Jump to content
Διγέλαδος

16o Flash Fiction Live (FFL)

16o Flash Fiction Live (FFL) poll  

15 members have voted

This poll is closed to new votes
  1. 1. 16o Flash Fiction Live (FFL) poll

    • Σ' αλάτι και μεσονυχτιά - Naroualis
    • Αφεγγάρωτη νύχτα - Ballerond
    • Το κρινάκι της άμμου - Neraidoni
    • Λευκή πόλη - Nienor
    • Η μυρωδιά του πατέρα - Morfeas
    • Ένα γράμμα για τον πατέρα - Elli Sketo
    • Άτιτλο - GewDrkns
      0
    • Η γυναίκα του Ράμνο Μπορ - Γιώργος77
    • Καμάρι του Βασιλιά - elgalla
    • Το πιο πολύτιμο δώρο - Ιρμάντα


Recommended Posts

Neraidoni

Καλησπέρα παιδιά. Μόλις τελείωσα κι επειδή έχω χάσει την μπάλα με τα ποστ, έχετε την ευγενή καλοσύνη να μου πείτε που θα το αναρτήσω;

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Εδώ, εδώ!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Silvertooth

Άι μωρέ Γιάννη, έχεις γράψει 1200 λέξεις και μας λες ν' αναθαρρήσουμε κιόλα :loughbounce:

  • Haha 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Silvertooth

ΠΩΣ ΤΟ ΚΑΝΕΤΕ? ΠΩΣ? ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΤΕ ΤΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ?

Σας μισώ.

(Με πολλή αγάπη όμως)

  • Like 2
  • Haha 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος
Just now, Silvertooth said:

ΠΩΣ ΤΟ ΚΑΝΕΤΕ? ΠΩΣ? ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΤΕ ΤΟΣΟ ΓΡΗΓΟΡΑ?

Σας μισώ.

(Με πολλή αγάπη όμως)

κι εγώ έχω εντυπωσιαστεί !

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

+ έξτρα 10 λεπτά! πάμε!

  • Like 3
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Ανεβάζω τώρα, μισό να σώσω!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
GewDrkns

Ο αέρας που έσκαγε με φόρα στο πρόσωπό της ήταν παγωμένος. Ο μαύρος μανδύας της δεν ήταν αρκετός για να την κρατήσει ζεστή. Τουλάχιστον, προστάτευε την ταυτότητά της καλύπτοντας όλα τα χαρακτηριστικά του σώματός της. Το μαντήλι, γύρω από το στόμα και τη μύτη της κρατούσαν στην αφάνεια το ράμφος και τα έντονα κόκκινα χείλη της. Το αίμα είχε ήδη ξεραθεί πάνω τους, όμως αυτό δεν την ένοιαζε. Η σπηλιά ήταν μπροστά της. Δύο ακόμα βήματα και θα ήταν ασφαλής. Ή έτσι πίστευε. Μόλις το σκοτάδι της σπηλιάς την τύλιξε σαν ομίχλη, αφαίρεσε γρήγορα από πάνω της το μανδύα, ώστε τα μαύρα φτερά που κοσμούσαν την πλάτη της να απλωθούν.

Το μαντήλι γύρω από το ράμφος της έπεσε στο έδαφος. Δεν χρειαζόταν το φως για να βρει το δρόμο. Οι ήχοι από τις σταγόνες του νερού που έσταζαν, την βοηθούσαν να προσανατολιστεί. Τα μάτια της κουκουβάγιας ήταν σχεδόν τυφλά, μα τα μάτια του λύκου, της έδιναν την όραση που χρειαζόταν. Πλησίασε προς την πύλη και ένιωσε μία παρουσία δίπλα της. Γύρισε γρήγορα προς το μέρος που ένιωσε απειλή αλλάζοντας αμέσως μορφή και πατώντας πλέον σε τέσσερα πόδια αντί για δύο. Η γούνα απλώθηκε στο σώμα της και τα μάτια απέκτησαν ένα μαύρο χρώμα. Τα κόκκαλα στο κορμί της έσπαγαν και πονούσαν, όμως η αλλαγή πλέον είχε γίνει συνήθεια και ο πόνος ήταν υποφερτός. Ο άντρας απέναντί της χαμογελούσε περπατώντας μπροστά της. Ξεγύμνωσε απειλητικά τα δόντια της σκορπώντας σάλια δεξιά αριστερά.

«Δεν περίμενα να σε βρω εδώ τέτοια ώρα, μόνη σου. Θα πρέπει να είσαι πολύ αφελής για να κάνεις κάτι τέτοιο»

Εκείνη, μην μπορώντας να μιλήσει υπό αυτήν την μορφή, απλά γρύλισε ξανά και άρχισε να περπατάει προς τα πίσω για να φτάσει στην ξύλινη πύλη που κοσμούσε το εσωτερικό του βράχου.

«Δεν θα το έκανα αυτό στη θέση σου» την προειδοποίησε, αναγκάζοντάς την να γυρίσει προς το μέρος της πύλης για να εντοπίσει το λόγο.

Φοβόταν, όμως δεν είχε επιλογή, έπρεπε να φύγει από εκεί. Η μορφή του λύκου δεν βοηθούσε την κατάσταση, καθώς δεν μπορούσε να στρίψει το κεφάλι της για να ελέγξει τι γινόταν πίσω της. Άντρες με καφέ φτερά και κίτρινα μάτια την κοίταζαν, μέσα από την πύλη, έτοιμοι να ορμήσουν προς το μέρος της. Απομακρύνθηκε, όσο μπορούσε, καθώς ο άντρας βρισκόταν ακόμα κοντά της. Τα πίσω πόδια της λύγισαν βοηθώντας την να κάνει ένα άλμα προς το μέρος του ώστε να τον δαγκώσει σε όποιο σημείο έβρισκε εκτεθειμένο. Ήταν όμως γρήγορος, κατάφερε να απομακρυνθεί πριν τον φτάσει.

«Γιατί δεν αλλάζεις μορφή να μιλήσουμε σωστά; Αυτό το πράγμα σε υποβιβάζει, δεν το καταλαβαίνεις; Πώς γίνεται να του δίνεις τον έλεγχο; Εσύ, είσαι ανώτερη»

Φυσικά και γνώριζε ότι μιλούσε για την μορφή του λύκου. Δεν ήθελε να τον υπακούσει μα ήξερε πως σε όποια μορφή και αν έμενε δεν είχε ελπίδες. Το σώμα της άρχισε να αλλάζει. Οι τρίχες έπεσαν στο έδαφος και τα μαλλιά της πήραν ξανά το κόκκινο χρώμα τους. Έπεφταν μακριά στην πλάτη της και έκαναν αντίθεση τόσο με τα κίτρινα μάτια της, όσο και με το δέρμα της. Τα χέρια ήταν λευκά όπως και το μισό της πρόσωπο και ο λαιμός, όμως το υπόλοιπο πρόσωπο και το σώμα της είχε μία μελαμψή απόχρωση.

«Χαίρομαι που σε βλέπω, Αρμάντα»

«Δεν μπορώ να πω το ίδιο, Ναθάνιελ»

«Είσαι πολύ πιο εντυπωσιακή από την τελευταία φορά που σε είδα. Φυσικά, τότε ήσουν απλά τεσσάρων. Ενώ τώρα, ολόκληρη γυναίκα»

Δεν μίλησε, απλά έσφιξε τις γροθιές της, καθώς θυμόταν την στιγμή που ο άντρας αυτός σκότωνε τους γονείς της και εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Τα μάτια της μαύρισαν για λίγο, ο λύκος ξυπνούσε και πάλι, όμως κατάφερε να τον περιορίσει.

«Μπορώ να πω ότι το δέρμα σου έχει χωριστεί στα δύο»

Δάδες άναψαν γύρω της, το εκτυφλωτικό φως τους σχεδόν την τύφλωσε, όμως κατάφερε να ανακτήσει γρήγορα την όρασή της. Τα φτερά της ήταν κρυμμένα κάτω από το δέρμα της και τα χέρια της είχαν σφιχτεί σε γροθιές καθώς η φύση δεν θα την βοηθούσε μέσα στην σπηλιά. Δεν μπορούσε να καλέσει καμία από τις δυνάμεις της.

«Θα έρθεις μαζί μας. Απ’ ότι βλέπω δεν έχεις διάθεση να μιλήσεις σήμερα. Άρα, θα μπορούσαμε να κάνουμε αύριο την κουβέντα μας»

«Δεν έχω να σου πω κάτι. Αν θέλεις σκότωσε με»

Τα γέλια του αντηχούσαν μέσα στην ησυχία και στους βράχους. Όλα ήταν έτοιμα να εκραγούν, τουλάχιστον εκείνη έτσι ένιωθε. Όμως, κανένας γύρω της δεν έλεγε να κάνει κάποια κίνηση.

«Φυσικά και έχεις να μου πεις. Έχεις να μου πεις πολλά. Αλλά πρώτα, θα μου δείξεις που κρύβονται οι υπόλοιποι δίμορφοι»

Δεν πρόλαβε να μιλήσει και οι δάδες έσβησαν. Στην αρχή νόμιζε πως το είχε προκαλέσει η ίδια, όμως δεν υπήρχε καθόλου αέρας στον χώρο. Μπορούσε να καλέσει τον αέρα, αλλά κάτι τέτοιο θα την εξαντλούσε εντελώς και έπρεπε να κρατήσει τις δυνάμεις της. Ένιωσε στον ώμο της ένα χέρι να την τραβάει προς τα πίσω και ετοιμάστηκε να επιτεθεί όταν άκουσε έναν ψίθυρο που την έκανε να ηρεμήσει, ενώ ταυτόχρονα την γέμισε με θάρρος.

«Είμαστε εδώ» μία γλυκιά φωνή χάιδεψε σαν απαλό αεράκι το σβέρκο της.

 Ήξερε ότι θα πέθανε και παρ’ όλα αυτά ήταν έτοιμη να πάρει μαζί της όσους περισσότερους μπορούσε από την ακολουθία του Ναθάνιελ. Τώρα όμως, απλά θα είχε την ευκαιρία να σκοτώσει εκείνον.

 Τα φτερά της ελευθερώθηκαν με έναν ήχο που της θύμιζε πως το δέρμα της άνοιξε στα δύο. Ο πόνος δεν υπήρχε, μόνο μίσος και απεριόριστη αδρεναλίνη. Κραύγασε στον αέρα και εντόπισε το θήραμά της. Οι γυναίκες γύρω της διέφεραν από τους άνδρες και τα φτερά τους. Όταν ο ήχος επέστρεφε στην ίδια, ήταν διαφορετικός ανάλογα με το σώμα στο οποίο είχε συγκρουστεί.

Με δύναμη εγκλώβισε στον τοίχο τον άντρα και τον έπιασε από το λαιμό. Αμέσως από το τρέμουλό του κατάλαβε ότι δεν ήταν ο αρχικός της στόχος. Του έσπασε με ευκολία τον λαιμό και προχώρησε ώστε να τον εντοπίσει. Δεν κατάφερε να τον βρει όσο και αν έψαχνε στον χώρο. Ο θυμός της αυξανόταν καθώς η υπομονή της είχε εξαντληθεί.

«Πέρρα! Φως!»

Σχεδόν ούρλιαζε για να ακουστεί πάνω από τις κραυγές των αντρών που γέμιζαν κάθε άκρη της σπηλιάς. Με έναν υπέροχο και συνάμα τρομακτικό τρόπο ο χώρος γέμισε από το φως του φεγγαριού σαν να μην υπήρχαν οι βράχοι γύρω τους. Μαγεμένη από το φως που ανάβλυζε από το ακίνητο σώμα της συντρόφου και προστάτιδάς της, έχασε για λίγο την επαφή της με τον χώρο. Το φως του φεγγαριού είχε πάνω της μία επιρροή που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί. Κανείς άλλος δίμορφος πέρα από εκείνην δεν ήταν μισός λύκος. Οι κουκουβάγιες δεν επηρεάζονταν, το ίδιο και οι θαλασσινοί, όμως εκείνη, ήταν ανήμπορη, εντελώς.

Ένας πόνος στην πλάτη την έκανε να ουρλιάξει και να πέσει στα γόνατα. Πριν προλάβει ο εχθρός της να της επιτεθεί ξανά είχε γυρίσει και τον είχε αρπάξει από τον λαιμό. Ήταν αρκετά δυνατός, όμως όχι πιο δυνατός από εκείνην. Το βασιλικό του αίμα δεν θα τον έσωζε μπροστά στην δύναμη της.

«Τώρα, ήρθε η ώρα να πληρώσεις. Δεν είμαι μόνη. Και σίγουρα δεν υπάρχουν στον κόσμο μας μόνο όσα πίστευες μέχρι τώρα»

Εκείνος εστίασε το βλέμμα του πίσω της και τον είδε σοκαρισμένο από το θέαμα που πρόσφερε το σώμα της Πέρρα. Μα αυτό δεν ήταν αρκετό, σιγά σιγά γυναίκες έκαναν ένα βήμα μπροστά και η κάθε μία ήταν εντελώς διαφορετική από την άλλη. Οι περισσότερες είχαν δίχρωμο δέρμα, άλλες λευκό και καφέ, άλλες κατάμαυρο και γαλάζιο, ενώ κάποιες είχαν τα χρώματα του ουρανού όταν έρχεται μπόρα και τα μαλλιά τους ήταν τόσο λευκά που σχεδόν έμοιαζαν διάφανα. Τρία είδη, μέσα σε ένα σώμα, τρία είδη που πάλευαν για την κυριαρχία και όλα έμοιαζαν να ταιριάζουν αρμονικά μεταξύ τους.

Το φως ξαφνικά έσβησε και ακούστηκε η φωνή της φίλης της να κραυγάζει από πόνο. Κάποιος την είχε τραυματίσει. Πριν προλάβει να αντιδράσει, ο Ναθάνιελ την χτύπησε με δύναμη στο στήθος αναγκάζοντάς της να τον αφήσει. Μέσα στο σκοτάδι, άκουσε φτερούγισμα και πρόλαβε να τον δει να φεύγει. Μία από τις γυναίκες με κόκκινα μαλλιά και μαύρο δέρμα, είχε ανάψει τους πυρσούς με το άγγιγμά της και όλες έτρεξαν προς το μέρος της Πέρρα.

Ένα λευκό υγρό έτρεχε από το πλευρό της και οι ανάσες της είχαν μειωθεί. Έτρεξε προς την άκρη της σπηλιάς, θυμός, μίσος, στεναχώρια και τύψεις πάλευαν μέσα της και την έκαναν να μην σκέφτεται λογικά. Έπρεπε να τον βρει. Έπρεπε να τελειώσει. Η νύχτα δεν την εμπόδιζε, όμως το φεγγάρι έμοιαζε να σβήνει. Ο πόνος για τον θάνατο της φίλης της την έκανε να ουρλιάξει πριν πετάξει ψηλά απλώνοντας τις φτερούγες της.

  • Like 9

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo
3 minutes ago, Morfeas said:

Λέξεις: 1565.

Ουφ, πρόλαβα!

 

Η μυρωδιά του πατέρα.doc

ΚΑΙ ΣΥ; ΠΛΑΚΑ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙΣ;

  • Like 1
  • Haha 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Γιώργος77

Η γυναίκα του Ράμνο Μπορ

Spoiler

Σε αυτή τη βρωμόπολη που με ξαπόστειλαν δεν είχε τίποτα να κάνω. Κοιμόμουνα μέχρι τη μία το μεσημέρι, τάιζα το άλογο, χλαπάκωνα το φαγητό του πανδοχείου- ούτε για τα γουρούνια δεν έκανε-, μπεκρούλιαζα, πείραζα τη γριά σερβιτόρα –εγώ της έταζα γάμο, εκείνη με φώναζε τρυφερά «λεχρίτη!» - κι έγραφα γράμματα στη δόλια τη γυναίκα μου. Πέντε παιδιά μεγάλωνε η καημένη, κι εγώ εκτελούσα διαταγές του γραμματέα του υπασπιστή του Στρατηγού Κορνήλιου σε μια πόλη τέρμα Θεού, όπου οι μισοί μιλούσαν βουργάρικα, λίγοι ρωμέικα κι οι υπόλοιποι μια γλώσσα μυστήρια που δεν την είχα ξανακούσει ποτέ μου. Πάμφτωχοι όλοι εντωμεταξύ.

Τις νύχτες φόραγα τον μανδύα μου για να μην πεθάνω από το κρύο και τριγυρνούσα στα σοκάκια σκορπώντας πανικό στους φιλήσυχους πολίτες. Μαύρα μαλλιά μακριά, μούσια, μυρωδιά από ιδρώτα και κρασί που την καταλάβαινες στα είκοσι μέτρα κι ένα μεγάλο σπαθί στο θηκάρι μου. Πολύ θα ήθελα κάποιος να μου την πέσει, αλλά οι ντόπιοι τίποτα. Κοπάδι από αρνιά. Με κοιτούσαν πίσω από σφαλιστά παράθυρα. Ακόμα κι οι στρατιώτες δεν είχαν όρεξη να τα βάλουν μαζί μου, να μου κάνουν μια παρατήρηση, κάτι. Η επιστολή με τα διαπιστευτήριά μου που είχα δώσει στον φρούραρχο  ήταν αρκετή γι’ αυτούς. Δεν με πλησίαζαν καν. Έκανα την περιπολία μου μέσα στην ομίχλη, χάζευα τον ουρανό και τ’ άστρα, άκουγα τα βατράχια να τραγουδάνε στο ποτάμι που πέρναγε μέσα από την πόλη και γύρναγα στο κρεβατάκι μου για όνειρα γλυκά.

Ήταν πρωί χαράματα όταν με ξύπνησε ο Πάτερ Ελίστρατος. Είχε τα μεγαλύτερα φρύδια που είχα δει ποτέ, ένα μούσι μακρύ και γλοιώδες κι η ανάσα του μύριζε αλκοόλ και σκατά. Μου ήρθε να τον στείλω στο διάολο πρωινιάτικα, αλλά είπα μέσα μου «αμαρτία, ας τον καλύτερα». Το χέρι πάντως δεν του το φίλησα, κι ας ήξερε πολύ καλά όποιον λιμοκοντόρο έγλειφε τον βασιλέα. Μαζί του έσερνε τέσσερις τύπους ψηλούς και γερούς σαν αρκούδες, που δεν μιλούσαν ποτέ, μόνο μουγκρίζανε όποτε τους έδινε ο παπάς διαταγές. Τον ένα τον είχα ξαναδεί, σε μια επιδρομή μας σε ένα χωριό βουργάρικο. Πολύ βίαιος τύπος, εντελώς βλάκας κι απίστευτα επικίνδυνος. Είχε λυσσάξει την ώρα της μάχης – και καλά, κάτι άοπλους χωριάτες σφάζαμε – και παραλίγο να σκοτώσει έναν δικό μας. Η θέα του αίματος τον είχε αλαφιάσει τόσο που δεν έβλεπε μπροστά του.

Με αυτούς τους κακομούτσουνους αναγκάστηκα να ανέβω το βουνό. Μπροστά ο παπάς, τελευταίος εγώ, κάθε λίγο και λιγάκι γύριζαν τα ζώα και μου έλεγαν να κάνω πιο γρήγορα. Δεν τους έδινα καμιά σημασία, χάζευα τις ομορφιές του δάσους, ήταν ένα μέρος υπέροχο, δέντρα, βλάστηση, ρυάκια. Ήθελα να μαζέψω λουλούδια για τη γυναίκα μου, αλλά η παρέα μου δεν σήκωνε τέτοια. Μετά από έξι ώρες δρόμο φτάσαμε στο φαράγγι του Ράμνο Μπορ.

Ήταν ένα μέρος τέλειο για ενέδρα. Ψηλοί γκρεμοί παντού και το μονοπάτι στενό, ίσα ίσα χώραγε να περάσει ένας άντρας. Σήκωσα την κουκούλα του μανδύα μήπως και κόψει τη φόρα καμιάς πέτρας. Δεν είχα τη σιγουριά του κράνους, αλλά κάτι θα έκανε. Είχα και μια εμπειρία σ’ αυτά τα πράγματα, σε τόσες μάχες ήμουνα και μόνο δυο δάχτυλα είχα χάσει.

Σταματήσαμε μπροστά από μια σπηλιά. Ο Ελίστρατος μάς είπε να ξεσπαθώσουμε και να ετοιμαστούμε. Μέσα στην σπηλιά ζούσε μια γυναίκα αμαρτωλή και σιχαμένη.  Έπρεπε να τη βγάλουμε έξω για να της δώσουμε αγιασμό να πιεί.

«Τι, αυτό είναι;» είπα μέσα μου. «Για αυτό με φέρανε από την Πόλη;»

Τη γυναίκα την πιάσαμε και την σύραμε έξω. Τα ρούχα της ήταν παλιοκαιρισμένα, κάποτε πρέπει να ήταν όμορφη, τώρα ήταν κοκαλιάρα γεμάτη πληγές με πύον, σίγουρα ήταν άρρωστη, πανουκλιασμένη ίσως. Φοβόμουν μην κολλήσω, μου ήρθαν στο νου τα παιδιά μου.

Ο Ελίστρατος την κοπάνησε στο κεφάλι κι αυτή έπεσε κάτω μισολιπόθυμη. Έκανε σήμα σε έναν δικό μας κι αυτός όρμησε να την γαμήσει. Με όση δύναμη τής είχε απομείνει, η κακομοίρα φώναζε. Ο παπάς άρχισε να ψέλνει:

«Εις το όνομα του πατρός, του υιού και του αγίου πνεύματος. Την πύλη της κολάσεως κλείνω , ώστε δαίμονες εξουσίαν ουκ έχουσι.» Τέτοια λόγια έλεγε συνέχεια, ενώ οι υποτακτικοί του βίαζαν την άμοιρη γυναίκα ο ένας μετά τον άλλον. Θεία λειτουργία μετά «ανασκολοπισμού» των εχθρών, πολλά είχαν δει τα μάτια μου, αλλά αυτό παραπήγαινε. Δεν συμμετείχα σ’ αυτό το ανοσιούργημα, έτσι κι αλλιώς κανείς δεν με κάλεσε. Μου ερχόταν αναγούλα κι ευχόμουν το θάνατο εκείνης της γυναίκας. Πώς θα ζούσε μετά από τέτοια ατίμωση;

Φώναζε, ούρλιαζε κι ακουγόταν σ’ όλο το Ράμνο Μπορ. Κάτι θα ήξερε. Καμιά ώρα μετά ήρθαν οι δαίμονες με τα κέρατα και τις ουρές και τα τραγοπόδαρά τους, που μιλούσαν βουργάρικα και μύριζαν θειάφι, και μας έκαναν κομμάτια. Σε κάποια σπηλιά εκεί κοντά θα ζούσανε και θα τρώγανε ανθρώπους.  Μόνο εγώ τη γλίτωσα, του Ελίστρατου του κόψαν το κεφάλι, η γυναίκα δεν ξέρω τι απέγινε, όταν μου έβγαλαν και τα δυο μου μάτια λιποθύμησα.

Αυτά είδα, αυτά έζησα, αυτά λέω. Αφήστε με τώρα να πάω στη γυναίκα μου, αφού δεν άφησα τα κοκαλάκια μου στο Ράμνο Μπορ.

Πρώτο μου φάνταζυ έβερ. Φανταζάδες παρακαλώ επιεική τα σχόλια σας....

  • Like 9

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

4 λεπτά ακόμα :o

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Αφού δόθηκε παράτηση το κοίταξα άλλη μια φορά (γιατί το είχα δημοσιεύσει κακήν κακώς) κι έκανα κάποιες διορθώσεις (τυπογραφικά κυρίως και λεξιλογικά). Έκανα έντιτ στο αρχικό, αν υπάρχει θέμα, ακυρώστε με.

  • Like 2
  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Κιάρα, Ευθυμία, Αταλάντη, Μορφέας... που πάω ξεβράκωτος στα αγγούρια.

  • Haha 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo
2 minutes ago, Morfeas said:

Έκανα έντιτ στο αρχικό

Τον τίτλο άλλαξε. Μόνο ένας πατέρας χωράει εδώ μέσα.

  • Like 2
  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Εγώ ούτε που το διάβασα. Δεν ξέρω τι θα βρείτε. Μπορεί να πείτε και "παναγιά μου, μια αρκούδα", που λέει κι η Κιάρα. 

 

Εδίτιον, το λεξιμετρικόν: 1237 έγραψε το κοντέρ. 

Edited by elgalla
  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Διγέλαδος

Έμεινε κανείς άλλος, να κλείσουμε;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Άλεξ, σφυρίξαμε λήξη;

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas
1 minute ago, Elli Sketo said:

Τον τίτλο άλλαξε. Μόνο ένας πατέρας χωράει εδώ μέσα.

Ε όχι, δεν θα μου πείτε τώρα και γι αυτόν τον τίτλο τίποτα, μην σας αποτσιγαρίσω ημιθανώς όλους εδώ μέσα. :p

  • Like 1
  • Haha 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Ανεβάζω κάτι αλλά λέω να μην με υπολογίσετε. Είναι του μισάωρου και είπα να σας το δείξω για πλάκα:

Spoiler

 

 Το πιο πολύτιμο δώρο

 

Διαβαίνοντας την πύλη ο Εξόριστος δεν είχε χρόνο να σκεφτεί: οι φύλακες ήταν εκεί, τόσο τρομεροί όσο τον είχαν προειδοποιήσει πως θα ήταν. Έφερε τα χέρια στις λαβές των μαχαιριών του, λαβές από μαύρο φίλντισι –που λένε πως οι δαίμονες το φοβούνται. Και οι φύλακες στην πύλη, είχε πει η Καλοκυρά, ήταν δαίμονες. Ο πολεμιστής τράβηξε τα μαχαίρια, τα πέταξε, ελπίζοντας το ξόρκι της Καλοκυράς να λειτουργούσε όπως ήταν καθορισμένο. Τα μαχαίρια θα χτυπούσαν τους φύλακες -δαίμονες και θα γυρνούσαν στον αφέντη τους. Τον έπιανε τρόμος να σκέφτεται πόσα πολλά πράγματα είχε αφήσει να ρυθμίσουν οι άλλοι. Αν το ξόρκι στα μαχαίρια δεν λειτουργούσε, θα ήταν άοπλος. Αν ο μανδύας του δεν τον περίμενε διπλωμένος στο έμπα της σπηλιάς, η μορφή του θα παρέμενε εκείνη του Εξόριστου. Θα γλίτωνε ίσως από τους δαίμονες, αλλά όχι από τους στρατιώτες του αυτοκράτορα.  

Η νύχτα προχωρούσε κι εκείνος πάλευε ακόμη, αρπάζοντας τα μαχαίρια του στον αέρα και στέλνοντάς να πολεμήσουν πλάσματα που τα μάτια του δεν καλοξεχώριζαν. Κάποτε τα ουρλιαχτά καταλάγιασαν, μπόρεσε να νιώσει τον αέρα καθαρότερο γύρω του: η έχθρα, πάντοτε, τον έκανε να πνίγεται. Πήρε βαθιά ανάσα και μάζεψε τα μαχαίρια πίσω στις θήκες τους. Τα παράξενα αστέρια έμοιαζαν λιγότερο παράξενα όσο περνούσαν οι στιγμές. Βάδισε με μέτρια δυσκολία στο εξωγήινο φως τους: το έμπα της σπηλιάς, κατάμαυρο, με σχήμα απροσδιόριστο, φάνταζε απειλητικό, σαν στόμα έτοιμο να τον καταπιεί. Εδώ είναι το δύσκολο, σκέφτηκε, κλείνοντας σφιχτά τα μάτια. Έκανε μερικά βήματα και βρέθηκε στο σκοτάδι της σπηλιάς, έσκυψε, άπλωσε το χέρι του δεξιά, αγγίζοντας σκέτο αέρα. Άνοιξε τα μάτια. Στράφηκε αριστερά. Τίποτα. Τίποτα μπροστά, πίσω του, αριστερά ή δεξιά του. Ο Μανδύας έλειπε – ακόμη μία φορά

Έγειρε πίσω το κεφάλι, άκουσε το κλικ: «Γαμώτο ρε φίλε» ψιθύρισε. Ακόμη ένα κλικ.

 

Άνοιξε τα μάτια: η φιγούρα του Παπαδογιάννη, ψιλόλιγνη, με αυτιά τόσο μεγάλα που έλεγες πως θα έπρεπε να ανεμίζουν σαν του Ντάμπο, τον κοιτούσε με απογοήτευση, σαν να ήταν δικό του το λάθος.

«Ο μανδύας, ε;»
«Ο μανδύας, βέβαια. Τι άλλο. Εκεί κολλάμε πάντα». Ο Καράβολας έκανε να σηκωθεί. «Ένα λεπτό, να το τρέξω άλλη μια» έκανε ο Παπαδογιάννης, με την άνυδρη, ανδρόγυνη φωνή του.

«Δεν θέλω, ρε άνθρωπε, να το τρέξεις άλλη μία. Εκατό «άλλη μία» φορές το έχεις τρέξει. Και τις εκατό πάω να πιάσω το μανδύα μου και να μην σου πω τι πιάνω. Θέλω να με πας εκεί που σου ζήτησα, το κέρατό μου. Να κάνεις αυτό που σε πλήρωσα για να κάνεις. Γαμώτο δηλαδή.»

Ο Παπαδογιάννης έσκυψε το κεφάλι και το βλέμμα του, αν αυτό ήταν δυνατόν, έγινε ακόμη πιο άνυδρο. «Αν προσπαθούσαμε με μία άλλη ιστορία….»

«Δεν θέλω άλλη ιστορία. Θέλω αυτήν την ιστορία. Ζήστε το παραμύθι σας, έτσι μου το πούλησες, Παπαδογιάννη. Το δικό μου παραμύθι θέλω να ζήσω, όχι το δικό σου. Όχι τα προκάτ σεναριάκια που ταΐζεις τους πιτσιρικάδες, γκέγκε; Αυτό που κατέθεσα θέλω. Αυτό που σε πλήρωσα θέλω.»

Πήρε βαθιά ανάσα: η έχθρα, πάντοτε, του προκαλούσε δύσπνοια. «Σε πλατφόρμα οραματισμού» πρόφερε, μισοκλείνοντας τα μάτια. «Τελευταία σου ευκαιρία, Παπαδογιάννη. Ειλικρινά δηλαδή. Δεν ξέρεις ποιος είμαι εγώ. Δεν ξέρεις τι γνωριμίες έχω. Θα σε κλείσω άμα γουστάρω. Άμα δεν μπορείς να κάνεις το κέφι μου. Θα σε κλείσω…»

Το βλέμμα του γλάρωσε. Ο νους του παραδόθηκε στον οραματισμό του μανδύα. Πώς έπρεπε να είναι, τι δουλειά έπρεπε να κάνει, πού θα βρισκόταν κρυμμένος. Ο Μανδύας των μορφών, που άλλαζε πρόσωπο, σώμα, στον κάθε ένα που τον φορούσε. Ο Μανδύας των μορφών, που μπορούσε να σε κάνει, κυριολεκτικά, έναν άλλον άνθρωπο.

Ο Παπαδογιάννης θαύμαζε το κομμάτι, όπως αναδυόταν, ψηφίδα την ψηφίδα, από τη δημιουργική φαντασία του πελάτη του. Ο Μανδύας των μορφών σχηματιζόταν εντελώς χειροπιαστός στον τρισδιάστατο εκτυπωτή που είχαν εγκαταστήσει με τους συνεργάτες του στον ακριβώς από κάτω όροφο: μαζί με ένα πλήθος μαγικά φίλτρα, παντοδύναμα όπλα και αλλόκοτα γκατζετάκια που οι πάμπλουτοι χρηματοδότες τους πουλούσαν τις ψυχές τους για να αποκτήσουν. Η έμπνευση ήταν σίγουρα το πολυτιμότερο αγαθό, το μεγαλύτερο δώρο που είχε κάνει στον άνθρωπο ο θεός ή το σύμπαν ή το τυχαίο συνταίριασμα των στοιχείων. Ό,τι δεν έκανε η τεχνολογία, ό,τι δεν έκαναν τα ναρκωτικά το έκανε η έμπνευση. Ό,τι οραματίζονταν οι πελάτες μπορούσαν τα αφεντικά του Παπαδογιάννη να το αποκτήσουν. Αρκεί ο οραματισμός να ήταν δυνατός και ξεκάθαρος. Αρκεί να υποχρεωνόταν ο πελάτης να οραματιστεί το ίδιο αντικείμενο, ξανά και ξανά.

«Τώρα να το τρέξεις άλλη μία. Παπαδογιάννη, λες και τον βλέπω μπροστά μου, δηλαδή. Έτσι να κάνω και μου φαίνεται πως θα τον αγγίξω. Ο Μανδύας των μορφών. Ειλικρινά, δεν μπορείς να τον δεις; Σκούρο μπλε, με πράσινα νερά στην ύφανση. Κολλάει πάνω σου σαν μετάξι. Παίρνει το σχήμα που θα του πεις. Σε κάνει ό,τι του πεις. Γαμώτο. Θα σε πάρει και θα σε σηκώσει αν ξαναμπώ άλλη μία στη σπηλιά και δεν τον βρω. Τον βλέπεις ή όχι;»

 

 

 

 

 

  • Like 6
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..