Jump to content
chrismad

Η παρέα του δάσους και ο κλέφτης βάτραχος

Recommended Posts

chrismad

Όνομα Συγγραφέα: Chris Mad

Είδος: παραμύθι Ηλικίας 5 – 8 ετών

Βία; (Όχι)

Σεξ; (Όχι)

Αριθμός Λέξεων: 1878

Αυτοτελής; (Ναι)

 

                                       Η παρέα του δάσους και ο κλέφτης βάτραχος

 

Πρωί πρωί όλα τα ζωάκια, που ζούσαν στο ξέφωτο, στην άκρη του ποταμού, ξεκίναγαν για τις δουλειές τους.

Από τους πρώτους, που πήγαινε για να φέρει φαί στην οικογένεια του, ήταν ο κυρ. Κωνσταντής ο χελώνος. Αργά αλλά σταθερά, έπαιρνε το μονοπάτι και πήγαινε να βρεί φρέσκα αγριόχορτα. Εκείνη την ώρα περίπου, έβγαινε από την φωλιά του και ο Μήτσος ο σκαντζόχοιρος, που και αυτός έπαιρνε το μονοπάτι για να βρεί να φάει μανιτάρια, χόρτα, ρίζες.

Ακόμα στο ξέφωτο, ζούσε Ο Λάκης ο λαγός που όλο ήταν ξαπλωμένος κάτω από κάνα δέντρο και μετά έτρεχε για να προλάβει. Ο Τίτης ο γρύλος, που στην μούρη του είχε ένα σημάδι, σαν το γράμμα Χ ήταν λέει από μια μάχη με κάποιο μεγάλο ζώο, αλλά κανείς δεν τον πίστευε.

Ο κύριος Σάκης ο ποντίκης μαζί με την γυναίκα του την Φρόσω, που όλη μέρα του φώναζε μια γιατί έπιανε την συζήτηση με τα άλλα ζώα, μια γιατί λέρωνε το σπιτικό τους.

Τελευταίος ξύπναγε ο Σήφης ο σκίουρος, που γύρναγε όλη μέρα και μάζευε καρπούς κυρίως βελανίδια. Τα έφερνε και τα αποθήκευε σε μια τρύπα στην ρίζα ενός δέντρου εκεί ποιο δίπλα. Ήταν ο τσιγκούνης της παρέας, πάντα ότι έφερνε τα έφερνε κρυφά λες και θα του τα πέρνανε.

Η Λούλα η πασχαλούλα που όλη μέρα μάσαγε φύλλα και πέταγε από λουλουδάκι σε φυλλαράκι.

Η Βάγια η κουκουβάγια, που όλη μέρα κοιμόταν και ξύπναγε το βράδυ. Έκανε πολλές φορές παράπονα στους άλλους, γιατί όλη μέρα έκαναν φασαρία και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Μετά πέταγε σε ψηλό δέντρο, έμπαινε σε μια τρύπα και ροχάλιζε. Μερικές φορές το ροχαλητό της, μέσα από την τρύπα έκανε τόσο θόρυβο, που νόμιζες ότι πέρναγε τρένο.

Μαζί της τα βράδια, της έκανε παρέα και φωτεινή η κωλοφωτιά, που της άρεσε να φορά την μάσκα της και να τρέχει όλη νύχτα από την μια μεριά στην άλλη κουνώντας τον ποπό της. Μέχρι που στο τέλος κάποιος φώναζε «σβήσε το τελικά να κοιμηθούμε» και εκείνη καθόταν σε κάποιο κλαδάκι μουρμουρίζοντας «Αμάν πιά κανείς δεν μπορεί να παίξει την σημερινή μέρα». Τότε είναι που η Βάγια η κουκουβάγια, χαμογελούσε κρυφά «Εμ εμένα όλη μέρα δεν με αφήνετε να κοιμηθώ».

Κάθε απόγευμα λίγο πριν η νύχτα πέσει, μαζεύονταν όλοι μαζί στο ξέφωτο έφερναν τα φαγητά τους και έτρωγαν όλοι μαζί αλλά και συζήταγαν ότι είχε συμβεί όλη μέρα. Φυσικά τα πειράγματα ανάμεσά τους δεν έλειπαν. Ο Λάκης ο λαγός, πείραζε τον Σάκης τον ποντίκη, που σχεδόν πάντα η γυναίκα του η κυρά Φρόσω, ήταν πολύ κοκέτα και αργούσε να ετοιμαστεί. Του έλεγε λοιπόν «Τι έγινε κυρ. Σάκη, έκανες τις δουλειές του σπιτιού» και εκείνος του γύρναγε την πλάτη.

Μια μέρα λίγο πριν μαζευτούν για την συνάντηση της ημέρας, άκουσαν ένα παράφωνο τραγούδι να έρχεται από το ποταμάκι. Πήγαν όλοι προς το ποτάμι να δούν τι ήταν αυτό που ούρλιαζε τραγουδώντας, και είδαν έναν βάτραχο να είναι ξαπλωμένος πάνω σε ένα μεγάλο φύλλο που έπλεε στο ποτάμι. Το φύλλο έφτασε στην όχθη που ήταν όλοι μαζί και ο βάτραχος πήδηξε έξω.

«Καλησπέρα φίλοι μου» είπε ο Βάτραχος και η γλώσσα του, πετιόταν μια από δώ και μια από εκεί.

Όλοι τραβήχτηκαν πίσω να μην πέσει πάνω τους. Η κυρά Φρόσω γκρίνιαξε «Ο μοντιέ, τι αγροίκος είναι αυτός που μας ήρθε». Και η κυρά Λούλα πέταξε μακριά φοβούμενη ότι θα κολλήσει πάνω της.

«Είμαι ο Κούλης ο βατραχούλης» είπε «ταξιδεύω στο ποτάμι μέχρι τις εκβολές με τα φαγητά. Είπα να κάνω μια στάση εδώ για να σας γνωρίσω, και να σας καλέσω νε ταξιδέψετε μαζί μου».

ο κυρ. Κωνσταντής ο χελώνος που ήταν ο μεγαλύτερος και ποιο σοφός μιας και είχε ζήσει και μεγαλώσει και σε άλλα μέρη βγήκε μπροστά και του είπε. «Είμαι ο κυρ. Κωνσταντής ο χελώνος, καλώς όρισες στην γειτονιά μας. Ευχαρίστως να σε φιλοξενήσουμε για να ξεκουραστείς από το ταξίδι σου, αλλά δεν νομίζω ότι κάποιος από εδώ θα ήθελε να έρθει μαζί σου».

ο Κούλης ο βατραχούλης κούνησε το κεφάλι του και έγλειψε τα χείλια του, και είπε «Ευχαριστώ για την φιλοξενία, το ίδιο θα κάνω και εγώ όταν έρθετε να με βρείτε στο αρχοντικό μου στην κάτω λίμνη».

Και προχώρησε προς το κέντρο του ξέφωτου λέγοντας «Ευχαρίστως θα έτρωγα αυτά που θα με κεράσετε, μιας και είμαι φιλοξενούμενος σας».

Οι άλλοι τον κοίταξαν να κάθετε και να αρχίζει να τσιμπά ότι έβρισκε. Μαζεύτηκαν όλοι ο καθένας στο φαγητό του και προσπάθησαν να φάνε κάτι πρίν ο βάτραχος τα φάει όλα.

Όταν δεν είχε κάτι άλλο να φάει ο Κούλης ο βατραχούλης, πήγε να ξαπλώσει δίπλα στο ποτάμι κάτω από κάτι μεγάλα φύλλα και τους είπε «Καληνύχτα τώρα ελπίζω να είστε ευγενικοί και να μην κάνετε θόρυβο γιατί η φασαρία, μου κόβει τον ύπνο και με κάνει να πεινάω».

Οι Υπόλοιποι άναυδοι κάθισαν γύρο και άρχισαν να μιλάνε χαμηλόφωνα. Ο Τίτης ο γρύλος γκρίνιαξε λέγοντας «Δεν τον εμπιστεύομαι αυτόν τον τύπο, όλο με κοιτάει και αυτή η γλώσσα του όλο κοντά μου πέρναγε, μπλιάχ».

Η Βάγια η κουκουβάγια είπε «Μην ανησυχείτε θα τον φυλάω εγώ όλη την νύχτα. Θα με βοηθήσει και η φωτεινή η κωλοφωτιά, θα πάει να καθίσει εκεί παρά δίπλα και εγώ θα τον προσέχω όλη την νύχτα. Αν δώ κάτι πονηρό θα κράξω». 

«Εγώ θα είμαι σε ετοιμότητα» συμπλήρωσε ο Μήτσος ο σκαντζόχοιρος «Αν κάνει ότι πειράζει κάποιον, θα του ρίξω με τα αγκάθια μου στον ποπό του, να τρέχει για ένα μήνα».

Έτσι όλοι πήγαν για ύπνο, εκτός από την Βάγια την κουκουβάγια και την φωτεινή την κωλοφωτιά.

Όταν ξύπνησαν το επόμενο πρωινό ο Κούλης ο βατραχούλης είχε φύγει όπως είπε Η Βάγια η κουκουβάγια ξύπνησε και έφυγε προς τα πάνω στο ποτάμι, έτσι όλοι ησύχασαν και έλπιζαν ότι δεν θα ξαναέρθει.

 

Εκείνο το πρωινό ξεκίνησαν όλοι  για να φέρουν τρόφιμα, μιας και ο χειμώνας θα έρχονταν σύντομα. Όταν γύρισαν στο ξέφωτο είχε εξαφανιστεί η περισσότερη τροφή τους, από της αποθήκες τους. Πατημασιές από τον Κούλη τον βατραχούλη, τους έκανε να υποψιαστούν ότι αυτός τις είχε πάρει.

Έτσι έψαξαν να τον βρουν γύρο, αλλά δεν τον είδαν πουθενά. Ο κακομοίρης ο Σήφης ο σκίουρος, είχε τρελαθεί να του κλέψουν τροφή, κάθε μισό λεπτό έλεγε «Αχ λιποθυμώ» και έπεφτε στο χώμα σηκώνοντας τα πόδια του ψηλά. Η Φρόσω η ποντικήνα γκρίνιαζε σπρώχνοντάς τον άντρα της «Σου τα ‘λεγα εγώ, θα πεινάσουμε και μου ‘ταζες ότι θα με κάνεις βασίλισσα. Έπρεπε να πανδρευτώ τον τυφλοπόντικα, τον Νικόλα».

Ο Λάκης ο λαγός έτρεχε γύρο γύρο φωνάζοντας «Τους βολβούς μου τα καρότα μου χάθηκαν».

Ο Κωνσταντής ο χελώνος που ήταν ο ποιο λογικός απ’ όλους, έβγαλε μια φωνή για να τους ησυχάσει και είπε «Δεν μπορούμε αυτό να το αφήσουμε έτσι, θα πάμε να τον βρούμε. Η Βάγια η κουκουβάγια δεν είδε που πήγε;» και άρχισε να φωνάζει την Βάγια την κουκουβάγια  να ξυπνήσει.

«Τι με ξυπνάτε τέτοια ώρα, όλη μέρα φασαρία κάνετε, ποπό θα φύγω να πάω να μείνω σε ποιο καλή γειτονιά».

Ο Κωνσταντής ο χελώνος την ρώτησε «Είδες ποιος μας πήρε τις τροφές μας;»

«Όχι» απάντησε εμένα κάποιος με ξυπνούσε συνέχεια, αλλά δεν του έδωσα σημασία, πάντως από το ποτάμι ακούγονταν».

Ετοίμασαν μια ομάδα για να πάνε να βρουν τον Κούλη τον βατραχούλη, σε αυτήν ήταν Ο Λάκης ο λαγός, ο Σήφης ο σκίουρος και ο Μήτσος ο σκαντζόχοιρος και Ο Σάκης ο ποντίκης .

Ξεκίνησαν λοιπόν να κόψουν δρόμο μέσα από το δάσος και να φτάσουν στο ποτάμι, σε ένα στενό πέρασμα ποιο πρίν από αυτόν. Όταν έφτασαν στο ποτάμι, είδαν ψηλά να ταξιδεύει μια παντόφλα, που πάνω της ήταν ο Κούλης ο βατραχούλης με τα τρόφιμα τους. Έπρεπε με κάτι να τον σταματήσουν, έτσι αφού σκεφτήκαν, ανεβήκαν πάνω σε ένα καλάμι που αυτό λύγισε κάτω από το βάρος τους και έφτασε λίγο πάνω από το νερό.

ο Κούλης ο βατραχούλης ήταν ξαπλωμένος πάνω στην παντόφλα και με την στριγκλιστή φωνή του τραγούδαγε.

«Είμαι ο Κούλης και είμαι ομορφούλης, ζήτα να με δεις και να με θυμηθείς, φιλί θα μου ζητήσεις και θα με αγαπήσεις».

Όταν έφτασε κοντά στο καλάμι, τότε μόνο τους είδε και τρομαγμένος προσπάθησε να την γλυτώσει, έτσι πετώντας την γλώσσα του, προσπάθησε να τους ρίξει από το καλάμι στο νερό.

Η γλώσσα του χτύπαγε από εδώ και από εκεί ανάμεσα τους όταν ο λαγός της τράβηξε μία δυνατή και την έριξε πάνω στο καλάμι, αυτή κόλλησε, τότε ήταν που η παντόφλα πέρναγε κάτω από το καλάμι.

Ο Μήτσος ο σκαντζόχοιρος, τους φώναξε να πηδήξουν στην παντόφλα και αυτό έκαναν και οι τρείς τους έπεσαν με δύναμη στην παντόφλα και το καλάμι εκτινάχθηκε ψηλά τραβώντας μαζί την γλώσσα του Κούλη του βατραχούλη, που όταν τεντώθηκε καλά τράβηξε και αυτόν μαζί, πετώντας τον ψηλά στον ουρανό και μετά μακριά στο δάσος.

Ο Λάκης ο λαγός μαζί με τους άλλους, οδήγησα την παντόφλα στην όχθη.

Κουρασμένοι κάθισαν στην όχθη και άρχισαν να σκέφτονται με ποιόν τρόπο να μεταφέρουν τις τροφές, πάλι πίσω στα σπίτια τους.

«Να τα πάμε λίγα λίγα» είπε ο Μήτσος ο σκαντζόχοιρος.

«Να μου τα φορτώσετε στην πλάτη να τα πάρω εγώ» είπε Ο Σάκης ο ποντίκης και όλοι γέλασαν .

Ο Λάκης ο λαγός φώναξε ξαφνικά «Θα τα πάμε όπως ήρθαν από το ποτάμι» οι άλλοι τον κοίταξαν με περιέργεια «Τι έγινε Λάκη  Λαγιέ μάθαμε να κολυμπάμε και θα τα πάς με το ξαπλωτό;» ρώτησε ο Σήφης ο σκίουρος.

«Όχι» απάντησε Ο Λάκης ο λαγός «απλώς θα δέσουμε στην παντόφλα ένα σχοινί και θα μας τραβήξει η Βάγια η κουκουβάγια».

«Σωστός ο Λάκης ο αυτιάς» είπε ο Μήτσος ο σκαντζόχοιρος.

«Ναι κορόιδευε εσύ. Εγώ πάντως τρέχω να την φωνάξω, εσείς βρείτε κάνα μεγάλο σχοινί». Είπε Ο Λάκης ο λαγός και έφυγε τρέχοντας προς το ξέφωτο.

Ο Λάκης ο λαγός έφτασε λαχανιασμένος στο ξέφωτο και οι άλλοι ήθελαν να μάθουν τι έκαναν, εκείνος του τα είπε στα γρήγορα και άρχισε να φωνάζει την Βάγια την κουκουβάγια να ξυπνήσει. Η Βάγια η κουκουβάγια τίναξε τα φτερά της και εκνευρισμένη φώναξε.

«Μετανάστρια θα γίνω, άλλο εδώ δεν θα μείνω, όλη μέρα να ξυπνώ. Τι είναι πάλι βρε Λαγέ δεν σας αντέχω άλλο».

Εκείνος της εξήγησε την ιδέα του και η Βάγια η κουκουβάγια έσκασε στα γέλια, αλλά Ο Λάκης ο λαγός επέμενε και έτσι πείστηκε ότι μιλάει σοβαρά.

«Θα με ξημερώσετε πάλι, και θα με κουράσετε. Θα το κάνω αν υποσχεθείτε ότι θα με αφήσετε τρεις μέρες να κοιμηθώ, χωρίς να με ξυπνήστε» είπε Η Βάγια η κουκουβάγια. Όλοι το υποσχέθηκαν και ο Λάκης ο λαγός με την Βάγια την κουκουβάγια, ξεκίνησαν να βρουν τους άλλους.

Έτσι και έγινε, η Βάγια η κουκουβάγια άρχισε να τραβά την παντόφλα, ενώ οι υπόλοιποι είχαν ανεβεί πάνω της.

Η Βάγια η κουκουβάγια παρόλο που ήταν βαρύ το φορτίο της, τραγούδαγε κιόλας. «Μέρα εγώ βρε πετώ , εσάς να βοηθήσω, απ’ αύριο θα κοιμηθώ, και δεν θα ξυπνήσω».

Έτσι με τραγούδια και μουρμούρα, έφτασαν κάποια στιγμή στο ξέφωτο, που όταν όλοι οι άλλοι τους είδαν πανηγύριζαν.

Έβγαλαν τα φαγητά στην όχθη και άρχισε ο καθένας να παίρνει τα δικά του.

Η Βάγια η κουκουβάγια πέταξε στο κλαδί της λέγοντας «τρεις μέρες ύπνο μου τον υποσχεθήκατε».

Το πρώτο βράδυ μετά την περιπέτεια τους έκαναν ένα τρικούβερτο γλέντι με τιμώμενη την Βάγια η κουκουβάγια. Η φωτεινή η κωλοφωτιά χόρευε τριγύρω κάνοντας σχέδια με τον ποπό της, ήταν όλοι ευχαριστημένοι ακόμα και η κυρά Φρόσω η ποντικίνα, εκείνο το βράδυ δεν γκρίνιαζε αλλά έκανε ποντικουλιές στον άντρα της.

 

                                                                       Eksofilo_zps1ags2fqf.jpg

 

 

                                                                                                                                          By   chrismad

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Πρώτον, συγχαρητήρια για το πανέμορφο όνομα που έδωσες το παιδί σου.

 

Η ιστορία είναι ένα συμπαθητικό παραμυθάκι, άλλωστε το δηλώνεις. Αν θέλω να φανώ αυστηρή θα σου πω ότι μία και μόνη παντόφλα πιθανώς δεν μπορεί να αντέξει τόσο βάρος, τα ζωάκια να πηδάνε πάνω της και όλα. Θα βούλιαζε.

Στο δεύτερο μέρος της η ιστορία είναι κάπως πιο βιαστικά γραμμένη, κάπως πιο απρόσεχτα. Δεν είναι κάτι σπουδαίο και σίγουρα μπορείς να το φτιάξεις.

Να υποθέσω από την εικονίτσα ότι έχεις εικονογράφηση για αυτό; Ή απλώς ένα ταιριαστό εξώφυλλο;

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
chrismad

Απλά θέλω να φαντάζομαι τα εξώφυλλα. Ευχαριστώ για τα σχόλια

Share this post


Link to post
Share on other sites
gismofbi

Αδερφε δεν ξερεις το παιδι μεσα μου πως ψοφαει για παραμυθια. Και να γραφει και να διαβαζει. Ηταν πολυ ευχαριστο παραμυθακι με πετυχημενα ονοματα και ρολους στα ζωακια. Λιγο μονο κανε ενα περασματακι σε κατι μιικρα ορθογραφικα λαθακια. Επισης μολις πηραν πισω τα τροφιμα η ιστορια εγινε λιγο πιο βιαστικη σε σχεση με το πρωτο μερος. Τελος, η Φροσω με το ο μοντιε και τις ποντικουλιες της με κερδισε.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..