Jump to content
Sign in to follow this  
chrismad

Λουκάς ο Γαϊδαράκος

Recommended Posts

chrismad

Όνομα Συγγραφέα: Chris Mad

Είδος: παραμύθι Ηλικίας 5 – 8 ετών

Βία; (Όχι)

Σεξ; (Όχι)

Αριθμός Λέξεων: 1794

Αυτοτελής; (Ναι)

Σχόλια:

 

                                                        Λουκάς ο Γαϊδαράκος

 

Μια φορά και έναν καιρό γεννήθηκε ένα γαϊδουράκι στον στάβλο ενός αγρότη που το φώναζαν Λουκά.

Στον στάβλο αυτόν εκτός από την μαμά του και τον μπαμπά του ζούσαν και άλλα δύο γαϊδουράκια και ένα άλογο.

Ο αγρότης αυτός έμενε λίγο έξω από την μικρή πόλη που είχε και τα χωράφια του.

Κάθε πρωί τάιζε τα ζωντανά του, μετά ανέβαινε στο άλογό του και μαζί με τα γαϊδουράκια πήγανε στα χωράφια και μάζευε τα λαχανικά που ήταν έτοιμα για πούλημα.

Μετά τα φόρτωνε στα γαϊδουράκια και πήγανε στην πόλη για να τα πουλήσει.

Όταν τα πουλούσε γύρναγε το μεσημέρι σπίτι του για λίγο έβαζε πάλι φαί και νερό στα ζωντανά έτρωγε και εκείνος φόρτωνε πάλι τα γαϊδουράκια με δοχεία νερό και πήγανε στα χωράφια για να ποτίσει τα φυτά του.

Ο Λουκάς λοιπόν μεγάλωνε στον στάβλο και έτρεχε στην αυλή του όλη μέρα. Όταν είχε μεγαλώσει αρκετά ο αγρότης κάθε μεσημέρι  που γύρναγε από την αγορά τον φόρτωνε με ότι είχε περισσέψει και τα πήγανε σπίτι του στην γυναίκα του, και όταν γύρναγε μετά στον στάβλο για να φύγει για το πότισμα τον άφηνε πάλι.

Ο Λουκάς όμως μεγαλώνοντας δεν ήθελε να τον φορτώνουν γιατί όπως έλεγε στους άλλους «εγώ είμαι ο Λουκάς με τα’ όνομα και μια μέρα θα γίνω αρχηγός και θα διατάζω όλους». Μάταια η μαμά του και ο μπαμπάς του προσπαθούσαν να τον συνετίσουν. «Λουκά κάτσε καλά . αυτή είναι η δουλειά μας και μάλιστα ο αγρότης είναι και καλός μαζί μας. Να δεις άλλα γαϊδουράκια που περνάνε άσχημα»

Αλλά ο Λουκάς τίποτα δεν άκουγε κανέναν. Κάθε φορά που ο αγρότης πήγαινε να τον φορτώσει εκείνος έκανε σαν τρελός. Υπήρξαν μερικές φορές που από την νευρικότητά του πέταξε κάτω τα τρόφιμα που του είχε φορτώσει ο αγρότης και να τα χαλάσει.

Ο αγρότης είχε απελπιστεί «τι θα κάνω με ‘σένα πως θα μάθεις να είσαι φρόνιμος? Αν είναι κάθε φορά να με παιδεύεις θα σε πουλήσω».

Όσο μεγάλωνε ο Λουκάς τόσο ποιο σκληρός γινόταν ώστε μια μέρα ο αγρότης ήρθε με έναν άλλο καλοντυμένο κύριο, του έδειξε τον Λουκά και μίλησαν για λίγη ώρα.

«Δείτε» φώναξε ό Λουκάς «εγώ θα πάω με αυτόν είναι με καλά ρούχα και δεν θα με φορτώνει. Θα είμαι αρχηγός» και γέλαγε και κορόιδευε τα άλλα γαϊδούρια που ήταν στον στάβλο.

Πράγματι ο κύριος έδωσε στον αγρότη κάποια χρήματα και πήρε τον Λουκά να φύγουν. Η μαμά του και ο μπαμπάς του που είχαν απελπιστεί με τον γιό τους στεναχωρήθηκαν που θα τον αποχωρίζονταν αλλά τον χαιρέτησαν και του ευχήθηκαν καλή τύχη.

Ο κύριος πήρε τον Λουκά και πήγαν έξω από την πόλη στους πρόποδες ενός βουνού σε μια φάρμα που είχε πολλά άλλα ζώα. Ο Λουκάς όταν έφτασαν στην φάρμα ήταν το μόνο γαϊδουράκι και ενώ τα άλλα ζώα πήγαν κοντά του να τον υποδεχτούν εκείνος με ψηλά το κεφάλι τους φέρθηκε ψυχρά σαν να ήταν άρχοντας.

‘Όταν τα άλλα ζώα είδαν την συμπεριφορά του γύρισαν στην θέση τους και ο Λουκάς άκουσε μία αγελάδα να λέει «Ρε τι βλάκας είναι αυτός. Ποιος νομίζει ότι είναι». 

«Άστον τον χαζό θα τον περιποιηθούν οι ξυλοκόποι επάνω» είπε ένας τράγος λίγο ποιο κάτω.

Ο Λουκάς κατάλαβε το περιποιηθούν οι ξυλοκόποι και σκέφτηκε «Ωραία θα με περιποιούνται αυτοί οι τέτοιοι και θα περνάω καλά. Εσείς να δούμε» και γέλαγε από μέσα του.

Την άλλη μέρα το πρωί ο Κύριος με ρούχα δουλειάς έδεσε πίσω από ένα αμάξι τον Λουκά και ξεκίνησε. Στην αρχή ο Λουκάς με ψηλά το κεφάλι έτρεχε σαν να ήταν άλογο κούρσας αλλά μετά από κάποια ώρα είχε κουραστεί και η γλώσσα του έφτανε στο πάτωμα που κόντευε να την πατήσει.

Όταν δεν άντεχε άλλο έφτασαν σε ένα μικρό σπιτάκι στην αρχή ενός δάσους που στο πλάι του είχε έναν περιφραγμένο βρόμικο χώρο με κάτι σκαμμένους κορμούς που είχαν μέσα κάτι μπαγιάτικα άχυρα και δυό μεγάλους κουβάδες με βρόμικο νερό.

Ο Κύριος τον έβαλε μέσα και πήγε στο σπιτάκι. Ο Λουκάς πήγε σε μια γωνία και σκέφτηκε «τι βρομιά θεέ μου καλά τι ζώα μπορεί να μένουν εδώ. Εμένα αύριο θα με πάει φαίνετε σε δικό μου καθαρό χώρο».

Δεν πέρασε πολύ ώρα που ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει πίσω από το βουνό όταν μέσα από το δάσος άκουσε θόρυβο και γυρνώντας προς τα εκεί είδε να βγαίνουν κάτι άντρες με μερικά γαϊδουράκια που ήταν φορτωμένα με κορμούς από δέντρα. Οι άντρες οδήγησαν τα γαϊδουράκια λίγο ποιο κά6τω και έλυσαν τα σχοινιά να πέσουν οι κορμοί. Μάλιστα ένας κορμός παραλίγο να σπάσει το πόδι του ενός.

Έπειτα τα έφεραν στον χώρο που ήταν και Ο Λουκάς και έφυγαν για το σπιτάκι.

Ο Λουκάς έτρεμε από τον φόβο του βλέποντας τα γαϊδουράκια κουρασμένα και μερικά να έχουν και χτυπήματα από τους κορμούς πάνω τους. Το μεγαλύτερο από αυτά ήρθε κοντά του και του είπε «εμένα με λένε Κυρ Μέντιο και είμαι ο αρχικός εδώ πώς σε λένε?»

Ο Λουκάς με τρεμάμενη φωνή του είπε «Λουκά και θα είμαι για λίγο εδώ».

Ο Μέντιος χαμογέλασε και είπε «όλοι έτσι νομίζαμε αλλά εδώ φεύγεις ή σακατεμένος ή πεθαμένος για αυτό άκου με, Θα κάνεις ότι σου λένε χωρία να φέρνεις αντίρρηση και πάντα θα προσέχεις που θα πατάς. Αλλιώς δεν σε βλέπω καλά». Και έφυγε να πάει να φάει.

Τα υπόλοιπα γαϊδουράκια είχαν πέσει με τα μούτρα στο φαί και το βρόμικο νερό λες και ήταν φρέσκα καρότα.

Μετά πήγαιναν σε μια άκρη και πέφτανε για ύπνο σαν ξερά.

Την άλλη μέρα το πρωί οι Άντρες ήρθαν από το σπιτάκι και άρχισαν να φωνάζουν τα γαϊδουράκια πήγαν ένα ένα στην πόρτα και περίμεναν να τα πάρουν χωρίς διαμαρτυρία. Μόνο ο Λουκάς δεν κούνησε καθόλου. Τότε ένα άντρας μπήκε μέσα και τον τράβηξε από το σχοινί που ήταν δεμένο στο καπίστρι του. «Έλα προχώρα δεν θα σε περιμένουμε» του είπε και με ένα καμουτσίκι που βάσταγε του έδωσε μία στα πισινά. Ο Λουκάς πετάχτηκε από τον πόνο και προχώρησε προς την πόρτα. Ακολούθησε τον άντρα μαζί με τους άλλους. Μπήκαν στο δάσος και άρχισαν να ανεβαίνουν στο βουνό από ένα δύσκολο μονοπάτι γεμάτο μητέρες πέτρες που μια γλιστράτε και μια πόναγε τα πόδια του Λουκά.

Όταν μετά από ώρα έφτασαν ψιλά άρχισαν να φορτώνουν τα γαϊδουράκια με κορμούς και να τα δένουν το ένα πίσω από το άλλο. Στο τέλος πήραν την Λουκά και πήγαν να τον φορτώσουν εκείνος κλότσησε και τσίνησε φωνάζοντας «εγώ δεν είμαι για φόρτωμα δεν θέλω άστε με».  Ένας πόνος τον έκανε να σταματήσει την πρόταση του στην μέση και μετά ένας άλλος και άλλος.

Ο άντρας που τον είχε πάρει τον χτύπαγε με μια βέργα στα οπίσθιά του φωνάζοντας «κάτσε καλά γιατί δεν θα περάσεις καλά μαζί μου ακούς. Εγώ δεν δέχομαι αντιρρήσεις».

Ο Λουκάς δεν ξαναμίλησε ο άντρας τον φόρτωσε και τον έδεσε στο τέλος.

Όλα τα γαϊδουράκια ακολούθησαν έναν από τους άντρες χωρίς να λένε λέξι μέχρι κάτω όπου ξεφόρτωσαν τα ξύλα και άρχισαν πάλι να ανεβαίνουν.

Αυτό έγινε πολλές φορές μες την μέρα μέχρι που νύχτωσε και γύρισαν στο σπιτάκι.

Ο Λουκάς ήταν τόσο κουρασμένος που δεν μπορούσε ούτε νερό να πιεί, πήγε και κάθισε σε μια άκρη και έβαλε τα κλάματα. Θυμήθηκε που ήταν με τους άλλους στον στάβλο τους αγρότη και ότι ποτέ δεν τους είχε δεί έτσι κουρασμένους ούτε τον αγρότη να τους δέρνει. Ακόμα και εκείνον όταν είχε ρίξει κάτω τα τρόφιμα δεν το είχε δείρει.

«πώς θα ‘θελα να ήμουν με την μαμά και τον μπαμπά μου» σκέφτηκε «και θα ήμουν το ποιο εργατικό γαϊδουράκι. Ποτέ δεν θα τους ξανά στενοχωρούσα».

Πέρασε καιρός που ο Λουκάς ήταν με τους ξυλουργούς μέχρι που έπιασαν τα κρύα και άρχισαν να πέφτουν τα πρώτα χιόνια.

Οι ξυλοκόποι δεν είχαν σταματήσει ούτε μία μέρα να τους βάζουν να κουβαλάνε κορμούς.

Μία πολύ κρύα μέρα όταν ξεφόρτωσε ο Άντρας τους κορμούς από τον Λουκά ξέχασε να τον δέσει πίσω από τα άλλα γαϊδουράκια και ξεκίνησε να ανεβαίνει το βουνό.

Ο Λουκάς ακλουθούσε από πίσω όπως πάντα αλλά από την κούραση που είχε άρχισε να ξεμένει μέχρι που στο τέλος τους έχασε και χάθηκε στο δάσος. Περπατούσε στα μονοπάτια που έβλεπε και κάθε φορά έλεγε ότι αυτό είναι το σωστό αλλά ποτέ δεν ήταν, μέχρι που απομακρύνθηκε από το μέρος που ήταν οι ξυλοκόποι. Χαμένος και κουρασμένος κάθισε να ξεκουραστεί μέχρι που νύχτωσε και άρχισε να φοβάται. Ποτέ άλλη φορά δεν ήταν μόνος στο δάσος.

Το επόμενο πρωί ξεκίνησε πάλι τον δρόμο του. Πέρασαν πολλές μέρες που ήταν μόνος στο δάσος μάλιστα την τελευτεί μέρα παραπάτησε και στραμπούλιξε το μπροστινό πόδι του και πόναγε.

Με πονεμένο πόδι, πεινασμένος και κουρασμένος έφτασε σε ένα ξέφωτο εκεί ήταν που δεν είχε άλλη αντοχή για να συνεχίσει αλλά ούτε και όρεξη για κάτι τέτοιο μιας και ήταν απογοητευμένος με όλα.

«Τι να κάνω αν γυρίσω πίσω θα με δείρουν πολύ που χάθηκα αλλού όμως δεν έχω να πάω» σκέφτηκε και κάθισε εκεί στο ξέφωτο όλη μέρα να ξεκουραστεί.

 «Θα ζήσω μόνος μου εδώ» αλλά μέσα του σκεφτόταν και τη μαμά του και τον μπαμπά του τι να κάνανε? Τον θυμόντουσαν  λίγο άραγε?

Μία μέρα άκουσε θόρυβο μέσα στο δάσος και τρομαγμένος πήγε σε μια άκρια τότε ήταν που τους είδε ήταν ο αγρότης με άλλο ένα γαϊδουράκι που μάζευαν μανιτάρια μέσα στο δάσος. Όταν τον είδαν έτσι όπως ήταν κουρασμένος βρόμικος αλλά και χτυπημένος κόντευαν να μην τον γνωρίσουν. Πήγαν κοντά του και εκείνος πλησίασε τον αγρότη και έφερε την μουσούδα του κοντά στο πρόσωπο του. Ο αγρότης τον χάιδεψε και έβγαλε νερό και λίγο φαί που είχε μαζί του και του έδωσε.

Αυτήν την μέρα δεν θα την ξεχάσει ποτέ ο Λουκάς. Ο αγρότης τον πήρε μαζί του στο αγρόκτημα και του έδεσε το πόδι που ακόμα πονούσε και κούτσαινε. Η μαμά του και ο μπαμπάς του ήταν όλο χαρά που ξανάδαν τον γιό τους αλλά και ο Λουκάς ήταν ευτυχισμένος.

Ζήτησε συγνώμη από όλα τα γαϊδουράκια που ήταν στον στάβλο για τον κακό τρόπο που είχε.

Την άλλη μέρα ο αγρότης πήρε όπως κάθε μέρα τα γαϊδουράκια να πάνε να πουλήσουν τα τρόφιμα του αγρότη και άφησε πίσω τον Λουκά μιας και ήταν ταχυπορημένος. Το μεσημέρι που γύρισαν ο Λουκάς κουτσαίνοντας πήγε κοντά στον αγρότη και τον σκούντησε δείχνοντας του τα τρόφιμα που είχαν περισσέψει για να του τα φορτώσει να τα πάνε στο σπίτι του.

«Όχι ακόμα» του είπε ο αγρότης «κάτσε να γίνεις καλά και μετά θα σε παίρνουμε μαζί μας στα χωράφια.

Το βραδάκι όλα τα άλλα γαϊδουράκια ήθελαν να ακούσουν για την περιπέτεια του. Στο τέλος της διήγησης ο Λουκάς τους είπε «Πρέπει πάντα να ευχαριστείς για ότι έχεις και να μην είσαι πεισματάρης μιας και οι άνθρωποι ξέρουν και θέλουν να μας βοηθήσουν.

Ο Λουκάς έμεινε στον στάβλο μέχρι τα βαθειά γεράματα του αγαπόντας τον αγρότη. ήρθε μια μέρα όμως που ο αγρότης τον έκανε αρχηγό της παρέας του όπως ήθελε.

 

                                                               eksofilo%202_zps9xcf25s8.jpg

 

                                                                                  By   chrismad

Edited by chrismad

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..