Jump to content

Σκοτεινός Θησαυρός


Recommended Posts

Συγγραφέας: alkinem

Είδος: Dark Fantasy

Βία: Κάτι λίγα

Σεξ: Όχι

Λέξεις:2980 περίπου

Αυτοτελής: Ναι

Σχόλια: Η συμμετοχή μου στον Εικόνα κι επί τόπου #14

 

 

Σκοτεινός Θησαυρός

 

 

Το χιόνι είχε πέσει πυκνό την περασμένη βραδιά.

Οι τελευταίες ημέρες ήταν υπερβολικά κρύες, αλλά τίποτε δεν είχε προετοιμάσει τον Χόρβαγκ για το θέαμα που αντίκρισε εκείνο το πρωινό. Ως εκεί που έφτανε η ματιά του, ήταν λες και τα πάντα είχαν βυθιστεί σε μια λευκή, παγωμένη θάλασσα.

Δεν χιόνιζε πια, αλλά βαριά μολυβένια σύννεφα κρέμονταν χαμηλά. Τα έλατα στους γύρω λόφους έμοιαζαν με άσπρα ακόντια έτοιμα να λογχίσουν τον ουρανό.

Πριν μπει μέσα, έριξε μια ματιά χαμηλά στο χωριό. Το δικό του σπιτικό το είχε στήσει καταμεσής ενός χαμηλού λόφου. Ήταν κομματάκι μοναχικά, αλλά κάτι τέτοιες στιγμές θυμόταν γιατί το είχε πάρει απόφαση. Τα σπίτια των χωρικών έφερναν τώρα περισσότερο σε ναυαγισμένα κουτιά, ερείπια που έβγαζαν καπνούς.

Δεν φυσούσε, και η κάπνα από τα αναμμένα τζάκια ήταν ένα σκούρο πέπλο που αιωρούταν πάνω από το χωριό.

Θα έχουν μπόλικη δουλειά έπειτα, σκέφτηκε. Στην δικιά του αυλή, μόνο η πόρτα του φράχτη θα είχε μάλλον φρακάρει. Ήδη όμως ο Χόρβαγκ είχε αρχίσει να παγώνει. Δεν θα τα κοιτούσε τώρα αυτά. Η γλυκιά ζεστασιά του κρεβατιού του τον καλούσε.

Πώς να της αντισταθεί;

 

Ήταν η ζέστη που τον ξύπνησε.

Τα βλέφαρα του ακόμα βαριά από τον ύπνο. Τα μισάνοιξε με δυσκολία κι έριξε μια φευγαλέα ματιά στην πυροστιά.

Η θράκα κόντευε να καταπιεί και τις στερνές φλόγες.

Μάλλον θα έχει ζεστάνει λίγο έξω, υπέθεσε. Δυο τρεις στιγμές δισταγμού· το πήρε έπειτα απόφαση και πετάχτηκε έξω από τα σκεπάσματα. Ντύθηκε ζεστά και αποτόλμησε μιαν ακόμη έξοδο.

Όσο αυτός κοιμόταν είχε σηκωθεί αέρας. Ο ουρανός είχε καθαρίσει· τα βαριά σύννεφα τώρα σκέπαζαν τον κοντινό νότο. Ένας ήλιος χλωμός θρόνιαζε καταμεσής του ανέφελου ουρανού.

Κοίταξε την αυλή του. Εδώ κι εκεί το λευκό χαλί το είχαν σημαδέψει σκούρα μπαλώματα. Αν και ο ήλιος ήταν κομματάκι αδύναμος, είχε αρχίσει να κάνει την δουλειά του.

Έλα, έλα... σε περιμένω”

Για λίγο νόμιζε ότι ακόμα ονειρευόταν. Είχε πράγματι ακούσει αυτήν την φωνή;

Έλα και θα γίνουν δικά σου”

Δεν ήταν της φαντασίας του. Αυτή η φωνή δεν ήταν μέσα στο κεφάλι του. Ερχόταν... ερχόταν από το πηγάδι. Έστεκε στην άκρη της αυλής. Είχε εδώ και χρόνια στερέψει, αλλά ο Χόρβαγκ δεν το 'παιρνε απόφαση να το γκρεμίσει συθέμελα. Είχε αφήσει αυτήν την δουλειά στον χρόνο, και τώρα το πηγάδι υψωνόταν μισογκρεμισμένο.

Μια πράσινη λάμψη αναδυόταν από το ανοιχτό του στόμιο.

Ο Χόρβαγκ παραξενεύτηκε. Δίχως να φοβηθεί, πήγε να δει τι συνέβαινε. Δεν είχε γελαστεί. Όντως μια πρασινωπή ανταύγεια αιωρούταν λίγο πάνω από το χείλος του πηγαδιού. Πλησίασε κι άλλο. Ακούμπησε τις ανοιχτές του παλάμες στην φαγωμένη πέτρα και κοίταξε κάτω.

Πράσινη ομίχλη... αυτό αντίκρισε. Τα αεριώδη της πλοκάμια αναδεύονταν, και ο Χόρβαγκ δεν ήταν σίγουρος για το πόσο βαθιά προχωρούσε.

Αλλά τα παράξενα δεν είχαν τελειώσει.

Μερικά βήματα χαμηλότερα από το χείλος του πηγαδιού, ο Χόρβαγκ είδε το πρώτο πεζούλι μιας πέτρινης σκάλας. Διέκρινε λίγα σκαλοπάτια, αλλά τα υπόλοιπα χάνονταν χαμηλά, βυθισμένα στον πράσινο καπνό.

Έλα, έλα... σε περιμένω”

Από τα βάθη του πηγαδιού επαναλαμβανόταν εκείνη η πρόσκληση. Την άκουγε μαγεμένος. Μια γυναίκα βρισκόταν εκεί κάτω και τον ήθελε κοντά της.

Δεν έχασε χρόνο. Με προσοχή πήδηξε μέσα. Τα πόδια του πάτησαν στην αρχή της πέτρινης σκάλας. Για λίγο έμεινε ακίνητος· αφού όμως βεβαιώθηκε ότι ήταν γερή άρχισε γοργά να κατεβαίνει.

Γρήγορα είχε βουτήξει ολόκληρος μέσα στην ομίχλη. Με δυσκολία έβλεπε μπροστά του. Δυο-τρία σκαλοπάτια μπορούσε να διακρίνει, κι αυτά θολά. Αυτό όμως δεν τον σταμάτησε. Ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε να γυρίσει. Εκείνη η φωνή... έπρεπε να βρει σε ποια ανήκε.

Είχε χάσει το μέτρημα. Δεν μπορούσε να υπολογίσει πόσο βαθιά είχε φτάσει. Σιγά-σιγά όμως η ομίχλη άρχισε να αραιώνει. Η ματιά του καθάριζε, και μετά από λίγο είδε επιτέλους ότι η κατάβαση έφτανε στο τέλος της. Τα τελευταία σκαλοπάτια διακρίνονταν ολοκάθαρα πια, και δίπλα από αυτά φαινόταν η αρχή μιας σήραγγας.

Φως, φυσιολογικό σαν του ήλιου, έφεγγε από το άνοιγμά της.

Ένιωσε δικαιωμένος που δεν είχε δειλιάσει. Πήδηξε στο έδαφος και τρεχάτος άρχισε να διασχίζει την σήραγγα.

Δεν ήταν πολύ μεγάλη. Μερικές δεκάδες βήματα έπειτα βρέθηκε σ' ένα καταπράσινο λιβάδι. Λουλούδια, μια πανδαισία χρωμάτων, ήταν διάσπαρτα σε όλη την έκταση. Παράξενα δέντρα, δεν είχε ξαναδεί παρόμοια, υψώνονταν εδώ κι εκεί. Παρά το μεγάλο τους μέγεθος, δεν τους έλειπε η χάρη. Είχαν πυκνές φυλλωσιές που έκλειναν σαν σφαίρες δίχως βάση γύρω από τους κορμούς. Τα δέντρα ήταν φορτωμένα με τεράστια φρούτα. Μισοκρυμμένα μέσα στα πράσινα φύλλα, ήταν κίτρινα με πορτοκαλιές ραβδώσεις.

Ο Χόρβαγκ πήγε να κόψει ένα.

Έλα, έλα... σε περιμένω”

Είχε απλώσει το χέρι του, όμως η φωνή τον σταμάτησε. Τα δάχτυλα έμειναν για λίγο κρεμασμένα μπροστά σε ένα φρούτο, αλλά γρήγορα νίκησε η επιθυμία του να την δει. Παράτησε το δέντρο κι άρχισε να ακολουθεί ένα λιθόστρωτο μονοπάτι.

Δροσερές αύρες γλύκαιναν τον αέρα. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Μερικά περαστικά συννεφάκια τον διέσχιζαν βιαστικά, κι έπειτα οι λευκές αφράτες μάζες τους κινούσαν για μέρη αλαργινά.

Ένας λαμπρός ήλιος κρεμόταν πάνω από το κεφάλι του Χόρβαγκ. Ήταν τόσο ζωντανός. Καμιά σχέση με τον αρρωστιάρικο ήλιο της πατρίδας του. Και ήταν ζεστός· ο Χόρβαγκ δεν είχε νιώσει ποτέ άλλοτε κάτι παρόμοιο.

Όσο προχωρούσε, όλο και περισσότερα δέντρα ξεπετάγονταν από το έδαφος. Ήταν βαλμένα σε σειρά. Φαινόταν ξεκάθαρα ότι δεν είχαν μπει τυχαία έτσι.

Πλησιάζω.

Ανάμεσα στα δέντρα απλώνονταν πολύχρωμα, φανταχτερά παρτέρια με λουλούδια. Πράσινες περικοκλάδες ελίσσονταν στους καφετιούς χοντρούς κορμούς, ενώ πίσω από αυτούς ορθώνονταν φροντισμένοι θάμνοι.

Κάτω από το λαμπρό φως του ήλιου φρούτα, λουλούδια, φυλλωσιές, τόσα χρώματα είχαν πιαστεί σε έναν εκτυφλωτικό χορό με την λάμψη από τον ουρανό.

Τα φυτά άρχισαν να αραιώνουν. Μονάχα όμως για να δώσουν την θέση τους σε πανέμορφα αγάλματα. Το μονοπάτι συνέχιζε τριγυρισμένο από αυτά και σύντομα ο Χόρβαγκ βρέθηκε κάτω από την βαριά σκιά ενός μεγάλου παλατιού. Ήταν ένα απλό κτίσμα. Ένας μεγάλος κύβος, φτιαγμένος από λευκή πέτρα. Ρόδινες φλέβες την διέτρεχαν, ενώ στραφταλιστοί ιριδισμοί κυμάτιζαν επάνω της.

Αριστερά και δεξιά της μεγάλης πύλης του παλατιού, δυο συντριβάνια σκόρπιζαν ολόγυρα το νερό τους. Για λίγο το διάφανο υγρό πετούσε στον αέρα, κι έπειτα συγκεντρωνόταν σε λιμνούλες που τις ένωνε ένα στενό κανάλι. Μια μικρή γέφυρα οδηγούσε από το τέλος του μονοπατιού στο κατώφλι της ορθάνοιχτης πύλης.

Αγαπημένε μου, σχεδόν έφτασες. Έλα, σε περιμένω”

Αποφασισμένος ο Χόρβαγκ μπήκε μέσα στο παλάτι.

 

Τα μεγάλα παράθυρα, ορθογώνια με καμπυλωτά τόξα, ήταν καλυμμένα από βαριές, σκούρες κόκκινες κουρτίνες. Το παλάτι όμως φωτιζόταν καλά. Δεκάδες, εκατοντάδες μάλλον, κηροπήγια φιλοξενούσαν κεριά με τρανές φλόγες. Χάριζαν απλόχερα το φως τους, ενώ όσο κι αν έψαξε ο Χόρβαγκ, δεν βρήκε το παραμικρό ίχνος λιωμένου κεριού.

Σαν τα κεριά μπορούσαν κι έκαιγαν αιώνια, μένοντας όμως άφθαρτα.

Πλησιάζεις. Αγαπημένε ήρθες επιτέλους κοντά μου”

Ο Χόρβαγκ προχώρησε πιο μέσα. Δρασκέλισε μια εσωτερική πύλη που το κατώφλι της ήταν στολισμένο με σχέδια και σύμβολα που δεν τα είχε ξαναδεί. Βρέθηκε σε ένα μεγάλο δωμάτιο, κι εκεί το φως διαχεόταν ακόμα πιο λαμπρό.

Έβλεπε άραγε καλά;

Από άκρη σε άκρη, μπροστά σε τρεις από τους τοίχους ήταν σωριασμένα αμέτρητα πλούτη. Χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες. Σκεύη που η μόνη τους χρησιμότητα ήταν η ομορφιά τους. Όπλα και ασπίδες δεμένα με πολύτιμα υλικά. Λεκάνες και κύπελλα ξέχειλα με πετράδια και μαργαριτάρια.

Όμως ο μεγαλύτερος θησαυρός τον περίμενε στο κέντρο του δωματίου.

Ήταν εκείνη. Ξαπλωμένη πλαγιαστά σε ένα φαρδύ ντιβάνι, ακουμπούσε το κεφάλι της στην δεξιά της παλάμη. Είχε λευκά σαν χιόνι μαλλιά, που εδώ κι εκεί όμως τα στόλιζαν μενεξεδιές τούφες. Τα μεγάλα της μάτια είχαν το χρώμα του ξανθού μελιού, και ήταν πράγματι τόσο γλυκά. Είχαν καρφωθεί πάνω του. Ο Χόρβαγκ ένιωθε αυτό το βλέμμα σαν χρυσό σκοινί που τον είχε αιχμαλωτίσει.

Πήγε κοντά της.

Ήταν γυμνή. Το σώμα της μισοσκεπασμένο από ένα ανάλαφρο, διάφανο πέπλο. Ο Χόρβαγκ μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει το σταρένιο της δέρμα, τις μαγευτικές της καμπύλες, τα σφιχτά της στήθη.

Δώσε μου αγάπη, κι αυτά θα γίνουν δικά σου”

Άκουσε πάλι την φωνή της, μα ήταν μονάχα ένας ψίθυρος μέσα στο κεφάλι του. Τα σαρκώδη κόκκινα χείλια της είχαν μείνει σφαλιστά.

Ευθύς ξεφορτώθηκε τα βαριά ρούχα που ακόμη φορούσε και ξάπλωσε μαζί της.

 

Πετάχτηκε με κομμένη την ανάσα. Του πήρε λίγες στιγμές να καταλάβει ότι ήταν στο σπίτι του.

Ήταν όνειρο;

Όλα ήταν όπως τα θυμόταν. Η φωτιά είχε σχεδόν σβήσει, αλλά έκανε αρκετή ζέστη.

«Ήταν όνειρο...», ψέλλισε αποκαρδιωμένος. Μα τότε το είδε. Πλάι στο προσκεφάλι του βρισκόταν ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι, δεμένο με χρυσάφι και μικρά γαλάζια πετράδια.

Τρέμοντας, το ακούμπησε.

Αυτό θα σε οδηγήσει. Έλα, θα σε περιμένω”

Ντύθηκε και βγήκε στην αυλή. Αν είχε δει όνειρο, γιατί άραγε έμοιαζε τόσο πολύ με όσα αντίκριζε ξύπνιος;

Εξάλλου το πετράδι ήταν αληθινό.

Πλησίασε το πηγάδι. Δεν λαμπύριζε πράσινο. Κοίταξε μέσα του και αντίκρισε μονάχα σκοτάδι. Ούτε ομίχλη, ούτε η σκάλα που χανόταν μέσα της.

)*(

Το καπηλειό “Τραγανό Ελάφι” ήταν γεμάτο. Οι σερβιτόρες συνεχώς κουβαλούσαν πιατέλες φορτωμένες φαγητά και κανάτες ξέχειλες μπύρα και κρασί. Τρεις μεγάλες φωτιές χάριζαν απλόχερα ζεστασιά και φως. Σε μια απόμερη γωνία ο Κάλντιρ, περιπλανώμενος βάρδος, γρατζούναγε την λύρα του και σκάρωνε αυτοσχέδια τραγούδια. Είχε πριν πολλά χρόνια διαλέξει το χωριό για να βγάλει τον χειμώνα. Από τότε ακόμα ξεχειμώνιαζε.

Ο Χόρβαγκ καθόταν σε ένα μικρό τραπέζι παρέα με τον Νέρλαγκ, παιδικό του φίλο.

«Ρε κατεργάρη, τα κοπάνησες πάλι;», τον κορόιδεψε εκείνος όταν άκουσε όσα του είπε ο Χόρβαγκ.

Αυτός αναστέναξε. Ο φίλος του, ένας ξανθομάλλης γίγαντας, δεν θα πειθόταν έτσι απλά. Ο Χόρβαγκ έβγαλε ένα μπογαλάκι και το ξετύλιξε προσεχτικά.

«Πού το βρήκες αυτό;»

Πήγε ν' αγγίξει το πετράδι αλλά ο Χόρβαγκ το έκρυψε πριν προλάβει.

«Σου είπα», αποκρίθηκε. «Πίστεψέ με, δεν τα φαντάστηκα αυτά. Όχι εντελώς τουλάχιστον».

«Και είσαι σίγουρος; Ξέρεις τον δρόμο δηλαδή;»

«Αυτό θα μας οδηγήσει. Σε χρειάζομαι Νέρλαγκ. Ίσως το ταξίδι να κρύβει κινδύνους, κι εσύ είσαι άφταστος στο σπαθί. Έλα, και ό,τι θες θα είναι δικό σου. Εγώ μόνο εκείνη θέλω να ανταμώσω ξανά».

Ο Νέρλαγκ άδειασε το πέμπτο ποτήρι μπύρα. Η σερβιτόρα του έφερε κι άλλο, μαζί με ψητό ελάφι και τυρί, κι εκείνος την αντάμειψε με ένα χαστούκι στον πισινό.

«Άντε βρε κατεργάρη, με έπεισες. Τι, θα αφήσω σ' εσένα όλη την πλάκα;»

)*(

Τους πήρε ένα μήνα σχεδόν μέχρι να είναι απολύτως έτοιμοι.

Είχε ζεστάνει αρκετά μέχρι τότε. Η άνοιξη είχε φτάσει, και είχαν πολλές ημέρες να δουν φρέσκο χιόνι.

Ο καθαρός ουρανός προμήνυε ότι αυτό θα συνεχιζόταν.

Ο Νέρλαγκ δεν ήταν καλός μόνο στο σπαθί. Είχε επιδέξια γλώσσα κι έπεισε έναν ακόμη χωριανό τους να τους συντροφέψει. Ο Κάλβουρ ήταν παλιός τους φίλος. Με την σειρά του έφερε δυο ξαδέρφια του από ένα κοντινό χωριό. Μερικές κουβέντες από τον Νέρλαγκ, γαρνιρισμένες με μπόλικη μπύρα και άφθονο κρέας, και προστέθηκαν κι αυτοί στην παρέα.

Όσο περισσότεροι, τόσο το καλύτερο, είχε σκεφτεί ο Χόρβαγκ. Τα παλικάρια ήταν καλοί πολεμιστές, και κανείς δεν ήξερε τι θα συναντούσαν στο ταξίδι τους. Ας πάρουν κι όλους τους θησαυρούς. Εγώ εκείνη θέλω να ξαναβρώ.

Δεν τους είχαν αποκαλύψει όμως τι θα τους οδηγούσε.

«Φωνές από ένα πετράδι, που μόνο εσύ ακούς», είχε πει ο Νέρλαγκ. «Εγώ σε πιστεύω. Τούτοι όμως αποκλείεται».

Είχαν λοιπόν αποφασίσει να μην είναι και πολύ συγκεκριμένοι. Είπαν μόνο ότι το μέρος του θησαυρού ήταν ένα παλιό μυστικό που ο Χόρβαγκ το είχε μάθει από έναν γέροντα θείο του. Αν και οι άλλοι κάπως δίστασαν, τελικά τους ακολούθησαν. Ο θησαυρός ακουγόταν πολύ μεγάλος για να τον παρατήσουν.

Μόλις είχαν αφήσει το χωριό, όταν ο Χόρβαγκ άκουσε την φωνή.

Κατεβείτε το ποτάμι. Τραβήξτε νότια, μέχρι να φτάσετε στον λόφο Βέγκρα”

Μέχρι να φτάσουν σε κάθε νέο τους προορισμό, το πετράδι έμενε σιωπηλό. Όταν κάθε καινούργιο κομμάτι του ταξιδιού τελείωνε, ο Χόρβαγκ άκουγε μια νέα οδηγία.

Κατέβηκαν το ποτάμι, σκαρφάλωσαν τον λόφο. Διέσχισαν επίπεδα βοσκοτόπια, βάδισαν σκεπασμένοι από τις πυκνές σκιές αρχαίων δασών. Τους πήρε σχεδόν δυο μήνες, αλλά τελικά έφτασαν.

Ήταν νύχτα όταν αντίκρισαν τους δίδυμους λόφους· το στερνό ορόσημο που είχε αποκαλύψει η φωνή.

Ένα στενό πέρασμα τούς χώριζε. Ήταν σκοτεινό, γεμάτο με μεγάλα δέντρα με παράδοξα σκεβρωμένους κορμούς.

Πίσω τους αναδευόταν πυκνή ομίχλη.

Το φεγγάρι ήταν γεμάτο. Αέρας δεν φυσούσε και ελαφριά σύννεφα κρέμονταν ψηλά στον ουρανό. Το φως του φεγγαριού και των άστρων πάλευε να τα διαβεί και τους έδινε την όψη λευκού πέπλου που φεγγοβολούσε αχνά.

Κάτι δεν ήταν σωστό. Ο Χόρβαγκ δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό το σκοτεινό φαράγγι ήταν η είσοδος στην χώρα των ονείρων του.

Σχεδόν έφτασες αγαπημένε. Μην διστάζεις, και σε λίγο θα σμίξουμε για πάντα”

«Από εκεί», έδειξε στους συντρόφους του το δασωμένο πέρασμα. Δίχως να τους περιμένει κίνησε να το διασχίσει

)*(

Όχι, δεν ήταν καθόλου σωστό.

Ο Χόρβαγκ δεν είχε επισκεφτεί αυτήν την χώρα στο όνειρό του. Μπροστά του απλώνονταν ερημωμένα λιβάδια. Ήταν ξερά και στέρφα· μόνο σε μερικά σημεία ξεχώριζαν άθλιες κηλίδες από καμένο χορτάρι.

Δεν υπήρχαν δέντρα. Τουλάχιστον όχι αυτά που είχε ονειρευτεί.

Καχεκτικοί κορμοί ξεφύτρωναν εδώ κι εκεί. Φαίνονταν ότι η ζωή τούς είχε εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό. Έστεκαν γυμνοί από φύλλα και καρπούς, σκεβρωμένοι από τις αναρίθμητες εποχές που τους συντρόφευε ο θάνατος.

«Γαμώ το σπίτι σου, Χόρβαγκ. Έλα να με βοηθήσεις».

Ο Νέρλαγκ πολεμούσε με δύο από τα τέρατα που τους είχαν επιτεθεί. Ήταν Φέντρι, πλάσματα που ο Χόρβαγκ τα είχε συναντήσει μόνο μέσα σε μύθους και ιστορίες. Έμοιαζαν με λύκους. Ήταν όμως μεγαλύτερα, και ακανόνιστα κέρατα στεφάνωναν το κεφάλι τους. Η κυρτή τους ράχη ήταν σε όλο της μάκρος φορτωμένη με σουβλερά, χοντρά αγκάθια.

Οι τρεις τους σύντροφοι ήταν ήδη νεκροί, κι έξι Φέντρι ξέσχιζαν τα κουφάρια τους.

«Παλιοδειλέ, εσύ μας έμπλεξες σε αυτό», μούγκρισε ο Νέρλαγκ. Θέρισε με το ξίφος του ένα Φέντρι, όμως τρία ακόμα τον είχαν κυκλώσει.

Ο Χόρβαγ ήξερε ότι ήταν αλήθεια. Στράφηκε στο πετράδι, αλλά ακόμα κι αυτό είχε αρχίσει να πεθαίνει. Έλειωνε μέσα στην χούφτα του. Τρύπες έχασκαν κατάμαυρες και το χρυσάφι είχε μετατραπεί σε κιτρινιάρικα σκουλήκια.

Αηδιασμένος, το πέταξε κατά την λίμνη. Ήταν εκεί που κανονικά βρισκόταν το παλάτι. Σαν οι λιμνούλες από τα συντριβάνια να είχαν θεριέψει και να το είχαν καταπιεί.

Η ακύμαντη επιφάνειά της έμοιαζε με θαμπό ασήμι. Η αχνή μαρμαρυγή που κατάφερνε να δρασκελίσει το πέπλο των σύννεφων καθρεφτιζόταν τρεμουλιαστή στα ήσυχα νερά.

Ο Χόρβαγκ δεν ήθελε να πολεμήσει.

Άφησε την κρυψώνα του κι άρχισε να τρέχει για τις όχθες της λίμνης. Οπουδήποτε, αρκεί να βρισκόταν μακρυά από τα καταραμένα Φέντρι. Είχε απομακρυνθεί κάμποσο όταν είδε απαλούς κυματισμούς να ταράζουν την μέχρι τότε γαλήνια λίμνη.

Κάτι ξεπρόβαλε από τα βάθη της. Αναδυόταν καταμεσής της και ταυτόχρονα προχωρούσε προς τον Χόρβαγκ.

Ήταν μια μορφή δύσκολο ακόμα και για την σκέψη του να την περιγράψει. Έμοιαζε με άντρα. Κάποιον πολύ ψηλό, σχεδόν δυο φορές το ύψος του πανύψηλου Νέρλαγκ. Φορούσε μανδύα σκούρο, σαν πηγμένο αίμα, ενώ μια φαρδιά κουκούλα σκέπαζε με την βαριά της σκιά το κεφάλι του.

Κράδαινε και με τα δυο του χέρια ένα τεράστιο, μαύρο σπαθί.

Όσο πλησίαζε, ο Χόρβαγκ έβλεπε κι άλλες λεπτομέρειες. Εκεί όπου θα έπρεπε να είναι τα μάτια του πλάσματος, δυο κόκκινες λάμψεις φεγγοβολούσαν. Τα χέρια του ήταν μονάχα κόκαλα, και σκουλήκια ελίσσονταν ανάμεσα στα μαυρισμένα οστά.

Όταν πάτησε σε στεγνό έδαφος, η κουκούλα γλίστρησε. Για κεφάλι είχε ένα άσαρκο κρανίο, ενώ μαύροι βόστρυχοι αναδύονταν από την κορυφή. Ήταν πυκνός καπνός και περιτριγύριζε το κρανίο σαν φασματική χαίτη.

Ο Χόρβαγκ είχε παραλύσει. Τα πόδια του δεν τον βαστούσαν άλλο. Έπεσε στα γόνατα και περίμενε το τελειωτικό χτύπημα.

Όχι αυτόν. Οι άλλοι είναι δικοί σου, αλλά αυτός μού ανήκει”

Κάτι φτερούγισε μέσα στα στήθια του. Δεν είχε λαθέψει λοιπόν. Την είχε πράγματι βρει. Το πλάσμα του θανάτου βρυχήθηκε και χάθηκε μέσα σε πράσινη ομίχλη.. Λευκό φως στροβιλιζόταν λίγα βήματα παραπέρα. Μέσα από την εκτυφλωτική του λάμψη, την είδε θαμπά να ξεπροβάλλει.

Ήταν όμορφη όπως τη θυμόταν. Ίσως ακόμα περισσότερο. Το δέρμα της μονάχα είχε χάσει την σταρένια του απόχρωση. Μια νεκρική χλωμάδα το είχε καλύψει.

Κάνει τα χείλια της όμως να φαντάζουν πιο κόκκινα.

Τα μάτια της δεν λαμπύριζαν χρυσαφιά. Ήταν θολά, λες και τα είχε σκεπάσει ομίχλη.

Έτσι όμως φαίνονται πιο όμορφα τα μαλλιά της.

Στάθηκε από πάνω του. Του έτεινε το λεπτοκαμωμένο της χέρι και τον βοήθησε να σηκωθεί.

Φορούσε ένα λευκό, μακρύ φουστάνι. Καθώς την αγκάλιασε, ένιωσε το λεπτό ύφασμα να γλιστράει δροσερό κάτω από τα δάχτυλά του. Τα χείλη τους ενώθηκαν.

Πιο γλυκιά από το όνειρό μου.

Γλυκιά, μα τότε ένιωσε και μιαν αλμύρα να πλημμυρίζει το στόμα του.

Αίμα;

Κι ένιωσε τα δόντια της να μπήγονται στην γλώσσα του. Θέλησε να ουρλιάξει, αλλά εκείνη είχε κολλήσει στα χείλια του και κατάπινε την ανάσα του. Την άκουσε να ρουφάει λαίμαργα το ζεστό του αίμα. Η γλώσσα του σπαρταρούσε μισή· την υπόλοιπη την είχε καταβροχθίσει εκείνη.

Δεν κατάλαβε για πόση ώρα έμειναν έτσι. Όταν τραβήχτηκε μακρυά του, είδε ότι είχε πάρει πάλι την μορφή του ονείρου του.

Είσαι νόστιμος Χόρβαγκ”, αντιλάλησε πάλι μέσα στο μυαλό του η φωνή της. “Διάλεξα καλά”

Άπλωσε το λευκοντυμένο της χέρι και σκούπισε τα αιμάτινα ρυάκια που κατέβαιναν από το ανοιχτό του στόμα. Ο Χόρβαγκ θέλησε να μιλήσει, αλλά μονάχα άναρθρα γρυλίσματα δρασκέλισαν τα χείλια του. Τέντωσε το χέρι του και της έδειξε το πεδίο της μάχης. Ουρλιαχτά ακούγονταν από εκεί· ακόμα και οι φωνές των νεκρών του συντρόφων.

Αυτοί χάθηκαν πια, μη τους σκέφτεσαι άλλο. Οι ψυχές τους ανήκουν πλέον σε Εκείνον. Θα τις καταβροχθίσει, αλλά πρώτα παίζει με το φαγητό του. Δεν θες να πας εκεί. Δεν του αρέσει να τον ενοχλούν. Θα αρκεστεί σε αυτούς, κι εσύ θα είσαι δικός μου. Και συγγνώμη για την γλώσσα σου, αλλά δεν την χρειάζεσαι στο αιώνιο λυκόφως που πάμε. Θα μάθεις με τον καιρό να μιλάς όπως εγώ”

Άνοιξε το στόμα της και του έδειξε την δικιά της γλώσσα. Σπαρταρούσε λειψή, έχοντας μια πληγή που ακόμα έμοιαζε νωπή.

Ξέρω ότι πονάς, αλλά αν σε έπαιρνε Εκείνος θα ήταν πολύ χειρότερα. Έκανες καλά που τους έφερες. Θα τον χορτάσουν, κι εσύ γλίτωσες. Έλα αγαπημένε μου. Απ' όταν έσμιξαν οι ψυχές μας, ήξερα ότι οι μοίρες μας είναι δεμένες· αν όμως είχες έρθει μόνος σου, δεν θα μπορούσα να τον εμποδίσω να σε πάρει. Έλα, το σπιτικό μας μάς περιμένει”

Τα δάχτυλα τους πλέχτηκαν. Ο Χόρβαγκ έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του.

Εγώ φταίω, σκέφτηκε θλιμμένος. Έπειτα κίνησε για την λευκή πύλη, με εκείνη πλάι του.

Για πάντα μαζί. Αυτό ήθελε εξάλλου...

 

Τέλος

By alkinem

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σκοτεινός Θησαυρός.pdf

  • Like 4
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Καλημέρα Γιάννη και καλή χρονιά!

Το διήγημά σου το διάβασα από χτες και -μήπως είναι sword and sorcery;- μου άρεσε αρκετά.

Αναλυτικότερα:

 

1. Υποθέτω όλο το σχέδιο αφορούσε σε ένα είδος δολώματος. Ο κόσμος αυτός, ο πολύ ωραίος, ή δεν υπάρχει πια ή δεν υπήρξε ποτέ, και τα όντα τον πασάρουν μέσω ονείρων και οραμάτων για να προσελκύσουν ονειροπόλους ή περιπετειώδεις βλάκες.

2. Μικρολαθάκια περιγραφής υπάρχουν, εννοώ, πράγματα που δεν μπόρεσα να οπτικοποιήσω ικανοποιητικά. Ή πράγματα που κάπως άκαιρα μπαίνουν στο κείμενό σου. Στην αρχή έχεις μία αρκετά εκτενή περιγραφή του που ζει αυτός, του τι βλέπει, που δεν χρειάζεται για την εξέλιξη της ιστορίας όμως. Εγώ περίμενα να παίξει σπουδαίο ρόλο το μέρος που κάθεται, εννοώ, η απομόνωσή του, το ψηλό βουνό, το χιόνι και όλα. Και τελικά προκύπτει απλώς ένας τύπος στο πανδοχεία με τα συντρόφια που θα πάνε να κυνηγήσουν  την επόμενη δουλειά, τον επόμενο θησαυρό, το επόμενο ακριβοπληρωμένο ξόρκι. Ή δεν κατάλαβα καθόλου καλά πώς ήταν τα δέντρα στον άλλο κόσμο.

3. Το να περνάει κάποιος από έναν κόσμο σε έναν άλλο είναι πάντως ωραίο σαν ιδέα. Μου άρεσε που μπήκε από το πηγάδι.

4. Δεν ξέρω όμως αν περίμενα να είναι άντρας ο αποδέκτης της φωνής, λόγω της εικόνας που είχε δοθεί το λέω αυτό.

5. Μου φάνηκε κάπως υπερβολική η βεβαιότητα ότι μέσω του κοσμήματος θα καθοδηγείτο αυτός. Εννοώ δεν είχε άλλη ένδειξη, δεν είχε κάνει κάποια βόλτα στο μεταξύ έξω από το χωριό για να δει αν η Φωνή τον καθοδηγούσε με το που έβγαινε στα περίχωρα. Αλλά ήταν βέβαιος ότι θα συμβεί, σε σημείο που προσέλαβε και κόσμο. Και αν δεν άκουγε τις οδηγίες; Και οι άλλοι πώς ακολούθησαν έτσι, στα τυφλά, απλώς με μία υπόσχεση; Να, εδώ ήταν που μου φάνηκε πια εντελώς sword and sorcery. Αλλά ακριβώς για αυτό έπρεπε να είναι και κάπως ρεαλιστικότερο αυτό το κομμάτι.

6. Γενικά μου φάνηκε μία ιστορία γραμμένη με φαντασία. Το είπες από την αρχή ότι σε πήγαινε σε φάντασυ. Ήθελε λίγο περισσότερη προσοχή στο στήσιμο της νομίζω.

7. Εγώ προσωπικά θα ήθελα να μάθω λιγότερα για το πού μένει ο τύπος και γιατί, και περισσότερα για το ονειρικό μέρος και την καλλονή που το στοίχειωνε και για τα Φέντρι (δικό σου ον είναι αυτό;)

8. Το κόσμημα καταστράφηκε με το που τους οδήγησε εκεί που ήθελε, σωστά;

 

 

Έχεις ωραία φαντασία! Καλή επιτυχία στο παιχνίδι σου εύχομαι!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
elgalla

Συγκριτικά με την προηγούμενη ιστορία σου που είχα διαβάσει (αυτή στο διαγωνισμό φαντασίας), βλέπω θεαματική διαφορά και μπράβο σου. Η γραφή σου είναι πιο συγκεντρωμένη και καθόλου φορτωμένη, οι περιγραφές σου ξεκάθαρες και μάλιστα με μια-δυο πολύ όμορφες εκφράσεις, γενικά κυλούσε πολύ καλά το κείμενο. Αυτό που λείπει γενικότερα είναι το κίνητρο. Τι κίνητρο έχει η γυναίκα να τον καλεί κοντά της; Τον λιμπίστηκε τον άντρακλα και σ' όλον τον κόσμο δεν έβρισκε καλύτερο; Κι αυτός είδε κάτι περίεργα κι ήταν σίγουρος πως το ρουμπίνι τον πήγαινε σε θησαυρό κι όχι σε παγίδα κι οι άλλοι τον ακολούθησαν τυφλά... και; Κι αυτή πού το ήξερε ότι ο Χόρβαγκ δεν θα πήγαινε μόνος του και, άρα, δεν θα τον κατασπάραζε Εκείνος; Η ιδέα πίσω από την πλοκή είναι καλή, αλλά λείπουν συνδετικοί κρίκοι και ισχυρά κίνητρα για όλους σου τους χαρακτήρες. Θέλει δουλίτσα, όμως, και πιθανόν παραπάνω λέξεις. Δεν στέκομαι τόσο σε αυτά, πάντως, όσο στο ότι είναι από τις πιο καλογραμμένες σου ιστορίες. Καλή επιτυχία!

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Καλημέρα Γιάννη και καλή χρονιά!

Το διήγημά σου το διάβασα από χτες και -μήπως είναι sword and sorcery;- μου άρεσε αρκετά.

Αναλυτικότερα:

 

1. Υποθέτω όλο το σχέδιο αφορούσε σε ένα είδος δολώματος. Ο κόσμος αυτός, ο πολύ ωραίος, ή δεν υπάρχει πια ή δεν υπήρξε ποτέ, και τα όντα τον πασάρουν μέσω ονείρων και οραμάτων για να προσελκύσουν ονειροπόλους ή περιπετειώδεις βλάκες.

2. Μικρολαθάκια περιγραφής υπάρχουν, εννοώ, πράγματα που δεν μπόρεσα να οπτικοποιήσω ικανοποιητικά. Ή πράγματα που κάπως άκαιρα μπαίνουν στο κείμενό σου. Στην αρχή έχεις μία αρκετά εκτενή περιγραφή του που ζει αυτός, του τι βλέπει, που δεν χρειάζεται για την εξέλιξη της ιστορίας όμως. Εγώ περίμενα να παίξει σπουδαίο ρόλο το μέρος που κάθεται, εννοώ, η απομόνωσή του, το ψηλό βουνό, το χιόνι και όλα. Και τελικά προκύπτει απλώς ένας τύπος στο πανδοχεία με τα συντρόφια που θα πάνε να κυνηγήσουν  την επόμενη δουλειά, τον επόμενο θησαυρό, το επόμενο ακριβοπληρωμένο ξόρκι. Ή δεν κατάλαβα καθόλου καλά πώς ήταν τα δέντρα στον άλλο κόσμο.

3. Το να περνάει κάποιος από έναν κόσμο σε έναν άλλο είναι πάντως ωραίο σαν ιδέα. Μου άρεσε που μπήκε από το πηγάδι.

4. Δεν ξέρω όμως αν περίμενα να είναι άντρας ο αποδέκτης της φωνής, λόγω της εικόνας που είχε δοθεί το λέω αυτό.

5. Μου φάνηκε κάπως υπερβολική η βεβαιότητα ότι μέσω του κοσμήματος θα καθοδηγείτο αυτός. Εννοώ δεν είχε άλλη ένδειξη, δεν είχε κάνει κάποια βόλτα στο μεταξύ έξω από το χωριό για να δει αν η Φωνή τον καθοδηγούσε με το που έβγαινε στα περίχωρα. Αλλά ήταν βέβαιος ότι θα συμβεί, σε σημείο που προσέλαβε και κόσμο. Και αν δεν άκουγε τις οδηγίες; Και οι άλλοι πώς ακολούθησαν έτσι, στα τυφλά, απλώς με μία υπόσχεση; Να, εδώ ήταν που μου φάνηκε πια εντελώς sword and sorcery. Αλλά ακριβώς για αυτό έπρεπε να είναι και κάπως ρεαλιστικότερο αυτό το κομμάτι.

6. Γενικά μου φάνηκε μία ιστορία γραμμένη με φαντασία. Το είπες από την αρχή ότι σε πήγαινε σε φάντασυ. Ήθελε λίγο περισσότερη προσοχή στο στήσιμο της νομίζω.

7. Εγώ προσωπικά θα ήθελα να μάθω λιγότερα για το πού μένει ο τύπος και γιατί, και περισσότερα για το ονειρικό μέρος και την καλλονή που το στοίχειωνε και για τα Φέντρι (δικό σου ον είναι αυτό;)

8. Το κόσμημα καταστράφηκε με το που τους οδήγησε εκεί που ήθελε, σωστά;

 

 

Έχεις ωραία φαντασία! Καλή επιτυχία στο παιχνίδι σου εύχομαι!

 

 

1)Όντως αυτός ο κόσμος είναι ένα δόλωμα. Ο παραδεισένιος κόσμος του ονείρου υπήρξε κάποτε, αλλά μετά τον κατέλαβε Εκείνος. Τώρα πια η γυναίκα είναι ας πούμε σκλάβα του, και μέσω οραμάτων και ονείρων παρασέρνει εκεί ευκολόπιστους για να πάρει Εκείνος τις ψυχές τους.

2)Σε κάποια σημεία όντως οι περιγραφές μου δεν ήταν επιτυχημένες. Θα το δουλέψω αυτό.

3)Ευθύς εξαρχής αποφάσισα να μην βασιστώ εξολοκλήρου στην εικόνα. Πάντως στις άλλες ιστορίες που έγραψα ο κεντρικός χαρακτήρας ήταν γυναίκα(και διάλεξα την μόνη με πρωταγωνιστή άντρα...)

4)Το κομμάτι της προετοιμασίας, του πώς συγκεντρώθηκαν, του πόσο εύκολα πείστηκαν οι υπόλοιποι, είναι συνοπτικά γραμμένο. Για να είναι πιο πιστευτό όντως χρειαζόταν περισσότερο άπλωμα.

5)Για τον ονειρικό κόσμο δεν είχα σκεφτεί πολλές λεπτομέρειες. Επίσης φοβήθηκα ότι εάν τον περιέγραφα εκτενέστερα, ίσως ξέφευγα κατά πολύ από το όριο. Και ναι, τα Φέντρι είναι δικιά μου έμπνευση.

6)Πράγματι το κόσμημα καταστράφηκε όταν τους οδήγησε εκεί.

 

Ευχαριστώ για τα σχόλια.

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Συγκριτικά με την προηγούμενη ιστορία σου που είχα διαβάσει (αυτή στο διαγωνισμό φαντασίας), βλέπω θεαματική διαφορά και μπράβο σου. Η γραφή σου είναι πιο συγκεντρωμένη και καθόλου φορτωμένη, οι περιγραφές σου ξεκάθαρες και μάλιστα με μια-δυο πολύ όμορφες εκφράσεις, γενικά κυλούσε πολύ καλά το κείμενο. Αυτό που λείπει γενικότερα είναι το κίνητρο. Τι κίνητρο έχει η γυναίκα να τον καλεί κοντά της; Τον λιμπίστηκε τον άντρακλα και σ' όλον τον κόσμο δεν έβρισκε καλύτερο; Κι αυτός είδε κάτι περίεργα κι ήταν σίγουρος πως το ρουμπίνι τον πήγαινε σε θησαυρό κι όχι σε παγίδα κι οι άλλοι τον ακολούθησαν τυφλά... και; Κι αυτή πού το ήξερε ότι ο Χόρβαγκ δεν θα πήγαινε μόνος του και, άρα, δεν θα τον κατασπάραζε Εκείνος; Η ιδέα πίσω από την πλοκή είναι καλή, αλλά λείπουν συνδετικοί κρίκοι και ισχυρά κίνητρα για όλους σου τους χαρακτήρες. Θέλει δουλίτσα, όμως, και πιθανόν παραπάνω λέξεις. Δεν στέκομαι τόσο σε αυτά, πάντως, όσο στο ότι είναι από τις πιο καλογραμμένες σου ιστορίες. Καλή επιτυχία!

 

Καλησπέρα Αταλάντη.

Χαίρομαι που βρήκες την ιστορία καλογραμμένη.

Τώρα, για το κίνητρο της γυναίκας. Είναι υποχρεωμένη από Εκείνον να του φέρνει πρόθυμες ψυχές για να χορταίνουν την πείνα του. Σε αυτό το σημείο όντως εντόπισες ένα σημαντικό κενό. Τον Χόρβαγκ δεν τον λιμπίστηκε για την ομορφιά του, αλλά επειδή μέσα στο όνειρο, εκείνη ένιωσε κάτι να συνδέει τις ψυχές τους. Το κενό που προανέφερα είναι το ότι τον καλεί τελικά, δίχως όμως να είναι βέβαιη ότι θα μπορέσει να τον κρατήσει.

Ο Χόρβαγκ όντως παρασύρθηκε πολύ εύκολα. Εύκολα επίσης πείστηκαν και οι υπόλοιποι. Εδώ όντως χρειάζεται αναλυτικότερη περιγραφή.

Γενικά, θα συμφωνήσω μαζί σου στο ότι χρειάζεται αρκετή δουλειά για να γεμίσω τα κενά και να διορθώσω τις όποιες ασυνέπειες.

 

Ευχαριστώ για τα σχόλια.

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Ο ήρωάς σου είναι, μέσα στην αντι-ηρωική του, μοιραία περιπέτεια, αρχετυπικός. Και αυτό μου άρεσε. Ακολουθεί τα όνειρα, τις εσωτερικές φωνές του, και τολμάει κάτι τρελό.

Αυτό που δεν με έπεισε ήταν το πόσο εύκολα τον ακολούθησαν κι άλλοι.

Το πλάσμα, αν και πονηρό, είχε όλα τα στοιχεία για να γίνει συμπαθές, αλλά έπρεπε να εκμεταλευτείς λίγο περισσότερο τον πραγματικό κακό που εκείνο είναι καταδικασμένο να υπηρετεί.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Άννα σ' ευχαριστώ για τα σχόλια και τις παρατηρήσεις.

Το κομμάτι της ιστορίας που συγκεντρώνεται η παρέα, αναγκάστηκα να το δώσω συνοπτικά. Ευθύς εξαρχής ήξερα ότι αυτό θα αφαιρούσε την απαραίτητη ρεαλιστικότητα από τις αντιδράσεις των υπολοίπων, αλλά επέλεξα να το "θυσιάσω" έτσι ώστε να δώσω όσο πιο ικανοποιητικά μπορούσα τα υπόλοιπα. Και πάλι όμως λείπουν αρκετά· πράγματι θα ήθελα να δείξω πιο πολλά για Εκείνον.

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Nienor

Μου άρεσε πολύ η αρχή με το πηγάδι και τη φωνή, μου άρεσε που δεν υπήρχαν άλλοι και που έμοιαζε με σκοτεινό παραμύθι και μετά μάλλον λίγο ξενέρωσα που τελικά ήταν περιπέτεια και όχι αυτό που νόμιζα πως θα διάβαζα. Με ξαναβρήκες λίγο στο τέλος, ήτανε ωραία ανατροπή που δεν βρήκε αυτό που περίμενε, αλλά βρήκε αυτό που είχε σημασία για αυτόν. Εκτός από αυτά που θέλεις να φτιάξεις θα έλεγα μετά να προσπαθήσεις να ενοποιήσεις και λίγο το ύφος της αφήγησης. Επίσης, πιστεύω πως δεν χρειάζεσαι τα χομ μειντ τέρατα γιατί μάλλον αποδυναμώνεις λίγο Εκείνον. Θα τα δεις.

 

Η σχέση της ιστορίας με την εικόνα είναι μάλλον η λιγότερο πετυχημένη. Δεν μπορώ να τη δω ούτε κυριολεκτικά ούτε συμβολικά μέσα στο κείμενο. Επίσης, please, άλλαξε τίτλο. Αν δεν ήτανε μέρος του ράιτ οφ, από τον τίτλο δηλαδή, δε θα άνοιγα το αρχείο και θα ήτανε πολύ κρίμα. Της αξίζει κάτι καλύτερο.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Κιάρα θα συμφωνήσω μαζί σου για τον τίτλο. Κι εμένα δεν με ξετρέλανε, αλλά πάνω στην βιασύνη μου δεν μπόρεσα να σκεφτώ κάτι πιο ταιριαστό.

Για τα υπόλοιπα που αναφέρεις... γουέλ, το παραδέχομαι ότι η σχέση με την εικόνα δεν είναι πολύ δυνατή. Επικεντρώθηκα περισσότερο στον τίτλο του συγκεκριμένου πίνακα κι όχι τόσο στο περιεχόμενο. Τα τέρατα τα φαντάστηκα σαν κολασμένα λαγωνικά, που λειτουργούν ως προπομποί Εκείνου. Και από την αρχή είχα στο μυαλό μου μια περιπέτεια, κι όχι ένα παραμύθι. Οπότε παραδέχομαι ότι το ξεκίνημα της ιστορίας ήταν κάπως παραπλανητικό, αλλά έτσι φαντάστηκα την ιστορία να ξετυλίγεται.

 

Σ' ευχαριστώ για τον χρόνο που αφιέρωσες στην ιστορία και για τα σχόλιά σου.

Edited by alkinem
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Silvertooth

Ωραία η ιστορία, με την ψυχεδέλεια που της αρμόζει, με το μυστήριο και τους πειρασμούς, αν και σχετίζεται κάπως αφηρημένα με την εικόνα.

 

Κινεί το ενδιαφέρον για περισσότερο. Θα με ήθελα να μάθω περισσότερα για Εκείνον, για τη γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά και για τη ζωή του πρωταγωνιστή μετά.

 

Καλογραμμένη και χωρίς κενά, θα εκτιμούσα περισσότερη διευκρίνηση για τον 'Εκείνον', αλλά γενικώς ήταν καλή.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Ωραία η ιστορία, με την ψυχεδέλεια που της αρμόζει, με το μυστήριο και τους πειρασμούς, αν και σχετίζεται κάπως αφηρημένα με την εικόνα.

 

Κινεί το ενδιαφέρον για περισσότερο. Θα με ήθελα να μάθω περισσότερα για Εκείνον, για τη γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά και για τη ζωή του πρωταγωνιστή μετά.

 

Καλογραμμένη και χωρίς κενά, θα εκτιμούσα περισσότερη διευκρίνηση για τον 'Εκείνον', αλλά γενικώς ήταν καλή.

 

Ευχαριστώ για τα σχόλια.

Πάντως οφείλω να ομολογήσω ότι Εκείνος, η γυναίκα και το παρελθόν τους είναι ακόμη κάπως αφηρημένα μέσα στο μυαλό μου. Αν και όταν αποφασίσω να επεκτείνω την ιστορία, ελπίζω να τα έχω συγκεκριμενοποιήσει αρκετά.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Πολύ ωραίο ταξίδι, για όποιον θέλει να ταξιδέψει φυσικά. Και όπως σε όλα τα ταξίδια βλέπουμε τοπία όμορφα και λιγότερο όμορφα. Καλογραμμένο και με καλές συνεχόμενες περιγραφές, βοηθάει τον ταξιδιώτη να καταλάβει που πατάει, αν και ο προορισμός είναι άγνωστος. Και στο τέλος άσχημος για τον ήρωα. Ή όχι; Θεωρώ άσκοπο να κρίνω το ίδιο το κείμενο σαν κείμενο γιατί θα είναι εντελώς υποκειμενικό. Τα παραμύθια πιστεύω πως είναι σαν τα γραπτά των θρησκειών. Δεν εξαρτάται η ερμηνεία τους από το κείμενο σαν κείμενο, αλλά από την ερμηνεία που θέλει να δώσει ο κάθε ένας που το διαβάζει, ανάλογα με τον χαρακτήρα του, τα πιστεύω του και χίλια δυο άλλα πράγματα που μας κάνουν να διαφέρουμε μεταξύ μας. Γι αυτό άλλοι τα λατρεύουν και άλλοι τα περιφρονούν. Σημασία έχει να μας αρέσουν τα ταξίδια του νου και της φαντασίας σε άγνωστους κόσμους, πάνω στο όχημα που φτιάχνει ο συγγραφέας. 

Μόνο μια μικρή παρατήρηση, πάλι υποκειμενική όμως. Μερικές παράγραφοι είναι δομημένες από υπερβολικά πολλές και μικρές προτάσεις. Προσωπικά θα προτιμούσα να "δένεις" μερικές μεταξύ τους σε μεγαλύτερες. Είναι πιο ξεκούραστη η ανάγνωση.

Και πάλι μπράβο.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Σπύρο, σ' ευχαριστώ για τα σχόλια σου.

Το τέλος όντως το άφησα στην κρίση του κάθε αναγνώστη. Ούτε καλό, ούτε κακό εκ των προτέρων, αλλά όπως θα το δει ο καθένας. Γι' αυτό που αναφέρεις, για το μέγεθος ορισμένων προτάσεων, προσπαθώ να βρω μια ισορροπία. Έχω την τάση να ξεφεύγω ορισμένες φορές και να παρουσιάζω μεγάλες προτάσεις που επίσης είναι δύσκολες στην ανάγνωση. Όπως προείπα, ψάχνω την μέση οδό σε αυτό το ζήτημα.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Πολύ καλή ιστορία που μου άρεσε πολύ η εξέλιξη της, αφού μια ιστορία φαντασίας όπως ξεκινάει, καταλήγει σε sword and sorcery. Αν και η σύνδεση με την εικόνα δεν είναι τόσο άμεση, μου άρεσε πολύ ο βασικός χαρακτήρας όπως και η ιδέα αυτής που τον κάλεσε αλλά και "Εκείνου". Ωραία πινελιά και τα Φέντρι, αλλά οι υπόλοιποι ανθρώπινοι χαρακτήρες υπάρχουν απλώς για να πεθάνουν μου φαίνεται! :) Εδώ έχεις μια ιδέα( του "Εκείνου") πολύ ενδιαφέρουσα που μπορείς να την αναπτύξεις πολύ περισσότερο σίγουρα! Καλή επιτυχία!

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Ευχαριστώ για τα σχόλια.

Κι όντως έχεις δίκιο. Οι υπόλοιποι ανθρώπινοι χαρακτήρες ήταν από την αρχή για σκότωμα.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Λοιπόν, συνονόματε,  ενδιαφέρουσα ιστορία. Καλή γραφή( θα συμφωνήσω με την Αταλάντη ότι εδώ βοηθάει  η πιο απλή  γλώσσα που χρησιμοποίησες σε σχέση με την άλλη ιστορία) και  καλό τελείωμα, αν και είναι το μάλλον τυπικό   σε αυτού του είδους τις ιστορίες. Θα σου πρότεινα να μειώσεις λίγο την εισαγωγή(είναι αλήθεια ότι, άργησε ελαφρώς να την βρει :p) και να δώσεις λίγο χώρο στην μάχη της τελευταίας ενότητας καθώς και τα μυστηριώδη όντα για τα οποία δεν μαθαίνουμε  και πολλά.

Επίσης, αυτό το 'Γαμώ το Σπίτι σου, Χόρβαγκ'   με έκανε να γελάσω, αλλά δεν ξέρω αν ταιριάζει με την υπόλοιπο ύφος του κειμένου.

Αυτά!

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Ευχαριστώ Johny. Εύστοχες οι παρατηρήσεις σου.

  • Like 2
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..