον είχε τρακάρει.

 

«Που τα έχεις τα μάτια σου ρε μα..» ξεκίνησε όταν είδε ότι πίσω, μάλλον πάνω στο τιμόνι βρισκόταν ροχαλίζοντας μια γρια, που πρέπει να ήταν συνομίλικη με την μούμια του Τουταγχαμών.«Που έμπλεξα, την γκαντεμιά μου μέσα!» μουρμούρισε ενώ σκούνταγε απαλά την γρια.«Συγνώμη κυρία, ξυπνήστε...»

 

«Χιχιχι, όχι εκεί πονηρούλη, γαργαλιέμαι!» γέλασε στον ύπνο της η γιαγιά... «Ε.. συγνώμη, ποιος είστε, τι έγινε;» ρώτησε όταν τελικά ο Σπύρος κατάφερε να την ξυπνήσει.

 

«Μάλλον κοιμηθήκατε στο τιμόνι και το αμάξι σας με τράκαρε..»

 

Η γρια άρχισε να κοιτάει ολόγυρα της...«Φράκαρε;...τι φράκαρε;» ρώτησε, «δεν έχει φρακάρει κάτι εδώ.»

 

«Όχι "φράκαρε", "τράκαρε”» της εξήγησε ο Σπύρος, «τρακάραμε.»

 

«Αχ με συγχωρείς παιδί μου, ούτε που το κατάλαβα, μήπως χτύπησες;»ρώτησε καλοσυνάτα η γιαγιά.

 

« Όχι ευτυχώς, παραλίγο να χτυπήσω στο κεφάλι.»

 

«Ε όχι και ρεμάλι, μια χαρά κύριος δείχνεις να είσαι.»

 

Ωχ Χριστέ μου βοήθα με...” σκέφτηκε ο Σπύρος και πήρε μια βαθιά ανάσα..«Λοιπόν για να μην έχετε μπλεξίματα, καλύτερα να μην πούμε ότι αποκοιμηθήκατε, να πούμε ότι δεν σας έπιασαν τα φρένα.»

 

«Ναι, ναι ξέρω....θα περάσεις τα φανάρια, θα προχωρήσεις μισό χιλιόμετρο περίπου και μετά θα στρίψεις αριστερά, μετά από εκατό μέτρα θα δεις τον σταθμό.»

 

«Ποιον σταθμό;»

 

«Με τα τρένα.»

 

«Τα τρένα; ...Ποιά τρένα; ΤΑ ΦΡΕΝΑ! ΘΑ ΠΟΥΜΕ ΟΤΙ ΔΕΝ ΣΑΣ ΕΠΙΑΣΑΝ ΤΑ ΦΡΕΝΑ!» ούρλιαξε ο Σπύρος, αποκτώντας ένα όμορφο ντοματί χρώμα.

 

«Καλά παιδί μου μην φωνάζεις, δεν είμαι και κουφή, τα φρένα, τι έγινε με τα φρένα;»

 

Ηρέμησε Σπύρο, ηρέμησε αγόρι μου" σκέφτηκε και ξαναπήρε μια βαθιά ανάσα. «Να πούμε ότι δεν σας έπιασαν τα φρένα, θα είναι καλύτερα για εσάς με την ασφάλεια...»

 

«Δεν έχω εδώ κουτάλια, τι να τα κάνω στο αμάξι; Πέρνα από το σπίτι και θα σου δώσω και κουτάλια και ότι άλλο θέλεις ομορφούλη» του είπε η γιαγιά και του έκλεισε το μάτι πονηρά.

 

Μετά από αρκετή ώρα άραξε το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ του σούπερ μάρκετ,ευτυχώς βρήκε εύκολα θέση, μπήκε μέσα, πήρε ένα καρότσι που χρειαζόταν για τα "λίγα" πράγματα της λίστας της Γιώτας και άρχισε να ψωνίζει, προσπαθώντας να βγάλει από το μυαλό του την περιπετειά του με την γριά.

 

Το σούπερ μάρκετ δεν είχε πολύ κόσμο και οι υπάλληλοι, που τον ήξεραν σχεδόν όλοι, ήταν απόλυτα εξυπηρετικοί και αντάλασαν και αστεία μάλιστα μαζί του, κάνοντας τον να ηρεμήσει όσο ήταν δυνατό. Η εικόνα της γριας να γλύφει τα σουφρωμένα χείλη της με νόημα, ήρθε ξαφνικά στο μυαλό του και τον έκανε να αναγουλιάσει.

 

Κατάπιε με δυσκολία έναν κόμπο που είχε ανέβει στο λαιμό του και πήγε στο ράφι συντήρησης με τα έτοιμα συσκευασμένα κοτόπουλα, προσπαθώντας να βρει ένα στο κατάλληλο βάρος. Δεν ήθελε κάτι πολύ μεγάλο, κοτόπουλο ήθελε, όχι γαλοπούλα, ούτε κάτι μικρό σαν περιστέρι. Η Γιώτα απλά θα έπαιρνε το πρώτο που θα συναντούσε, εδώ ήταν τελείως αντίθετοι.

 

Βρήκε ένα που μάλλον ήταν ότι έπρεπε, όταν ένας πόνος ξεπήδησε στο καλάμι του. Κοίταξε δίπλα του έκπληκτος και είδε ένα θεόχοντρο αγοράκι, που ξεχείλιζε από τα ρούχα του, να τρώει ένα τεράστιο κρουασάν σοκολάτας, έχοντας γεμίσει όλο του το πρόσωπο, να τον κοιτάει και να του πατάει απότομα και μια δεύτερη κλωτσιά.

 

«Αουτς! Το κερατό μου...γιατί το έκανες αυτό;» πρόλαβε να ρωτήσει το αγοράκι, που έτρεξε γρήγορα και πήγε στην όπως όλα έδειχναν, μαμά του. Αν το αγοράκι ήταν θεόχοντρο, ο Σπύρος δεν είχε λέξη στο πλούσιο λεξιλογιό του, ικανή για να περιγράψει το μέγεθος της γυναίκας που έβλεπε μπροστά του. Έπιανε ολόκληρο το οπτικό του πεδίο, τόσο κοντά που ήταν, η μέση της έμοιαζε να ξεκινάει από τις μασχάλες, και το κολάν που φόραγε, φανέρωνε ότι τα πόδια της ξεκόλλαγαν το ένα από το άλλο λίγο πάνω από τους αστραγάλους.

 

Θέλει και κολάν το μαστόδοντο" σκέφτηκε ενώ την πλησίαζε...«Συγνώμη κυρία, το αγοράκι δικό σας είναι; Μαζέψτε το σας παρακαλώ γιατί με τρέλανε στην κλωτσιά.»

 

Η γυναίκα που μίλαγε στο κινητό της και έπαιζε με μια μπούκλα, που έμοιαζε να είναι το μόνο λεπτό πράγμα πάνω της, κατάφερε να μετακινήσει τον σεβαστό της όγκο, γύρισε, τον κοίταξε εξεταστικά και του είπε:

 

«Παιδί είναι και παίζει. Έτσι δεν είναι μπουμπούκο μου;» τσιμπώντας το τεράστιο μάγουλο του γιού της.

 

«Ναι, αλλά πείτε στον μπουμπούκο να μην παίζει μαζί μου σας παρακαλώ» είπε ο Σπύρος και γύρισε στο ράφι με τα κοτόπουλα, ενώ η χοντρή ούτε που του απάντησε. Βρήκε πάλι το κοτόπουλο που είχε διαλέξει και ετοιμαζόταν να το βάλει στο καρότσι, όταν νέα κλωτσιά έσκασε στο καλάμι του, αλλά αυτή την φορά ήταν πιο γρήγορος και άρπαξε το αγοράκι από το σβέρκο.

 

«Μην φοβάσαι» του είπε πριν αυτό προλάβει να βάλει τις φωνές, «μια ερωτησούλα θέλω να σου κάνω μόνο» του είπε χαμογελώντας γαλήνια, «σου αρέσουν τα κοτόπουλα;»

 

Το αγοράκι δάγκωσε μια τεράστια μπουκιά από το κρουασάν του. «Ναι...μιαμ, μιαμ,...μου αρέσουν...μαντς, μαντς... ψητά με πατατούλες...»

 

«Τότε πως θα σου φαινόταν να σ`έβαζα στο ράφι μαζί τους;» του είπε ο Σπύρος κολλώντας το πρόσωπο του στο δικό του και πέρνωντας μια έκφραση που μπορούσε να κάνει τις προβατίνες να μείνουν στέρφες, τα πηγάδια να στερέψουν και το γάλα να πήξει.

 

Το κρουασάν έπεσε από το χέρι του αγοριού που έμεινε με ανοιχτό το στόμα, μια μισομασημένη μπουκιά έπεσε κάτω, υγρασία άρχισε να φαίνεται στο παντελόνι του, να τρέχει στο πόδι του και να κάνει μια λιμνούλα στο πάτωμα.

 

«ΜΑΜΑΑΑΑ!» φώναξε και έτρεξε στην μητέρα του. «Τι έπαθες μπουμπούκο μου;» ρώτησε αυτή το αγοράκι που έκλαιγε με αναφιλητά και μετά γύρισε προς τον Σπύρο, όταν ο μικρός της τον έδειξε. «Με μικρά παιδιά τα βάζεις αγροίκε;» του είπε.

 

«Σας είπα να το μαζέψετε, έχει κάνει το καλάμι μου μπλάβί από τις μελανιές και εσείς είπατε ότι παίζει, αφήστε με λοιπόν στην ησυχία μου κυρία, γιατί δεν είχα καθόλου εύκολη μέρα!»

 

Η γυναίκα έσκυψε όσο μπόρεσε, και προσπάθησε να ηρεμήσει το αγοράκι. «Έλα μην κλαις, πάμε να φύγουμε τώρα γιατί θα κοπεί η όρεξη της μαμάς, αν δει για λίγο ακόμα τα μούτρα αυτού του αγριάνθρωπου!»

 

Εκεί κάτι έκανε "κλικ" στον Σπύρο, που γύρισε και είπε στην γυναίκα:

 

«Μπα, πότε πρόλαβες και χώνεψες το ολόκληρο γουρουνόπουλο που έφαγες για πρωινό;»

 

Η γυναίκα κοκκίνησε...«Αν θέλεις να ξέρεις έφαγα πολύ ελαφρά το πρωί..»

 

«Το ίδιο έλεγε και ο Πολύφημος όταν έτρωγε τους συντρόφους του Οδυσσέα» της πέταξε ο Σπύρος και η γυναίκα έγινε ακόμα πιο κόκκινη. Ξαφνικά έφερε τα χέρια της στο μέτωπο της.

 

«Αχχ...όλα γυρίζουν....δεν μπορώ...σβήνω, χάνομαι..» άρχισε να λέει.

 

«Είστε πολύ τυχερή κυρία, είμαι γιατρός» της είπε ο Σπύρος, « και αν θέλετε μπορώ να σας εξετάσω. Τώρα ανοίξτε το στόμα σας και κάντε ΜΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥΟΥ!»

 

Η γυναίκα συνήλθε απότομα, σβέρκωσε το γιο της και απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας. Ο Σπύρος συνέχισε να ψωνίζει και αφού αγόρασε ότι χρειαζόταν, βρέθηκε στο ταμείο, περιμένοντας στην ουρά για να πληρώσει. Ευτυχώς μόνο ένας ηλικιωμένος κύριος βρισκόταν μπροστά του, με λίγα ψώνια.

 

«Εικοσιδύο ευρώ και ενενηντατρία λεπτά κύριε» του είπε ευγενικά η ταμίας. Αυτός έβγαλε ένα πορτοφόλι, της έδωσε δύο χαρτονομίσματα των δέκα ευρώ και ένα κέρμα των δύο, έβαλε το πορτοφόλι στην τσέπη του και έβγαλε ένα άλλο μικρό πορτοφολάκι που το άνοιξε στην μέση και ήταν γεμάτο μονόλεπτα. Έβαλε αρκετά στην χούφτα του και άρχισε να μετράει «Ένα... δύο... τρία... τέσσερα...»

 

Όταν έφτασε στα τριάντα, μια φλέβα άρχισε να πάλλεται στο μέτωπο του Σπύρου... «τριανταένα ...τριανταδύο...τριαντατρία...», στα εξήντα ένα νευρικό τικ έκανε το δεξί του μάτι να παίζει ανεξέλεγκτα...«εξηνταένα...εξηνταδύο...» Μέχρι να τελειώσει, ο Σπύρος είχε φάει τα νύχια από το δεξί του χέρι και ασυναίσθητα γυρνούσε και τα έφτυνε προς τα πίσω, γεμίζοντας με κομματάκια τον πίσω πελάτη, που ούτε διανοήθηκε να πει κουβέντα σε αυτόν τον δίμετρο τύπο που έδειχνε να είναι γεμάτος νευρικά τικ.

 

Όταν επιτέλους βγήκε από το σούπερ μάρκετ κρατώντας τις σακούλες με τα ψώνια, ένα πλήθος από ανθρώπους τον κύκλωσε.

 

«Μανουσάκια, πάρτε μανουσάκια καλέ κύριε..»

 

«Θα σας ενδιέφερε ένα δωρεάν νούμερο κινητού;»

 

«Κουλούρια, εδώ τα καλά κουλούρια!»

 

«Πάρτε ένα διαφημιστικό...»

 

«Μια βοήθεια...»

 

«Κληρώνει αύριο, έλα να πάρεις το τυχερό!»

 

«Θέλετε δωρεάν άρωμα;»(ψίτ! )

 

Ο Σπύρος προσπαθούσε να περάσει σπρώχνοντας.

 

«Δεν θέλω...όχι ευχαριστώ...δεν πεινάω..όχι δεν θέλω....δεν έχω...δεν με ενδιαφέρει...ΑΧ! ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ!....ΣΠΑΑΑΑΑΑΑΣΤΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!"

 

Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, αυτοί που τον περιτριγύριζαν βρέθηκαν σε πέντε μέτρα απόσταση, δύο μικρά παιδιά και ένας ηλικιωμένος έβαλαν τα κλάματα και ένα μεγαλόσωμο λυκόσκυλο που ο κυριός του το είχε αφήσει δεμένο έξω από το σούπερ μάρκετ, κλαψούριζε φοβισμένα με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια.

 

Μετά από αρκετή ώρα έφτασε επιτέλους στο σπίτι, πάρκαρε το αμάξι, πήρε τις σακούλες με τα ψώνια, ξεκλείδωσε την πόρτα και ετοιμάστηκε να μπει μέσα, όταν άκουσε θόρυβο πίσω του. Γύρισε και είδε ένα γάτο να τρέχει καταπάνω του, με ένα σκυλί στο κατόπι του...«Τι στο καλό...» πρόλαβε να πει πριν το γατί πηδήξει πάνω του.

 

Η Γιώτα είχε ακούσει τα κλειδιά στην πόρτα και πήγαινε να βοηθήσει τον Σπύρο...«Μωρό μου, βρήκες καλή φέταΑΑΑΑΑ!» Η πρόταση έγινε ουρλιαχτό με την σκηνή που είδε μπροστά της. Οι σακούλες με τα ψώνια ήταν σκόρπιες και ο Σπύρος προσπαθούσε να ξεκολλήσει έναν γάτο, (καλέ ο Μικές ήταν, της κυρά-Μαρίκας, φορούσε και νέο περιλαίμιο, πόσο του πήγαινε) που είχε γαντζωθεί στο πρόσωπο του στριγγλίζοντας και ένα λευκό κανισάκι ( ο Φίφης, του κυρ-Μίμη) είχε καβαλήσει το δεξί του πόδι, τρομπάροντας ανελέητα.

 

Ο Σπύρος τελικά κατάφερε να ξεκολλήσει το γάτο που το έσκασε αμέσως από την πόρτα, έφτυσε τις τρίχες που είχαν γεμίσει το στόμα του και με ένα τρελό βλέμμα, γύρισε και κοίταξε τον Φίφη που συνέχιζε την δουλειά του ανενόχλητος με τη γλώσσα να κρέμεται από το στόμα του.Το σουτ που του έριξε βάζοντας τον γκολ ,στο ανοιχτό ευτυχώς παράθυρο του κυρ-Μίμη, θα το ζήλευε και ο Μέσι.

 

 

SymphonyX13 Φεβρουάριος 2015....

Edited by SymphonyX13
  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Α γέλασα με την ψυχή μου! Μόνο ένα μικρό λαθάκι έκανες, εκεί πάνω που ζει ο άτυχος ήρωάς μας δεν έχει τρένα. ( αλλά μιας και η γιαγιά δεν πήγαινε καλά μπορεί να τα φαντάστηκε οπότε όλα καλά )

Mad μη μου πεις ότι δεν σε προειδοποίησα ότι θα ερχόταν η ανταπόδοση!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Α γέλασα με την ψυχή μου! Μόνο ένα μικρό λαθάκι έκανες, εκεί πάνω που ζει ο άτυχος ήρωάς μας δεν έχει τρένα. ( αλλά μιας και η γιαγιά δεν πήγαινε καλά μπορεί να τα φαντάστηκε οπότε όλα καλά )

Mad μη μου πεις ότι δεν σε προειδοποίησα ότι θα ερχόταν η ανταπόδοση!

 

Χαίρομαι που σε έκανε να γελάσεις η ιστορία, φίλε μου! :) Από τις πλέον αγαπημένες μου με πρωταγωνιστή τον Mad..,όπως τον αναφέρεις, η πρώτη, μάλλον η δεύτερη καθαρά χιουμοριστική που έγραψα. Και η επόμενη έχει κάποια χιουμοριστικά στοιχεία, ο Σπύρος μάλιστα γελάει σε ένα από αυτά, την περισσότερη ώρα όμως ουρλιάζει! :lol:

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
MadnJim

Όλα θα μπορούσα να τα περάσω αγόγγυστα, και εδώ που τα λέμε εξαιρώντας το ατύχημα όλα αυτά τα έχω περάσει λίγο πολύ αλλά ευτυχώς ένα τη φορά, αλλά η σκηνή με το στρουμπουλό αγοράκι και την ευτραφή μητέρα του με έχει στοιχειώσει. Τα κόκκινα μπουκωμένα μάγουλα πασαλειμμένα με σοκολάτα από τη μία, και οι λεπτές μπούκλες της φαλαινοειδούς κυρίας από την άλλη με κάνουν και τρέμω... :mf_surrender:

Διαμαρτύρομαι και ενίσταμαι για το τέλος, δεν θα κλότσαγα ποτέ τον Φίφη. Τον κυρ Μίμη μπορεί...

 

  :drinks: :lol:

Edited by MadnJim
  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Όλα θα μπορούσα να τα περάσω αγόγγυστα, και εδώ που τα λέμε εξαιρώντας το ατύχημα όλα αυτά τα έχω περάσει λίγο πολύ αλλά ευτυχώς ένα τη φορά, αλλά η σκηνή με το στρουμπουλό αγοράκι και την ευτραφή μητέρα του με έχει στοιχειώσει. Τα κόκκινα μπουκωμένα μάγουλα πασαλειμμένα με σοκολάτα από τη μία, και οι λεπτές μπούκλες της φαλαινοειδούς κυρίας από την άλλη με κάνουν και τρέμω... :mf_surrender:

Διαμαρτύρομαι και ενίσταμαι για το τέλος, δεν θα κλότσαγα ποτέ τον Φίφη. Τον κυρ Μίμη μπορεί...

 

  :drinks:  :lol:

 

Με πέθανες με αυτό το τελευταίο! :rofl: :rofl:

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Blacksword

Έψαχνα τις ιστορίες σου και "τυχαία" έπεσα σε αυτή. Το γέλιο που έριξα δεν περιγράφεται!!

Ο Μέσι πάντως σίγουρα θα ζήλευε χαχα. :D

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Xαίρομαι πολύ που διασκέδασες και γέλασες με την "Τέλεια Μέρα" φίλε μου! :) ΄Ισως να σε ενδιαφέρει να τσεκάρεις και την "Τέλεια Νύχτα" με τον ίδιο πρωταγωνιστή, με χιουμοριστικές στιγμές, αλλά πιο τρομακτική! Αν και ο Σπύρος μου έχει πει ότι θα προτιμούσε αυτά που έπαθε στην "...Νύχτα" παρά να έχει μια αντιπαράθεση με την ..μαμά της "...Μέρας"... :)

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mournblade

Χεχεχε! Αρχισα να γελάω απο τη στιγμή που διάβασα "ο Σπύρος"! Εχετε και οι δυο πολυ πλάκα! Γελασα πολυ με τα μονόλεπτα και τον παππού! Και με τον φιφη! Χεχεχε! Καημενε Σπυρο!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Χαίρομαι που σε διασκέδασε Γρηγόρη! Εγώ είχα απολαύσει το γράψιμο της. Για να καταλάβεις, προχωρούσα στον δρόμο με την γυναίκα μου και μου έρχονταν ιδέες και εικόνες στο μυαλό, να έχω πάθει υστερία και να μου κάνει η γυναίκα μου: "Σταμάτα βρε, σταμάτα!" Στο τέλος απομακρύνθηκε γρήγορα-γρήγορα και με άφησε να χτυπιέμαι! :lol:

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..