Jump to content
John Ernst

Το Ρούσο Ρουμάνι

Recommended Posts

John Ernst

Όνομα Συγγραφέα: Ν Φερεντίνος
Είδος: τρόμος 
Βία; όχι
Σεξ; όχι
Αριθμός Λέξεων: 3838
Αυτοτελής; ναι
Σχόλια: Συμμετοχή στον 50ό Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα ''Γίγαντες''
Αρχείο

Το Ρούσο Ρουμάνι.odt

Το Ρούσο Ρουμάνι.pdf

Spoiler

 

Το Ρούσο Ρουμάνι

 

«Ε! Παιδί, βάλε ένα διπλό ουίσκι».

Ο καφετζής, ένας νεαρός όχι περισσότερο από είκοσι-πέντε ετών, με πρόσωπο σκαμμένο από ουλές, την κοίταξε λοξά. Έδειχνε παραξενεμένος από την παρουσία της γυναίκας. Δεν ήταν περισσότερο από πέντε χρόνια μεγαλύτερή του, με κούρεμα τύπου «καρφάκια», σκισμένο τζιν παντελόνι και λευκή πουκαμίσα. Κάθε άλλο παρά του θύμιζε οποιοδήποτε θηλυκό υπήρχε ή είχε περάσει από το χωριό. Με αργές κινήσεις πήρε ένα μπουκάλι κι άρχισε να το αδειάζει σε ένα ποτήρι κοντό, με θολά, γυάλινα τοιχώματα. Το απίθωσε στον πάγκο, καθώς συνέχιζε να της ρίχνει εξεταστικές ματιές.

«Τι σε φέρνει στο χωριό;» τη ρώτησε.

Εκείνη δεν απάντησε αμέσως. Έπιασε με λαχτάρα το ποτήρι κι έφερε τα χείλη του στα δικά της. Αφού ήπιε την πρώτη γουλιά, έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. «Αν δεν πιω έστω μια γουλιά, δε συνέρχομαι» ψέλλισε, χωρίς να δείχνει αν μιλάει στον καφετζή ή στον εαυτό της.

«Είναι ακόμα εννιά το πρωί» ήταν η παρατήρηση εκείνου.

«Πήγε, ε;» Κοίταξε το ρολόι της. «Δεν έχουμε παρά πέντε λεπτά να σου εξηγήσω, οπότε, σε παρακαλώ, μη με διακόπτεις. Εδώ πιο κάτω συνάντησα ένα γέρο και μου είπε να μιλήσω σε εσένα. Μου είπε ότι γνωρίζεις πολύ καλά το Ρούσο Ρουμάνι...»

Αμέσως ο άνδρας άλλαξε όψη. Στο βλέμμα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε μια έκφραση χαμογελαστή, σχεδόν ειρωνική, καρφώθηκε ο τρόμος.

«Ποια είσαι;»

Η κοπέλα τον κοίταξε με ένα μουδιασμένο χαμόγελο. Ύστερα έτεινε το χέρι της να συστηθεί, αλλά η κίνηση αυτή παρέσειρε την πάνινη τσάντα που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρεμόταν από τον ώμο της. Η τσάντα έσπρωξε πάνω στον πάγκο το ποτό της και παραλίγο να το ανατρέψει. «Με λένε Μάνια» είπε, ενώ προσπαθούσε να συγκρατήσει τα πράγματα στη θέση τους. «Ζω στην Αθήνα».

«Μάνια, φύγε όσο είναι καιρός!»

«Γιατί; Μόλις ήρθα!»

«Σου λέω φύγε, δεν είναι αυτό το μέρος για 'σένα!»

«Σου είπα, δεν έχω πολύ χρόνο κι εσύ μου τον τρως με κούφιες προειδοποιήσεις. Σε εσένα ήρθα για να με συνοδεύσεις ως το δάσος, τα άλλα είναι δική μου δουλειά!»

Ο νεαρός δεν αποκρίθηκε. Έριξε άλλη μια εξεταστική ματιά στην κοπέλα απέναντί του που εκείνη τη στιγμή τράβαγε άλλη μια γουλιά από το ποτό της.

«Θα σου δώσω όσα λεφτά θες» πρόσθεσε εκείνη, ενώ χτυπούσε τον πάτο του ποτηριού της στον πάγκο.

«Δεν έχει να κάνει με τα λεφτά. Για την ακρίβεια δε θέλω τίποτα από εσένα. Απλά, το μέρος που μου ζητάς να πάμε είναι πολύ επικίνδυνο. Γιατί θες, κορίτσι πράγμα, να πας εκεί;»

Τον κοίταξε με μια έκφραση δυσαρέσκειας, σαν να μην της άρεσε που εκείνος την αντιμετώπιζε απλά σαν γυναίκα. «Είμαι ερασιτέχνης φωτογράφος. Κυνηγάω παράξενες ιστορίες. Κι εδώ, στο χωριό σας, ακούγεται ότι υπάρχει κάτι περίεργο».

«Δεν πάει να λες!» απάντησε εκείνος σαν να μην άκουγε αυτά που του έλεγε. «Είναι επικίνδυνο για 'σένα το ρουμάνι. Καλύτερα να γυρίσεις πίσω στην πόλη σου και να ξεχάσεις ό,τι έχεις ακούσει για τούτο το μέρος!»

«Εγώ θα πάω, είτε βοηθήσεις, είτε όχι» είπε εκείνη με πείσμα στη φωνή. «Έχω και χάρτη».

Ο καφετζής την κοίταξε για άλλη μια φορά λοξά. Φαινόταν να το σκέφτεται. Έκανε μια δεξιά, μια αριστερά πίσω από τον πάγκο του και στο τέλος, σαν να τον τίναξε ρεύμα, πετάχτηκε και προχώρησε προς την πόρτα που οδηγούσε στο ανώγι. «Μάνα, πάω για μια δουλειά, φύλαξε το μαγαζί». Χωρίς να πάρει οποιοδήποτε απάντηση, γύρισε προς τη Μάνια και της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Εκείνη κατέβασε το ποτό της μονορούφι και πέρασε τα λουριά της τσάντας της χιαστί στους πλατιούς της ώμους.

Έξω είχε λιακάδα. Ο Απρίλης είχε απλώσει το ολάνθιστο χαλί του στις ράχες των βουνών, είχε στολίσει με πολύχρωμα πέταλα ως και τα παρτέρια των διώροφων σπιτιών του χωριού. Ο ουρανός πιο γαλάζιος από ποτέ, λιγοστά, κατάλευκα σύννεφα ήταν σαν καρφωμένα στον ουρανό, άπνοια. Οι δυο τους ανηφόρισαν στη δημοσιά, μέχρι που έφτασαν στην αρχή ενός μονοπατιού.

«Εδώ είσαι» πρόφερε ο νεαρός. «Στο τέλος του μονοπατιού θα βρεις αυτό που ψάχνεις».

Η Μάνια τον κοίταξε με απορία. «Δε θα με πας πιο πέρα; Μέχρι εδώ το γνώριζα κι εγώ το δρόμο!»

Εκείνος κοντοστάθηκε. Πήρε από την τσέπη του σακακιού του μια σακούλα με καπνό και την άνοιξε. Μετά έφτυσε καταγής.

«Λοιπόν, δε θα με συνοδεύσεις;»

«Κάτσε να στρίψω ένα τσιγάρο πρώτα... “τσιγαρένιο τσιγάρο”, μην τρομάζεις!»

«Σου φαίνομαι για άνθρωπος που τρομάζει;»

Εκείνος δεν απάντησε. Με αργές κινήσεις έβαλε τον καπνό πάνω στο χαρτάκι.

«Η αλήθεια είναι ότι εσείς οι πρωτευουσιάνες είστε περίεργες» είπε, ενώ έστριβε το τσιγάρο του. «Εδώ τα κορίτσια μας δε σκέφτονται παρά πως θα παντρευτούν, να ανοίξουν σπιτικό!»

Η Μάνια προσπέρασε το σχόλιο εκείνου με ένα μορφασμό αποδοκιμασίας. Στη συνέχεια γύρισε το βλέμμα προς το πάνω, έλεγξε τη φιδίσια πορεία του μονοπατιού στην πλαγιά. Χανόταν πίσω από μια συστάδα από κυπαρίσσια. «Είναι μακριά από εδώ;»

Εκείνος έγνεψε αρνητικά. Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα, το άναψε με αργές κινήσεις και στη συνέχεια προχώρησε στο χωμάτινο μονοπάτι, προσπερνώντας την κοπέλα.

«Ακόμα δε μου είπες το όνομά σου».

«Μίλτο με λένε. Τώρα, ακολούθησε με».

Δεν τους πήρε περισσότερο από μισή ώρα να φτάσουν στην κορυφή της πλαγιάς. Σε όλο το δρόμο δε μιλούσαν, η ανάβαση ήταν δύσκολη και δεν ήθελαν να ξοδέψουν τις ανάσες τους. Όταν έφτασαν στο ψηλότερο σημείο, στάθηκαν να κοιτάξουν. Από εκεί και πέρα απλωνόταν μια απέραντη έκταση στα πόδια τους, που την πλαισίωναν βουνά πανύψηλα. Ο πάτος αυτής δε φαινόταν, καθώς ήταν καλυμμένη από ένα παχύ στρώμα ομίχλης.

«Παλιά, από εδώ έβλεπες την πεδιάδα γεμάτη σφενδάμια. Το φθινόπωρο τα φύλλα τους ήταν κατακόκκινα, γι' αυτό και της είχαν δώσει το όνομα που έχει, “Ρούσο Ρουμάνι”. Άλλοι πάλι λένε ότι πήρε το όνομά του από μια μάχη που είχε συμβεί εδώ, πάνε χρόνια από τότε, επί Τουρκοκρατίας νομίζω. Το αίμα που είχε χυθεί τότε ήταν τόσο πολύ, που το ήπιαν, λέει, τα δέντρα και κοκκίνισαν τα φύλλα τους. Εδώ και είκοσι χρόνια δε φαίνεται τίποτα, όλα αυτά τα σκεπάζει η ομίχλη».

Η Μάνια στάθηκε. Πήρε την τσάντα της, έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή κι άρχισε να φωτογραφίζει. Ο Μίλτος έδειχνε ανυπόμονος. Στο τέλος την κοίταξε με βλέμμα αποδοκιμασίας. «Θα πρέπει να σε περιμένω να φωτογραφίσεις όλο το μέρος; Πάμε!»

Στη συνέχεια άρχισαν να κατηφορίζουν. «Είναι αλήθεια ότι τον τελευταίο καιρό έχουν εξαφανιστεί πέντε άνθρωποι;» ρώτησε η κοπέλα με μια φωνή όλο ζωντάνια.

Ο Μίλτος κοντοστάθηκε. Γύρισε και την κοίταξε μέσα στα μάτια όλο νόημα. «Μου φαίνεται ότι παίρνεις αψήφιστα όλο το ζήτημα. Ναι, τόσοι εξαφανίστηκαν και κανένας από αυτούς δεν ήταν πιο χαζός ή πιο αδύναμος από την αφεντιά σου!»

«Και η αστυνομία τι κάνει κάθε φορά;»

«Ψάχνει, ψάχνει και δε βρίσκει τίποτα. Έρχονται εδώ με ελικόπτερα. Ούτε τους ίδιους βρήκαν ποτέ, ούτε το λόγο που εξαφανίστηκαν. Ό,τι και να είναι εκεί πέρα, ξέρει να κρύβεται καλά!»

«Τους ήξερες;»

«Κανένας δεν ήταν από εδώ. Οι χωριανοί έχουν μυαλό, αποφεύγουν το μέρος. Εσείς οι πρωτευουσιάνοι, από την άλλη, έρχεστε να συναντήσετε, δεν ξέρω τι, και στη συνέχεια εξαφανίζεστε!»

«Εγώ πάντως άκουσα ότι αυτοί οι πέντε δεν υπάρχουν. Είναι ένας μύθος που φτιάξετε εσείς οι χωριανοί για να μην πλησιάζουν το χωριό σας οι περίεργοι».

«Πώς; Υπάρχουν. Τον έναν από αυτούς τον άφησα εδώ, παρακάτω. Και μετά δεν τον ξαναείδαμε».

Δεν άργησαν να φτάσουν στα πενήντα μέτρα από την ομίχλη. Ο Μίλτος σταμάτησε, ακουμπώντας τον ώμο του στον κορμό ενός κυπαρισσιού. Έβγαλε τη σακούλα με τον καπνό και πήρε να στρίβει καινούριο τσιγάρο. Η Μάνια έβγαλε τη μηχανή της κι άρχισε να φωτογραφίζει. Παρόλο που είχε πιει, το περπάτημά της ήταν σταθερό πάνω στις κοτρόνες της ράχης, που εύκολα ξεκολλούσαν από κάτω. Μία από αυτές άρχισε να κυλά, μέχρι που χάθηκε μέσα στην ομίχλη παρασέρνοντας χώμα γύρω της. Όταν τέλειωσε τη φωτογράφιση, άφησε τη μηχανή να κρέμεται από το λαιμό της από ένα λουρί και γύρισε προς το Μίλτο.

«Πάμε πιο κάτω;» πρότεινε.

«Όχι, μέχρι εδώ ήταν ο δρόμος σου. Ήρθες, πήρες τις φωτογραφίες που ήθελες, ώρα να γυρίσεις στο σπιτάκι σου. Όποιος μπήκε στην ομίχλη, δεν ξαναγύρισε πίσω!»

Δεν απάντησε. Μόνο γύρισε και κοίταξε το ρολόι της. Μετά στάθηκε ακίνητη, σαν λαγωνικό που οσμίζεται τον αέρα.

«Γιατί έχεις τόσο άγχος με την ώρα;» ήταν η απορία του Μίλτου.

«Έχω τους λόγους μου. Κάθε αναφορά, για κάτι που συνέβηκε σε αυτό το μέρος, ήταν στις δέκα η ώρα ακριβώς».

«Κι εσύ που το γνωρίζεις;»

«Έχω κάνει την έρευνά μου, δε σου πέφτει εσένα λόγος!»

Έβαλε τα χέρια στη μέση και κοιτούσε προς το μέρος της ομίχλης. Είχε συνοφρυωθεί, καθώς προσπαθούσε να διακρίνει ανάμεσα στους ατμούς οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση. Έμεινε σε αυτή τη στάση για περισσότερο από δέκα λεπτά, κάποια στιγμή που επιχείρησε ο Μίλτος να της πει κάτι, εκείνη με ένα απότομο τίναγμα του χεριού της του επέβαλε να σωπάσει. Έτσι εκείνος κάθισε στη ρίζα του δέντρου και ρουφώντας το τσιγάρο του, έμεινε να ρεμβάζει.

«Το είδες αυτό;» η φωνή βγήκε απότομη, σχεδόν τσιριχτή. Πήρε στα χέρια τη μηχανή της και σημάδεψε προς την κορυφή της ομίχλης. Μετά γύρισε προς το μέρος του με φανερή την απογοήτευση στο πρόσωπο. «Δεν το πρόλαβα!» Μετά πλησίασε το Μίλτο, έγειρε το σώμα της από πάνω του. «Δε θα με ρωτήσεις τι είδα;» Εκείνος της έριξε μια ματιά όλο αδιαφορία. «Καλά, θα σου πω. Ήταν σαν να προβάλει ένα τεράστιο χέρι πάνω από τους ατμούς. Στη συνέχεια χάθηκε. Είμαι σίγουρη ότι είδα το χέρι ενός γίγαντα».

«Αν κοιτάς προς ένα μέρος και θεωρείς ότι θα δεις κάτι, στο τέλος θα το δεις κι ας μην υπάρχει».

«Λέγε εσύ! Εγώ το είδα καθαρά. Δεν πρόλαβα να το φωτογραφίσω, τώρα θα είχα την απόδειξη στα χέρια μου. Πάω να δω από κοντά».

«Μην πας!» αναφώνησε ο Μίλτος και την πήρε στο κατόπι. Εκείνη όμως είχε πάρει φόρα και δεν άργησε να χαθεί μέσα στην ομίχλη. Αυτός άρχισε να βρίζει, να φτύνει κάτω, να καταριέται το δάσος. Στη συνέχεια έτρεξε να την προφτάσει. Δεν άργησε να περάσει το παραπέτασμα της ομίχλης, που ήταν τόσο πυκνή που έκρυβε σχεδόν το φως του ήλιου. Δύσκολα μπορούσε κανείς να διακρίνει κάτι πέρα από τα δύο μέτρα. Ο βαρύς αέρας είχε τη μυρωδιά του σάπιου ξύλου, παντού στο έδαφος διακρίνονταν πεσμένοι κορμοί, γεμάτοι μανιτάρια. Το μέρος κάθε άλλο παρά ήταν δάσος, κανένα από τα δέντρα που γνώριζαν οι κάτοικοι του χωριού δεν ήταν στη θέση του. «Μάνια» φώναξε, για να εισπράξει μια φωνή που πρόφερε το δικό του όνομα. Τα αυτιά ήταν ο οδηγός του. Σε ελάχιστη ώρα είχε φτάσει δίπλα της. Τη βρήκε σκυμμένη πάνω από ένα οστό. Ήταν μια κνήμη δυόμισι μέτρα μήκος. Στάθηκε με βλέμμα όλο απορία να την κοιτάζει.

«Όπως το περιγράφει ο Μίλτον, ο καθηγητής που ήρθε εδώ πριν πέντε μήνες!» Κοιτούσε έκθαμβη το εύρημα, δύσκολα πρόφερε τις λέξεις. Μετά σηκώθηκε, τράβηξε μια φωτογραφία και κοίταξε παρακάτω. «Έλα, έχει κι άλλα». Προχώρησαν πιο πέρα, βρήκαν κι άλλα κόκαλα παραταγμένα στη σειρά. Στο έδαφος κείτονταν ολόκληρος σκελετός. Όταν έφτασαν στο μέρος που βρισκόταν το κρανίο, άρχισαν να εξετάζουν το στενόμακρο σαγόνι και τις οφθαλμικές κόγχες που βρίσκονταν στο πλάι αυτού. «Δεν ξέρω πολλά από κόκαλα» είπε η Μάνια καθώς το φωτογράφιζε, «αλλά αυτό δε μοιάζει καθόλου με ανθρώπινο...» Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα της κι ένα τρίξιμο ακούστηκε όχι περισσότερο από πενήντα μέτρα από το μέρος που βρίσκονταν. Και οι δυο τους έσκυψαν κι έμειναν ακίνητοι σε στάση επιφυλακής. Ο ήχος δεν είχε καμία συνέχεια.

«Μάνια» ψιθύρισε ο Μίλτος, «πρέπει να φύγουμε από εδώ!»

«Γιατί με ακολούθησες;»

«Μου ήταν αδιανόητο να αφήσω κορίτσι πράγμα μόνο του εδώ μέσα!»

«Πάμε» του είπε και του ένευσε με το κεφάλι να προχωρήσουν πιο βαθιά στο νεκρό δάσος.

Όσο προχωρούσαν η θερμοκρασία έπεφτε. Κρύωναν. Είχαν σταυρώσει τα χέρια μπροστά από το στήθος και προχωρούσαν αργά, πάνω στο γυμνό έδαφος.

«Αυτός ο Μίλτον, που λες, πώς μπόρεσε να στείλει μήνυμα, αφού στο τέλος εξαφανίστηκε;»

«Δεν εξαφανίστηκε, ζει και βασιλεύει. Ήρθε εδώ με την ομάδα του, δυο βοηθούς, για να μελετήσει την ομίχλη που εμφανίστηκε εδώ και χρόνια μυστηριωδώς. Ήταν και οι μόνοι που μπήκαν μέσα στο δάσος, κράτησαν πολλά πειστήρια, βγήκαν σώοι κι αβλαβείς. Μετά ο Μίλτον τα δημοσίευσε στο λογαριασμό του. Κανείς δεν τον πήρε ποτέ στα σοβαρά. Εγώ, από την άλλη, βρήκα τις αναφορές τους και είπα ότι ήταν μια καλή περίπτωση. Σκέφτηκα να το ψάξω καλύτερα».

«Και δε φοβήθηκες μήπως σου συμβεί τίποτα κακό;»

«Όχι, είπα ότι αφού βγήκαν εκείνοι οι τρεις σώοι κι αβλαβείς, τότε θα έβγαινα κι εγώ».

«Εγώ στη θέση σου θα σκεφτόμουν ότι όσοι εξαφανίστηκαν ήταν περισσότεροι...»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει κι ένα δεύτερο τρίξιμο ακούστηκε, αυτή τη φορά πιο κοντά από την προηγούμενη. Αμέσως έπεσαν κάτω, αγκαλιάστηκαν και κούρνιασαν πίσω από έναν τεράστιο κορμό. Περίμεναν αρκετή ώρα εκεί, μέχρι που βεβαιώθηκαν ότι ο ήχος δεν επαναλήφθηκε.

«Φοβάμαι» εξομολογήθηκε ο Μίλτος με φωνή σιγανή, γεμάτη παράπονο.

«Φυσικό είναι να φοβάσαι» απάντησε η Μάνια, ενώ έσπρωχνε το χέρι του που το είχε τυλίξει γύρω από τη μέση της. «Αλλά πρέπει να συνεχίσουμε».

«Γιατί πρέπει; Να φύγουμε, να πάμε πίσω!»

«Ας μην ερχόσουν! Δε γουστάρω την γκρίνια σου...»

Εκείνη τη στιγμή μια τεράστια σκιά πάνω από το κεφάλι τους σκέπασε τις λιγοστές ακτίνες του ήλιου που διαπερνούσαν την ομίχλη. Ο ήχος από μια βαριά ανάσα ακούστηκε, ζεστά χνώτα τους νότισαν τα πρόσωπα. Είχαν μείνει αμίλητοι στη θέση τους, να τρέμουν από το φόβο, πιο σφιχταγκαλιασμένοι από ποτέ. Η σκιά ταλαντώθηκε για λίγο δεξιά κι αριστερά, ύστερα απομακρύνθηκε. Έμειναν στο ίδιο μέρος για περισσότερο από δέκα λεπτά, δίχως να μιλούν. Ακόμα και οι ανάσες τους είχαν γίνει κοφτές, ώστε να μην τους αντιληφθεί το γιγάντιο πλάσμα του οποίου τη σκιά είχαν αντικρίσει νωρίτερα.

«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε ο Μίλτος ψιθυρίζοντας στο αυτί της κοπέλας.

«Δεν ξέρω. Ακόμα και ο καθηγητής που έμεινε εδώ πολλές ώρες, δεν αναφέρει να συνάντησε κάποιο ζωντανό πλάσμα!»

«Ναι. Το συνάντησαν όμως οι πέντε που εξαφανίστηκαν!»

Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να λάβουν οποιοδήποτε σημάδι ζωής γύρω τους. Στο τέλος σηκώθηκαν όρθιοι. Τα ρούχα τους ήταν βαριά από την υγρασία που τα είχε ποτίσει. Ο Μίλτος έσκυψε και πήρε από το έδαφος ένα χαμόκλαδο, με μήκος όχι μεγαλύτερο από ενάμισυ μέτρο, το καθάρισε αργά από τα μικρότερα κλαδάκια και το κράτησε στο χέρι σαν όπλο. Συνάντησε το βλέμμα της Μάνιας, όλο αμφισβήτηση. «Καλύτερο από το τίποτα» πρόφερε. «Είναι ώρα να γυρίσουμε πίσω στο χωριό».

Η κοπέλα δε διαφώνησε. Προχώρησαν λίγα μέτρα, στέκονταν σε στάση επιφυλακής. Κοιτούσαν γύρω τους για κάποιο σημάδι, ώστε να ακολουθήσουν το δρόμο της επιστροφής. Το έδαφος σκληρό, δεν είχε αποτυπώσει τα χνάρια τους, οι πεσμένοι κορμοί έμοιαζαν όλοι μεταξύ τους. Η Μάνια κοιτούσε τον άνδρα δίπλα της ανυπόμονα. Εκείνος έδειχνε να έχει μπερδευτεί.

«Αν δε φύγουμε γρήγορα, κινδυνεύουμε» του πέταξε με τρεμάμενη φωνή.

Εκείνος έβγαλε το κινητό του από την τσέπη του. Κοιτούσε την οθόνη όλο απορία. «Είναι σβηστό. Κι όμως, το πρωί το φόρτισα. Για δώσε μου το δικό σου».

«Δεν έχω κινητό, είμαι ενάντια!»

Την κοίταξε με ένα βλέμμα αποδοκιμασίας. «Ξέρεις, είναι χρήσιμο αυτό το μαραφέτι!»

«Δεν μπορείς έτσι απλά να μας βγάλεις από εδώ μέσα; Γι΄ αυτό σε πήρα μαζί μου, για οδηγό».

«Πώς; Δεν υπάρχει κάποιο σημάδι να σημειώσω την κατεύθυνσή μας».

Προχώρησε λίγα μέτρα προς μία κατεύθυνση, παντού η ίδια εικόνα. Όπως επιχείρησε να γυρίσει πίσω προς το μέρος της Μάνιας, μια τεράστια σκιά πέρασε μεταξύ τους με μεγάλη ταχύτητα. Ίσα που διέκριναν ένα ζευγάρι τεράστια, γυμνά πόδια, όμοια με ανθρώπου. Το έδαφος στα πόδια τους ίσα που τραντάχτηκε. Στάθηκε ακίνητος, ούτε που πρόλαβε να αντιδράσει από τον τρόμο του. Μετά από ένα λεπτό άρχισε να κινείται αργά προς το μέρος της, ψιθύρισε το όνομά της. Και τότε, ανάμεσα στους ατμούς, διέκρινε μια δεύτερη, πολύ μικρότερη σκιά να έρχεται αστραπιαία προς το μέρος του. Πριν καλά-καλά συνειδητοποιήσει το τι συμβαίνει, η κοπέλα είχε ριχτεί στην αγκαλιά του. Έτρεμε σύγκορμη, είχε χώσει το πρόσωπό της στο λαιμό του, ζεστά δάκρυα κυλούσαν ανάμεσά τους. Μύρισε το άρωμά της, της χάιδεψε το κοντοκουρεμένο κεφάλι. «Έλα, θα μας βγάλω από εδώ» την παρηγόρησε.

Περιφέρονταν ώρα στην περιοχή, χωρίς να μιλάνε. Δεν μπορούσαν με τίποτα να βρουν το δρόμο της επιστροφής. Όσο περνούσε η ώρα, το κρύο γινόταν πιο έντονο, το φως λιγόστευε. Προσπερνούσαν πεσμένους κορμούς και γυμνό χώμα, χωρίς να βρίσκουν οποιοδήποτε σημάδι θα μπορούσε να τους βγάλει από εκεί. Όταν πια το φως ήταν τόσο λίγο που ίσα που έβλεπαν, έφτασαν στις παρυφές μιας λίμνης. Διψούσαν κι έτσι, δίχως δεύτερη σκέψη, έσκυψαν πάνω από το νερό, γέμισαν τις χούφτες τους και ήπιαν. Σηκώθηκαν όρθιοι. Η Μάνια κοίταξε προς τον κορμό που βρισκόταν πλησιέστερα στο νερό. Έσκυψε από πάνω του, άδραξε κάποια μανιτάρια που είχαν φυτρώσει στην επιφάνειά του.

«Άστα κάτω» της είπε ο Μίλτος έντονα. «Είναι δηλητηριώδη!»

Εκείνη αμέσως τα άφησε να πέσουν, τίναξε τα χέρια της, σαν να ήταν το δηλητήριο σε σκόνη. Στη συνέχεια κάθισαν δίπλα-δίπλα σε έναν κορμό, άπλωσαν τα πόδια τους και τα ακούμπησαν σε ένα μικρότερο, παράλληλο στον πρώτο.

«Κρυώνω!»

Ο Μίλτος άπλωσε τα χέρια και την πήρε στην αγκαλιά του. Δεν άργησε να πέσει το απόλυτο σκοτάδι. Έμειναν για αρκετή ώρα μέσα σ' αυτό χωρίς να μιλούν.

«Τι ξέρεις για τους πέντε που εξαφανίστηκαν;» έσπασε πρώτος εκείνος τη σιωπή.

«Μέχρι χθες νόμιζα ότι δεν υπήρχαν καν. Είχα διαβάσει κάποιες αναφορές τους, αλλά δεν τις είχα πάρει στα σοβαρά, τις νόμιζα φτιαχτές. Σχεδόν όλοι οι ερασιτέχνες κυνηγοί μυστηρίου που ήρθαν στην περιοχή, φωτογράφισαν την ομίχλη απ' έξω κι έφυγαν...»

Πριν τελειώσει τη φράση της, ακούστηκε στο βάθος μια φωνή. Ο ήχος ήταν βαρύς, οι φθόγγοι πλούσιοι, αλλά η γλώσσα που πρόφερε δεν έμοιαζε με ανθρώπινη. Σε λίγο άλλη μια φωνή ακούστηκε από μεγαλύτερη απόσταση, φάνηκε σαν να αποκρίνεται στη πρώτη. Οι δυο τους άκουγαν χωρίς να μιλούν. Είχαν αγκαλιαστεί σφιχτά, έτρεμαν μαζί από φόβο κι από το κρύο. Όλη νύχτα οι περίεργες φωνές δε σώπασαν, προς τα ξημερώματα αποκοιμήθηκαν ελαφρά ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

Το επόμενο πρωί, οι πρώτες αχτίδες του ήλιου διαχύθηκαν στο μέρος, δημιούργησαν αργυρούς λαμπυρισμούς στην επιφάνεια της λίμνης. Η Μάνια τα κοίταξε όλα αυτά εξεταστικά, ουσιαστικά ήταν η πρώτη φορά που τα έβλεπε. Η μυρωδιά της σαπίλας γύρω της παρέμενε τόσο έντονη, που κανενός τα ρουθούνια δε θα μπορούσαν να συνηθίσουν. Γύρισε το βλέμμα προς τη μεριά του Μίλτου, που έδειχνε να κοιμάται. Μετά, το κάρφωσε προς τον κορμό που ακουμπούσαν τα πόδια της. Τον κοίταξε πιο προσεχτικά, έβγαλε μια φωνή τρόμου και σηκώθηκε όρθια στη θέση της να τον κοιτάζει με μάτια ορθάνοιχτα. Εκείνο που μέχρι εκείνη την ώρα νόμιζε για κορμό, ήταν το σάπιο πτώμα ενός από τους αγνοούμενους. Η φύση είχε αγκαλιάσει την επιφάνειά του με βρύα και λογιών-λογιών πρασινάδες, αλλά ένα στρώμα από ξεγυμνωμένα κόκαλα και δόντια φανέρωνε ότι εκείνη η μάζα άνηκε κάποτε σε άνθρωπο. Κοίταξε με φρίκη τα παπούτσια της, τίναξε τα σκουλήκια που μέχρι εκείνη τη στιγμή σάλευαν στη δερμάτινη επιφάνειά τους. Ο Μίλτος είχε ξυπνήσει δίπλα της και την κοιτούσε με απορία. Του έδειξε με νόημα το πτώμα. Η αντίδρασή του ήταν πολύ ήρεμη, σαν να το περίμενε. Μάζεψε τα πόδια του κι έβγαλε τη σακούλα με το καπνό για να κάνει το τσιγάρο του.

«Δε θα πεις τίποτα;» ήταν η απορία της. Εκείνος δεν απάντησε, μόνο κοίταξε ψηλά στον βαρύ αέρα, σαν να υπήρχε περίπτωση να εμφανιστεί κάποιο σημάδι σωτηρίας από το πουθενά. Έστριψε το τσιγάρο του, το άναψε, σηκώθηκε από τη θέση του και της ένευσε να φύγουν. Περπάτησαν μουδιασμένοι. Η λίμνη ήταν ένα καλό ορόσημο, για να μην κάνουν κύκλους στο ίδιο μέρος. Έτσι, αποφάσισαν να προχωρήσουν παρόχθια, μπας και καταλήξουν σε ένα σημείο που θα μπορούσε να τους βγάλει από την καταραμένη εκείνη περιοχή.

«Εκείνος ο άνθρωπος» ψιθύρισε κάποια στιγμή εκείνη, «το σώμα του ήταν ακέραιο».

«Και λοιπόν;»

«Να, δε νομίζω να τον σκότωσαν οι γίγαντες. Εγκλωβίστηκε κι εκείνος σαν κι εμάς σε αυτή την καταραμένη ομίχλη».

«Μην τα σκέφτεσαι αυτά, απλά συνέχισε να περπατάς. Δε θα αργήσουν να έρθουν στο μέρος σωστικά συνεργεία και να μας πάρουν από εδώ».

«Για ποιο λόγο να μας ψάξουν εδώ; Δεν ξέρει κανείς ότι είμαστε εδώ πέρα!»

Ο Μίλτος δεν απάντησε, μόνο γύρισε προς το μέρος της, τής χαμογέλασε κι έβαλε το δείχτη του μπροστά από τα χείλη του για να σωπάσει. Περπάτησαν για ώρες, δίχως να δουν το σημάδι που ποθούσαν. Στο τέλος είχαν κλείσει έναν κύκλο γύρω από τη λίμνη, καθώς βρέθηκαν και πάλι κοντά στο πτώμα. Κάθισαν απελπισμένοι πάνω στον κορμό του δέντρου.

«Πεινάω» διαμαρτυρήθηκε εκείνη.

«Σήμερα, τέτοια μέρα, η μάνα μου φτιάχνει ρεβίθια. Τα κάνει τέλεια, με μπόλικο λαδάκι και λεμονάκι...»

Ένα χαμόγελο καρφώθηκε στα χείλη του, σαν να γευόταν εκείνη τη στιγμή το δείπνο της μητέρας του. Η Μάνια τον κοιτούσε με μάτια γεμάτα προσμονή. Είχε αρχίσει να τρέμει, όχι μόνο από την ταλαιπωρία, αλλά και επειδή είχε πολλές ώρες να βάλει αλκοόλ στο στόμα της. Έμοιαζε τόσο ευάλωτη, που ο Μίλτος την πήρε αμέσως στην αγκαλιά του.

«Γιατί με ακολούθησες;» τον ρώτησε.

«Ούτε εγώ ξέρω καλά-καλά το λόγο. Είπα να ζήσω μια περιπέτεια. Βαρέθηκα τη ζωή στο χωριό, βαρέθηκα να με αντιμετωπίζουν οι γύρω μου σαν τεμπέλη κι άχρηστο...»

Μια φωνή γεμάτη παράπονο βγήκε από το βάθος κι έσκισε τον αέρα, η φωνή ενός γίγαντα. Αυτή τη φορά δεν ταράχτηκαν.

«Εσύ;» ρώτησε εκείνος με τη σειρά του. «Γιατί ήρθες σε ένα τόσο επικίνδυνο μέρος; Εκείνη η υπόθεση με τη φωτογράφιση... μη νομίζεις ότι με έχεις πείσει!»

«Τι εννοείς δε σε έχω πείσει; Αυτό κάνω! Πηγαίνω από περιοχή σε περιοχή σε όλο τον κόσμο και φωτογραφίζω περίεργα φαινόμενα. Είναι η κύρια ασχολία στη ζωή μου. Ο πατέρας μου ζητάει να αναλάβω τις επιχειρήσεις του, με έχει στριμώξει. Έτσι, εγώ πηγαίνω όπου μου λέει να μην πάω... από αντίδραση...»

«Κι από όλα τα μέρη διάλεξες τούτο εδώ;»

«Δεν ήξερα ότι τα πράγματα ήταν τόσο άσχημα! Με είχαν προειδοποιήσει δεκάδες άλλες φορές για μέρη επικίνδυνα σε όλο τον κόσμο, δεν τους άκουσα, τα επισκέφτηκα και, κοίτα, εδώ είμαι τώρα σώα και αβλαβής. Πουθενά δεν κινδύνευσα!»

Έμειναν αμίλητοι. Το φως του ήλιου άρχισε και πάλι να λιγοστεύει, το νερό της λίμνης φάνταζε περισσότερο σκοτεινό από ποτέ. Άλλη μια απαίσια διανυκτέρευση τους περίμενε.

«Πεινάω» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. Μετά πήρε τη μηχανή της στα χέρια, για να διαπιστώσει ότι κι εκείνη είχε ξεμείνει από μπαταρία. «Ο Μίλτον θεωρούσε ότι την ομίχλη τη δημιουργούσαν τα γιγάντια πλάσματα που ζουν εδώ» συμπλήρωσε. «Άγνωστο γιατί, βρέθηκαν εδώ κι έφτιαξαν ένα ολότελα δικό τους περιβάλλον, ίσα-ίσα για να επιβιώνουν αυτά...»

Ο Μίλτος έβαλε το δάχτυλό του μπροστά στα χείλη της για να σωπάσει. Ύστερα πήρε ένα μανιτάρι από το πλάι του και το έφερε ανάμεσά τους. Η κοπέλα τον κοίταξε μέσα στα μάτια όλο απορία. «Δεν είπες ότι είναι δηλητηριώδη;» τον ρώτησε.

«Υπάρχει ένας τρόπος να το μάθουμε» αποκρίθηκε εκείνος. Έσκισε τη σάρκα του μανιταριού στη μέση, έβαλε το ένα κομμάτι στην παλάμη της και το άλλο στο στόμα του. Το μάσησε αργά. «Αν ζήσω, θα έχουμε φαγητό. Στην αντίθετη περίπτωση, γνωρίζεις τι να αποφύγεις».

Η κοπέλα τον κοιτούσε με ένα βλέμμα όλο τρόμο. Μετά χύμηξε πάνω του να του ανοίξει το στόμα να το αδειάσει από το δηλητήριο, αλλά εκείνος το κατάπιε. «Δεν πειράζει» της είπε.

Κατόπιν εκείνη σήκωσε το δικό της κομμάτι στον αέρα, τον κοίταξε με σηκωμένο το ένα φρύδι και με τεντωμένη την παλάμη της τον απέτρεψε από το να αντιδράσει. «Εγώ σε παρέσυρα σε αυτό». Έφερε το μανιτάρι στο δικό της στόμα, το μάσησε και το κατάπιε.

Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο με νόημα. Στη συνέχεια φιλήθηκαν.

 

ΤΕΛΟΣ

 

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites
DinoHajiyorgi

Θα κάνω ό,τι μπορώ για την φόρμα, χωρίζοντας τα σχόλια μου εκεί που μάλλον πρέπει να πάνε.

 

Πλοκή

Μου άρεσε πολύ αυτό το διήγημα, ό,τι θα περίμενα από ένα ελληνικό επεισόδιο X-Files. Έχει κλιμακωτή εξέλιξη στο μυστήριο που διαπραγματεύεται, εντείνοντας την αγωνία με σωστές δόσεις. Μην ξέροντας τι να περιμένω, το πήγαινα σελίδα-σελίδα, και κάθε φορά που τέλειωνα μία έλεγα «καλά πάμε» για να πω στο τέλος «ρε καλό ήταν αυτό». Το δε φινάλε, με άφησε μετέωρο για λίγα δευτερόλεπτα αλλά μετά έδωσα σίγουρα thumbs up. Μακάρι βέβαια να είχαμε κι άλλες λέξεις αλλά δουλεύει για μένα κι έτσι (θυμηθείτε το τέλος του The Thing του Κάρπεντερ). Μου άρεσε επίσης ο τρόπος που οι γίγαντες παρουσιάζονται ή δεν παρουσιάζονται, υπονοώντας περισσότερο το πέρασμα τους. Με στοιχεία φάνταζυ και ε.φ. ήταν μια πετυχημένη ιστορία τρόμου.

 

Κοσμοπλασία

Επικροτώ το ελληνικό βουκολικό σκηνικό της ιστορίας, συνήθως μπορεί να υποπέσει το πράγμα στην γραφικότητα, αλλά αυτό σώζεται από τους χαρακτήρες. Τέλειο σκηνικό, δάσος στην ομίχλη, τα μανιτάρια, η λίμνη, τα δέντρα, οι σκελετοί και κυρίως οι ιστορίες, οι μύθοι του τόπου, που χτίζουν ακόμα περισσότερο το «ντεκόρ» της ιστορίας. (κάπου εκεί μέσα άκουγα μουσική από το Predator)

 

Γλώσσα

Αναρμόδιος. Αλλά πρόσεξα μόνο αυτό:

«Ο ουρανός πιο γαλάζιος από ποτέ, λιγοστά, κατάλευκα σύννεφα ήταν σαν καρφωμένα στον ουρανό, άπνοια.»

Ένα, όταν γράφω, προσέχω να μην επαναλαμβάνω δύο φορές μια λέξη στην ίδια πρόταση (ουρανός) ή και σε δύο ακολουθούμενες προτάσεις. Και δύο, το «άπνοια» στο τέλος μοιάζει να έμεινε κατά λάθος εκεί από επεξεργασία της πρότασης.

 

Χαρακτήρες

Συνήθως, όταν διαβάζω φανταστικό σε ελληνικό σκηνικό, προετοιμάζομαι για ενοχλητικά κλισέ, από τα οποία δεν ξεφεύγουν και οι καλύτεροι συγγραφείς. Δεν ξέρω αν οι πιο αρμόδιοι από μένα θα σε κατευθύνουν στο πώς να βελτιώσεις κάποια πράγματα, εγώ προσωπικά εδώ δεν ενοχλήθηκα καθόλου. Και ξεκινάει με τις παγίδες στημένες: Η «έτσι» Αθηναία που μάλλον μεγάλωσε στα Εξάρχεια και ο επαρχιώτης νιός που την αποκαλεί «κοπέλα πράγμα». Δεν πειράζει. Στο καφενείο στήνεται η προσωπικότητα τους, αλλά στο πεδίο, στο δάσος, οι χαρακτήρες λειτουργούν όσο φυσιολογικά θα μπορούσαν υπό τις συνθήκες. Ένα μόνο παράπονο είχα για την Μάνια. Σπάει αψυχολόγητα πολύ νωρίς και πέφτει στην αγκαλιά του Μίλτου. Εκείνη ήταν που είδε ένα γιγάντιο χέρι να βγαίνει από την ομίχλη και απτόητη μπούκαρε στην ομίχλη. Περίμενε να βιώσει την κατάσταση λίγο περισσότερο, να κρυώσει κι άλλο, να καταλάβει ότι χάθηκαν πριν αρχίσει να απελπίζεται. Και μπορεί μεν να φοβάται πια, αλλά με τον δικό της τρόπο. Μην την πας ντουγρού «απροστάτευτο κοριτσάκι». Και βάλε τη κάπου να λέει ένα «τι μαλακία να αφήσω το μπουφάν στο αμάξι γαμώτη μου». Για άτομο που κάνει έρευνα πριν πάει κάπου, που πάει με τη λευκή πουκαμίσα στο δάσος; (εκτός αν φοράει κάτι, που δεν λες, αλλά πάλι κρυώνει).

 

Διεκπεραίωση

Επιτυχής. Γίγαντες, τσεκ. Είδος, να πω Τρόμου; Τσεκ.

 

Τίτλος

Μου αρέσει πολύ ο τίτλος. Έχει κάτι τόσο… Γιούσουρι.

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Η ωραία κοιμωμένη

Πειστική ιστορία δοσμένη με τις κατάλληλες λέξεις, ευαίσθητη γραφή, μυστηριώδης ατμόσφαιρα.

Μου άρεσε η εξιχνίαση του μυστηρίου της ομίχλης.

Απλά, αν δεν είμαι εκτός θέματος, θα την παράλλαζα.

Με αφορμή την νύξη ότι η κοπέλα είναι γόνος πλούσιας οικογένειας, κρατώντας την ιστορία ως έχει,

το αίνιγμα των γιγάντων, την μυστηριακή ατμόσφαιρα, θα έκανα την ανατροπή στο τέλος αποδεικνύοντας

ότι η ιστορία με τους γίγαντες είναι μια καλοστημένη απάτη από τον καθηγητή και την αδερφή της 

κοπέλας(οπωσδήποτε ερωμένης του), με σκοπό τον εξοβελισμό της συγκληρηρονόμου αδερφής της

από την πατρική περιουσία. Κατά συνέπεια τα στοιχεία του καθηγητή για τους γίγαντες θα ήταν πλαστά,

η παρουσία των γιγάντων αυθυποβαλλόμενη και θα αλήθεια η φήμη ότι η ιστορία των γιγάντων είναι

κατασκευασμένη για τουριστικούς λόγους. Την λύση του μυστηρίου θα έδινε ένα γράμμα που θα έβρισκε

η κοπέλα τυχαία στην τσάντα της λίγο πριν το τέλος και θα αποκάλυπτε την παγίδα.

Βέβαια αυτή η εξέλιξη της ιστορίας θα οριστικοποιούσε την μυθική διάσταση των γιγάντων,

την ύπαρξη τους μόνο στο φαντασιακό χώρο.

Πολύ συγκινητικό το τέλος, αλλά, νομίζω, αν έδινες κοινωνικό έρεισμα, κοινωνική βάση στην ιστορία σου,

θα την δραματοποιούσες και η κοπέλα δεν θα ήταν απλά τυχοδιώκτρια, κυνηγός της περιπέτειας(κι αυτό 

θεμιτό είναι με την προϋπόθεση ότι θέλει να ξεφύγει από κάτι).

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ballerond

Καλησπέρα, Νίκο

 

Δεν κατάλαβα την ιστορία σου. Αντίθετα με τον Ντίνο, εγώ βρήκα αρκετές αδυναμίες και βιασύνες - κυρίες στο στήσιμο των χαρακτήρων και του δεσίματος μεταξύ τους. Η Μάνια αντιδράει υπερβολικά προς κάποιον που προτίθεται να την βοηθήσει παρόλο που δείχνει ότι φοβάται, αγκαλιάζονται πολύ συχνά και πολύ γρήγορα (μου θύμισε Αμερικανιές όπου έτσι ερωτεύονται οι πρωταγωνιστές), πατάνε κι οι δύο σε κάποια στερεότυπα της ηλικίας τους αλλά το σώζεις στην πορεία όπου ο τρόμος κι ένταση στο δάσος τους κάνουν να αναθεωρούν τα πάντα.

 

Στο τέλος, δεν κατάλαβα τι έγινε. Τους κυρίευσε το δάσος; Έγιναν κομμάτι του; Έγιναν γίγαντες; Γιατί ο Μίλτος δεν νοιάστηκε καθόλου για το πτώμα; Γιατί η Μάνια τον ακολουθούσε για ώρες αφού δεν της απαντούσε τίποτα για το πτώμα; Πώς άλλαξε η συμπεριφορά τους, επειδή κοιμήθηκαν εκεί; Συνήθως αφήνω κάποιες απορίες μου άλυτες αν το διήγημα με παρασύρει στον ρυθμό του, αλλά εδώ όλες οι απορίες προκύπτουν από το αρχικό μυστήριο πάνω στο οποίο στήθηκε η ιστορία.
Επίσης, γίγαντες ακούσαμε, μυρίσαμε αλλά δεν είδαμε. Μόνο μύθους.
Μου άρεσε που αναφέρεις για το ποτό που ήπιε το πρωί και ότι δεν την επηρέασε στην κίνησή της - δείχνει αληθοφάνεια. Δεν μου άρεσε καθόλου το "είμαι εναντίον στα κινητά" το οποίο ήρθε τόσο βολικά σαν πληροφορία την στιγμή που θα βόλευε να μην έχει κινητό.

Επίσης, Μίλτον και Μίλτος, νομίζω ότι μπορούσες να τα διαχωρίσεις περισσότερο και να επιλέξεις άλλο όνομα για τον Μίλτο (εκτός κι αν συνδέονται που πάλι δεν το κατάλαβα).

Καλή επιτυχία!

  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
dagoncult
Spoiler

Μου άρεσε η ιστορία σου.

 

Ωραίος τίτλος, βαρύς.

 

Ως προς το θέμα, θα έλεγα πως είναι εντός, όμως σαν μου φαίνεται ότι οι γίγαντες δεν είναι και ο ακρογωνιαίος λίθος του διηγήματος. :) (με την έννοια ότι θα μπορούσαν, χωρίς να αλλάξει η ιστορία, να είναι οτιδήποτε άλλο υπερφυσικό, ειδικά από τη στιγμή που, απ' όσο φαίνεται, δεν θα πειράξουν τους ήρωες).

 

Λόγος:

-Το γράψιμό σου μου άρεσε. Πολύ. Γι' αυτό και ακολουθεί σεντόνι...

-Αν και υπήρξαν σημεία που μου φάνηκε να φαλτσάρουν, συνολικά ένιωσα πως οι διάλογοι έδιναν νεύρο και ζωντάνια.

-Αρκετά πετυχημένες και οι περιγραφές, δημιουργούσαν ένα καλό χαλί για να περπατήσω την ιστορία.

-Η τριτοπρόσωπη αφήγηση πήγαινε γρήγορα για τα γούστα μου. Θα το πω άτσαλα, γιατί δεν μπορώ να το εξηγήσω καλύτερα: νομίζω πως αυτή η ταχύτητα υπήρχε επειδή η τ.α. είχε λιγότερες εικόνες και περισσότερη περιγραφή κινήσεων/δράσεων, με συνέπεια να είναι φορτωμένη με πάρα πολλά ρήματα. Παραδείγματα:

''Ο καφετζής την κοίταξε για άλλη μια φορά λοξά. Φαινόταν να το σκέφτεται. Έκανε μια δεξιά, μια αριστερά πίσω από τον πάγκο του και στο τέλος, σαν να τον τίναξε ρεύμα, πετάχτηκε και προχώρησε προς την πόρτα που οδηγούσε στο ανώγι.''

''Έβαλε τα χέρια στη μέση και κοιτούσε προς το μέρος της ομίχλης. Είχε συνοφρυωθεί, καθώς προσπαθούσε να διακρίνει ανάμεσα στους ατμούς οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση. Έμεινε σε αυτή τη στάση για περισσότερο από δέκα λεπτά, κάποια στιγμή που επιχείρησε ο Μίλτος να της πει κάτι, εκείνη με ένα απότομο τίναγμα του χεριού της του επέβαλε να σωπάσει. Έτσι εκείνος κάθισε στη ρίζα του δέντρου και ρουφώντας το τσιγάρο του, έμεινε να ρεμβάζει.''

''Περιφέρονταν ώρα στην περιοχή, χωρίς να μιλάνε. Δεν μπορούσαν με τίποτα να βρουν το δρόμο της επιστροφής. Όσο περνούσε η ώρα, το κρύο γινόταν πιο έντονο, το φως λιγόστευε. Προσπερνούσαν πεσμένους κορμούς και γυμνό χώμα, χωρίς να βρίσκουν οποιοδήποτε σημάδι θα μπορούσε να τους βγάλει από εκεί. Όταν πια το φως ήταν τόσο λίγο που ίσα που έβλεπαν, έφτασαν στις παρυφές μιας λίμνης. Διψούσαν κι έτσι, δίχως δεύτερη σκέψη, έσκυψαν πάνω από το νερό, γέμισαν τις χούφτες τους και ήπιαν. Σηκώθηκαν όρθιοι. Η Μάνια κοίταξε προς τον κορμό που βρισκόταν πλησιέστερα στο νερό. Έσκυψε από πάνω του, άδραξε κάποια μανιτάρια που είχαν φυτρώσει στην επιφάνειά του.''

Σύνολο τα τρία αποσπάσματα (τυχαία επιλεγμένα) είναι λίγο πάνω από τις 200 λέξεις και οι 45 είναι ρήματα. Ε, αυτό για εμένα γέρνει την πλάστιγγα στην ταχύτητα, αλλά δυστυχώς σε βάρος της εικόνας.

Σε άλλα σημεία πέφτουν σερί τρία και τέσσερα ρήματα σε δυο σειρές, όπου περιγράφονται διαδοχικές κινήσεις/δράσεις των πρωταγωνιστών:

''Η Μάνια στάθηκε. Πήρε την τσάντα της, έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή κι άρχισε να φωτογραφίζει.''

Προσωπικά δεν χρειάζομαι ολόκληρο 'έβαλε το τσιγάρο στο στόμα, το άναψε, τράβηξε μια ρουφηξιά και την κοίταξε'. Δεν μου προσφέρει τίποτα περισσότερο από πχ το 'άναψε το τσιγάρο του και την κοίταξε' ή κάτι άλλο, ακόμα και με ένα ρήμα.

 

 

Ψιλολόγια:

Κάποια αμήχανα 'εκείνου', 'αυτής' κλπ θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από 'του', 'της'. Επίσης ένα-δυο 'πρόφερε' αντί για 'είπε'.

 

Για την υπόθεση:

-Ο Μίλτον με τους βοηθούς δεν τσίμπησαν έστω ένα από τα γιγάντια κόκαλα; Επίσης, τρία άτομα και δεν τράβηξαν ένα εκατομμύριο φωτογραφίες για να ανεβάσουν στο ίνστα τους; :) :) :)

-Το σημείο προς το τέλος, που οι πρωταγωνιστές λένε ο ένας στον άλλο κάποια πράγματα για τη ζωή τους, δεν με έπεισε και πολύ. Κάπως απότομο μου ήρθε το μεταξύ τους άνοιγμα.

-Το τέλος: χμμ... είχε τα φόντα να γίνει τρομαχτικό, αλλά πήγε αλλού. Αν και μου φάνηκε ότι ο Μίλτος έχει δείξει κάποια σημάδια νωρίτερα, γενικά πολύ γρήγορα παραιτήθηκαν κι οι δύο από την προσπάθεια να ξεφύγουν. Κι ακόμα πιο γρήγορα παίζουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα με τα μανιτάρια. Ειδικά η Μάνια, που φαίνεται και τσαούσα.

-Επίσης, το λοβ στόρι προέκυψε κάπως από το πουθενά. Δεν το είδα να έρχεται. Και να πεις ότι δεν μπορούσαν να συμβούν τόσα άλλα δυσάρεστα πράγματα...  :) :) :)

 

  • Like 1
  • Thanks 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
zefuros
Spoiler

To διάβασα πολύ ευχάριστα. Λίγες οι λεπτομέρειες που θα μπορούσα να σχολιάσω:

1. "Δεν εχω κινητό, είμαι εναντίον": Μου φάνηκε πολύ κλισέ, Θα μπορούσες απλά να έλεγες πως δεν είχε σήμα, πήραν και τον διεθνή αριθμό 112 αλλά και πάλι τπτ, για να δώσεις και κάποια "μαγική" ιδιότητα σε αυτή τη ομίχλη. Να προσθέσεις ένα βάρος παραπάνω στην ψυχολογία τους. Βεβαια το κάνεις αυτο με το κινητό του Μίλτου που δεν εχει μπαταρία ενώ το φόρτισε το πρωί.

2.  Άτομο το οποίο χρειάζεται 9 το πρωί να πιει ουίσκι για να ερθει στα ίσια του, πολύ απλά κουβαλάει μαζί του το φλασκί του. Μπορείς να βάλεις μέσα στην ομίχλη να τελειώνει η τελευταία γουλιά.

3. "Να αναλάβω τις επιχειρήσεις του πατέρα μου", ΟΚ, κλισε-δάκι.

4. Στο τέλος άθελα μου μου ήρθε η εικόνα απο το τελείωμα του Hunger Games - βιβλιο 1. Κατά τη γνώμη μου η "θυσία" του Μίλτου δεν θα έδινε κάποιο πλεονέκτημα στη Μάνια για να βγει από την ομίχλη - ίσα που θα την αφηνε μονάχη και με ακομα λιγότερες πιθανότητες. Θα ήθελα και λίγο περισσότερη προσπάθεια για να βγούν απο εκεί μέσα

5. Ο καθηγητής Μίλτον με τους βοηθούς του. Δεν μου κολλάει να μπήκαν μέσα, να πήραν τα στοιχεία, και να μην έχει γίνει πασίγνωστο (αναφέρθηκε και παραπάνω)

 

Καλή συνέχεια!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Roubiliana
Spoiler

Ο αγαπημένος μου τίτλος σε όλο τον διαγωνισμό. Ανυπομονούσα να το διαβάσω μόνο λόγω τίτλου. Ποιητικός κ μυστηριώδης. Αν κ δεν είδαμε πολλούς γίγαντες, μόνο κάτι χέρια, το σκηνικό ήταν υπέροχο, αγωνιώδες κ το διάβασα με κομμένη την ανάσα. Εκ των υστέρων είχα απορίες αληθοφάνειας. Οκ, είναι ένα μυστικό Βασίλειο γιγάντων. Τι τρώνε; Μανιτάρια; Πως συντηρούν τα τεράστια σώματα τους; Κ τι παίζει με την ώρα; Τις άλλες ώρες δηλαδή το Ρουμανι είναι ασφαλές;

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Starbuck
Spoiler

Την ιστορία αυτή την διάβασα ευχάριστα. Με πέθαναν λίγο τα κλισέ, με ευχάριστο τρόπο, σαν να έβλεπα τους απαράδεκτους ένα πράμα. Βέβαια δεν το λες και τρόμο. Πιο πολύ σαν ζόμπι καλτίλα που σατιρίζει είναι το κείμενο πάρα σαν χορορ στορυ. Και η υπερβολή διογκώνεται όταν η πρωτευουσιάνα αλκοολικιά με τα καρφάκια καταλήγει κλαίγοντας στον λαιμό του μίλτου. Να πω φυσικά ότι δεν παραξενεύτηκα από το τέλος. Μετα από τόσα κλισέ δεν θα μπορούσε να λείπει το υπερκλισέ όλων! Εφόσον πήγα λοιπόν εκεί, είτε υπήρχε εσκεμμένη σάτιρα είτε όχι, θα ήθελα λίγο περισσότερο από αυτήν, λίγο περισσότερους γίγαντες και λίγες περισσότερες ανατροπές σε αυτά τα κλισέ πού και πού. Μου άρεσε πολύ πχ εκεί που ο Μίλτος φοβάται και το δηλώνει απροκάλυπτα πριν γίνει πάλι ένας ευγενικός και γεμάτος αυτοθυσία ιππότης. Ειδικά για τους γίγαντες τίθεται ένα ζητηματάκι γιατί παίζουν πιο πολύ το ρολο το φόντου στο θέμα ενός πίνακα ενώ εδώ θα θέλαμε να είναι το θέμα. 

Μου άρεσε πολύ η γλώσσα. Το κείμενο είναι πολύ ζωντανό, οι σκηνές και οι διάλογοι, ενώ δεν ενοχλήθηκα καθόλου από την 'ελληνικότητα' της κατάστασης. Ευχαριστήθηκα τα τοπία και αν βρήκα περιττό κάτι είναι η πολλή περιγραφικότητα σε απλές κινήσεις στο σημείο πχ στο μπαρ με την τσάντα της μάνιας. 

Γενικά ένα ευχάριστο κείμενο, με καλή ροή και ζωντάνια. 

 

Share this post


Link to post
Share on other sites
Unicron
Spoiler

Θετικά στοιχεία: Η κοσμοπλασία είναι αρκετά ρεαλιστική. Ο αναγνώστης νιώθει πως περπατάει και εκείνος μέσα στην ομίχλη, μαζί με τους πρωταγωνιστές. Η γλώσσα του κειμένου είναι σε υψηλό επίπεδο, όπως επίσης σε όλα κείμενά σου. Φυσικά θα πρέπει να αναφέρω και τους χαρακτήρες της ιστορίας που είναι αρκετά δουλεμένοι και με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.

Αρνητικά στοιχεία:

- Η ιστορία είναι προσωποκεντρική και δομημένη με άξονα τους χαρακτήρες, ενώ η πλοκή αναπτύσσεται γύρω από αυτούς. Νομίζω πως το αντίθετο θα ήταν πιο ενδιαφέρον.

- Ως συνέχεια του παραπάνω, ναι μεν υπάρχουν γίγαντες όμως στην ουσία δεν βλέπουμε κάποια δράση τους.

- Αν και τοποθέτησες την ιστορία στη βιβλιοθήκη του τρόμου, προσωπικά δεν με τρόμαξε κάτι σε αυτήν. Σίγουρα έχει κάποια στοιχεία τρόμου, όμως περίμενα να δω τους γίγαντες να διαμελίζουν κάποιον και έμεινα με την όρεξη!

- Για να είμαι δίκαιος, και επειδή το ανέφερα σε άλλη ιστορία θα πω και εδώ πως προσωπικά πιστεύω πως η ιστορία θα λειτουργούσε καλύτερα σε ξένο (όχι Ελληνικό) σκηνικό.

Μια μικρή παρατήρηση σχετικά με τα ονόματα: στη σχολή είχα έναν υπερήλικα καθηγητή, ονόματι Νεόκοσμο, που πυκνά συχνά αυτοσαρκαζόταν. Μας είχε μιλήσει για τα νεκρά ονόματα, όπως το δικό του. Μέχρι τώρα, μόνο 3 φορές είχα ακούσει το όνομα Μίλτος (ο υποτιθέμενος πρωθυπουργός εν αναμονή Έβερτ, ο παρουσιαστής Μακρίδης και φυσικά ο χαρακτήρας από το Ρετιρέ). Επίσης, όπως ανέφεραν και άλλοι πιο πάνω, Μίλτος και Μίλτον μοιάζουν παραπάνω απ’ όσο πρέπει.  

Γενικό σχόλιο: Ενδιαφέρουσα ιστορία, εντός του θέματος του διαγωνισμού, που όμως υστερεί κυρίως από άποψη πλοκής.

Καλή επιτυχία!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Rōnin

Ο τίτλος μου άρεσε πολύ, ο τρόπος γραφής επίσης. Ένιωσα να δημιουργούνται μέσα στο μυαλό μου εικόνες φύσης, χωρίς το κείμενο να είναι πνιγμένο στις λεπτομέρειες. Υπήρχε δηλαδή περιθώριο να συμπληρώσω εικόνες χρησιμοποιώντας τη δική μου φαντασία.

Οι χαρακτήρες και η πλοκή δε με έπεισαν σε κάποια σημεία και έμεινα με απορίες. Είναι δυνατόν άνθρωπος της πόλης να ξεκινά εξερεύνηση μέσα στη φύση και να μην έχει κινητό μαζί, αλλά να βασίζεται σε κάποιον που μόλις γνώρισε; Οι κόντρες τους δεν ήταν λίγο παιδικές; Και πώς έγινε μέσα από αυτές να δεθούν τόσο γρήγορα που να ρισκάρουν να φάνε τα πιθανόν δηλητηριώδη μανιτάρια; Ίσως αν είχα εικόνα αυτούς τους δυο, να έπαιζαν ρόλο τα βλέμματα, η γλώσσα του σώματος κλπ και να έπειθαν περισσότερο από ό,τι ένα κείμενο.

Μου φάνηκαν σαν παιδιά που μπήκαν σε μια περιπέτεια χωρίς σχέδιο, εκείνος γιατί έτσι θα έβγαινε από τη ρουτίνα του, εκείνη για να κοντράρει τον μπαμπά. Αν γινόταν ταινία, μάλλον δε θα απευθυνόταν σε μεγάλες ηλικίες. Θα την έβλεπα όμως, για όλους τους λόγους που προανέφερα. Καλή επιτυχία.

  • Like 1

Share this post


Link to post
Share on other sites
Mesmer

Ήταν μια από τις ιστορίες που ανυπομονούσα να διαβάσω, μόνο και μόνο από τον τίτλο. Έχει κάτι το μυστηριακό που σε τραβάει. Και μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, μπορώ να πω ότι αυτή η αναμονή με αποζημίωσε.

Δυστυχώς, δεν έχω να προσθέσω κάτι πολύ καινούριο στα σχόλια που έχουν ήδη γίνει, οπότε θα αναγκαστώ να επαναλάβω τα σημεία που θεωρώ πιο σημαντικά.

Να αρχίσω από τη γραφή που ήταν όπως ακριβώς ταίριαζε στο είδος της ιστορίας και του τοπίου στο οποίο διαδραματίζεται. Ωραίες περιγραφές: του δάσους, της ομίχλης, των ξαφνικών εμφανίσεων γιγάντων, οστών, και πτωμάτων. Αρκετά καλοί οι διάλογοι, με κάποιες κλισέ ατάκες, που ωστόσο, δεν ξενίζουν. Μου άρεσε που υπήρχε αυτό το πέπλο μυστηρίου γύρω από το δάσος, που δεν ξέρανε αν είναι θρύλος ή αλήθεια (αν και θα 'πρεπε να ξέρουν).

Η εμφάνιση των γιγάντων: ένα χέρι, τα οστά, μερικά συρσίματα, οι φωνές, είναι αρκετά για να ζωντανέψουν τους θρύλους, να μας βάλουν στην ιστορία, να μας κάνουν να ανησυχήσουμε και να περιμένουμε τις εξελίξεις. Όμως, θα έπρεπε να είναι λίγα παραπάνω για να συνδεθεί περισσότερο η ιστορία με το θέμα του διαγωνισμού. Όπως είπε και ο Δάγων πιο πάνω, θα μπορούσαν να είναι οτιδήποτε άλλα πλάσματα, χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά η ιστορία. Σαν θρύλος, όμως, μ' αρέσει η εικόνα των γιγάντων που επέλεξαν ένα δάσος και το γέμισαν, με κάποιο τρόπο, με ομίχλη, για να το κάνουν σπίτι τους.

Δεν με έπεισε το γεγονός ότι ένας καθηγητής με δύο βοηθούς μπήκαν στο δάσος, βγήκαν με αποδείξεις, αλλά κανένας δεν τους πίστεψε. Θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό, πχ ένα από τα πέντε άτομα που εξαφανίστηκαν να ήταν φίλος/συνάδελφος και να είχε καταφέρει να της στείλει μια θολή φωτογραφία από το δάσος, που να της έξαψε την περιέργεια.

Μου άρεσε το σημείο που ανακάλυψαν το σάπιο πτώμα και συνειδητοποίησαν ότι βρίσκονται ακριβώς στην ίδια κατάσταση με εκείνον. Πολύ δυνατό.

Νομίζω ότι προς το τέλος έπρεπε να πάρεις κάποιες βιαστικές αποφάσεις για να σου φτάσουν οι λέξεις. Ενώ γενικά το διήγημα είχε ένα γρήγορο ρυθμό, φτάνοντας στην κορύφωση έχουμε κάποια άλματα που θα έπρεπε να έχουμε αρκετές σελίδες στο ενδιάμεσο για να γίνουν πιο πιστευτές. Η αυτοθυσία, η δεύτερη... αυτοθυσία, το λαβ στόρι, ήρθαν κάπως απότομα για το κλείσιμο. Ήταν λίγο νωρίς για να γίνουν όλα αυτά. Κι αν από τη μία, η εύρεση του πτώματος δικαιολογεί εν μέρει τις πράξεις τους, από την άλλη, θα ήθελα να περιπλανηθούν κάποιες μέρες στο δάσος για να φτάσουν σε αυτό το σημείο. Ιδανικά, θα ήθελα να είναι κυκλικό, δηλαδή, μετά από μέρες να φτάνουν, εντελώς τυχαία, και πάλι στο πτώμα και να συμβαίνουν αυτά που συνέβησαν. Φυσικά, αυτό προϋποθέτει και πολύ περισσότερες λέξεις.

Καλή επιτυχία κι από μένα!

Share this post


Link to post
Share on other sites
Ιρμάντα
Spoiler

Πλοκή

Μου άρεσε το διήγημά σου. Ωραία ιστορία, σωστή κλιμάκωση, οι γίγαντες δεν φαίνονται ποτέ ολόκληροι αλλά πετυχαίνουν να μας εντυπωσιάσουν στο έπακρο. Καμιά φορά όσα υπονοούνται είναι πιο αποτελεσματικά από αυτά που μας τρίβουν στα μούτρα. Δεν βρήκα πολύ πειστικό το γεγονός ότι η κοπελιά δεν είχε κινητό. Μπορεί να είναι όσο θέλει ενάντια, αλλά φωτογράφος, χωρίς κινητό; Και μάλιστα σε απαγορευμένα, αλλόκοτα μέρη; Πολύ κουτό εκ μέρους της. Επίσης, λίγο απότομο το ρομάντζο και η διπλή αυτοκτονία. Πώς αποφάσισαν ότι δεν πρόκειται να βγουν ποτέ; Πώς αποφάσισε αυτός να φάει μανιτάρι για να τη σώσει; Δεν έχει προετοιμαστεί κατάλληλα το έδαφος για τόσο ακραία και αλτρουιστική συμπεριφορά.

Κοσμοπλασία

Το βουκολικό στοιχείο είναι πετυχημένο. Και οι περιγραφές σου αρκετά υποβλητικές, ιδιαίτερα των μανιταριών. Δεν ξέρω γιατί θα μου μείνουν τα μανιτάρια.

Χαρακτήρες

Όλα οκ, αλλά δεν κατάλαβα γιατί ο καθηγητής και ο νεαρός έχουν τόσο παρόμοιο όνομα. Με έβαλες στο τριπάκι να σκεφτώ ότι έχουν πέσει σε χρονική λούπα και κάποιος θα τους βρει παγωμένους στο χρόνο και θα στραβοδιαβάσει το όνομά του από Μίλτος σε Μίλτον. Φαντάστηκα δηλαδή πολύ πιο weird πράγματα.

Γλώσσα

Θα αναφερθώ σε μία φράση: ο πάτος αυτής. Ο πάτος της λέμε. Το χέρι του, τα μάτια της, τα πόδια τους. Φαντάσου να λέγαμε το χέρι αυτού, τα μάτια αυτής, τα πόδια αυτών. Δεν λέγεται με την καμία.

Διεκπεραίωση

Θα έλεγα ότι το πέτυχες. Επίσης θα έλεγα ότι το γράψιμό σου έχει βελτιωθεί πάρα πολύ. Συγχαρητήρια για αυτό!

Καλή επιτυχία και ευχαριστούμε για τη συμμετοχή!

  • Like 2

Share this post


Link to post
Share on other sites
gismofbi

Πλοκή: Δεν με έπεισε γενικά. Πολλά κλισέ όπως προείπαν τα παιδιά, κακό και απότομο τέλος χωρίς προοικονομία. Χτίζεις δυνατή ατμόσφαιρα και στο τέλος από το πουθενά ερωτεύονται και αυτοκτονούν βιαστικά χωρίς νόημα. Επίσης το ότι ο καθηγητής μπήκε, βρήκε αποδείξεις, βγήκε και δεν τον πίστεψε κανείς δεν στέκει. Εδώ στο ίντερνετ ανεβάζουν μια ψεύτικη χαζοείδηση, ο κόσμος το καταπίνει αμάσητο και το αναπαράγει ώσπου να γίνει ντόρος. Σκέψου αυτούς που πιστεύουν στην επίπεδη γη από τη στιγμή που δεν υπάρχουν αποδείξεις υπέρ της. Τέλος, η έλλειψη κινητού της κοπέλας ήταν κακή επιλογή. Θα μπορούσε να έχει αλλά να μην υπάρχει σήμα ή να έκλεισε από μπαταρία. Φωτογράφος χωρίς ίνσταγκραμ ίσον θάλασσα χωρίς νερό.

Κοσμοπλασία: Δυνατό ελληνικό setting επαρχίας παντρεμένο επιτυχώς με φάνταζυ στοιχεία και μυστηριακό πέπλο. Επίσης εδώ μου άρεσε που οι γίγαντες υπονοήθηκαν και δεν εμφανίστηκαν.

Γλώσσα: Πετυχημένες περιγραφές, ωραίες εικόνες, διαβάζεται εύκολα χωρίς να κουράζει. Μόνο το Μίλτος-Μίλτον δες ξανά γιατί δεν λειτουργεί σωστά.

Χαρακτήρες: Εδώ δεν ικανοποιήθηκα. Εκτός των κλισέ (αθηναία-επαρχιώτης) που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν μου άρεσαν επίσης και οι αλλαγές των χαρακτήρων. Η Μάνια εμφανίζεται σκληρή, τσαμπουκαλού και αντράκι, βλέπει γίγαντες και αντί να φοβηθεί ορμάει στην ομίχλη να τους φωτογραφίσει παρά τις προειδοποιήσεις και ξαφνικά στην πρώτη δυσκολία τρέμει από φόβο και πηδάει στην αγκαλιά του Μίλτου σαν κοριτσάκι. Αντίθετα ο Μίλτος φοβάται όλους αυτούς τους μύθους, την παρακαλάει να φύγουν και ξαφνικά και αψυχολόγητα ορμάει  με αυτοθυσία στην ομίχλη, ρισκάρει τη ζωή του για μια ξένη που μάλιστα όλη την ώρα του τη λέει κιόλας. Άσε που στο τέλος είναι ατάραχος στη θέα του πτώματος όταν πριν λίγο τρομοκρατούνταν μόνο από δοξασίες. Δεν στέκει. Επίσης δεν με έπεισε το ξέσπασμα ηρωισμού επειδή στο χωριό τον λένε άχρηστο. Αυτό δεν είναι περιπέτεια αλλά αυτοκτονία.

Τέλος, ωραίος τίτλος.

Edited by gismofbi

Share this post


Link to post
Share on other sites
John Ernst

Ήρθε η ώρα να σχολιάσω... χαίρομαι που σας άρεσε η ιστορία μου, χαίρομαι που τη βαθμολογήσατε ψηλά. Γενικά, κακά τα ψέματα, η πλοκή είναι το βασικό σε ένα πεζό κι εδώ η πλοκή που ακολούθησα αδίκησε την κοσμοπλασία. Βέβαια,  η πλοκή είναι και θέμα έμπνευσης, η οποία, ως γνωστόν, μας βρίσκει, δεν τη βρίσκουμε εμείς. Κι επειδή εμένα με βρήκε προχθές, θα δημοσιεύσω το αποτέλεσμα αύριο. Το νέο κείμενο που θα βρείτε στο φόρουμ, αν το είχα σκεφτεί στην ώρα του, θα ήταν και η συμμετοχή μου.

  • Like 4

Share this post


Link to post
Share on other sites

Create an account or sign in to comment

You need to be a member in order to leave a comment

Create an account

Sign up for a new account in our community. It's easy!

Register a new account

Sign in

Already have an account? Sign in here.

Sign In Now

×

Important Information

You agree to the Terms of Use, Privacy Policy and Guidelines. We have placed cookies on your device to help make this website better. You can adjust your cookie settings, otherwise we'll assume you're okay to continue..