Jump to content

Νύχτες στη Μύκονο, με τον Βελζεβούλη μαζί.


Recommended Posts

Ballerond

Όνομα Συγγραφέα: Τζον Παπατζον
Είδος: Comedy Fantasy
Βία; Ελάχιστη
Σεξ; Μακάρι να είχε.
Αριθμός Λέξεων: 3998 (205 η εισαγωγή)
Αυτοτελής; Το ελπίζω
Σχόλια: Είναι η συμμετοχή μου για το Write off #90 με εισαγωγή της elgalla. Το κείμενο αυτό μη το πάρετε στα σοβαρά. Εγώ δεν το πήρα και το απόλαυσα ❤️
 

 

 

Όταν ήμουν φοιτητής, γούσταρα μια ελληνοαμερικάνα γκόμενα, τη Τζωρτζίνα.
Είχε ωραίο κώλο και μια φωνή σαν να 'χε μόλις τελειώσει το σεξ. Τη δική μου την παρέα δεν την καταδεχόταν ιδιαίτερα - δεν μας ενέκρινε, με τα σκισμένα μας τζιν και τα ταλαιπωρημένα μας παπούτσια, με τα μακριά μας μούσια και τα άχαρα, ψηλόλιγνα κορμιά μας. Παρ' όλα αυτά, εγώ ήμουν καψούρης και, κάποια στιγμή, μάζεψα τα κουράγια μου και της ζήτησα να βγούμε για ένα ποτό. Εκείνη γέλασε και μου είπε, σε σπαστά ελληνικά: "όταν παγκώσει Κόλαση". Και, χωρίς να μου δώσει περαιτέρω σημασία, γύρισε και συνέχισε να μιλάει στη διπλανή της.

Χειρότερη χυλόπιτα δεν είχα φάει ως τότε, ούτε έφαγα ποτέ στα χρόνια που ακολούθησαν. Άλλαξα, βέβαια, κι εγώ. Κυρίλεψα. Έκοψα τα μούσια, άρχισα γυμναστήριο, έβγαλα τα σκισμένα τζιν και τα τρύπια παπούτσια. Έπιασα και δουλειά σε ταξιδιωτικό γραφείο. Αλλά την πίτα που μου σέρβιρε η Τζωρτζίνα δεν την ξέχασα. Έτσι, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα να κάνω μόλις άκουσα στις ειδήσεις ότι η Κόλαση είχε όντως παγώσει και ορδές ξενιτεμένων δαιμόνων έφταναν στην Ελλάδα για να απολαύσουν τον ήλιο της Μεσογείου και τους σαράντα δύο βαθμούς Κελσίου που είχαμε, μέσα Ιούλη, ήταν να την ψάξω και να της ξαναζητήσω εκείνο το ραντεβού.

Βέβαια αντιμετώπιζα δύο βασικά προβληματάκια για να καταφέρω να ζητήσω εκείνο το ραντεβού.

Πρώτο και σημαντικότερο, δεν είχα ιδέα που βρισκόταν. Στο φατσομπουκ άφαντη – μα είναι δυνατόν να μην είχε λογαριασμό; Ρώτησα γνωστούς, φίλους, άχρηστα κορμιά που τη γούσταραν κι έφαγαν χειρότερες χυλόπιτες κι από εμένα, αλλά κανείς δεν ήξερε τίποτα. Κι άντε τώρα να ψάχνεις να βρεις γκόμενα Τζωρτζίνα – και μάλιστα από την Αμερική.

Δεύτερο πρόβλημα, εξίσου σημαντικό με το πρώτο, ήταν ο παρλαπίπας δαίμονας που είχα μπροστά μου και δεν έλεγε να ξεκουμπιστεί με τίποτα. Φορούσε μπλούζα “Hell is a place on earth” με κάτι κέρατα ντυμένα με μοβ γιρλάντες, ξεκούμπωτη βερμούδα στην οποία έπεφτε το μάτι μου φοβούμενος τι θα πεταχτεί από εκεί μέσα καθώς και άσπρες κάλτσες με σαγιονάρα. Ο εφιάλτης ενός ταξιδιωτικού πράκτορα, μετουσιωμένος μπροστά μου.

«Και που λέτε, κύριε...»

«Δερμιτζόγλου. Ηλίας Δερμιτζόγλου»

«Αυτό. Θέλω ένα μέρος στο οποίο να μπορέσω να χαλαρώσω. Να απολαύσω την κάψα του καλοκαιριού, το ζεστό σαλέπι που θα πίνω κάτω από τους 40 βαθμούς ντάλα, την λεπτή, καυτή αμμουδιά που θα μου γαργαλάει το δέρμα, το-»

«Ναι, κύριέ μου, το κατάλαβα. Δεν χρειάζομαι λεπτομέρειες. Θέλετε την Κόλαση επί της γης».

«Αυτός είσαι!»

Δύο πράγματα συνέβησαν τότε. Ο δαίμονας σηκώθηκε απότομα να μου σφίξει το χέρι και κάτι μακρύ, κόκκινο που μιλούσε πετάχτηκε από το παντελόνι του κι εγώ έσπασα την οθόνη του υπολογιστή μου την ώρα που έψαχνα παράθυρο να φύγω. Το μηχάνημα αφαιρέθηκε από τον μισθό μου, ο δαίμονας πήρε προσφορά πακέτο για την εξωτική Ύδρα κι εγώ έμεινα με το πουλί (όχι αυτό που μιλούσε, το δικό μου) στο χέρι. Έπρεπε να βρω την Τζωρτζίνα επειγόντως...

 

Εκείνο το βράδυ αποφάσισα να τριγυρίσω στα στέκια που σύχναζα σαν φοιτητής. Το «Περπατημένο» είχε κλείσει, εκεί που κάποτε έβλεπες κόσμο να μπαινοβγαίνει και να τρεκλίζεται μεθυσμένος, ισορροπούσαν ξεχαρβαλωμένες πόρτες και σάπια παράθυρα, στολισμένα με απανωτά γκραφίτι. Είχα περάσει μερικά από τα καλύτερα βράδια μου σ' εκείνο το μαγαζί. Στεκόμουν στην γωνία του δρόμου και το παρατηρούσα όταν ένιωσα ένα ρεύμα βρώμας να με κατακλύζει. Γύρισα κι αντίκρισα τον...

«Τάκη; Τι κάνεις ρε ψυχή;» θα έλεγα αν αυτή η φορητή μάζα μικροβίων θύμιζε καθόλου τον Τάκη που ήξερα από τα φοιτητικά χρόνια. Το μοναδικό που του έφερνε λίγο ήταν το απροσδιόριστου μήκους μαλλί ράστα, το οποίο πρέπει να είχε φτάσει τα δύο χιλιόμετρα μήκος και περνούσε μέσα από άλλες πύλες για να επανέλθει στον κόσμο μας. Αντ' αυτού, λοιπόν, απλά τον κοίταξα με ένα συμπονετικό – πλην απεχθές – βλέμμα κι άρχισα να ψάχνω τις τσέπες μου ελπίζοντας να (μην) βρω τίποτα ψιλά.

«Ηλία;»

Αυτός δυστυχώς με θυμόταν. Τον κοίταξα καλά, ίσιωσα τα γυαλιά που δεν φόραγα, έκανα ένα βήμα πίσω για να αντέξω τη μπόχα κι άνοιξα τα χέρια μου.

«Τάκη, εσύ, ρε παλιόφιλε; Χρόνια και ζαμάνια!»

Ο Τάκης όρμησε στην αγκαλιά μου κι εγώ απέκτησα καινούργια χλωρίδα και πανίδα σε όλο μου το κορμί. Μετά από δύο σφιχτούς εναγκαλισμούς, τον έδιωξα απαλά κι υποσυνείδητα αποφάσισα να κάψω τα ρούχα μου όταν γυρίσω σπίτι.

«Πού να 'μαι, ρε Ηλία. Περιφέρομαι σαν την άδικη κατάρα. Τουλάχιστον, με τόσους δαίμονες τώρα τριγύρω, λες να βρεθεί κανένας να με ρίξει κάπου;»

Ξεράθηκε στα γέλια μόνος του κι εγώ προσπαθούσα να καταλάβω το αστείο. Θα ήταν ένα απ' αυτά τα καθυστερημένα που γυρόφερναν τελευταία κι είχαν βγει με την έλευση των δαιμόνων – κάτι του στυλ «Τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια; Ο Βελζεπρρρουλης».

«Καλό, πετυχημένο», ομολόγησα στον ηλίθιο φίλο μου, «πάντως μία χαρά σε βλέπω. Δεν άλλαξες καθόλου».

«Γαμάω πολύ, Ηλία, γι' αυτό».

Πρέπει να τον κοίταγα σαν χάνος για αρκετή ώρα καθώς είχε αρχίσει να κουνάει τα χέρια του μπροστά μου, σαν τροχονόμος. Μετά έβαλα εγώ τα γέλια.

«Κι αυτό ανέκδοτο με τους δαίμονες είναι;»

Με κοίταξε με σοβαρό ύφος. Για μία στιγμή νόμιζα ότι θα μου έβγαζε κάνα μαχαίρι, δεν είναι να παίζουμε μ' αυτά, από τότε που κυρίλεψα είχα χάσει την παλιά, αναρχική μου φύση. Μετά χαμογέλασε συγκαταβατικά, μου έδειξε ένα πεζούλι να καθίσουμε και πήρε ύφος έμπειρου μπήχτη που θα μοιραζόταν το μυστικό του.

Αράξαμε δίπλα στην είσοδο του «Περπατημένου» σαν δύο παλιοί φίλοι που έτυχε να βρεθούν μετά από καιρό κι αναπολούσαν γκόμενες, ξύδια, φραπέδες και βουτιές στο συντριβάνι.

«Που λες, φίλε Ηλία, τα πράγματα πλέον έχουν αλλάξει στην ζωή μας. Η ξαφνική εισβολή των δαιμόνων συντάραξε τα θεμελιώδη δεδομένα της απολυταρχικής και υπερκαταναλωτικής κοινωνίας στην οποία ζούμε». Το στόμα του Τάκη ανοιγόκλεινε κι εγώ το μόνο που άκουγα ήταν τον καθηγητή μου, στο δεύτερο έτος της σχολής, να μου αναλύει τι σχέση είχε το Μανιφέστο του Μαρξ με το κύπελλο του ΠΑΟΚ.

«Τάκη, έχω κόψει τα ναρκωτικά εδώ και αρκετό καιρό. Δεν κόβεις κι εσύ τις μαλακίες να μου πεις αυτό που θες;»

Σοβάρεψε, ρεύτηκε δύο φορές δίνοντας μου μία γερή τζούρα από χαλασμένο αυγό και Μαλαματίνα και με κοίταξε.

«Οι δαίμονες έφεραν τα πάνω κάτω. Οι γυναίκες – κι οι άνδρες, δεν κάνω διακρίσεις – νιώθουν ότι πλησιάζει η Δευτέρα Παρουσία. Μπορεί αυτοί να θέλουν μόνο καυτά σαλέπια και καπουτσίνους στις παραλίες μας, αλλά ο παραλογισμός της θρησκείας είναι σε τρελή έξαρση. Ο κόσμος τελειώνει, οι ζωές μας τελειώνουν, όλοι θέλουν να γαμήσουν μία τελευταία φορά, ποιος είμαι εγώ να το αρνηθώ;»

Ένα όνομα πέρασε αμέσως από το μυαλό μου. Ένα όνομα και μία κωλάρα.

«Κι η Τζωρτζίνα;»

Με κοίταξε με μία έκφραση απορίας κι έκπληξης λες και μόλις του είχα εξομολογηθεί ότι στα κρυφά διαβάζω Άστρα κι Όραμα.

«Ποια Τζωρτζίνα, ρε συ; Δε τη θυμάμαι».

Πήγα να του υπενθυμίσω αλλά τότε έλαμψε σαν λαμπατέρ.

«Την κωλάρα λες; Μα καλά, πού τη θυμήθηκες αυτήν; Ακόμα σε καίει;»

Το ακόμα με πόνεσε περισσότερο γιατί αυτό σήμαινε ότι εκείνον, όπως κι άλλους, δεν τους ένοιαζε καν.

«Είναι απωθημένο, ρε φίλε. Ήταν βαρβάτη χυλόπιτα και δε μπορώ να την ξεχάσω. Φαντάσου, μου είχε πει ότι θα πάει μαζί μου μόνο αν-»

«Παγκώσει η κόλαση, το ξέρω. Το ίδιο έλεγε σε όλους. Κοίτα πώς τα φέρνει όμως η πουτάνα η μοίρα, σωστά;»

Μου έκλεισε το μάτι συνωμοτικά λες και μόλις μου είχε εκμυστηρευτεί πού θα έβρισκα τα περσινά θέματα της «Μακροοικονομίας ΙΙ», το οποίο χρωστούσα κι ακόμα.

«Έχεις ιδέα πού μπορώ να την βρω;»

Έσκυψε το κεφάλι βάζοντας το δεξί του χέρι κάτω από το πηγούνι του. Έβγαλε με το αριστερό ένα φλασκί από την τσέπη του παντελονιού, κατέβασε δύο δυνατές γουλιές, έκανε τρεις ανατριχιαστικές γαργάρες και με κοίταξε με χαμόγελο, από το οποίο έτρεχαν σταγόνες ύποπτου ποτού.

«Μύκονο».

 

Οι κινήσεις μου τις επόμενες μέρες δεν δικαιολογούσαν με τίποτα την ιδιοσυγκρασία και τη σύνεση που (δε) με χαρακτήριζαν σαν άτομο. Αποχαιρέτισα βιαστικά τον Τάκη, τσίμπησα ένα μπουκάλι βότκα από διπλανή κάβα, κοπάνησα τη μισή στη διαδρομή και την υπόλοιπη μισή στα σκουπίδια – την ώρα που ξέρναγα την πρώτη μισή σε μία γωνία – και το πήρα απόφαση. Θα πήγαινα στον φοιτητικό μου εφιάλτη, στο άντρο της ακολασίας, στο μοναδικό μέρος που είχα ορκιστεί να μην πάω ποτέ όσο κι αν είχα κυριλέψει.

Στη Μύκονο.

Ζήτησα άδεια από τη δουλειά λόγω επείγουσας, οικογενειακής υπόθεσης («Πέθανε καμία θεία σου;» , «όχι, τις έχω θάψει όλες»), έψαξα για κανένα δωμάτιο στο μαγευτικό, Κυκλαδίτικο νησί και βρήκα ακριβώς αυτό. Κανένα. Δε μπορούσα να βάλω τα μέσα της δουλειάς γιατί θα με έπαιρναν χαμπάρι.

Δε φτάνει που είχαμε γεμίσει σεΐχηδες, Βραζιλιάνους ποδοσφαιριστές και Τζαμαικανούς δρομείς, οι οποίοι μας έκλεβαν τα καλύτερα δωμάτια και τις καλύτερες σαμπάνιες, είχαμε και τους καυλωμένους δαίμονες οι οποίοι ζητούσαν ξαπλώστρα πριβέ στο Super Paradise, πρώτη μούρη μπροστά, και πλήρωναν με χάρες, υποσχέσεις και κλειδαμπαρωμένα μυστικά.

«Θα ήθελα την ξαπλώστρα Α, εκεί μπροστά, δίπλα στο μωρό με το κοραλλί μαγιό».

«Είναι 200 ευρώ, κύριε».

«Ξέρω ποιο βιβλίο διάβαζες πέρσι το καλοκαίρι».

«Πέραστε, κύριε Δαίμονά μου. Σαν το καζάνι σας!»

Μάζεψα ότι πενιχρές οικονομίες είχα, τις άπλωσα μπροστά και η πραγματικότητα με χτύπησε σαν κεφαλιά του Ζιντάν. Θα έπρεπε να κοιμηθώ στα παγκάκια. Γερές δόσεις από φοιτητικές κρεπάλες μου ήρθαν στο μυαλό, παρέα με ρεμάλια, πιωμένοι, αραχτοί στα πεζούλια της πλατείας Συντάγματος, να ανοιγοκλείνουμε τα μάτια όσο μαστουρωμένα πιτσιρίκια τριγύρω κυνηγούσαν πόκεμον. Εξ' άλλου δεν είχα σκοπό να μείνω για πολλές μέρες. Θα έφτανα, θα έβρισκα την Τζορτζίνα, θα της εξηγούσα το αυτονόητο, θα την έσκιζα πατόκορφα και θα έφευγα.

Είχα πλάνο και πρόγραμμα. Το μόνο που δεν είχα ήταν μία πολύ σημαντική πληροφορία που μου είχε δώσει ο Τάκης και την οποία δε θυμόμουν εκείνη τη στιγμή.

Τι σημασία είχε άλλωστε;

Μύκονοοοοος!

 

Το πλοίο ήταν γεμάτο, το μπαρ άδειο. Θέση για να κάτσω ούτε για δείγμα οπότε αναγκάστηκα να την βγάλω με νερό, καφέ περιπτέρου και πατατάκια στο κατάστρωμα. Για να πάω σαλόνι, ούτε λόγος. Μετά από απαίτηση των δαιμόνων επιβατών, το air-condition είχε απαγορευτεί σε όλο το πλοίο με αποτέλεσμα το Blue Star να μοιάζει με τεράστιο φουρνο. Το ταξίδι θα κρατούσε περίπου πέντε ώρες οπότε η μοναδική λύση ήταν η εξής: Ακουστικά κι ονειροπόληση. Εγώ με την Τζορτζίνα στην παραλία, εγώ με την Τζορτζίνα στις ξαπλώστρες, εγώ με την Τζορτζίνα στα βράχια, η Τζορτζίνα κι εγώ πιασμένοι χέρι χέρι να-

Αυτοχαστουκίστηκα να συνέλθω. Κοίταξα τον κόσμο τριγύρω. Οικογένειες με παιδιά, οικογένειες χωρίς παιδιά, ζευγάρια, κοριτσοπαρέες ξαναμμένες, ανδροπαρέες με τα σάλια στο πάτωμα. Οι ενήλικοι με τα μούτρα στα κινητά, οι ανήλικοι με τα μούτρα στη θάλασσα. Τα πλοία ήταν η καλύτερη απεικόνιση του Έλληνα που άφηνε τις δουλειές του για να ξεσκάσει στα νησιά και να περάσει, επιτέλους, την τελευταία πίστα του Candy Crush.

Μετά από αρκετά νερά, πολύ κατούρημα και δύο κιλά Lays στο στομάχι μου, φτάσαμε στη Μύκονο. Από μακριά έμοιαζε με έναν υπέροχο, ιμπρεσιονιστικό πίνακα, ο οποίος είχε αρχίσει να εκφυλλίζεται από ορδές αυτοκινήτων, τουριστών και σκαφών, τα οποία, χωρίς έλεος, έτρωγαν τα χρώματά του. Αυτή η εικόνα με στοίχειωσε για τα επόμενα δευτερόλεπτα, μετά συνήλθα, φορτώθηκα τα μπαγκάζια μου κι όρμησα στην αποβάθρα νομίζοντας ότι η Τζορτζίνα θα με περιμένει εκεί, κουνώντας το χέρι ψηλά, έτοιμη να μου παραδοθεί άνευ όρων πάνω στις βαλίτσες.

Τότε συνειδητοποίησα κάτι σημαντικό. Δεν ήξερα πού θα την βρω! Είχα ψάξει ξανά στα social media αλλά δεν ήταν πουθενά. Ο Τάκης δεν είχε κανένα στοιχείο για να με βοηθήσει και ο μοναδικός λόγος που ξεπαραδιάστηκα για να έρθω στο μισητό νησί, ήταν η εμπιστοσύνη που έδειξα στα λεγόμενά του. Αν υπήρχε ο ηλίθιος της χρονιάς, είχα κερδίσει επάξια τον τίτλο.

Τότε, σαν το πιτσιρίκι που ξεπορτίζει και θυμάται ότι έχει αργήσει να γυρίσει κάνα τρίωρο και θα τον περιμένει ο πατέρας σπίτι με το μαδέρι, μου ήρθε η τελευταία φράση του Τάκη στο μυαλό.

«Είχα ακούσει από έναν γνωστό, ότι η γκόμενα τα είχε παίξει. Κυκλοφορούσε στο νησί με κοντόκαννη καραμπίνα, απειλούσε δαίμονες κι αν την στραβοκοιτούσες, θα έβλεπες τα ραδίκια ανάποδα. Εγώ, στη θέση σου, θα καθόμουν στ' αυγά μου».

Υπερβολές, σκέφθηκα. Για ποιον λόγο να σαλτάρει έτσι η τύπισσα; Νομίζω ότι απλά ο παλιός, κολλητός μου, ήθελε να με πικάρει που μου είχε μείνει απωθημένο μία κωλάρα.

Πάντως, έπρεπε από κάπου να ξεκινήσω. Και το καλύτερο μέρος για να ρωτήσεις πληροφορίες σε ένα τέτοιο νησί ήταν οι ταξιτζήδες.

Πλησίασα την γκρίζα ουρά από τα συμπαθέστατα οχήματα, αντίκρισα τα πρώτα βλέμματα απογοήτευσης που δεν ήμουν ψηλή, ξανθιά, με ποδάρες και ρώτησα τον πρώτο καλοσυνάτο ταξιτζή.

«Καλημέρα σας, θα ήθελα μία πληροφορία. Πριν λίγο καιρό ήρθε εδώ η ξαδέρφη μου η οποία πάσχει από πρόωρο Αλτσχάιμερ. Προσπαθούμε να την εντοπίσουμε αλλά είναι αδύνατον. Μπορείτε να με βοηθήσετε;»

Του έδειξα μία φωτογραφία που είχα της Τζορτζίνας από το πανεπιστήμιο, την κοίταξε, με κοίταξε, χαμογέλασε.

«Χυλόπιτα, ε;»

Πρέπει να το έγραφε το κούτελό μου, δεν εξηγείται αλλιώς.

«Μεγάλη και παχιά», του απάντησα.

«Φίλε, καλό μωρό, αλλά εδώ θα βρεις πολλά τέτοια. Δύσκολα μου βάζεις. Άσε μου την φωτογραφία κι ένα τηλέφωνο κι αν την δω θα σε ειδοποιήσω».

Έκανα άσχημους συνειρμούς με το τι θα έκανε ο ταξιτζής με την φωτογραφία – ή με το τηλέφωνό μου – οπότε αρκέστηκα σε ένα «Ευχαριστώ, θα καλέσω τον Χορταρέα», κι έφυγα.

Ακόμα δεν είχα φτάσει στο νησί και το μισούσα περισσότερο απ' ότι το μισούσα πριν καν το επισκεφθώ. Ήταν πανέμορφο, δε λέω, αλλά όλη η νοοτροπία του με έκανε να βουτήξω στη θάλασσα και να πάω κολυμπώντας στην Δήλο να χαζέψω τα αρχαία.

Σύνελθε Ηλία, σκέφθηκα, έχεις έρθει εδώ για έναν σημαντικό σκοπό. Να ξορκίσεις το παρελθόν και να κάνεις μία νέα αρχή. Κωλάρες υπάρχουν παντού, της Τζορτζίνας μόνο ένας. Και θα τον πάρεις.

 

Πέρασα πολλές ώρες περιφερόμενος σαν την άδικη κατάρα (τελικά το ανέκδοτο του Τάκη δεν ήταν τόσο κακό), χαζεύοντας τις αλλαγές που είχε φέρει η έλευση των δαιμόνων. Οι καφετέριες είχαν προσθέσει έξτρα cocktail στους καταλόγους τους όπως το «Το χέρι του Μάμων» ή «Το κέρατο της Λίλιθ», τα οποία πουλούσαν σε εξωφρενικές τιμές, τα ρουχάδικα είχαν έξτρα μεγέθη και αυτοσχέδιες τρύπες στα προϊόντα τους για να μην καταστρέφονται από τα κέρατα, τα ξενοδοχεία είχαν μετατρέψει τις σάουνές τους σε σουίτες λουξ κι οι παραλίες είχαν ξεχωριστό κομμάτι για τους δαίμονες, χωρίς σκιά και με καυτό νερό να πέφτει άφθονο πάνω τους.

Κατά τα άλλα, ο Έλληνας δεν είχε χαλάσει καθόλου τη βολή του. Βρώμιζε τις ακτές, έπινε ούζα σαν καταβόθρα, χόρευε σαν ξεχαρβαλωμένο ελατήριο και έβγαζε σέλφις με το τρισέγγονο του Βελζεβούλ γράφοντας «Κόλαση η Μύκονος, φέτος!» κι άλλα τέτοια τσιτάτα.

Ωραία όλα αυτά, αλλά η Τζορτζίνα πουθενά. Είχα σκοπό να περάσω δύο βράδια στο νησί, το μέγιστο, ψάχνοντας. Αν δεν την έβρισκα, θα έπαιρνα την αξιολύπητη αξιοπρέπειά μου, τα ελάχιστα λεφτά μου και θα γύρναγα στον Πειραιά ορκισμένος να βρω τον Τάκη και να τον κάνω ανθρώπινο γκραφίτι στον τοίχο του «Περπατημένου».

Το πρώτο βράδυ αποφάσισα να το βγάλω σε μία ξαπλώστρα, δίπλα σε ένα σχετικό ήσυχο beach bar. Είχα χτυπήσει δύο αμφιβόλου ποιότητας μοχίτο, είχα τυλιχτεί με την πετσέτα μου και χάζευα τα αστέρια στον ουρανό. Τι θα γινόταν αν κατέβαιναν οι Άγγελοι κι άρχισαν να μαλλιοτραβιούνται με τους δαίμονες για μία θέση στον ήλιο; Προτού συνεχίσουν αυτές οι καθυστερημένες μου απορίες, μία κραυγή με έκανε να πεταχτώ και να κοιτάξω στα δεξιά μου.

Δύο φιγούρες τσακώνονταν δίπλα στα βράχια, η μία σε ξεκάθαρη μειονεκτική θέση φαινόταν να παρακαλάει για τη ζωή της όσο η άλλη, την απειλούσε με κάτι μακρύ και δυσοίωνο. Αποφάσισα να το παίξω ήρωας, χωρίς κανέναν προφανή λόγο, κι όρμησα προς το μέρος τους. Αν δεν έβρισκα την Τζορτζινα, τουλάχιστον θα έσωζα την κοπελιά από τον επίδοξο βιαστή της και θα κέρδιζα μία αγάπη – και ίσως κάτι παραπάνω – για το καλοκαίρι.

Όταν πλησίασα συνειδητοποίησα ότι έκανα δύο τραγικά λάθη. Πρώτον, αυτός που κρατούσε το μακρυνάρι ήταν γυναίκα κι η πεσμένη φιγούρα ήταν ένας χλεχλές δύο μέτρα, με παρεό και εσπαντρίγιες (απορούσα γιατί δεν τον είχε πυροβολήσει ακόμη).

Το δεύτερο ήταν ότι η γυναίκα με το μακρυνάρι ήταν αυτή που έψαχνα. Και δεν ήταν καθόλου όπως τη θυμόμουν.

«Τζωρτζίνα;» συλλάβισα με δυσκολία το όνομά της μη χαλάσω την ιερότητα της στιγμής.

«Ποιο μαλάκα είσαι εσύ πάλι;»

Τα Ελληνικά της είχαν φτιάξει, η διάθεσή της καθόλου. Ο χλεχλές στο πάτωμα βρήκε ευκαιρία να σηκωθεί και να τρέξει με το παρεό του να ανεμίζει σαν σημαία.

«Και μη ξαναγκυρίσει πίσω, βλαμμένο, γιατί θα ανοίξει κεφάλι στα ντίο!»

Την κοίταξα, την θαύμασα, την ερωτεύτηκα. Δε θύμιζε σε τίποτα την μπίμπο με την οποία είχα καυλώσει στο Πανεπιστήμιο. Είχε δύναμη, πυγμή, θυμό (κι ευτυχώς) κωλάρα. Έφερε δύο σβούρες την καραμπίνα λες κι ήταν ο Ράμπο, την έβαλε στη θήκη της που κρεμόταν από το κοντό παντελόνι και με κοίταξε με βλέμμα απάθειας και λύπησης.

«Λέγκε τι θες, έχεις ντίο ντευτερόλεπτα, αλλιώς βγκάλω καραμπίνα πάλι».

Σήκωσα τα χέρια ψηλά σε θέση άμυνας. Η Τζωρτζίνα δεν αστειευόταν.

«Όχι, μη, θα σου πω. Είμαι ο Ηλίας, από τη σχολή. Με θυμάσαι; Πού να με θυμάσαι θα μου πεις. Σου είχα ζητήσει μία φορά να βγούμε κι εσύ μου απάντησες-»

«Ωχ, όχι κι εσύ! Πάλι τα ίντια!»

Την κοίταξα με απορία. Όχι κι εγώ; Πόσοι είχαν έρθει πριν από μένα δηλαδή; Έκανε ένα βήμα απειλητικό προς το μέρος μου κι ενώ μετρούσα δευτερόλεπτα μέχρι να μου την ανάψει, τελικά έσκυψε το κεφάλι κι έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά μου.

Σκάλωσα, έμεινα, δεν ήξερα τι να κάνω. Η υπέρτατη γυναίκα των ονείρων μου, στην αγκαλιά μου να κλαίει, κι εγώ να μη μπορώ να κουνήσω δάχτυλο. Την αγκάλιασα κι εγώ απαλά προσπαθώντας να διώξω επικίνδυνες ορμές που έρχονταν στο μυαλό μου.

«Τι έγινε, τι συνέβη Τζορτζίνα; Εξήγησέ μου, θα σε ακούσω».

Με κοίταξε με κλαμένα μάτια και με βλέμμα μικρού κουταβιού. Γαμώτο, γαμώτο, γαμώτο!

«Όλοι, όλοι θέλουν να με πηντήξουν! Από τότε που η σκατο Κόλαση πάγκωσε, όλοι θυμήθηκαν αυτό που τους έλεγκα παλιά κι έρκονται με το πουλί στο χέρι, λες και τους χρωστάω. Οι νταίμονες, φταίνε γκια όλα. Αυτοί φταίνε!»

Ήταν από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής μου. Ήθελα διαολεμένα να βάλω τα γέλια, να πέσω κάτω στην άμμο και να κυλιέμαι σαν το γουρούνι, ενώ έπρεπε να μείνω σοβαρός και συμπονετικός στο δράμα της. Τελικά ο Τάκης είχε δίκιο. Η πουτάνα η μοίρα είχε φέρει τα πάνω κάτω.

«Κι εσύ τους κυνηγάς με καραμπίνα; Δικαιολογημένο, δε λέω, αλλά σκέψου ότι κι αυτοί μία ευκαιρία περίμεναν στη ζωή τους κι αυτή ήρθε ουρανοκατέβατη. Βασικά, Κολασοανέβατη ήρθε αλλά καταλαβαίνεις».

Δε ξέρω αν σάστισε από το τραγικό μου λογοπαίγνιο ή από την θλιβερή συνειδητοποίηση ότι ήθελα ό,τι κι οι υπόλοιποι. Σοβάρεψε, αγρίεψε, έκανε δύο βήματα πίσω κι έβγαλε την καραμπίνα.

«Κι εσύ, μπρε μαλάκα, αυτό θες; Να με πηντήξεις; Ντεν έχει, φύγε μη σου ανοίξω κι άλλη τρύπα εκεί που ντεν θες!»

Κοίταξα τριγύρω, ευτυχώς δε μας είχε πάρει χαμπάρι κανείς. Ή όλα ή τίποτα.

«Τζορτζίνα, θα είμαι ειλικρινής. Θέλω ότι ήθελαν κι οι υπόλοιποι. Γι' αυτό ήρθα στο νησί. Σε έψαξα και στο Internet αλλά δε σε βρήκα πουθενά. Καταλαβαίνω όμως το ζόρι σου, τον πόνο σου και την απόγνωσή σου. Και προτίθεμαι να σε βοηθήσω. Αν δε με πιστεύεις, απλά θα φύγω και θα σε αφήσω στην ησυχία σου. Αλλά νομίζω ότι χρειάζεσαι έναν σύμμαχο που σκέφτεται ακριβώς όπως κι ο αντίπαλός σου. Τι λες;»

Ο Σον Τζου έσκισε τα βιβλία στρατηγικής που είχε γράψει για την τέχνη του πολέμου και διπλωματίας, το υπουργείο εξωτερικών έβγαλε εγκύκλιο που παραδινόταν στον εχθρό κι οι απανταχού αγάμητοι έκαναν διπλό facepalm με τις μαλακίες που είχα ξεστομίσει. Την καραμπινιά δεν την γλύτωνα.

Η Τζορτζίνα με κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι ελαφρά, έβαλε την καραμπίνα στη θέση της και σταύρωσε τα χέρια στο πλούσιο στήθος της.

«Λες μαλακίες αλλά τις λες ωραία. Έκλεισα όλα τα ίντερνετ για να μη με μπρίσκουν. Θα με βοηΘήσεις. Μη περιμένεις μετά όμως σεγκς και γκαμήσια. Αφού πετύχω την αποστολή μου, φεύγκω για Τιβέτ, να μονάσω, να βρω την ησυκία μου!»

Η σκέψη ότι μία τέτοια γυναίκα θα βολοδέρνει στα όρη και στ' άγρια βουνά μου έκατσε στραβά αλλά δεν είχα επιλογή. Δέχθηκα, της ζήτησα μία αγκαλιά για να επισφραγίσουμε την συμφωνία μας, μου έριξε ένα σκαμπίλι και προχωρήσαμε.

 

Το σχέδιο της ήταν απλό. Θα ξαναζέσταινε την Κόλαση. Δεν ξέρω για ποιον λόγο είπε ότι ήταν απλό ή πώς θα το κατάφερνε. Πάντως και μόνο που ήμουν μαζί της, μου αρκούσε.

«Όλο αυτό είναι ένα παιγκνίδι μεταξύ νταιμόνων κι αγγέλων. Τσαγκώνονται γκια το ποιους έκουν ανάγκη οι άντρωποι και ποιους όχι. Οι άγγελοι πάγκωσαν Κόλαση για να ανέβουν οι νταίμονες πάνω και να τρομάγκσουμε εμείς. Το οποίο ντεν έγκινε. Και τώρα, οι νταίμονες γκελάνε, οι άγγελοι μπρίζουν και ψάχνουν τρόπο να τους γκυρίσουν σπίτι τους».

Δεν ήξερα που είχε βρει τέτοιες πληροφορίες ούτε αν αλήθευαν. Όλο αυτό έμοιαζε με ένα από τα ατελείωτα, σαλεμένα όνειρα που έβλεπα τις αποπνιχτικές νύχτες του καλοκαιριού, χωρίς κλιματισμό και με το μισό σώβρακο κατεβασμένο.

«Και πώς ακριβώς θα τους επαναφέρουμε στο σπίτι τους; Κι εμένα μου την δίνουν, να σου πω την αλήθεια». Εγώ στα αρχίδια μου για τους δαίμονες αλλά έπρεπε να συμφωνήσω μαζί της μπας κι αλλάξει η γνώμη της για μένα. Με κοίταξε με το φρύδι ανασηκωμένο. Σιγά μην άλλαζε.

«Είναι απλό, όπως σου πα. Ήρθα Μύκονο γκια έναν και μόνο λόγκο. Εντώ κάνει ντιακοπές ο Μπελζεμπούλης. Ο γκνωστός. Παίζει πόκερ με τον Ραφαήλ. Όσο κερντίζει, οι νταίμονες μένουν Ελλάντα. Όταν, κι αν χάσει, θα γκυρίσουν όλοι πίσω».

Τα πάντα, όπως κι η ζωή, παίζονταν στα χαρτιά. Έρμαια όλοι μας σε ένα παιχνίδι με ντάμες και ρηγάδες. Το μέλλον μας στα χέρια τους. Η κωλάρα της μακριά από τα χέρια μου. Κάτι έπρεπε να κάνω.

«Οπότε πρέπει να χάσει ο Βελζεβούλ, σωστά; Και πώς θα γίνει αυτό;»

Η Τζορτζίνα όπλισε την καραμπίνα, σημάδεψε το φεγγάρι και πίστευα πραγματικά ότι μπορούσε να το γεμίσει τρύπες.

«Έκε μου εμπιστοσύνη, Ηλίας».

Της είχα.

 

Το επόμενο βράδυ δώσαμε ραντεβού σε γνωστό κωλάδικο του νησιού, με νέον ξεφτισμένες επιγραφές, πορτιέρης με σταυρό στο δασύτριχο στήθος και στιλέτο στην τσέπη, ξεπλυμένες γκόμενες στην είσοδο. Πήγα να μπω, δε με άφησαν, έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα, με άφησαν. Η Τζορτζίνα ήταν ήδη μέσα και για κακή μου τύχη, πολύ μέσα στον ρόλο της. Χόρευε για τους μαλάκες του μαγαζιού. Άνθρωποι και δαίμονες δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω της. Με είδε, μου έγνεψε να την περιμένω στο μπαρ και συνέχισε το σόου.

Κάποια στιγμή, η κίνηση έπεσε και το μάτι μου πήρε μία παρέα δαιμόνων να πηγαίνουν πίσω από μία κουρτίνα, στο βάθος του μαγαζιού. Η Τζορτζίνα, ξαπόστειλε όπως όπως έναν τύπο που τη χούφτωνε, άρπαξε το ποτό της και πήγε πίσω από την κουρτίνα. Εγώ έπρεπε να την ακολουθήσω.

Έπρεπε; Για ποιον λόγο να ρισκάρω τη ζωή μου; Για έναν κώλο και μία χυλόπιτα; Μία τραγική συνειδητοποίηση της κατάστασής μου ήρθε και με χτύπησε σαν νταλίκα κι ένα τρέμουλο απλώθηκε στο κορμί μου. Ήθελα να φύγω. Η Τζορτζίνα ας τα έβγαζε πέρα μόνη της, εμένα δε με ένοιαζαν οι δαίμονες, ίσα ίσα δουλειά μου έδιναν.

Ήπια το ποτό μου μονοκοπανιά και κίνησα προς την πόρτα. Λίγα βήματα πριν την έξοδο, άκουσα κραυγές, πυροβολισμούς, κι άλλες κραυγές, ένα «Φουλ του άσσου, γαμώ!», κι άλλο πυροβολισμό, μετά «Γκαριόλη, γκύρνα πίσω Κόλαση τώρα!», γύρισα προς την κουρτίνα, είπα να τρέξω, είδα την Τζορτζίνα να βγαίνει αλαφιασμένη, από πίσω της ένας Βελζεβουλ με φωτιές και δίκρανο, γύρισα πλάτη, έτρεξα προς την έξοδο, πήδηξα πάνω από τον πορτιέρη ο οποίος πηδούσε την τύπισσα στην είσοδο, η Τζορτζίνα πίσω μου, το μαγαζί πήρε φωτιά, ήταν πανέμορφη, πανίσχυρη κι ιδρωμένη.

«Τι έγινε;» της ούρλιαξα πάνω από τον χαμό.

«Άσσος στο μανίκι μου, Ηλίας. Κι ο άσσος νικάει τα πάντα».

Κοίταξα πίσω μου, ο Βελζεβούλ έβγαινε από το μαγαζί πετώντας φωτιές παντού, ουρλιάζοντας. Πίσω του ένας τύπος με φτερά, λάθος ένας πελώριος τύπος με φτερά που λαμποκοπούσαν – ο Ραφαήλ; - ο οποίος πλησίασε τον Βελζεβούλ, του έκανε πατ πατ στην πλάτη και μετά με τα δύο του δάχτυλα έδειξε τα μάτια του σε στυλ «ξέρω που μένεις».

Τρέξαμε παρέα, τρέξαμε πολύ, τρέξαμε μακριά. Η νύχτα τελείωνε, η μέρα ερχόταν, ο κόσμος ίσως να άλλαζε ίσως κι όχι. Της έπιασα το χέρι, την έφερα κοντά μου, σάστισε αλλά δεν αντέδρασε.

«Η κόλαση πάγωσε κι ίσως τώρα ξεπαγώσει. Εγώ όμως θα σε κάνω δικιά μου ο κόσμος να χαλάσει».

Και σαν κλασική, Αμερικάνικη ταινία, έπεσαν οι τίτλοι τέλους την ώρα που την φιλούσα παθιασμένα με φόντο την αυγή του ηλίου και το καμένο κωλάδικο.

Ή τουλάχιστον μ' αυτήν την εικόνα έμεινα όταν μου έδωσε μία με το κοντάκι της καραμπίνας κι έπεσα ξερός στα βράχια.

Ξύπνησα μετά από λίγες ώρες, ζαλισμένος, με κεφάλι καζάνι κι έναν ήλιο ακόμα πιο καζάνι. Είδα κόσμο να βγαίνει πανηγυρίζοντας, «σωθήκαμε, έφυγαν τα δαιμόνια» φώναζαν, άλλοι κατσουφιασμένοι που έχασαν πελάτες, μία Λουκά ντυμένη με ολόσωμο μαγιό ούρλιαζε «σας τα λεγα, αντίχριστοι».

Η Τζορτζίνα πουθενά. Τι να κάνεις, τουλάχιστον προσπάθησα.

«Μύκονοοοοοςς», φώναξε η χαριτωμένη κοριτσοπαρέα πιο δίπλα και τότε πήρα απόφαση να πάρω το επόμενο καράβι για Πειραιά. Αρκετά με το κωλόνησο.

Στο λιμάνι συνάντησα τον ταξιτζή που είχα ρωτήσει όταν είχα πρωτοφτάσει. Με κοίταξε, με αναγνώρισε (γαμώτο) κι έτρεξε καταπάνω μου.

«Ψιτ, φιλαράκι! Εσύ δεν έψαχνες εκείνο το ξανθό μωρό; Το είδα να ανεβαίνει στο Blue Star για Αθήνα. Το προλαβαίνεις δεν το προλαβαίνεις».

Είμαι από τους τύπους που τους δίνεις ένα παζλ πενήντα κομματιών και το παρατάει στα πέντε. Βαριέμαι εύκολα. Και απογοητεύομαι εύκολα.

Αλλά την Τζορτζίνα, έπρεπε να την πηδήξω. Στο Θιβέτ δεν είχε πει ότι θα πήγαινε;

Στο Θιβέτ, αδερφές μου, στο Θιβέτ!

Νύχτες στη Μύκονο, με τον Βελζεβούλη μαζί.doc

  • Like 6
  • Haha 3
Link to post
Share on other sites
John Ernst

Αγαπητέ @Ballerond, το ξέρω ότι σου άρεσε η ιδέα της Τζωρτζίνας με τον ωραίο πισινό, εσύ την απογείωσες. Της έδωσες μια γεύση από Ράμπο κι αυτό μου άρεσε. Ξέρεις ότι το καλύτερο στην ιστορία ήταν να φανταστούμε την Τζωρζίνα μετά από χρόνια.

Το χιούμορ σου φρέσκο, οι χαρακτήρες ικανοποιητικοί (λίγο ο ταξιτζής δε με έπεισε), η πρόζα λειτούργησε καλά. 

Τι δε μου άρεσε, μετά τη στιγμή που βρήκε την Τζωρτζίνα έχασα το ενδιαφέρον μου. Η αλήθεια είναι ότι συνέβηκε, με προβλημάτισε, δεν μπόρεσα να βρω το λόγο ώστε να μπορέσω να σε βοηθήσω. Ίσως να φταίει που δε μου αρέσει το Αμερικάνικο χιούμορ. 

Καλή προσπάθεια

ΥΓ ωραίος τίτλος

ΥΓ1 ακόμα δεν έχω καταλάβει το τίζερ σου

Edited by John Ernst
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
jjohn

Λοιπόν το διάβασα τώρα που είμαι στο λεωφορείο!

Σε γενικές γραμμές, διαβάζεται ευχάριστα. Προσωπικά το θεωρώ καλύτερη προσπάθεια σε σύγκριση με προηγούμενες ιστορίες για διαγωνισμούς βπου έχεις ανεβάσει.

Στα αρνητικά, είναι ίσως λίγο πιο μεγάλο απ'ό,τι πρέπει. Κόψε ή μικρύνε μερικές σκηνές ( π.χ Τάκη).

Και το βασικότερο. Υπάρχει επιτηδευμένο στα σημεία χιούμορ. Προσωπικά  μόνο με το "Γκαριολη" μου φάνηκε πραγματικά αστείο.

Γενικά το χιούμορ είναι δύσκολο να το περάσεις στον γραπτό λόγο. Προσωπικά πάντοτε  όταν ξεκίναω με στόχο να γράψω  κάτι αστείο πάντοτε καταλήγω να γράφω υπερβολικά πράματα και να επιτηδευω πολύ το χιούμορ.   Αυτό το καταλαβαίνω εκ των υστέρων αφού συνήθως με κάτι τέτοια εμείς που τα γράφουμε περνάμε καλά. Γενικά νομίζω το  subtle χιούμορ λειτουργεί  πιο επιτυχημένα στο γραπτό λόγο. 

Όλο αυτό που συνοψίζεται σε δύο φάσεις μέσα στο κείμενο που μου χτύπησαν πολύ. Η πρώτη ήταν με τον δαίμονα στο ταξιδιωτικό γραφείο που το παρακάνεις και η δεύτερη η τελευταία φράση που δε λειτουργεί για κανένα λόγο και είναι απλώς cringey.

Αυτά! Όπως είπα μπορεί να μην μου φάνηκε αστεία σαν ιστορία, αλλά την διάβασα ευχάριστα. Καλή παρέα για το λεωφορείο εν ολίγοις.

Επίσης με τέτοια προφορά  την τζορτζινα μάλλον για Ρωσίδα και κεράσει ποτάκι πιάσει μπουτάκι μου έκανε.( Σ' αυτό φταίει η Αταλάντη :) )

Καλή επιτυχία!

Edited by jjohn
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Mournblade

«Έκε μου εμπιστοσύνη, Ηλίας».

Της είχα.

Ένα θα σου πω: για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, έλιωσα στο γέλιο! 
:)

Έχεις μπόλικες ατάκες-διαμάντια σ' αυτή την ιστορία! Εύγε Μπαλερόντιους! 

 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα

Θα συμφωνήσω με Mournblade για τις ατάκες, θα πω ότι απόλαυσα και γέλασα, αλλά αν γίνω αυστηρή θα πω: λέμε τρεκλίζει και όχι τρεκλίζεται, και σου έχουν ξεφύγει κάτι ότι σε θέση ό,τι. Πολύ γέλιο, ελπίζω να έχει τύχη ο δόλιος με την Τζωρτζίνα, είτε στο Θιβέτ είτε στη Μόσχα είτε σε όποια διάσταση. Επίσης ο Τάκης. Τόσο εξωφρενική η περιγραφή του που νόμιζα ότι ήταν κάποιος κολασμένος, ότι δηλαδή μαζί με τους δαίμονες είχαν ανέβει και οι κολασμένοι στη γη. Μέχρι δλδ το ανέκδοτο με το δαίμονα. Δεν κατάλαβα διόλου τι παιζόταν με τα μαλλιά του. Ή, εκείνο που κατάλαβα, ήταν ότι με κάποιον τρόπο τα μαλλιά του εκτείνονταν και σε άλλες διαστάσεις. Ας πούμε, ως την Κόλαση. Περνούσε μέσα από άλλες πύλες για να επανέλθει στον κόσμο μας, λες.

Κοίτα να δεις. 

Υπερβολική η προφορά της Τζωρτζίνας. Αλλά οκ, είχε πολύ πλάκα για να το πολυπροσέξω.

Φανταστείτε τις παραμέτρους στην πολιτική ορθότητα btw σε μία τέτοια φάση. Θες να διαολοστείλεις κάποιον αλλά οι διαόλοι είναι ήδη εδώ. Συνεχίζεις στις πατροπαράδοτες βρισιές ή κι αυτές προσαρμόζονται;

Όπως και να 'χει, fun. 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
SymphonyX13

Απόλαυσα αυτήν την ιστορία Γιάννη, όπως όλες τις χιουμοριστικές σου. Ωραίοι χαρακτήρες, φοβερές ατάκες, ξεκούραστη και διασκεδαστική ιστορία, αν και ο Ηλίας μένει τελικά και αυτός ..με την χαρά. Τουλάχιστον δεν τα παράτησε, επιμένει ακόμα,  μπράβο του! :lol: Αν και τελικά και στο Θιβέτ να φτάσει, πιο πιθανό το βλέπω να βρει τον Ace Ventoura, παρά την Τζωρτζίνα! :lol: Την ευχαριστήθηκα λοιπόν την ιστορία σου Γιάννη, παρόλο που περνούσαν τελείως παράταιρα πράγματα στο μυαλό μου διαβάζοντας την, από τον Πλανητάρχη...Μπουγά (Σε ψάχνω σε όλο το internet...) μέχρι τον Αρνολντ (ένας είναι ο Άρνολντ) ( Trust me...Elias) :lol: 

Ωχ, τώρα φαντάστηκα την Τζωρτζίνα με την μορφή του Αρνολντ, ντυμένου γυναίκα στοJunior και ανακατεύτηκα λίγο... :lol:

Καλή επιτυχία!

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
MadnJim

Καλή φάση! Ναι, σπρωγμένο χιούμορ με το στανιό σε πολλά σημεία αλλά -αλίμονο- ξέρω από πρώτο χέρι ότι δεν ήταν εύκολο να γίνει αλλιώς, το ίδιο κάναμε κι οι τρεις. Για την προφορά θα συμφωνήσω κι εγώ ότι δεν θυμίζει αμέρικα, αλλά πάλι ξέρω από πρώτο χέρι ότι αυτή την κατεύθυνση έδινε η εισαγωγή και απλά ακολούθησες (όταν παγκώσει κόλαση). Σαν ιδέα μου άρεσε πολύ, θα 'θελα να την είχα σκεφτεί κι εγώ, αλλά ο ντενεκές έψαχνα όλη τη βδομάδα αν και πώς θα μπορούσα να το στρίψω σε ψιλοτρόμο κι έχασα τσάμπα τόσο χρόνο. Τρέχει πολύ η αφήγηση, σε κάποια σημεία δεν την προλάβαινα, αλλά σε κάποια σημεία ούτε κι εσύ την προλάβαινες (πχ, "τρεκλίζει" κι όχι "τρεκλίζεται", ή ξέρω γω καραμπίνα σε θήκη στο γοφό ούτε με κομμένη κάνη δε χωράει, κλπ). Δεν έπιασα κάποια από τα αστεία αλλά σ' αυτό μπορεί να φταίει κι η δική μου αντίληψη, για παράδειγμα εκεί που κάτι ομιλητικό πετάχτηκε από το παντελόνι του δαίμονα, η σχέση της κίνησης του τροχονόμου με την ατάκα "γαμάω πολύ", κλπ. Επίσης μου φάνηκε να λείπει κάτι εκεί στο τέλος στο χαρτοπαίγνιο, πώς τα κατάφερε η κωλ… εχμ, σόρυ, η Τζωρτζίνα ήθελα να πω, να τους την κάνει, έπαιξε κι αυτή; Κάτι λείπει εκεί.

Anyway κι overall, επιστρέφω στην αρχή. Καλή φάση! Το ότι ανάφερα παραπάνω κάποια αρνητικά δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν στιγμές που κατάφερες να με κάνεις να γελάσω αβίαστα και, πίστεψέ με φίλε, δεν είναι εύκολη υπόθεση να κάνεις έναν funny writer να γελάσει. Ή τουλάχιστον αυτό ισχύει με μένα, μπορεί να ξεκαρδιστώ με κάτι που όλοι θα προσπεράσουν και να παραμείνω απαθής όταν όλοι οι άλλοι θα κλαίνε από τα γέλια. Μ' έκανες λοιπόν να γελάσω κι αυτό σημαίνει ότι μια χαρά τα πήγες συνολικά.

Για τεχνικά και τα σχετικά δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε κάτι, είμαι σίγουρος ότι τώρα που πέρασαν μέρες ξέρεις που υπάρχουν κενά, τρύπες, ανακολουθίες, αχτενισιές και τα ρέστα. 

Good work, καλή επιτυχία συμπαίκτη! :) 

Υ.Γ.: Τι γαμάτη ιδέα που είχες εκεί με τους αγγέλους; Φαντάσου ξέρω γω με το που πάγωσε η Κόλαση και την έκαναν τα δαιμόνια συν γυναιξί και τέκνοις να πήγαιναν και να την κατοικούσαν οι άγγελοι, ο Μεγάλος να τα παίρνει και να γίνεται το έλα να δεις! Αυτό θα είχε πολύ γέλιο, αλλά μάλλον θα καιροφυλακτούσε κι ο αφορισμός κάπου κοντά. :D 

  • Like 1
Link to post
Share on other sites

Ωραίο -ανάλαφρο- διήγημα με άφθονο χιούμορ από την αρχή μέχρι το τέλος.

Edited by Dreamer
  • Like 1
Link to post
Share on other sites
Ballerond

Σας ευχαριστώ άπαντες για τα σχόλιά σας κι ελπίζω να σας διασκέδασε, έστω και λίγο, η συγκεκριμένη ιστορία.
Ήταν ένα πολύ ευχάριστο διάλειμμα για μένα και κάτι που ήθελα πολύ να γράψω (το ύφος δλδ) εδώ και καιρό. Το διήγημα έχει συγκεκριμένο λόγο που γράφτηκε έτσι (αρκετές φορές με λίγο βεβιασμένο χιούμορ) καθώς ο σκοπός του ήταν να μην το πάρετε πολύ στα σοβαρά.

Τέτοιο στυλ περίπου, εντάξει σαφώς καλύτερο, γράφει ο Κωστάκης Ανάν. Αν δεν τον ξέρετε, σας τον προτείνω ανεπιφύλακτα. Εμπνεύστηκα από το ύφος γραφής του κι ήθελα κάπως να το υιοθετήσω κι εδώ. Αλλά το χιούμορ, όπως αναφέρατε οι περισσότεροι, είναι το πιο δύσκολο στη λογοτεχνία και το πιο υποκειμενικό.

Παρ' όλα αυτά αναγνωρίζω ίσως κάποιες άστοχες εκφράσεις, κάποιες υπερβολικές αλλά - για να μιλήσω κι ειλικρινά - δε με πολυένοιαζε ? ήθελα να γράψω μία καφρίλα και την έγραψα. Τέλος.

Αυτό που και μένα με χάλασε ήταν ότι μετά την συνάντηση με την Τζωρτζίνα το διήγημα δεν τραβούσε, κι εγώ το ψιλοβαριόμουν και το έκλεισα αρκετά άτσαλα. Σ' αυτό έχετε δίκιο (ίσως να μπορώ να το μεγαλώσω λίγο μόνο και μόνο για να έχει μία ομοιομορφία).

Κατά τα άλλα, ωραία πέρασα, ωραία μάλλον περάσετε, άντε και του χρόνου ?

  • Like 7
Link to post
Share on other sites
  • 3 months later...
elgalla

Δεν ξέρω, εμένα μια φορά μου άρεσε πολύ. Γενικά μου αρέσεις πολύ όταν είσαι χαλαρός και γράφεις για την πάρτη σου και χωρίς να πολυσκέφτεσαι αν και ποιος και γιατί θα γουστάρει αυτό που θα γράψεις. Θεωρώ ότι από τους τρεις συμμετέχοντας ήσουν εκείνος που κατάφερε να πιάσει καλύτερα τη φωνή του αφηγητή και πραγματικά δεν φαίνεται πουθενά διαφορά από την πρώτη παράγραφο στο υπόλοιπο κείμενο.

Η κοσμοπλασία σου και ο κεντρικός σου χαρακτήρας με κέρδισαν και με έκαναν να γελάσω, η Τζωρτζίνα με την καραμπίνα ήταν απολαυστική σε ρόλο κυνηγού δαιμόνων (μια ανατροπή που ομολογώ πως δεν περίμενα), ο τίτλος ήταν ωραίο κλείσιμο του ματιού, το τέλος το ίδιο.

Γενικά δεν βρήκα τα ελαττώματα που επεσήμαναν άλλοι, το απόλαυσα πολύ, γέλασα και (να μια ενδιαφέρουσα σκέψη) ίσως ο λόγος για τον οποίο ξινίζει κόσμος ότι εκβιάζεις συναίσθημα να είναι ότι, κατά βάθος, το χιούμορ σου ταιριάζει καλύτερα από το δράμα, η καφρίλα είναι, ας πούμε, ο δικός σου τρόπος να αποδώσεις σοβαρά πράγματα και ίσως όταν πας να γράψεις βαρύ δράμα να το εκβιάζεις εν τέλει εσύ ο ίδιος από τον εαυτό σου; Δεν ξέρω, μια ιδέα πετάω.

  • Like 1
Link to post
Share on other sites
  • 3 weeks later...

Join the conversation

You can post now and register later. If you have an account, sign in now to post with your account.

Guest
Reply to this topic...

×   Pasted as rich text.   Paste as plain text instead

  Only 75 emoji are allowed.

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

×   Your previous content has been restored.   Clear editor

×   You cannot paste images directly. Upload or insert images from URL.

Loading...
×
×
  • Create New...

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..