Jump to content
Sign in to follow this  
DinoHajiyorgi

Επιστροφή στο Μπαρ το Σου-φου-φου

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

[Ας το αποκαλέσουμε Forum Fiction. Διηγήματα τρόμου και επιστημονικής φαντασίας με πρωταγωνιστές τα avatar των μελών του sff, με επίκεντρο το φανταστικό μας μπαράκι. Ο πιλότος που ξεκινάει αυτό το τόπικ γράφτηκε το 2007 και ξεκίνησε τότε άλλο παρόμοιο τόπικ στο οποίο συνέβαλαν με σατυρική διάθεση και άλλα μέλη του φόρουμ. Αν ψάξετε θα βρείτε κι εκείνες τις ιστορίες, κάπου εδώ είναι στο βάθος. Το παρόν τόπικ προσφέρετε στους καινούργιους, και εύχομαι να γνωρίζεστε μεταξύ σας το ίδιο καλά και αγαπισιάρικα όσο γνωριζόμασταν μεταξύ μας και οι παλιοί.]

 

Στο Μπαρ το Σου-Φου-Φου Ένα Βραδάκι

 

Μάζεψα όσα κέρματα βρήκα ξεχασμένα σε τσέπες και βαζάκια και συμπλήρωσα ένα σεβαστό ποσό, όχι ακριβώς αρκετό για μια μπύρα, αλλά σίγουρα άνετα για δύο γκαζόζες. Δεν χρειαζόμουν τίποτα παραπάνω. Θα μπορούσα να πάω και άδειος αλλά τότε όλο και κάποιος με κερνούσε κάτι και αυτό με έκανε να νιώθω άθλιος. Θα κολλούσα στο μπαρ και θα τα λέγαμε τετ-α-τετ με τον Dain. Ήταν μια αδιάφορη Τετάρτη, δεν νομίζω να είχε μεγάλη πελατεία.

 

Είχαμε μπει για τα καλά στο Φθινόπωρο αλλά οι ζέστες καλά κρατούσαν. Κι όμως, ίσως η ψευδαίσθηση που έδινε το ασυννέφιαστο σούρουπο, ίσως η Αφροδίτη που ριγούσε στον ουρανό, κάτι και τα ξεραμένα φύλλα στο πεζοδρόμιο, μου έδωσαν μια πιστή εικόνα της κατάλληλης εποχής. Με το πουκάμισο να κολλάει στην ιδρωμένη μου πλάτη ένιωσα ξαφνικά ένα ρίγος σαν να με βρήκε παγωμένη ανάσα. Μερικά φύλλα σύρθηκαν πάνω στο πεζοδρόμιο σαν αράχνες, χωρίς ίχνος αύρας να το δικαιολογεί. Έφτασα στα σκαλοπάτια του μπαρ και γύρισα να κοιτάξω την κατηφόρα. Εκεί κάτω, ζωντανοί νεκροί σκουντουφλούσαν στον πεζόδρομο ανάμεσα στο Μουσείο και το Πολυτεχνείο. Πιο πέρα η Πατησίων ήταν χαμένη στην καπνιά, βορά στους Αρχαίους.

 

Ανέβηκα ορεξάτος την στριφογυριστή σκάλα προς το μπαρ, με το πόστερ του Star Trek XI να δεσπόζει πάνω από το κεφάλι μου. Τον πειράζαμε τον Διονύση πως ήταν καιρός να το αλλάξει αλλά το αρνιόταν πεισματικά, ήταν «νωρίς ακόμα» επέμενε. Σαν λειτουργός του μπαρ κι αυτόν τον χρόνο είχε τον τελευταίο λόγο. Κανονικά είχε ξεκινήσει σαν περιστρεφόμενο πόστο, τα είχε πάει όμως τόσο καλά την πρώτη χρονιά που πλέον είχε γίνει θεσμός. Όλοι μας τον θέλαμε μπάρμαν σε αυτό το ζεστό στέκι, αυτό το καταφύγιο όπου με το που έμπαινες όλοι ήταν φίλοι σου, όλοι σε ήξεραν και σε αποδέχονταν, και ο Dain με μια ματιά σου ετοίμαζε το ποτό σου πριν ακόμα το παραγγείλεις. Το χρυσό ΧΙ λοιπόν έμενε στην θέση του, ίσως και σαν αντίσταση στις πιέσεις του Darky για την αφίσα του CHAINSAW ARMAGEDDON – CHOP THEM ALL.

 

Μόλις μπήκα στο μπαρ με περίμενε ευχάριστη έκπληξη. Όχι μόνο ήταν γεμάτο, ήταν σαν να είχα πέσει σε Who’s Who του σου-φου-φου. Ήταν πολύ περίεργο αλλά η διαδυκτιακή μας σελίδα εκείνη την στιγμή θα πρέπει να ήταν έρημη από τους πάντες. Προχώρησα προς το μπαρ, προς το χαμόγελο του Dain που με είχε δει. Φορούσε πάλι την καπελούρα της Γκάϊναν. Κάναμε πάντα χάζι τους άσχετους που μπαίνανε στο μπαρ για πρώτη φορά και τον αντίκριζαν έτσι. Ούτε ο διάκοσμος πάνω από τα μπουκάλια, ούτε οι αφίσες γύρω-γύρω δεν τους έστελναν ένα κάποιο κλου στο ελάχιστο. Υπήρχε τόσος άσχετος κόσμος εκεί έξω. Υπήρχαν και αρκετοί από αυτούς εδώ σήμερα, αλλά το μαγαζί έδειχνε γεμάτο κυρίως από τους δικούς μας, όλες τις γνωστές, τις παλιές καραβάνες. Οι Nienor, Naroualis, Nienna και Darkchilde καθόντουσαν μαζί σε μια γωνία και με χαιρέτησαν. Ανταπόδωσα πριν γυρίσω την προσοχή μου στον μπάρμαν.

 

«Τι τρέχει; Όλοι εδώ;» ρώτησα.

«Κάτι τρέχει…αλλά μετά. Να αραιώσουν λίγο οι άλλοι» είπε συνωμοτικά ο Dain.

«Εγώ ήρθα τελείως τυχαία…έχασα κάποια ανακοίνωση;»

«Στείλαμε που-μου…» είπε και με κοίταξε αμήχανα.

«Κι εγώ;» είπα πληγωμένος.

«Κοίτα, κάτσε και θα εξηγηθούν όλα. Μη σκοτίζεσαι. Χαίρομαι που ήλθες. Θέλεις τίποτα;»

«Μια γκαζόζα…»

Μου την έδωσε, με καλαμάκι φυσικά, και χώθηκα ανάμεσα στα τραπέζια για να βρω μέρος να καθίσω. Βρήκα καρέκλα ανάμεσα στα κορίτσια και τα αγόρια. Τα αγόρια, μια και υπερτερούσαν αριθμητικά είχαν φέρει μαζί δύο τραπέζια. Ο RaspK Fog ήταν εκεί, οι δύο Guardian, οι Araquel, Heiron, Iliosporos, Aracnida, Orpheus και Celestial. Είδα και δύο που μου φάνηκαν καινούργιοι αλλά που κανονικά ήταν γνωστοί και είχαμε καιρό όλοι μας να τους δούμε, ο Ricochet και ο Northerain. Σε ξέχωρο τραπέζι στην άλλη άκρη του μπαρ κάθονταν οι Tauntaun13, Month, Nihilio και Darky, ψιθύριζαν εκεί κάποια δικά τους.

 

Ήταν όντως εντυπωσιακή σύναξη καθώς αρκετοί είχαν έρθει από πολύ μακριά. Δεν είχα ιδέα δηλαδή, μέχρι που μπήκε και ο Nikosal παρέα με τον Spock2266. Όχι δεν ήταν προγραμματισμένη, η δραματική τους είσοδος. Ο ένας από την Σύρο είχε φτάσει Αθήνα από χθες, ο άλλος από Θεσσαλονίκη μόλις σήμερα το πρωί αεροπορικώς. Ήταν εδώ από ώρες, είχαν πεταχτεί για παγωτά σε κάποιο περίπτερο. «Όλοι εδώ λοιπόν» σκέφτηκα, «κι εγώ τυχαίος» πρόσθεσα πικραμένος. Ο Dain έκανε νόημα στον Nikosal και κάτι του είπε εμπιστευτικά. Ο Nikosal χαμογέλασε και συμφώνησε αμέσως, «δεν υπάρχει πρόβλημα» μπόρεσα να διαβάσω στα χείλη του.

 

Το υπόλοιπο απόγευμα κύλησε όμορφα και χαλαρά με πολύ γέλιο και κουβέντα πάνω σε όλα τα θέματα. Όπου εξαντλούνταν τα σουφου και φου θέματα άρχιζαν οι φιλοσοφίες και η κβαντική. Έκανα ζιγκ-ζαγκ στα πηγαδάκια προς τις πιο light συζητήσεις που άντεχε το μικρό μου μυαλουδάκι. Κάποια στιγμή που έφυγε και ο τελευταίος «άλλος», ο Dain βγήκε από το πόστο του, έσβησε το φως της εισόδου και της σκάλας, κλείδωσε την πόρτα του μπαρ και γυρνώντας να μας αντικρίσει μας έκλεισε το μάτι. Στην συνέχεια χάθηκε στην κουζίνα ενώ οι υπόλοιποι έμοιαζαν να έχουν βουβαθεί. Γύρισα προς τον Nikosal.

«Τι γίνεται τώρα;»

Αντί για απάντηση σηκώθηκαν με ένα βουητό όλοι όρθιοι και άρχισαν να σπρώχνουν τραπέζια.

«Έλα σήκω» μου κάνει ο Nikosal.

Σηκώθηκα κι εγώ και άρχισα να σπρώχνω τραπέζια και καρέκλες. Φέραμε μαζί τέσσερα τραπέζια στο κέντρο του χώρου και τα κυκλώσαμε με καρέκλες. Κάποιοι άρχισαν να παίρνουν αμέσως θέσεις. Οι άλλοι κάθισαν στα τραπέζια που είχαν σπρωχτεί στους τοίχους.

«Έλα κάτσε δίπλα μου» είπε ο Nikosal και μου έδωσε την καρέκλα στο κεντρικό τραπέζι.

 

Στο εσωτερικό δακτύλιο ήμασταν εγώ, ο Nikosal, ο RaspK Fog, ο Darky, ο Celestial, η Nienor, η Nienna, η Darkchilde, ο Araquel, ο Heiron και ο Arachnida. Ο Dain ήρθε από την κουζίνα με έναν δίσκο που τον άφησε μπροστά μας. Ένα μπουκάλι βότκα κάθονταν μέσα σε ένα κουβαδάκι με παγάκια. Μοίρασαν ποτήρια στους έντεκα. Ο Nikosal μου έκανε νόημα και σκύβοντας μου ψιθύρισε στο αφτί.

«Κοίτα, η βραδιά είχε κάποιο αντίτιμο συμμετοχής…»

Πάγωσα.

«Πόσα;» ρώτησα.

«Μη σκοτίζεσαι. Σε καλύπτω εγώ.»

«Μα γαμώτο…»

«Είσαι my guest. Μη σκοτίζεσαι»

Απομακρύνθηκε και μου ανέβηκε ένας κόμπος στο λαιμό. Ξανά, ο άθλιος των Αθηνών. Τι να πω τώρα μέσα σε τόσο κόσμο; Τη φουρτούνα στο κεφάλι μου την διέκοψε ο οικοδεσπότης απευθυνόμενος στην σύναξη.

«Όσοι έχετε μείνει απ’έξω μη σκοτίζεστε, η συμμετοχή δεν έχει κλειδωθεί ακόμα. Μπορεί όλοι να ξέρετε γιατί είστε εδώ αλλά…υποψιάζομαι πως κανείς σας δεν ξέρει πραγματικά γιατί βρίσκετε εδώ. Λίγο υπομονή και εβίβα στους γενναίους.» Κοίταξε τον Spock με απορία.

«Εσύ;»

«Ευχαριστώ, εγώ ήρθα για να δω. Δεν θα το έχανα με τίποτα» απάντησε εκείνος.

O Dain επέστρεψε στην κουζίνα και ο Rasp άνοιξε το μπουκάλι και άρχισε να γεμίζει τα ποτήρια.

 

Έσκυψα προς τον Nikosal.

«Γιατί είμαστε εδώ;»

«Πραγματάραχο» απάντησε.

Δεν είχα ιδέα τι μου είχε πει. «Πραγματάραχο;» Τι ήταν αυτό; Πρώτη φορά άκουγα αυτή τη λέξη. Όχι στάσου. Ακουγόταν γνωστή. Ξαφνικά θυμήθηκα. Γούρλωσα τα μάτια αλλά μου βγήκε γέλιο.

«Μαλακίες» είπα.

«Κάτσε να δούμε» απάντησε ο Nikosal χαμογελώντας.

«Μα δεν μπορεί…Πως;»

Ο άλλος ανασήκωσε τους ώμους του. Ήταν η στιγμή που επέστρεψε ο Dain από την κουζίνα, με ένα μεγάλο αχνιστό ταψί που κρατούσε με προστατευτικά γάντια. Έμειναν όλοι κόκαλο. Κράτησα την αναπνοή μου καθώς το έβαζε στο κέντρο των τεσσάρων τραπεζιών.

«Μην κάνει κανείς σας το λάθος να απλώσει το χέρι του στο ταψί. Αυτά τα τούβλα είναι πάγος, το υγρό όμως γύρο είναι άζωτο. Εκείνοι οι ατμοί δεν ήταν από αυτούς που σε ιδρώνουν, ήταν από αυτούς που σε κάνουν να εύχεσαι να είχες φέρει ένα μπουφανάκι.

 

Το κομμάτι κρέας στο κέντρο έμοιαζε με κοινό, ωμό μοσχαρίσιο συκώτι. Το κάλυπτε μια κρούστα φλοιού πάγου. Και ήταν μικρούλι, όχι μεγαλύτερο από ένα παριζάκι. Ο θρύλος έλεγε για τον οργανισμό που είχε ανακαλυφθεί στους πάγους της Ανταρκτικής, θαμμένο και ανενεργό για χιλιάδες χρόνια, λίγα μόλις μέτρα από κουφάρι διαστημοπλοίου. Η ανακάλυψη είχε στοιχίσει την ζωή σε δεκάδες ζωές μέχρι να περιοριστεί ασφαλώς και να τεμαχιστεί σε πολλά μικρά κομμάτια για μελέτες και ποιος ξέρει τι άλλο. Αυτό το «τι άλλο» είχε πέσει στον Άρτσιμπαλντ Μόρισεη, τέρας της γαστρονομίας και τυχοδιώκτη, ο πρώτος που τόλμησε και ανακάλυψε πως το «πράγμα» ήταν πεντανόστιμο. Υπήρχε βλέπεις μέθοδος στο να το φας με ασφάλεια και να εξακολουθείς να είσαι…εσύ.

 

Ο Dain άναψε ένα καμινέτο και σημάδεψε εξ επαφής ένα μεταλλικό σταχτοδοχείο. Μόλις πυρακτώθηκε το τασάκι μας κοίταξε χαμογελαστός.

«Και τώρα…για του λόγου το αληθές…»

Με ένα μαχαιράκι διαπέρασε τον λεπτό πάγο που τύλιγε το κρέας και αφαίρεσε ένα μικρό κομματάκι. Το πήρε προσεκτικά και το πέταξε μέσα στο σταχτοδοχείο. Τσιτσίρισε ο πάγος που έγινε αμέσως ατμός. Για λίγο το κρεατάκι έμεινε σκληρό σαν χαλίκι μέχρι που άρχισε πλέον να ιδρώνει και να πάλλεται. Κάποιος ή κάποια τσίριξε. Όταν άρχισε το…εκείνο να σέρνεται σαν σκουλήκι έξω από το τασάκι πεταχτήκαμε όλοι όρθιοι μακριά από το τραπέζι. Το άτιμο γινόταν ολοένα πιο γρήγορο. Πάλι κραυγές. Στο τσακ ο Dain κατέβασε το καμινέτο και το έκανε αμέσως στάχτη. Το ακούσαμε όμως όλοι να τσιρίζει, μια μικρή αλλά απόκοσμη, εξωγήινη κραυγή.

«Λοιπόν. Ποιος επιστρέφει στο τραπέζι;» ρώτησε ο Dain.

 

Nienor, Nienna και Celestial έμειναν έξω από τον κύκλο. Κανείς άλλος δεν πήρε την θέση τους. Αποχωρούσα κι εγώ μια χαρά όταν ο Nikosal μου έκανε ένα νεύμα, ένα «έλα πάμε» και σχεδόν χωρίς να ξέρω το γιατί κάθισα με τους υπόλοιπους εφτά στην γαστρονομική αυτή πρόκληση.

«Ξεκινήστε τις βότκες» πρόσταξε ο Dain και αρχίσαμε να πίνουμε ευχαρίστως, το χρειαζόμασταν τρελά. «Το κόλπο κύριοι είναι κατ’αρχήν να μασάτε γρήγορα και αποτελεσματικά. Να το κάνετε όσο το δυνατόν περισσότερα και μικρότερα αναποτελεσματικά κομματάκια. Πίνετε την παγωμένη βότκα από πάνω για να το ζαλίσει πριν αρχίσει να σκέφτεται και φυσικά για να πλύνετε τα δόντια, τη γλώσσα, το λαρύγγι και τον οισοφάγο. Δεν πρέπει να μείνει ούτε ίχνος του έξω από το στομάχι σας. Μετά, εκεί, τα γαστρικά σας υγρά θα αναλάβουν την τελειωτική του εξόντωση. Γι αυτό, αυτό το παιχνίδι δεν θέλει ψύχραιμους, άφοβους παίχτες. Όσο ανησυχείτε τόσο αυξάνεται και η οξύτητα του στομάχου σας, που αυτή τη στιγμή είναι το δυνατότερο σας όπλο. Εκεί βοηθάει πρόσθετα και η βότκα. Το κατανοήσατε; Είστε έτοιμοι;»

Κανείς δεν ήταν έτοιμος. Κανείς δεν είπε τίποτα.

 

Μας μοίρασε πιατάκια. Στην συνέχεια πήρε ένα κοφτερό μαχαίρι και έκοψε οκτώ ισομεγέθη σαλαμάκια που μας τα μοίρασε στα πιάτα.

«Ακόμα και σε θερμοκρασία δωματίου δεν θέλετε να καθυστερείτε παιδιά» είπε ο Dain και αρπάξαμε όλοι το κομμάτι μας και τσουπ μέσα στο στόμα.

 

Άρχισα να μασάω σαν τρελός. Και…ω θεοί! Ω θεοί! Αυτό δεν ήταν μια πρόκληση μεταξύ τρελαμένων! Δεν παίζαμε ρώσικη ρουλέτα! Δεν είχα νιώσει ποτέ μου τέτοια νοστιμιά να ποτίζει τους γευστικούς μου αδένες! Το πιο ζουμερό μπέργκερ, η πιο παχιά μπριζόλα με το λίπος της, τα πιο πικάντικα κεφτεδάκια της μητέρας μου δεν μπορούσαν να συγκριθούν με αυτή τη μοναδική αίσθηση. Δεν ήθελα να τελειώσει εκείνη η ηδονή. Ξαφνικά ένιωσα σαν να ήμουν αλλού, σαν να ονειρευόμουν. Διέσχιζα κολυμπώντας κρύα, μαύρα νερά. Ένιωθα οικεία εκεί αλλά και πάλι ήταν σαν να υποκρινόμουν αυτή την οικειότητα. Κοίταξα κάτω στο στομάχι μου για να μελετήσω το νέο μου σώμα. Ήμουν μια φώκια και ανέπτυσσα ταχύτητα προς την επιφάνεια. Όρμησα αιφνιδιαστικά στην παγωμένη ακτή, σε μια σύναξη πιγκουΐνων με τα σαγόνια μου ανοιχτά, άρπαξα και δύο-τρεις με τα πλοκάμια μου. Άνοιξα τα μάτια μου μπερδεμένος και κοίταξα αριστερά μου. Ο Nikosal μασούσε με τα μάτια κλειστά, πανευτυχής.

«Τελειώνετε!!» φώναξε πανικόβλητος ο Dain.

Κατάπια αμέσως ό,τι είχα και έριξα από πάνω τρία ποτήρια βότκα ξεπλένοντας το στόμα και κάνοντας γαργάρες.

 

Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας. Στα δεξιά μου ο Rasp ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα και με κοίταζε με περίεργο βλέμμα.

«Είδες τίποτα;» με ρώτησε βραχνά.

«Όχι» είπα ψέματα, «Εσύ;»

«Όχι» είπε ψέματα.

«Και τώρα Dain;» είπε αστειευόμενος, και βραχνός, ο Nikosal, «Θα μας πάρεις το αίμα για να μας ελέγξεις; Χε-χε…»

«Όχι ακόμα…νομίζω πως έχω τον όρκο σας σαν τζέντλεμεν πως είστε όλοι ακόμα γήινοι, ε;»

«Εγώ τουλάχιστον ξέρω πως είμαι ακόμα εγώ» συνέχισε να καγχάζει νευρικά ο Nikosal χωρίς να πείθει κανέναν, για την ευθυμία του εννοώ.

Ο Darky έπιασε επιδεικτικά το στομάχι του.

«Εγώ τώρα δηλαδή κονιορτοποίησα τον μπαγάσα εδώ μέσα; Γουστάρω!»

«Νομίζω πως…δεν αισθάνομαι πολύ καλά…» Κίτρινη σαν το λεμόνι η Darkchilde σηκώθηκε όρθια.

«Όλοι πίσω!!» φώναξε ο Dain.

 

Πριν προλάβουμε να αντιδράσουμε όλοι, η καημένη ξέρασε όλο της το στομάχι στο πάτωμα του μπαρ. Και εκείνο το εμετό άρχισε αμέσως να χτυπιέται και να σφαδάζει και να κατρακυλάει μια εδώ και μια εκεί. Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Dain ήταν να αγνοήσει το έκτρωμα που μας έστελνε όλους να σκαρφαλώνουμε καρέκλες και τραπέζια. Άρπαξε το μπουκάλι της βότκας και με τρομερές απειλές και φοβέρες ανάγκασε την Darkchilde να το κατεβάσει ολόκληρο για να της σώσει τη ζωή. Το ξερατό εντωμεταξύ άρπαξε το παπούτσι της Nienna που κόντεψε να χάσει τις αισθήσεις της. Ήταν ο Darky τελικά, που με περισσή ηδονή κατέφτασε με το αναμμένο καμινέτο για να εξοντώσει το τέρας και το παπούτσι.

 

Μείναμε για λίγο όρθιοι να κοιταζόμαστε αποσβολωμένοι.

«Εγώ πάω τουαλέτα…μη με περιμένετε» είπε ο Rasp κατάχλομος. Το σταμάτησε ο Dain με ένα βλέμμα.

«Κοίτα…μού’ρθε κόψιμο, εντάξει;» τραύλισε τσαντισμένος ο Rasp, «Εκτός αν υπάρχει φόβος να μου πεταχτεί κανένα εξωγήινο τέρας κι απ’τον κώλο…άσε με να περάσω!»

Ο Dain έκανε στην άκρη…Και τώρα ήμασταν εφτά.

 

Ναι, οι αθεόφοβοι. Ξαναπήραμε τις θέσεις μας. Ένιωθα πως είχα πιάσει το κολάι με τον σκασμένο τον μεζέ. Εξάλλου τώρα το είχα δοκιμάσει. Το είχαμε δοκιμάσει όλοι μας. Και θέλαμε κι άλλο!

 

«Αυτή τη φορά θα κάνω την φέτα λίγο πιο παχουλή» είπε ο Dain τσεκάροντας μας. Κανείς δεν είπε τίποτα. Ένιωσα το στόμα μου να γεμίζει σάλιο.

 

«Αχχ…Μμμμ…» Τους βγάζαμε όλοι τους ήχους, σαν να κάναμε αδιάντροπα σεξ μπροστά στην σύναξη χωρίς να μας νοιάζει καθόλου.

«Πρέπει να καταπιείτε» είπε ο Dain και τον αγνοήσαμε όλοι. Θέλαμε αυτή η μπουκιά να διαρκέσει. Τώρα ήμουν πιγκουΐνος και βάδιζα ανάμεσα στο κοπάδι. Όχι δεν ήμουν ένας, αλλά τέσσερις. Μας μυριζόντουσαν, το ήξεραν πως υποκρινόμασταν και αραίωναν στο διάβα μας. Ξαφνικά το σκηνικό άλλαξε. Ο ουρανός πήρε μοβ χρώμα και το έδαφος έγινε τραχύ, εξωγήινο. Τώρα ήμουν μια ανεμώνη με βιολετί αγκαθάκια και παρατηρούσα έναν ιπτάμενο δίσκο που χαμήλωνε αργά από ψηλά. Ένιωθα τις σκέψεις της χλωρίδας που με τριγύριζε, ο ίδιος ο πλανήτης ήξερε πως δεν ανήκα εκεί.

 

Ο Dain βάρεσε την παλάμη του στο τραπέζι και κατάπιαμε όλοι. Να και οι βότκες από πάνω. Κοιταχτήκαμε. Μας παρατηρούσε έναν-έναν κι ο οικοδεσπότης. Ένιωθα περίεργα, ανασφαλής. Σαν να ήμουν ξένος ανάμεσα σε ξένους.

«Συνεχίζουμε;» ρώτησε ο Nikosal.

«Όχι πριν σας περάσω πρώτα από το τεστ» απάντησε ανήσυχος ο Dain.

Σήκωσε το καμινέτο και με το άλλο χέρι έβγαλε έναν σουγιά από τη τσέπη.

«Λίγες σταγόνες αρκούν…» και κοιτάζοντας εμένα, «Πήγαινε να φέρεις τον Rasp.»

Έδωσε τον σουγιά στον Nikosal. Εκείνος τον πήρε με τρεμάμενο χέρι, έφερε την κόψη σε ένα δάχτυλο και δίστασε.

«Δεν μπορώ να το κάνω μόνος μου…» είπε.

«Το αναλαμβάνω εγώ» φώναξε ο Darky και πετάχτηκε πρόθυμα εμπρός.

 

Η τουαλέτα είχε άσχημο φωτισμό και ήταν αφύσικα ήσυχη.

«Rasp;» ρώτησα και η φωνή μου φάνηκε να βγαίνει υπόκωφα.

«Τώρα μάλιστα» είπα. Τον ξαναφώναξα χωρίς να πάρω απάντηση. Χτύπησα τις δύο πόρτες που είχε ο χώρος και διαπίστωσα πως ήταν ξεκλείδωτες. Τις έσπρωξα διστακτικά για να βρω το εσωτερικό τους άδειο. Ο Rasp δεν ήταν εδώ. Και που ήταν; Εκείνη την στιγμή ξέσπασαν ουρλιαχτά και κραυγές στο μπαρ. Άκουσα τραπέζια και καρέκλες να αναποδογυρίζουν, τζάμια να σπάνε. Πριν γυρίσω να βγω έξω ένιωσα κάτι παχύρευστο να στάζει στον ώμο μου. Κοίταξα πάνω και τον βρήκα. Είχε απλώσει τα άκρα του από τοίχο σε τοίχο, και κάτι οι βεντούζες στην πλάτη, κρατιόταν από το ταβάνι και με περίμενε, όλο του το είναι ένα στόμα με σαγόνια. Το βλέμμα μου κόλλησε στο σουβλερό ράμφος στο κέντρο.

 

«Πολύ κλισέ αδελφάκι μου» ήταν όσα πρόλαβα να πω πριν προσγειωθεί πάνω μου.

 

Τέλος

 

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now
Sign in to follow this  

  • Upcoming Events

    No upcoming events found
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..