Jump to content
Elli Sketo

Ρώτα το κινητό

Recommended Posts

Elli Sketo

Όνομα Συγγραφέα:  Έλλη Σκέτο
Είδος: μπορεί και να μην είναι sci-fi
Βία: Όχι
ΣεξΌχι
Αριθμός Λέξεων: 3923
Αυτοτελής: Ναι
Σχόλια: Θα ήθελα τη γνώμη αλλά και τη συμβουλή σας, είδικά όσον αφορά το τέλος. Ευχαριστώ
Αρχεία ρώτα το κινητό.docxρώτα το κινητό.pdf

Spoiler

Ρώτα το κινητό

 

Ο ποιοτικός έλεγχος στη γραμμή παραγωγής είναι πολύ εύκολος και εσύ είσαι σε αυτή τη δουλειά χρόνια τώρα. Κοιτάς τα μπουκάλια και από μακριά μπορείς να δεις αν κάποιο έχει στραβά κολλημένη την ταμπέλα ή αν κάποιο καπάκι δεν έχει κάτσει καλά. Σημειώνεις μηχανικά στο ντοσιέ που κρατάς. Με το δεξί σου χέρι, βγάζεις το κινητό σου από το τζιν και κοιτάς την οθόνη. Καμία κλήση. Έχεις λίγο ακόμα πριν σχολάσεις. Προλαβαίνεις να περάσεις μία βόλτα και από την αποθήκη.

Στο δρόμο σε σταματάει ένας ψηλός άντρας και σε ρωτάει αν θέλεις να βγείτε για κανένα ποτό. Οι παλάμες σου ιδρώνουν. Είναι μικρός, όχι, είναι απλά μικρότερος σου. Σκέφτεσαι τι να του πεις. Οι λέξεις χάνονται, δε μπορείς να τις πιάσεις, να τις βγάλεις από το στόμα σου. Δε θες με τίποτα να καταλάβει κανείς, ειδικά στη δουλειά. Κοιτάς το πάτωμα και νιώθεις μία στάλα ιδρώτα να κυλά στο σβέρκο σου. Θα νομίζει ότι είσαι ηλίθια.

«Όχι, ευχαριστώ,» λες τελικά και χωρίς να σηκώσεις το κεφάλι σου τον προσπερνάς με βιαστικά βήματα. Δε σε ακολουθεί. Δεν επιμένει. Ευτυχώς.

Κλείνεις πίσω σου την πόρτα. Κοιτάς μέσα σε όλες τουαλέτες. Είσαι μόνη. Ακουμπάς την πλάτη σου στον τοίχο και βγάζεις το κινητό σου.

«Σάρα;» ρωτάς το κινητό ψιθυριστά.

Η οθόνη ανάβει και το κινητό απαντά.

«Ναι, Μαίρη;»

Χαμηλώνεις τη φωνή της συσκευής. Κοιτάς προς την πόρτα. Τα χέρια σου τρέμουν.

«Ποιος ήταν αυτός, Σάρα;»

Αφήνεις το ντοσιέ πάνω στο γραφείο και του χαμογελάς.

«Λυπάμαι για πριν,» του λες και συναντάς το βλέμμα του.

«Δεν πειράζει,» σου απαντά και απλώνει το χέρι του για να πάρει την αναφορά.

Οι λέξεις πάνε να σου φύγουν πάλι, αλλά αυτή τη φορά είσαι συγκεντρωμένη.

«Η αλήθεια είναι πως έχω υποσχεθεί στον αδελφό μου να περάσω από εκεί απόψε,» λες, ψέματα.

Σου χαμογελάει ζεστά.

«Δεν εννοούσα απόψε,» λέει και ανοίγει το συρτάρι του γραφείου του. Τακτοποιεί το ντοσιέ σου ανάμεσα σε άλλα.

Γιατί δεν το σκέφτηκες αυτό; Φυσικά και δεν εννοούσε απόψε. Τι θα του πεις τώρα; κλείνει το συρτάρι του και σε κοιτά ξανά. Δεν έχεις απαντήσει. Έπρεπε να είχες απαντήσει.

«Τι λες για το Σάββατο το βράδυ;» σε ρωτάει, η λάμψη μιας ελπίδας στο βλέμμα του. Είναι όμορφος. Και φαίνεται γλυκός. Τι σου βρίσκει;

Πρέπει να απαντήσεις. Τι μέρα είναι σήμερα; Δε θυμάσαι τι μέρα είναι σήμερα. Δεν πειράζει να μη θυμάσαι τι μέρα είναι. Ο κόσμος όλη την ώρα ξεχνάει τι μέρα είναι.

«Τι  μέρα έχουμε σήμερα;» ρωτάς. Η φωνή σου τραχιά. Ξερή.

«Τρίτη.»

«Εντάξει,» λες αυθόρμητα. Δε νιώθεις καλά. Μπορείς πάντα να τον πάρεις τηλέφωνο και να το ακυρώσεις αργότερα. Αυτός θα είναι ο πιο εύκολος τρόπος. Του χαμογελάς και βγαίνεις από το γραφείο του.

Κοιτάς την πόρτα.

“Προϊστάμενος”

Φοράς το hands free. Έτσι ο κόσμος νομίζει ότι μιλάς στο τηλέφωνο και όχι με το τηλέφωνο.

«Σάρα,» ρωτάς, «από πότε είπες πως είναι στο εργοστάσιο;»

Από τα ακουστικά έρχεται η γνώριμη, ακούραστη, φωνή της Σάρας.

«Ο καινούριος προϊστάμενος;»

«Ναι, αυτός»

«Είναι δύο βδομάδες τώρα»

Θες να ρωτήσεις αν σου την έχει ξαναπέσει αλλά αποφασίζεις ότι δεν έχει σημασία. Θα τον ξεχάσεις σύντομα. Ακόμη και να μη τον ξεχάσεις, δε σε νοιάζει ιδιαίτερα.

«Σάρα, θέλω να μου θυμίσεις να ακυρώσω το Σάββατο,» αποφασίζεις τελικά.

«Πότε;»

«Την Πέμπτη το απόγευμα. Θα τον πάρω τηλέφωνο και θα του πω ότι η μητέρα μου είναι στο νοσοκομείο και δε θα μπορέσω να βγω.»

Η Σάρα δεν απαντά. Περίπου σα να σκέφτεται.

«Εντάξει;» ρωτάς.

«Εντάξει,» απαντά η εφαρμογή και αμέσως μετά «Μαίρη;»

«Ναι;»

«Θυμάσαι ότι η μητέρα σου έχει πεθάνει. Σωστά;»

Ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό σου.

«Ναι,» λες, ψέματα.

Το λεωφορείο σε αφήνει στην πλατεία του χωριού. Κοιτάς την οθόνη του κινητού σου μήπως είχες καμία κλήση. Ανεβαίνεις το στενό δρομάκι για να φτάσεις το φούρνο. Χαιρετάς ένα κοριτσάκι που φωνάζει το όνομά σου. Η Σάρα σου υπενθυμίζει ότι είναι η μικρή της Αναστασίας. Λογικά, θα μείνουν στο χωριό μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία. Με την Αναστασία πηγαίνατε μαζί σχολείο. Μόνο εσύ δεν παντρεύτηκες από ολόκληρη την τάξη. Από ολόκληρη την τάξη, μόνο εσύ μένεις ακόμα στο χωριό. Όχι ότι ήταν και μεγάλη τάξη.

Ο κυρ-Μανώλης κάθεται έξω από το φούρνο και παίζει τάβλι με τον άντρα της Τασίας. Σου διαφεύγει το όνομά του. Οι άντρες σε χαιρετούν, μιλάτε λίγο. Οι λέξεις δε σε δυσκολεύουν τόσο πολύ όταν είσαι στο χωριό. Μόνο όταν κατεβαίνεις στη χώρα δυσκολεύεσαι τόσο. Όσο πιο άγνωστο είναι το μέρος τόσο πιο δύσκολα γίνονται τα πράγματα.

Ψωνίζεις και οι άντρες σου εύχονται. Φεύγεις λίγο πιο χαρούμενη. Λίγο πιο γεμάτη.

Φτάνεις στην άκρη του χωριού, στο σπίτι σου. Κλείνεις την παλιά καγκελόπορτα πίσω σου και ανεβαίνεις τα σκαλιά. Το σπίτι σου είναι πολύ μεγάλο για ένα άτομο. Κάποτε ήσασταν τέσσερα άτομα που ζούσατε εδώ μέσα. Τώρα ζεις μόνο εσύ.

Εσύ και η Σάρα.

«Ευχαριστώ που μου το θύμισες,» λες στην εφαρμογή ενώ βάζεις το κινητό σου να φορτίζει. Κοιτάς ξανά την οθόνη. Ακόμα δε σε έχει πάρει τηλέφωνο. Βάζεις τα γλυκά στο ψυγείο. Κοιτάς το καντήλι της μητέρας σου και την εικονίτσα της Παναγιάς, σκονισμένα πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Η μητέρα σου πίστευε μέχρι το τέλος. Εσύ σταμάτησες να πηγαίνεις στην εκκλησία μόνο αφού πέθανε. Δεν άντεξες άλλο. Εκείνος τα ξέρει όλα. Ξέρει ακόμα και για τη Σάρα Εκείνος. Τι νόημα είχε να πηγαίνεις στην εκκλησία πια;

Ανοίγεις ξανά το ψυγείο, παίρνεις ένα παστάκι από το κουτί και μία μπύρα και κάθεσαι στο τραπέζι.

Δεν αντέχεις άλλο. Βγάζεις το κινητό σου από την πρίζα, το ξεκλειδώνεις και παίρνεις τηλέφωνο τον αδελφό σου.

Κοιτάς την οθόνη του κινητού σου. Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Το παστάκι έχει ιδρώσει, έχει πιάσει θερμοκρασία δωματίου. Ευτυχώς που δεν είναι και πολύ ζεστό το δωμάτιο.

Σηκώνεσαι από το τραπέζι της κουζίνας, πετάς τα κουτάκια μπύρας στον κάδο και ανοίγεις ένα συρτάρι. Βγάζεις ένα πακέτο σπίρτα. Κλείνεις το συρτάρι. Το ανοίγεις ξανά και παίρνεις άλλο ένα πακέτο σπίρτα. Κάθεσαι ξανά στο τραπέζι της κουζίνας, μπροστά από την πάστα σου. Χύνεις τα σπίρτα στο τραπέζι και αρχίζεις να τα χωρίζεις σε δεκάδες.

«Σάρα;» λες στο κινητό σου.

«Ναι, Μαίρη;»

«Θα μου παίξεις την κλήση πάλι σε παρακαλώ;»

Η Σάρα δεν απαντά. Παίζει απευθείας την κλήση.

«Αντώνη; Καλησπέρα!»

«Γεια σου Μαίρη!»

«Πώς είσαι;»

«Καλά μωρέ, εδώ, δουλειά. Εσύ; Όλα καλά; πώς και με πήρες τηλέφωνο;»

«Έχω τα γενέθλιά μου σήμερα και σε πήρα να μου ευχηθείς.»

«Πω πω το είχα ξεχάσει τελείως!»

«Δεν πειράζει.»

«Χρόνια πολλά!»

«Ευχαριστώ!»

«Πω πω λυπάμαι, ρε Μαίρη. Σε ξέχασα τελείως.»

«Δεν πειράζει σου λέω!»

«Θα σε πάρω τηλέφωνο από το σπίτι όταν γυρίσω, να σου ευχηθεί η Βίκυ και τα παιδιά, εντάξει;»

«Εντάξει! Θα το ήθελα πολύ.»

«Μιλάμε.»

«Έγινε, φιλιά.»

Μετράς τα σπίρτα που έχεις βγάλει στην άκρη. Σαράντα και επτά. Τα υπόλοιπα τα βάζεις πίσω στο ένα κουτάκι και το άλλο το πετάς. Κάθεσαι ξανά στο τραπέζι και ζητάς από την Σάρα να σου παίξει ξανά την κλήση. Κρατάει όλες σου τις κλήσεις σε αρχείο. Σε βοηθάει να θυμάσαι τι έχεις πει με τον καθένα έτσι. Αυτή την κλήση όμως δεν την έχεις ξεχάσει.

Αρχίζεις και καρφώνεις με προσοχή τα σπίρτα ένα-ένα στο παστάκι σου. Τα σπίρτα είναι πολλά και το παστάκι είναι μικρό αλλά κάπως καταφέρνεις να τα στριμώξεις. Η κλήση τελειώνει για άλλη μία φορά και η εσύ νιώθεις την καρδιά σου βαριά. Είναι πολλά τα σπίρτα. Δεν δικαιολογούν όμως Αλτσχάιμερ. Σκέφτεσαι να ζητήσεις από τη Σάρα να σου τραγουδήσει, αλλά ύστερα καταλαβαίνεις πόσο γελοία σκέψη είναι αυτή.

Ανάβεις ένα σπίρτο σιωπηλή και βλέπεις τα υπόλοιπα να λαμπαδιάζουν σχεδόν αμέσως. Τα κοιτάς για λίγο και αποφασίζεις να μη τα σβήσεις. Δεν έχει νόημα να κάνεις ευχή. Το πιο πιθανό είναι να τη ξεχάσεις, ούτως ή άλλως. Μερικά δευτερόλεπτα περνάνε και το ζεστό φως από τα σπίρτα χάνεται. Η πάστα είναι γεμάτη αποκαΐδια.

Νιώθεις χάλια.

«Σάρα;»

«Ναι, Μαίρη;»

«Μπορείς να μου πεις Χρόνια πολλά σε παρακαλώ;»

Σιωπή. Σα να σκέφτεται η εφαρμογή. Κάθε φορά που ζητάς κάτι περίεργο η εφαρμογή καθυστερεί.

«Χρόνια πολλά, Μαίρη.»

Τα μάτια σου γεμίζουν δάκρυα. Η εφαρμογή λέει κάτι ακόμα.

«Να τα εκατοστίσεις.»

Την επόμενη μέρα στη δουλειά είσαι κεφάτη. Τα παστάκια σου αρέσουν σε όλους και σου εύχονται “Χρόνια πολλά” και “Να τα εκατοστίσεις”. Τους περισσότερους τους γνωρίζεις χρόνια. Μερικούς δεν τους θυμάσαι, αλλά προσποιείσαι ότι τους θυμάσαι μία χαρά. Η μέρα συνεχίζεται κανονικά, τίποτα σπουδαίο δε συμβαίνει. Κοιτάς τα μπουκάλια στη γραμμή και σημειώνεις. Παλιά η δουλειά σου φαινόταν βαρετή και μονότονη. Όμως είναι η μόνη δουλειά που έχεις κάνει και τώρα σε ηρεμεί. Η μονοτονία σε κάνει να νιώθεις ασφάλεια. Κανείς δε σου μιλά. Συνήθως δε σου δίνουν καν σημασία. Μέχρι που ένας άντρας σε πλησιάζει και σε χαιρετά χαμογελαστός. Δεν έχεις ιδέα ποιος είναι.

«Καλημέρα!» σου λέει και τα μάτια του λάμπουν καλοσύνη.

Οι παλάμες σου ιδρώνουν και πανικός σφίγγει την καρδιά σου σα σύρμα. Ελπίζεις να μη σου πει κάτι που δε θυμάσαι.

«Ελπίζω να μην έχεις σκοπό να με φτύσεις το Σάββατο,» σου λέει και σου κλείνει το μάτι.

Οι λέξεις χάνονται. Δε μπορείς να τις βρεις, να τις πιάσεις, να τις βάλεις στη σειρά. Δυσκολεύεσαι να φτιάξεις πρόταση. Σε κοιτά προβληματισμένος.

«Μαίρη; Είσαι καλά;»

Μία ιδέα σου έρχεται. Βάζεις το χέρι μπροστά από το στόμα σου και του λες ότι δε νιώθεις καθόλου καλά. Τρέχεις στην τουαλέτα.

Ποιος είναι αυτός ο άντρας, που έχεις κανονίσει κιόλας να βγεις μαζί του; Οι σκέψεις σου είναι θολές. Κλειδώνεις την πόρτα πίσω σου και κάθεσαι στη λεκάνη. Έχεις ιδρώσει. Δε θες να σε καταλάβουν. Ποιος είναι αυτός ο άντρας; Τι άλλο έχεις ξεχάσει άραγε; Από αμηχανία βγάζεις το κινητό από την τσέπη σου. Το ξεκλειδώνεις και το κοιτάς με φρίκη. Τι θα κάνεις; Θα πάρεις τηλέφωνο τον Αντώνη και θα του ζητήσεις βοήθεια; Ούτε να γεράσεις φυσιολογικά δεν κατάφερες, θα σου πει. Το κλειδώνεις και το βάζεις στην τσέπη σου. Κάποιος μπαίνει στις τουαλέτες. Ανεβάζεις τα πόδια σου στη λεκάνη και κάθεσαι ήσυχη. Πρέπει να βρεις ένα τρόπο να θυμηθείς. Λογικά θα έχεις ένα τετράδιο ή κάποιο μπλοκάκι που θα τα γράφεις αυτά.

«Μαίρη;» Ακούς τη φωνή του. Έχει έναν λεπτό τόνο ανησυχίας.

«Ναι;»

«Είσαι καλά;»

Κλείνεις τα μάτια σου και προσπαθείς να ηρεμήσεις.

«Κάτι με έχει πειράξει,» λες και ντρέπεσαι. «Σε παρακαλώ άσε με λίγο μόνη.»

Από τη φωνή του ακούγεται σα να ντράπηκε και αυτός.

«Ναι, φυσικά,» λέει και ακούς την πόρτα να κλείνει.

Αναστενάζεις.

Κάτι είχες. Για να θυμάσαι, κάτι είχες.

Ανοίγεις πάλι το κινητό σου και ψάχνεις το σημειωματάριο. Τίποτα.

Κοιτάς τις εφαρμογές, τις ανοίγεις μία-μία. Αν δεν βρεις κάτι στο κινητό σου θα βγεις έξω, θα πας ήρεμη μέχρι τα αποδυτήρια και θα δεις μέσα στην τσάντα σου. Μπορεί να έχεις κάποιο ημερολόγιο εκεί.

Ανοίγεις άλλη μία εφαρμογή που λέγεται “Sarah”. Πάνω σε ένα έντονο φούξια φόντο οι λέξεις “Γεια σου! Ξέχασες κάτι; Ρώτησε τη Σάρα”.

«Γεια σου Σάρα,» λες στο κινητό διστακτικά.

«Γεια σου Μαίρη,» απαντά το κινητό

Από πιο κάτω ακούγεται ένα καζανάκι και η πόρτα. Πανικόβλητη προσπαθείς να κλείσεις με το χέρι σου το μεγάφωνο. Περιμένεις αθόρυβα με τα πόδια μαζεμένα πάνω στη λεκάνη. Ακούς τη βρύση που ανοίγει αυτόματα, το χαρτί που κόβεται και την πόρτα που κλείνει.

«Σάρα, ποιος είναι αυτός ο άντρας που συνάντησα πριν λίγο;» ρωτάς το κινητό σου, νιώθοντας λίγο βλαμμένη. Το κινητό σου όμως σου απαντά. Σου λέει για το ραντεβού που θα ακυρώσεις. Σε βοηθάει να θυμηθείς. Φοράς το hands-free σου και την ακούς με προσοχή. Παίζει ηχογραφημένες συζητήσεις από τη δουλειά. Μαθαίνεις ότι είχες και τα γενέθλιά σου χθες. Ρωτάς για τον αδελφό σου. Η Σάρα αργεί να απαντήσει. Σου παίζει την κλήση και όταν τη ρωτάς σου λέει ότι δε σε πήρε τηλέφωνο ξανά. Ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό σου. Από τότε που είχες τολμήσει να του πεις το μυστικό σου ήταν λίγο ψυχρός απέναντί σου, αλλά τα γενέθλιά σου, τουλάχιστον, τα θυμόταν.

Ρωτάς αν έχεις ξεχάσει ποτέ τη Σάρα.

«Όχι, πρώτη φορά,» σου απαντά η εφαρμογή.

Η καρδιά σου είναι βαριά. Κοιτάς το ρολόι. Είσαι πολύ ώρα κλειδωμένη στην τουαλέτα.

Βγαίνεις έξω και πηγαίνεις αμέσως στο γραφείο του προϊσταμένου. Του λες ότι είσαι χάλια και ότι θέλεις να επιστρέψεις σπίτι. Δείχνει να ανησυχεί. Σου λέει να ξεκουραστείς και αύριο.

Το λεωφορείο σε αφήνει στη χώρα. Δε κατεβαίνεις συχνά στη χώρα. Το μαγαζί είναι κοντά, αλλά φοβάσαι μην είναι κλειστό. Έχει βάλει ψύχρα. Περνάς τον κεντρικό βιαστικά σπρώχνεις την πόρτα και μπουκάρεις σα να σε κυνηγάνε. Δε θες να ξεχάσεις πάλι.

«Καλησπέρα σας,» σου λέει μια κοπέλα. Φοράει αμάνικο και τα χέρια της είναι γεμάτα τατουάζ.

«Καλησπέρα,» απαντάς αμήχανα.

«Μπορώ να σας βοηθήσω σε κάτι;»

«Ναι,» διστάζεις, «θέλω να κάνω ένα τατουάζ.»

«Μάλιστα,» λέει η κοπέλα και ανοίγει ένα ημερολόγιο πάνω στον πάγκο. «Να πούμε την ερχόμενη Τετάρτη, στις 3;»

«Όχι, όχι,» λες και προσπαθείς να μη χάσεις τις λέξεις. «Τώρα θέλω να το κάνω.»

Η κοπέλα πάει να απαντήσει, αλλά ανοίγει μια πόρτα και μέσα από το δωμάτιο βγαίνουν δύο άντρες. Ο ένας έχει μια σακούλα κολλημένη πάνω από ένα φρέσκο τατουάζ στο χέρι του. Προσπαθείς να μην κοιτάς επίμονα. Μιλάνε και εσύ στέκεσαι αμήχανα στην άκρη. Δε θες να ξεχαστείς. Σκουπίζεις τις ιδρωμένες σου παλάμες στο τζιν και κοιτάς το πάτωμα. Ο ένας άντρας φεύγει και η κοπέλα εξηγεί ότι θες να κάνεις τατουάζ  εδώ και τώρα.

«Πρέπει να κλείσετε ραντεβού,» σου λέει. «Κυρία.»

«Ναι, το κατάλαβα, αλλά θα ήθελα να το κάνω τώρα.» Βλέπεις ότι είναι έτοιμος να αντιδράσει και αποφασίζεις να τον παρακαλέσεις. «Είναι ανάγκη.»

«Τι,» καθαρίζει τον λαιμό του, «τι θέλετε να κάνετε;»

«Τίποτα σπουδαίο,» λες και τεντώνεις την αναστροφή του χεριού σου. «Να, δύο λέξεις θέλω να γράψουμε εδώ,» δείχνεις την παλάμη σου. «Δύο λέξεις και ένα άρθρο, διορθώνεις.» Ο άντρας σου χαμογελάει.

«Και τα άρθρα, λέξεις είναι.»

«Ναι, σωστά,» κοκκινίζεις.

Στέκεται λίγο σιωπηλός και ύστερα σου λέει, «Εντάξει λοιπόν. Τι θέλετε να γράψετε;»

Στην επιστροφή σταματάς έξω από την εκκλησία. Διστάζεις. Έχεις καιρό να μπεις μέσα, αλλά αισθάνεσαι ότι θες να προσευχηθείς. Παίρνεις μία βαθιά ανάσα και μπαίνεις μέσα στο άγιο κτίσμα. Σου έχει λείψει το θυμίαμα. Κάθεσαι σε ένα στασίδι στη μεριά των γυναικών. Δε φοράς φούστα, αλλά ο παπα-Θανάσης δε δείχνει να σε έχει προσέξει. Σκύβεις το κεφάλι σου και ψιθυρίζεις σε Εκείνον. Άμα σε ακούει ακόμα. Δεν πειράζει, σκέφτεσαι. Φοράς και το hands-free. Στη χειρότερη σε ακούει τουλάχιστον η Σάρα.

Του ζητάς συγνώμη. Δεν ήθελες να είσαι έτσι. Καταλαβαίνεις, του λες, γιατί επέλεξε να σε τιμωρήσει με αυτό τον τρόπο. Δεν ήθελες να φύγεις από κοντά του. Νόμιζες ότι δε θα σε ήθελε κοντά του. Του ζητάς συγχώρεση. Περιμένεις. Δε νιώθεις τίποτα. Είσαι έτοιμη να κλάψεις.

Ύστερα αναρωτιέσαι γιατί είσαι στην εκκλησία.

...

Στο σπίτι έχασες αρκετό χρόνο μέχρι να σου θυμίσει η Σάρα τι θέλεις να κάνεις. Φοράς κάτι άνετο, παίρνεις το πορτοφόλι σου, ένα χαρτί και ένα στυλό. Κοιτάς το κινητό σου. 100%. Τραβάς τον φορτιστή και φεύγεις.

Το κτελ για την πρωτεύουσα, το προλαβαίνεις στο τσακ. Με το που κάθεσαι αρχίζεις να γράφεις με μανία για μερικά δευτερόλεπτα. Κοιτάς το χαρτί μπερδεμένη. Υψώνεις το βλέμμα σου και κοιτάς έξω από το παράθυρο. Το λεωφορείο κινείται. Οι παλάμες σου έχουν ιδρώσει και το στυλό γλιστράει από το χέρι σου. Ένας κύριος κάθεται απέναντι και σε κοιτά περίεργα. Βάζεις όσο πιο ήρεμα μπορείς το χέρι σου στην τσέπη σου, βγάζεις το κινητό και φοράς το hands-free. Το βλέμμα σου παγώνει πάνω σε μία μουτζούρα στη δεξιά σου παλάμη. “Ρώτα το κινητό”. Φαίνεται καινούριο, αλλά δε θυμάσαι πότε το έκανες.

«Σάρα;» ρωτάς χαμηλόφωνα.

«Ναι, Μαίρη;»

«Γιατί είμαι στο κτελ;»

Η Σάρα σου θυμίζει και σε βοηθάει να γράψεις το γράμμα. Σου παίρνει δύο ώρες να τα καταφέρεις, αλλά, όταν τελειώνεις, χαμογελάς περήφανη. Αυτό είναι το πιο πολύπλοκο πράγμα που έχεις συντάξει εδώ και πολύ καιρό. Φτάνεις λίγο μετά τις 10. Στο σταθμό είναι ήσυχα. Ελάχιστες φορές έχεις κατέβει στην πρωτεύουσα και καμία από αυτές δεν ήσουν μόνη. Μπαίνεις σε ένα ταξί και ζητάς να σε πάει στον Κεραμεικό. Ο ταξιτζής έχει όρεξη για συζήτηση.

«Από Αθήνα είστε;»

«Όχι,» εσύ δεν έχεις όρεξη για συζήτηση με τον ταξιτζή.

«Α,» λέει μπερδεμένος και στρίβει σε ένα φανάρι. «Υπέθεσα, επειδή δεν κρατάτε καθόλου αποσκευές…»

Οι παλάμες σου ιδρώνουν πάλι. Το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί είναι να ξεχαστείς μέσα στο ταξί. Κοιτάς έξω από το παράθυρο και κάνεις ότι δεν τον άκουσες.

Σε αφήνει στην πλατεία του Κεραμεικού. Περπατάς λίγο μέσα σε στενά άγνωστα. Φοβάσαι γιατί όταν είσαι σε άγνωστα μέρη ξεχνάς πιο εύκολα. Η Σάρα σε βοηθάει να βρεις το μαγαζί. Από έξω είναι ένα απλό μαγαζί. Σκουπίζεις τις παλάμες σου στο τζιν και μπαίνεις μέσα.

Η μουσική δεν είναι πολύ δυνατά. Αναγνωρίζεις αμέσως το κομμάτι. Είναι αρχαίο. Πλησιάζεις το μπαρ, αφήνεις το κινητό σου πάνω στον πάγκο και παίρνεις μία μπύρα. Ύστερα άλλη μία και ύστερα μία ακόμα. Περιμένεις. Κάποια στιγμή κάποιος κάθεται δίπλα σου. Είναι μία κοπέλα, με το ζόρι τα μισά σου χρόνια. Δε σε νοιάζει. Υποσχέθηκες στον εαυτό σου ότι θα προσπαθήσεις. Είσαι μεθυσμένη. Γυρίζεις προς το μέρος της και σέρνεις και το ποτήρι σου μαζί.

«Καλησπέρα,» της λες.

Σου χαμογελάει ευγενικά.

«Περιμένεις παρέα;»

Η κοπέλα σε κοιτάζει έντονα. Είναι όμορφη, τα μάτια της μεγάλα και καφέ. Ήσουν και εσύ κάποτε όμορφη. Τη ζηλεύεις λίγο.

«Ναι,» απαντάει τελικά.

«Α,» πίνεις λίγο από το ποτήρι σου. Ίσως φταίει το αλκοόλ που δε χάνεις τις λέξεις. «Εγώ μόνη.»

Σου χαμογελάει ξανά και προσποιείται ότι ακούει το κομμάτι που παίζει.

«Μόλις ήρθα από το χωριό,» λες αόριστα. Δεν περιμένεις να δεις την αντίδρασή της και συνεχίζεις. «Δουλεύω εδώ,» λες και δείχνεις το λογότυπο πάνω στο ποτήρι της μπύρας σου. Η κοπέλα δε δείχνει να ενδιαφέρεται. «Εσύ; Δουλεύεις;»

«Εγώ σπουδάζω,» σου λέει.

«Τι;»

«Νομική,» απαντάει περήφανη Αναρωτιέσαι αν είναι και οι γονείς της περήφανοι με τις επιλογές της, όπως είναι η ίδια. Ελπίζεις πως ναι.

«Νομική,» επαναλαμβάνεις και παραγγέλνεις άλλη μία μπύρα. «Από εδώ είσαι;»

«Όχι, από επαρχία,» πάλι με το ζόρι σου μιλάει. Που και που ρίχνει κλεφτές ματιές στην πόρτα.

«Το κορίτσι σου περιμένεις;» ρωτάς. Σου χαμογελάει και μέσα σου καίγεσαι.

«Όχι, μία φίλη μου,» έρχεται λίγο πιο κοντά σου. «Όμως έχω κοπέλα.»

Ανάμεικτα συναισθήματα. Τελικά αποφασίζεις ότι χαίρεσαι. «Χαίρομαι.»

«Εσείς;»

«Εγώ δεν έχω κοπέλα,» διστάζεις. Περιμένεις να χάσεις τις λέξεις ή έστω να ντραπείς λίγο. Όμως, απλά το λες. «Ούτε έρωτα δεν έχω κάνει.» Ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό σου.

Το κορίτσι σε κοιτά με περιέργεια. «Γιατί;» σε ρωτά τελικά.

Η σερβιτόρα φέρνει τη μπύρα σου. Έχεις μεθύσει. Δεν παρατηρείς ότι το κινητό σου έχει εξαφανιστεί.

«Γιατί,» κολλάς. Δε θες να χάσεις τις λέξεις. Συγκεντρώνεσαι. «Επειδή είμαι από το χωριό.»

Η κοπέλα γελάει αθώα. «Και εγώ από χωριό είμαι!»

Οι παλάμες σου ιδρώνουν. Δε θες να ξεχάσεις όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή. Θες να χαρείς. Θες να της μιλήσεις κι άλλο. Πίνεις από τη μπύρα σου.

«Μπορείς, σε παρακαλώ,» διστάζεις πάλι. «Μπορείς να με φιλήσεις;» τη ρωτάς και περιμένεις να σε χαστουκίσει.

Η κοπέλα γελάει πάλι. «Με ξέρουν εδώ,» σου λέει. «Αν με δουν να σε φιλάω την έβαψες!»

Χαμηλώνεις το βλέμμα σου. Νιώθεις το κούτελό σου να ζαρώνει. Κανείς δε σε φίλησε ποτέ. Μία ζωή μόνο με τον Θεό τα είχες. Μισή ζωή. Μην κοιτάς που τελειώνει γρήγορα. Λίγο παραπάνω από μισή ήταν.

«Είστε καλά;»

«Ναι,» λες, ψέματα.

Νιώθεις τα λεπτά της δάχτυλα στο πρόσωπό σου. Η καρδιά σου αναπηδά. Το στομάχι σου δένεται κόμπος. Μένεις ακίνητη. Ούτε αναπνοή. Η κοπέλα σε πλησιάζει και ακουμπά τα δροσερά της χείλη στο μάγουλό σου. Ένα φιλί. Ένα απλό φιλί. Έχεις παγώσει. Θα μπορούσες να την αγκαλιάσεις. Να την ακουμπήσεις όπως πάντα απαγόρευες στον εαυτό σου να φαντάζεται ότι ακουμπάς γυναίκα. Την κοιτάς στα μάτια. Θα μπορούσες να τη δεις γυμνή, να πιάσεις τα στήθια της, να χώσεις το πρόσωπό σου ανάμεσα στα πόδια της, να γείρει το κεφάλι της πίσω, να τη χαϊδέψεις εκεί που εσένα δε σε έχει αγγίξει ποτέ κανείς. Ούτε ο ίδιος ο Θεός.

Η κοπέλα χαιρετάει τη φίλη της. Φεύγει από κοντά σου. Κοιτάς γύρω σου. Οι λέξεις. Οι λέξεις χάνονται. Νιώθεις κάτι μέσα σου να σβήνει. Ύστερα αναρωτιέσαι γιατί είσαι σε μπαρ. Βγαίνεις έξω χωρίς να πληρώσεις και κοιτάς γύρω σου. Δε θυμάσαι που είσαι. Ψάχνεις τις τσέπες σου για το κινητό. Βρίσκεις μόνο το πορτοφόλι σου και κάτι γραμμένο στο χέρι σου. Μπαίνεις πάλι μέσα και ψάχνεις το κινητό σου. Η κοπέλα στο μπαρ σου ζητάει να πληρώσεις. Ζαλίζεσαι. Αφήνεις πολλά, περισσότερα από όσα χρειάζεται, ελπίζοντας να είναι αρκετά και βγαίνεις έξω. Νιώθεις αβοήθητη. Ψάχνεις ξανά τις τσέπες σου, καλύτερα. Βρίσκεις ένα χαρτί. Το ξεδιπλώνεις. Τα γράμματα είναι δικά σου. Είναι γεμάτο μουτζούρες, αλλά μπορείς να το διαβάσεις.

Αντώνη,

Αν το διαβάζεις αυτό σημαίνει ότι κατάφερα να αυτοκτονήσω. Ελπίζω να με συγχωρέσεις που σε στεναχώρησα τόσο πολύ. Και εσένα και τη μαμά. Το ξέρω ότι το είπες στη μαμά Αντώνη. Δεν πειράζει, σε συγχωρώ. Ελπίζω να με συγχωρέσει και ο Θεός όταν τον ανταμώσω και να μη με κρίνει πολύ σκληρά η χάρη Tου.

Σε αγαπώ αδελφέ, μου,

Μαίρη.

Δε χρειάστηκε να ψάξεις πολύ. Λίγο πιο κάτω περνάει ολόκληρο τρένο. Ακολουθάς τις ράγες, μέχρι να βρεiς ένα σημείο που να είναι σχετικά ήσυχο. Κάθεσαι στη μέση της γραμμής και περιμένεις. Ύστερα σηκώνεσαι, βγάζεις το σημείωμα από την τσέπη σου, το αφήνεις στην άκρη, κάτω από μία πέτρα και κάθεσαι πάλι στη μέση της γραμμής. Δε θες να σκιστεί το σημείωμα. Κάπου έχεις δει πως όταν σε χτυπά τρένο σκίζονται μέχρι και τα ρούχα σου. Προσπαθείς να μην το σκέφτεσαι. Προσπαθείς να θυμηθείς τη μητέρα σου. Προσπαθείς να θυμηθείς όταν ήσουν παιδί που κατέβαινες με τον πατέρα σου και τον Αντώνη στη θάλασσα και μαζεύατε αχινούς. Προσπαθείς να θυμηθείς το σχολείο και την Αγαθή. Τον πρώτο σου έρωτα. Προσπαθείς να μη θυμάσαι την εκκλησία. Τις ώρες που έκλαιγες γοναστιστή και Του ζητούσες να σε αλλάξει, να σε κάνει φυσιολογική. Προσπαθείς να μη θυμάσαι το βλέμμα του παπα-Θανάση. Κάτι θα είχε καταλάβει, δε γίνεται. Προσπαθείς να θυμηθείς κάτι καλό που είχε συμβεί μέσα σε εκείνο το μπαρ. Κάτι που είχε κάνει την καρδιά σου να σκιρτήσει. Φαντάζεσαι, βέβαια, αλλά θες να θυμηθείς. Κοιτάς την αναστροφή του χεριού σου. Μακάρι να είχες το κινητό σου να το ρωτήσεις.

Στο βάθος ακούς το βουητό μίας αμαξοστοιχίας. Σηκώνεσαι όρθια και κοιτάς τα φώτα που σε πλησιάζουν με ταχύτητα.

Ύστερα αναρωτιέσαι τι κάνεις εκεί, μες στη μέση της γραμμής.

Ανοίγεις τα μάτια σου. Ο αέρας μυρίζει βρωμιά και κάτουρο. Σου προκαλεί αηδία. Πού είσαι; Πάλι δεν ξέρεις που είσαι. Κρυώνεις πολύ. Κοιτάς τα ρούχα σου. Ένα καλοκαιρινό μπλουζάκι έχεις βάλει μόνο και έξω είναι χειμώνας. Πεινάς. Ψάχνεις τις τσέπες σου για το κινητό. Πρέπει να το πεις στον Αντώνη. Πρέπει να του ζητήσεις βοήθεια και ας πει ό,τι θέλει. Αδελφή του είσαι, πρέπει να σε βοηθήσει. Δε βρίσκεις το κινητό σου.

Μορφάζεις. Ο αέρας μυρίζει σήψη και ακαθαρσίες. Σου προκαλεί αηδία. Πού είσαι; Δεν έχεις ιδέα που είσαι. Κρυώνεις. Κοιτάς τα ρούχα σου. Είναι πολύ λερωμένα και μυρίζουν. Ντρέπεσαι. Πεινάς. Ψάχνεις τις τσέπες σου. Ίσως θα μπορούσες να πάρεις τηλέφωνο τον Αντώνη. Ίσως θα μπορούσε να σε βοηθήσει.

Κοιτάς γύρω σου. Ο αέρας μυρίζει βρωμιά και κάτουρο. Σε κάνει να ανακατεύεσαι. Πού είσαι; Δεν ξέρεις που είσαι. Κρυώνεις. Κοιτάς τα ρούχα σου. Χάλια είσαι, πρέπει να αλλάξεις. Ψάχνεις τις τσέπες σου. Πρέπει να το πεις στον Αντώνη. Δε βρίσκεις τίποτα. Κάτι είναι γραμμένο στη δεξιά σου παλάμη. Την κοιτάς και με προσπάθεια συλλαβίζεις τα γράμματα.

Ρώτα το κινητό

 

Edited by Elli Sketo
  • Like 6
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Έλλη, δύο πράγματα.

1) Είναι με διαφορά το ΚΑΛΥΤΕΡΟ πράγμα που έχω διαβάσει από εσένα (κι από τα καλύτερα κείμενα στο φόρουμ)

2) Δε μπορώ να γράψω αναλυτικά σχόλια, πρέπει να συνέλθω πρώτα. Σοβαρά.

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Θα συμφωνήσω με τον προλαλήσαντα, είναι με διαφορά το καλύτερό σου κείμενο. Προσεγμένο, χωρίς λάθη, είναι, βασικά, σχεδόν αψεγάδιαστο, αν εξαιρέσεις εκείνο το σημείο όπου η Αναστασία γίνεται Αθανασία.

Το τέλος, προσωπικά, μου αρέσει όπως είναι, αλλά ίσως χρειάζεται και μια τρίτη επανάληψη, ακόμη πιο σύντομη, πριν το κλείσιμο. Οι τριάδες γενικά λειτουργούν καλύτερα από τις δυάδες.

Γενικά μου φαίνεται πως η Μαίρη ξεχνάει υπερβολικά γρήγορα και πως, ακόμη και με το κινητό, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διατηρεί μια δουλειά και να αυτοσυντηρείται. Καταλαβαίνω πως εξυπηρετεί τους σκοπούς της ιστορίας και ομολογώ ότι με ρούφηξε τόσο το κείμενο που δεν με ενόχλησε καθόλου, αλλά μόλις το τέλειωσα το σκέφτηκα.

Κατά τα άλλα, μου άρεσε η επιλογή του β' ενικού, μου άρεσε η γραφή σου πάρα πολύ, μου άρεσαν οι επιλογές σου, το βρήκα πάρα πάρα πολύ καλό. Αυτό είναι το κείμενο που πάντα περίμενα να διαβάσω από σένα, ειλικρινά. Μπράβο.

  • Like 1
  • Thanks 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo
16 hours ago, elgalla said:

 αν εξαιρέσεις εκείνο το σημείο όπου η Αναστασία γίνεται Αθανασία.

Το έφτιαξα

16 hours ago, elgalla said:

Το τέλος, προσωπικά, μου αρέσει όπως είναι, αλλά ίσως χρειάζεται και μια τρίτη επανάληψη, ακόμη πιο σύντομη, πριν το κλείσιμο. Οι τριάδες γενικά λειτουργούν καλύτερα από τις δυάδες.

Το είχα σκεφτεί και εγώ αυτό με το 3. Δεν είμαι σίγουρη πως ακριβώς να το κάνω αλλά συμφωνώ μαζί σου και το άλλαξα. Για την ώρα...

Η λογική της ιστορίας με απασχολεί και εμένα πολύ. Ούτε εγώ είμαι σίγουρη κατά πόσο θα μπορούσε να αυτοσυντηρείται, ακόμα και με τη βοήθεια της Σάρα. Σκέφτομαι πως όσο βρίσκεται σε γνώριμο περιβάλλον δεν έχει τόσα επεισόδια και ότι εαν έπιανα την ιστορία από εκεί που είναι οριακά λειτουργική ίσως θα μπορούσα να σας κάνω να πιστέψετε στην ιστορία. (suspension of disbelief!) 

Ήθελα να είναι κατανοητό πως το ξέρει ότι δεν μπορεί να συνεχίσει άλλο. Το κατάλαβε κανείς άλλος εκτός από εμένα που το έγραψα;

Σκεφτόμουν να τελειώσω την ιστορία εκεί που εμφανίζεται το τρένο και να μη τη δείξω άστεγη γιατί φοβόμαι μήπως γίνεται πολύ άδικο. Από την άλλη η ζωή είναι πολύ άδική και δεν ξέρω τι να κάνω.

Ευχαριστώ και τους δύο σας για το χρόνο που αφιερώσατε στην ιστορία μου.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
elgalla

Είναι απόλυτα κατανοητό (τουλάχιστον, ήταν σε μένα). Και νομίζω πως το ότι τη δείχνεις άστεγη είναι ο καλύτερος τρόπος να τελειώσεις αυτή την ιστορία γιατί, όσο σκληρό τελείωμα κι αν είναι το ότι δεν μπορεί ούτε τέλος στη ζωή της να δώσει, η ζωή είναι πράγματι πολύ άδικη κι όλο αυτό το διήγημα είναι πνιγμένο στην αδικία και, από την άλλη, δίνεις η ίδια την απάντηση σε όποιον μπορεί να σου έλεγε "η αυτοκτονία δεν είναι λύση", "πάντα υπάρχει ελπίδα" κτλ. Προσωπικά, μου άρεσαν όλες σου οι επιλογές και θα έλεγα να μην αμφισβητείς τον εαυτό σου. Έχεις κάνει φοβερή δουλειά μ' αυτό το κείμενο.

  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Λοιπόν, αγαπητή μου Έλλη.
Θα προσπαθήσω να σχολιάσω 2-3 πράγματα που ζήτησες αν και δυσκολεύομαι να βρω ουσιαστικά αρνητικά στην παραπάνω ιστορία.
Πρώτα απ' όλα: Είναι τόσο.. Έλλη! Είσαι εσύ, ξεκάθαρα. Οργανωμένη, με προσοχή, με ορμή όση χρειάζεται και με το ύφος που σε διακρίνει. Αυτό και μόνο μετράει.

Γούσταρα τρελά την αφήγηση σε β' πρόσωπο.Είναι δύσκολη, είναι ριψοκίνδυνη, μπορεί να κάνει κοιλιά εύκολα ή να γίνει διδακτική και κυρηγματική. Εσύ τα κατάφερες μια χαρά. Μάλιστα, ήταν πανέξυπνο τρικ να βάλεις κάποιον να μιλάει στην Μαίρη καθώς η ίδια ξεχνάει οπότε είχε κάποιον να της θυμίζει πράγματα. Πώς να φερθεί, πού να μιλήσει, τι να κάνει. Ήταν πανέξυπνο, το λάτρεψα.

Η ιδέα δεν είναι τόσο ΕΦ, συμφωνώ. Αντίστοιχες εφαρμογές υπάρχουν ήδη, ας πούμε ότι είναι λίγο πιο προηγμένη απ' ότι συνήθως. Δεν έχεις κάποιο άλλο ΕΦ στοιχείο στην ιστορία - δεν ξέρω αν αξίζει να προσθέσεις κι όλας. Μου αρέσει η πρωταγωνίστρια,. μου αρέσει η φωνή της, η σκηνή με τα κεράκια, η σκηνή στο μπαρ, η συνομιλία με τη Σάρα.
Θα ήθελα κι εγώ λίγο παραπάνω πειστικότητα στο θέμα του πώς κρατάει τη δουλειά της. Δε με χάλασε, με απορρόφησες, αλλά θέλω να το ζήσω λίγο παραπάνω.

Το τέλος ήθελε την 3αδα του αλλά και λίγο καλύτερα την επεξήγησή του. Δείξε ότι είναι άστεγη, μη το φοβηθείς, δεν είναι exposition. Είναι αυτό που περιμένουμε.
Δεν έχω να σου πω άλλα αγαπημένη, μου άρεσε πάρα πολύ. Το εννοώ.
Μπράβο :) 

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Morfeas

Κι εμένα μου άρεσε (surprise!), αλλά εγώ δεν θα σε κανακέψω, θα γίνω μίνι Έλλη σκέτο στη θέση της Έλλης σκέτο.

Καταρχάς για μένα σίγουρα δεν είναι η "με διαφορά" καλύτερή σου ιστορία, όχι επειδή δεν είναι καλή, αλλά επειδή τα τελευταία σου διηγήματα είναι σε αντίστοιχα υψηλό επίπεδο (έστω χωρίς τα τυπογραφικά). Από άποψη γραφής είναι όπως συνήθως (χωρίς typo, again), ρέει ιδανικά, πολύ προφορική η αφήγηση, όπως συνηθίζεις και συχνά ταιριάζει στο ύφος των κειμένων σου. Ωραία ευρήματα (το α λα Μεμέντο τατουάζ ή το κινητό). Το είχα διαβάσει μέρες, πριν κάνεις την αλλαγή του τέλους, που τώρα μου φαίνεται κάπως καλύτερο και πιο κατανοητό.

Εγώ τώρα την ιστορία τη χωρίζω σε τρία μέρη:

Το πρώτο που ήταν και το καλύτερο, που μας μπάζεις στην ιστορία, μαθαίνουμε για την κατάσταση της Μαίρης, τη βλέπουμε πώς προσπαθεί να αντεπεξέλθει στη δουλειά της και στις επίμονες κινήσεις του πολιορκητή της. Το β’ πρόσωπο λειτουργεί ιδανικά, γιατί στη θέση της μπορεί ο καθένας μας να φανταστεί τον εαυτό του, ενώ παίζει και με έναν κατά τη γνώμη μου ισχυρό φόβο του σύγχρονου ανθρώπου (ότι θα πάψει να θυμάται και κατ’ επέκταση να είναι λειτουργικός).

Το δεύτερο κομμάτι με το ταξίδι ήταν καλό κι αυτό κι ενώ βρίσκω πετυχημένη την ιδέα να μας περιγράψεις την ιστορία της, να την κάνεις ουσιαστικά χαρακτήρα με παρελθόν και προβλήματα, για μένα η ιστορία έπεσε εκεί μισό σκαλί. Εκεί που η αφηγήτρια θα μπορούσε να είναι ο καθένας μας, έγινε μια παρθένα λεσβία, που καταπίεζε τα συναισθήματά της, εξαιτίας την πολύ κοντινής της σχέσης με την εκκλησία. Κι εκεί που είχα έναν χαρακτήρα, ξαφνικά έχω έναν άλλον, που η φωνή του δεν μου ταιριάζει με τα βιώματά του. Ίσως να φταίει που γενικά ο τρόπος σου γραφής έχει κάτι το πολύ σύγχρονο, κάτι το αστικό (με την έννοια ανθρώπου που ζει σε πόλη και όχι σε χωριό), κάτι το σπιρτόζικο που με κάνει να θεωρώ τους ήρωές σου κομματάκι αλάνια (αν και το παραδέχομαι, εδώ όχι τόσο έντονο όσο αλλού). Κι εκεί δεν μου κόλλησε η αποκάλυψη, δεν έδεσε η φωνή με τον άνθρωπο. Και δεν μου άρεσε η ύπαρξη της εκκλησίας στη ζωή της. Δεν λέω ότι δεν συμβαίνει, αλλά θα προτιμούσα να ήταν η κοινωνική πίεση που την καταπίεζε, αλλιώς ήθελα περισσότερα στοιχεία για να με πείσουν (επίσης δεν ξέρω αν το αναφέρεις, αλλά γιατί απομακρύνθηκε από τον Θεό; Λόγω της αρρώστιας;).

Αυτό όμως είναι τόσο λεπτό, που υπό άλλες συνθήκες μπορεί και να μην το πρόσεχα. Ίσως να φταίει και το β’ πρόσωπο, που έχει κάτι το υπνωτιστικό και δίνεις μεγαλύτερη προσοχή σε τέτοιες λεπτομέρειες. Πάντως σίγουρα βρήκα τρυφερή τη σκηνή με το φιλί και με μελαγχόλησες.

Το τρίτο μέρος το βρήκα λίγο πιο αδύναμο, γιατί από εκεί που ένα τρένο ερχόταν κατά πάνω της, αυτή ξυπνά και ο κύκλος του μεμέντο έχει περίοδο λίγων λεπτών πια. Νομίζω πως την προηγούμενη ενότητα δεν πρέπει να την κλείσεις με το τρένο που έρχεται ή με την απορία της, αλλά με το βήμα που κάνει για να το αποφύγει (κι αυτό επειδή για μένα δεν είναι σίγουρο ότι στην κατάστασή της θα το έκανε, έτσι αποπροσανατολισμένη που ήταν, τουλάχιστον στην ανάγνωση της πρώτης εκδοχής είχα χαθεί εκεί). Επειδή τα κομμάτια τώρα είναι τόσο σύντομα (με τη νέα βερσιόν) μου μοιάζει κάπως διεκπεραιωτικό. Ίσως τον Αντώνη να τον αναφέρεις μόνο στο 1ο και στο 3ο, γιατί τα βήματα παραείναι ακριβή και όμοια κάθε φορά. Π.χ. μπορεί να θυμάται ξέρω γω στο 2ο κομμάτι ότι κάποιον ήθελε να πάρει τηλέφωνο (ποιον;), αλλά πού στο καλό είναι το κινητό; Δηλαδή η λούπα να μην είναι τόσο αυτούσια.

Τέλος, το βρήκα σίγουρα καλό διήγημα, το ευχαριστήθηκα, μου άρεσε πολύ το πώς χρησιμοποίησες την επιστημονική φαντασία(;) για να πεις κάτι για τον άνθρωπο και την κοινωνία (πώς αντιμετωπίζει άτομα με αλτσχάιμερ). Μπράβο σου, μην αποθαρρυνθείς από το ξεψείρισμά μου κι είμαι σίγουρος ότι τα καλύτερα κείμενά σου είναι καθ' οδόν. :)

Edited by Morfeas
  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Δεν θα επιμείνω στο ότι μου άρεσε πολύ η ιστορία σου. Οι έντονες σκηνές, η ανάλυση της ψυχοσύνθεσης της ηρωίδας σου, η περιγραφή της άνοιας. Θα ήθελα λίγο να σε βοηθήσω με μία ιδέα για τη λογική της ιστορίας. Καταρχάς δεν είναι σπάνιο ένας άνθρωπος ο οποίος δεν έχει κοντινό οικογενειακό περιβάλλον να φτάνει σε προχωρημένο στάδιο κάποιας Ψυχικής ή νευρολογικής ασθένειας και κανείς να μην το παίρνει χαμπάρι. Ως προς την απασχόληση στη δουλειά της θα σου πρότεινα να δούλευε ως καθαρίστρια. Είναι εκείνη η περίπτωση που κανείς δεν θα πρόσεχε κάτι τόσο σημαντικό. Βέβαια σε αυτήν την περίπτωση δεν ξέρω τι θα γινόταν με τον προϊστάμενο της, έτσι κι αλλιώς είναι το πιο θολό σημείο στην ιστορία. Πραγματικά δεν έχω καταλάβει αν αυτοί οι άνθρωποι φλερτάρουν ή προσπαθούν να αποκτήσουν κάποια άλλη σχέση. Ελπίζω να βοηθάω

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
WILLIAM

Πρέπει να σου πω ότι αυτή η ιστορία σου ήταν λίγο σοκ για' μενα, σαν χτύπημα στο στομάχι. Δεν φταίει το ότι δεν είναι καλογραμμένη, κάθε άλλο, επειδή ακριβώς είναι καλογραμμένη και δίνει τόσο έντονα την κατάστασή της. Έχω δει άνθρωπο να "χάνεται" σε άνοια και το έδωσες πολύ ρεαλιστικά αυτό το χάσιμο του εαυτού, το να ξεχνάς όχι πια πρόσωπα γύρω σου αλλά το ποιος είσαι. Το δεύτερο που συνετέλεσε στο σοκ ήταν ότι σε έχω συνηθίσει σε πιο εύθυμα κομμάτια με χιούμορ.

Το ότι μπορεί να δουλεύει δε με ξένισε μιας και είναι μια απλή δουλειά και την έχει κάνει χρόνια οπότε είναι αρκετά εδραιωμένη στο νου της. Η μόνη μου ένσταση είναι στο φινάλε, αν έχει δει ήδη το τραίνο να έρχεται κατά πάνω της ακόμα και αν προλάβει να βγεί από τη γραμμή είναι πολύ κοντά και θα την παρασύρει λογικά. Ίσως θα έπρεπε να το αφήσεις εκεί. (θα μπορούσε να είχε σηκωθεί και να σηκωθεί να φύγει έχοντας ξεχάσει τι είχε πάει να κάνει εκεί!) 47 είναι λίγο νέα για την κατάσταση αυτή αλλά θα μπορούσε να συμβεί από κάποιο επιβαρυντικό παράγοντα, το έντονο στρες της νεότητάς της ας πούμε.

 

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Β

Edited by John Ernst
  • Sad 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo
4 hours ago, John Ernst said:

Β

B; Ο βαθμός μου; :unsure:

  • Haha 3

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Πάρα πάρα πολύ ωραίο κείμενο. Την καημένη την Μαίρη. Τη λυπήθηκε η ψυχή μου.

Θίγεις με ακρίβεια και επιτυχία δυο ζητήματα που αποτελούν εξίσου σημεία κοινωνικού αποκλεισμού, την ομοφυλοφιλία και την άνοια (και σε τόσο νεαρή ηλικία). Για να μην μιλήσω για τη θρησκοληψία. Το κορίτσι φαντάζεται ξεκάθαρα ότι η ιδιαιτερότητά της την έχει στιγματίσει στα μάτια του δημιουργού και της έστειλε την αρρώστια, γιατί ήταν κακό κορίτσι. 

Ένσταση στο ότι δεν είχε κάνει έρωτα ποτέ. Μα ποτέ; Καλά το χωριό, μα φάνηκε σαν να μην είναι και κανένα ντιπ τραγοχώρι. 

Βέβαια αυτή η στέρηση κάνει το δράμα της ηρωίδας σου ακόμη πιο έντονο. (Μα ποτέ; Ήθελα να κλάψω μαζί της δηλαδή!) Τι να πω για τον αδελφό και την απελπισία της όταν χάνει σιγά -σιγά τον εαυτό της, μου θύμισε το Still Alice στα σημεία και το Memento επίσης με τα τατουάζ ως ενισχυτικά μνήμης -και το τέλος....εντάξει. Καλύτερα να είχε σκοτωθεί.

Και εννοώ, καλύτερα για κείνη. 

Μπράβο Έλλη. Με συγκίνησες βρε. Μπράβο.

 

 

  • Like 2
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Λοιπόν κάτι που σκέφτηκα:

Η δευτεροπρόσωπη αφήγηση εδώ με βοήθησε να μπω στη θέση της ηρωίδας χωρίς, ωστόσο, να μπορώ να μαντέψω τι θα της συμβεί. Δηλαδή είναι σαν να βάζεις στην κυριολεξία τον αναγνώστη στο roller coaster και επειδή το δεύτερο πρόσωπο προκαλεί τόσο έντονα το συναίσθημα της ταύτισης, δεν του αφήνεις χρόνο/τόπο/διάθεση να μαντέψει αυτό που έρχεται ή να προφυλαχτεί. 

Δεν ξέρω πώς θα ακουστεί ή αν θα γίνει κατανοητό, αλλά είναι σαν να προκαλείς ένα "χάσιμο" παρόμοιο με του αλτσχάιμερ στον αναγνώστη. Δεν ξέρω αν ήταν συνειδητή επιλογή ή αν αποσκοπούσες όντως σε αυτό το αποτέλεσμα. Λειτούργησε άψογα πάντως.

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo

@Ιρμάντα ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και χαίρομαι που σου άρεσε το διηγηματάκι μου. 

Αυτό εδώ είναι κάτι που έγραψα επειδή το είχα βαθιά ανάγκη.  

Το πρόσωπο και ο τρόπος γραφής είναι κάτι που λήστεψα στεγνά από τον @Cyrano, ο οποίος πριν χρόνια μου είχε δώσει να διαβάσω κάτι δικό του γραμμένο στο δεύτερο πληθυντικό παρακαλώ και μου δημιούργησε πολύ συγχιση. Αυτό που είπες Ειρήνη, ταυτίζουν αλλά δεν ήξερα και που με πάει ακριβώς. Με την ηρωίδα μου ήθελα να πάω ένα βήμα παρακάτω, κάτι σα να γίνω η φυλακισμένη φωνή της Μαίρης μέσα στο κεφάλι της που παρακολουθεί και αφηγείται αλλά δε μπορεί να επέμβει. 

@Morfeas, ευχαριστώ για το ξεψαχνισμα. Είναι πολυ διεκπεραιωτικό το τελος, έχεις δίκιο και θέλει δουλειά. Αυτό που βλέπω ότι κάνεις δεν κατάλαβε  (και είναι λογικό καθώς μέχρι το τέλος ο χρόνος κυλάει με πολύ γραμμικό τρόπο) είναι ότι οι τελευταίες παραγράφοι είναι πολύ μετά, μήνες αργότερα και όχι αμέσως μετά. Γιαυτό μου φαινόταν λογικό να έχει χειροτερεύσει η κατάσταση τόσο πολύ. Πρέπει να το γράψω πιο σωστά. Λυπάμαι που δε μπορείς να ταυτιστείς με τη σαρανταεπτάχρονη λεσβία μου. Γιατί όμως; Δεν ήταν πιστευτός ο χαρακτήρας;

Όσων αφορά τον κοινωνικό αποκλεισμό που μπορεί να προκαλέσει κάποιος στον εαυτό του λόγω θρησκείας γνωρίζω από πρώτο χέρι. Ακόμα και τώρα ξέρω ανθρώπους που είναι 50 και δεν έχουν κάνει ποτέ έρωτα στη ζωή τους επειδή τους απαγορεύει ο Θεός να πάνε με κάποιον πριν από τον γάμο. Και κάθε ένας από αυτός ζει στην Αθήνα. Εκτός από μία φίλη που τώρα ζει στο Τέξας. Περίεργο -το ξέρω- but shit is real. 

Σας ευχαριστώ όλους που διαβάσατε. Θα το δουλέψω κι άλλο αυτό το κείμενο και θα το μεταφέρω στις διάφορες ιστορίες καθώς θεωρώ αστοχία την επιλογή της ΕΦ. 

Σας φιλώ. 

Edited by Elli Sketo
  • Like 5

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Πώς να τελειώσεις το διάβασμα κλαίγοντας με λυγμούς;

Δεν θα του κάνω ξεψάχνισμα. Δεν θα του έκανα σχόλια, αλλά ζήτησες τη γνώμη μας ειδικά για το τέλος.

Το τέλος με σκότωσε. Δεν έχω διαβάσει ακόμα άλλα σχόλια, ούτε δικά σου ούτε των παιδιών, αλλά είμαι σίγουρη ότι ξέρεις για τι γράφεις.

Το τέλος. Που δεν της έφτασε η μνήμη μέχρι να έρθει το τραίνο.

Το τέλος. Που έγινε η μνήμη της ένα επαναλαμβανόμενο ερωτηματικό. Με σκότωσε.

Δεν μπορώ άλλο, είναι τέλειο έτσι όπως είναι και μην αλλάξεις τίποτα και σε παίρνω τηλέφωνο (ΟΚ, σου στέλνω πμ ήθελα να πω).

edit για να πω και κάτι που σκέφτηκα νωρίς στο διήγημα (πριν γίνει σελίδα και μαχαίρωμα και χάσω τις σκέψεις μου, χάσω τα πάντα) : το δεύτερο πρόσωπο ενικού, η συνείδηση, ο Θεός. Αυτό.

Edited by Cassandra Gotha
  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Cassandra Gotha

Εντάξει, θέλω να πω κι άλλα, και συγγνώμη για το διπλό ποστ αλλά η σύνδεσή μου δεν είναι για edit.

Δεν με ξένισε τίποτα. Ούτε το ότι ήταν μία 47χρονη παρθένα λεσβία, ούτε ο αδερφός της που αποφάσισε να τη σβήσει, ούτε ότι συνέχιζε να δουλεύει στις αρχές.

Πολύ καλό και το ότι την αποκαλούν "Κυρία" ενώ αυτή είναι η ίδια που ήταν πάντα, νέα στην καρδιά, το ίδιο κοριτσάκι, η ίδια κοπέλα.

Ταυτίστηκα μαζί της. Ήμουν αυτή, όταν διάβαζα, κι ας μην είμαι αυτή, και αυτό είναι καλή γραφή.

Τι να που και κάτι Confiteor που θέλουν να εντυπωσιάσουν αλλά δεν συγκινούν. (Αν θυμηθώ κι άλλα, θα ξαναγράψω. Ανακατεύεται ακόμα το στομάχι μου από τη δύναμη αυτού του κειμένου).

  • Like 3
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Starbuck

Είναι από αυτές τις φορές που διαβάζω κάτι και δεν ξέρω τι να πω γι' αυτό. Εννοώ να πω μπράβο; να πω τι ωραία που είναι γραμμένο; και πόσο εύστοχα αναδεικνύει την περιθωριοποίηση μέσα από τις διάφορες ταυτότητες της πρωταγωνίστριας;

Ας τα πω κι όλα αυτά. 

Αλλά εδώ είμαι αντιμέτωπη με ένα κείμενο που εκβιάζει στυγνά την ενσυναίσθηση. Μπαίνεις στα παπούτσια του Άλλου ( το Άλλο, του Άλλου) είτε το θέλεις είτε όχι. Κι αυτό το Άλλο είναι ταυτόχρονα μια εργάτρια που της την πέφτει ο προϊστάμενος, μια γυναίκα, μια καταπιεσμένη λεσβία, μια θεούσα, μια άρρωστη, μια άστεγη, ένας άνθρωπος βαθιά και ουσιαστικά μόνος και έρημος. Δεν είναι μόνο η ανάδειξη των διαφόρων αυτών ταυτοτήτων που πετυχαίνει την αποκάλυψη μιας άλλης θέασης για τον κόσμο. Είναι το πόσο τραγικά ανθρώπινος είναι ο συνδυασμός τους και η 'εγκατάστασή' τους σε ένα πραγματικό πρόσωπο. Ό,τι βλέπαμε απ' έξω και δεν το αγγίζαμε, τώρα βλέπουμε μέσα από αυτό. 

Ειλικρινά ευχαριστώ γι' αυτό το κείμενο που μόλις διάβασα. 

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Elli Sketo

@Ballerond να κάνουμε συμμορία  "οι εκβιαστές του συναισθήματος" :rambo:

 

Εντιτ: στυγνοί εκβιαστές συναισθήματος 

Edited by Elli Sketo
  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

  • Upcoming Events

    No upcoming events found
×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..