Jump to content
DinoHajiyorgi

Η Επιστροφή των Γιγάντων

Mesmer

Νικήτρια ιστορία στον 50ό Διαγωνισμό Σύντομης Ιστορίας

Message added by Mesmer

Recommended Posts

DinoHajiyorgi

Όνομα Συγγραφέα: Ντίνος Χατζηγιώργης

Είδος: ηρωική φαντασία

Βία; Ναι

Σεξ; Όχι

Αριθμός Λέξεων: 3.354

Αυτοτελής; Ναι

Σχόλια: Συμμετοχή στον 50οστό Διαγωνισμό Διηγήματος

 

Αρχείο: Επιστροφή.docx

 

 

Έβαλε στοίχημα ότι θα έφτανε στο Χάλντεραν πριν νυχτώσει και τα κατάφερε. Πεισμωμένος κατά της βροχής, που μετά από τρία συνεχόμενα μερόνυχτα είχε κάνει την κάπα του ασήκωτη, τσαλαπάτησε τη λάσπη αγόγγυστα μέχρι να ξεμυτίσει το κάστρο στον ορίζοντα. Αγαλλίασε στη θέα του, ένιωθε σα να είχε λείψει από την θαλπωρή του αιώνες αυτή τη φορά. Γαντζωμένο στη φαλακρή κορυφή πάνω από το μουντό δάσος, τα γκρίζα τείχη του γυάλιζαν στη νεροποντή. Οι επάλξεις έχασκαν κενές, αν και πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που το Χάλντεραν είχε ανάγκη από επαγρύπνηση; Οι τελευταίες ιαχές μάχης είχαν ηχήσει στην κοιλάδα όταν ο Λόρατς ήταν ακόμα μωρό. Λίγο πριν τους πρόποδες του βράχου, αποφεύγοντας το δάσος, πέρασε την καταβόθρα μέσα στην οποία σάπιζε η παλιά δοξασμένη ιστορία του τόπου. Εκεί ήταν πεταμένες βαλλίστρες και καταπέλτες που κάποτε κοσμούσαν τις άμυνες του κάστρου. Άλλαξε ώμο στο σακί που κουβαλούσε, για τελευταία φορά όπως ήλπισε. Από κοντύτερα μπόρεσε να δει φως να καίει στα ψηλά παράθυρα του κεντρικού πύργου και μια λεπτή γραμμή καπνού ανέβαινε περιπαιχτικά από την καμινάδα. Τα σμιλεμένα σκαλοπάτια ως την πύλη ήταν περίπατος, παρά την κούραση που του έκαιγε τα μπατζάκια. Άφησε το σακί να σκάσει στα πόδια του και σήκωσε τη γροθιά του στο νωπό ξύλο, να αναγγείλει την άφιξη του. Ως δια μαγείας, εκείνη τη στιγμή σιώπησε η φύση. Είχε σταματήσει να βρέχει. Εμβρόντητος γύρισε και κοίταξε αγανακτισμένος τα γκρίζα σύννεφα που του μειδιούσαν θαρρείς για το αστείο. Έβγαλε το άχτι του με περισσή βία στην πύλη. Μπορούσε να ακούσει την κούφια ηχώ να ταξιδεύει στα ενδότερα και στην κούραση του αναμόχλευε μνήμες της κεντρικής σάλας με τα ξεθωριασμένα χαλιά και τα βαριά έπιπλα κάτω από τον αραχνιασμένο πολυέλαιο. Με τον σκούφο, τη γενειάδα και την κάπα του να στάζουν βροχή, έκλεισε τα μάτια του και σχεδόν αποκοιμήθηκε εκεί όρθιος. Το μεταλλικό ράπισμα του σύρτη τον τίναξε ξύπνιο και η μεγάλη πόρτα άνοιξε τρίζοντας γνώριμα.

 

«Λόρατς!»

Η Φαντάλια στεκόταν μπροστά του, ψηλή, τροφαντή και ροδοκόκκινη, με την ξανθιά της πλεξούδα ριχτή πάνω από τον πλούσιο της μπούστο, όλο χαμόγελο και φωτεινό βλέμμα. Αυτή ήταν όντως μια ονειρική άφιξη στο σπίτι. Έπεσε πάνω του και τον αγκάλιασε, ένιωσε όλη την κούραση του να χάνεται στη ζεστασιά της. Σήκωσε με το ένα της χέρι τον σάκο και τον έσπρωξε μέσα με το άλλο. Με την πύλη να κλείνει το κρύο έξω, ο Λόρατς έριξε την κάπα του στο πάτωμα και τίναξε τον σκούφο του στα γόνατα του. Η Φαντάλια άφησε τον σάκο σε μιαν άκρη και γύρισε να τον κοιτάξει. Σταύρωσε τα χέρια της πάνω από τη γαλάζια της ποδιά και ο Λόρατς έμεινε να την κοιτάει αχόρταγα. Του ερχόταν να κλάψει.

«Είμαι πρώτος;» ρώτησε.

«Όχι, αλλά ούτε να το είχατε κανονίσει» είπε γελώντας η Φαντάλια. «Ο Κορκίλος έφτασε χθες και ο Φάρμεναλ σήμερα το πρωί. Είχατε από μικρά αυτή την ιδιαίτερη επικοινωνία εσείς.»

Κούνησε το κεφάλι του ευχαριστημένος, προφανώς τα είχαν καταφέρει και οι τρεις τους. Ήταν η πέμπτη τους έξοδος στους τρεις ορίζοντες της γης.

«Έφερα…» είπε κουρασμένος, δείχνοντας τον σάκο του.

«Ξέρω – ξέρω» είπε εκείνη με καμάρι, «θα τα κοιτάξουμε αυτά αργότερα, κουβαλητές μου εσείς. Θες να σου ετοιμάσω ένα μπάνιο τώρα;»

Η ιδέα του νερού και του σαπουνιού άστραψε απειλητικά στο μυαλό του Λόρατς. Ξερόβηξε.

«Αργότερα. Να ξαποστάσω λίγο πρώτα.»

«Ίδιος ο Φάρμεναλ. Είναι δυνατόν να συγγενεύεται εσείς με τον Κορκίλο;» είπε γελώντας η ψηλή γυναίκα.

Ο Λόρατς κοίταξε προς την κεντρική σκάλα στο τέλος της σάλας.

«Που είναι;» ρώτησε.

«Εσύ που λες να είναι; Πάνω στον κεντρικό πύργο. Πήγαινε κι εσύ, θα σου φέρω κάτι να φας.»

 

Βρήκε τον Φάρμεναλ στην τραπεζαρία, δίπλα στο μεγάλο τζάκι, σκυμμένο πάνω από μια γαβάθα στιφάδο. Έδειχνε να αγνοεί ένα μπολ με φρούτα στην άκρη του τραπεζιού. Τινάχτηκε όρθιος μόλις είδε τον Λόρατς και έτρεξε να τον προϋπαντήσει. Άρπαξαν ο ένας τα μπράτσα του άλλου και τα τίναξαν βίαια, γελώντας. Σε αντίθεση με τον μελαχρινό Λόρατς, ο Φάρμεναλ ήταν κοκκινοτρίχης, με την τρίχα του πλούσια ολούθε, από το πυκνό μαλλί, τη γενειάδα που έσταζε ζουμιά, αλλά και απ’ ό,τι άλλο εξείχε από τα ταξιδιάρικα του ρούχα. Όχι τυχαία, τους αποκαλούσαν «η Μέρα και η Νύχτα», με τον πιο κατσουφιασμένο Λόρατς στον δεύτερο ρόλο. Ο Φάρμεναλ πρόσεξε αμέσως τα σμιγμένα φρύδια του άλλου.

«Τι έχεις; Πήγε καλά το ταξίδι;»

«Καλά…» είπε κουρασμένα ο Λόρατς, «ας καθίσουμε λίγο» ένευσε στη συνέχεια.

Κάθισαν στο τραπέζι και ο Φάρμεναλ γέμισε αμέσως δύο κούπες κρασί. Ο Λόρατς ήπιε το κρασί του μονορούφι και αρπάζοντας την καράφα γέμισε ξανά την κούπα ρουφώντας επίσης το περιεχόμενο λαίμαργα. Άφησε στη συνέχεια έναν αναστεναγμό και σέρνοντας την καρέκλα του δίπλα στη μεγάλη φωτιά, άπλωσε τα χέρια του πάνω από τις φλόγες. Τα δάχτυλα του ήταν τυλιγμένα με λουρίδες επιδέσμων. Ο Φάρμεναλ είχε ξεχάσει το στιφάδο του και τον παρατηρούσε εξονυχιστικά πάνω από το ποτήρι του.

«Δύσκολο ταξίδι;» ρώτησε σκουπίζοντας το στόμα του με το μανίκι.

«Τα γνωστά. Δεν έχω παράπονο. Εδώ κοντά… έπεσα…»

Έμεινε για λίγο να κοιτά σαν υπνωτισμένος τις φλόγες. Ο Φάρμεναλ ετοιμάστικε να ρωτήσει κάτι όταν άνοιξε η πόρτα διάπλατα και μπήκε ο Κορκίλος. Κοντοκουρεμένος, φρεσκοξυρισμένος, τυλιγμένος με μια μάλλινη ρόμπα και σέρνοντας ένα ζευγάρι παντόφλες, άχνιζε ολόκληρος σαπούνι.

«Ω, τι υπέροχη απαρτία! Καλώς μας ήρθες Λόρατς!» είπε τρανταχτά. «Το Χάλντεραν είναι πλήρες!»

Οι άλλοι δύο γύρισαν και τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια.

«Τι έκανες;» τραύλισε ο Φάρμεναλ μετά από μια άβολη σιωπή.

«Η γενειάδα σου…» πρόσθεσε αποσβολωμένος ο Λόρατς.

«Α ναι» είπε με στόμφο ο Κορκίλος δείχνοντας τους και τα δύο του προφίλ. Έβαλε το μικρό του δάχτυλο στο πηγούνι και χαμογέλασε. «Σας αρέσει; Νιώθω τόσο πολιτισμένος. Διπλή και βαθιά κόντρα με το Βαγιάρικο μου λεπίδι. Δεν είχα ιδέα ότι έχω λακκάκι εδώ. Εσείς το ξέρατε;»

Αγνόησε τα αποδοκιμαστικά τους βλέμματα και βολεύτηκε σε μια καρέκλα, γεμίζοντας και τη δική του κούπα με κρασί. Πήρε μια ρόγα σταφύλι από το μπολ και την έβαλε στο στόμα του. Έπαιξε μαζί της με τη γλώσσα του πριν επιτέλους τη μασήσει.

«Φαντάζομαι θα έχετε άπειρες ιστορίες να διηγηθείτε. Ανυπομονώ τόσο να τις ακούσω. Έχω και αρκετές δικές μου να πω» ολοκλήρωσε κλείνοντας τους το μάτι.

«Ο Λόρατς μόλις είχε ξεκινήσει να λέει κάτι» είπε βλοσυρά ο Φάρμεναλ.

«Α ναι; Τι χαρά» είπε ο Κορκίλος και κάρφωσαν και οι δύο τα μάτια τους στον Λόρατς.

Εκείνος τους κοίταξε για λίγο ταλαιπωρημένος και άφησε το τρίξιμο της φωτιάς να δημιουργήσει την εισαγωγή.

«Αυτό που ήθελα να πω… Στην είσοδο της κοιλάδας έπεσα μέσα σε έναν λάκκο. Αλλά δεν ήταν λάκκος. Ήταν μια γιγάντια πατημασιά. Από τα χόρτα και τις κομμένες ρίζες έδειχνε φρέσκια.»

Ο Κορκίλος και ο Φάρμεναλ κοιτάχτηκαν, πριν επιστρέψουν το βλέμμα τους στον Λόρατς.

«Γίγαντες; Εδώ;» έκανε ο Κορκίλος κι έξυσε το πηγούνι του.

Έμειναν για λίγο σιωπηλοί, σκιαγμένοι, αφουγκραζόμενοι τα κούτσουρα που έσκαγαν στο τζάκι.

«Ήταν μια μόνο πατημασιά. Θα είναι κανένας μοναχικός που ξέμεινε από τις παλιές αγέλες» μουρμούρισε ο Λόρατς, σα να φοβόταν μην ακουστεί έξω από τον πύργο.

«Δεν πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που ακούσαμε για τρεις στα Σαλδαμανικά Όρη;» ρώτησε ο Φάρμεναλ.

«Το ερώτημα είναι αν το Χάλντεραν θα μπορούσε να αντισταθεί στην επίθεση έστω ενός από δαύτους» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Τα μηχανήματα του πατέρα σαπίζουν άχρηστα έξω στο δάσος.»

«Τα είχε φτιάξει με τα ίδια του τα χέρια» είπε νοσταλγικά ο Φάρμελαν. «Θυμάστε τις ιστορίες που μας έλεγε για τους γίγαντες;»

«Τότε το Χάλντεραν είχε στρατό και η κοιλάδα έσφυζε από ζωή» είπε σοβαρά ο Κορκίλος. «Ενωμένοι πολέμησαν μέχρι να εξαφανίσουν εκείνη τη μάστιγα από τούτα τα χώματα. Εμείς ήμασταν παιδιά τότε, δεν ψηθήκαμε στη μάχη. Θα είμαστε αρκετοί οι τρεις μας αν εμφανιζόταν έστω ένα από αυτά τα τέρατα;»

Ο Κορκίλος απέφυγε να απαντήσει την ίδια του την ερώτηση, τον μιμήθηκαν και οι άλλοι δύο.

 

«Ο πατέρας με πήρε μια φορά μαζί του όταν ήμουν τεσσάρων, στο Βάραθρο των Κρανίων για να μου δείξει τους σκοτωμένους γίγαντες. Τα οστά είχαν κόψει την έξοδο του Αλκάνα από τότε και το βάραθρο είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει. Είδα τα τεράστια κρανία να κοιτάζουν έξω από το νερό σαν ναυαγοί που αρπάζονται ο ένας από τον άλλον πριν πνιγούν. Όποιος έχει το θάρρος να βουτήξει σήμερα στη λίμνη θα τους δει στον πάτο να περιμένουν ακόμα τη σωτηρία τους.» Ο Φάρμεναλ καθάρισε τον λαιμό του και σηκώνοντας την κανάτα κατάπιε όσο κρασί είχε απομείνει.

«Είδα έναν μια φορά. Ζωντανό. Στο πρώτο μου ταξίδι» είπε ο Κορκίλος ατενίζοντας το κενό. «Στους Βάλτους της Ανατολικής Χερσονήσου. Ήταν μακριά, κι όμως ήταν θαρρείς σαν ένας από μας που βάδιζε μπροστά μου. Είχε σταχτί χρώμα και φορούσε μόνο μια γούνινη περισκελίδα και δεν έχω ιδέα σε τι ζώο θα μπορούσε να ανήκει εκείνο το τομάρι. Τα χέρια του έφταναν ως τα γόνατα του και ταλαντεύονταν μπρος πίσω σαν βαρίδια καταπέλτη όπως περπατούσε. Το πρόσωπο του ήταν άτριχο και είχε το κεφάλι του σκυμμένο, με τα μαλλιά του σε αλογοουρά. Παρά το μέγεθος του δεν έδειχνε απειλητικός. Δεν κοίταζε γύρω σα να ψάχνει κάτι, έμοιαζε χαμένος σε σκέψεις. Κάθισα ακίνητος στο σημείο που είχα κατασκηνώσει και τον κοίταζα έκπληκτος για μία ώρα, τόσο χρειάστηκε μέχρι να χαθεί στον ορίζοντα. Δύο μέρες μετά έφτασα στην Αντίτσα και τη βρήκα ισοπεδωμένη. Εκεί έμαθα για πρώτη φορά τι συμβαίνει σε ένα σώμα όταν το πατήσει γίγαντας.»

«Στην Κρεμαστινή τους λατρεύουν σαν θεούς» σχολίασε ο Λόρατς, μετά από μικρή παύση. «Έχουν μετατρέψει μια γιγάντια κάρα σε ναό και μια φορά κάθε δύο χρόνια θυσιάζουν μια παρθένα κάτω από ένα μηχανικό πέλμα.»

 

Η Φαντάλια έσπρωξε την πόρτα εκείνη τη στιγμή και μπήκε κρατώντας ένα αχνιστό τσουκάλι.

«Τα λέτε καμάρια μου;» είπε και πήγε στο τζάκι όπου κρέμασε το σκεύος από έναν γάντζο.

Στη συνέχεια έβγαλε μια καθαρή γαβάθα από τη μεγάλη τσέπη της ποδιάς της και την άφησε μπροστά στον Λόρατς. Αμέσως μετά γύρισε και κοίταξε αυστηρά τον Κορκίλο.

«Σου είπα να καθαρίζεις την μπανιέρα όταν τελειώνεις» του είπε.

Ο Κορκίλος ανασήκωσε τους ώμους του.

«Την καθάρισα. Ξυρίστηκα και έκανα ένα δεύτερο μπάνιο. Δεν υπάρχει περίπτωση να άφησα τρίχες» διαμαρτυρήθηκε.

Η Φαντάλια τον κοίταξε ειρωνικά και έβαλε το χέρι της μέσα στη μικρότερη τσέπη της ποδιάς της. Πλησιάζοντας άδειασε το περιεχόμενο της χούφτας της πάνω στο τραπέζι μπροστά του.

«Μόνο τρίχες δεν βουλώνουν το λούκι» είπε.

Έσκυψαν και οι τρεις για να δουν από κοντά τον σβώλο που άφησε η πυργοδέσποινα. Ο Λόρατς φόρεσε τα γυαλιά του. Ήταν κομμάτια από δύο ή τρεις σκελετούς μπλεγμένοι σε ένα κουβάρι χνούδι, υπήρχε όμως μόνο ένα κρανίο. Ο Φάρμεναλ άφησε ένα επιφώνημα και γύρισε το πρόσωπο του από την άλλη.

«Τι αηδία! Πάρτε τα από δω» έσκουξε.

«Μα τρίφτηκα καλά. Δύο φορές» διαμαρτυρήθηκε ο Κορκίλος. «Τρυπώνουν όπου να ‘ναι οι αναθεματισμένοι!»

Η Φαντάλια γέλασε περιπαιχτικά και παίρνοντας την άδεια κανάτα βγήκε από την τραπεζαρία. Ο Κορκίλος έπιασε το μικρό κρανίο με τον δείκτη και τον αντίχειρα και το έφερε κοντά στο μάτι του.

«Τι υποχθόνιο πράγμα που είναι ο άνθρωπος! Πόσο σατανικός στη βούληση! Πόσο απέραντη είναι η πονηριά του! Στη μορφή και στις πράξεις, τι απεχθής, τι παράσιτο! Στη δράση, πόσο μοιάζει με τους διαβόλους! Στην αντίληψη, πόσο μοιάζει με το σκουλήκι!» Στη συνέχεια σήκωσε το χνούδι και κοίταξε τους χρωματισμούς στις ίνες. «Καλαπόδες νομίζω. Αναγνωρίζω τις στολές τους. Πέρασα από τα μέρη τους κάτι φεγγάρια πίσω. Το είδος τους είχε μολύνει όλη τη βόρεια χερσόνησο. Έχουν όμως πλούσια ορυχεία. Άφθονο χρυσάφι και ασήμι.»

Με την ανάποδη του χεριού του έστειλε τα ανθρώπινα υπολείμματα στο τζάκι.

 

Στη διάρκεια του μονόλογου του Κορκίλου, ο Λόρατς έβγαλε τις μπότες του και τις τίναξε στο πάτωμα. Κάτι κουδούνισε πάνω στο μάρμαρο και έσκυψε να το σηκώσει.

«Νάτο το άτιμο, μου πέθανε την πατούσα» είπε και πέταξε πάνω στο τραπέζι μια μικρή περικεφαλαία.

«Είχες κι εσύ τους μπελάδες σου» είπε ο Φάρμεναλ.

Ο Λόρατς σήκωσε τις ανοιχτές του παλάμες για να τους δείξει τα τυλιγμένα του δάχτυλα.

«Λάλακες. Πόσα βράδια έφαγα για να ξεκολλάω τα αναθεματισμένα τους βέλη και δόρατα από πάνω μου. Έπεσα σε μια από αυτές τις πλούσιες φωλιές τους που αποκαλούν πόλεις, στη Ζαφειρένια Ακτή νότια, ένα από τα μεγαλύτερα τους λιμάνια που έχω δει. Είχα ακούσει γι αυτό το μέρος και δεν είχα περάσει απ’ αυτό στα προηγούμενα μου ταξίδια. Μετά τη Ζούδα, λίγα πράγματα εκεί, ακολούθησα την παραλία μέχρι να τους βρω. Ο κολπίσκος ήταν γεμάτος από καράβια γεμάτα καλούδια από μακρινά μέρη. Βαμβάκι, μετάξια, λάδι, μπαχαρικά… Στο κέντρο της πόλης είχαν ένα παλάτι με ψηλούς πύργους με πράσινους τρούλους. Τους ξερίζωσα έναν-έναν και βρήκα από κάτω τα θησαυροφυλάκια τους γεμάτα. Και…χμ»

Σα να θυμήθηκε κάτι έβγαλε ένα μαχαίρι από την τσέπη του και γυρνώντας μια από τις μπότες του ανάποδα άρχισε να ξύνει τη λάσπη από τη σόλα της. Επανέλαβε το ίδιο και με τη δεύτερη μπότα. Έσκυψε κάτω και θρυμματίζοντας χώμα στις χούφτες του τοποθέτησε δίπλα στην περικεφαλαία στο τραπέζι ένα δόρυ, μια ασπίδα, πανοπλίες, μια ρόδα κάρου και μερικά κόκκαλα από ζώα και ανθρώπους. Προσάρμοσε στη συνέχεια έναν μεγεθυντικό φακό στο αριστερό του γυαλί και έσκυψε να μελετήσει τα ευρήματα.

«Έχω αρκετό υλικό να φτιάξω ένα ωραίο κόσμημα για την Φαντάλια. Θα της αρέσει νομίζω.»

 

Όπως είχε σκύψει και κοίταζε ο Φάρμεναλ, ένα γυαλιστερό αντικείμενο έπεσε από την κόκκινη του γενειάδα και καρφώθηκε δίπλα στα άλλα. Το είδαν όλοι και έμειναν για λίγο να το κοιτούν ξαφνιασμένοι.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Κορκίλος.

«Από μένα έπεσε;» έκανε ο Φάρμεναλ.

«Είναι ένα ξίφος» είπε ο Λόρατς κοιτώντας το καλά.

Ο Κορκίλος πετάχτηκε πίσω δείχνοντας τον Φάρμεναλ.

«Κάτι έχεις στη γενειάδα! Το είδα να κουνιέται!» φώναξε.

Τινάχτηκε και ο Φάρμεναλ σα να ήθελε να ξεφύγει από τα γένια του και άρχισε να χοροπηδάει.

«Ψέματα λες! Αλήθεια;! Βγάλ’το! Βγάλ’το!»

Οι Κορκίλος και Λόρατς πέσανε πάνω στον Φάρμεναλ που ήταν στα όρια πανικού, προσπαθώντας να τον συγκρατήσουν. Χοροπηδούσαν γύρω-γύρω ρίχνοντας καρέκλες και πέφτοντας πάνω στο τραπέζι. Ο Κορκίλος γρονθοκοπούσε την πλούσια γενειάδα ενώ ο Λόρατς φώναζε «όχι έτσι» χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα του σαν τσουγκράνα. Κάποια στιγμή ο άνθρωπος που ήταν κρυμμένος εκεί σπρώχτηκε στα φανερά και έπεσε μέσα στην άδεια γαβάθα του Λόρατς. Ήταν ένας πολεμιστής με πανοπλία που δεν πρόλαβε να σηκωθεί. Χωρίς να χάσει ευκαιρία ο Λόρατς κατέβασε την γροθιά του και τον έλιωσε. Αν και ήταν και οι τρεις λαχανιασμένοι βαριά, δεν μπόρεσαν να μην ακούσουν την μικροσκοπική κραυγούλα που αναδύθηκε από την γαβάθα. Ο Λόρατς τίναξε το χέρι του.

«Αυτό ήταν» φώναξε ο Κορκίλος και άφησε τον Φάρμεναλ, ο οποίος όμως ακόμα ριγούσε.

«Τι ‘αυτό ήταν’» φώναξε βαρώντας και ξύνοντας πλάτη, πλευρά, πόδια. «Τους νιώθω παντού! Είμαι γεμάτος!»

«Ηρέμισε» είπε ο Λόρατς.

«Εσύ να ηρεμίσεις» φώναξε ο Φάρμεναλ πασχίζοντας να φτάσει στην ωμοπλάτη του.

«Κι εσύ, ούτε οι γορίλες δεν έχουν τόση τρίχα. Θες να σου ρίξω μια κόντρα;» είπε ο Κορκίλος.

Ο Φάρμεναλ πάγωσε, η προοπτική του ξυρίσματος ακόμα πιο τρομερή. Κοίταξε απεγνωσμένα τον Λόρατς, παρακαλώντας για μια λύση. Γλύτωσε το ξυράφι, δεν μπορούσε όμως να αποφύγει το σαπούνι. Τον έσυραν στο λουτρό, γέμισαν την μπανιέρα καυτό νερό και σαπουνέλαια, τον έγδυσαν και τον βούτηξαν μέσα. Τον έτριβαν με σκληρά σφουγγάρια για μία ώρα. Όταν τέλειωσαν, τέσσερα πτωματάκια έπλεαν στα σαπουνόνερα και βρήκαν άλλα δύο στο λούκι, βυθισμένα από το βάρος της πανοπλίας τους. Επηρεασμένος, ο Κορκίλος έκανε ένα τρίτο μπάνιο, αλλά δεν μπορούσαν με τίποτα να πείσουν τον Λόρατς να πάρει σειρά. Μέχρι που ήρθε η Φαντάλια και τον πήρε από το αφτί και τον έχωσε στην μπανιέρα με το ζόρι. Δώσανε όλοι αγώνα να τον τρίβουν και να τον πλένουν παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του.

 

Επέστρεψαν οι τρεις τους στην τραπεζαρία, ροδαλοί σαν μωρά, τυλιγμένοι με μεταξωτές ρόμπες, χαμογελώντας ανακουφισμένοι. Βρήκαν να τους περιμένει μια κανάτα γεμάτη κρασί το οποίο το τίμησαν γελώντας. Γέμισαν στη συνέχεια τις γαβάθες τους με ζεστό στιφάδο, το οποίο καταβρόχθισαν με όρεξη. Μετά, άπλωσαν τα πόδια τους και έβγαλαν τα τσιμπούκια τους. Ο Φάρμεναλ μοίρασε καπνό από το πουγκί του.

«Όσο ανατριχιαστικοί κι αν είναι οι Πρέγκοι της Ανατολής, οι καλλιέργειες τους προσφέρουν τον καλύτερο καπνό της οικουμένης.»

Από αθέατους φεγγίτες, ψηλά στα κεραμίδια του πύργου, άκουγαν τον άνεμο να λυσσομανά απ’ έξω. Τους έδινε μια αυξημένη αίσθηση θαλπωρής όπως χαλάρωναν δίπλα στο τζάκι, κουκουλωμένοι στο ντουμάνι που ξεφυσούσαν. Κάτι πήγε να πει ο Λόρατς όταν ένας εκκωφαντικός κρότος τους σήκωσε μαζί με τις καρέκλες και όλα τα υπόλοιπα έπιπλα. Πριν καν αντιδράσουν, σείστηκε ξανά το σύμπαν με δεύτερο κρότο. Έσκασαν δίπλα τους μερικά κεραμίδια και χιόνισε σοβάδες. Έμειναν γαντζωμένοι στις καρέκλες τους άλαλοι, και κοιτάχτηκαν χλωμοί. Στον τρίτο κρότο όρμησε μέσα η Φαντάλια ουρλιάζοντας.

«Γίγαντες! Έχουν κυκλώσει το κάστρο!»

Τινάχτηκαν όρθιοι αλαφιασμένοι.

«Τι θα κάνουμε;» ούρλιαξε ο Κορκίλος.

«Στο κελάρι! Όλοι στο κελάρι» ξεφώνισε η Φαντάλια σπρώχνοντας τους.

Άρχισαν να κατεβαίνουν πέντε-πέντε τις γυριστές σκάλες προς τον πάτο του κάστρου, προς το κελάρι που ήταν σκαμμένο μέσα στη φυσική πέτρα της ράχης. Τα χτυπήματα συνέχιζαν να δονούν το Χάλντεραν, να σηκώνουν γύρω τους ένα κουρνιαχτό από κονίαμα. Ακολούθησε η ηχώ μιας συνταρακτικής κατάρρευσης απ’ έξω.

«Αυτό ήταν ο δυτικός πύργος» φώναξε ο Φάρμεναλ τρέχοντας.

«Σκαρφάλωσαν μέσα στα τείχη» συμπλήρωσε πανικόβλητος ο Λόρατς.

Ξαφνικά, έσκασε προς τα μέσα το ντουβάρι πάνω από τα κεφάλια τους, στέλνοντας βροχή από πέτρες στον πάτο του πύργου. Ο άνεμος βούιξε μέσα και έσβησε όλες τις δάδες στις σκάλες. Άκουσαν μια σπαρακτική κραυγή και κοίταξαν πάνω. Στην αχλή του φεγγαρόφωτου είδαν τον Κορκίλο να εξαφανίζεται στη νύχτα, χαμένο μέσα σε μια γιγάντια χούφτα.

 

Φτάνοντας κάτω, ο Λόρατς και ο Φάρμεναλ όρμησαν προς την ξύλινη πόρτα στον πάτο της σκάλας, η Φαντάλια όμως τους άρπαξε από τα μανίκια.

«Όχι στην κάβα! Θα πάνε σίγουρα για το κρασί.»

Τους έσπρωξε προς τη μεταλλική καταπακτή στην άλλη άκρη της βάσης. Έσπρωξαν όπως-όπως τα χαλάσματα, που συνέχισαν να πέφτουν, και σχεδόν βούτηξαν μέσα στην ασφάλεια της. Ήταν ένα χαμηλό, σκοτεινό κελάρι. Μαζεύτηκαν πίσω από κάτι μπαούλα, σε μια γωνία, και κάθισαν στο στεγνό πάτωμα. Τους περιτριγύριζε φυσικός, ακλόνητος βράχος, η καταστροφή όμως που συντελούνταν πάνω από τα κεφάλια τους συντάρασσε τα σωθικά τους. Η κλειστή καταπακτή κροτάλιζε μουσικά από τις πέτρες που έπεφταν πάνω της. Κάποια στιγμή ξεκόλλησε το κάλυμμα της και έπεσε μέσα, εκτός όμως από σκόνη δεν μπήκε κάτι άλλο στην κρυψώνα τους. Όταν κάποια στιγμή ήρθε η σιγή, δεν έδειξαν να το καταλαβαίνουν. Βούιζαν τα αφτιά τους και οι καρδιές τους κάλπαζαν τρελές. Έμειναν μαρμαρωμένοι, εστιασμένοι στο σκοτάδι, μη καταλαβαίνοντας αν είχαν τα μάτια τους κλειστά ή ανοιχτά. Μέχρι που ώρες μετά είδαν μια μοναχική ηλιαχτίδα να διαπερνά τα ερείπια από πάνω και να φωτίζει το κελάρι. Και πάλι θα περνούσε αρκετή ώρα μέχρι να πάρουν την απόφαση να βγουν έξω. Χρειάστηκε ελάχιστο σκάψιμο καθώς ο πύργος είχε μεν καταρρεύσει στη βάση του, η κορυφή του όμως, μαζί με τη στέγη, είχε μείνει άθικτη. Τελικά η καταστροφή δεν είχε την έκταση που υπονοήθηκε ηχητικά. Μόνο ένα τμήμα των τειχών είχε γκρεμιστεί και ο δυτικός πύργος είχε χάσει μόνο τη στέγη του. Είχε ξεκοιλιαστεί ο αυλόγυρος και όλες οι αποθήκες έχασκαν άδειες. Οι παλιοί κοιτώνες στην πίσω πλευρά είχαν μια μεγάλη τρύπα στην πρόσοψη αλλά καμία άλλη ζημιά. Στάθηκαν στη σωρό των πεσμένων τειχών και κοίταξαν προς την κοιλάδα. Εκτός από μερικά ρημαγμένα δέντρα δεν υπήρχε άλλο σημάδι των γιγάντων. Έκανε κρύο, ο ουρανός όμως τους περιγελούσε γαλανός. Ο άνεμος έσπρωχνε εδώ κι εκεί μερικά λευκά συννεφάκια. Εκτός από το μουντό δάσος που θρόιζε έναν πένθιμο σκοπό, επικρατούσε ησυχία. Στα όρια της πλαγιάς, δίπλα στα σμιλεμένα σκαλοπάτια, βρήκαν το σώμα του Κορκίλου. Με δάκρυα στα μάτια τον έθαψαν εκεί κοντά.

 

Η Φαντάλια επέστρεψε από το κάστρο, με μια σκούπα επ’ ώμου, και τους βρήκε δίπλα στον τάφο. Ήξεραν ότι έδειχνε ψύχραιμη για το καλό τους, την πρόδιδαν όμως τα κοκκινισμένα της μάτια.

«Χάσαμε όλο το κρασί αλλά ευτυχώς δεν έφτασαν στα παστά. Νομίζω ότι θα καταφέρουμε να ξεχειμωνιάσουμε» τους είπε ρουφώντας τη μύτη της.

«Ευτυχώς» είπε ο Λόρατς κουνώντας το κεφάλι του, «δεν θα άντεχα να κάνω άλλη μια συγκομιδή τόσο σύντομα.»

«Λένε ότι οι γίγαντες δεν ξαναπερνούν από το ίδιο σημείο για τρία χρόνια. Θα μπορέσουμε να επισκευάσουμε το Χάλντεραν.»

Έμειναν για λίγο να κοιτούν το κάστρο τους, να αναμοχλεύουν όλες τις διηγήσεις που είχαν ακούσει για τους γίγαντες από τότε που ήταν παιδιά. Αυτό που τους έλαχε όμως ήταν πρωτόγνωρο και τραυματικό. Θα είχαν όλο το χειμώνα να το χωνέψουν, να το συζητήσουν και να γιάνουν θλίψη και τρόμους. Με βήμα βαρύ ακολούθησαν την Φαντάλια πίσω στο σπίτι τους.

 

Τέλος

 

  • Like 7

Share this post


Link to post
Share on other sites
Η ωραία κοιμωμένη

Μια καλογραμμένη ιστορία, αισθητικά όμορφη.

Πολύ έξυπνη η ανατροπή της κάπου στη μέση της, που δεν δηλώνεται αλλά υπονοείται και

εδραιώνει την παντοκρατορία των γιγάντων.

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Το παρεξήγησες, πιστεύω, το πράγμα. Εδώ ο διαγωνισμός είναι ερασιτεχνικός!

Πλοκή

Δεν έχω λόγια. Η έμπνευσή σου είναι απίστευτη. Περιμένω μια συνέχεια που θα βρεθούν πιο γιγάντια πλάσματα από τους γίγαντές σου!

Κοσμοπλασία

Μας μπάζεις πολύ εύκολα και αγόγγυστα στον κόσμο σου, νιώθουμε μέρος του. Χωρίς να φτιάξεις ένα ιδιαίτερο σκηνικό, με τις ζωντανές σου περιγραφές ένιωσα ότι ήμουν μέσα σε αυτό.

Γλώσσα

Στη γλώσσα σου φαίνεται η εμπειρία που έχεις στη συγγραφή. Μου αρέσει η γλώσσα σου, αν και στη βιασύνη σου έχεις κάποια μικρά ορθογραφικά λάθη... (ηρέμησε, όχι ηρέμισε) Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν το χιούμορ σου, πραγματικά γέλασα με τις σκηνές που προσπαθούν να απαλλαγούν από τους ανθρώπους.

Δομή

Καλοζυγισμένο, καλοδουλεμένο. Ένα κείμενο με συγκρότηση, με ανεπτυγμένα όλα τα μέρη του μέχρι εκεί που πρέπει. Επίσης, πουθενά δεν περίσσευε λέξη, νόμιζα ότι διάβαζα ένα αρκετά μεγαλύτερο κείμενο (για να είμαι ειλικρινής τις μέτρησα κι εγώ τις λέξεις για να είμαι σίγουρος ότι δε μας κοροϊδεύεις)

Χαρακτήρες

Στη μικρή έκταση του κειμένου αποδίδεις ικανοποιητικά τους τέσσερις χαρακτήρες σου. Σε βαθμό που προσωπικά συγκινήθηκα με την απώλεια ενός από αυτούς.

Διεκπεραίωση

μέσα στο θέμα, πιστός και στο είδος που επέλεξες. Θεωρώ ότι το συγκεκριμένο κείμενο πρέπει να εκδοθεί σε συλλογή.

 

Καλή επιτυχία

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
dagoncult
Spoiler

Μου άρεσε πολύ αυτή η ιστορία. Ίσως στην αρχή να μην με άρπαξε, όμως ειδικά από τη στιγμή που έρχεται η αποκάλυψη για τις διαστάσεις των πρωταγωνιστών όλα άλλαξαν. Από εκείνο το σημείο και μετά ήθελα οπωσδήποτε να μάθω πώς θα εξελιχθεί η όλη κατάσταση. Με κράτησε σαν αναγνώστη.

 

Πέρα από το ότι είναι εντός θέματος, καταφέρνει να παίξει με τους συσχετισμούς του μεγέθους και, εν τέλει, με την ίδια την έννοια του 'γίγαντα'.

 

Για την έναρξη: μου φάνηκε αρκετά μπουκωμένη με το καλημέρα. Μιλάω αποκλειστικά για την πρώτη παράγραφο, όχι για μετά. Είναι 300+ λέξεις μονομπλόκ τριτοπρόσωπη αφήγηση. Ίσως αν έσπαγε σε δυο παραγράφους?

 

Όπως πάντα, ο λόγος σου μου άρεσε πολύ, τον ευχαριστήθηκα και δεν είχα απολύτως κανένα πρόβλημα να ακολουθήσω την αφήγηση ως το τέλος.

 

Υπάρχει ένα 'ηρέμισε' κι ένα 'ηρεμίσεις'.

 

Για κάποιον λόγο, μπορούσα να φανταστώ τον Κορκίλο να μιλάει σε σκηνή θεάτρου. Σαν να υπάρχει ένας λυρισμός στα λόγια του. Επίσης, την ίδια αίσθηση μου έδωσε και το σημείο που μιλούν κι οι τρεις τους με τη σειρά, δίνοντας ο καθένας πληροφορίες για τους γίγαντες. (Δίνοντας πληροφορίες, λέω... :) :) )

 

Έχω την εντύπωση πως έμεινε η κάμερα λίγο παραπάνω στο καθάρισμα από τους ανθρώπους. Το κομμάτι κυλούσε αβίαστα, ενώ τονίζει γλαφυρά και το ότι αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους σαν παράσιτα, όμως για το συγκεκριμένο μέγεθος διηγήματος νομίζω ότι θα μπορούσε να είναι και συντομότερο.

 

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Ντίνο, η ιστορία σου ανήκει στο top5 των ιστορίων που κάθομαι και την διαβάζω, χαζεύω, περνάει η ώρα, δεν με νοιάζει πόση ώρα έχει περάσει, δεν κοιτάω λάθη (ίσως 1-2 ορθογραφικά ή αλλαγές ΟΓ αλλά who cares), δεν κοιτάω τίποτα, απλά τελειώνει και την ξαναδιαβάζω.

 

Δεν ξέρω πόσο συχνά το κάνεις αυτό, σίγουρα έχω δει ιστορίες σου που είναι αντάξιες κι ίσως και καλύτερες, η συγκεκριμένη πάντως είναι ένα μικρό κόσμημα. Ή μήπως γιγάντιο; Ή μήπως ΣΟΥΠΕΡ γιγάντιο; Δεν ξέρω πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις το ύψος, αν μου έλεγες ότι υπάρχουν και τρίτοι γίγαντες, πιο γίγαντες από τους γίγαντες, θα το πίστευα. Με έριξες μέσα στην λίμνη της φαντασίας σου, έκανα μακροβούτι, το χάρηκα, το απόλαυσα, θέλω κι άλλο.

 

Μπράβο. Τίποτα παραπάνω :)

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Θα αρχίσω λέγοντας: Πολύ ψαρωτικός ο τίτλος!

Πριν ξεκινήσω (και λίγο αφότου ξεκίνησα, με την περιγραφή των πολυκαιρισμένων πολεμικών μηχανών) περίμενα να διαβάσω για επικές μάχες και για τους ευρηματικούς τρόπους που θα χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για να περδικλώσουν τους γίγαντες. Και όσο διάβαζα και αργούσαν να φανούν τα προηγούμενα, τόσο σκεφτόμουν ότι κάτι άλλο κρύβεται εδώ πέρα.

Ήταν πολύ ωραία η ανατροπή εκεί στη μέση. Ήρθε εντελώς αναπάντεχα, επειδή παρουσίασες την «επιστροφή των γιγάντων» τόσο ανθρώπινη και οικογενειακή, που δεν πήγαινε ο νους σου ότι μπορεί να ήταν κάτι διαφορετικό. Και μετά έρχεται εκείνη η πολύ έξυπνη σκηνή, με χιούμορ και παραστατικότητα, που αλλάζει τα δεδομένα. Μας είχες κλείσει και το μάτι, λίγο νωρίτερα, με τη σκηνή με το ξύρισμα, αλλά πού να πάει το μυαλό σου ότι, σ' αυτήν την περίπτωση, οι άνθρωποι είναι τα εντομάκια που σιχαίνεσαι να τα έχεις πάνω σου και μπορεί να τα κολλήσεις σαν τις ψείρες.

Ο τρόπος αφήγησης είναι εκείνος που μας είχες συνηθίσει κι εκείνος που θυμάμαι. Σφιχτός, ακριβής, χωρίς περιττολογίες και πολλά στολίδια. Θα αναφέρω κι εγώ για μερικά ορθογραφικά και γραμματικά λαθάκια που υπήρχαν, καθώς κι αυτό που είπε ο Δάγων, ότι η αρχική παράγραφος ήταν πολύ φορτωμένη και μπορούσε να σπάσει. Ψιλολόγια για έχουμε κάτι να πούμε.

Οι χαρακτήρες είναι αρκετά ζωντανοί, σε πείθουν ότι είναι αυτοί που είναι, θέλεις να ταξιδέψεις μαζί τους και να ακούσεις τις ιστορίες τους. Να πω εδώ ότι μου άρεσε εκείνο το κομμάτι με τις ιστορίες, υπήρχαν εκεί και οι σχετικές ιστορίες για τους άλλους γίγαντες, που όταν μαθαίνεις τι παίζει, αποκτούν άλλο νόημα.

Για το θέμα του διαγωνισμού δεν έχω να πω κάτι. Ήσουν δυο φορές εντός θέματος.

Καλή επιτυχία!

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Roubiliana
Spoiler

 

Τίτλος : όχι ιδιαίτερα πρωτότυπος ή δυνατός

Πλοκή: Καλή και πρωτότυπη πλοκή. Διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα.

Κοσμοπλασία: ζωντανή και ρεαλιστική.

Γλώσσα: η κατάλληλη για το ύφος του διηγήματος, χιούμορ και πλαστικότητα

Χαρακτήρες: Χαρακτήρες ζωντανοί και ενδιαφέροντες.

 

Το Πέμπτο Στοιχείο: Διεκπεραίωση

Η ιστορία είναι απολαυστική, ενδιαφέρουσα, ανάλαφρη όπου πρέπει και με σωστές δόσεις χιούμορ. Η ιδέα, άνθρωποι/γίγαντες τριών μεγεθών, είναι πολύ πρωτότυπη.

Οι χαρακτήρες είναι ζωντανοί και με κέρδισαν από την πρώτη στιγμή. Οι περιγραφές επίσης ζωντανές, χωρίς να γίνονται κουραστικές.

Το αγαπημένο μου σημείο ήταν οι μικροί άνθρωποι που είχαν μπλεχτεί στα γένια των ηρώων καθώς και τα πτώματα στην μπανιέρα. Επίσης, ήταν ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια το ξύρισμα του ενός ήρωα, έδωσε ζωντάνια στην ιστορία, έδωσε δυναμική στη σχέση του με τους δύο συντρόφους του. Άλλη ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια ήταν ο σκελετός που βούλωσε το λούκι.

Λάτρεψα το τέλος, δε θα μπορούσε να ήταν καλύτερο.

Αναμφίβολα η αγαπημένη μου ιστορία.

 

Spoiler

 

 

Edited by Roubiliana

Share this post


Link to post
Share on other sites
Unicron
Spoiler

Θετικά στοιχεία: Η δομή του κειμένου είναι πολύ καλά οργανωμένη και η γλώσσα φωνάζει από μακριά πως ο δημιουργός ξέρει να τη χειρίζεται αρκετά καλά. Οι περιγραφές είναι αρκετά ρεαλιστικές και ενδελεχείς, με αποτέλεσμα να βάζουν κατ’ ευθείαν τον αναγνώστη μέσα στον κόσμο που έχεις πλάσει στη φαντασία σου. Σε αυτό βοηθούν φυσικά και οι ζωντανοί χαρακτήρες. Τέλος φυσικά θα πρέπει να αναφερθώ και στην ιδέα του «όλα είναι σχετικά», με γίγαντες διαφόρων μεγεθών!

Αρνητικά στοιχεία:

- Κατά τη γνώμη μου, οι περιγραφές παρά είναι αναλυτικές για το μέγεθος της ιστορίας. Αν ήταν ένα κείμενο 10000+ λέξεων τότε δε θα πείραζε καθόλου. Σε ένα περιορισμένο εύρος λέξεων όμως άσε τον αναγνώστη να παίξει και λίγο με τη φαντασία του. Για παράδειγμα, μια φράση του τύπου «Έφτασαν στο ερειπωμένο κάστρο» είναι αρκετή. Εσύ έκανες τη δουλειά σου και άναψες το φυτίλι. Τώρα άσε τη φωτιά να επεκταθεί στη φαντασία του αναγνώστη και να γεμίσει τα κενά. Μπορεί να μόνος του να φανταστεί τις γκρεμισμένες πολεμίστρες και τα σάπια παράθυρα.

- Το μεγάλο αρνητικό όμως πιστεύω πως είναι η φτωχή πλοκή του κειμένου. Νιώθω σαν να σπατάλησες λέξεις εκεί που δεν έπρεπε (εξηγώ στο παραπάνω σχόλιο). Κάπου στην αρχή αναφέρεις για καταπέλτες και πολεμικές μηχανές με αποτέλεσμα να με κάνεις να πιστέψω πως θα διαβάσω για επικές μάχες μεταξύ ανθρώπων και γιγάντων. Όμως κάτι τέτοιο ποτέ δεν έγινε. Στο τέλος οι γίγαντες ήρθαν, γκρέμισαν έναν τοίχο και έφυγαν. Ακόμα και τα χουλιγκανάκια στα Εξάρχεια μεγαλύτερο νταβαντούρι κάνουν!

Γενικό σχόλιο: Μια ιστορία εντός του θέματος του διαγωνισμού, καλοδουλεμένη και με υψηλό γλωσσικό επίπεδο, που όμως στερείται σημαντικά πλοκής και δράσης.

 

Καλή επιτυχία!

  • Haha 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Starbuck
Spoiler

Αυτή η ιστορία μου άφησε πολλά και αντιφατικά συναισθήματα και δεν ξέρω πώς ακριβώς να την αξιολογήσω και μάλλον θα γίνω σκληρή στο σχολιασμό μου εδώ.. Παρόλο που έχει ωραία γλώσσα και παρόλο που μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα η συνθήκη με τα διαφορετικά μεγέθη της ανθρωπότητας κάτι μου λείπει. Για να πω την αλήθεια μου φάνηκε κάπως εύκολο. Δηλαδή ήρθαν οι γίγαντες, έκαναν μια επιδρομή και φύγανε. Τελεία. Επίσης μου φαίνεται αρκετά παράλογο οι μεγαλύτεροι να ψιρίζουν τους μικρότερους. Θέλω να πω, θα ψιρίζαμε ποτέ μυρμήγκια και σαύρες; όχι. Θα ψιρίζαμε από κάτι μεγαλύτερο όμως όπως τα ποντίκια από εμάς. Ίσως να είχε περισσότερο ενδιαφέρον για μένα μια τέτοια πλοκή. Μου άρεσε η σκηνή με τα αδέρφια που οι δύο είναι βρωμίλοι και ο άλλος είναι καθαρούλης. Δεν μου άρεσε η σκηνή που είναι στο κελάρι και περιμένουν. Νιώθω ότι δεν είναι ζωντανή. Υπάρχει η περιγραφή για το πώς είναι τα πράματα και το πώς νιώθουν αλλά είναι μονότονη. Δεν περιέχει κάποιο διάλογο ή κάποια πιο έμμεση περιγραφή ώστε να νιώσω μέσα από τους ήρωες το σκηνικό. Οι προηγούμενες σκηνές έχουν πολύ περισσότερη ζωντάνια από αυτήν. Ο θάνατος του ενός αδερφού γίνεται πολύ γρήγορα και το ίδιο επιφανειακά και δεν προλαβαίνω να τον αισθανθώ. Γενικά αυτό που μου άφησε αυτή η ιστορία είναι το εξης: είναι σαφές πως υπάρχει πολύ καλός χειρισμός του λόγου, είναι φανερή η δεξιοτεχνία σε αυτό, όμως μέχρι εκεί. Μου λείπει μια εμβάθυνση στα πρόσωπα και στις καταστάσεις. Και η προσμονή για το τι θα γίνει. Ήδη από την αρχή περίμενα με τα διάφορα χιντ που δόθηκαν να γίνει αυτό που τελικά έγινε. Εν ολίγοις η ιστορία είναι καλή από κάποιες απόψεις, αλλά δεν κινητοποίησε ποτέ τον συναισθηματικό μου κόσμο.. 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
zefuros

Κριτική Μηχανικού 🙂

Spoiler

Στο 1ο μισό της ιστορίας καθόμουν και διάβαζα χαλαρά, οι εικόνες διαδέχονταν αβίαστα η μία την άλλη. Αρκετα ζωντανά και το ευχαριστηθηκα. 

ΣΤο 2ο μισό που εμφανίζονται οι γίγαντες, δεν μου έμεινε η ίδια εντύπωση. Δεν μπορώ να το περιγραψω καλύτερα, ήταν - σε συγκριση με πριν - πιο "ρηχό"

Η ένσταση μου είναι στο - εξυπνο ομολογουμένως - τρικ της αλυσίδας από το μικρότερο προς το μεγαλύτερο  "Ανθρωποι - Πρωταγωνιστές - Γίγαντες". Τα μεγέθη δεν κολλάνε για διάφορους λόγους. Εξηγώ (και ελπίζω να μην βαρεθείτε τα μαθηματικά)

Σύμφωνα με τις περιγραφές των Πρωταγωνιστών, οι άνθρωποι αναλογικά θα ηταν μπροστά τους max. 4cm. Δηλαδή 50 φορές μικρότεροι. Αντιστοιχα οι Γιγαντες θα ηταν τουλάχιστον 20 φορές ψηλότεροι. ΜΕ απλά μαθηματικά:

Ανθρωπος 2μ

Πρωταγωνιστές 100μ

Γιγαντες: 2km!

έχει λοιπόν κάποια θέματα κλίμακας, τα οποία  συνδυάζονται με τα λοιπά πράγματα όπως χ τρόφιμα

(Για παράδειγμα, μια ρόγα σταφύλι ή τα φρούτα είναι στο μέγεθος των Πρωταγωνιστών, αλλά υπάρχουν ζωα στο μέγεθος των ανθρώπων που ξεκολά τους σκελετούς τους από τις σόλες του!

 

Καλή συνέχεια!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Rōnin

Πολύ ευχάριστο κείμενο, ωραία πλοκή, χιούμορ και λεπτομερής ανάλυση χαρακτήρων. Μου άρεσε το λεξιλόγιο, μου άρεσαν τα ονόματα των ηρώων, δε θα σταθώ καν στο λάθος "ηρέμισε-ηρέμησε" γιατί είναι μεμονωμένο. Έριξα μια ματιά όμως αν είναι σωστό το "γλιτώνω" ή το γλυτώνω" και διαπίστωσα ότι υπάρχει διαφωνία ανάμεσα σε Μπαμπινιώτη και Τριανταφυλλίδη. Αν κάτι θα προτιμούσα να είναι διαφορετικό είναι ο τίτλος (αρκετά προβλέψιμος) και οι πολλές λεπτομέρειες που δεν αφήνουν περιθώρια για τη φαντασία του αναγνώστη. Προτιμώ τα κείμενα που έχουν κάποιες "ελλείψεις", έτσι ώστε να τις συμπληρώσω, όπως θα ήθελα. Αυτό μου αφήνει μια αίσθηση ότι κάπως συμμετέχω στην ιστορία. Γενικά η εμπειρία σου στη συγγραφή είναι εμφανής. Καλή επιτυχία

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
Spoiler

Πλοκή

Μια πολύ ωραία ιστορία. Ανατροπή στην ανατροπή, με τα είδη των γιγάντων. Μου άρεσε η αντίληψη που είχαν για τους ανθρώπους και πως βρέθηκαν σε παρόμοια θέση μέχρι το τέλος της ιστορίας. Είδαν πως είναι να χάνονται οι δικοί τους μέσα στο σκοτάδι μιας γιγάντιας φούχτας. Διαθέτεις χιούμορ και το εκτίμησα: ακόμη και οι γίγαντες, οσοδήποτε γιγάντιοι, ξέρουν να εκτιμήσουν ένα καλό κρασί.

Κοσμοπλασία

Μας έδωσες όσα χρειαζόμασταν και τίποτα περισσότερο. Η ιστορία κυλάει ξεκούραστα και μόνο μία απορία έχω: Πώς ονόμαζαν τους εαυτούς τους τα παλικάρια; Αν όχι γίγαντες, αν όχι ανθρώπους;

Χαρακτήρες

Τόσο, όσο. Ανέφερα πιο πάνω ότι διαθέτεις χιούμορ. Αν ήταν να παρατηρήσω κάτι θα ήταν ότι έχεις μία τάση να μεταπηδάς από το χιούμορ στο σοβαρό (ή έστω σοβαροφανές) και οι χαρακτήρες σου επίσης δείχνουν να αλλάζουν κάπως απότομα διάθεση. Δεν είχες παραπάνω λέξεις, βέβαια, για να κάνεις πιο ομαλά τις μεταβάσεις σου, αλλά δες το λίγο.

Διάλογοι

Διάλογοι για φάντασυ, ίσως μία ιδέα παλιομοδίτικοι. Αλλά γενικά ικανοποιητικοί και καλοδουλεμένοι. Μεταφέρεις αβίαστα την πληροφορία σου.

Γλώσσα

Καλή, σε γενικές γραμμές. Εδώ κι εκεί ξεφεύγουν κάτι αγκαθάκια. Φράσεις όπως κάτι φεγγάρια πίσω μου φάνηκαν αγγλισμοί, θα έψαχνα άλλη διατύπωση. Πέρασα από τα μέρη τους, πάνε τέσσερα φεγγάρια, π.χ.. Ή φράσεις όπως η καταστροφή δεν είχε την έκταση που υπονοήθηκε ηχητικά. Δεν ξέρω αν είναι αγγλισμός, αλλά δεν μου κάθισε.

Διεκπεραίωση

Εντός του θέματος, έχεις γράψει ιστορία με γίγαντες και μέχρι κόκαλο φάντασυ, το παλιό το φάντασυ, το ορθόδοξο. Βασικά η ιστορία σου πραγματοποιεί τις υποσχέσεις της. Τίμια προσπάθεια. Ένα λούστρο θέλει και την απογείωσες.

Καλή επιτυχία και ευχαριστούμε για τη συμμετοχή!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mournblade

Καλησπέρα!🙂 

Δυστυχώς, έχω την ατυχία να είμαι από αυτούς που δεν ευχαριστήθηκαν τόσο την ιστορία σου, διότι ήδη από την αρχή για κάποιο διαολεμενο λόγο μαντεψα την ιδέα σου. Ίσως από τα ονόματα; Δεν ξέρω. Κι επειδή βασίζεται ως κείμενο σε μεγάλο ποσοστό στην ανατροπή, κάπου ένιωσα πως δεν το αισθάνθηκα όσο θα μπορούσα ίσως. Η γλώσσα ήταν πράγματι λειτουργική και συνεπής, το χιούμορ καλοδεχούμενο, οι περιγραφές σου όμορφες. Εκτίμησα κι εγώ, όπως η Ειρήνη, τη διάθεσή σου να παίξεις με τις οπτικές γωνίες.

Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
gismofbi

Πλοκή: Απολαυστική, ανατρεπτική, χιουμοριστική και λίγο inception φάση. Πάντα απολαμβάνω να διαβάζω κάτι δικό σου.

Κοσμοπλασία: Έκανε τη δουλειά της τίμια μπάζοντας μας μέσα της από την πρώτη πρόταση.

Γλώσσα: Πλούσια, περιγραφική και προσεγμένη. Διάλογοι ολοζώντανοι, οι εικόνες αληθινές και γενικά άψογο και καλοδουλεμένο από όλες τις μεριές. Φαίνεται πως ξέρεις να χειρίζεσαι καλά τον γραπτό λόγο.

Χαρακτήρες: Είχανε ζωή, είχανε ο καθένας τον χαρακτήρα του και το προσωπικό του στυλ.

Edited by gismofbi

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Αφού τελειώσεις το διήγημα σου, ξεκινάς να το χτενίζεις, να διορθώνεις, να αλλάζεις, να βελτιώνεις… Και μετά τη δέκατη φορά, που λες δεν μπορεί, τα πρόσεξα όλα, να κάτι ακόμα στην ενδέκατη ανάγνωση και χτυπιέσαι στο γιατί σου είχε ξεφύγει τόσες φορές. Νόμιζα ότι ήμουν κομπλέ μετά την ανάρτηση της ιστορίας μου όταν μου έβγαλε το μάτι το κατωτέρο:

 

“Σήκωσε με το ένα της χέρι τον σάκο και τον έσπρωξε μέσα με το άλλο.”

 

Καλά, όλοι καταλάβατε ότι έσπρωξε μέσα τον Λόρατς κι όχι τον σάκο, αλλά και πάλι, υπάρχει σωστότερος τρόπος να το διατυπώσεις.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..