Jump to content

Τα νερά κι οι εποχές και τ' άστρα


Recommended Posts

elgalla

Όνομα Συγγραφέα: Αταλάντη Ευριπίδου
Είδος: φαντασία
Βία; όχι καλέ
Σεξ; το λες και σεξ
Αριθμός Λέξεων: 827
Αυτοτελής: ναι, αν και μπορεί να μεγαλώσει κάποια στιγμή
Σχόλια: φλασάκι που γράφτηκε για τις συγγραφικές ασκήσεις

 

Κάτω απ’ τις ανθισμένες δαμασκηνιές, το χιόνι λάμπει μαλακό κι αφράτο, απάτητο από πόδια ανθρώπινα ή θεϊκά. Στην άλλη όχθη του ποταμού, οι εποχές μένουν αιώνια παγωμένες κάπου ανάμεσα στα τέλη του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης. Ο Σινμπάο ζηλεύει το χιόνι που χαϊδεύει τα πέλματα της αγάπης του. Ζηλεύει και τις δαμασκηνιές που τη σκιάζουν και που προσφέρουν στήριγμα στους τρυφερούς της ώμους. Φθονεί τα ανθάκια που ποθούν την ιερή της όψη και πέφτουν απ’ τα κλαδιά μόνο και μόνο για μια ευκαιρία να στολίσουν τα μαλλιά της. Και τι δεν θα ’δινε να ήταν στη θέση τους. Μα τους χωρίζουν τα νερά κι οι εποχές και τ’ άστρα. Στη δική του μεριά έχει καλοκαιριάσει. Το κοπάδι του βόσκει λίγο πιο πέρα· τα ζώα έχουν ήρεμη ιδιοσυγκρασία, σπάνια του προκαλούν προβλήματα. Βγάζει τον αυλό του και, με το βλέμμα κολλημένο απέναντι, αρχίζει να παίζει.

Δεν αργεί να εμφανιστεί. Είναι ντυμένη στα γαλάζια κι από τα βλέφαρά της κρέμονται κρύσταλλοι. Μαύρα μαλλιά στραφταλίζουν σ’ έναν ήλιο που στη μια όχθη είναι θολός και ψυχρός και στην άλλη ζεστός και καθάριος. Το πάλλευκο δέρμα της είναι καμωμένο από χιλιάδες χιονονιφάδες, είναι ολάκερη μαλακό κρύσταλλο, ανθρώπινη κι απάνθρωπη ταυτόχρονα. Τα χείλη της μοιάζουν κυανά λουλούδια, τα μάτια της, μαύρα κι αυτά, έχουν το χρώμα του χειμώνα, το χρώμα του νερού. Στην παγωνιά, η ανάσα της αχνίζει γαλάζια. Τιανλάν, ζωή μου, τραγουδάει ο αυλός. Τιανλάν, κυανό μου σύννεφο.

Κάποτε τον έλεγαν απλώς Μπάο, αυτός που ανθίζει. Ήταν υπάκουος γιος, το καμάρι των γονιών του. Το μέλλον του ίσως ήταν προδιαγεγραμμένο, μα θα το δεχόταν στωικά και μ’ ευγνωμοσύνη, γιατί έτσι είχε μάθει. Μέχρι τη μέρα που η Τιανλάν κατέβηκε απ’ τον ουρανό, απ’ το παλάτι της πέρα απ’ τα αστέρια. Ο Μπάο την πόθησε με το που την είδε γιατί τι άλλο μπορούσε να κάνει; Ήταν ένας βοσκός, ένα σκληρό, ζεστό κορμί που λίγα χρόνια θα μετρούσε. Κι αυτή ήταν χιόνι και δροσοσταλιά, είχε δει τον κόσμο να γεννιέται κι είχε βαδίσει στο Ταό για περισσότερο καιρό απ’ όσον υπήρχαν άνθρωποι κι ανάσαιναν. Και τον ευλόγησε με το στόμα της και με τα δάχτυλά της και μ’ όλη τη γλύκα του ουρανού, εκείνη που έσταζε ανάμεσα απ’ τα πόδια της. Μα ποιος θνητός αξίζει να αγαπήσει την κόρη του Πράσινου Δράκου; Κανείς, πόσο μάλλον ο ταπεινός Μπάο. Ο Δράκος έριξε το ποτάμι ανάμεσά τους. Τα νερά και τις εποχές και τ’ άστρα. Κι εκείνος, από Μπάο έγινε Σινμπάο, αυτός που ανθίζει χίλιες φορές, γιατί χίλιες φορές την είχε γυρέψει στις όχθες που τους χώριζαν και χίλιες φορές θα τη γύρευε ακόμα, ως να σωθούν τα χρόνια του όλα.

Τιανλάν, δροσιά στα στήθια μου, Τιανλάν, μέλι της πλάσης, ψέλνει ο αυλός και τα γαλάζια χείλη ανθίζουν για χάρη του, μόνο για χάρη του. Ένα-ένα, τα υφάσματα που ντύνουν τη μορφή της γλιστράνε, πέφτουν απ’ τους κομψούς της ώμους σαν ψιχάλα. Η θέα του γυμνού κορμιού της τον ζαλίζει, μα καταφέρνει να μη χάσει ούτε μια νότα. Κάτω απ’ τα μικρά της πόδια, το χιόνι παραμένει αφράτο, παραμένει απάτητο. Ξαπλώνει στην όχθη, προσέχοντας να μην αγγίξει τα νερά ανάμεσά τους. Τον κοιτάει με μάτια υγρά κι ένα λαχάνιασμα γαλάζιο φεύγει απ’ το στόμα κι απ’ τα ρουθούνια της.

Όταν τους χώρισε το ποτάμι γέλασαν και πίστεψαν πως μπορούσαν να κοροϊδέψουν τον Δράκο, πως η αγάπη τους ήταν πιο δυνατή από εκείνον που είχε γεννηθεί μαζί με το Ταό και που το είχε μπουσουλήσει πριν το περπατήσει. Κι αν τους χωρίζαν τα νερά, τι μ’ αυτό, θα σμίγαν στα νερά. Μα το ποτάμι ήταν λάβα ζεματιστή για την Τιανλάν και παγερός χειμώνας για τον Σινμπάο και κανείς απ’ τους δύο δεν μπορούσε να φτάσει τον άλλο και να ζήσει.

Τον κοιτάει κι αγγίζει τα μικρά της στήθη, γλιστράει δάχτυλα μέσα της κι αγκομαχάει από ηδονή. Δεν αρκεί, δεν αρκεί, ακούει την απεγνωσμένη της φωνή μες στο μυαλό του. Σε χρειάζομαι. Ούτε να μιλήσουν δεν μπορούν, τα λόγια τους χάνονται μες στη βουή των υδάτων. Κι ο Σινμπάο κάνει το μόνο που μπορεί, το μόνο που κάνει πάντα. Της πετάει τον αυλό του. Χίλιους αυλούς έχει πετάξει και θα πετάξει άλλους χίλιους, ως να σωθούν οι ανάσες του όλες και πια να μη μπορεί να παίξει. Εκείνη τον πιάνει, βρίσκει τη μεριά που άγγιζαν τα χείλη του και τη σπρώχνει μέσα της. Αυτός λύνει το παντελόνι του και χαϊδεύεται, όλο του το κορμί πονάει από ανάγκη για την Τιανλάν του, ψελλίζει τ’ όνομά της, μα είναι λίγο, είναι τίποτα για κάποιον που έχει γευτεί τα πάντα. Κοιτιούνται στα μάτια, ψιθυρίζουν λόγια που δεν ακούγονται, τρέμουν και φλέγονται και σκάνε ταυτόχρονα, σαν τα πυροτεχνήματα που στολίζουν τους ουρανούς στην απαρχή κάθε καινούριου χρόνου.

Μα το ποτάμι κυλάει ακόμη ανάμεσά τους κι ο Δράκος είναι ακόμη πιο δυνατός απ’ την αγάπη κι οι άνθρωποι είναι ακόμη ανάξιοι για τις θεές. Μέχρι την επόμενη φορά που θα συναντηθούν στις όχθες  κι ο Σινμπάο θα παίξει τον αυλό του κι η Τιανλάν θα λύσει τις ρόμπες της.  

Edited by elgalla
  • Like 8
Link to post
Share on other sites
  • 1 year later...
Roubiliana

Ω, μου άρεσε πολύ. Τόσο ρομαντικό κ τόσο ωραία κ πλούσια ιστορία με τόσο λίγες λέξεις. Αν δεν είχε όνομα συγγραφέα, θα το περνούσα για παλιό, κινέζικο παραμύθι.

  • Thanks 1
Link to post
Share on other sites

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..