Jump to content
Sign in to follow this  
chrismad

Η πριγκίπισσα των δράκων

Recommended Posts

chrismad

Όνομα Συγγραφέα: Chris Mad

Είδος: παραμύθι Ηλικίας  8 - 15 ετών

Βία; (Όχι)

Σεξ; (Όχι)

Αριθμός Λέξεων: 9140

Αυτοτελής (Ναι)

 

                                                                     Η πριγκίπισσα των δράκων

 

Η πόρτα έκλεισε πίσω της και εκείνη κατευθύνθηκε προς το ασανσέρ. Μόλις είχε τελειώσει και από αυτόν τον όροφο. Έμεναν ακόμα άλλοι δύο για να καθαρίσει και μετά θα μπορούσε να πάει να ξεκουραστεί.

Πάτησε το κουμπί να καλέσει το ασανσέρ και περίμενε. Όταν άνοιξε η πόρτα στο ασανσέρ, ήταν μέσα ο φύλακας του κτιρίου, που έκανε την περιπολία του. «Καλησπέρα» της είπε «ακόμα εδώ είσαι;».

«Ναι δεν έχω τελειώσει ακόμα» απάντησε η Μαρία τραβώντας το καρότσι με τα καθαριστικά της «Εσύ; Τώρα έπιασες βάρδια;» και πάτησε το κουμπί του δευτέρου ορόφου.

«Ναι και κάνω περιπολία, όταν τελειώσεις πες μου να σου ανοίξω» της απάντησε.

Η Μαρία, μια κοπέλα είκοσι πέντε χρόνων, είχε περάσει πολλά χρόνια σε ιδρύματα. Τα τελευταία χρόνια που σπούδαζε μηχανικός, δούλευε σαν καθαρίστρια, και έμενε μαζί με μια φίλη και συμφοιτήτρια της λίγο έξω από την πόλη. Είχε πάρει τον καθαρισμό σε ένα κτήριο γραφείων, μιας μεγάλης εταιρίας μόνη της, για να μπορέσει να μαζέψει τα χρήματα που θα χρειαζόταν για μια δική της δουλειά.

Τον ελεύθερο χρόνο της, όσο είχε, της άρεσε να αθλείται. Πήγαινε στο γυμναστήριο του αδερφού της συγκάτοικου της, που και σε αυτό έκανε τον καθαρισμό τις αργίες.

Τα πολλά χρόνια που ζούσε στα ιδρύματα, την είχαν κάνει να είναι μοναχικό άτομο, με σκληρό χαρακτήρα και λίγο άγριο θα μπορούσες να πεις. Εξ άλλου δεν θα μπορούσε αλλιώς να είχε επιβιώσει όλα αυτά τα χρόνια.

Όταν τελείωσε την δουλειά της, πήγε στην αποθήκη καθαρισμού, άφησε το καρότσι της, άλλαξε τα ρούχα της δουλειάς και έβαλε την φόρμα της. Βγήκε στον διάδρομο και κοντοστάθηκε, μια μικρή ζαλάδα την έκανε να ακουμπήσει  στον τοίχο. Μερικές φορές αυτή η ζαλάδα της έσπαγε τα νεύρα, ο γιατρός που είχε πάει της είπε ότι ήταν από την κούραση, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να σταματήσει τίποτα από όσα  έκανε. Προχώρησε προς το φυλάκιο. «Τελείωσα» είπε στον φύλακα «πάω να φύγω, θα σου χτυπήσω το κουδούνι. Καλό βράδυ και καλή βάρδια» του είπε. Εκείνος την χαιρέτησε και γύρισε πάλι την μικρή τηλεόραση που είχε μπροστά του.

Η Μαρία κατέβηκε στο γκαράζ του κτηρίου και πήγε στην μηχανή της, που ήταν παρκαρισμένη εκεί. Άναψε την μηχανή, φόρεσε το κράνος της, τα γάντια της και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του γκαράζ. Πάτησε το κουμπί και σχεδόν αμέσως η πόρτα άρχισε να ανεβαίνει. Βγήκε έξω και κατευθύνθηκε προς τον περιφερειακό της πόλης. Ήταν ο πιο γρήγορος δρόμος για να γυρίσει σπίτι της. Πέρασε το τελευταίο φανάρι της πόλης και ανέβασε ταχύτητα μιας και αυτή την ώρα ο περιφερειακός είχε ελάχιστη κίνηση. Τα φώτα της μηχανής φώτιζαν της γραμμές τους δρόμου που έρχονταν, πέρναγαν και χάνονταν στο πριν. Οι ανοιχτές στροφές του δρόμου έκαναν την μηχανή να γέρνει σε έναν αλλεπάλληλο αρμονικό χορό. Τελευταία στροφή και στο βάθος φάνηκαν τα φανάρια που σηματοδοτούσαν το τέλος της περιφερειακής και την αρχή του δρόμου για το σπίτι. Η Μαρία κοίταξε το φανάρι στο τέλος της ευθείας. Πράσινο, πορτοκαλί, κόκκινο.. δεν το προλάβαινε. Το κόκκινο φως άρχισε να μεγαλώνει και να γεμίζει τα μάτια της. Μια γλυκιά ζάλη ερχόταν μαζί με το φως να θαμπώσει την πραγματικότητα Το φως άρχισε να ξεθωριάζει μέχρι που χάθηκε και ένα σκοτάδι γέμισε τα μάτια της. Η Μαρία άφησε τα χέρια της και πέρασε σε μια δύνη, που δεν μπορούσε να της αντισταθεί και ας ήξερε και είχε καταλάβει ότι θα ήταν μοιραία κίνηση για την ζωή της. Μέσα στο σκοτάδι και την αιώρηση της, ένα μικρό γαλανό φως άρχισε να έρχεται προς το μέρος της, μέχρι που γέμισε όλη την ορατότητά της. Το σώμα της άρχισε να πέφτει και κύλησε σε ένα πράσινο αφράτο στρώμα, που άλλοτε κύλαγε και άλλοτε έβρισκε πάνω του με χτυπήματα που τα ένοιωθε κάθε φορά και σε άλλο σημείο. Όταν η πτώση της σταμάτησε, έμεινε ακίνητη για λίγο, με την ανάσα της να ακούγεται βαριά και γρήγορη. Άνοιξε δειλά δειλά τα μάτια της την ώρα που σκεφτόταν «θα πρέπει να κάνω προσεκτικές κινήσεις, μήπως και έχω κανένα σοβαρό τραυματισμό».

Ήταν μέρα και κοίταγε έναν καταγάλανο ουρανό. Ένα αεράκι απαλό ήρθε να της δώσει ανάσα με άρωμα από φυτά και φρέσκο χώμα.

«Πού είμαι, πόσες ώρες είμαι εδώ και ξημέρωσε, εκτός αν έχω πεθάνει και έτσι είναι στον άλλο κόσμο» σκέφτηκε και προσπάθησε να ανακαθίσει.

Μπορούσε να κινηθεί, δεν είχε σπάσει τίποτα, παρ’ όλο που θα έλεγε ότι δεν υπάρχει σημείο που να μην πονά. Ανακάθισε και κοίταξε γύρω της. Ήταν ανάμεσα σε φυτά και γύρω της μεγάλα δέντρα ύψωναν το ανάστημά τους. Σηκώθηκε και κοίταξε γύρω της για την μηχανή. Δεν την είδε πουθενά, έψαξε για τον δρόμο μήπως και είχε μείνει στο οδόστρωμα, αλλά ούτε δρόμο έβρισκε. «Που είμαι» σκέφτηκε «δεν έχω πεθάνει  γιατί πονάω, εκτός και αν πονάς και πεθαμένος».

Κάπου πιο μακριά άκουσε έναν θόρυβο, κάτι που κύλαγε στο χώμα και ξεκίνησε να πάει προς εκεί μήπως και βρει κάποιον για βοήθεια. Όσο κατέβαινε τόσο πιο πολύ άκουγε τον ήχο «Θα ορκιζόμουν ότι είναι ένα κάρο που..» και έμεινε με την σκέψη της να αιωρείται. Πράγματι ένα κάρο που το έσερναν δύο άλογα αδύνατα και κουρασμένα έρχονταν από δεξιά της. Ένας Άντρας με κάπα μισοκοιμόταν επάνω του κρατώντας τα γκέμια. Η Μαρία προχώρησε πιο γρήγορα και έφτασε λίγο μπροστά από την άμαξα, σε ένα χωμάτινο μονοπάτι. Σήκωσε τα χέρια της και φώναξε «Ε κύριε να σας πω λίγο». Ο άντρας σαν να του πέταξαν κρύο νερό, πετάχτηκε από τον λήθαργο του και τράβηξε τα γκέμια να σταματήσει η άμαξα. Σηκώνοντας τα χέρια του στο ύψος των ώμων του είπε με τρεμάμενη φωνή «Μη με μαγέψεις, ένας έμπορας είμαι μόνο, δεν ξέρω τίποτα»

Η Μαρία πλησίασε και του είπε «Δεν θα σε πειράξω άνθρωπε μου. Να σε ρωτήσω θέλω. Πως θα πάω στην πόλη να μου πεις».

«Δεν είσαι μάγισσα»  ρώτησε ο άντρας

«Όχι, μάγισσα... καλά πως σου ήρθε. Ένα ατύχημα είχα και έχω χαθεί. Να πάω στην πόλη θέλω».

Ο Άντρας ανασήκωσε το σώμα του και ανάσανε με ανακούφιση «Είναι μακριά αλλά εκεί πάω, αν θέλεις έλα μαζί μου να σε πάω».

Η Μαρία αφού τον ευχαρίστησε, ανέβηκε στην άμαξα δίπλα του και η άμαξα ξανά ξεκίνησε τον δρόμο της.

«Από πού είσαι κοπέλα» ρώτησε ο άντρας «τα ρούχα σου είναι περίεργα και με τρόμαξες».

«Μένω λίγο έξω από την πόλη» είπε η Μαρία «Είχα ένα ατύχημα με την μηχανή μου και πρέπει να πάω στην πόλη για βοήθεια».

«Με την μηχανή σου» είπε σαν να μονολογούσε ο άντρας «Τι είναι η μηχανή; Με κάρο ήσουν ή άλογο;»

Η Μαρία άρχισε να παραξενεύεται Το κάρο που δεν είχε ξαναδεί ποτέ, μόνο σε ταινίες εποχής. Τα ρούχα του άντρα από ύφασμα σαν τσουβάλι πλεχτό με κομμάτια από δέρμα. Δεν ήξερε τι ήταν μηχανή. Δεν βρήκε τον περιφερειακό δρόμο γύρω. Τι είχε γίνει, που ήταν, κοιμόταν και έβλεπε όνειρο;  Ήταν σε κώμα και ήταν όλα στην φαντασία της;

«Καλύτερα να προσέχω τι λέω από εδώ και πέρα, μέχρι να μάθω που βρίσκομαι και γιατί μου συμβαίνουν όλα αυτά».

«Με άλογο» είπε η Μαρία «αλλά έφυγε».

Αποφάσισε να μάθει περισσότερα από τον άντρα για το τι είναι εκεί.

«Έμπορας είπες, τι εμπορεύεσθαι αν επιτρέπετε» τον ρώτησε.

Ο άντρας την κοίταξε καχύποπτα και είπε «Σήμερα πάω κρασί στο κάστρο για την γιορτή, αλλά πρώτα πρέπει να περάσουμε από το Χαμόχωριό για να φορτώσω και φρούτα. Δεν θα αργήσουμε... κάνα δυο ώρες μόνο, αν δεν βιάζεσαι, σε παίρνω και μετά μαζί».

«Όχι δεν βιάζομαι» είπε η Μαρία και ο άντρας συνέχισε «Θα μπορέσεις να κάνεις μια βόλτα στην αγορά. Έχει καλά πράγματα, μπορείς να αγοράσεις από εκεί».

«Θα κάνω καμιά βόλτα στην αγορά» είπε η Μαρία «αλλά δεν μπορώ να αγοράσω τίποτα. Βλέπεις με το ατύχημα έχω χάσει όλα τα χρήματά μου».

«Να σου πω» είπε ο άντρας «αν έρθεις μαζί μου και με βοηθήσεις να ξεφορτώσω στο κάστρο, να σου δώσω μερικά Βασίλεια (τοπικά νομίσματα) να ψωνίσεις και εσύ».

«Ευχαριστώ» είπε η Μαρία «θα σου είμαι υπόχρεη. Φυσικά θα σε βοηθήσω σε ότι χρειαστεί μέχρι να τελειώσεις». Είχε είδη σκεφτεί ότι το να κυκλοφορεί με την φόρμα μηχανής, δεν θα ήταν ότι καλύτερο αν στο χωριό όλοι ήταν ντυμένοι σαν τον άντρα.

«Δεν μου είπες το όνομά σου» είπε ο άντρας «εμένα με λένε Σάμιουελ του Ρουθ»

«Εμένα Μαρία του ..» τι να του έλεγε αφού δεν είχε μάθει ποτέ το όνομα του πατέρα της. Στο μυαλό της ήρθε ένα όνομα και το είπε χωρίς να πολυσκεφτεί «του Χόντα».

«Του Χόντα» είπε ο Σάμιουελ σκεφτικός «πρέπει να είσαι πέρα από τα ψηλά βουνά έτσι;»

«Ναι» απάντησε εκείνη «Ο πατέρας μου ήρθε από εκεί πριν πολλά χρόνια».

Ο Σάμιουελ γύρισε πίσω στην καρότσα και πήρε κάτω από το κάθισμα ένα μικρό σακί. Το άνοιξε και έβγαλε από μέσα ψωμί και παστό κρέας. Έδωσε στην Μαρία λέγοντας «Να φάμε κάτι πριν φτάσουμε στο χωριό» μετά πήρε και εκείνος. Όταν έφαγαν λίγο πήρε κάτω από το κάθισμα, ένα κανάτι και προτείνοντας το στην Μαρία είπε «Θα πιείς» Η Μαρία έγνεψε όχι και  στο μυαλό της κύλισαν σκέψεις ότι δεν μπορούσε να συνέβαιναν αυτά στην ζωή της.

Ο δρόμος κατηφόριζε και στο βάθος φάνηκε το χωριό. Ήταν όλα τα σπίτια φτιαγμένα από πλίνθους με ψάθινες οροφές. Η Μαρία δεν πίστευε στα μάτια της. Παρόλα αυτά που είχε περάσει τις τελευταίες ώρες πίστευε ότι το χωριό, θα ήταν όπως αυτά που ήξερε, σπίτια με κεραμίδια, παράθυρα, και πλακόστρωτο δρόμο.

Το κάρο μπήκε στον κεντρικό δρόμο που όλος ήταν με πάγκους που πουλούσαν ότι μπορεί  να φανταστεί κάποιος. Φρούτα , λαχανικά, ρούχα, μπρούντζινα Ο Σάμιουελ οδήγησε το κάρο σε ένα σημείο που ήταν και άλλα κάρα σταματημένα. «Καλημέρα Ράμη» είπε στον άντρα που φορούσε δερμάτινη ποδιά και ήταν μπροστά σε μια μεγάλη πόρτα «θα περιποιηθείς λίγο τα άλογα μου μέχρι να φέρω αγαθά;» . Ο άλλος έγνεψε κουνώντας το χέρι του να τα αφήσει εκεί.

«Κατέβα, φτάσαμε» είπε στην Μαρία «πάω να κανονίσω να μου φορτώσουν, κάνε μια βόλτα και θα συναντηθούμε εδώ πιο αργότερα».

Ξεκίνησε να φύγει όταν θυμήθηκε και γύρισε «Δεν σου έδωσα Βασίλεια» και βγάζοντας από τον κόρφο του ένα πουγκί, πήρε από μέσα μερικά νομίσματα και τα έδωσε στην Μαρία «Με αυτά θα πάρεις αρκετά και θα τα βρούμε μετά». Και ξεκίνησε να φύγει.

Η Μαρία τον ευχαρίστησε και πήγε προς την αγορά. Όλοι κοιτούσαν την Μαρία με περιέργεια για τα ρούχα που φόραγε έτσι αποφάσισε να αγοράσει κάποιο ρούχο. Κάνοντας την βόλτα της είδε σε έναν πάγκο μια κάπα με κουκούλα από αυτές που πολλές γυναίκες είχε δει να φοράνε. Την αγόρασε και την φόρεσε αμέσως.

Λίγο ποιο πέρα σταμάτησε σε έναν πάγκο, που μια γυναίκα πουλούσε στολίδια και μαντίλια. Η Μαρία στάθηκε και τα κοίταγε. Έπιασε μερικά, μέχρι που το μάτι της έπεσε σε μια καρφίτσα αρκετά μεγάλη όσο η παλάμη της. Η Γυναίκα που την πουλούσε της έδειξε με νόημα να την βάλει στην κάπα της, για να κλείσει το μπροστινό άνοιγμα. Ήταν από ξύλο, ξεκίναγε μυτερή και όσο ανέβαινε το ξύλο χωριζόταν σε κλαδάκια που μέσα τους είχαν κλεισμένη μια άσπρη πέτρα, και μετά έκλεινε πάλι ερμητικά.

Εκείνη την έφερε μπροστά της και μετά πήγε να την αφήσει. «Πάρτη κοπέλα» είπε η γυναίκα «Σου ταιριάζει. Είναι λες και φτιάχτηκε για σένα».

Η Μαρία δεν ήθελε να χαλάσει άλλα νομίσματα και έκανε να την αφήσει αλλά η γυναίκα επέμενε «Δώσε μου ένα νόμισμα μόνο. Άκου μια γριά γυναίκα, είναι για σένα».

Η Μαρία ντράπηκε να την αφήσει πλέον και έδωσε ένα νόμισμα στην γυναίκα «Ευχαριστώ» είπε και πήγε να πάει παρακάτω, η γυναίκα  όμως πέρασε από το πλάι του πάγκου και βρέθηκε δίπλα της, πήρε την καρφίτσα και δίπλωσε το άνοιγμα της κάπας της και της την έβαλε μπροστά στο στήθος της. «Εδώ να την φοράς» είπε «Εδώ ταιριάζει σε μια πριγκίπισσα σαν εσένα. Θα σου φέρει τύχη και θα σε προστατεύει από όλους και από το κακό». Και γύρισε πίσω στον πάγκο της.

Η Μαρία την χαιρέτησε με ένα χαμόγελο και ένα κούνημα του κεφαλιού της και προχώρησε παρακάτω.

 

Το κάστρο των «Αετών» ήταν χτισμένο πάνω σε ένα λόφο. Γύρω από τον λόφο είχε χτιστεί μια μεγάλη πόλη, η πόλη του κάστρου όπως την έλεγαν. Για πάρα πολλά χρόνια ο Βασιλιάς των αετών, διοικούσε όλη την χώρα με αυστηρότητα, αλλά και δικαιοσύνη. Από μικρός, όταν πήρε την βασιλεία από τον πατέρα του, είχε εκπαιδεύσει τέσσερις αετούς, που αργότερα τους είχε χρησιμοποιήσει στις μάχες κατά των αντιπάλων του. Πολλές φορές μαζί με την φρουρά του είχαν σταματήσει ύπουλες προσπάθειες από αρκετούς, αλλά και εισβολείς που ήθελαν να κατακτήσουν το βασίλειο. Η χώρα των αετών ήταν αρκετά πλούσια, μιας και είχε μεγάλη παραγωγή σε τρόφιμα αλλά ήταν και κέντρο εμπορίου ανάμεσα σε βορά και νότο.

Κάθε χρόνο γινόταν η γιορτή της αλλαγής. Ήταν η εποχή που από τον χειμώνα, πέρναγαν στο καλοκαίρι. Η γιορτή κρατούσε μια εβδομάδα ολόκληρη και έρχονταν άνθρωποι από πολλά χωριά του βασιλείου, αλλά και από άλλα βασίλεια.

Οι μεγάλοι δρόμοι της πόλης γέμιζαν από κάθε ειδών εμπόρους, μουσικούς, θεατρίνους, ταχυδακτυλουργούς. Στο κάστρο Βασιλιάδες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες έρχονταν να παραβρεθούν στον μεγάλο χορό την τελευταία μέρα της γιορτής.

Η φετινή γιορτή ήταν ιδιαίτερη για το βασίλειο, μιας και ο γιός του βασιλιά και πρίγκιπας γινόταν είκοσι χρόνων, από παιδί γινόταν άντρας. Θα είναι η πρώτη φορά που θα έπαιρνε μέρος στους αγώνες και θα έβλεπε όλος ο κόσμος, την ανδρεία και τις ικανότητες του πρίγκιπα και μελλοντικού βασιλιά.

Ο πρίγκιπας Κάρμος από μικρό παιδί εκπαιδευόταν για να γίνει βασιλιάς. Οι δάσκαλοί του τον μόρφωσαν στο εμπόριο, την διοίκηση αλλά και να μάχεται με όλα τα όπλα. Ο ίδιος είχε εκπαιδεύσει δύο αετούς αλλά και έναν λύκο που τον ακολουθούσε πάντα. Οι έξι νέοι που αποτελούσαν την φρουρά του, ήταν παιδιά αξιωματούχων που είχαν γεννηθεί μέσα στο κάστρο και ήταν περισσότερο φίλοι του παρά φρουρά του.

Έμεναν  δύο μέρες μέχρι το τέλος της γιορτής. Την τελευταία μέρα ήταν ο μεγάλος χορός στο κάστρο και την προηγούμενη οι αγώνες ανδρείας. Όλοι στο κάστρο έτρεχαν να προλάβουν να είναι όλα στην εντέλεια.

 

Η Μαρία ξεκίνησε να επιστρέψει, στο σημείο που είχε αφήσει το κάρο ο Σάμιουελ. Όταν σχεδόν είχε φτάσει, πέρασε δίπλα από μία γριά γυναίκα. Το καμπουριασμένο σώμα της έδειχνε ότι είχαν περάσει πολλά χρόνια της ζωής της. Όταν η γριά είδε την Μαρία, σαν να τρόμαξε, την κοίταξε και άρχισε με μικρά βηματάκια προς τα πίσω, να απομακρύνεται κάνοντας συγχρόνως μικρές υποκλίσεις. Η Μαρία την κοίταξε και σκέφτηκε «Την κακομοίρα γριά γυναίκα, φαίνεται δεν βλέπει και καλά. Ποιος ξέρει για τι με πέρασε» και προχώρησε προς το κάρο. Ο Σάμιουελ δεν είχε γυρίσει ακόμα, αλλά κάποιοι είχαν φορτώσει το κάρο με πολλά περισσότερα από ότι είχε πριν. Ο άντρας που ήταν εκεί της είπε να ελέγξει τα σχοινιά, από το κάλυμμα του κάρου, που σκέπαζαν τα πράγματα και να πάει να της δώσει νερό για τα ζώα αλλά και για εκείνους, για να έχουν στον υπόλοιπο δρόμο τους.

Η Μαρία έλεγξε τα σχοινιά και πήγε να πάρει τα ασκιά με το νερό. Τα τακτοποίησε κάτω από το κάθισμα, στο σημείο που είχε βγάλει ο Σάμιουελ την τροφή τους και περίμενε στην άκρη.

Ο Σάμιουελ δεν άργησε να εμφανιστεί. Πήγε στον άντρα του έδωσε μερικά νομίσματα και πήγε κοντά στην Μαρία. «Ώρα να φεύγουμε» είπε «έχουμε αρκετό δρόμο ακόμα. Καλά έκανες και αγόρασες κάπα, κάνει αρκετό κρύο ακόμα όταν  πέσει ο ήλιος, και δεν βλέπω να φτάνουμε πριν το ξημέρωμα».

Ανέβηκε στο κάρο, η Μαρία τον ακολούθησε και κάθισε δίπλα του. Ξεκίνησαν προς την μεριά τους δρόμου που είχαν μπει στο χωριό. Βγήκαν από το χωριό και έστριψαν δεξιά τον χωματόδρομο. Δεν είχαν απομακρυνθεί αρκετά όταν το σούρουπο άρχισε να πέφτει.

Τα χρώματα του ήλιου ζωγράφιζαν τις άκρες των δέντρων και έκαναν τις σκιές να παίζουν μαγικά.

Ο Σάμιουελ μόλις είχαν βγει από το χωριό, είχε αφήσει την Μαρία να οδηγεί το κάρο μιας και ο δρόμος ήταν ένας, μέχρι την πόλη. Εκείνος είχε ακουμπήσει στην άκρη, για να κοιμηθεί λίγο. Θα τον ξυπνούσε όταν έπεφτε το σκοτάδι, για να ξεκουραστεί και εκείνη.

Είχε πέσει για καλά το σκοτάδι, όταν η Μαρία σκούντησε τον Σάμιουελ και είπε «Μπορείς να ξυπνήσεις; Δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο ξύπνια».

Ο Σάμιουελ άνοιξε τα μάτια του και είπε στην Μαρία «Ξεκουράσου τώρα και εσύ» και της έδωσε ένα κομμάτι πανί που είχε για κουβέρτα.

Ο ήλιος είχε βγει αρκετή ώρα όταν ο Σάμιουελ ξύπνησε την Μαρία και είχε σταματήσει το κάρο σε ένα ξέφωτο, δίπλα στον δρόμο. Είχε ζεστάνει νερό και είχε φτιάξει τσάι. Έβαλε στα χέρια της μία πήλινη κούπα με αχνιστό τσάι και κάθισε στην άκρη του κάρου. Η Μαρία ανακάθισε και τράβηξε λίγο την κουβέρτα. «Η υγρασία είναι αρκετή ακόμα αυτή την εποχή». Σκέφτηκε και γυρνώντας στον Σάμιουελ τον καλημέρισε.

 

Η μέρα των αγώνων μόλις είχε κάνει τα πρώτα της βήματα. Οι κάτοικοι της πόλης, είχαν αρχίσει να γεμίζουν τους δρόμους και οι έμποροι να διαλαλούν την πραμάτεια τους. Τα κάρο με τον Σάμιουελ και την Μαρία έφτασε στο κάστρο και κατευθύνθηκε στην αποθήκη για να παραδώσει το εμπόρευμά του. Υπηρέτες, φρουροί, ιπποκόμοι έτρεχαν για τις τελευταίες εργασίες για τους αγώνες αλλά και τον χορό στο κάστρο. Ο Σάμιουελ σταμάτησε μπροστά στην πόρτα της αποθήκης και πήδηξε από το κάρο την ώρα που από μέσα, έβγαινε ο άντρας που θα έπαιρνε τα πράγματα. Η Μαρία κατέβηκε και εκείνη. Πήγαινε προς τον Σάμιουελ όταν ένας γέρος άντρας, που φορούσε μια μακριά κάπα και βαστούσε ένα μεγάλο μπαστούνι, περνώντας  λίγο πιο δίπλα όταν την είδε κοντοστάθηκε Την  κοίταξε έντρομος, έκανε μια υπόκλιση, και με γρήγορα βήματα απομακρύνθηκε προς το ανάκτορο. Η Μαρία απόρησε «Μα τι έπαθαν όλοι οι γέροι; Μάλλον μοιάζω με κάποια και για αυτό κάνουν έτσι». Ο Σάμιουελ και η Μαρία ξεφόρτωσαν τα πράγματα στην αποθήκη και της είπε «ωραία, τελειώσαμε. Τώρα να σου δώσω μερικά βασίλεια ακόμα για τον κόπο σου και αν θέλεις να σε πάω μέχρι το σπίτι σου μιας και εγώ θα πάω προς το δικό μου». Ανέβηκαν στο κάρο και ξεκίνησαν να πάνε προς την πύλη του κάστρου. Όταν έφτασαν στην πύλη οι φρουροί που ήταν εκεί ξαφνικά τους έκλεισαν τον δρόμο. Την ίδια στιγμή άκουσαν κάποιον από πίσω να τους φωνάζει. «μισό λεπτό παρακαλώ» γύρισαν και είδαν τον γέρο που είχε δει πριν η Μαρία, μαζί με τον αρχηγό της φρουράς και άλλους δύο άντρες. Ο Σάμιουελ απόρησε «Τι συμβαίνει» ρώτησε «δεν κάναμε τίποτα». Ο γέρος έφτασε το κάρο και απευθυνόμενος στην Μαρία είπε «τιμή μας πριγκίπισσα που επισκεφτήκατε το βασίλειό μας. Ο βασιλιάς μας θα ήθελε να τον τιμήσετε με την παρουσία σας». Η Μαρία είχε μείνει ακίνητη «Μα καλά, τι λέει αυτός; Για ποια με περνά;» σκέφτηκε την ώρα που ο Σάμιουελ είχε γουρλώσει τα μάτια του. Είχε μαζί του μια πριγκίπισσα και δεν το ήξερε; Και την έβαλε να κουβαλά και πράγματα;.

Ο αρχηγός της φρουράς της είχε προτείνει το χέρι του για να τη βοηθήσει να κατέβει από την άμαξα. Η Μαρία, κατέβηκε. Έπρεπε να τους εξηγήσει, ότι δεν ήταν αυτή που νόμιζαν, αλλά ήθελε πολύ να μάθει για ποια την πέρναγαν. Έτσι και αλλιώς δεν είχε κάπου να πάει, ούτε και να φοβηθεί, αφού είχε αρχίσει σοβαρά να πιστεύει ότι κοιμάται και βλέπει όνειρο.

Οι φρουροί παραμέρισαν τον Σάμιουελ και ο αξιωματικός κατεύθυνε τη Μαρία να πάει προς το ανάκτορο.

Ο γέρος που είχε δει την Μαρία είχε τρέξει να βρει τον βασιλιά για να τον ενημερώσει. «Άρχοντα μόλις είδα την πριγκίπισσα του σπηλαίου. Είναι εδώ με έναν έμπορα χωρίς να δηλώσει την παρουσία της. Δεν ξέρω για ποιο λόγο ήρθε αλλά δεν νομίζω ότι είναι για τον χορό. Τι λέτε να κάνουμε;»

Ο βασιλιάς απόρησε που η πριγκίπισσα του σπηλαίου, βρισκόταν στο κάστρο και έδωσε διαταγή «Πήγαινε να την καλέσεις να έρθει. Είναι τιμή για το βασίλειο να την φιλοξενήσουμε και τύχη για την γιορτή μας».  Η Μαρία συνοδευόμενη μπήκε στην αίθουσα του θρόνου. Ο βασιλιάς μόλις την είδε σηκώθηκε από το  θρόνο του και πήγε να την προϋπαντήσει. «Πριγκίπισσα Μαίρη, τιμή μας που επισκέπτεστε το βασίλειο μου. Η ομορφιά σας και η λάμψη σας δεν πέρασε απαρατήρητη. Παρακαλώ να δεχτείτε την φιλοξενία μου και την πρόσκλησή μου στην γιορτή μας».

Η Μαρία είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό «Τι πλάκα ήταν αυτή πάλι; Κάποιος της έπαιζε άσχημο παιχνίδι. Δεν μπορεί να τα ζούσε όλα αυτά, εκτός αν ήταν πριγκίπισσα και όλα τα προηγούμενα χρόνια ζούσε σε όνειρο» σκέφτηκε. Το μόνο που βρήκε να πει στον βασιλιά ήταν «Συγνώμη, με γνωρίζετε;»

«Όχι προσωπικά, αλλά θα σας γνώριζα οπωσδήποτε. Μοιάζετε στην μητέρα σας πάρα πολύ, έχετε την ομορφιά και την λάμψη της».

Η σκέψη της Μαρίας ήταν να παίξει το παιχνίδι τους, μέχρι να μάθει τι γίνεται, έτσι και αλλιώς δεν είχε κάπου καλύτερα να πάει.  «Ευχαριστώ για την φιλοξενία σας. Δεν ήθελα να σας βάλω στον κόπο». Την ώρα που έλεγε αυτά στον βασιλιά, η βασίλισσα που είχε μάθει για την Μαρία ερχόταν κοντά τους. «Καλωσόρισες πριγκίπισσα Μαίρη» είπε και πλησιάζοντας «Δεν σας περιμέναμε. Ελπίζω όλα να είναι καλά στο βασίλειο του σπηλαίου».

«Ναι, όλα καλά, καλώς σας βρήκα» απάντησε εκείνη.

Η  Βασίλισσα κοίταξε τους άλλους και μετά είπε «Θα μείνετε στον χορό μας. Επιτρέψτε μου να σας συνοδέψω στο δωμάτιο σας θα είστε κουρασμένη από το ταξίδι». και την οδήγησε προς την πόρτα.

Όταν απομακρύνθηκαν η Μαρία κοντοστάθηκε και είπε στην βασίλισσα

«Ξέρετε εγώ δεν είμαι αυτή που νομίζετε. Μπορεί να μοιάζω με εκείνη την πριγκίπισσα αλλά δεν είμαι αυτή».

Η βασίλισσα την κοίταξε παραξενεμένη αλλά αμέσως συνήλθε και της είπε «Πρέπει να είστε πολύ κουρασμένη από το ταξίδι. Μοιάζετε πάρα πολύ στην μητέρα σας. Θα είναι πολύ ευτυχισμένη που γυρίσατε και σας ξαναείδε» και συνέχισε μέχρι τον δεύτερο όροφο που ήταν το δωμάτιο που θα έμενε.

«Το δωμάτιο σας είναι έτοιμο». Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα.

Η Μαρία αντίκρισε ένα μεγάλο δωμάτιο με βαριά έπιπλα. Είχε ένα μεγάλο κρεβάτι με οροφή, ένα ωραίο καθιστικό και ένα τραπεζάκι κοντά στο μοναδικό παράθυρο. Αμέσως μόλις μπήκαν εμφανίστηκε μια υπηρέτρια στην πόρτα και η βασίλισσα είπε στην Μαρία. «Θα σας υπηρετήσει για όσες μέρες θα είστε εδώ, ότι χρειαστείτε μπορείτε να της το ζητήσετε» και γυρνώντας στην υπηρέτρια «Ετοίμασε το μπάνιο».

Η βασίλισσα χαιρέτησε και βγήκε από το δωμάτιο. Η υπηρέτρια άρχισε να ετοιμάζει για το μπάνιο της, την ώρα που χτύπησε η πόρτα. Η υπηρέτρια έτρεξε να ανοίξει και γυρνώντας στην Μαρία είπε «Κυρία έφεραν τα πράγματά σας». Ένας νεαρός με σκυμμένο το κεφάλι,  κουβάλησε μέσα ένα μπαούλο, το ακούμπησε στην άκρη και έφυγε γρήγορα. «Τα πράγματά μου;» σκέφτηκε η Μαρία «Είμαι περίεργη να δω τα ρούχα μου». Πλησίασε στο μπαούλο και το άνοιξε. Είχε μέσα ρούχα, όλα από καλά υφάσματα, που με την πρώτη ματιά ήταν στο νούμερό της. Την ώρα που έβγαζε ένα βυσσινή φόρεμα και το ακουμπούσε στο κρεβάτι, της ήρθε πάλι η ζαλάδα. Κάθισε στο κρεβάτι και για λίγο χάθηκε μέσα σε μια δίνη. Ασυναίσθητα έφερε τα χέρια της στο πρόσωπο της, αμέσως μετά ένιωσε σαν να περνά από το σώμα της ένας καυτός αέρας και κάποια σημεία να καίγονται σαν να είχε ακουμπήσει κάποιο πυρωμένο αντικείμενο επάνω τους. Ήθελε να ουρλιάζει από το κάψιμο αλλά από τα χείλη της έβγαινε μόνο μια βαριά ανάσα. Η ζαλάδα άρχισε να υποχωρεί, αλλά το κάψιμο στα δύο χέρια της, στους καρπούς και στην μέση της πλάτης της ήταν ακόμα δυνατό.

Τράβηξε την κάπα που σκέπαζε το χέρι της και ανέβασε λίγο το μανίκι από την στολή της μηχανής που φορούσε ακόμα. Ένα σημάδι ήταν στο χέρι της, σαν κάποιος της είχε κάνει τατουάζ. Το τατουάζ έδειχνε ένα δράκο να βαστά ένα σκήπτρο, και ήταν σαν ανάγλυφο αλλά και σαν να ήταν από πάντα εκεί και να μην το είχε δει.

Κοίταξε και στο άλλο χέρι της ήταν ο δράκος πάλι αλλά τώρα από το στόμα του έβγαζε φωτιά. Η Μαρία δεν πίστευε για άλλη μια φορά στα μάτια της. Από μικρή απεχθανόταν τα τατουάζ, άσχετα αν της άρεσε να τα βλέπει όταν είχαν ωραία σχέδια.

Η υπηρέτρια που δεν είχε πάρει είδηση την ζαλάδα της ήρθε κοντά της «Το μπάνιο σας είναι έτοιμο. Να σας βοηθήσω κυρία;» η Μαρία περίεργη για το κάψιμο στην πλάτη άρχισε να βγάζει την κάπα.

Έβγαλε την καρφίτσα και την ακούμπησε σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο κρεβάτι. Στην θέα της στολής για την μηχανή η υπηρέτρια έκανε λίγο πίσω. Η Μαρία κατάλαβε ότι δεν ήταν εύκολο να ξέρει η κοπέλα τα ρούχα, αλλά και επειδή δεν ήξερε τι άλλο θα προκύψει είπε «Ευχαριστώ, προτιμώ μόνη μου».

Η υπηρέτρια πήγε στο μπαούλο και άρχισε να μεταφέρει τα ρούχα της σε μια ντουλάπα. Πήγε στη Μαρία μία ρόμπα και προχώρησε στον χώρο που ήταν το μπάνιο. Η Μαρία έβαλε την ρόμπα της και κατευθύνθηκε στον μπρούντζινο καθρέπτη, που ήταν δίπλα στην ντουλάπα. Γύρισε την πλάτη της και κατέβασε την ρόμπα. Στην πλάτη της υπήρχε ένα τατουάζ, ήταν ένα ημικύκλιο, που μέσα του είχε ένα σχέδιο, σαν ακτίνες ηλίου και πάνω από το ημικύκλιο, αριστερά και δεξιά κάθονταν οι δύο δράκοι.

«Πρέπει να μάθω τι συμβαίνει με μένα. Κάποιος θα μπορεί να μου πει » σκέφτηκε και το μυαλό της πήγε στην γυναίκα που της πούλησε την καρφίτσα.  «Εδώ ταιριάζει σε μια πριγκίπισσα σαν εσένα. Θα σου φέρει τύχη και θα σε προστατεύει από όλους και το κακό» είχε πει η γυναίκα. Σαν να ήξερε για την Μαρία περισσότερα από όσα είχε καταλάβει εκείνη την ώρα. «Θα κάνω ένα μπάνιο και θα ψάξω τρόπο να πάω πίσω στην γυναίκα» και προχώρησε για το μπάνιο της.

Είχε τελειώσει το μπάνιο της και ετοιμαζόταν να ντυθεί. Είπε στη υπηρέτρια της «Θέλω να κάνεις κάτι για μένα. Να πας κάτω στην αποθήκη. Σήμερα το πρωί ένας έμπορας έφερε κρασί και φρούτα, τον έλεγαν Σάμιουελ. Θέλω να μάθω που μπορώ να τον βρω». Η υπηρέτρια έφυγε αμέσως για να μάθει. Η Μαρία φόρεσε πάλι το παντελόνι της στολής της, μια μπλούζα από τα ρούχα στο μπαούλο και την κάπα που είχε αγοράσει και έβαλε την καρφίτσα πάλι μπροστά στην κάπα. Έφτιαξε λίγο τα μαλλιά της και περίμενε να μάθει από την υπηρέτρια, που θα έβρισκε τον Σάμιουελ.

Όταν έμαθε που μπορεί να βρει τον Σάμιουελ κατέβηκε από το δωμάτιο της στην μεγάλη αίθουσα. Εκεί βρήκε έναν φρουρό που τον ρώτησε που μπορεί να βρει τον αρχηγό της φρουράς. Εκείνος της έδειξε ένα δωμάτιο κοντά στην είσοδο του ανακτόρου. Πήγε εκεί και τον βρήκε.

«Θέλω να πάω να βρω τον Σάμιουελ τον έμπορα που ήρθαμε μαζί το πρωί» του είπε. «Να διατάξω να τον φέρουν» απάντησε ο φρούραρχος «Σας έκλεψε κάτι όταν σας έφερε;» Η Μαρία δεν είχε σκεφτεί ότι μπορούσε να του δημιουργήσει πρόβλημα και είπε «Όχι, Όχι, είναι φίλος μου και πρέπει να τον δω» είπε « Θέλω να μάθω πως μπορώ να πάω μέχρι το σπίτι του».

«Μπορώ να τον φέρω ως εδώ, ή να σας δώσω φρουρά να πάτε σπίτι του» είπε ο φρούραρχος. «Αν μπορεί κάποιος να με συνοδέψει μέχρι το σπίτι του θα μου έφτανε» είπε η Μαρία. Ο φρούραρχος τότε φώναξε κάποιους από την φρουρά και έδωσε διαταγή να φέρουν άλογα και να την συνοδέψουν μέχρι το σπίτι του Σάμιουελ αλλά και όπου αλλού ήθελε.

Η Μαρία έφτασε στο σπίτι του Σάμιουελ. Ένας από τους φρουρούς τον φώναξε και εκείνος βγήκε έξω. Μόλις είδε την Μαρία έτρεξε κοντά της, έκανε μια υπόκλιση και είπε «Ζητώ συγγνώμη πριγκίπισσα, δεν ήξερα και δεν σας γνώρισα».

Η Μαρία κατέβηκε από το άλογο που το κρατούσε ο δεύτερος φρουρός, τον πλησίασε και του είπε χαμηλόφωνα. «Θέλω να πάμε στο χωριό που περάσαμε χθες. Μπορείς να με πας χωρίς να το ξέρει κανείς; Στον δρόμο θα σου εξηγήσω πολλά». Ο Σάμιουελ παραξενεμένος μιας και μπορούσε να πάει με τους φρουρούς της απάντησε «Ναι, να πάρω ένα άλογο και να πάμε»

«Όχι με άλογα, θέλω αν μπορούμε να πάμε με την άμαξα όπως χθες »

«Μάλιστα πριγκίπισσα, να ετοιμάσω την άμαξα και πάμε» είπε ο Σάμιουελ. Η Μαρία είπε στους φρουρούς να πάρουν το άλογό της και να γυρίσουν στο κάστρο. Εκείνοι δυσανασχέτησαν , δεν ήξεραν αν έπρεπε να την αφήσουν μόνη εκεί, αλλά υπάκουσαν. Δεν είχαν εξάλλου όρεξη για εκδρομές.

Ο Σάμιουελ την οδήγησε στο σπίτι του που ήταν η γυναίκα του με τα δύο παιδιά τους. Η γυναίκα του Σάμιουελ δεν ήξερε τι να πει «Καλωσορίσατε στο σπιτικό μας κυρία του σπηλαίου. Μεγάλη τύχη για μας η επίσκεψή σας». Η Μαρία που είχε αρχίσει να συνηθίζει της αντιδράσεις τους, είπε «Καλώς σας βρήκα. Συγνώμη που θα απασχολήσω τον Σάμιουελ αλλά είναι κάτι που πρέπει να γίνει, και δεν μπορώ χωρίς εκείνον».

Εκείνη την στιγμή μπήκε και ο Σάμιουελ «Έτοιμος να φύγουμε κυρία» είπε. Η Μαρία χαιρέτησε την οικογένεια του  και τον ακολούθησε. Ανέβηκαν στην άμαξα και ξεκίνησαν. Όταν βγήκαν από την πόλη ο ήλιος ήταν στο ψηλότερο σημείο. Έπρεπε να βιαστούν για να προλάβουν πριν νυχτώσει να είναι στο χωριό.

Η Μαρία έπρεπε να μάθει για την πριγκίπισσα του σπηλαίου. «Ας πούμε ότι δεν είμαι η πριγκίπισσα του σπηλαίου» είπε στον Σάμιουελ «και ήθελα να μάθω για το βασίλειο του σπηλαίου και για την πριγκίπισσα του. Τι θα μπορούσες να μου πεις;».

Ο Σάμιουελ την κοίταξε με απορία «Μα είσαι» είπε «αλλά αν θέλεις να σου πω, θα το κάνω. Το βασίλειο του σπηλαίου είναι πάνω στα ψηλά βουνά. Το φυλάνε δύο δράκοι και η βασίλισσα έχει την δύναμη της μαγείας και της φωτιάς. Δεν είναι πολλοί αυτοί που πήγαν μέχρι εκεί και ακόμα λιγότεροι αυτοί που το επισκέφτηκαν. Περισσότερα δεν ξέρω, πάντως σέβονται το βασίλειο. Σπάνια οι πολίτες βγαίνουν από το βασίλειο. Για αυτό κιόλας δεν περίμενα ότι θα ήσουν η πριγκίπισσα».

Η Μαρία τώρα, ήταν σίγουρη ότι απλά έμοιαζε με την πριγκίπισσα, που λίγοι θα την είχαν δει και για αυτό έκαναν το λάθος. Δεν μπορούσε ακόμα να εξηγήσει πως  βρέθηκε σε αυτή την εποχή, αλλά ούτε και για τα τατουάζ. Μπορεί για αυτά να ΄ταν υπεύθυνη η γριά. Μπορεί να είναι από τα μάγια που της είπε ο Σάμιουελ.

Είχε πέσει το σούρουπο όταν έφτασαν στο χωριό. Η Μαρία είπε στον Σάμιουελ να πάει το κάρο εκεί που το είχαν αφήσει την πρώτη φορά και εκείνη άρχισε να ψάχνει την γριά που της πούλησε την καρφίτσα. Έψαξε σε ένα μεγάλο κομμάτι της αγοράς αλλά τίποτα, πουθενά η γριά γυναίκα. Επέστρεφε στο σημείο που ήταν το κάρο όταν ένα άντρας μεγαλόσωμος της έκλεισε τον δρόμο. Έπιασε το χέρι της και άρχισε να την τραβά προς ένα απόμερο σημείο. Μάταια εκείνη προσπάθησε να ξεφύγει «Άσε με δεν μπορείς να με κρατάς» είπε στον άντρα «Ποιος είσαι, τι θέλεις από μένα;» αλλά καμιά απάντηση δεν πήρε. Ο άντρας συνέχισε να την τραβά. Κάθε τόσο κοίταγε και ψηλά στον σκοτεινό πλέον ουρανό, λες και κάτι περίμενε να πέσει στο κεφάλι του.

Έφταναν σε μία σκοτεινή πλευρά, του μικρού στενού δρόμου όταν ένιωσε πάλι την ζαλάδα και σαν  μια φλόγα να έβγαινε από το στήθος της.

Η ζαλάδα έγινε σκοτάδι και όταν συνήλθε, ο άντρας  ήταν πεσμένος κάτω στο χώμα, αναίσθητος. Η Μαρία απορημένη κοίταξε γύρω της, να δει ποιος την βοήθησε αλλά κανείς δεν ήταν γύρω. Τρομαγμένη άρχισε να πηγαίνει προς τον δρόμο της αγοράς σχεδόν τρέχοντας. Λίγο πριν φτάσει στον δρόμο, είδε την γριά γυναίκα να την κοιτά. Στεκόταν σε ένα σκοτεινό σημείο. Η Μαρία πήγε κοντά της. «Σε έψαχνα κυρά» της είπε «Εσύ με βοήθησες με τον άντρα; Ευχαριστώ» η γυναίκα δεν έκανε καμιά κίνηση λες και ήταν ένα άγαλμα στην άκρη του δρόμου. «Θέλω να σε ρωτήσω» είπε συνεχίζοντας «Από εσένα πήρα την καρφίτσα αυτή, θυμάσαι;». Η γυναίκα της έπιασε το χέρι χωρίς να πει λέξη και την τράβηξε προς μία πόρτα στην απέναντι μεριά του δρόμου. Η Μαρία ήθελε να αντιδράσει, να αντισταθεί αλλά παρ’ όλο που το σκεπτόταν το σώμα της δεν αντιδρούσε, απλά ακολουθούσε  την γυναίκα όπου την πήγαινε. Μπήκαν στην πόρτα και βρέθηκαν σε ένα δωμάτιο που το μόνο φως του ήταν ένα κερί. Μέσα στο δωμάτιο  υπήρχε ένας πάγκος σκεπασμένος με χοντρά υφάσματα. Η γυναίκα άφησε το χέρι της Μαρίας και κάθισε στην μια άκρη. «Κάτσε» της είπε επιτακτικά «Θα σου πω μια ιστορία. Όταν η βασίλισσα γέννησε την κόρη της, ήξερε ότι ο μόνος τρόπος να σταματήσει η κυριαρχία του καλού, θα ήταν όταν ο χωρίς όνομα καλούσε την μικρή πριγκίπισσα σε μονομαχία. Εκείνη σαν παιδί που θα ήταν δεν θα μπορούσε να τον αντιμετωπίσει. Δεν θα μπορούσε να αρνηθεί, μιας και κάθε άρνηση της θα ήταν σαν ήττα και θα έχανε όλα τα προτερήματά της. Έπρεπε δηλαδή να πεθάνει στην μονομαχία ή να υποταχτεί στο κακό που θα κυριαρχούσε ανενόχλητο.

Έτσι αποφάσισε να την πάει κάπου, που ο χωρίς όνομα δεν θα μπορούσε να την βρει. Όταν θα είχε πια την δύναμη και την ηλικία για να αντιμετωπίσει το κακό, θα γυρνούσε. Ο χωρίς όνομα έμαθε που ήταν η πριγκίπισσα και έτσι έπρεπε να γυρίσει πίσω, πριν προλάβει το κακό να την βρει. Έπρεπε όμως να γυρίσει χωρίς να την καταλάβουν, μιας και θα χρειαζόταν χρόνο   για να  αποκτήσει πάλι τις δυνάμεις της». Η Μαρία άκουγε την γυναίκα και δεν ήθελε να πιστέψει όλα αυτά, ακόμα περισσότερο ότι αυτή ήταν η πριγκίπισσα, έτσι την ρώτησε «Εγώ τι σχέση έχω με όλα αυτά;» η γυναίκα συνέχισε «Ο χωρίς όνομα όμως έχει πολλούς ακόλουθους και έτσι πρέπει να γίνουν όλα πιο γρήγορα. Ποτέ δεν ήσουν μόνη όλα αυτά τα χρόνια, πάντα υπήρχε δίπλα σου κάποιος να σε προσέχει. Τώρα ήρθε δυστυχώς η ώρα που θα πρέπει να αντιμετωπίσεις όλα αυτά. Και λυπάμαι κορίτσι μου, που δεν έχουμε τον χρόνο να κυλήσουν όλα ομαλά».

Η Μαρία ακόμα δεν πίστευε αυτά που άκουγε «Μα εγώ» είπε «Δεν ξέρω, δεν μπορώ…»  στο μυαλό της άρχισε να περνά η ζωή της. Πράγματι, μια εργαζόμενη σε ίδρυμα που την συμπαθούσε την συνάντησε και στο άλλο που πήγε. Την είδε πάλι όταν πήγαινε στην δουλειά της, έμενε εκεί κοντά της είχε πει. Οι πονοκέφαλοι της, τα όνειρα της που έβλεπε σκιές και ξυπνούσε τρομαγμένη στην αρχή, μετά τα συνήθισε και απλά ζούσε μαζί τους. Τα τατουάζ που βγήκαν μόνα τους ξαφνικά.

Η γυναίκα περίμενε, μέχρι οι σκέψεις της να κατασταλάξουν και της είπε «Ναι, είσαι η πριγκίπισσα Μαίρη του σπηλαίου. Η μοίρα σου είναι να αντιμετωπίσεις το κακό και να μην το αφήσεις να κυριαρχήσει στον κόσμο. Πρέπει να γυρίσεις στο κάστρο το γρηγορότερο, ο βασιλιάς του κάστρου είναι καλός άνθρωπος και ο χωρίς όνομα δεν θα τολμήσει να σε αντιμετωπίσει εκεί, έτσι θα έχεις τον χρόνο να ξαναβρείς όλες τις δυνάμεις σου».

«Τώρα πρέπει να φύγεις, πήγαινε γρήγορα στον άνθρωπο που ήρθατε μαζί και πηγαίνετε στο κάστρο όσο πιο γρήγορα μπορείτε». Η γριά γυναίκα σηκώθηκε από το πάγκο που καθόντουσαν, και βγήκε γρήγορα και προσεκτικά από την πόρτα. Η Μαρία είχε μείνει με τις σκέψεις της, έπρεπε να βιαστεί. Φόρεσε την κουκούλα της και βγήκε και εκείνη, με γρήγορα βήματα έφτασε στο κάρο που ο Σάμιουελ έπινε κρασί με τον άντρα που ήταν εκεί. Όταν είδε την Μαρία πήγε κοντά της.» Σάμιουελ, πρέπει γρήγορα να φύγουμε και να γυρίσουμε στο κάστρο. Βρες κάτι να μας δικαιολογήσεις στον άντρα, δεν πρέπει να μάθει κανείς άλλος ότι ήμουν εδώ».

«Μην ανησυχείτε πριγκίπισσα, του είπα ότι είχα έρθει για να πληρωθώ και έφερα μια ανιψιά μου, να δει την μητέρα της». είπε ο Σάμιουελ. Χαιρέτησε από μακριά τον άντρα και ανέβηκαν στο κάρο. Ξεκίνησαν αμέσως, αργά σαν να μην είχαν τίποτα να βιάζονται. Όταν είχαν βγει από το χωριό έκανε τα άλογα να τρέξουν όσο πιο πολύ μπορούσαν. «Τι σας συμβαίνει πριγκίπισσα, αν θέλετε μπορείτε να με εμπιστευθείτε»  της είπε.

Η Μαρία δεν ήξερε αν θα έπρεπε και πόσα θα ήταν σωστό να του πει, αλλά αισθανόταν ότι μπορούσε να τον εμπιστευτεί. «Πρέπει να πάω στο κάστρο για να μην με βρει κάποιος. Έχω μια αποστολή να κάνω και πρέπει να προλάβω να την εκπληρώσω». Ήταν η μέση της νύχτας και είχαν κάνει σχεδόν την μισή διαδρομή. Η Μαρία ξαφνικά άρχισε πάλι να έχει την ζαλάδα που έγινε σκοτάδι και μέσα στο σκοτάδι σε ένα αμυδρό φως είδε καβαλάρηδες να έρχονται προς εκείνους. Όταν συνήλθε, έπιασε το χέρι του Σάμιουελ «Κάποιοι έρχονται και δεν είναι για καλό» είπε «Σταμάτα να κατέβω και συνέχισε μόνος για λίγο, περίμενε με μετά πιο κάτω» και ετοιμάστηκε να πηδήξει από το κάρο. Ο Σάμιουελ τράβηξε αμέσως τα γκέμια από τα άλογα και εκείνη κατέβηκε γρήγορα. Έτρεξε προς το δάσος και ο Σάμιουελ τίναξε πάλι τα γκέμια και τα άλογα χύθηκαν με δύναμη μπροστά. Δεν άργησε να δει τους τέσσερις καβαλάρηδες να έρχονται. Όταν έφτασαν κοντά του σταμάτησε το κάρο «Καλό δρόμο κύριοι» είπε. Οι καβαλάρηδες φορούσαν μπέρτες με κουκούλες και μια αγκράφα τις κρατούσε μπροστά από στο στήθος τους. Είχαν πάνω τους σκαλισμένο ένα κοράκι που κοίταγε μπροστά. Το ίδιο είχαν και οι ασπίδες τους που λες και ήταν έτοιμο να βγει από αυτές. Κάτω από τις μπέρτες του γυάλιζαν τα όπλα τους έτοιμα για μάχη. Ο ένας από αυτούς πλησίασε κοντά του και κοίταξε μέσα στο κάρο. «Για πού είναι ο δρόμος σου;» ρώτησε. «Γυρνάω σπίτι μου» είπε ο Σάμιουελ «Έμπορας είμαι και είχα πάει πραμάτεια στο χωριό. Δυστυχώς δεν έχω κάτι να σας κεράσω. Μόνο λίγο νερό αν θέλετε». Ο καβαλάρης χωρίς να πάρει τα ματιά του από πάνω του είπε «Είδες μια κοπέλα μόνη της στο χωριό;» Ο Σάμιουελ χωρίς να κομπιάσει παρά τον τρόμο του είπε «Στο χωριό είχε παζάρι, πολλές κοπέλες γύρναγαν και ψώνιζαν μόνες τους, αλλά εγώ έχω γυναίκα, παιδιά και πεθερά».

Ο καβαλάρης χωρίς να πει τίποτα άλλο απομακρύνθηκε από το κάρο και μαζί του και οι άλλοι τρεις. Ο Σάμιουελ τίναξε τα γκέμια και τα άλογα ξεκίνησαν σιγά τον δρόμο τους.

Μόλις πέρασε την στροφή και οι καβαλάρηδες είχαν απομακρυνθεί σταμάτησε το κάρο στην άκρη και γύρισε να κοιτάξει πίσω για να βρει την Μαρία.

Η Μαρία έτρεξε στα δέντρα, αθόρυβα προχώρησε προς το μέρος που συνάντησε ο Σάμιουελ τους καβαλάρηδες. Όσο πιο προσεκτικά μπορούσε πλησίασε μήπως και ακούσει την συζήτηση που είχαν αλλά η απόσταση ήταν αρκετά μεγάλη.  Προχώρησε ακόμα πιο μπροστά ώστε να περάσει την συνάντηση και να βρεθεί μπροστά από τον Σάμιουελ. Όταν είδε ότι οι καβαλάρηδες προχώρησαν προς το χωριό βγήκε και πλησίασε τον Σάμιουελ που είχε σταματήσει αρκετά κοντά της.

«Έφυγαν;» είπε πλησιάζοντας Ο Σάμιουελ που κοιτούσε προς τα πίσω να την βρει τρόμαξε από τα λόγια της και κόντεψε να πέσει από το κάρο. «Αν δεν πεθάνω από αγωνία θα πεθάνω από τρόμο» είπε «Ναι, έλα να φύγουμε».

Οι δρόμοι της πόλης ήταν άδειοι και το μόνο που ακουγόταν ήταν το κάρο που έφτανε στο κάστρο.  Οι φρουροί στην πύλη πετάχτηκαν με τα όπλα τους τεταμένα. «Είμαι ο Σάμιουελ του Ρουθ και φέρνω την πριγκίπισσα Μαίρη του σπηλαίου» τους φώναξε καθώς πλησίαζε. Οι φρουροί έκαναν στην άκρη και σε μερικά λεπτά από την πύλη εμφανίστηκε ένας άλλος φρουρός που τους άνοιξε και μπήκαν στο κάστρο. Η Πριγκίπισσα πριν μπει στο ανάκτορο είπε στον Σάμιουελ «Δεν θα ξεχάσω την βοήθειά σου. Ελπίζω κάποια μέρα να στο ξεπληρώσω».

«Τιμή μου πριγκίπισσα Μαίρη που σας υπηρέτησα» είπε ο Σάμιουελ και ξεκίνησε να φύγει πριν κλείσει πίσω του η πύλη του κάστρου.

Η Μαρία ανέβηκε στο δωμάτιό της συνοδευόμενη από έναν φρουρό του ανακτόρου. Κουρασμένη από όλα όσα είχε περάσει ξάπλωσε στο κρεβάτι.

Ο ύπνος ήρθε γρήγορα να την πάρει στην αγκαλιά του. Τα όνειρα, ανάμεικτα από την ζωή της και από άγνωστες θαμπές εικόνες.

Το πρωί ξύπνησε με περισσότερες απορίες, έπρεπε να μάθει περισσότερα για το βασίλειο της, μιας και όλη η ζωή της μέχρι τώρα ήταν μακριά του. Κατέβηκε από το δωμάτιο της, ήταν η μέρα των αγώνων και όλο το προσωπικό του κάστρου, ετοιμαζόταν για να είναι όλα στην εντέλεια για τους αγώνες αλλά και για τον μεγάλο χορό. Στην μεγάλη αίθουσα συνάντησε την βασίλισσα που μετά την καλημέρα την ρώτησε «Υπάρχει κάποιος που να μου λύσει κάποιες απορίες για τα βασίλεια;»

«Τι ψάχνεις πριγκίπισσα να μάθεις» την ρώτησε η Βασίλισσα Η Μαρία δεν ήθελε να της πει την αλήθεια και της είπε «Θέλω να μάθω την ιστορία κάποιων οικογενειών που ζήσανε πέρα απ τα βουνά».

Η Βασίλισσα της είπε να πάει στην βιβλιοθήκη του κάστρου. Εκεί θα συναντούσε τον βιβλιοθηκάριο που οι γνώσεις του είναι ξακουστές, αλλά θα μπορούσε να της δείξε και τα παλιά βιβλία.

Η Μαρία πήγε στην βιβλιοθήκη. Η μυρωδιά του παλιού χαρτιού και του δέρματος, έφτανε μέχρι την είσοδο. Ένας γέρος καμπουριασμένος άντρας, ήταν σκυμμένος πάνω από ένα μεγάλο βιβλίο. Ανασηκώθηκε από το κάθισμα του, μισόγυρνώντας  σαν να μύριζε τον αέρα. Αυτή την αίσθηση έδωσε στην Μαρία που της είπε «Πριγκίπισσα μου σε τι θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος;». Στο ρυτιδιασμένο πρόσωπο του, δύο μικρές σχισμές ήταν στην θέση των ματιών λες και δεν έβλεπε καθόλου. Μια μεγάλη μύτη πάνω από την κάτασπρη γενειάδα. Θα έλεγε κανείς ότι μπορούσε να δει με την όσφρηση του.

«Θα μπορούσα να εμπιστευτώ την εχεμύθεια σας;» ρώτησε τον γέροντα «Φυσικά πριγκίπισσα .Πάντα ό,τι γράφεται μένει...ό,τι λέγεται το παίρνει ο άνεμος της λήθης» απάντησε ο γέρος.

«θέλω να μάθω για το βασίλειο του σπηλαίου, νομίζω ότι δεν ξέρω όλα όσα πρέπει» Είπε η Μαρία.

Ο γέρος, γύρισε το κεφάλι του γύρω, σαν να μύριζε τα ράφια με τα βιβλία και κίνησε προς το βάθος της αίθουσας. Από ένα ράφι πήρε ένα μεγάλο βιβλίο που το εξώφυλλο του ήταν από ξύλο και δέρμα.

Στο κέντρο του εξώφυλλου υπήρχε μια ξύλινη επιγραφή που έγραφε «Βασίλειο του σπηλαίου και του φωτός». Ακούμπησε το βιβλίο σε ένα κοντινό τραπέζι και το άνοιξε. Κούνησε το κεφάλι του αριστερά και δεξιά και ξεκίνησε λέγοντας «Το βασίλειο του σπηλαίου είναι στο βουνό του ουρανού. Κέντρο του βασιλείου είναι το σπήλαιο του φωτός. Εδώ μπορείς να βρεις ότι χρειάζεσαι».

Η Μαρία κάθισε σε μια καρέκλα μόλις ο γέρος απομακρύνθηκε Δεν είχε χρόνο να διαβάσει όλη την ιστορία, έτσι γύρισε προς το τέλος των γραμμένων σελίδων, ρίχνοντας γρήγορες ματιές στα γραφόμενα. Η ματιά της έπεσε στο σημείο που έγραφε «Η νέα βασίλισσα Κατρίν, ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει τον χωρίς όνομα που για άλλη μια φορά θα προσπαθούσε, να φέρει το κακό σε όλον τον κόσμο. Ο χωρίς όνομα, δεν εμφανίστηκε και έτσι τα βασίλεια θα ζούσαν ειρηνικά χωρίς φόβο». Η Μαρία γύρισε την σελίδα και έφτασε στο σημείο που έλεγε για το παιδί. «Απ την στιγμή που το παιδί γεννήθηκε, ο χωρίς όνομα άρχισε να μαζεύει στρατό. Όταν οι δυο δράκοι, πέτρωσαν στο σπήλαιο του φωτός, η βασίλισσα κατάλαβε ότι ο χωρίς όνομα είχε πάρει την στήριξη του μαύρου μάγου. Η μόνη λύση ήταν η βασίλισσα Κατρίν, να αντιμετωπίσει τον μαύρο μάγο και τον χωρίς όνομα. Η πρώτη μάχη με τον μαύρο μάγο ήταν αδυσώπητη. Η βασίλισσα του σπηλαίου και του φωτός ήταν η κερδισμένη. Ο μαύρος μάγος κατακρημνίσθηκε στο βάραθρο της φωτιάς, για πάντα.  Όσο εκείνη μαχόταν τον μαύρο μάγο, ο χωρίς όνομα προσπάθησε να βρει την νέα πριγκίπισσα. Ήθελε να την προκαλέσει πρώτος, ώστε όπως λένε οι νόμοι, να μην μπορεί η βασίλισσα Κατρίν να τον αντιμετωπίσει.

Η πριγκίπισσα όμως δεν βρέθηκε και η πρόκληση του θα μείνει μέχρι να την βρει. Η πριγκίπισσα Μαίρη, θα πρέπει να αντιμετωπίσει, τον χωρίς όνομα και να σπάσει τα μάγια που πετρώνουν τους δράκους. Χρόνια ειρηνικά περνάνε, περιμένοντας την μεγάλη μάχη». Εδώ το βιβλίο είναι σταματημένο και μάλλον περιμένει την συνέχεια.

Η Μαρία, έφερε τα χέρια της στο κεφάλι μπροστά και ακούμπησε στο τραπέζι. Ήταν πολλά αυτά που συνέβαιναν και δεν μπορούσε να τα καταλάβει. Έκλεισε το βιβλίο και κατευθύνθηκε προς τον γέρο, που καθόταν πάλι στο τραπέζι που τον είχε πρωτοδεί. Μόλις έφτασε κοντά του ο γέρος χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του είπε «Ελπίζω να βρήκατε αυτό που ψάχνατε. Όλη την ζωή μου έχω διαβάσει και γράψει τις ιστορίες από όλα τα βασίλεια. Έχω την πεποίθηση, ότι θα καταφέρετε την αποστολή σας και εγώ θα γράψω την συνέχεια της ιστορίας, που θα είναι η καταστροφή του κακού».

Η Μαρία, δεν είπε τίποτα, απλά βγήκε από την βιβλιοθήκη και πήγε στο δωμάτιο της. Έπρεπε να ετοιμαστεί για να παρευρεθεί στους αγώνες.

Ο χώρος που θα γίνονταν οι αγώνες ήταν επιμελώς έτοιμος. Κερκίδες από τις δυο μεριές για όσους θα τους παρακολουθούσαν Στην μια μεριά όλοι οι βασιλιάδες και οι επίσημοι επισκέπτες και στην άλλη όλος ο κόσμος των βασιλείων που είχε έρθει.

Σκηνές για τους αγωνιζόμενους είχαν στήσει στην είσοδο του χώρου και ακόλουθοι έτρεχαν να προλάβουν ώστε όλα να είναι έτοιμα για τους μαχητές. Η πριγκίπισσα Μαίρη συνοδευόμενη από έναν αξιωματούχο του παλατιού που είχε η βασίλισσα στείλει, έφτασε στην κερκίδα που θα καθόταν να παρακολουθήσει τους αγώνες. Μετά από λίγο έφτασε και το βασιλικό ζεύγος. Πήρε την θέση του και ανάμεσα σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές έδωσε το σύνθημα να ξεκινήσουν οι αγώνες.

 

Ξαφνικά ένας καβαλάρης με αστραφτερή πανοπλία, μαζί με τους τέσσερις ακολούθους του, κατευθύνθηκαν προς το κέντρο της αρένας.  Όταν έφτασαν κατέβηκαν από τα άλογά τους, ο καβαλάρης με την πανοπλία πλησίασε την εξέδρα με τους επισήμους, έβγαλε το σπαθί του και το κάρφωσε στο έδαφος. Αμέσως ένας άλλος που βαστούσε μια σημαία σε κοντάρι, που είχε επάνω της ζωγραφισμένο το κεφάλι από ένα κοράκι, πήγε και την κάρφωσε δίπλα. Μετά γύρισε στο άλογό του. Αυτό ήταν μια πρόκληση για μονομαχία. Ο καβαλάρης σήκωσε το χέρι του και φώναξε «Προκαλώ την πριγκίπισσα του σπηλαίου να έρθει στην μάχη ή να δηλώσει υποταγή σε εμένα».

Μια νεκρική σιγή γέμισε την αρένα. Ο βασιλιάς σηκώθηκε από την θέση του και φώναξε στον καβαλάρη. «Σήμερα είναι γιορτή. Θα πρότεινα να μεταφέρεις την πρόκληση σου άλλη μέρα» Ήξερε ότι στην μάχη αυτή θα χανόταν πολύς κόσμος αφού η κερκίδα  ήταν γεμάτη και ήθελε να δώσει και χρόνο στη ν πριγκίπισσα να ετοιμαστεί. Ο καβαλάρης, ακούμπησε με τα δύο χέρια του το καρφωμένο σπαθί και από την σχισμή στο έδαφος άρχισε να βγαίνει ένα μαύρο σύννεφο. Η πριγκίπισσα σηκώθηκε από την θέση της και του φώναξε «Αυτή η μάχη είναι ανάμεσά μας. Θα γίνει σήμερα όπως θέλεις αλλά αν δεν φοβάσαι ας φύγει ό κόσμος, έτσι και αλλιώς όποιος κερδίσει θα τον έχει μαζί του».

Ο καβαλάρης δέχτηκε την πρόκληση και έβγαλε τα χέρια του από το σπαθί και το μαύρο σύννεφο σταμάτησε να βγαίνει. Η πριγκίπισσα ήξερε ότι έπρεπε να κερδίσει λίγο χρόνο ώστε η μάχη που θα ήταν μεγάλη να μην είναι η αιτία να σκοτωθούν άνθρωποι.

Ο πρίγκιπας Κάρμος πλησίασε την Μαρία την ώρα που όλοι έτρεχαν να φύγουν.

«Να σας συνοδέψω πριγκίπισσα. Θα θέλατε να μείνω στο πλευρό σας και να πολεμήσω μαζί σας; Θα ήταν τιμή μου».

«Όχι» απάντησε εκείνη «Προστάτεψε τον λαό σου. Ο καθένας έχει να τον δικό του δρόμο να ακολουθήσει και αυτός είναι δικός μου».

Η πριγκίπισσα Μαίρη κατέβηκε στην αρένα χωρίς να ξέρει ακόμα τι έπρεπε να κάνει. Μια ελαφριά ζαλάδα είχε περάσει από το κεφάλι της και ήταν σαν υπνωτισμένη, έτσι άφησε να γίνουν όλα μόνα τους.

Ο καβαλάρης πήρε το σπαθί του και στάθηκε απέναντί της.

«Σε έψαχνα πολλά χρόνια. Τώρα ήρθε η ώρα να πάρω ότι μου αξίζει και το στερήθηκα όλο αυτόν τον καιρό».

Η Μαρία τον κοίταξε βλέποντας σε αυτόν όλο το σκοτάδι που είχε στην ψυχή του. «Ναι, ήρθε η ώρα να πάρεις αυτό που σου αξίζει» του είπε και με το χέρι της έπιασε την καρφίτσα που είχε καρφωμένη στην μπέρτα της.

 

Ο γέρος βιβλιοθηκάριος καθισμένος στο τραπέζι, έγραψε στο μεγάλο βιβλίο της ιστορίας για την μάχη που ακολούθησε.

«Η μάχη ήταν επική.

Δέντρα τα πήρε η φωτιά, βράχια το σκοτάδι.

Το σκοτάδι ξεκλήρισε ότι στο φως αντισταθεί.

Το όνομά του δεν θα πω, που το σκοτάδι είχε, και το ‘ρίξε να την καταπιεί και να την αφανίσει.

Εκείνη όμως ατρόμητη στον ουρανό πετιέται και από εκεί ψηλά φωτιά πάλι του ρίχνει.

Να κάψει όσο μπορεί, τον άρχοντα του σκότους.

Όταν η μάχη ήτανε στο κρίσιμο σημείο, εκείνη χέρια άνοιξε και τα έφερε μπροστά της και δράκοι ζωντάνεψαν και δράκοι ξεπέτρωσαν και ήρθαν και βοήθησαν την όμορφη κυρά τους.

Φωτιές απ’ το στόμα βγάλανε και ρίξανε τριγύρω, που το σκοτάδι ρούφαγε και έτρωγε τις γλώσσες.

Μα η κυρά πριγκίπισσα ήξερε τον τρόπο.

Φωτιά από κάτω πέρασε και έκαψε το χώμα, που ο κακός στεκότανε να μην μπορεί να φύγει.

Με φως τώρα τον έδεσε, κι οι δράκοι τον επήραν και πήγαν και τον έριξαν στο βάραθρο της χάσης εκεί που η λάβα ζωντανή, όλα τα καταπίνει και  δεν μπορούν να βγουν άλλο κακό να κάνουν.

Έτσι ο χωρίς όνομα χάθηκε για πάντα, άλλο κακό στον κόσμο να μην μπορεί να φέρει.

Οι άνθρωπο τώρα ήσυχοι, βγήκαν ξανά στους δρόμους.

Την πριγκίπισσα δόξασαν, πριγκίπισσα των δράκων και του σπηλαίου με το φως, που ήταν ανάμεσά τους.

Τώρα μπορούν ειρηνικά να ζουν και με αγάπη, χωρίς τον φόβο του κακού να έρθει πάλι πίσω.

Έτσι και εγώ τώρα μπορώ, τα γραφόμενα να κλείσω.

Μιας και το κακό θα ξεχαστεί, στην λήθη θα περάσει».

 

Η πριγκίπισσα Μαίρη με το κεφάλι σκυμμένο και τα χέρια στα πλευρά της, στεκόταν στην μέση της κατεστραμμένης πλέον αρένας. Στα κλειστά μάτια της ένα αμυδρό φως άρχισε να έρχεται και να φωτίζει πλέον ότι το σκοτάδι είχε φέρει. Άνοιξε τα μάτια της και γύρισε προς το κάστρο που ήταν στο βάθος. Κόσμος είχε αρχίσει να έρχεται προς το μέρος της. Ο Κάρμος ήταν ο πρώτος που έτρεξε δίπλα της. Έκανε μια υπόκλιση και της είπε «Ελάτε πριγκίπισσα, πρέπει να ξεκουραστείτε» την έπιασε και την βοήθησε να πάει προς το κάστρο. Σε όλη την διαδρομή ο κόσμος που είχε μαζευτεί ήταν αμίλητος. Ήταν στις δυο πλευρές του δρόμου σκυμμένοι κάνοντας υπόκλιση στην πριγκίπισσα που τους έσωσε από το σκοτάδι.

Η Μαρία πήγε στο δωμάτιο της και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Αμέσως ένα ήρεμος ύπνος ήρθε να την πάρει στην αγκαλιά του.

Η μέρα είχε κάνει αρκετή διαδρομή όταν μέσα στον ύπνο της η Μαρία άκουσε να λένε το όνομά της «Μαίρη, ξύπνα γλυκιά μου». Μια όμορφη γυναίκα με καστανά μαλλιά ήταν καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι της και της χάιδευε το κεφάλι. Η Μαρία την κοίταξε χωρίς να αντιδρά αλλά και χωρίς να την γνωρίζει. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της και η γυναίκα τραβήχτηκε λίγο πίσω. «Σήκω καλή μου κοντεύει μεσημέρι». Η Μαρία σηκώθηκε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Η γυναίκα ξέροντας ότι η Μαρία δεν την γνώριζε απομακρύνθηκε περισσότερο. Φορούσε ένα καφέ- κόκκινο μακρύ φόρεμα, τα καστανά μαλλιά της έπεφταν στους ωμούς της. Γύρω από το κεφάλι της ήταν δεμένο ένα κόσμημα. Ήταν ένας ήλιος που με γαλάζιες πέτρες έδενε πίσω από το κεφάλι.

Η Μαρία σηκώθηκε, «Καλημέρα κυρία» είπε και πήρε να φορέσει την ρόμπα της, που ήταν ακουμπισμένη στην άκρη του κρεβατιού.

«Έλα, έχουνε φέρει πρωινό» είπε η γυναίκα και έδειξε το τραπεζάκι που ήταν στην άκρη του δωματίου. «Θα μου επιτρέψεις την ώρα του πρωινού σου, να σου πω και να σου εξηγήσω πολλά». Η Μαρία κάθισε στην καρέκλα και η γυναίκα στάθηκε στο πλάι.

«Είμαι η βασίλισσα Κατρίν του σπηλαίου και του φωτός» είπε και περίμενε λίγο για να το χωνέψει η Μαρία μετά συνέχισε «Είμαι η μητέρα σου». Η Μαρία την κοίταξε χωρίς να αντιδράσει. Είχε περάσει πολλές ώρες κλαίγοντας τα βράδια κρυφά από τα άλλα παιδιά, μέχρι να πιστέψει ότι ήταν ορφανή, ότι οι γονείς της δεν την ήθελαν και την άφησαν στα ιδρύματα, για να αλλάξει τόσων χρόνων απόφαση.

«Ξέρω θα σου φανεί περίεργο, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Όταν γεννήθηκες έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Να σε χάσω από τα χέρια του χωρίς όνομα ή να σε στείλω σε άλλο κόσμο, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να σε ξαναδώ κάποια μέρα. Θα ήθελα να μην γίνονταν έτσι τα γεγονότα και να μπορούσα πρώτα να σε συναντήσω και μετά να αντιμετωπίσεις το σκοτάδι, αλλά δυστυχώς δεν ήρθαν έτσι τα πράγματα». Η Μαρία την κοίταγε και προσπαθούσε να πιστέψει για άλλη μια φορά τι της συνέβαινε. Σηκώθηκε από την καρέκλα της  και χωρίς να το σκεφτεί έπεσε στην αγκαλιά της.

Κάθισαν εκεί αρκετή ώρα με την Κατρίν να της εξηγεί για το βασίλειο της, για τον πατέρα της που ήταν πολεμιστής και είχε σκοτωθεί στην μάχη κατά του κακού, για την μαγεία που πέρναγε από γενιά σε γενιά, για τους δράκους προστάτες του βασιλείου.

Η πόρτα του δωματίου χτύπησε. Στο άνοιγμα της εμφανίστηκε μια γυναίκα μαζί με δύο καμαριέρες. Η Μαρία την γνώριζε καλά, ήταν εργαζόμενη στα ιδρύματα που είχε περάσει και πρέπει να ήταν η προστάτης της όλα αυτά τα χρόνια. Η γυναίκα έκανε μια υπόκλιση και είπε «Πριγκίπισσα Μαίρη». Χωρίς να πει τίποτα η Μαρία, πήγε κοντά της και την αγκάλιασε. «Θα πρέπει να ετοιμαστείτε για τον χορό» είπε εκείνη και έγνεψε στις καμαριέρες να ετοιμάσουν τα ρούχα της.

Η μεγάλη αίθουσα του πύργου ήταν γεμάτη από κόσμο που συζητούσαν. Τα νέα για την μάχη της πριγκίπισσας είχαν διαδοθεί γρήγορα και όλοι ήθελαν να την δουν από κοντά.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα στους θρόνους τους, είχαν κάθε τόσο να συνομιλούν και με κάποιον. Ο πρίγκιπας Κάρμος, φορώντας την στολή του, τριγύρναγε στην αίθουσα μαζί με έναν φίλο και αξιωματικό της φρουράς, όταν στην αίθουσα μπήκε η βασίλισσα Κατρίν με την πριγκίπισσα Μαίρη. Η πριγκίπισσα φορούσε ένα άσπρο φόρεμα στο χρώμα του πάγου. Στο κεφάλι της είχε τιάρα ασημένια με πετράδια που έκαναν το σχέδιο δύο δράκων. Τα μαλλιά της δεμένα πίσω έκαναν το πρόσωπο της να λάμπει. Κατευθύνθηκαν προς τον βασιλιά και οικοδεσπότη της γιορτής όπως έλεγε το πρωτόκολλο για να δηλώσουν την παρουσία τους. Όλοι μέσα στην αίθουσα γύρισαν και κοιτούσαν τις δυο τους και ένας ψίθυρος έδωσε την θέση του στις συζητήσεις που γίνονταν μέχρι εκείνη την στιγμή. Έφτασαν μπροστά από τον βασιλιά και έκαναν μια μικρή υπόκλιση. Εκείνος σηκώθηκε και άπλωσε το χέρι του προς την Μαρία. Έπιασε το χέρι της και την έφερε δίπλα του, μετά γύρισε προς όλους στην αίθουσα και είπε με δυνατή φωνή. «Τιμούμε σήμερα την πριγκίπισσα Μαίρη που έδωσε για όλους εμάς, μια μεγάλη μάχη με το κακό, ώστε όλοι εμείς να μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα και ειρηνικά». Όλοι μέσα στην αίθουσα έκαναν μια υπόκλιση και ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Ο πρίγκιπας Κάρμος που είχε φτάσει εκεί κοντά πλησίασε και είπε στην Μαρία.  «Θα μπορούσα να σας συνοδέψω την υπόλοιπη βραδιά;» ο βασιλιάς χωρίς να περιμένει να δώσει η Μαρία μια απάντηση πρότεινε το χέρι της στον γιο του που εκείνος το έπιασε και στάθηκε δίπλα της. Οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν και όλοι άφησαν στο κέντρο της αίθουσας ένα κενό για όποιον ήθελε να χορέψει. Ο Κάρμος είπε στην Μαρία «Θα θέλατε να χορέψουμε;» η Μαρία γυρνώντας σαν να ήθελε να του πει κάτι χωρίς να το ακούσουν οι άλλοι είπε «Δεν ξέρω  να χορεύω, δεν έχω χορέψει ποτέ».  «Δεν πειράζει» είπε το Κάρμος «Θα ακολουθείς εμένα» και γύρισε να πιάσει και το άλλο χέρι της.

Η βραδιά πέρασε με χορό και συστάσεις που έκανε ο Κάρμος στην Μαρία με τους παρευρισκόμενους Όλοι ψιθύριζαν, για το πόσο όμορφο ζευγάρι ήταν και της Μαρίας, δεν της ήταν αδιάφορος ο πρίγκιπας.

Την επόμενη μέρα το πρωί, η Μαρία με την Κατρίν, είχαν ετοιμαστεί να φύγουν συνοδευόμενες από την φρουρά που είχε έρθει μαζί της. Ο Κάρμος ήταν εκεί για να τις αποχαιρετίσει. «Θα ήθελα να ξαναέρθετε» είπε κοιτώντας με νόημα την Μαρία. «Πρέπει να κάνουμε πολλά στο βασίλειό μας» είπε η βασίλισσα Κατρίν «και εσείς είσαστε ευπρόσδεκτοι όποτε θέλετε να μας επισκευτείτε».

Η πομπή ξεκίνησε και η Μαρία μόλις βγήκαν από την πύλη γύρισε το κεφάλι της και στο μυαλό της ήρθε η σκέψη ότι δεν θα ήταν αργά η μέρα που θα ξαναερχόταν εδώ αλλά ακόμα γρηγορότερα θα ξανάβλεπε τον Κάρμο.

 

                                                                                                     eksofilo%202_zpsfyodthxt.jpg

                                                                                                                                                      By Chris Mad

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Manupod

Καταρχάς, σου δίνω συγχαρητήρια που κατάφερες και έφερες εις πέρας μία τόσο μεγάλη ιστορία από αρχή εως τέλος. Ο ενθουσιασμός σου φαίνεται στην συγγραφή σου. Εύγε! :yessir: Επίσης, από αυτό το κομάτι, καταλαβαίνω ότι είσαι νεαρός/ή, αλλά ότι έχεις ξαναασχοληθεί με αυτό το σπορ και σου αρέσει πολύ.   

 

Από την άλλη, θα σου σημειώσω κάποια σημαντικά σημεία που θα πρέπει να προσέξεις, ελπίζοντας ότι δεν θα σε αποθαρρύνω στο συγγραφικό ταξίδι σου. Αντιθέτως, με αυτήν μου την κριτική, σκοπεύω να σε καθοδηγήσω σε χρήσιμες πληροφορίες που θα δυναμώσουν τις βάσεις σου και ίσως να σου λύσουν και απορείες που ήδη έχεις. Ξέρω ότι είναι δύσκολο να δέχεσαι κριτική πάνω σε κάτι που με τόσο κόπο και ενθουσιασμό δημιούργησες, για να το μοιραστείς με τον κόσμο γύρω σου και να τον διασκεδάσεις. Και εγώ δυσκολεύομαι σε αυτό (δηλαδή στο να παίρνω κριτική), αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι χωρίς αυτή την κριτική, όσο σκληρή και αν είναι μερικές φορές, το πιο πιθανό είναι να μην παρατηρούσα τα λάθη μου και να μην εξελισσόμουν σε μια καλύτερη συγγραφέα. Αν λοιπόν αισθάνεσαι αρκετά τολμηρή/ός, πάρε μια βαθιά ανάσα και... πάμε.

 

 

Η Μαρία, μια κοπέλα είκοσι πέντε χρόνων, είχε περάσει πολλά χρόνια σε ιδρύματα. Τα τελευταία χρόνια που σπούδαζε μηχανικός, δούλευε σαν καθαρίστρια, και έμενε μαζί με μια φίλη και συμφοιτήτρια της λίγο έξω από την πόλη. Είχε πάρει τον καθαρισμό σε ένα κτήριο γραφείων, μιας μεγάλης εταιρίας μόνη της, για να μπορέσει να μαζέψει τα χρήματα που θα χρειαζόταν για μια δική της δουλειά.

 

Τί ιδρύματα εννοείς; Φαντάζομαι ότι εννοείς κάτι σαν ορφανοτροφείο, αλλά ίδρυμα σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα. Πρέπει να είσαι λίγο πιο συγκεκριμένος/η στην περιγραφή σου. Επίσης, γιατί πρέπει εγώ σαν αναγνώστης να το γνωρίζω αυτό; (Δηλαδή, ότι ήταν ορφανή). Επηρρεάζει κάπως την πλοκή; Αν το γράφεις για να μας δώσεις μία ιδέα για τη ζωή της Μαρίας, τότε θα πρέπει να το εξηγήσεις περισσότερο και κάπως να το συνδέσεις με την πλοκή, γιατί το ότι ήταν ορφανή, δεν μου λέει εμένα κάτι για τον χαρακτήρα της. Δηλαδή, το να είναι κάποιος ορφανός, δεν είναι χαρακτηριστικό κάποιου, είναι κατάσταση. Επίσης, γιατί να με νοιάζει για ποιον λόγο δούλευε εκεί από την στιγμή που στην συνέχεια, πάλι δεν συνδέεται με την πλοκή; 

 

Με άλλα λόγια: Πρέπει να διαλέξεις αν τελικά θα πρέπει να βάλεις ή να μην βάλεις μια πληροφορία μέσα στο διήγημα σου. Ή θα γράψεις λιγότερο ή περισσότερο. Αν το θεωρείς απαραίτητο να την βάλεις, πρέπει να την δικαιολογήσεις καλύτερα. (Θα προσπαθήσω να αλλάξω την φράση σου όσο το δυνατόν λιγότερο). :)

 

Πχ:  "Η Μαρία, μια κοπέλα είκοσι πέντε χρόνων, δεν γνώριζε από την ζεστασιά της οικογενιακής θαλπωρής, καθώς και είχε περάσει τα περισσότερα της χρόνια σε ιδρύματα. Αυτή της η εμπειρία όμως, πέρα από το μεγάλο τροχοπέδι που υπήρξε στη ζωή της, την είχε διδάξει δύο βασικά πράγματα. Να βάζει στόχους και να μοιράζεται. Τα τελευταία χρόνια σπούδαζε ως μηχανικός, ενώ παράλληλα δούλευε και σαν καθαρίστρια σε αυτό το μεγάλο κτήριο γραφείων μόνη της, για να μπορέσει να μαζέψει τα χρήματα που χρειαζόταν για να ξεκινήσει μια δική της δουλειά. Ένα όνειρο που μοιραζόταν μαζί με μια καλή φίλη και συμφοιτήτρια της, με την οποία συγκατοικούσε σε ένα διαμερισματάκι λίγο πιο έξω από την πόλη."

 

Έτσι ο αναγνώστης καταλαβαίνει και τι ίδρυμα εννοείς και πως την επηρρέασε αυτό στον χαρακτήρα της. Βλέπουμε λίγο μέσα στη ζωή της και μαθαίνουμε τους στόχους της. Όλες οι πληροφορίες συμπλέκονται μεταξύ τους, δικαιολογημένα. (Να έχεις υπόψη σου, ότι είναι απλά ένα τυχαίο παράδειγμα για να σου εξηγήσω αυτό που θέλω να σου πω. Δεν προσπαθώ να αλλάξω την φαντασία σου και δεν ξέρω αν έχει σχέση με αυτό που είχες σκεφτεί για τη Μαρία. Παρακάτω βλέπω ότι την περιγράφεις ως σκληρή και απόμακρη).

 

 

Πάτησε το κουμπί να καλέσει το ασανσέρ και περίμενε. Όταν άνοιξε η πόρτα στο ασανσέρ, ήταν μέσα ο φύλακας του κτιρίου, που έκανε την περιπολία του. «Καλησπέρα» της είπε «ακόμα εδώ είσαι;».

«Ναι δεν έχω τελειώσει ακόμα» απάντησε η Μαρία τραβώντας το καρότσι με τα καθαριστικά της «Εσύ; Τώρα έπιασες βάρδια;» και πάτησε το κουμπί του δευτέρου ορόφου.

«Ναι και κάνω περιπολία, όταν τελειώσεις πες μου να σου ανοίξω» της απάντησε.

 

Το σωστό είναι:

 

"Πάτησε το κουμπί να καλέσει το ασανσέρ και περίμενε. Όταν άνοιξε η πόρτα στο ασανσέρ, ήταν μέσα ο φύλακας του κτιρίου, που έκανε την περιπολία του.

 

«Καλησπέρα», της είπε.

 

«Ακόμα εδώ είσαι;»

 

«Ναι, δεν έχω τελειώσει ακόμα» απάντησε η Μαρία τραβώντας το καρότσι με τα καθαριστικά της.

 

«Εσύ; Τώρα έπιασες βάρδια;» είπε και πάτησε το κουμπί του δευτέρου ορόφου.

 

«Ναι και κάνω περιπολία, όταν τελειώσεις πες μου να σου ανοίξω» της απάντησε."

 

Ξέρουμε ποιος ειναι ποιος σε αυτόν τον διάλογο, λόγο του περιεχομένου του. Και αυτό σημαίνει ότι είναι ένας καλός διάλογος. (Μπράβο σου)!:)

Μόνο η τελευταία απάντηση είναι λίγο περιττή. Εγώ ξέρω ότι ο σεκιουριτάς κάνει περιπολία, η Μαρία το ξέρει, εσύ το ξέρεις και ο σεκιουριτάς το ξέρει, οπότε γιατί να το αναφέρει; Χαλάει λίγο τον ρεαλισμό της κατάστασης, που στην αρχή δημιουργείς τόσο καλά.

 

 

Τα φώτα της μηχανής φώτιζαν της γραμμές τους δρόμου που έρχονταν, πέρναγαν και χάνονταν στο πριν.

 

 

Ήταν από ξύλο, ξεκίναγε μυτερή και όσο ανέβαινε το ξύλο χωριζόταν σε κλαδάκια που μέσα τους είχαν κλεισμένη μια άσπρη πέτρα, και μετά έκλεινε πάλι ερμητικά.

 

Πρόσεχε στις περιφραφές σου! Είναι πολύ σημαντικές για τον αναγνώστη! Εκτός του ότι πρέπει να καταλαβαίνει με ευκολία τι εννοείς, θα πρέπει και να βρίσκει την περιγραφή σου όμορφη. Έχεις κάνει κάμποσα τέτοια λαθάκια, αλλά θα διαλέξω μόνο δύο για παράδειγμα. 

 

Στο πρώτο παράδειγμα πας να δημιουργήσεις μια ωραία εικαστική άποψη, αλλά χάνεται στην περιγραφή σου. Καταλαβαίνω ότι αυτό που θέλεις να εκφράσεις συνδέεται με μία αφηρημένη έννοια του χρόνου, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή είμαι πραγματικά λαμπρό άτομο. :p

 

Θα μπορούσες να το διατυπώσεις ως εξής:

 

"Τα φώτα της μηχανής φώτιζαν γραμμές τους δρόμου που σταδιακά πλησίαζαν, περνούσαν από κάτω της για μία στιγμή και μετά εξαφανίζονταν πίσω."

 

Στο δεύτερο, προσπαθείς να περιγράψεις απλά μία καρφίτσα. Θέλεις να την δούμε γι' αυτό που είναι. Δεν είμαι σίγουρη αν κατάλαβα σωστά αυτό που θες να πεις, αλλά και πάλι, αυτό είναι απλά ένα παράδειγμα.

 

"Ήταν φτιαγμένη από ξύλο. Το σχήμα της που ήταν οβάλ, εκτίνονταν σε δύο μυτερές γωνίες, η μία αντίστοιχα της άλλης. Προς το κέντρο της, το ξύλινο περίγραμμα μεταβαλλόταν σταδιακά σε πολλά, μικρά κλαδάκια που περίτεχνα μπλέκονταν μεταξύ τους σε μία κομψή βάση για την λαμπερή, άσπρη πέτρα που συγκροτούσαν."    

 

 

Ο γέρος βιβλιοθηκάριος καθισμένος στο τραπέζι, έγραψε στο μεγάλο βιβλίο της ιστορίας για την μάχη που ακολούθησε.

«Η μάχη ήταν επική.

Δέντρα τα πήρε η φωτιά, βράχια το σκοτάδι.

Το σκοτάδι ξεκλήρισε ότι στο φως αντισταθεί.

Το όνομά του δεν θα πω, που το σκοτάδι είχε, και το ‘ρίξε να την καταπιεί και να την αφανίσει.

Εκείνη όμως ατρόμητη στον ουρανό πετιέται και από εκεί ψηλά φωτιά πάλι του ρίχνει.

Να κάψει όσο μπορεί, τον άρχοντα του σκότους.

Όταν η μάχη ήτανε στο κρίσιμο σημείο, εκείνη χέρια άνοιξε και τα έφερε μπροστά της και δράκοι ζωντάνεψαν και δράκοι ξεπέτρωσαν και ήρθαν και βοήθησαν την όμορφη κυρά τους.

Φωτιές απ’ το στόμα βγάλανε και ρίξανε τριγύρω, που το σκοτάδι ρούφαγε και έτρωγε τις γλώσσες.

Μα η κυρά πριγκίπισσα ήξερε τον τρόπο.

Φωτιά από κάτω πέρασε και έκαψε το χώμα, που ο κακός στεκότανε να μην μπορεί να φύγει.

Με φως τώρα τον έδεσε, κι οι δράκοι τον επήραν και πήγαν και τον έριξαν στο βάραθρο της χάσης εκεί που η λάβα ζωντανή, όλα τα καταπίνει και  δεν μπορούν να βγουν άλλο κακό να κάνουν.

Έτσι ο χωρίς όνομα χάθηκε για πάντα, άλλο κακό στον κόσμο να μην μπορεί να φέρει.

Οι άνθρωπο τώρα ήσυχοι, βγήκαν ξανά στους δρόμους.

Την πριγκίπισσα δόξασαν, πριγκίπισσα των δράκων και του σπηλαίου με το φως, που ήταν ανάμεσά τους.

Τώρα μπορούν ειρηνικά να ζουν και με αγάπη, χωρίς τον φόβο του κακού να έρθει πάλι πίσω.

Έτσι και εγώ τώρα μπορώ, τα γραφόμενα να κλείσω.

Μιας και το κακό θα ξεχαστεί, στην λήθη θα περάσει».

 

Ποιος είναι αυτός ο βιβλιοθηκάριος και γιατί κόβεις με αυτόν τον τρόπο το σημαντικότερο μέρος της ιστορίας σου;

Σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό μία καλή ιδέα! Ποτέ, ποτέ, ποτέ μην το κάνεις αυτό! Καταλαβαίνω ως συγγραφέας ότι μερικές σκηνές μπορεί να σε δυσκολεύουνε περισσότερο από άλλες, αλλά ο αναγνώστης είτε το καταλάβει είτε δεν το καταλάβει, δεν θα στο συγχωρέσει αυτό. (Βασικά, ειδικά αν το καταλάβει). Διάβαζε όλη αυτή την ώρα την ιστορία σου που προμήνϋε μάχη και θέλει μία γερή μάχη, ενώ τρώει το ποπ-κορν του στην πρώτη σειρά της αρένας. Θέλει να είναι μέσα στη μάχη και να πολεμάει στο πλευρό της πριγκίπισας. Όσο περισσότερη λεπτομέρεια γίνεται. Κάνε τον να αγχωθεί για το αποτέλεσμα, παρόλο που όλοι ξέρουμε ότι η πριγκίπισα θα κερδίσει στο τέλος. Μην μιλάς για κρίσιμο σημείο! Δείξ' το μας! Το θέλουμε πάρα πολύ.

 

Αν αρχίσεις να γράφεις σκηνές μάχης, ίσως να συνειδητοποιήσεις τι πλάκα έχει να τις γράφεις και μετά να γίνει το αγαπημένο μέρος της ενασχόλησης σου σε ολόκληρο το έργο σου. Σκέψου ότι ο χαρακτήρας σου υποφέρει εδώ. Αντιμετωπίζει τους φόβους του. Δείχνει το θάρρος του, τις αδυναμίες του και τις δυνάμεις του.      

 

Επίσης, θα σου πω να χρησιμοποιείς οπωσδήποτε παραγράφους. Η αλήθεια είναι ότι όταν είδα το post σου ψιλοδίστασα, επειδή χωρίς παραγράφους και σωστά διαστήματα ένα τόσο μεγάλο κομμάτι είναι πολύ κουραστικό στο μάτι. 

 

Τελευταίες συμβουλές: Διάβασε πολλά βιβλία και πάρε ότι πληροφορία έχει να σου δώσει αυτό το site. Από θέματα που διαπραγματεύονται  το στήσιμο μιας σελίδας ως και το συντακτικό μιας πρότασης. 

 

Γράψε για θέματα που θέλεις να μιλήσεις. Αν σου αρέσει η φαντασία, γράψε φαντασία. Αν σου αρέσουν οι δράκοι, γράψε για δράκους. Αλλά κάθε φορά που γράφεις για αυτούς, προσπάθησε να τους κάνεις όλο και καλύτερους. Γράψε κάτι που αν εσύ διάβαζες, χωρίς να το έχεις γράψει ο/η ίδια, θα σε έκανε να σαστύσεις. (Με τον καλό τον τρόπο βέβαια). :p

 

Είσαι ήδη καλός/ή. Βλέπω πολύ καλή προοπτική σε σένα. Εξάλλου, αν δεν έβλεπα, δεν θα ασχολούμουν με αυτό που έγραψες που είναι εμφανώς μακρύ και δεν θα έδεινα μία τόσο εκτενή ανάλυση. ;)

 

Για τα ορθογραφικά δεν έχω να πω κάτι, αλλά επειδή είμαι και εγώ ανορθόγραφη. Ντροπή μου!

 

Keep it up! :D

Share this post


Link to post
Share on other sites
chrismad

Κατ αρχάς ευχαριστώ για τα σχόλια σου …. Για τον λόγο αυτό τα βάζω εδώ. Η κριτική όσο και σκληρή να είναι περιμένω να μου δώσει γνώση.

Για τις παραγράφους έχεις δίκιο και θα επακολουθήσω την συμβουλή σου.

 

Για το

Τα φώτα της μηχανής φώτιζαν της γραμμές τους δρόμου που έρχονταν, πέρναγαν και χάνονταν στο πριν.

Αύτη η πρόταση μου ήρθε έτσι ολόκληρη στο μυαλό και για αυτό την έγραψα έτσι…  δεν ήθελα να την αλλάξω. Μου φάνηκε λογοπαίγνιο καλό.

 

Στις περιγραφές αντικειμένων και περιστάσεων αν δεν έρθουν μόνες τους κολάω  ακόμα αλλά το πολεμάω…

 

Και πάλι ευχαριστώ για τον χρόνο σου.

Share this post


Link to post
Share on other sites
chrismad

Μετά από συμβουλή του μέλους Vagabond και βλέποντας ότι η βοήθειά της ήταν σωστή και χρήσιμη αποφάσισα να διαφοροποιήσω το τέλος της ιστορίας μου.

Έτσι αλλάζω το κείμενο στο σημείο της μάχης και μετά.

Ευχαριστώ Vagabond για τις συμβουλές και την βοήθεια σου.

Ελπίζω πάντα να είναι καλύτερο.

 

*

 

Στην αρένα εμφανίστηκε απρόσμενα ένας καβαλάρης με μαύρη γυαλιστερή πανοπλία, μαζί με τους τέσσερις ακολούθους του, κατευθύνθηκαν προς το κέντρο της αρένας.  Όταν έφτασαν κατέβηκαν από τα άλογά τους, ο καβαλάρης με την πανοπλία πλησίασε την εξέδρα με τους επισήμους, έβγαλε το σπαθί του και το κάρφωσε στο έδαφος. Αμέσως ένας άλλος που βαστούσε μια σημαία σε κοντάρι, που είχε επάνω της ζωγραφισμένο το κεφάλι από ένα κοράκι, πήγε και την κάρφωσε δίπλα και γύρισε στο άλογό του. Αυτό ήταν μια πρόκληση για μονομαχία. Ο καβαλάρης σήκωσε το χέρι του και φώναξε

«Προκαλώ την πριγκίπισσα του σπηλαίου να έρθει στην μάχη ή να δηλώσει υποταγή σε εμένα».

Μια νεκρική σιγή γέμισε την αρένα. Ο βασιλιάς σηκώθηκε από την θέση του και φώναξε στον καβαλάρη.

«Σήμερα είναι γιορτή. Θα πρότεινα να μεταφέρεις την πρόκληση σου άλλη μέρα» Ήξερε ότι η μάχη αυτή θα ‘ήταν αδυσώπητη και φοβούμενος ότι θα χανόταν πολύς άμαχος λαός αφού η κερκίδες  ήταν γεμάτες και ήθελε να δώσει και χρόνο στην πριγκίπισσα να ετοιμαστεί. Ο καβαλάρης χωρίς όνομα ακούμπησε με τα δύο χέρια του το καρφωμένο σπαθί και από την σχισμή στο έδαφος άρχισε να βγαίνει ένα μαύρο σύννεφο.

Η πριγκίπισσα σηκώθηκε από την θέση της και του φώναξε

«Αυτή η μάχη είναι ανάμεσά μας. Θα γίνει σήμερα όπως θέλεις αλλά αν δεν φοβάσαι ας φύγει ό κόσμος, έτσι και αλλιώς όποιος κερδίσει θα τον έχει μαζί του».

Ο καβαλάρης δέχτηκε την πρόκληση και έβγαλε τα χέρια του από το σπαθί και το μαύρο σύννεφο σταμάτησε να βγαίνει. Η πριγκίπισσα ήξερε ότι έπρεπε να κερδίσει λίγο χρόνο ώστε η μάχη που θα ήταν μεγάλη να μην είναι η αιτία να σκοτωθούν άνθρωποι.

Ο πρίγκιπας Κάρμος πλησίασε την Μαρία την ώρα που όλοι έτρεχαν να φύγουν.

«Να σας συνοδέψω πριγκίπισσα. Θα θέλατε να μείνω στο πλευρό σας και να πολεμήσω μαζί σας; Θα ήταν τιμή μου».

«Όχι» απάντησε εκείνη «Προστάτεψε τον λαό σου. Ο καθένας έχει να τον δικό του δρόμο να ακολουθήσει και αυτός είναι δικός μου».

Η πριγκίπισσα Μαίρη κατέβηκε στην αρένα συνοδευόμενη από τον πρίγκιπα Κάρμο χωρίς να ξέρει ακόμα τι έπρεπε να κάνει. Μια ελαφριά ζαλάδα είχε περάσει από το κεφάλι της και ήταν σαν υπνωτισμένη, έτσι άφησε να γίνουν όλα μόνα τους.

Ο καβαλάρης μπροστά από το σπαθί του απέναντί της είπε με τρανταχτή φωνή.

«Σε έψαχνα πολλά χρόνια. Τώρα ήρθε η ώρα να πάρω ότι μου αξίζει και το στερήθηκα όλο αυτόν τον καιρό».

Η πριγκίπισσα τον κοίταξε βλέποντας σε αυτόν όλο το σκοτάδι που είχε στην ψυχή του. «Ναι, ήρθε η ώρα να πάρεις αυτό που σου αξίζει» του είπε και χωρίς να το καταλάβει άπλωσε το χέρι της και έπιασε το σπαθί του πρίγκιπα Κάρμου, εκείνος έφυγε προς το κάστρο.

Το κάρφωσε μπροστά της και έβαλε τα δύο χέρια της επάνω του.

Από την σχισμή στο χώμα άσπρο φώς πετάχτηκε.

Και του καβαλάρη το σπαθί μαύρο σύννεφο να βγάζει.

Τα δύο σύννεφα συγκρούστηκαν.  Κροταλισμοί και αστραπές έβγαιναν από την σύγκρουση στο ποιο θα καταπιεί το άλλο.

Το μαύρο σύννεφο ανέβηκε ψιλότερα να σκεπάζει άρχισε το σύννεφο της πριγκίπισσας και να την καταπνίγει.

Η πριγκίπισσα βλέποντας ότι θα την καταπιεί άρπαξε το σπαθί και το σήκωσε ψιλά.

Η λάμα του, λάμα φωτιάς έσκισε το μαύρο σύννεφο που άρχισε να το κατατρώει και να το διαλύει που όλο υποχωρούσε στου αφέντη του το σπαθί.

Αυτός βλέποντας ότι το σύννεφο δεν μπορούσε να αντισταθεί στο φλεγόμενο σπαθί, άρπαξε και αυτός το δικό του που αμέσως άρχισε να φλέγετε.

Το ανέμισε στον αέρα και το κατέβασε προς την πριγκίπισσα.

Πλάγιασε το δικό της και απέκρουσε το φλεγόμενο σπαθί.

Μια στροφή έκανε γύρο από τον εαυτό της, το σπαθί της κοντά από το στήθος του καβαλάρη που κάνοντας ένα βήμα πίσω το απέφυγε. Εκρήξεις και φωτιές πετιόντουσαν γύρο σε κάθε σύγκρουση των σπαθιών.

Ο καβαλάρης πιάνοντας με τα δύο χέρια του το σπαθί άρχισε να το κατεβάζει στην πριγκίπισσα.

Το σπαθί της απέκρουσε αλλά ο καβαλάρης με μεγαλύτερη δύναμη κάθε φορά χτύπαγε ξανά και ξανά.

Η πριγκίπισσα άρχισε να λυγίζει κάτω από τα δυνατά χτυπήματα.

Στο τελευταίο χτύπημα η πριγκίπισσα έκανε μερικά βήματα πίσω για να μπορέσει να σταθεί ξανά αλλά το χτύπημα πέρασε μπροστά από το στήθος της, έσκισε το φόρεμά της και έκοψε στην μέση την αγκράφα από την ζώνη της.

Μια εκτυφλωτική λάμψη βγήκε από μέσα και δύο γαλάζια συννεφάκια πετάχτηκαν και τρέχοντας από αριστερά και δεξιά, λες και ήταν χαμένα στον χώρο χάθηκαν στο ουρανό.

Ο καβαλάρης τρομαγμένος από την λάμψη έκανε πίσω πρίν ορμίζει πάλι με μανία.

Η πριγκίπισσα ασυναίσθητα το χέρι έφερε και έπιασε την καρφίτσα στο πέτο της βαλμένη.

Αμέσως αυτή κοντάρι έγινε με άσπρη πέτρα να λάμπει στην κορφή του. Έφερε το μπαστούνι μπροστά της και τέντωσε το χέρι.

Άσπρη φωτιά πετάχτηκε και διάλυσε το σπαθί του καβαλάρη, κάνοντας τον να πέσει πίσω.

Δίπλα του το κοντάρι της σημαίας του που ήταν καρφωμένο, άρπαξε και το έφερε μπροστά του.

Μαύρη ασπίδα που σε άφηνε να δεις από μέσα της, εμφανίστηκε και σταμάτησε τις άσπρες φλόγες της πριγκίπισσας.

Ξόρκια άρχισε να λέει και στον ορίζοντα μαύρα πουλιά να έρχονται. Ήταν κοράκια που από παντού έπεφταν πάνω στην άσπρη φωτιά σκοτώνονταν αλλά την κατέτρωγαν και την αδυνάτιζαν.

Μέχρι που ο καβαλάρης μπόρεσε να σηκωθεί και ετοιμάζοντας την επίθεση του.

Ξαφνικά κραυγές ακούστηκαν από τον ουρανό και φλόγες έπεφταν στα κοράκια που γίνονταν στάχτη και διαμοιράζονταν στον αέρα.

Δύο δράκοι που έβγαζαν φωτιές από το στόμα τους εμφανίστηκαν. Ήταν οι δράκοι του Βασίλειου της σπηλιάς.

Η αγκράφα τους κρατούσε φυλακισμένους με τα μάγια του μαύρου μάγου. Ο καβαλάρης άθελα του τους ελευθέρωσε.

Τώρα όλες οι φλόγες έπεφταν πάνω του που κάτω από την πίεση σκεπασμένος με την μαύρη ασπίδα ήταν το μόνο που του έμενε. Όταν η ασπίδα διαλύθηκε ο καβαλάρης εκεί ανήμπορος στο χώμα. Οι δράκοι τον άρπαξαν τον σήκωσαν ψιλά και τον πήραν μακριά. Στο βουνό της φωτιάς και της χάσης πήγαν και τον έριξαν.

Οι κραυγές του ακούστηκαν σε όλη την οικουμένη πριν η λάβα τον καταπιεί για πάντα.

Οι φλόγες από το κοντάρι της πριγκίπισσα σταμάτησαν και εκείνη κουρασμένη στηρίχτηκε επάνω του. Οι δύο δράκοι πετώντας γύρο της ήρθαν να προστατέψουν την κυρά τους και στάθηκαν πίσω της.

 

Ο γέρος βιβλιοθηκάριος καθισμένος στο τραπέζι, έγραψε στο μεγάλο βιβλίο της ιστορίας για την μάχη που ακολούθησε.

«Η μάχη ήταν επική.

Δέντρα τα πήρε η φωτιά, βράχια το σκοτάδι.

Το σκοτάδι ξεκλήρισε ότι στο φως αντισταθεί.

Το όνομά του δεν θα πω, που το σκοτάδι είχε, και το ‘ρίξε να την καταπιεί και να την αφανίσει.

Εκείνη όμως ατρόμητη στον ουρανό πετιέται και από εκεί ψηλά φωτιά πάλι του ρίχνει.

Να κάψει όσο μπορεί, τον άρχοντα του σκότους.

Μαύρα πουλιά ορμήσανε το φως για να αρπάξουν και να το αφανίσουν.

Όταν η μάχη ήτανε στο κρίσιμο σημείο, τα μάγια λυθήκαν και δράκοι ζωντάνεψαν. Εκείνη χέρια μπροστά της έφερε και δράκοι ξεπέτρωσαν και ήρθαν και βοήθησαν την όμορφη κυρά τους.

Φωτιές απ’ το στόμα βγάλανε και ρίξανε τριγύρω, που το σκοτάδι ρούφαγε και έτρωγε τις γλώσσες.

Μα η κυρά πριγκίπισσα ήξερε τον τρόπο.

Φωτιά από κάτω πέρασε και έκαψε το χώμα, που ο κακός στεκότανε να μην μπορεί να φύγει.

Με φως τώρα τον έδεσε, κι οι δράκοι τον επήραν και πήγαν και τον έριξαν στο βάραθρο της χάσης εκεί που η λάβα ζωντανή, όλα τα καταπίνει και  δεν μπορούν να βγουν άλλο κακό να κάνουν.

Έτσι ο χωρίς όνομα χάθηκε για πάντα, άλλο κακό στον κόσμο να μην μπορεί να φέρει.

Οι άνθρωποι τώρα ήσυχοι, βγήκαν ξανά στους δρόμους.

Την πριγκίπισσα δόξασαν, πριγκίπισσα των δράκων και του σπηλαίου με το φως, που ήταν ανάμεσά τους.

Τώρα μπορούν ειρηνικά να ζουν και με αγάπη, χωρίς τον φόβο του κακού να έρθει πάλι πίσω.

Έτσι και εγώ τώρα μπορώ, τα γραφόμενα να κλείσω.

Μιας και το κακό θα ξεχαστεί, στην λήθη θα περάσει».

 

Η πριγκίπισσα Μαίρη με το κεφάλι σκυμμένο, στεκόταν στην μέση της κατεστραμμένης πλέον αρένας. Στα κλειστά μάτια της ένα αμυδρό φως άρχισε να έρχεται και να φωτίζει πλέον ότι το σκοτάδι είχε φέρει.

Άνοιξε τα μάτια της και γύρισε προς το κάστρο που ήταν στο βάθος. Κόσμος είχε αρχίσει να έρχεται προς το μέρος της.

Ο Κάρμος ήταν ο πρώτος που έτρεξε δίπλα της. Έκανε μια υπόκλιση και της είπε

«Ελάτε πριγκίπισσα, πρέπει να ξεκουραστείτε» την έπιασε και την βοήθησε να πάει προς το κάστρο. Σε όλη την διαδρομή ο κόσμος που είχε μαζευτεί ήταν αμίλητος. Ήταν στις δυο πλευρές του δρόμου σκυμμένοι κάνοντας υπόκλιση στην πριγκίπισσα που τους έσωσε από το σκοτάδι.

Η Μαρία πήγε στο δωμάτιο της και ξάπλωσε στο κρεβάτι της. Αμέσως ένα ήρεμος ύπνος ήρθε να την πάρει στην αγκαλιά του.

Η μέρα είχε κάνει αρκετή διαδρομή όταν μέσα στον ύπνο της η Μαρία άκουσε να λένε το όνομά της

«Μαίρη, ξύπνα γλυκιά μου».

Μια όμορφη γυναίκα με καστανά μαλλιά ήταν καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι της και της χάιδευε το κεφάλι. Η Μαρία την κοίταξε χωρίς να αντιδρά αλλά και χωρίς να την γνωρίζει. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της και η γυναίκα τραβήχτηκε λίγο πίσω.

«Σήκω καλή μου κοντεύει μεσημέρι».

Η Μαρία σηκώθηκε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Η γυναίκα ξέροντας ότι η Μαρία δεν την γνώριζε απομακρύνθηκε περισσότερο. Φορούσε ένα καφέ- κόκκινο μακρύ φόρεμα, τα καστανά μαλλιά της έπεφταν στους ωμούς της. Γύρω από το κεφάλι της ήταν δεμένο ένα κόσμημα. Ήταν ένας ήλιος που με γαλάζιες πέτρες έδενε πίσω από το κεφάλι.

Η Μαρία σηκώθηκε, «Καλημέρα κυρία» είπε και πήρε να φορέσει την ρόμπα της, που ήταν ακουμπισμένη στην άκρη του κρεβατιού.

«Έλα, έχουνε φέρει πρωινό» είπε η γυναίκα και έδειξε το τραπεζάκι που ήταν στην άκρη του δωματίου.

«Θα μου επιτρέψεις την ώρα του πρωινού σου, να σου πω και να σου εξηγήσω πολλά».

Η Μαρία κάθισε στην καρέκλα και η γυναίκα στάθηκε στο πλάι.

«Είμαι η βασίλισσα Κατρίν του σπηλαίου και του φωτός» είπε και περίμενε λίγο για να το χωνέψει η Μαρία μετά συνέχισε «Είμαι η μητέρα σου».

Η Μαρία την κοίταξε χωρίς να αντιδράσει. Είχε περάσει πολλές ώρες κλαίγοντας τα βράδια κρυφά από τα άλλα παιδιά, μέχρι να πιστέψει ότι ήταν ορφανή, ότι οι γονείς της δεν την ήθελαν και την άφησαν στα ιδρύματα, για να αλλάξει τόσων χρόνων απόφαση.

«Ξέρω θα σου φανεί περίεργο, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Όταν γεννήθηκες έπρεπε να πάρω μια απόφαση. Να σε χάσω από τα χέρια του χωρίς όνομα ή να σε στείλω σε άλλο κόσμο, με την ελπίδα ότι θα μπορέσω να σε ξαναδώ κάποια μέρα. Θα ήθελα να μην γίνονταν έτσι τα γεγονότα και να μπορούσα πρώτα να σε συναντήσω και μετά να αντιμετωπίσεις το σκοτάδι, αλλά δυστυχώς δεν ήρθαν έτσι τα πράγματα».

Η Μαρία την κοίταγε και προσπαθούσε να πιστέψει για άλλη μια φορά τι της συνέβαινε. Σηκώθηκε από την καρέκλα της  και χωρίς να το σκεφτεί έπεσε στην αγκαλιά της.

Κάθισαν εκεί αρκετή ώρα με την Κατρίν να της εξηγεί για το βασίλειο της, για τον πατέρα της που ήταν πολεμιστής και είχε σκοτωθεί στην μάχη κατά του κακού, για την μαγεία που πέρναγε από γενιά σε γενιά, για τους δράκους προστάτες του βασιλείου.

Η πόρτα του δωματίου χτύπησε. Στο άνοιγμα της εμφανίστηκε μια γυναίκα μαζί με δύο καμαριέρες. Η Μαρία την γνώριζε καλά, ήταν εργαζόμενη στα ιδρύματα που είχε περάσει και πρέπει να ήταν η προστάτης της όλα αυτά τα χρόνια.

Η γυναίκα έκανε μια υπόκλιση και είπε

 «Πριγκίπισσα Μαίρη». Χωρίς να πει τίποτα η Μαρία, πήγε κοντά της και την αγκάλιασε.

«Θα πρέπει να ετοιμαστείτε για τον χορό» είπε εκείνη και έγνεψε στις καμαριέρες να ετοιμάσουν τα ρούχα της.

Η μεγάλη αίθουσα του πύργου ήταν γεμάτη από κόσμο που συζητούσαν. Τα νέα για την μάχη της πριγκίπισσας είχαν διαδοθεί γρήγορα και όλοι ήθελαν να την δουν από κοντά.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα στους θρόνους τους, είχαν κάθε τόσο να συνομιλούν και με κάποιον. Ο πρίγκιπας Κάρμος, φορώντας την στολή του, τριγύρναγε στην αίθουσα μαζί με έναν φίλο και αξιωματικό της φρουράς, όταν στην αίθουσα μπήκε η βασίλισσα Κατρίν με την πριγκίπισσα Μαίρη.

Η πριγκίπισσα φορούσε ένα άσπρο φόρεμα στο χρώμα του πάγου. Στο κεφάλι της είχε τιάρα ασημένια με πετράδια που έκαναν το σχέδιο δύο δράκων. Τα μαλλιά της δεμένα πίσω έκαναν το πρόσωπο της να λάμπει. Κατευθύνθηκαν προς τον βασιλιά και οικοδεσπότη της γιορτής όπως έλεγε το πρωτόκολλο για να δηλώσουν την παρουσία τους. Όλοι μέσα στην αίθουσα γύρισαν και κοιτούσαν τις δυο τους και ένας ψίθυρος έδωσε την θέση του στις συζητήσεις που γίνονταν μέχρι εκείνη την στιγμή. Έφτασαν μπροστά από τον βασιλιά και έκαναν μια μικρή υπόκλιση. Εκείνος σηκώθηκε και άπλωσε το χέρι του προς την Μαρία. Έπιασε το χέρι της και την έφερε δίπλα του, μετά γύρισε προς όλους στην αίθουσα και είπε με δυνατή φωνή.

«Τιμούμε σήμερα την πριγκίπισσα Μαίρη που έδωσε για όλους εμάς, μια μεγάλη μάχη με το κακό, ώστε όλοι εμείς να μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα και ειρηνικά».

Όλοι μέσα στην αίθουσα έκαναν μια υπόκλιση και ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Ο πρίγκιπας Κάρμος που είχε φτάσει εκεί κοντά πλησίασε και είπε στην Μαρία. 

«Θα μπορούσα να σας συνοδέψω την υπόλοιπη βραδιά;» ο βασιλιάς χωρίς να περιμένει να δώσει η Μαρία μια απάντηση πρότεινε το χέρι της στον γιο του που εκείνος το έπιασε και στάθηκε δίπλα της. Οι μουσικοί άρχισαν να παίζουν και όλοι άφησαν στο κέντρο της αίθουσας ένα κενό για όποιον ήθελε να χορέψει. Ο Κάρμος είπε στην Μαρία

«Θα θέλατε να χορέψουμε;» η Μαρία γυρνώντας σαν να ήθελε να του πει κάτι χωρίς να το ακούσουν οι άλλοι είπε

«Δεν ξέρω  να χορεύω, δεν έχω χορέψει ποτέ». 

«Δεν πειράζει» είπε το Κάρμος «Θα ακολουθείς εμένα» και γύρισε να πιάσει και το άλλο χέρι της.

Η βραδιά πέρασε με χορό και συστάσεις που έκανε ο Κάρμος στην Μαρία με τους παρευρισκόμενους Όλοι ψιθύριζαν, για το πόσο όμορφο ζευγάρι ήταν και της Μαρίας, δεν της ήταν αδιάφορος ο πρίγκιπας.

Την επόμενη μέρα το πρωί, η Μαρία με την Κατρίν, είχαν ετοιμαστεί να φύγουν συνοδευόμενες από την φρουρά που είχε έρθει μαζί της. Ο Κάρμος ήταν εκεί για να τις αποχαιρετίσει.

«Θα ήθελα να ξαναέρθετε» είπε κοιτώντας με νόημα την Μαρία. «Πρέπει να κάνουμε πολλά στο βασίλειό μας» είπε η βασίλισσα Κατρίν «και εσείς είσαστε ευπρόσδεκτοι όποτε θέλετε να μας επισκευτείτε».

Η πομπή ξεκίνησε και η Μαρία μόλις βγήκαν από την πύλη γύρισε το κεφάλι της και στο μυαλό της ήρθε η σκέψη ότι δεν θα ήταν αργά η μέρα που θα ξαναερχόταν εδώ αλλά ακόμα γρηγορότερα θα ξανάβλεπε τον Κάρμο.

  • Like 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Manupod

Μπορεί να πέρασαν μήνες, αλλά τελικά το είδα. :p

 

Μπράβο! Πολύ καλύτερα.  :2handed: 

Βέβαια... Πού είναι οι παράγραφοι? :p

Θα σου έγραφα κάποιες διορθώσεις σε κάποια πραγματάκια που είδα, αλλά είναι έξι η ώρα το πρωί και κουτουλάω.  :sleepy:Κάποια άλλη φορα ίσως. Πολύ καλή αλλαγή πάντως. Επιπλέον, σε ευχαριστώ για την αναφορά. Συγκινήθηκα. :)  

Share this post


Link to post
Share on other sites
Manupod

Λοιπόν... Ανάσα και... πάμε!

 

 

Στην αρένα εμφανίστηκε απρόσμενα ένας καβαλάρης με μαύρη γυαλιστερή πανοπλία, μαζί με τους τέσσερις ακολούθους του, κατευθύνθηκαν προς το κέντρο της αρένας. 

 

Εδώ το πρώτο ρήμα που γράφεις, είναι το "εμφανίστηκε". Οπότε καταλαβαίνουμε ότι το υποκείμενο της πρότασης είναι ο "καβαλάρης". (Αυτόν ακολουθεί η σκέψη του αναγνώστη). Οπότε, πιο σωστά θα έπρεπε να είναι: 

 

"Στην αρένα εμφανίστηκε απρόσμενα ένας καβαλάρης με μαύρη γυαλιστερή πανοπλία και μαζί με τέσσερις ακολούθους του, κατευθύνθηκε προς το κέντρο της αρένας."

 

ή

 

"Στην αρένα εμφανίστηκε απρόσμενα ένας καβαλάρης με μαύρη γυαλιστερή πανοπλία. Μαζί με τους τέσσερις ακολούθους του, κατευθύνθηκε προς το κέντρο της αρένας."

 

 

Όταν έφτασαν κατέβηκαν από τα άλογά τους, ο καβαλάρης με την πανοπλία πλησίασε την εξέδρα με τους επισήμους, έβγαλε το σπαθί του και το κάρφωσε στο έδαφος.

 

"Όταν έφθασε, αυτός και οι τέσσερις ακόλουθοι του, κατέβηκαν από τα άλογα τους και στη συνέχεια, ο καβαλάρης πλησίασε την εξέδρα με τους επισήμους, έβγαλε το σπαθί του από την ζώνη του και το κάρφωσε στο έδαφος."

 

Δεν είμαι σίγουρη αν ακούγεται σωστό, αλλά προσπαθώ να ακολουθήσω την διήγηση με υποκείμενο πάλι τον καβαλάρη, μιας και αυτός είναι ο ουσιαστικός παράγοντας σε αυτή την σκηνή. Δηλαδή, όταν αλλάζω την προσωπική αντωνυμία του ρήματος από "έφτασε" σε "κατέβηκαν", προσπαθώ να εξηγήσω μέσα στα πλαίσια της πρότασης, γιατί αυτό γίνεται και για ποιους μιλάω.  

 

 

Αμέσως ένας άλλος που βαστούσε μια σημαία σε κοντάρι, που είχε επάνω της ζωγραφισμένο το κεφάλι από ένα κοράκι, πήγε και την κάρφωσε δίπλα και γύρισε στο άλογό του.

 

"Αμέσως μετά, ένας από τους ακόλουθους του, που βαστούσε μία σημαία με έμβλημα το κεφάλι ενός κόρακα, πήγε και με μία κίνηση την στύλωσε στο έδαφος δίπλα απ' το σπαθί. Έπειτα, γύρισε στο άλογο του."

 

Τί έχω κάνει εδώ:

 

1) Εξηγώ ποιος είναι ο "ένας άλλος".   

2) Το "κοντάρι" είναι περιττο, επειδή από την ουσία της διήγησης, ήδη έχω καταλάβει ότι είναι μία σημαία με κοντάρι. Σαν αυτές που έφεραν μαζί τους κάποτε καβαλάρηδες σε καιρό πολέμου ή βασιλείων, κλπ.

3) Έχω προσπαθήσει να ομορφίνω την περιγραφή της σημαίας, περιεκτικά.

4) Έχω αντικαταστήσει το "κάρφωσε" με το "με μία κίνηση στύλωσε", για να αποφύγω την επανάληψη της ίδιας λέξης σε τόσο γρήγορο χρονικό διάστημα. Δεν λέω. Μερικές φορές, ορισμένες λέξεις αναγκαστικά επαναλαμβάνονται, αλλά αν μπορείς, στίβεις το μυαλό σου και βρίσκεις μία άλλη για να αποφύγεις μία τέτοια κατάσταση.

5) Φαντάζομαι ότι εννούσες "δίπλα από το σπαθί". Εκτός αν εννούσες "δίπλα από τον καβαλάρη με την πανοπλία". Δεν είναι ξεκάθαρο.

 

 

Ήξερε ότι η μάχη αυτή θα ‘ήταν αδυσώπητη και φοβούμενος ότι θα χανόταν πολύς άμαχος λαός αφού η κερκίδες  ήταν γεμάτες και ήθελε να δώσει και χρόνο στην πριγκίπισσα να ετοιμαστεί.

    

Και φοβούμενος ότι αφού τί; :p

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι αυτή η πρόταση δεν βγάζει νόημα. Καταλαβαίνω τι εννοείς στο τέλος, αλλά... είναι τόσο λάθος γραμμένη που με βγάζει απ' την ιστορία.

 

"Ήξερε ότι η μάχη αυτή θα ήταν αδυσώπητη και φοβόταν ότι θα χανόταν πολύς άμαχος λαός, αφού οι κερκίδες ήταν γεμάτες. Επιπλέον,ήθελε να δώσει και χρόνο στην πριγκίπισσα να ετοιμαστεί."

 

Εδώ αλλάζω μόνο τα βασικά πράγματα στην πρόταση σου, για να της δώσω λίγο παραπάνω ευκρίνεια. Πιο συγκεκριμμένα, θα έγραφα κάτι σαν:

 

"Ήξερε ότι η μάχη αυτή θα ήταν αδυσώπητη και θα έπαιρνε μεγάλες διαστάσεις που ίσως να έβαζε σε κίνδυνο τον άμαχο πληθυσμό που καθόταν στις κερκίδες. Επιπλέον, λόγω του απρόοπτου της κατάστασης, δεν ήξερε αν η πριγκίπισσα ήταν έτοιμη για μία μάχη σαν κι αυτή και ήθελε να της δώσει χρόνο για να προετοιμαστεί".

 

Έτσι δικαιολογώ κάπως, για ποιον λόγο εμπλέκεται και ο άμαχος λαός μέσα. Άλλο "αδυσώπητη" και άλλο "μεγάλων διαστάσεων". Επιπλέον, παίρνω τον χρόνο μου για να εξηγήσω τους δύο βασικούς φόβους/σκέψεις του βασιλιά. Μία πρόταση για τον κάθε φόβο, διότι ο ένας αφορά τον λαό και ο άλλος την πριγκίπισσα. Αυτό όμως δεν είναι απόλυτο. Μόνο όταν οι "φόβοι" δεν είναι ξεκάθαροι και πρέπει να εξηγηθούν παραπάνω, τους χωρίζω σε ξεχωριστές προτάσεις (λόγω μήκους της πρότασης, που θα είναι λογικά μεγαλύτερη). Αν όμως οι "φόβοι" είχαν προαναφερθεί, και δεν χρειαζόταν επιπλέον εξήγηση, θα μπορούσες να τους γράψεις περιεκτικά σε μία πρόταση. Ελπίζω να βγάζω νόημα, αλλά τώρα βιάζομαι και γω να φύγω. Τί σου κάνει η βιασύνη.  :p     

 

Φεύγω τώρα. Θα συνεχίσω άλλη φορά. I'm not done yet.

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..