Jump to content
Sign in to follow this  
Μπόρχες

Ο δε βάτος ου κατεκαίετο.

Recommended Posts

Μπόρχες
Όνομα Συγγραφέα:Γιάννης Μαργέτης
Είδος: Ρεαλισμός
Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 2500
Αυτοτελής; Ναι
Σχόλια: Εμπνευσμένη από πραγματική ιστορία.
 
 
 
 
Ο δε βάτος ου κατεκαίετο.
 
 
 
Είχαμε πάει στα ξαδέρφια μου. Είχε επιστρέψει ο ξενιτεμένος της οικογένειας για καλοκαιρινές διακοπές. Είχα δυο χρόνια να τον δω. Οι γέροντες θείοι μου θέλησαν να μας τραπεζώσουν για τα “καλωσορίσματα”. Μας υποδέχτηκαν θερμά κι εμείς τους πήγαμε λουλούδια και γλυκά. Ο αδερφός του ξενιτεμένου, αρχιμανδρίτης νέος, χάιδευε την πλούσια μαύρη γενειάδα του και περίμενε να μας χαιρετήσει τελευταίος. Είχε παχύνει λίγο. Δεν του το είπα. Ο ξενιτεμένος δεν ήταν εκεί προς έκπληξη μου. Είχε πάει να φέρει την αρραβωνιαστικιά του από την πόλη. Την είχε πάρει, σαν ξενιτεύτηκε, μαζί του στα ξένα. 
 
Καθίσαμε στο μικρό καθιστικό τους. Στο γείσο του πέτρινου τζακιού οι τρεις τεράστιες εικόνες με την Θεοτόκο, τον Κύριο και τον προστάτη Άγιο του χωριού ήταν αταίριαστες με το μικρό δωμάτιο. Ένα κεράκι σε κηροπήγιο από κάτω τους κράταγε το φως. Η θεία μας φίλεψε καφέ και γλυκό του κουταλιού. Ο γιος μου έπαιζε με την γενειάδα του παπά, που κρατούσε την κοιλιά του από τα γέλια.
Εγώ άναψα τσιγάρο. Πρόσφερα και στο θείο. Η θεία με λοξοκοίταξε. Δεν είπε τίποτε, όμως.
 
“Ο γιατρός μου είπε να το κόψω” είπε ο θείος. 
Ένιωσα άσχημα. Δεν το ήξερα.
“Γι' αυτό μας κοίταξε έτσι η θεία. Μη δίνεις σημασία. Όταν δεν είμαι μαζί της, στο καφενείο ή κάπου αλλού, καπνίζω σαν τσιμινιέρα”. Χαχάνισε.
Ένευσα αμήχανα.
 
Έπιασα συζήτηση με τον θείο μου για την πολιτική και τις τελευταίες εξελίξεις. Η γυναίκα μου είχε ψιλοκουβέντα με την θεία μου. Το δροσερό αεράκι έμπαινε όμορφα από το παράθυρο.
 
Κάποτε ήρθαν και τα υπόλοιπα ξαδέρφια. Κάποια είχα να τα δω περισσότερα χρόνια από τον ξενιτεμένο. Χαιρετούρες, φιλιά, χαμόγελα. Η θεία έφτιαξε κι άλλους καφέδες. Η γυναίκα μου τη βοήθησε. Σέρβιραν κι άλλο γλυκό του κουταλιού. Ήπια ένα καφεδάκι ακόμη. Γλυκό δεν έφαγα. Άναψα τσιγάρο. Ο γιος μου έπαιζε ακόμη με τον παπά. Έπαιζαν το αλογάκι. 
 
Στο τέλος, εμφανίστηκε και ο ξενιτεμένος. Όλα τα ξαδέρφια, με τις γυναίκες ή τους άντρες τους, έπεσαν να τον χαιρετίσουν. Αγκαλιές, φιλιά, χαμόγελα.
“Καλώς τον”.
“Καλώς ήρθες”
“Καλώς όρισες”
“Καλώς τον Ευρωπαίο”
“Καλώς τον επιστήμονα”
“Καλώς σας βρήκα. Χαίρομαι που σας βλέπω. Ευχαριστώ που ήρθατε. Ευχαριστώ πολύ”.
“Από εδώ η γυναίκα μου”
“Από εδώ ο σύζυγος μου”
“Χαίρομαι πολύ. Από εδώ η αρραβωνιαστικιά μου”.
Έμεινα να τον χαιρετίσω τελευταίος. Τον φίλησα σταυρωτά και τον αγκάλιασα. “Καλωσήρθες ξαδερφάκι”.
“Καλώς σε βρήκα”.
 
Είχε ομορφύνει. Το μαλλί του είχε γκριζάρει στους κροτάφους και ήταν πιο παχύς. Είχε φύγει παιδί. Είχε επιστρέψει άντρας. Είχε ανδρωθεί στην ξενιτιά. Η αρραβωνιαστικιά του ήταν όμορφη. Τη θυμόμουν από τα αρραβωνιάσματα. Ήταν κι αυτή πια σωστή γυναίκα.
Η γυναίκα μου τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Δάκρυσε. Τον αγαπούσε πολύ. Το χαιρόμουν. Με την αρραβωνιαστικιά του έδειξε να ταιριάζουν αμέσως. Δεν είχαν μεγάλη διαφορά στην ηλικία. Κάθισαν δίπλα δίπλα. Μιλούσαν. Ήθελαν να γνωριστούν καλύτερα. Κρατούσε η μια το χέρι της άλλης. 
 
Ο παπάς είχε βγει στην αυλή κι έπαιζε με τον γιο μου. Τους έβλεπα από το παράθυρο. Ήταν ωραία ανοιξιάτικη μέρα. Ο ήλιος την ζέσταινε χωρίς να την κάνει ανυπόφορη.
 
Ο ξενιτεμένος ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Αρχίσαμε να λέμε τα νέα μας. Εκείνος πρώτα. Μου είπε για τη δουλειά του στο πανεπιστήμιο. Ότι δούλευε πολλές ώρες. Αλλά, του άρεσε. Ότι έχαιρε εκτίμησης ανάμεσα στους συναδέλφους του. Ότι όλοι ήθελαν να ακούσουν την επιστημονική του άποψη. Μου διηγήθηκε διάφορα ευτράπελα. Αστεία περιστατικά στη δουλειά. Γέλασε. Γέλασα. Ο πατέρας του μας άκουγε και κάπνιζε. 
 
Μου είπε για το καινούργιο του σπίτι. Το είχε νοικιάσει σε πολύ καλή τιμή. Ήταν σπίτι σωστό για οικογένεια. Μου είπε για τη ζωή στην πόλη. Ήταν χωριό για τα δεδομένα της χώρας. “Ζούμε σε χωριό ουσιαστικά” μου είπε. Σχολίασα το γεγονός ότι είχε πληθυσμό μιας κανονικής πόλης για εμάς. “Είναι άλλα τα μεγέθη εκεί”, είπε. Είχε δίκιο φυσικά. “Περνάμε καλά”, είπε και αναστέναξε. Κοίταξε την αρραβωνιαστικιά του. Καθόταν στον απέναντι καναπέ. Ενστικτωδώς τον κοίταξε κι αυτή. Αντάλλαξα κι εγώ ματιές με τη γυναίκα μου.
 
“Βλέπεις το παιδί;” Είχε σηκωθεί από τη θέση της και κοιτούσε έξω από το παράθυρο.
“Είναι με τον παπά”. Αυτό φυσικά το ήξερε. “Είναι πέρα. Κοντά στη μάντρα. Στις λεμονιές”. Μπορούσα και τους έβλεπα. 
“Βρε πράμα, αυτός ο παπάς. Όποτε βλέπει παιδί να τρελαίνεται”, έκανε ο θείος μου με τα μάτια κλειστά.
“Ίσως γιατί ξέρει ότι δεν θα αποκτήσει δικά του”, είπε η γυναίκα μου.
Την κοίταξα. Κατάλαβε ότι είχε πει χοντράδα. Κούνησε τα χείλη της. Ζήταγε συγγνώμη. Δεν με ένοιαζε. Μόνο να μην στεναχωρηθούν οι θείοι ήθελα.
“Να μάθαινε να μην γινόταν αρχιμανδρίτης”. Ο θείος είχε ανοίξει τα μάτια. “Άσε γιατί του τα έχω μαζεμένα”. Σιώπησε. Κατάπιε τον θυμό του προτού να βγει στην επιφάνεια.
 
“Εσείς τι κάνετε;” Ο ξενιτεμένος μίλησε δυνατά. Ήθελε να τον ακούσει και η γυναίκα μου. Να αλλάξει θέμα.
Του είπαμε. Μια εκείνη, μια εγώ. “Σε γενικές γραμμές, είμαστε καλά”. Είπα κάποια φορά.
“Να ξέρεις ότι χρειάζονται ανθρώπους με τις ικανότητες σου στο εξωτερικό” είπε κοντά στ' αυτί μου. Η γυναίκα μου είχε ξαναπιάσει τη συζήτηση με την αρραβωνιάρα του.
“Σ' ευχαριστώ. Δεν νομίζω, όμως” .
“Αν το σκεφτείς ποτέ. Πες μου. Θα τα φροντίσω όλα”.
Τον ευχαρίστησα ξανά. Με κολάκευαν τα λόγια του. Δεν χωρούσε αμφιβολία. Δύσκολα θα έφευγα από εδώ, βέβαια. Μόνο με τη βία. Είμαι άνθρωπος των ριζών.   
 
Η θεία έκανε νόημα στη γυναίκα μου και στην αρραβωνιαστικιά του ξενιτεμένου. Της πήρε στην κουζίνα. Ήθελε βοήθεια για το τραπέζι. Όταν το κατάλαβαν προσφέρθηκαν και οι άλλες γυναίκες της συντροφιάς. Οι γυναίκες ετοίμασαν το τραπέζι πολύ γρήγορα. Θα τρώγαμε έξω στην αυλή. Κάτω από τη μουριά. Στη σκιά.
 
Βγήκα πρώτος έξω. Ήθελα να περπατήσω στην αυλή. Ήθελα να τσεκάρω και τον γιο μου. Ήταν μεγάλη η αυλή του θείου μου. Τον ζήλευα κατά κάποιο τρόπο για την αυλή του. Την περπάτησα και μύρισα τα λουλούδια που είχε η θεία μου στις γλάστρες. Ωραίες, μεστές μυρωδιές. 
 
Ο παπάς και ο μικρός έσκαβαν το χώμα σε μια γωνιά. 
“Ελάτε. Θα φάμε. Το τραπέζι είναι έτοιμο”.
Ο γιος μου δεν ήθελε να αφήσει το παιχνίδι. Τον απείλησα με τιμωρία. Τον πήρα αγκαλιά και ξεκίνησα να επιστρέφω. Ο παπάς με ακολούθησε. Τα ράσα του είχαν γεμίσει με χώματα. Ήταν ιδρωμένος.
“Σ' έκανε χάλια ο μικρός”.
“Εὰν μὴ στραφῆτε καὶ γένησθε ὡς τὰ παιδία, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν”, είπε και χαμογελούσε.
 
Είχαν βγει όλοι στην αυλή. Είχαν καθίσει στο τραπέζι. Ο ίσκιος της μουριάς ήταν γλυκός. Είχα ζεσταθεί από τη βόλτα μου στην αυλή. Το κατάλαβα μόλις βρέθηκα κάτω από τη σκιά της. Η γυναίκα μου πήρε τον μικρό να τον πλύνει. Τον έπλυνε στο βρυσάκι της αυλής. 
“Κάτσε δίπλα μου”. Ο θείος είχε φυλάξει την καρέκλα δίπλα του. Καθόταν στην κεφαλή του τραπεζιού. “Φέρε κι ένα τσιγάρο πριν το φαγητό”. Τον κοίταξα. Μου έκλεισε το μάτι πονηρά. Απέναντι μου καθόταν ο ξενιτεμένος. Γελούσε με τον πατέρα του. Ανασήκωσε τους ώμους του. Έβγαλα το πακέτο και του το πέρασα. Ο θείος πήρε ένα τσιγάρο και το άναψε βιαστικά. 
 
Η θεία μου με τις γυναίκες πηγαινοέρχονταν στην κουζίνα. Έφερναν τις πιατέλες με τα φαγητά. Είδε τον θείο μου με το τσιγάρο στο στόμα. Γούρλωσε τα μάτια της. Πάλι δεν είπε τίποτε. Δεν ήξερα τι απολάμβανε ο θείος περισσότερο. Το τσιγάρο ή το γεγονός ότι η θεία μου δεν μπορούσε να τον μαλώσει μπροστά στον κόσμο. 
 
Η γυναίκα μου και το παιδί βγήκαν στην αυλή. Κάθισαν δίπλα μου. Τους φίλησα. Κάθισαν και οι υπόλοιποι. Δίπλα στον ξενιτεμένο κάθισε η αρραβωνιαστικιά του. Δυο θέσεις είχαν μείνει κενές. Της θείας μου και του παπά. Η θεία μου στεκόταν όρθια και επιθεωρούσε το τραπέζι. Βεβαιωνόταν ότι όλοι είχαν μπει καλώς. 
 
“Που είναι ο παπάς;”
Η θεία δεν πρόλαβε να μου απαντήσει. Ο ξάδερφος μου βγήκε από το σπίτι. Τα ράσα του ανέμιζαν. “Έρχομαι, έρχομαι” είπε. 
“Άντε, ελάτε να φάμε αφού μαζευτήκανε όλοι” είπε ο θείος.
“Που ήσουν τόση ώρα;” 
“Πλενόμουν” απάντησε ο παπάς στον αδερφό του.
“Τόση ώρα;”
“Άναψα και το κεράκι στις εικόνες. Είχε σβήσει”, είπε ντροπαλά.
“Παπά, πες την προσευχή”, είπε η θεία μου.
Ο παπάς σηκώθηκε από τη θέση του. Ξερόβηξε. “Όλοι μαζί, παιδιά” είπε. Σηκωθήκαμε όλοι να πούμε το Πάτερ Ημών. 
 
“Καλή όρεξη” ευχήθηκε μετά την προσευχή. 
Όλοι έπιασαν να γεμίζουν τα πιάτα τους από τις πιατέλες. Η πείνα φαινόταν στο βλέμμα τους. Γέμισα το ποτήρι με λευκό κρασί. Το μύρισα. Είχε ωραίο άρωμα. Φαινόταν δυνατό. Ύψωσα το ποτήρι.
“Καλώς ήρθατε, ξάδερφε και ξαδέρφη. Καλές διακοπές να έχετε στην πατρίδα. Η ώρα η καλή”.
Ο ξενιτεμένος ύψωσε το δικό του ποτήρι. “Καλώς σε βρήκα. Καλώς σας βρήκα. Ευχαριστούμε πολύ!”  
“Ευχαριστούμε πολύ” είπε και η αρραβωνιαστικιά.
Ύψωσαν τα ποτήρια τους όλοι και ευχήθηκαν.
 
Πέσαμε όλοι με τα μούτρα στο φαγητό. Για λίγα λεπτά δεν μιλούσε κανένας. Άκουγες τα πιρούνια να χτυπάνε στα πιάτα και τα στόματα να μασουλάνε. Όλοι είχαν αναψοκοκκινίσει. Η ζέστη του μεσημεριού και το φαγητό τους είχαν ξανάψει. Κόκκινα πρόσωπα. 
Η πείνα έτεινε να μειωθεί. Όλοι τρώγαμε πια δίχως βιάση. Έπιασα συζήτηση με τον ξενιτεμένο. Ο θείος μου ήταν βουβός ακροατής. Ο παπάς εξακολουθούσε να ασχολείται με τον γιο μου, τον οποίο πάσχιζε η γυναίκα μου να ταΐσει. Που και που του έριχνα απειλητικές ματιές ή τον απειλούσα με κάποια απίθανη τιμωρία. “Πρέπει να φας όλο το φαγητό σου, αλλιώς...”
 
Στο τραπέζι υπήρχαν πια μόνο άδειες πιατέλες και άδεια πιάτα. Μισογεμάτα ποτήρια. Όλοι καθόμασταν αναπαυτικότερα στις καρέκλες μας. Είχαμε τελειώσει και απολαμβάναμε τη χώνεψη μας. Κάποιοι νύσταζαν. Χασμουριόνταν. Άλλοι είχαν γλαρώσει. Και άλλοι είχαν πιάσει ψιλή κουβέντα με συνοδεία κρασιού.
 
“Νομίζω ότι είναι η ώρα να φέρω και τα γλυκά”, είπε η θεία και χασμουρήθηκε.
“Να σε βοηθήσω να μαζέψεις” προθυμοποιήθηκε η γυναίκα μου.
“Ναι, κι εγώ” έκανε η αρραβωνιαστικιά του ξαδέρφου. Το ίδιο είπαν και οι άλλες γυναικές της παρέας.
“Ευχαριστώ. Δεν χρειάζομαι εκατό χέρια. Μου φτάνουν τα δυο δικά μου και της νύφης”, είπε η θεία. 
Η νύφη σηκώθηκε να βοηθήσει. Ο ξενιτεμένος της έδωσε το πιάτο του. Κοίταξε προς το σπίτι.
“Αμάν! Φωτιά!” είπε και πετάχτηκε από την καρέκλα του.
Γύρισα και κοίταξα το σπίτι. Είδα μια φλόγα φωτιάς και καπνού που έβγαινε από το κουφωμένο παράθυρο. 
 
“Πάρε το παιδί και πήγαινε στην πλατεία”, φώναξα στη γυναίκα μου. 
Έτρεξα με τον ξενιτεμένο, τον παπά και ένα ακόμη ξάδερφο μου στο σπίτι. Ανοίξαμε την πόρτα και ο καπνός χίμηξε προς το άνοιγμα. Καιγόταν η πολυθρόνα κάτω από το τζάκι,  οι δυο αντικριστοί καναπέδες δίπλα της, η κουρτίνα και το κουρτινόξυλο.
“Νερό! Φέρτε νερό!” φώναξε ο ένας. 
“Κουβέρτες, κουβέρτες” φώναξε ο άλλος.
 
Σκορπιστήκαμε μέσα στο σπίτι. Ο καπνός ήταν αποπνικτικός. Δυσκολευόμασταν να δούμε και να αναπνεύσουμε. 
Από την κουζίνα κάποιος έτρεξε μ' ένα κατσαρολάκι γεμάτο νερό. Την πέταξε προς την φωτιά. Οι φλόγες υποχώρησαν για λίγο, αλλά σχεδόν αμέσως ξαναπήραν τα πάνω τους.
“Σκατά!” φώναξε και βγήκε έξω βήχοντας. “Φύγετε, φύγετε” μας φώναζε καθώς απομακρυνόταν. Ήταν εκείνος ο ξάδερφος.
 Βγήκα, εντωμεταξύ, από το μπάνιο με τον κουβά γεμάτο νερό. Είχα αφήσει ανοικτές τις βρύσες. Όρμησα προς την φωτιά. Έριξα το νερό και κατάφερα να σβήσω τις φλόγες που είχαν ξεκινήσει να τρώνε τον έναν καναπέ.
Η φωτιά όμως στην πολυθρόνα και στον άλλον καναπέ γινόταν όλο και πιο δυνατή. Η κουρτίνα είχε καεί ολοσχερώς, το ίδιο και το κουρτινόξυλο. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τα πνευμόνια μου να καίνε. Έτρεξα στην κουζίνα. Έβρεξα μια πετσέτα και την έβαλα στη μύτη μου. 
 
Στράφηκα προς το καθιστικό με την πετσέτα στη μύτη μου. Ο ξενιτεμένος είχε έρθει από την κρεβατοκάμαρα με μια κουβέρτα. Είχε φανεί εξυπνότερος από μένα. Είχε ήδη μια πετσέτα δεμένε στο πρόσωπο του. Πήρε να χτυπά τις φλόγες με την κουβέρτα. Δεν κατάφερνε τίποτε, όμως. 
“Όχι, ρε γαμώτο”, φώναξε απελπισμένος.
“Πάμε να φύγουμε”, είπα και έβηξα.
“Ο παπάς! Που είναι ο παπάς;” γύρισε και με ρώτησε.
“Δεν ξέρω. Ερχόταν από πίσω σου”.
 
Η μπαλκονόπορτα δίπλα από το τζάκι άνοιξε διάπλατα. Μέσα από τις φλόγες και τον καπνό διέκρινα τον παπά. Εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε ότι ήταν τυλιγμένος στις φλόγες. Είχε βγει από την κρεβατοκάμαρα και είχε κάνει το γύρω. 
Φώναξε, “ ὁρᾷ ὅτι ὁ βάτος καίεται πυρί, ὁ δὲ βάτος οὐ κατεκαίετο”!
Άρπαξε την φλεγόμενη πολυθρόνα με γυμνά χέρια και την πέταξε στην τσιμεντένια αυλή. Την ίδια ώρα εμφανίστηκε από την μπαλκονόπορτα ο θείος. Κρατούσε μια μεγάλη μάνικα στα χέρια. Στα χείλη του κρεμόταν ένα τσιγάρο. Άνοιξε τη μάνικα και το νερό ξεχύθηκε από μέσα της με μανία. Η φωτιά στην πολυθρόνα έσβησε αμέσως.
“Έξω όλοι!” φώναξε έπειτα. 
 
Βγήκαμε από την μπαλκονόπορτα τρέχοντας. Ο θείος έστρεψε την μάνικα στο εσωτερικό του σπιτιού. Έπεσα στην αυλή με τα γόνατα και έβηχα δυνατά. Τα πνευμόνια μου διαμαρτύρονταν. Ο ξάδερφος μου είχε διπλωθεί και έβηχε, επίσης.
“Αυτό ήταν”. Ο θείος είχε βγει από το σπίτι και κατέβρεχε την πολυθρόνα. Ο παπάς δίπλα του έβηχε. 
“Την έσβησες, θείε;” κατάφερα να πω.
“Ναι. Την έσβησα”. Χαμογελούσε με το τσιγάρο στο στόμα. Παρατήρησα ότι δεν ήταν αναμμένο. 
Καμιά δεκαριά συγχωριανοί μπήκαν στην αυλή. Τρεις τέσσερις κρατούσαν πυροσβεστήρες. Τους είχαν ειδοποιήσει τα γυναικόπαιδα, καθώς κατέβαιναν στην πλατεία. “Τί έγινε, ρε παιδιά;” άρχισαν να ρωτάνε. Μαζί τους και ο ξάδερφος που είχε προσπαθήσει να βοηθήσει.
 
Ο θείος τους έδειξε. “Οι νεαροί όρμησαν μέσα, κουφιοκεφαλάκηδες κανονικοί, αλλά εγώ έτρεξα στη γεώτρηση. Στην αρχή δεν έβρισκα τη μάνικα...Την είχα βάλει χθες το βράδυ στο υπόστεγο...Έτρεξα την πήρα, την έβαλα και να' μαστε τώρα”.
“Μπράβο!”, “Ευτυχώς!”, “Δόξα τω θεώ!”. Οι συγχωριανοί σταυροκοπιούνταν ή προσπαθούσαν να μας συνεφέρουν. Κάθισα σε μια καρέκλα στο παρατημένο από ώρα τραπέζι. Το τσιμπούσι μας έμοιαζε τώρα αρκετά μακρινό. 
“Τι λαχτάρα κι αυτή!” Ο ξενιτεμένος κάθισε δίπλα μου. Κρατούσε ακόμη τη βρεγμένη πετσέτα. Εγώ κάπου την είχα παρατήσει.
“Ναι, ξάδερφε. Λαχτάρα μεγάλη. Τη γλυτώσαμε, όμως. Και το σπίτι”. 
“Ευτυχώς και το σπίτι”, συμφώνησε. “Όχι χωρίς ζημιές πάντως”.
“Οι ζημιές θα διορθωθούν, ξάδερφε”. 
“Ναι, θα διορθωθούν”.
“Πως ξεκίνησε η φωτιά;” ρώτησα.
“Δεν έχω ιδέα, φίλε. Την παραμικρή ιδέα”.
“Πρέπει να βρω τη γυναίκα και το παιδί μου”, είπα και σηκώθηκα.
“Ναι. Κι εγώ τη δικιά μου”.
 
Λες και ήταν μέσα στο μυαλό μας οι γυναίκες πέρασαν την αυλόπορτα και έρχονταν προς το μέρος μας. Η γυναίκα μου κρατούσε το γιο μας αγκαλιά και τα δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπο της. Δίπλα της η αρραβωνιαστικιά του ξαδέρφου μου και η θεία μου και πίσω τους όλοι οι άλλοι.
“Μην ανησυχείτε. Είμαστε καλά”, είπα και τους αγκάλιασα. 
Αγκαλιαστήκαμε όλοι. Νιώθαμε ανακουφισμένοι. 
Η θεία πήγε στο σπίτι να κάνει επιθεώρηση των ζημιών. Οι υπόλοιποι είχαμε καθίσει στην αυλή. Μας έφεραν φρέσκο γάλα να πιούμε. Κάνει καλό, λέει, για να καθαρίσουν οι πνεύμονες. Το ήπια χωρίς αντίρρηση.  Ο γιος μου ρωτούσε για τη φωτιά και γιατί είχαμε πιάσει φωτιά.
Σαν να τον είχε ακούσει η θεία μου ήρθε προς το μέρος μας. “Αυτός ο παπάς φταίει”, έκανε θυμωμένη. “Του το είχα πει ότι το κερί στις εικόνες ήταν επικίνδυνο”.
“Από το κερί ξεκίνησε, θεία;” 
“Ναι, παιδί μου. Από το κερί. Κάηκε και μετά έβαλε φωτιά στο σεμεδάκι από κάτω και το σεμεδάκι έπεσε πάνω στην πολυθρόνα και...τα υπόλοιπα τα ξέρεις”, μου απάντησε.
Κοίταξα να δω τον παπά. Βγήκε από την πλευρά της μπαλκονόπορτας. Κρατούσε τις εικόνες που είχε πάνω στο τζάκι. 
“Κάηκαν οι εικόνες;” ρώτησε τη θεία.
“Κάηκαν”.
 
Ο θείος πλησίασε την παρέα. Είχε ξεπροβοδίσει και τους τελευταίος συγχωριανούς. 
“Λοιπόν, υπάρχει κανένας να μου ανάψει αυτό το τσιγάρο;” είπε.
Η θεία τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Τον κοίταξα κι εγώ. Χαμογελούσε και το τσιγάρο σβηστό και ακέραιο κρεμόταν ακόμη από το στόμα του.
Edited by Μπόρχες
  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
Silvertooth

Ενδιαφέρουσα ιστορία, και το οικογενειακό τραπέζι είναι σκηνικό το οποίο όλοι κάποια στιγμή έχουμε ζήσει, αλλά δε διαβάζουμε συχνά.

 

Το κείμενο είναι δομημένα άρτια και οι χαρακτήρες αξιοπρεπείς.

 

Αν έχω να κάνω κάποια παρατήρηση είναι σε αρκετά σημεία η επανάληψη λέξεων.

 

Πχ. εδώ αναφέρεται 3 φορές η λέξη γυναίκα, και 2 η λέξη τραπέζι.

 

Η θεία έκανε νόημα στη γυναίκα μου και στην αρραβωνιαστικιά του ξενιτεμένου. Της πήρε στην κουζίνα. Ήθελε βοήθεια για το τραπέζι. Όταν το κατάλαβαν προσφέρθηκαν και οι άλλες γυναίκες της συντροφιάς. Οι γυναίκες ετοίμασαν το τραπέζι πολύ γρήγορα.

 

που ίσως θα ήταν προτιμότερο να γίνει κάπως έτσι:

 
Η θεία έκανε νόημα στη γυναίκα μου και στην αρραβωνιαστικιά του ξενιτεμένου. Τις πήρε στην κουζίνα. Ήθελε βοήθεια για το τραπέζι. Όταν το κατάλαβαν προσφέρθηκαν και οι άλλες γυναίκες της συντροφιάς, οπότε όλα ετοιμάστηκαν πολύ γρήγορα.

 

Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

 

Η επανάληψη λέξεων είναι κάτι αναπόφευκτο φυσικά, και δε βρήκα κάτι υπερβολικό στο κείμενο. Διορθώνεις λοιπόν κατά την κρίση σου.

 

Γενικά πάντως είναι μια ευχάριστη ιστορία.

Edited by Silvertooth
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Μπόρχες

Σ' ευχαριστώ πολύ, Μάγδα, που μπήκες στον κόπο.

 

Οι παρατηρήσεις σου είναι αρκετά εύστοχες. Θα τις λάβω σίγουρα υπόψη!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
GeorgeDamtsios

Φίλε Γιάννη καλησπέρα! Τελικά ξεπέρασα και τον εαυτό μου! ((Νομίζω ότι στο PM σου είχα πει ότι θα γράψω την Κυριακή το εν λόγω σχόλιο)...

 

Στο δια ταύτα τώρα, η ιστορία αυτή... δε σηκώνει και πάρα πολλά σχόλια! Είναι ήδη προσεγμένη και καλογυαλισμένη. Νομίζω ότι εντόπισα μόνο έναν δυο διπλούς τονισμούς που έλλειπαν και τίποτα παραπάνω. Από εκεί και πέρα, η πλοκή είναι ωραία και διαβάζεται ευχάριστα, καθώς το θέμα (οικογενειακό τραπέζι) είναι ήδη προσιτό σε κάθε αναγνώστη. Και έχοντας πια διαβάσει 6 συνολικά σου ''έργα'', 4 ιστορίες στον ξένο κόσμο και 2 ιστορίες εδώ, μπορώ να παρατηρήσω ότι  σου πηγαίνει και αυτό το  ύφος ''κοινωνικού προβληματισμού''. (Υπήρχε και στις μουσικές καρέκλες, αλλά και στον κύριο Μ. Ίσως και στην πρώτη νουβέλα του βιβλίου σου).

 

Να κάνω μόνο ένα επιπλέον σχολιακι για τη γραφή σου, το οποίο δεν είναι παρατήρηση αλλά διαπίστωση. Δουλεύεις πάρα πολύ τις κοφτές προτάσεις. Για πολλούς, είναι ό,τι πιο ενδεδειγμένο. Για τον δικό μου αναγνωστικό ρυθμό όμως, μερικές φορές είναι κάπως κουραστικό. Νιώθω ότι οδηγάω ένα καλό αυτοκίνητο, αλλά έχω το πόδι στο φρένο συχνότερα απ' ό,τι θα ήθελα. Επαναλαμβάνω όμως, αυτή είναι δική μου εκτίμηση, ίσως εσύ να βρεις τη δική μου πρόζα μακροσκελή κλπ. (Και μήπως και σου το ανέφερα ξανά όλο αυτό;)

 

Θα κλείσω αναφέροντας και πάλι το βασικότερο. Διάβασα ένα πολύ ευχάριστο διήγημα.

(Ζητώ συγγνώμη για τυχόν εκφραστικά, έγραψα ολίγον σαν σίφουνας).

 

Edit: το περί κοινωνικού σχόλιο, ταιριάζει και για τη νουβελετα ''Σε ξένο κόσμο''.

Edited by GeorgeDamtsios
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Ο τίτλος μου κίνησε την περιέργεια και διάβασα την ιστορία. 

Είναι καλογραμμένη ιστορία και σίγουρα όλοι έχουμε ζήσει ( ή έχουμε προσπαθήσει να αποφύγουμε ) τέτοια σκηνικά, οικογενειακών τραπεζιών. Μου φάνηκε ωστόσο ότι το τέλος είναι μετέωρο κάπως, σαν να ανήκει σε ένα μεγαλύτερο έργο αυτού του είδους. Πολλή καλή δουλειά πάντως.

Έξτρα πόντος για την σωστή μεταφορά του στίχου από τη Βίβλο.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
tzaspy

Αγαπητέ Γιάννη, τελικά καίοντε και οι βάτοι. Κι ας λέει άλλα η ΑΓ. Πολλή όμορφη περιγραφή για μια απλή ιστορία της Ελληνικής πραγματικότητας. Εισήγαγες καλά την ιστορία και οι χαρακτήρες μπήκαν ένας ένας με σωστό τρόπο. Δεν τους έχασα ούτε μια στιγμή. Ακριβοδίκαιος στην περιγραφή, χωρίς πολλές υπερβολές και περιτά καλολογικά στοιχεία για τους χαρακτήρες. Μου άρεσε η λεπτομέρεια που έδινες στη ροή της ιστορίας, και άνετα θα μπορούσε να είναι η εισαγωγή για ένα πολύ μεγαλύτερο μυθιστόρημα. Μου θύμισες το τελευταίο βιβλίο της Καρυστιάνη "Το φαράγγι", με τους πολλούς και διαφορετικούς οικογενειακούς χαρακτήρες. Σου εύχομαι να συνεχίσεις τις ιστορίες και να τολμήσεις και κάτι πολύ μεγαλύτερο.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Μπόρχες

Σ' ευχαριστώ πολύ, Σπύρο, για τα καλά σου λόγια. 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

Κοφτός στακάτος ρυθμός, με λίγους λόξυγκες (έμπαινε όμορφα το αεράκι) και αρκετό tell. Δε με ενόχλησε, ίσα-ίσα μου έδινε την αίσθηση πως κάτι θα γίνει και με κρατούσε ως ένα σημείο, αντίθετα απ’ την ίδια την ιστορία που ήταν λίγο φλατ ως τη μεγάλη στιγμή. Κάπου εκεί με τον παπά που παίζει με το παιδί άρχισα λίγο να θέλω να γίνει κάτι.

Επίσης, μου έδωσε την αίσθηση η πρόζα πως μιλάει κάποιος κομματάκι αφελής. Δεν ξέρω αν ήταν σκοπός σου.

Γενικά η πρόζα βοηθούσε να βγει χιούμορ, το οποίο μου έλειψε λίγο, θα ήθελα περισσότερο να πω την αλήθεια. Εκεί με τις συστάσεις ήταν ωραίο πάντως.

Α, ναι, κι εκεί με τη γυναίκα κ την αρραβωνιαστικιά μπερδεύει λίγο.

Όταν έφτασε η ώρα να γίνει κάτι, ομολογώ πως είχα ήδη αρχίσει να χάνω το ενδιαφέρον μου, οπότε δεν το διασκέδασα όσο θα έπρεπε. Δεν ξέρω αν θέλει κόψιμο νωρίτερα ή απλώς περισσότερο χιούμορ.

Συνολικά, πάντως, συμπαθητική ιστορία.

 

 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..