Jump to content
Sign in to follow this  
Ballerond

Καρέ του άσσου

Recommended Posts

Ballerond

Kόσμος(Σύμπαν): Υφαντόκοσμος
Copyright: Clive Barker
Όνομα Συγγραφέα: Τόλης Βιτριόλης
Είδος: Fantasy
Βία; Όχι
Σεξ; Όχι
Αριθμός Λέξεων: 1209
Αυτοτελής; Ναι (και όχι)
Σχόλια: Το κείμενο είναι ένα μικρό φλασάκι, και δυστυχώς όπως θα δείτε κόβεται λίγο απότομα, για το συγγραιφκό παιχνίδι του Fan Fiction που διοργάνωσε η Ιρμάντα. Ξεκίνησα για μια ιστορία σε κόσμο του Firefly (το οποίο θα το τελειώσω κάποια στιγμή) αλλά το παράτησα στις 2000 λέξεις.

Hope you kind of like it :)
 

 

 

 

Ο Ντέρεκ Μούνει είχε απλώσει δέκα τραπουλόχαρτα πάνω στο τραπέζι.

Ο επιθεωρητής Ράμερσον είχε ζητήσει να του δείξει μόνο ένα, αλλά ο Ντέρεκ έβγαλε δέκα. Δύο ρηγάδες, δύο ντάμες, τέσσερα εννιάρια και δύο άσσους. Το φλιτζάνι με τον καφέ, αφημένο στην άκρη του τραπεζιού, άχνιζε και περίμενε μάταια κάποιον να το πιάσει.

Η πόρτα του δωματίου ανακρίσεων άνοιξε κι ο επιθεωρητής Ράμερσον εμφανίστηκε. Έκλεισε την πόρτα πίσω με δύναμη. Ο καφές, στο εσωτερικό του φλιτζανιού, αναπήδησε λίγο και καυτές σταγόνες χύθηκαν στην άκρη του χαρτιού με τον άσσο μπαστούνι. Αμέσως απορροφήθηκαν από το μαύρο σχέδιο. Ο Ντέρεκ χαμογέλασε κι έβαλε γρήγορα το τραπουλόχαρτο στην τσέπη του.

Οι δύο άνδρες κοιτάχτηκαν για μία στιγμή, αφήνοντας την σιωπή να κυριαρχήσει για λίγο στον χώρο. Ο Ράμερσον κοίταξε το τραπέζι και ανασήκωσε το δεξί του φρύδι.

«Νομίζω ότι ήμουν ξεκάθαρος, Μούνει».

«Θέλατε να δείτε αν η τράπουλα είναι σημαδεμένη. Τι σημασία έχει το πλήθος των χαρτιών;»

Ο επιθεωρητής ξεφύσηξε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του.

«Με περνάς για ηλίθιο, Μούνει;»

Ο Ντέρεκ δεν απάντησε αμέσως. Άφησε μία σιωπηρή απάντηση να απλωθεί στον αέρα για λίγα δευτερόλεπτα.

«Σε καμία περίπτωση, επιθεωρητά. Απλά λίγο... αφελή».

Ο Ντέρεκ περίμενε δύο πράγματα να συμβούν με το που άφησε την τελευταία φράση να ξεφύγει από τα χείλη του. Να τις φάει ή να τον πετάξουν στην στενή μία ώρα αρχύτερα. Δεν έγινε τίποτα από τα δύο.

«Ώστε έτσι, ε; Αφελής. Μάλιστα. Θες να με διαφωτίσεις γιατί;»

Ο επιθεωρητής έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την εσωτερική τσέπη του σακακιού και το άναψε με ένα σπίρτο, το οποίο το πέταξε πάνω στο τραπέζι. Ο καπνός, που αναδύθηκε από την μαυρισμένη άκρη του, έκανε δύο πιρουέτες πάνω από τα τραπουλόχαρτα και μετά απορροφήθηκε από τον άσσο σπαθί. Ο Ντέρεκ χαμογέλασε πάλι, ο Ράμερσον δεν πήρε χαμπάρι τίποτα.

«Τρία τραπέζια με πόκερ. Τρεις νικητές που σηκώνουν ότι δολάριο πέφτει στο τραπέζι εδώ και τόσα βράδια. Και αντί να κυνηγήσετε αυτούς, πιάνετε εμένα που εμφανίστηκα σήμερα κι είχα την ατυχία να αποτύχει το κόλπο μου».

«Ώστε παραδέχεσαι ότι έκλεψες!»

«Σας είπα αφελή, όχι και χαζό. Προφανώς κι έκλεψα».

Ο επιθεωρητής τράβηξε μια βαθιά τζούρα και περιεργάστηκε τον άνδρα απέναντί του. Ο Ντέρεκ ήταν ευθυτενής, κοντά στα τριάντα. με πλούσια, μαύρα μαλλιά. Το σακάκι του φαινόταν μεταχειρισμένο ενώ τα σπυράκια στο δεξί του μάγουλο τον έδειχναν να μοιάζει με ανεπτυγμένο έφηβο.

«Γνωρίζουμε ποιοι κλέβουν στα χαρτιά και πόσο συχνά το κάνουν. Εσύ απλά, έπεσες στην παγίδα που είχαμε στήσει», του απάντησε σβήνοντας το τσιγάρο στην άκρη του τραπεζιού. Έβαλε την σβηστή γόπα στην τσέπη του παντελονιού του.

«Αμφιβάλλω, επιθεωρητά, αλλά δεν είναι του παρόντος. Ορίστε λοιπόν, δέκα χαρτιά που δείχνουν ότι τουλάχιστον τα μισά είναι σημαδεμένα. Να μου απαγγείλετε κατηγορίες ή αλλιώς νομίζω ότι είμαι ελεύθερος να φύγω».

«Βιάζεσαι, Μούνει; Έχεις κάπου να πας;»

Ο Ντέρεκ κοίταξε το ρολόι του. Ο πωλητής είχε αργήσει. Πρώτη φορά που είχε αργήσει.

«Όχι ακριβώς... περιμένω απλά μία παράδοση».

Ο επιθεωρητής έβαλε τα γέλια.

«Μπα, παρήγγειλες πίτσα; Και δεν με ρώτησες τι ήθελα; Δεν είναι ευγενικό αυτό».

Το γέλιο αντικαταστάθηκε από εκνευρισμό κι ο εκνευρισμός από το χτύπημα του χεριού στο τραπέζι. Κι άλλος καφές χύθηκε, ποτίζοντας το τραπέζι κι αποφεύγοντας, επιμελώς, τα τραπουλόχαρτα.

«Όπως σας είπα, επιθεωρητά... θα με συλλάβετε ή να φύγω;»

«Ντέρεκ Μούνει, συλλαμβάνεσαι με την κατηγορία της απάτης σε τυχερό παιχνίδι που διεξαγόταν νόμιμα εντός του χώρου του Καζίνο Μπάρκερ. Έχεις το δικ...»

Δύο δυνατά χτυπήματα στην πόρτα διέκοψαν το λογύδριο του Ράμερσον ο οποίος, ξαφνιασμένος, πετάχτηκε πίσω κι έβγαλε το όπλο από την θήκη του.

«Ποιος είναι; Συλλαμβάνω έναν ύποπτο δεν-»

«Η παραγγελία σας έφτασε».

Ο Μούνει χαμογέλασε κι άρχισε να μαζεύει την τράπουλα του. Έξω άφησε μόνο ένα χαρτί. Τον άσσο σπαθί. Σηκώθηκε από την καρέκλα και κίνησε προς την πόρτα.

«Μούνει, μείνε ακίνητος! Θα ανοίξω εγώ την πόρτα».

«Επιθεωρητά, δεν υπάρχει λόγος να ταράζεστε. Βασικά... καλύτερα θα ήταν να τρέξετε».

Ο Ράμερσον πήγε να απαντήσει αλλά τότε η πόρτα άνοιξε και ένας άνδρας, ντυμένος με ένα καφέ, πολυκαιρισμένο σακάκι, μπήκε μέσα χαμογελαστός, κρατώντας ένα τυλιγμένο χαλί στο ένα του χέρι.

«Τι στο διαολ-»

«Επιθεωρητά, μην ανησυχείτε. Δεν υπάρχει λόγος να ταράζεστε. Όλα είναι υπό έλεγχο και σύντομα θα πάρουν τον δρόμο τους», του είπε ο άνδρας με το καφέ σακάκι και τον πλησίασε δύο βήματα.

«Ακίνητος θα πυροβολήσω. Φρουροί! Τι γίνεται εδώ;»

Ο Μούνει έπιασε το χαλί και ξεκίνησε να το ξετυλίγει. Ο άνδρας μπροστά από τον επιθεωρητή, άνοιξε το σακάκι του και κάτι άρχισε να λάμπει από το εσωτερικό του.

«Αφήστε τους υπόλοιπους. Πείτε στον γερο Σάντγουελ, τι είναι αυτό που επιθυμείτε τόσο καιρό; Τι είναι αυτό που σας έχει λείψει; Μία καλή σύνταξη; Μία καλή υπόθεση; Την πρώην σας γυναίκα δεμένη στο κρεβάτι και στο έλεός σας; Πείτε σε εμένα κι όλα θα γίνουν».

Ο επιθεωρητής σάστισε, κοίταξε προς το σακάκι και το πρόσωπό του πάγωσε. Με τρεμάμενα χέρια, άφησε το όπλο στην άκρη και τα άπλωσε προς τον πωλητή όλο προσμονή. Ο Σάντγουελ, άρπαξε το όπλο και τον κοπάνησε στο κεφάλι.

«Άργησες», του είπε ο Μούνει.

«Δεν φταίω εγώ αν δεν μπορείς ούτε ένα κόλπο να βγάλεις. Είσαι έτοιμος;»

Ο Ντέρεκ του έδειξε στο τραπέζι. Ο Σάντγουελ χαμογέλασε κι άρπαξε τον άσσο σπαθί.

«Τέλεια. Μπορείς να το ξετυλίξεις».

Το χαλί είχε πλέον απλωθεί πάνω στο δάπεδο του δωματίου. Οι περίτεχνες ζωγραφιές του έρχονταν σε αντίθεση με το μουντό γκρίζο των τοίχων. Ο Μούνει, έβγαλε τα οχτώ χαρτιά που είχε απλώσει νωρίτερα και τα πέταξε πάνω στο χαλί. Έβγαλε τον άσσο μπαστούνι από τον τσέπη κι έκλεισε τα μάτια του.

Το χαλί άρχισε να μεγαλώνει, να τραβιέται και να ξεχειλώνει, μέχρι που έπιασε κάθε γωνία του δωματίου. Κι όσο αυτό μεγάλωνε, άλλο τόσο συρρικνωνόντουσαν οι δύο άνθρωποι που στέκονταν πάνω του. Οι ζωγραφιές απέκτησαν σχήμα, υφή και περισσότερα χρώματα. Πλέον δεν ήταν ένα πολύχρωμο, ραμμένο με κλωστές, ακαθόριστο σχήμα αλλά έγινε κοιλάδα με δένδρα, ποτάμια και βράχους.

Το κόκκινο πλεκτό στην άκρη του χαλιού έγινε κόκκινος, αιματοβαμμένος ήλιος. Οι γαλάζιες γραμμές μεταμορφώθηκαν σε γραμμές ορίζοντα ενώ οι μαύρες κουκκίδες έγιναν πύργοι και κορυφογραμμές. Ο Μούνει απολάμβανε πάντα το συναίσθημα του να βυθίζεσαι στην Φούγκα. Το ίδιο κι ο Σάντγουελ. Δύο παλιοί εχθροί που είχαν γίνει, πλέον, σύμμαχοι. Γιατί ο εχθρός του εχθρού, μπορεί εύκολα να γίνει και φίλος.

Ο υφαντόκοσμος είχε, γι άλλη μία φορά, εισχωρήσει στον πραγματικό. Τα τραπουλόχαρτα είχαν πέσει στο καταπράσινο γρασίδι, μεταμορφωμένα σε αρματωμένους στρατιώτες. Τα εννιάρια έγιναν όπλα, οι ντάμες σκληροτράχηλες πολεμίστριες κι οι ρηγάδες πιστοί λοχαγοί. Ο Μούνει, κρατούσε την κάρτα με τον άσσο μπαστούνι το οποίο έβγαζε μία έντονη, πορτοκαλί απόχρωση. Ο Σάντγουελ σήκωσε ψηλά το δικό του τραπουλόχαρτο το οποίο ήταν ντυμένο στα κόκκινα. Κοίταξαν κι οι δύο ευθεία, προς το κέντρο του Υφαντόκοσμου, εκεί που βρισκόταν ο μισογκρεμισμένος λαβύρινθος.

«Λες να είναι ακόμα εκεί;» ρώτησε φωναχτά ο Μούνει.

«Θα είναι. Ο πατέρας σου δεν έφυγε ποτέ από εκεί, Ντέρεκ. Μας περιμένει».

Οι στρατιώτες παρατάχθηκαν υπό τις οδηγίες των λοχαγών κι οι γυναίκες έφυγαν μπροστά για να ανιχνεύσουν το μονοπάτι. Όλοι μαζί, σαν μία ομάδα, ξεκίνησαν την αποστολή τους.

 

Πίσω, λιπόθυμος και πεσμένος κάτω από ένα τεράστιο δένδρο, βρισκόταν ο επιθεωρητής Σάμερσον. Όταν ξυπνούσε θα ανακάλυπτε δύο πράγματα.

Ότι ο κόσμος που είχε εισέλθει δε θα του χαρίζονταν καθόλου κι ότι η σβησμένη γόπα στην τσέπη του θα ήταν το πολυτιμότερο του εργαλείο, εάν ήθελε να επιστρέψει σπίτι του.

 

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Rhialto

Κρίμα που τελικά δεν έγραψες στο σύμπαν του firefly :p. Την ιστορία από Clive Barker δεν την έχω διαβάσει, όμως δεν αισθάνθηκα χαμένος από το φλασάκι που ανέβασες. Θα ήθελα λίγο παραπάνω ανάπτυξη για να δούμε τι θα γίνει μετά ή ποια ήταν η αποστολή των πρωταγωνιστών. Έστω να αναφερόταν επιγραμματικά... 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Old man & SiFi

Κρατηθείτε μην μου λιποθυμήσει κανένας (κάνει και ζέστη).

Λοιπόν, έχω διαβάσει τον Υφαντόκοσμο! (Όλοι καλά, είσαστε ακόμα μαζί μου;)

Δυστυχώς όμως, έχουν περάσει μερικές (χιλιάδες) μέρες από τότε και δεν θυμάμαι λεπτομέρειες.

Γενικά, έχεις στήσει μια καλή (και σουρεαλιστική) ατμόσφαιρα. Η εμφάνιση του χαλιού είναι το αποκορύφωμά της και βγάζει όμορφα αυτά που θυμάμαι από το βιβλίο κι αυτό μου άρεσε πολύ.

Οι διάλογοι και το σουρεαλιστικό στοιχείο το κάνουν πολύ ευχάριστο. Ρέει άνετα αν και είναι φανερό ότι είναι λίγο βιαστικά γραμμένο και δεν το έχεις ψειρίσει μετά.

Π.χ. η φράση: «έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα από την εσωτερική τσέπη του σακακιού και το άναψε» το πακέτο;

Ή «Την πρώην σας γυναίκα» εδώ κάτι δεν είναι στην σωστή σειρά ή (καλύτερα για μένα) να φύγει η λέξη «γυναίκα», Το σκέτο «πρώην σας» καλύπτει κι άλλες περιπτώσεις που πολύ θα θέλαμε να δούμε!

Μου δίνει την εντύπωση (μάλλον αυτό εννοείς με το ναι και όχι στην αυτοτέλεια) ότι κάτι μεγαλύτερο είχες στο μυαλό σου και γι’ αυτό μου αφήνει αρκετά ερωτηματικά. Τόσο για τα κίνητρα των χαρακτήρων όσο και για το μέλλον τους.

Την γόπα δεν την κατάλαβα, υποθέτω ότι μάλλον δεν θυμάμαι κάτι σημαντικό.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Λίγο σουρεάλ. Λίγο χάθηκα. Οι χαρτοκλέφτες από τη μία. Το χαλί από την άλλη. Μην γνωρίζοντας τον Υφαντόκοσμο μου ήρθε στο νου και η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων στο τέλος.

Αυτό με την πρώην γυναίκα, δεμένη, στο έλεός σας....δεν ξέρω με ανατρίχιασε. Με φόβισες κομμάτι.

Θα ήθελα να διάβαζα και τη συνέχεια της ιστορίας. Ναι. Πώς θα ξεφύγουν από κει; Τι είδους βοήθεια θα προσέφερε η σβησμένη γόπα για παράδειγμα. Επίσης ου αρέσει πάντα να ξετυλίγεται ένα χαλί, για παράδειγμα, ή ό,τι άλλο άσχετο και να προκύπτει πύλη σε άλλο κόσμο.

Τσέκαρε μερικά ό,τι, ότι btw. Ό,τι δολάριο. Ήρθε και μου είπε ότι (πως) έφυγες.

Κατάλαβες τι εννοώ.

Καλή επιτυχία!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Silvertooth

Δεν έχω διαβάσει υφαντόκοσμο, οπότε η αλήθεια είναι ότι χάθηκα κάπως - κυρίως προς το τέλος... Αλλά μου άρεσε η ατμόσφαιρα που έβγαζε. Και αυτό με τη γόπα... Αν και δεν γράφεις πώς και γιατί θα τη χρησιμοποιήσει, μου προξένησε ενδιαφέρον. Γενικά, είχε ωραίες πινελιές, απλά δεν είναι ολοκληρωμένο. Φυσικά, εφόσον μιλάμε για φαν-φίκτιον αυτό είναι αναμενόμενο.

Καλή συνέχεια λοιπόν...

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

  • Upcoming Events

    No upcoming events found
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..