Jump to content
BladeRunner

Κάτι παράξενες γυναίκες - Γιώργος Λαγκώνας

Recommended Posts

BladeRunner

59d4d56394011_.thumb.jpg.3132588f8c0bd8b885b6f8d9316bcd53.jpg

Τίτλος: Κάτι παράξενες γυναίκες
Συγγραφέας: Γιώργος Λαγκώνας
Εκδόσεις: Night Read
Σελίδες: 92
Έτος έκδοσης: 2017

Παράξενες γυναικείες μορφές παρελαύνουν σε αυτές τις πέντε ιστορίες, όπου με αφορμή το θηλυκό στοιχείο -ή και εξαιτίας του- το Φανταστικό και το παράδοξο εισβάλλουν στην καθημερινή πραγματικότητα.

Edited by BladeRunner

Share this post


Link to post
Share on other sites
BladeRunner

Λοιπόν, το βιβλιαράκι αυτό ήταν να το αγοράσω μαζί με πολλά άλλα στο ΦantastiCon 2017, έλα όμως που έσκασε μύτη νωρίτερα στην Πολιτεία και δεν κρατήθηκα. Ο Γιώργος Λαγκώνας έχει φτιάξει ένα καλό όνομα στον χώρο του ελληνικού Τρόμου, με τρία βιβλία του να έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής. Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του που διαβάζω και έμεινα απόλυτα ευχαριστημένος. Πρόκειται για μια συλλογή που περιέχει πέντε μικρά διαμαντάκια. Οι τίτλοι τους: "Νυχτερινή βάρδια", "Ο Γεροδιάβολος", "Λάγια", "Ο Διάμεσος" και "Κατσαρίδες". Συνήθως όταν ολοκληρώνω μια συλλογή διηγημάτων, πάντα βρίσκω κάποια διηγήματα είτε ανώτερα είτε πιο ιδιαίτερα από τα άλλα. Όμως εδώ και τα πέντε διηγήματα μου φάνηκαν το ίδιο εξαιρετικά, τόσο από άποψη ιδεών, εικόνων και ατμόσφαιρας, όσο και από άποψη γραφής. Οι ιστορίες είναι άκρως ατμοσφαιρικές, γεμάτες φοβερές εικόνες και συναισθήματα, δύσκολα δεν θα σε κάνουν να ανατριχιάσεις έστω και λίγο. Η γραφή είναι πολύ, μα πάρα πολύ καλή, σίγουρη και δυνατή, με εξαιρετικές περιγραφές. Ειλικρινά σας λέω, σαν πένα ο Λαγκώνας δεν έχει να ζηλέψει και πολλά από καλούς ξένους συγγραφείς του είδους. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το βιβλίο το προτείνω σε όλους αυτούς που γουστάρουν παράξενες ιστορίες με στοιχεία τρόμου και σκοτεινής φαντασίας, ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο άμεσο μέλλον θα διαβάσω και άλλα βιβλία του συγγραφέα. 

8.5/10

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Nihilio

Ο γιατρός είναι εγγύηση. Διάβασα τις δύο πρώτες ιστορίες (τη δεύτερη την είχα διαβάσει για το διαγωνισμο του ΦantastiCon πέρσι, όπου είχε βγει πρώτη στην κατηγορία τρόμος) και ήταν πράγματι διαμάντια, σκαλιά πάνω από τις ιστορίες του Μεσονυχτικού.

  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
giorgos lagonas

Έχω να μπω στο sff ΠΟΛΥ καιρό. Δεν περηφανεύομαι γι` αυτό. Φανταστείτε πως σκεπτόμουν πως έβγαλα βιβλίο και δεν αξιώθηκα να φτιάξω (ή έστω να ζητήσω από κανα φίλο να φτιάξει) ένα thread γι` αυτό. Και μπαίνω ανυποψίαστος και βλέπω πως αυτό ήδη υπάρχει!

 

Ευχαριστώ πολύ πολύ για τον κόπο και για τα καλά λόγια! 

 

Η αλήθεια είναι πως είμαι χαμένος εδώ και αρκετό καιρό, κυρίως επειδή βρίσκομαι σε τροχιά εξετάσεων ιατρικής ειδικότητας. Περιμένω πώς και πώς να περάσει ο Δεκέμβρης για να ησυχάσω (κάπως) και να αρχίσω να ξαναγράφω εδώ. Μου έλειψε πολύ τόσο το sff, όσο και κάποιοι από εσάς (ξέρετε ποιοι είστε), και οι συμφωνίες μας και οι διαφωνίες μας. 

 

Θα ανεβάσω εδώ υλικό από το βιβλίο, και όποιες σχετικές ανακοινώσεις προκύψουν. Για παρουσίαση προσανατολιζόμαστε για τέλη Νοέμβρη. Θα χαρώ πολύ να διαβάσω ό,τι άλλο έχετε να πείτε για τις Παράξενες Γυναίκες! Και πάλι, ευχαριστώ από καρδιάς!

Share this post


Link to post
Share on other sites
giorgos lagonas

η σελίδα του βιβλίου στο Goodreads είναι εδώ

Share this post


Link to post
Share on other sites
giorgos lagonas

Ο Ορέστης έπαιζε με ένα παλιό Colt. Εξάσφαιρο, με μύλο, σαν τα όπλα στις καουμπόικες ταινίες. Το κουβαλούσε σαν φυλαχτό, το έκρυβε στην τσέπη της νοσοκομειακής στολής του, ανάμεσα στο θερμόμετρο και στα υπόλοιπα εργαλεία της δουλειάς. Ήταν καθισμένος στον καναπέ, στο σαλονάκι των νοσηλευτών. Μέσα από την ανοιχτή πόρτα έβλεπε το εξεταστήριο και πιο πέρα το γκισέ. Από την τηλεόραση του σαλονιού παρέλαυναν διαφημίσεις για τηλεπωλήσεις, ενεχυροδανειστήρια, αστρολόγους και γραμμές τηλεφωνικού σεξ.

Εδώ και τρία χρόνια, ο περιορισμένος προϋπολογισμός του νοσοκομείου είχε μειώσει από δύο σε έναν τους νοσηλευτές που κάλυπταν τη νυχτερινή βάρδια. Ακόμα και στις κλινικές που οι ανάγκες ήταν αυξημένες, όπως στις παθολογικές και στις γενικές χειρουργικές. Ο έκτος όροφος δεν αποτελούσε εξαίρεση στον κανόνα. Εκεί συστεγάζονταν δυο μισοβουλιαγμένα καράβια του θανάτου, η αιματολογική και η ογκολογική κλινική, νυχθημερόν γεμάτες με ασθενείς τελικού σταδίου.

Η θλιβερή ρουτίνα στο κατά γενική ομολογία χειρότερο πόστο του νοσοκομείου, δεν ενοχλούσε τον Ορέστη. Εδώ μαζεύονται οι ετοιμοθάνατοι, του είχε πει ο προϊστάμενος. Όσο γρηγορότερα το συνειδητοποιήσεις, τόσο το καλύτερο για τα λογικά σου και για τους ασθενείς που θα φροντίζεις. Αν οι δουλειές οικειοποιούνταν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, τότε αυτή του Ορέστη αναμφίβολα ήταν μια ωχρή, άρρωστη νύφη που τη γνώρισε από συνοικέσιο και την παντρεύτηκε από ανάγκη.

Όσοι ασχολούνται με τη φύση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και με τα νεφελώδη, υποσυνείδητα κίνητρά της, ξέρουν ότι ακόμα και η πιο βασανιστική σχέση συνεχίζεται γιατί στο υπέδαφός της ενεδρεύει κάποιο ανομολόγητο όφελος. Για τον Ορέστη ήταν η μοναξιά της νυχτερινής βάρδιας. Εκείνες τις ατέλειωτες μικρές ώρες, καθισμένος στον μπαλωμένο καναπέ, λουσμένος απ` το φώς της τηλεόρασης, έπαιζε με το εξάσφαιρο σαν να ήταν κομπολόι. Το γέμιζε και το άδειαζε ξανά. Φύλαγε τις σφαίρες σε ένα πλαστικό σακουλάκι. Γέμιζε και άδειαζε ξανά, και μαζί με το όπλο γέμιζε και άδειαζε το μυαλό του. Το γέρικο Colt ήταν το μοναδικό πράγμα που είχε απ` τον πατέρα του.

Για να τον θυμάσαι, είχε πει τότε η μάνα του, δίνοντάς του ένα παλιό κουτί από παπούτσια. Ο Ορέστης σήκωσε το καπάκι και παραλίγο το κουτί να πέσει από τα παιδικά του χέρια. Μέσα, φασκιωμένο σε λαδόπανα, το όπλο έμοιαζε να κοιμάται. Ο Ορέστης δεν θυμόταν τον πατέρα του. Τώρα, τριάντα χρόνια μετά, γύριζε και ξαναγύριζε το περίστροφο στα δάχτυλά, το γέμιζε και το άδειαζε ξανά, αλλά μόνη ανταμοιβή του ήταν οι οσμές του γέρικου μέταλλου και της λαδωμένης κάννης, που τον τύλιγαν σαν θλιμμένη καταχνιά.

Έβαλε μια σφαίρα στον μύλο, τον γύρισε και κόλλησε την κάννη στον κρόταφό του. Το δάχτυλό του θώπευε τη σκανδάλη με κάτι σαν τρυφερότητα. Μέχρι εκεί έφτανε πάντα, όχι πιο κοντά. Ούτε έναν γύρο ρώσικης ρουλέτας δεν τολμούσε να παίξει -όπως οι σκληροτράχηλοι ήρωες στις ταινίες δράσης- πόσο μάλλον να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Δεν έχεις να πας πουθενά, θύμισε στον εαυτό του. Δεν έχεις να πας πουθενά. Μετά από λίγα λεπτά κατέβασε το όπλο κι έβγαλε τη σφαίρα. Την τοποθέτησε στο πλαστικό σακουλάκι, μαζί με τις υπόλοιπες.

Το κουδούνισμα έδιωξε τις σκέψεις του σαν κυνηγημένα πουλιά. Δίπλα του, σε έναν πίνακα γεμάτο με αριθμημένα λαμπάκια, ένα αναβόσβηνε. Ήταν το 613. Δηλαδή έκτος όροφος, δέκατο τρίτο δωμάτιο. Όπως στα ξενοδοχεία. Παράξενο, σκέφτηκε ο Ορέστης. Δεν μπορεί, θα θυμόταν λάθος. Άνοιξε το ντοσιέ των ασθενών, προσπέρασε με φούρια τις ζαρωμένες σελίδες, μέχρι που βρήκε αυτή που έψαχνε. Όχι, δεν είχε κάνει λάθος. Κάποιος καλούσε για νοσηλευτή από το δωμάτιο 613.

Μόνο που αυτό ήταν αδύνατον. Η γυναίκα του 613 ήταν ετοιμοθάνατη. Που να πάρει ο διάολος, μπορεί να είχε πεθάνει ήδη, να είχε ξεψυχήσει λίγο μετά την τελευταία γύρα του Ορέστη στον όροφο…

… για τη συνέχεια, απευθυνθείτε σε Κάτι Παράξενες Γυναίκες, από τις εκδόσεις Ars Nocturna.

"Παράξενες γυναικείες μορφές παρελαύνουν σε αυτές τις πέντε ιστορίες, όπου με αφορμή το θηλυκό στοιχείο -ή και εξαιτίας του- το Φανταστικό και το παράδοξο εισβάλλουν στην καθημερινή πραγματικότητα".

Το σκίτσο που συνοδεύει το απόσπασμα είναι του εξαιρετικά ταλαντούχου καλλιτέχνη Παναγιώτη Τσαούση, που έφτιαξε από ένα για κάθε διήγημα του βιβλίου.

21740392_927859124034022_3606743669995265562_n.jpg

nyxterini bardia-epex.jpg

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Solonor

Άνισο πολύ. Έχει μια ιστορία που μου άρεσε πάρα-πάρα πολύ (ο διάμεσος), πιο πολύ από τις περισσότερες ιστορίες τρόμου που έβγαλε το Οξύ από πρώτα ονόματα ας πούμε. Η πρώτη επίσης έστεκε. Το γράψιμο πάντως είναι σε καλό επίπεδο γενικά και θα ξαναδιάβαζα επόμενη συλλογή.

Share this post


Link to post
Share on other sites
giorgos lagonas

...Το λεωφορείο σταμάτησε με αυτό το ξεφύσημα που κάνουν όλα τα λεωφορεία όταν φτάνουν στον προορισμό τους.

«Φτάσαμε στον Γεροδιάβολο!» ξεφώνησα.

«Καιρός ήταν», είπε ο Αντρέας μισοκοιμισμένος.

Κοίταξα γύρω μου. Είχε σουρουπώσει και δεν έβλεπες ψυχή πουθενά. Τριγύρω υπήρχε γρασίδι ένα μέτρο ψηλό, αγριόχορτα και στραβά δέντρα. Και στη μέση τους, ένας σταθμός λεωφορείων φτιαγμένος από κοκκινότουβλα. Στην άκρη του χωματόδρομου ήταν μια σκουριασμένη πινακίδα, με μοναδική πληροφορία τη λέξη ΓΕΡΟΔΙΑΒΟΛΟΣ με άσπρα γράμματα και από κάτω GERODIAVOLOS με κίτρινα. Ανάμεσα στις λέξεις είχε τρύπες, σαν να την είχαν πυροβολήσει με καραμπίνα.

Ένας υπάλληλος μάς περίμενε απέξω. Ο γνωστός υπάλληλος από τον προηγούμενο σταθμό. Ο λιγδιάρης, με το σκουριασμένο καροτσάκι και με το μόνιμα αναμμένο τσιγάρο που έμοιαζε με ζαρωμένο σκουλήκι. Μου έκλεισε το μάτι ξανά. Δεν του έδωσα σημασία. Τι να έλεγα; Πως ο υπάλληλος από τον σταθμό της Κινέττας, φύτρωσε ως δια μαγείας στον Γεροδιάβολο; Ο Αντρέας θα έλεγε πάλι πως είμαι ένα κοριτσάκι που όλο βλακείες λέει – και τράβα μετά να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας. Έτσι κι αλλιώς, μάλλον ήμουν η μοναδική που τον πρόσεξε. Ποιος άλλος θα του έδινε σημασία;

Κατεβήκαμε. Θα ήμασταν καμιά δεκαριά άτομα, μαζί και ο Πακιστανός που ακόμα με κοιτούσε πονηρά. Η Βαλκυρία κόλλησε στην πόρτα. Κοίταξε τριγύρω διστακτική. Έκανε να κατέβει το τελευταίο σκαλί του λεωφορείου και τελευταία στιγμή μάζεψε το πόδι της, σαν το έδαφος να ήταν στρωμένο με φίδια. Όχι, σχημάτισαν τα χείλη της. Όχι. Κοίταξε γύρω ξανά, σαν τρομαγμένο πουλί. Πήγε να μπει μέσα στο όχημα, μα ο φόβος την κρατούσε κολλημένη στα σκαλιά.

«Αποφάσισε, κοπελιά! Θα κάτσεις μέσα ή θα κατέβεις; Πρέπει να ξεκινήσω», φώναξε ο οδηγός. Η λαμέ Παναγιά λικνίστηκε θυμωμένη πάνω απ` το κεφάλι του...

… για τη συνέχεια, απευθυνθείτε σε "Κάτι Παράξενες Γυναίκες", από τις εκδόσεις Nightread.

»Παράξενες γυναικείες μορφές παρελαύνουν σε αυτές τις πέντε ιστορίες, όπου με αφορμή το θηλυκό στοιχείο -ή και εξαιτίας του- το Φανταστικό και το παράδοξο εισβάλλουν στην καθημερινή πραγματικότητα».

Το σκίτσο που συνοδεύει το απόσπασμα είναι του εξαιρετικά ταλαντούχου καλλιτέχνη Παναγιώτη Τσαούση, που έφτιαξε από ένα για κάθε διήγημα του βιβλίου.

22555287_1324769770982916_1967676337054808041_n.jpg

22728773_1324769244316302_2001352047382073363_n.jpg

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Naroualis

Κάθε φορά απολαμβάνω το διεισδυτικό βλέμμα του Λαγκώνα, αλλά αυτή τη φορά, με τις γυναίκες στο κέντρο του κυκλώνα ήταν ακόμα πιο απολαυστικός. Αγαπημένος ο παράξενος Διάμεσος, που ξεκινάει σαν Λιγκότι και καταλήγει σαν τον πιο αυθεντικό Μπάρκερ που έχω διαβάσει ποτέ.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..